← Table of contents
Τίμαιος, Τόμος Β

Front matter (continued 2)

Paulos Gratsiatos translation

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLII.

Θεραπευτική(92).

C. | Εκείνο δε πάλιν, το οποίον είναι αντίστροφον προς ταύτα, ήτοι το αναφερόμενον εις τας θεραπείας των σωμάτων και των διανοιών, δηλαδή διά ποίων μέσων συντηρούνται ταύτα, πάλιν είναι φυσικόν και πρέπον να εκθέσωμεν προς ανταπόδοσιν. Διότι είναι ορθότερον ο λόγος να πραγματεύηται περί των αγαθών μάλλον παρά περί των κακών. Παν λοιπόν το αγαθόν είναι καλόν· το δε καλόν δεν είναι άνευ μέτρου. Και το ζώον λοιπόν, το οποίον μέλ- λει να είναι τοιούτον, πρέπει να υποθέσωμεν ότι έχει μέτρον και αναλογίαν. Αλλά εκ των συμμετριών αντιλαμβανόμενοι τας Δ. | σμικράς τας μετρούμεν, τας δε σπουδαιοτάτας και τας μεγί- στας τας αμελούμεν εντελώς. Διότι ως προς τας υγείας και τας νόσους, και τας αρετάς και τας κακίας ουδεμία συμμετρία ή ασυμ- μετρία είναι μεγαλυτέρα από εκείνην την ψυχής προς το σώμα αυτής. Και εκ τούτων ουδέν εξετάζομεν, ούτε εννοούμεν ότι, όταν ψυχή ισχυρά και μεγάλη κατά παν μέρος αυτής φέρηται υπό σώ- ματος ασθενεστέρου ή μικροτέρου, και όταν ακόμη τα δύο ταύτα συνδυάζωνται αντιστρόφως, το όλον ζώον δεν είναι ωραίον. Διότι είναι ασύμμετρον κατά τας σπουδαιοτάτας συμμετρίας, το δε ευ- ρισκόμενον εις εναντίαν κατάστασιν είναι το ωραιότατον και ερα- σμιώτατον θέαμα εις εκείνον, όστις δύναται να παρατηρή. Καθώς Ε. | λοιπόν σώμα τι με σκέλη μακρότατα ή έχον άλλην τινά αφθονίαν δυσανάλογον προς εαυτό, όχι μόνον είναι αισχρόν, αλλά και εις τους κοινούς σκοπούς(93) προξενούν πολλούς καμάτους και πολλά σπάσματα και διά την παραφοράν αυτού πολλάς πτώσεις, είναι αίτιον εις εαυτό πολλών κακών, ούτω το αυτό τούτο πρέ- πει να νοήσωμεν και περί του συνδυασμού τούτου, το οποίον ονο- μάζομεν ζώον. Ότι δηλ. όταν η ψυχή ήτις είναι εις αυτό, ούσα 88. | υπερτέρα του σώματος, ευρίσκεται εις ερεθισμόν μέγαν τα- ράττουσα αυτό όλον εντός, το γεμίζει από νόσους· και όταν αύτη παραδίδεται συντόνως εις μελέτας και ζητήματα, φθείρει αυτό· και όταν κάμνη διδαχάς και μάχας διά λόγων δημοσίως και ιδιω- τικώς, διά των ερίδων και φιλονεικιών, αίτινες γεννώνται, φλέγουσα αυτό όλον το διαλύει(94), και παράγουσα ρεύματα απατά τους πλεί- στους των λεγομένων ιατρών και κάμνει αυτούς να αποδίδωσι το κακόν εις άλλας αιτίας. Και όταν πάλιν σώμα τι μέγα και γεν- ναιότατον ευρίσκεται συνδεδεμένον με μικράν και ασθενή διά- Β. | νοιαν, επειδή φύσει υπάρχουσιν εις τους ανθρώπους δύο είδη επιθυμιών, τροφής διά το σώμα και σοφίας δι' εκείνο, όπερ εν ημίν είναι το θειότατον, επειδή αι κινήσεις του ισχυροτέρου νι- κώσι και αυξάνουσι το μέρος αυτών, ενώ την ψυχήν καθιστώσι μωράν και δύσκολον να μανθάνη και να ενθυμήται, παράγουσι την μεγίστην νόσον, την αμαθίαν. Υπάρχει όμως μία μόνη σωτηρία εις αμφότερα ταύτα, να μη ασκώμεν την ψυχήν άνευ του σώμα- τος μήτε το σώμα άνευ της ψυχής, ίνα ούτω υπερασπιζόμενα το έν C. | κατά του άλλου γίνωνται ισόρροπα και υγιά. Ο μαθηματι- κός(95) λοιπόν ή ο εργαζόμενος με τον νουν αυτού συντόνως ε;iς τινα άλλην επιστήμην πρέπει να δίδη και εις το σώμα την απαι- τουμένην άσκησιν, προσοικειούμενος την γυμναστικήν, και πάλιν ο επιμελώς περιποιούμενος το σώμα του πρέπει να αποδίδη αντί τούτου τας κινήσεις της ψυχής του, μεταχειριζόμενος μουσικήν και μελετών πάσαν φιλοσοφίαν, εάν μέλλη δικαίως να ονομάζηται συνάμα μεν ωραίος, συνάμα δε αγαθός αληθώς.

Και συμφώνως προς αυτά ταύτα πρέπει να θεραπεύωμεν και τα ιδιαίτερα μέλη του σώματος, μιμούμενοι τα συμβαίνοντα εις το σύμπαν. Δηλαδή επειδή το σώμα καίεται και ψύχεται από τα Δ. | εισερχόμενα, και πάλιν από τα έξω πράγματα ξηραίνεται και υγραίνεται και δέχεται εντυπώσεις συμφώνους με ταύτα τα πρά- γματα ένεκα των δύο κινήσεων τούτων, όταν τις παραδίδη έρμαιον εις τας κινήσεις ταύτας το σώμα του ενώ ευρίσκεται εις ανάπαυ- σιν, τούτο νικηθέν υπ' αυτών καταστρέφεται. Εάν όμως μιμήται εκεί- νην, την οποίαν ωνομάσαμεν μητέρα και τροφόν του παντός(96) και δεν αφίνη ποτέ το σώμα του να μένη εις ησυχίαν, αλλά το κινή και διαρκώς προξενή εις αυτό όλον σεισμούς τινας, τότε το υπε- Ε. | ρασπίζει συμφώνως προς την φύσιν κατά των εξωτερικών και εσωτερικών κινήσεων, και με τον μέτριον τούτον σεισμόν βάλλει εις τάξιν κατά συγγένειαν προς την αμοιβαίαν αυτών θέσιν τας πλανωμένας εντυπώσεις του σώματος και τα μέρη αυτού συμ- φώνως προς όσα είπομεν πρότερον ομιλούντες περί του παντός. Ο πράττων ταύτα δεν θα θέση εχθρόν πλησίον εχθρού ούτε θα αφίση να γεννηθώσι πόλεμοι και ασθένειαι εις το σώμα αυτού, αλλά θα κάμη ώστε φίλος τεθείς πλησίον φίλου να παρέχη την 89. | υγιείαν. Αφ' ετέρου εκ των κινήσεων αρίστη είναι η γινο- μένη εν εαυτή και αφ' εαυτής (διότι είναι συγγενεστάτη με την κίνησιν της διανοίας και της του σύμπαντος), χειροτέρα δε είναι η γινομένη υπ' άλλου, και χειρίστη είναι εκείνη ήτις εις το σώμα, όταν κατάκειται και ησυχάζη, δίδεται υπό άλλων κατά τα ιδιαίτερα μέρη αυτού. Διά τούτο εκ των καθάρσεων και των αναπλάσεων του σώματος εκείνη, η οποία γίνεται διά της γυμναστικής είναι η αρίστη· δευτέρα δε έρχεται η διά των αιωρήσεων, είτε εντός πλοίων είτε εντός οιωνδήποτε οχημάτων γίνονται χωρίς να προ- Β. | ξενώσι κόπον. Τρίτον δε είδος κινήσεων είναι χρήσιμον μό- νον, όταν απολύτως αναγκάζεται τις, άλλως δε δεν πρέπει ουδέ- ποτε να το δέχηται όστις έχει νουν, και τούτο είναι το γινόμενον διά φαρμακευτικής καθάρσεως χάριν ιατρείας. Διότι τα νοσήματα, όσα δεν έχουσι μεγάλους κινδύνους δεν πρέπει να τα ερεθίζωμεν με φάρμακα. Και τω όντι, η πορεία των νόσων ομοιάζει τρόπον τινά με την φύσιν των ζώων, διότι και η σύστασις των ζώων έχει περίοδον ζωής προσδιωρισμένην διά τα ιδιαίτερα είδη(97), ομοίως δε έκαστον ζώον καθ' εαυτό έχει εκ φύσεως μοιραίον χρόνον ζωής εξαιρουμένων των αναποφεύκτων παθημάτων. Διότι τα τρίγωνα C. | εκάστου ατόμου ευθύς εξ αρχής αποτελούνται με μίαν προσ- διωρισμένην δύναμιν, ώστε είναι ικανά να διαρκέσωσι μέχρι τινός χρόνου, πέραν του οποίου δεν δύναται να εξακολουθήση η ζωή. Κατά τον αυτόν τρόπον είναι και η σύστασις των νοσημάτων. Και όταν τις καταστρέφη ταύτην έξω του πεπρωμένου χρόνου με φάρμακα, γίνονται συνήθως εκ μικρών μεγάλα νοσήματα και εξ ολίγων πολλά. Διά τούτο πρέπει πάντα τα τοιαύτα νοσήματα να κυβερνά τις με δίαιτας του ζην, καθ' όσον έχει την ευκολίαν, αλλά Δ. | να μη τα ερεθίζη με φάρμακα και να κάμνη δυσκολωτέραν την θεραπείαν του κακού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIII.

Αγωγή ψυχής(98).

Αρκούσι τα ειρημένα περί του ζώου κατά το σύνολον αυτού και περί του σωματικού μέρους αυτού και περί του τρόπου καθ' ον τις κυβερνών τούτο και κυβερνώμενος(99) υπ' αυτού δύναται να ζήση συμφωνότατα με τον λόγον. Αλλά περισσότερον τούτου και πρότερον αυτού το μέρος εκείνο, όπερ θα παιδαγωγήση αυτό (το σώμα), πρέπει όσον είναι δυνατόν να το προετοιμάσωμεν ούτως, ώστε να είναι κάλλιστον και άριστον προς το έργον της παιδαγωγίας. Να πραγματευθώμεν λοιπόν ακριβώς περί τούτων θα ήτο έργον Ε. | αρκετά μέγα καθ' εαυτό· αλλά εάν τις εν παρέργω θίξη αυτό, αναλόγως προς όσα πρότερον είπομεν, όχι εκτός του προκει- μένου θα ηδύνατο να περάνη αυτό διά του συλλογισμού θεωρών τα πράγματα ως έπεται. Συμφώνως προς εκείνα, τα οποία πολλάκις είπομεν, ότι δηλ. τρία είδη ψυχής κατοικούσιν εντός ημών εις τρεις διαφόρους τόπους, και ότι έκαστον έχει τας κινήσεις του, κατά τον αυτόν τρόπον και τώρα όσον το δυνατόν συντομώτατα πρέπει να είπωμεν, ότι εκείνο εξ αυτών, το οποίον διάγει εις αργίαν και το οποίον ησυχάζει καθ' όλας τας κινήσεις του, εξ ανάγκης γίνε- ται ασθενέστατον. Το δε διάγον εις γυμνάσια είναι ισχυρότατον. 90. | Διά τούτο πρέπει να προσέχωμεν, όπως έχωσι μεταξύ των τας κινήσεις αναλόγους. Και ως προς μεν το είδος της ψυχής, το οποίον είναι εντός ημών κυρίαρχον, πρέπει να νοώμεν τούτο, ότι δηλ. ο Θεός το έδωκεν εις έκαστον ημών ως θείον δαιμόνιον, και είναι εκείνο, το οποίον λέγομεν ότι κατοικεί εις την κορυφήν του σώματος ημών, και το οποίον από της γης μας υψώνει προς την συγγένειαν ημών εν τω ουρανώ. Διότι, και τούτο λέγομεν ορθό- τατα, είμεθα φυτόν όχι γήινον αλλά ουράνιον. Διότι η θεότης, Β. | εκείθεν, οπόθεν η ψυχή έλαβε την πρώτην αρχήν της, κρα- τούσα την κεφαλήν και ρίζαν ημών ανηρτημένην(100), διατηρεί όρθιον όλον το σώμα ημών. Εις εκείνον λοιπόν, ο οποίος δαπανάται εις επιθυμίας ή φιλονικείας και εις ταύτα καταπονείται μεθ' υπερ- βολής, εξ ανάγκης γεννώνται γνώμαι θνηταί, και κατά πάντα τρό- πον, όσον είναι δυνατόν εις ένα να είναι θνητός, ουδέν τούτου λεί- πει απ' αυτόν, διότι μόνον το θνητόν μέρος έχει θρέψη. Εκείνος όμως, όστις παρεδόθη εις την φιλομάθειαν και εις την νόησιν της αλη- θείας, και εκ των δυνάμεων αυτού ταύτας προ πάντων έχει γυ- μνάση, είναι απολύτως αναγκαίον ούτος να νοή πράγματα αθά- C. | νατα και θεία, αν βεβαίως δύναται να φθάση την αλήθειαν· καθ' όσον δε η ανθρωπίνη φύσις δύναται να μετάσχη της αθα- νασίας, κανέν μέρος τούτου δεν θα λείπη εις αυτόν, και επειδή πάντοτε υπηρετεί το θείον και διατηρεί εν τάξει και τιμά τον δαί- μονα, όστις κατοικεί εντός αυτού, θα είναι εξόχως ευδαίμων. Και η θεραπεία όλων είναι μία μόνη πάντοτε, ήτοι να δίδωνται εις έκαστον μέρος αι κατάλληλοι τροφαί και κινήσεις. Αλλ' εις το εν- Δ. | τός ημών κατοικούν θείον συγγενείς κινήσεις είναι τα δια- νοήματα του παντός και αι περιφοραί αυτού. Ταύτας λοιπόν ακο- λουθών έκαστος, και διορθόνων τας κινήσεις, αίτινες κατά την γέν- νησιν ημών διεφθάρησαν εντός της κεφαλής ημών, πρέπει με την μάθησιν των αρμονιών και των κύκλων του παντός να εξομοιώνη το νοούν (υποκείμενον) προς το νοούμενον (αντικείμενον)(101) κατά την αρχικήν φύσιν αυτού, αφού δε εξομοιώση αυτά θα δώση ούτω τέλος εις τον βίον εκείνον τον άριστον, τον οποίον οι θεοί προέθε- σαν διά τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIV.

Περί γενέσεως γυναικών και ζώων(102). Τέλος.

Α. | Και ήδη εκείνο, όπερ εξ αρχής ανελάβομεν να πραγματευθώ- μεν περί του σύμπαντος μέχρι της γενέσεως του ανθρώπου, δυνά- μεθα να είπωμεν, ότι έφθασεν εις το τέλος αυτού. Διότι ως προς τα άλλα ζώα, με ποίον τρόπον ταύτα εγεννήθησαν, θα κάμωμεν σύντομον λόγον χωρίς να μακρολογήσωμεν περισσότερον του αναγ- καίου. Και ούτω δυνάμεθα να φρονώμεν, ότι ετηρήσαμεν ακριβώς το προσήκον μέτρον εις τους περί αυτών λόγους. Θα είπωμεν λοι- πόν τα τοιαύτα ως εξής: Εκ των γεννηθέντων ανδρών όσοι ήσαν δειλοί και διήλθον την ζωήν αυτών εις αδικίας, κατά πιθανόν λό- γον εις την δευτέραν γέννησιν μετεβλήθησαν εις γυναίκας. Και διά 91. | ταύτα κατ' εκείνον τον χρόνον οι θεοί επενόησαν τον έρωτα της συνουσίας, συστήσαντες έν ζώον έμψυχον εντός ημών των αν- δρών και έν άλλο εις τας γυναίκας, και εδημιούργησαν και το έν και το άλλο κατά τον εξής τρόπον: Τον οχετόν του ποτού εκεί όπου το ποτόν αφού έλθη διά του πνεύμονος υπό τους νεφρούς εις την κύ- στιν, έπειτα αποκρούει αυτό έξω υπό την πίεσιν του αέρος, τον έθεσαν δι' οπής εις συγκοινωνίαν με τον μυελόν, όστις εκ της κεφαλής διά του αυχένος χωρεί διά της σπονδυλικής στήλης, και τον οποίον Β. | εις τους προηγουμένους λόγους ημών ωνομάσαμεν σπέρμα. Ούτος (ο μυελός) επειδή είναι έμψυχος και εύρεν αναπνοήν, εγέν- νησεν εις αυτόν την ζωτικήν επιθυμίαν της εκροής εκείθεν, όθεν δύναται να αναπνέη, και παρήγαγεν ούτω τον έρωτα της γεννή- σεως. Και διά ταύτα το γεννητικόν μόριον (των ανδρών) γενόμενον απειθές και δεσποτικόν, ως ζώον μη υπακούον εις τον λόγον, θέ- λει να εξουσιάζη τα πάντα με τας μανιώδεις επιθυμίας του. Εις δε τας γυναίκας αι λεγόμεναι μήτραι και υστέραι διά τας αυτάς αι- C. | τίας, επειδή υπάρχει εντός αυτών ως ζώον επιθυμούν να γεννά παίδας, όταν μένη χωρίς να παράγη καρπόν πολύν χρόνον μετά την ωρισμένην εποχήν του, αγανακτεί και βαρυθυμεί και πλανώ- μενον πανταχού του σώματος, φράττει τας εξόδους του αέρος, και εμποδίζον την αναπνοήν φέρει το ζώον εις τας εσχάτας αμηχα- νίας, και προξενεί παντοίας άλλας νόσους. Και τούτο (γίνεται), έως ου η επιθυμία και ο έρως συνενώσαντες και τους δύο, τρόπον Δ. | τινα συλλέγοντες καρπόν από δένδρων, σπείρωσιν εις την μή- τραν, ως εις καλλιεργημένον αγρόν ζώα(103), αόρατα διά την σμι- κρότητα αυτών και άπλαστα ακόμη, έπειτα τα διαχωρίσωσι και τα θρέψωσι μέσα όσον να γίνωσι μεγάλα, και μετά τούτο τα φέ- ρωσιν εις το φως και τελειώσωσι την γέννησιν αυτών. Αι γυναί- κες λοιπόν και όλον το θηλυκόν γένος τοιαύτην έλαβον γέννησιν.

Το γένος έπειτα των πτηνών παρήχθη διά μεταμορφώσεως, γεννών πτερά αντί τριχών, από άνδρας ακάκους αλλά κούφους, και οίτινες ομιλούσι περί των ουρανίων πιστεύοντες διά την μω- Ε. | ρίαν των ότι διά της όψεως ευρίσκουσι τας βεβαιοτάτας απο- δείξεις περί τούτων(104). Το δε χερσαίον και άγριον γένος εγεννήθη εξ εκείνων, οίτινες δεν ασχολούνται εις την φιλοσοφίαν και δεν εξετάζουσι τίποτε περί της φύσεως του ουρανού, διότι δεν μετα- χειρίζονται τους κύκλους της κεφαλής, αλλά ακολουθούσιν ως οδηγούς μόνον τα μέρη της ψυχής, τα οποία είναι εις τα στήθη. Ένεκα των έξεων τούτων στηρίζουσιν εις την γην τα έμπροσθεν μέλη και τας κεφαλάς, ελκόμενα εις αυτήν υπό της συγγενείας, και έχουσι τας κεφαλάς επιμήκεις(105) και πολυειδείς, κατά τον τρό- πον κατά τον οποίον οι κύκλοι της ψυχής των συνεθλίβησαν υπό της αργίας. Εκ ταύτης δε της αιτίας η γενεά αυτών έγεινε με 92. | τέσσαρας και περισσοτέρους πόδας, καθ' όσον ο Θεός έδωκε μεγαλύτερον αριθμόν βάσεων εις τα έχοντα περισσοτέραν έλλειψιν φρενών, ίνα έλκωνται περισσότερον εις την γην. Όσα δε εξ αυ- τών είναι όλως εστερημένα νου και απλώνουσιν εις την γην ολό- κληρον το σώμα αυτών, επειδή δεν είχον πλέον χρείαν ποδών, τα παρήγαγον άνευ ποδών και έρποντα επί της γης. Το δε τέ- ταρτον γένος, το οποίον ζη εις τα ύδατα, εγεννήθη εξ εκείνων, οίτινες είναι εντελώς ανόητοι και αμαθείς, τους οποίους οι θεοί, οι Β. | μεταπλάττοντες, δεν έκριναν αξίους ούτε καθαράς αναπνοής, διότι είχον την ψυχήν των ακάθαρτον υπό πάσης υπερβολής, αλλά αντί της λεπτής και καθαράς αναπνοής του αέρος απώθησαν αυτούς εις την θολεράν και βαθείαν αναπνοήν του ύδατος. Ούτως εγεννήθη το γένος των ιχθύων και των οστρέων και των άλλων, όσα είναι εντός των υδάτων, και προς τιμωρίαν της αμαθείας αυτών έλαβον την εσχάτην κατοικίαν(106). Και συμφώνως προς πάντα ταύτα τότε και τώρα τα ζώα μεταβαίνουσι το έν εις το άλλο(107) και μεταμορ- φούνται καθ' όσον αποβάλλουσιν ή αποκτώσι νουν ή ανοησίαν(108).

Και τώρα πλέον δυνάμεθα να είπωμεν ότι λαμβάνει τέλος ο λόγος ημών περί του σύμπαντος. Διότι τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη ούτος ο κόσμος, όστις περιλαβών τα ζώα τα θνητά και τα αθάνατα, και γενόμενος πλήρης εξ αυτών είναι ούτω ζώον ορατόν, περιέχον τα ορατά πράγματα, εικών του νοητού, Θεός αισθητός, μέγιστος και άριστος, ωραιότατος και τελειότατος, ο κόσμος ούτος είς και μονογενής.

ΚΡΙΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Αναγκαίον θεωρούμεν να ανακεφαλαιώσωμεν και να κρίνωμεν ενταύθα τας γενικάς αρχάς της διδασκαλίας του Πλάτωνος περί κόσμου και ψυχής, αφαιρούντες την μυθικήν μορφήν της εκθέσεως. Το ίδιον της φιλοσοφίας του Πλάτωνος, η αθάνατος δόξα αυτού είναι η περί των ιδεών θεωρία και η διαλεκτική μέθοδος. 1) Πάντα τα πράγματα έχουσιν έκαστον μίαν ουσίαν άληπτον υπό των αισθήσεων και μίαν ιδέαν αντιστοιχούσαν εις αυτά, ούτω δε πάντα, πνεύμα και ύλη, χώρος και χρόνος, φυτόν και ζώον κλπ. σύγκεινται εξ ιδεών και στοιχείων νοητών. Η ιδέα είναι η ουσία και η υπόστασις των όντων, είναι η αρχή, ήτις παρέχει εις τα όντα ύπαρξιν (το είναι) και ουσίαν, και δι' ης ταύτα νοούνται και γινώσκονται. 2) Πάσα ιδέα συνδέεται ενδομύχως και αχωρίστως προς την εναντίαν αυτής ιδέαν και αμφότεραι αποτελούσιν έν όλον, ώστε δοθείσης της μιας δίδοται άμα και η ετέρα. Ούτως ο τρόπος του είναι, η αχώριστος μορφή των ιδεών είναι η διαλεκτική, στηριζομένη επί της συνυπάρξεως των εναντίων. Επειδή δε πάσαι αι ιδέαι αλληλουχούνται, ο νους εκ μιας αυτών ορμώμενος δύναται να ανεύρη πάσας τας άλλας και να γνωρίση την φύσιν του παντός.

Αι ιδέαι λοιπόν, τα νοητά, είναι τα μόνα πραγματικά όντα, διότι ταύτα είναι καθολικά και αμιγή, αιώνια και αναλλοίωτα· δεν είναι απλώς υποκειμενικαί έννοιαι, νοήματα ψυχής, αλλ' απ' εναντίας αι έννοιαι ημών προϋποθέτουσι τας ιδέας ως αντικείμενα έχοντα ιδίαν ανεξάρτητον ύπαρξιν. Τα αισθητά όμως, τα οποία απαύστως ρέουσι και μεταβάλλονται, και γεννώνται και φθείρονται, είναι όντα σχετικά και εξηρτημένα, απλά φαινόμενα, εν οις εμφανίζονται αι ιδέαι. Η σχέσις αισθητού και ιδέας είναι σχέσις εικόνος και αρχετύπου, μιμήσεως και παραδείγματος. Το αισθητόν άρα δεν είναι όντως ον, ή άλλως, είναι μη ον, είναι τι γινόμενον. Όπως δε εις το αντίτυπον, εις τον ορατόν κόσμον υπάρχει κλίμαξ όντων από του ατελεστάτου μέχρι του τελειοτάτου, του Σύμπαντος, ούτω και εν τω νοητώ κόσμω αι ιδέαι αποτελούσιν ιεραρχίαν, εις την κορυφήν της οποίας ίσταται η ιδέα του Αγαθού, ήτις δεσπόζει του όλου, και περιέχει και εξηγεί τας άλλας ιδέας, υπερέχουσα αυτών κατά την πραγματικότητα και την τελειότητα. Απέναντι αυτής αι άλλαι είναι υπάλληλοι και εξηρτημέναι, αποτελούσιν όμως ολοκληρωτικόν μέρος της φύσεως αυτής, και εν αυτή ευρίσκουσι την τελειότητα και την ενότητα αυτών, ούτως ώστε εκείνη είναι ο τελικός αυτών σκοπός και αύται υπάρχουσι χάριν εκείνης, ή άλλως, εκείνη παρέχει εις ταύτας το είναι και την ουσίαν. Περιέχει άρα η ιδέα του Αγαθού και το νοητόν και το νοούν και υπερέχει αυτών. Αλλά τι είναι αυτό το Αγαθόν δεν ορίζει ο Πλάτων. Την ιδέαν του Αγαθού καλεί Θεόν, αι άλλαι είναι (κατώτεροι) Θεοί.

Έχομεν ούτω την ιδέαν, ήτις είναι η μόνη πραγματικότης, το παντελώς ον, και διά τούτο εκτός αυτής ουδέν υπάρχει, ει μη το (σχετικώς) μη ον. Αλλ' η ιδέα ως κατ' εξοχήν πραγματικότης είναι και η υπερτάτη ενέργεια, είναι το ον, όπερ ποιεί το μη ον μέτοχον εαυτού, εικόνα εαυτού, και ούτως αύτη μεν γίνεται αιτία ποιητική, αρχή δημιουργική, το δε μη ον γίνεται τοιούτον τι, οίον είναι το ον. Αύτη είναι η θεία αγαθότης. Το απόλυτον αγαθόν γεννά το σχετικόν αγαθόν, αγαθόν δ' είναι ή μετέχει του αγαθού πάσα ύπαρξις θετική. Μόνη η απόλυτος άρνησις είναι το κακόν. Ούτως ο Πλάτων την Κοσμογονίαν εξηγεί μόνον διά της θείας αγαθότητος, το δε στοιχείον της ανάγκης προσθέτει έξωθεν διά της ύλης. Επειδή δε το αγαθόν έγκειται κυρίως εν τη αναλογία και τω νόμω, εν τη τάξει και εν αρμονία, ενί λόγω εν τη ενότητι, ο Πλάτων την ενότητα πανταχού ζητεί να καταλάβη και εξηγήση. Αδιαφορών προς τα φαινόμενα μεταρσιούται εις τον Ουρανόν των ιδεών και πλήρης ενθέου ζέσεως μελετά την υπόστασιν των πραγμάτων, το όντως ον, την ιδέαν, ης ίδιον χαρακτηριστικόν είναι η ενότης και η δημιουργία της ενότητος, ήτοι η εις έν αρμονικόν σύστημα διάταξις του παντός.

Αι πρώται αρχαί της Φύσεως είναι ο χώρος και ο χρόνος, ήτοι αι δύο μορφαί της εξωτερικότητος των όντων, οι δύο όροι της κινήσεως και της γενέσεως. Τας ιδέας ταύτας προσδιορίζει ο Τίμαιος τον μεν χρόνον εν κεφ. Χ — XI τον δε χώρον εν κεφ. XIII. Όπως η κίνησις και η γένεσις υπήρξαν αείποτε «αεί γενόμεναι» σ. 27 «και πριν ουρανόν γενέσθαι» σελ. 52, ούτω και ο αχώριστος απ' αυτών χρόνος είναι άπειρος, μήτε αρχήν έχων μήτε τέλος, της ακινήτου αιωνιότητος αιώνιος κινητή εικών, ρέουσα διηνεκώς και προσδιοριζομένη δι' αριθμών. Μόνον το μέτρον του χρόνου γεννάται διά της κινήσεως των αστέρων. Εξ άλλου ο χώρος είναι το δοχείον πασών των μορφών, των εικόνων των ιδεών, και αν δεν είναι αυτή η ύλη, είναι πάντοτε αχώριστος της ύλης, ήτις είναι η ιδέα του μη όντος, η καθαρά δυνατότης, ην γονιμοποιεί η υπερτάτη πραγματικότης, η Ιδέα. Ο Πλάτων λέγει, ότι είναι δύσκολον να εννοηθή η ιδέα της ύλης, διότι αληθώς είναι δυσχερής ο ορισμός αυτής, αλλά και διότι αυτός ο φιλόσοφος, όπως θεωρεί πάσας τας ιδέας εκτός της συστηματικής υπάρξεως αυτών, ούτω και την ύλην, αποκόπτων από του όλου και εξετάζων αυτήν εν τη αφηρημένη ταύτη καταστάσει της, συλλαμβάνει ως την απόλυτον αδιοριστίαν. Οπωσδήποτε η ιδέα της ύλης είναι αιώνιος, όπως αιώνιος είναι ο χώρος και τα γεωμετρικά σχήματα αυτού και αι σχέσεις και οι νόμοι αυτών· πάντα είναι τα μέρη του θείου λόγου, της απολύτου ιδέας.

Η ύλη λοιπόν ως δυνατότης του κόσμου υπήρξε πάντοτε εν τη απολύτω ιδέα· αείποτε άρα υπήρξε κίνησις και μορφή τις εν τω κόσμω, διότι η ιδέα ως ψυχή και νους εισδύουσα εις τον κόσμον πάντοτε ενεργεί, ίνα πραγματοποιή αυτόν. Όμως η τελεία τάξις και διακόσμησις δεν πραγματοποιείται αμέσως, αλλά διαδοχικώς και προοδευτικώς διακοσμείται το παν συμφώνως προς τας ιδέας, το αυτοζώον. Ο κόσμος άρα είναι γεννητός, ρέει και γεννάται πάντοτε, είναι διηνεκής γένεσις, ουχί μεν αΐδιος, αλλά και άνευ αρχής εν χρόνω. Την παράλογον παράστασιν του χάους δεν ήτο δυνατόν να παραδεχθή ο Πλάτων, εκτός εάν ως χάος νοήται ατελής τις διάταξις σχετικώς προς άλλην τελειοτέραν. Ο κόσμος όμως είναι πάντοτε ζώον έμψυχον και έννουν.

Η ψυχή ως μέσος όρος μεταξύ του νοητού και υλικού, του αμεταβλήτου και του μεταβλητού, της ιδέας και της ύλης, συνδέουσα ταύτα προς άλληλα, διαμορφοί, διοργανοί και ζωοποιεί την ύλην κινούσα αυτήν και προσδιορίζουσα κατά αριθμητικάς και γεωμετρικάς σχέσεις, και απεργάζεται αυτήν πραγματικόν ομοίωμα των ιδεών. Ούτως ο κόσμος είναι είς, τέλειος την μορφήν (σφαιροειδής), περιστρέφεται απαύστως περί το αυτό κέντρον, είναι αυτάρκης και μηδενός έχων χρείαν είναι ευδαίμων Θεός μονογενής.

Αι μεγάλαι αρχαί της φυσικής του Πλάτωνος είναι η της περιώσεως ή κυκλικής ώσεως, η της έλξεως των ομοίων, ο νόμος των μεταμορφώσεων των σωμάτων, και τέλος η διάκρισις τεσσάρων στοιχειωδών σωμάτων. Η μεν γη είναι εν τω κέντρω, το δε πυρ εν τοις άκροις του κόσμου· του αέρος και του ύδατος αι χώραι κείνται μεταξύ δύο πρώτων.

Της νοούσης ψυχής τα νοητά στοιχεία, ως είρηται, είναι αι τρεις αύται ιδέαι, η του ταυτού ή της ενότητος (αμέριστος ουσία), η του ετέρου ή των πολλών (μεριστή ουσία), και τρίτη η ουσία η συνενούσα τας δύο πρώτας. Κατά ταύτα η ψυχή έχει δύο αρχικάς κινήσεις, την του ταυτού και την του ετέρου, εις εκατέραν των οποίων αντιστοιχεί είς των κύκλων αυτής. Αι κινήσεις αύται είναι βεβαίως αι δύο ενέργειαι του πνεύματος, ήτοι: α) η νόησις ή ο λόγος (κίνησις του ταυτού) αντικείμενον έχουσα το αναλλοίωτον και όντως ον, τας ιδέας· β) η δόξα (κίνησις του ετέρου) αντικείμενον έχουσα τον αισθητόν και αλλοιούμενον κόσμον. Ο Πλάτων όμως διακρίνει και τρίτον είδος γνώσεως, τον διασκεπτικόν νουν, ή την διάνοιαν, ήτις αντιστοιχεί προς την μικτήν ουσίαν και αντικείμενον έχει τα μεταξύ των δύο πρώτων, τας γενικάς εννοίας και τα μαθηματικά, ήτοι τους τρόπους και τους νόμους, καθ' ους αι ιδέαι απεικονίζονται εν τοις αισθητοίς.

Αι θεωρίαι του Πλάτωνος περί του Πλανητικού συστήματος, περί της οργανικής φύσεως κλπ. είναι βεβαίως σήμερον εν πολλοίς εσφαλμέναι επιστημονικώς, αλλ' όμως έχουσι φιλοσοφικήν αξίαν, καθ' όσον εν αυταίς ο λόγος προσπαθεί να εύρη εαυτόν εν τη φύσει, ως εν κατόπτρω, καθ' όσον ο νους ζητεί να αποδείξη, ότι η φύσις είναι έργον του Αγαθού. Δια τούτο ο Πλάτων πάντα εξηγεί τελολογικώς, ολιγωρεί δε των ποιητικών αιτίων.

Η Πλατωνική φιλοσοφία δεν είναι μόνον η ευγενεστάτη και καθαρωτάτη εκδήλωσις του Ελληνικού πνεύματος, αλλ' είναι και η τελειοτάτη ποιητική έκφρασις της εποπτικής νοήσεως. Εις τον υλισμόν των Ιώνων αντιτάσσει την αιωνιότητα του νου, εις δε τον άγονον ενισμόν των Ελεατών την αιωνιότητα της ύλης. Αλλ' ο Πλάτων ανευρών και ακραδάντως εμπεδώσας τας αιωνίους αρχάς της επιστήμης, δεν ήτο δυνατόν αυτός αμέσως να εφαρμόση και αναπτύξη αυτάς ούτως, ώστε να πραγματοποιήση την απόλυτον γνώσιν. Εκ τούτου πηγάζουσιν αι ατέλειαι του συστήματος αυτού. Ως προς την μέθοδον λ. χ. αντί να εξάγη και να αποδεικνύη τους όρους, τας ιδέας και τας ουσιώδεις αναφοράς αυτών, προϋποθέτει αυτούς παραλαμβάνων έξωθεν και άλλοτε μεν εκ της πείρας ανάγεται εις τας αρχάς και αντί να εξηγή διά των αρχών τα γινόμενα, αντιστρόφως εξηγεί τας αρχάς διά των γινομένων, άλλοτε δε δι' εμμέσου και αρνητικής μεθόδου ζητεί να αποδείξη την ύπαρξιν και τας σχέσεις των εναντίων. Αλλ' ούτως, επειδή δεν προσδιορίζει την ενδόμυχον φύσιν και ουσίαν των όρων, δεν δύναται να διαλλάξη την αντίθεσιν αυτών, ούτε να αναγάγη τας ιδέας εις έν σύστημα και να πραγματοποιήση την ενότητα της επιστήμης.

Αι ιδέαι πάλιν προς μεν τα αισθητά είναι υποστάσεις αυτών, αλλά προς το αγαθόν γίνονται τρόποι της ιδέας ταύτης. Αφ' ετέρου εκάστη των ιδεών είναι μονοειδές τι, καθ' αυτό ον τέλειον. (Φαίδ.). Ούτως αι ιδέαι είναι τούτο μεν χωρισταί και αυθυπόστατοι, τούτο δε μέλη αχώριστα υπερτέρας ενότητος. Ο Πλάτων βεβαίως αποκλίνει μάλλον ή οι οπαδοί αυτού εις την ενότητα. Και αληθώς αι ιδέαι δεν χωρίζονται, διότι είναι ανεξάρτητοι από του χρόνου και του χώρου, οίτινες είναι οι όροι του χωρισμού, του μη όντος, της πενίας. Αλλ' όμως ο Πλάτων δεν επιχειρεί να πορισθή, να εξαγάγη τας ιδέας εκ της απολύτου ιδέας· το ζήτημα πραγματεύεται εμπειρικώς. Αν αι ιδέαι ηδύναντο να μεταβαίνωσιν εις αλλήλας και να έχωσι την ύπαρξιν αυτών εν αλλήλαις, θα ήτο ευχερής η διαλεκτική ανάπτυξις αυτών. Αλλ' αι ιδέαι παρίστανται ως ανεξάρτητοι, αυτοτελείς και αΐδιοι ουσίαι, επιδεκτικαί μόνον συγκρίσεως και εξωτερικών σχέσεων. Η δε του αγαθού παρίσταται μεν ως αρχή της γνώσεως και της υπάρξεως, αλλ' ούτε η ιδέα εκείνη διορίζεται ακριβώς, ούτε αι έννοιαι αύται εξάγονται εξ εκείνης λογικώς. Ούτως η Πλατωνική αρχή απέβη άγονος και ανίσχυρος να συνδιαλλάξη τας αντιφάσεις. Ο κόσμος των ιδεών δεν είναι το τέλειον, αύταρκες, όντως ον; Διατί λοιπόν να καταπέση εις την αντίπαλον ύλην και να μολυνθή; Προς το αγαθόν ο Πόρος συνεζεύχθη με την Πενίαν (Συμπ.), ίνα γεννήσωσι το κράμα τούτο της τελειότητος και της αθλιότητος, όπερ άγεται κόσμος; Τοιαύται ενστάσεις θα κατέπιπτον, αν η δημιουργία συνελαμβάνετο, ουχί ως πτώσις της ιδέας, αλλ' ως πρόοδος, ουχί ως αγαθόν έργον αυθαιρέτου βουλήσεως, αλλ' ως αναγκαίος σταθμός της θείας ζωής.

Αναλόγως προς τον κόσμον των ιδεών διοργανοί ο Πλάτων και την ανθρωπίνην κοινωνίαν. Η Πολιτεία αυτού είναι ως ιδανική υπόστασις, ης απλά μόνον συμβεβηκότα είναι τα άτομα. Οι πολίται ζώσι μόνον διά την πόλιν. Ιδιοκτησία και οικογένεια καταλύονται, αντ' αυτών δε επιβάλλεται η κοινοκτησία και η κοινογαμία. Πάσα ελευθερία του ατόμου προγράφεται αμειλίκτως. Αύτη η ποίησις και η θρησκεία είναι ανεκταί μόνον ως μέσα προς το αγαθόν της πόλεως. Τοιαύτη όμως τυραννική πολιτεία είναι απραγματοποίητος. Ο Πλάτων είχε βεβαίως προ οφθαλμών τας συγχρόνους πολιτείας και μάλιστα την Σπαρτιατικήν. Αλλά πάσαι κατεστράφησαν ταχέως, διότι δεν ανεγνώριζον τα δίκαια και την ενέργειαν των ατόμων. Καταλυθείσης της αρχαίας πολιτείας, φυσικόν ήτο να υπολάβη το άτομον ότι το ύψιστον καθήκον αυτού ήτο να φεύγη την ύλην, την κατά Πλάτωνα πηγήν του κακού, να ταλαιπωρή την σάρκα, να καταφρονή πάντα κοινωνικόν δεσμόν και εν ερήμω μονάζον να ζητή ασκητικώς να ομοιωθή προς τον Θεόν. Το ιστορικόν τούτο φαινόμενον είναι εν μέρει καρπός μιας όψεως της Πλατωνικής φιλοσοφίας. Η σαρξ, το καθαρώς ανθρώπινον, ετιμήθη και εδοξάσθη βραδύτατα εν ταις νεωτέραις κοινωνίαις διά της αναπτύξεως της χριστιανικής ιδέας του θεανθρώπου.

Ο Πλάτων ούτε την ιδέαν του αγαθού διώρισε σαφώς, ούτε συνέλαβε την αληθή φύσιν του Απολύτου όντος. Τούτο κατενόησεν ο Αριστοτέλης, αντί του Αγαθού ανακηρύξας υπερτάτην αρχήν την Νόησιν. Η νόησις είναι ανωτέρα του αγαθού, διότι το αγαθόν, ως αγαθόν, είναι μία ιδέα, και εξ άλλου το νοούμενον αγαθόν είναι υπέρτερον του μη νοουμένου. Προσέτι κατ' αυτόν τον Πλάτωνα (Θεαίτ.) αναγκαίως υπάρχει πάντοτε υπεναντίον τι εις το αγαθόν, όπερ ούτως αδυνατεί να απαλλαγή της αντιθέσεως και να διαλλάξη πάντα τα εναντία. Η νόησις όμως νοεί εαυτήν και πάντα τα άλλα. Η δε απόλυτος νόησις νοούσα ποιεί τα πράγματα και είναι νους άμα και νοητόν.

Ο Πλάτων εδίδαξεν, ως είπομεν, ότι ο νοητός κόσμος των ιδεών είναι ο μόνος αληθινός, και ότι το άτομον έχει ύπαρξιν παροδικήν και φαινομενικήν. Αλλ' ο Αριστοτέλης αντέταξεν, ότι η τοιαύτη ιδέα είναι απλή δύναμις, ήτοι υπάρχει μόνον εν δυνάμει, και ότι εν τω ατόμω μόνον υπάρχει ενεργεία, ήτοι είναι πραγματικότης. Η ιδέα, κατά τον Αριστοτέλην, είναι ουσιωδώς ενέργεια, είναι δηλ. εσωτερική αρχή (δύναμις), ήτις ενεργοποιείται και εξωτερικεύεται, και ούτως είναι ενότης του εσωτερικού και του εξωτερικού, της ύλης και του είδους, του καθολικού και του ατομικού, ή άλλως, δεν είναι αφηρημένον τι και ατελές, αλλά συγκεκριμένη πραγματικότης. Η ιδέα είναι εν τω ατόμω, είναι η εσωτερική μορφή, ήτις ενεργοποιεί την απλήν δύναμιν αυτού, μορφώνει την ύλην αυτού. Επειδή λοιπόν το άτομον είναι αυτό το καθολικόν (το γένος, η ιδέα), η νόησις (το καθόλου) αναγνωρίζει εαυτήν εν τω ατόμω και ούτως είναι νόησις της νοήσεως. — Ίνα εννοήση τις την επί της παγκοσμίου ιστορίας τεραστίαν επίδρασιν της Αριστοτελικής αρχής της Ατομικότητος, ην ήσκησε παραλλήλως προς την Πλατωνικήν αρχήν της Καθολικότητος, αρκεί να παρακολουθήση την εξέλιξιν αυτής από του Σοφού των Στωικών και του περί πάντων Επέχοντος υποκειμένου των Σκεπτικών μέχρι του ανθρωπίνου Νου των Αλεξανδρινών, αναγνωρίζοντος εαυτόν ως την πρώτην απόρροιαν του θείου Νου, μέχρι του Θεανθρώπου των Χριστιανών, δι' ου εφανερώθη εις αυτήν την αισθητικήν αντίληψιν ημών η ταυτότης της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως. «Εγώ (το ατομικόν) και ο Πατήρ μου (το καθολικόν) έν εσμέν». Η διδασκαλία αύτη της συνδιαλλαγής των δύο φύσεων, επομένως και των δύο φιλοσοφικών θεωριών, αποτελεί αυτήν την ουσίαν του Χριστιανισμού και εξηγεί την μεγάλην ιστορικήν αξίαν και επενέργειαν αυτού.

Ο Μετάφρ.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Τίμαιος

Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως του κόσμου και περί φύσεως του ανθρώπου, που παρουσιάζει πολλή συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει βαθύτατες ιδέες γιά τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης διευκρινίζει, συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΑΙ 10

Σκαληνό ορθογώνιο τρίγωνο
Σκαληνό ορθογώνιο τρίγωνο
Ισόπλευρο τρίγωνο ΑΒΓ αποτελούμενο από 2 ορθογώνια σκαληνά
Ισόπλευρο τρίγωνο ΑΒΓ αποτελούμενο από 2 ορθογώνια σκαληνά
Ισόπλευρο τρίγωνο ΑΗΕ αποτελούμενο από 2 ορθογώνια σκαληνά
Ισόπλευρο τρίγωνο ΑΗΕ αποτελούμενο από 2 ορθογώνια σκαληνά
Τετράγωνο αποτελούμενο από 4 ισοσκελή τρίγωνα
Τετράγωνο αποτελούμενο από 4 ισοσκελή τρίγωνα

Notes in this chapter

Note 1 · 92) Η θεραπευτική του Πλάτωνος είναι μάλλον υγιεινής κανόνες προς διατήρησιν της αρμονίας μεταξύ ψυχής και σώματος. Διότι αν έν εξ αυτών υπεNote 2 · 93) Ο Martin μεταφράζει: εις πάντας τους κόπους, τους οποίους πρέπει να υφίστανται πάντα τα μέλη.Note 3 · 94) Το σώμα πρέπει λοιπόν να παιδαγωγήται ούτως, ώστε να ανταποκρίνεται προς τας απαιτήσεις της ψυχής.Note 4 · 95) Τα μαθηματικά μετά των εφαρμογών αυτών ήσαν εν τη αρχαιότητι η μόνη επιστήμη αξία του ονόματος. — Η διανοητική κόπωσις επιφέρει μελαγχολNote 5 · 96) Τροφός και τιθήνη είναι, ως γινώσκομεν ήδη, η χώρα, νυν δε η χώρα η γονιμοποιηθείσα και κινουμένη κίνησιν συμφυή, δι' ης τα στοιχειώδη εNote 6 · 97) Έκαστον είδος έχει όριον μέσον και όριον μέγιστον ζωής, και έκαστον άτομον εντός των ορίων τούτων έχει ίδιον αυτού όριον· επλάσθη ίνα τόNote 7 · 98) Επειδή η ψυχή άρχει του σώματος, ανάγκη να την παρασκευάζωμεν ούτως, ώστε να είναι ικανωτάτη προς παιδαγωγίαν. Επειδή πάλιν αύτη περιέχεNote 8 · 99) Το σώμα πρέπει να κυβερνάται, και ουχί να βιάζηται, αλλά να βοηθήται η φύσις αυτού, και τούτο λέγει ο Πλάτων διαπαιδαγωγείν και διαπαιδαNote 9 · 100) Και κατά τον Αριστοτέλην, ομοίως η κεφαλή εις τα ζώα, είναι ό,τι αι ρίζαι εις τα φυτά (Περί ψυχής II 4, 7).Note 10 · 101) Η νοητική ψυχή του ανθρώπου δέον να ζητή να γείνη ομοία με την ψυχήν του κόσμου, αφ' ης απεμακρύνθη ένεκα της ενώσεώς της με τα σωματικNote 11 · 102) Αι γυναίκες εγεννήθησαν εξ ανδρών, οίτινες έζησαν δειλοί και άδικοι και προς τιμωρίαν μετεμορφώθησαν εις γυναίκας. Τα πτηνά εγεννήθησανNote 12 · 103) Ο Πλάτων μαντεύει ενταύθα τα σπερματοζωάρια πολλούς αιώνας προ της ανακαλύψεως αυτών.Note 13 · 104) Αινίττεται ίσως τους Ίωνας φιλοσόφους και τον Δημόκριτον.Note 14 · 105) Ουχί ομοίας προς το σχήμα του παντός, όπερ είναι σφαιρικόν.Note 15 · 106) Τελευταίαν κατοίκησιν ουχί ως προς τον τόπον, αλλά ως προς το σώμα, εις το οποίον εισέρχεται η ψυχή.Note 16 · 107) Ουχί λοιπόν εις φυτά.Note 17 · 108) Ταύτα πάντα διαφέρουσι των εν τω Φαίδρω. Τα ζώα ενταύθα είναι πάντα ψυχαί ανθρώπιναι αμαρτήσασαι και τιμωρηθείσαι. Εν τω Φαίδρω όμως φα
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings