Front matter
Konstantinos Theotokes translation
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
ΤΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΤΟΥ ΒΕΡΓΙΛΙΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΘΕΟΤΟΚΗ
ΤΥΒΙΓΓΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΑΛΟΥΠΗ, ΝΕΩΤΕΡΟΥ 1909.
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ.
Τι κάνει τα γεννήματα καλόρεχτα, με τι άστρο Ταιριάζει να γυρίζονται, Μαικήνα, τα χωράφια, Και στο φτεληά να δένεται το κλήμα· ποιες φροντίδες Καματερά και πρόβατα χρειάζονται και πόση Πράξη θέλουν οι μέλισσες, που οικονομούν· εδώθε θα αρχίσω το τραγούδι μου. Του κόσμου εσείς φωστήρες Λαμπρότατοι κι' οδηγητές στον ουρανό του χρόνου, Οπού περνά, εσύ Δήμητρα πανέμνοστη και Βάκχε, Ανίσως με τη χάρη σας άλλαξε η γης σε αστάκι Θρεφτάρικο το Χαονικό βαλάνι της, κι' ανίσως Με τα σταφύλια, που ηύρατε, το κύμα του Αχελώου Αντάμωσε· και Φαύνοι εσείς, που η δύναμή σας σκέπει Τους δουλευτές· Φαύνοι μαζή και κορασιές Δρυάδες, Ελάτε, εγώ τα δώρα σας ψάλλω. Κι' ω Ποσειδώνα, Που έκρουσες με την τρίαινα τη δυνατή το βράχο, Και πρώτη η γης σου ανάδωκε τάτι που χλημιντράει, Και συ, που στέκεις στα δρυμά και που για σε στης Κέας Τους λόγγους τους θρεφτάρικους λευκά δαμάλια βόσκουν Τρακόσια· και των κοπαδιών φυλάχτορα, εσύ Πάνα, Αν αγαπάς το Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου, Αφίνοντας το πατρικό το δάσος, Τεγεαίε, Και του Λυκαίου τα δρυμά· και της εληάς ευρέτρα, Και συ παιδι που ανάδειξες ταγγυστρωτό τ' αλέτρι, Και συ Σιλβάνε, που κρατείς χολό κυπαρισσάκι Σύρριζο· κι' όλοι σας θεοί και θέαινες αντάμα, Που ρίχνετε τ' ανάβλεμμα πρόθυμα στα χωράφια Και νέους θρέφετε καρπούς χωρίς κανένα σπόρο Και χύνετε πολλές βροχές για τα σπαρτά ουρανόθε· Και τέλος και συ, Καίσαρα, που γλίγωρα θα σ' έχουν Δεν ξέρω των αθάνατων ποιοι σύλλογοι, είτε θέλεις Νάχεις φροντίδα για τη γης, να κυβερνάς τες χώρες, Και σένα να παραδεχτεί της τρικυμίας αφέντη Και των καρπών δημιουργόν η τρισμεγάλη σφαίρα, Ζώνοντας με τη μητρική μυρτιά το μέτωπό σου· Είτε κι αν έρθεις σα θεός του απέραντου πελάγου, Και οι ναυτικοί τη χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν, Και σε λατρέψει η ακρόκοσμη Θούλα και σ' αγοράσει Μ' όλα τα κύματα γαμπρό δικό της η Τηθύα· Είτε και με τους όψιμους τους μήνες σμίξεις άστρο Καινούριο, εκεί που ανάμεσα στάστρα της Ηριγόνης Και στες χηλές, που ακολουθούν, είνε ανοιχτός ο τόπος, (Ο φλογισμένος ο Σκορπιός μαζεύει από τα τώρα Ο ίδιος τα βραχιόνια του και τουρανού σ' αφίνει Περσότερο από το σωστό μοιράδι·) ότι κι' α θάσαι (Τι βασιληά τα Τάρταρα δεν πρέπει να σ' ελπίζουν· Μη σούρθει τόσο φοβερός πόθος να βασιλεύεις, — Αν και θιαμάζουν οι Έλληνες τα Ηλυσιακά λιβάδια, Κ' η Περσεφόνη αρνήθηκε τη μάννα ν' ακλουθήσει, Που τη ζητούσε·) στρέξε εσύ τ' απόκοτο άρχισμά μου Και δος του δρόμου εύκολο και βάδιζε μαζή μου, Σπλαχνιστικός για τους γεωργούς τους άγνωρους της στράτας, Και με δέησες συνείθισε να κράζεσαι από τώρα.
Με την καινούριαν άνοιξη, σα νερουλιάζει ο πάγος Στα θολωμένα τα βουνά και με ταέρι λυώνει Ο σάπιος σβώλος, παρευτύς ζεμένο το δαμάλι Στο πλακωμένο τάλατρο το μουγγητό ας μου αρχίσει, Κι' ας μου ξαστράφτει το γυννί στ' αυλάκι τροχισμένο. Μονάχα η γης που δυο φορές ήλιο γρικά και κρύα Στου δουλευτή ταχόρταγου τους πόθους απαντάει· Κεινού τ' αμπάρια εσκεύρωσεν ο αμέτρητος ο θέρος. Πριν όμως σκίσει σίδερο τ' αγνώριμο χωράφι, Να μάθουμε τους άνεμους θα λάβουμε την έγνοια Και τουρανού τα διάφορα συνήθεια, και στους τόπους Τι φύτευαν οι παλαιοί και τι είνε φυσικό τους, Και κάθε μέρος τι γεννά και τι το κάθε αρνιέται. Εδώ προκόβουν τα σπαρτά, κ' εκεί τ' αμπέλια κάλλιο, Κι' αλλού των δέντρων οι καρποί, και πρασινίζουν χόρτα Απρόσταχτα. Μη δε θωρείς που οι τρυφεροί Σαβαίοι Μας στέρνουν τα λιβάνια τους, η Ινδία το φίλντισί της, Ο Τμώλος κρόκου αρώματα, κ' οι Χάλυβες οι ζόρκοι Σίδερο; Και φαρμακερά καστόρχια στέρνει ο Πόντος, Κ' η Ήπειρο των Ολυμπιακών πουλάρων της τα βάγια. Η φύση αμέσως πρόβαλε σε διορισμένους τόπους Τους νόμους τούτους, κ' έγραψε συνθήκες αναιώνιες, Άμα που ο Δευκαλίωνας στον αδειανόν τον κόσμο Τες πέτρες επρωτόριξε που γίνηκαν ανθρώποι, Το γεννοβόλι το σκληρό. Λοιπόν ομπρός· ας γέρνουν Της γης την όψη την παχειά τα δυνατά δαμάλια, Δίχως να χάνεται ο καιρός από τους πρώτους μήνες Του χρόνου, και το σκονιστό το καλοκαίρι ας βράσει Με τόριμο λιοπύρι του τους σβώλους που απομένουν. Αλλά α δεν είνε γόνιμο το χώμα, τότες φτάνει Να τ' αλαφρόσουν αύλακες ριχοί, σα βγαίνει ο Αρκτούρος, Θάπνιγε αλλοιώς τους γελαστούς καρπούς εκεί το χόρτο, Κ' εδώ στον άμμον το φτωχό θάφευγε, η λίγη νότια.
Κι' ομοίως σ' αντικατάλλαγες χρονιές δε θα δουλεύεις Το θερισμένο νιόργωτο χωράφι και θ' αφήκεις Στη σκόλη να δυναμωθούν οι μουδιασμένοι κάμποι· Ή, μ' άλλο αστέρι, κίτρινο σιτάρι θε να σπείρεις, Εκεί, όπου πριν εθέρισες τόσπριο το ψωμωμένο Στο βροντερό λοβίδι του, και τη λιανή τη γέννα Του λαθυριού, και του πρικού του λουμπανιού τα φλέστρα Τα ψαθερά και το λογγό που ολόγυρα αντηχούσε, Γιατί τα λιναρόφυτα συγκαίνε τα χωράφια, Καίνε κ' οι σπόροι του βρωμιού, καίνε κ' οι παπαρούνες, Πούνε με τους Ληθαϊκούς τους ύπνους μοσκεμένες. Μα σαν ξαλλάζεις τες σπορές είν' εύκολος ο κόπος, Α μοναχά δε ντρέπεσαι το χώμα τ' αναμμένο Να το χορτάσεις κοπριές παχειές και στα χωράφια Τα ξεπεσμένα ακάθαρτες να ρίξεις στάχτες· κ' έτσι, Όταν αλλάζεις τους καρπούς, οι κάμποι ξεμουδιαίνουν, Κι' ως τόσο ούτε το δόσιμο της χέρσης γης δε λείπει. Οι κάμποι κι' όλας οι φτωχοί πολλές φορές συμφέρει Ν' ανάφτονται και τ' αλαφρυά ταχύρατα να καίγουν Οι φλόγες που τριζοκοπούν, είτε γιατί από κείθε Το χώμα παίρνει δύναμες κρουφές και πλούσιο θρέμμα. Είτε γιατί με τη φωτιά του ξεθυμαίνουν όλες Οι κακοσύνες κ' οι όγρητες οι ανέφελες σαν ίδρος Βγαίνουν, ή και περσότερους δρόμους και φυσητήρες Κλειστούς ανοίγει η ζεστασιά, κ' έτσι το νιο χορτάρι Παίρνει χυμούς, ή και γιατί φρύγει περσά και σφίγγει Τες φλέβες τες ορθάνοιχτες, κ' έτσι η λιανή ψυχάλα, Ή η μπόρεση η δεινότερη του ήλιου τ' αψιωμένου, Ή και το κρύο το ψιλό της μπόρας δε θα βλάφτουν.
Πολύ βοηθάει κι' όλας τη γης όποιος με τες αξίνες Τους σβώλους τους ασάλευτους συντρίβει κι' από πάνου Σέρνει τα βέργινα πλεχτά· (του κάκου δεν τηράζει Εκείνον από τα ψηλά του Ολύμπου η ξανθομάλλα Δήμητρα·) κι' όποιος, γέρνοντας λοξά το αλέτρι, πάλι Χαλά τες ράχες που άσκωσε στο σιάδι το σκισμένο, Και σκάφτει το συχνό τη γης και τήνε δυναστεύει.
Προσευκηθείτε, δουλευτές, για βροχερνά ηλιοστάσια Και για χειμώνες ξάστερους. Στες σκόνες του χειμώνα Τα στάρια είνε πασίχαρα, χαιράμενος κι' ο κάμπος. Χωρίς δουλειά περήφανη είνε η Μυσία τόσο, Θιαμάζουν και τα Γάργαρα τους θέρους τους τα ίδια. Τι θένα πω για εκείνον που, με το τσαπί στο χέρι, Τη γης παιδεύει, αφού έρριξε το σπόρο και γκρεμίζει Τες σωριασμένες χούμουλες πώχουν περίσσιο πάχος; Και το ποτάμι στα σπαρτά στερνώτερα οδηγάει Και τα τραφούλια, που υπακούν· και σύντα ο κάμπος βράζει, Ξερός, με ετοιμοθάνατα χορτάρια, να, το κύμα Από του ορθού μονοπατιού το χτένι κατεβάζει; Εκείνο πέφτει ανάμεσα στους τροχισμένους βράχους Και βγάζει ένα μουρμούρισμα βραχνό και θαραπεύει Τα διψασμένα χώματα με το αναβρύσιασμά του. Και τι γι' αυτόν που των σπαρτών το θύμωμα να βόσκουν Στο χορταράκι ταπαλό τα πρόβατά του αφίνει Αμέσως άμα τα φυτά ταυλάκια τους σκεπάσουν, Μήπως ταστάκια τα βαρειά ξεγύρουν τα καλάμια; Και τι γι' αυτόν, που, όσα νερά συμμάζεψαν οι βάλτοι, Μακράθε από τες χούμουλες τες πιοταριές ξεσπάει, Σα μάλιστα στους άστατους τους μήνες το ποτάμι Ξεχειλισμένο χύνεται και πλημμυράει, τα πάντα Σκεπάζοντας με βούρβουρες, κ' έτσι σαν ίδρος νότιες Χλιαρές από τες βαθουλές λιμνούλες ξεθυμαίνουν;
Μα ενώ όλα αυτά εδοκίμασαν τα έργα των ανθρώπων Και των βωδιών στο δούλεμα της γης, δε βλάβουν λίγο Και του Στρυμώνα οι γερανοί, κ' οι αχόρταγες οι χήνες, Και με τες ρίζες τες πικρές τ' αντίδι· και ζημιόνουν Και οι ίσκιοι. Δε βουλήθηκεν ο ίδιος ο πατέρας Να είνε το δούλεμα εύκολο, κ' επρόσταξε αυτός πρώτος Με τέχνη η γης να οργόνεται, του ανθρώπου με φροντίδες Τα φρένα παροξύνοντας, και τα βασίλειά του Δε θέλησε να χαυωθούν σ'ένα βαρύ κοιμήσι. Γεωργοί τη γης δεν όργωναν πριν κυριαρχήσει ο Δίας. Και μήτε καν δεν έκριναν σωστό να σημαδεύουν Τους κάμπους, ή με τέρμονες να τους αποχωρίζουν. Το χρήσιμο για το κοινό καθένας εζητούσε, Κ' ενώ δε γύρευε κανείς, η ίδια η γης τα πάντα Έδινε προθυμώτερα. Κακό φαρμάκι εκείνος Εχάρισε στα σκοτεινά σερνάμενα, τους λύκους Ν' αρπάζουν τους επρόσταξε, τη θάλασσα να σειέται, Και τη φωτιά εξεμάκρυνε, κ' ετίναξε απ' τα φύλλα Το μέλι, κ' εσταμάτησε και τα κρασιά που ετρέχαν, Σαν ποταμάκια εδώ κ' εκεί, για να μορφώσει η χρεία Με στοχασμό τες διάφορες τες τέχνες γάλι γάλι. Και το χορτάρι του σταριού στ' αυλάκια να χαλέψει, Και την κρουμμένη τη φωτιά να την ξεπελεκήσει Από τες στρυναρόφλεβες. Κ' οι ρεματιές γρικήσαν Τότες για πρώτη τους φορά τους κουφωμένους σκλήθρους, Κ' ύστερα ο ναύτης μέτρησε κι' ονόμασε τ' αστέρια: Πούλια, και Υάδες και λαμπρήν Αρκούδα του Λυκάωνα, Κ' ύστερα βρήκε ο άνθρωπος πώς κυνηγιώνται τ' άγρια Με τες θηλειές και πώς μ' οξούς γελιώνται και πώς πρέπει Να περικλεί με τα σκυλιά τους λόγγους τους μεγάλους. Και του πλατειού του ποταμού το κύμα τώρα δέρνει Άλλος με τον πεζόβολο και σκίζει το ως τα βάθη, Κι' άλλος τραβά, απ' το πέλαγο το νοτερό του δίχτυ· Το σίδερο ταλύγιστο και το ηχερό λεπίδι Του πριονιού ήρθαν έπειτα· — τι οι πρώτοι με τες σφήνες Το ξύλο το καλόσκιστο κομμάτιαζαν· — και τέχνες Έπειτα εβγήκαν διάφορες. Κόπια απεικά και φτώχια, Που σπρώχνει σ' έργατα βαρειά, κατάβαλαν τα πάντα. Δίδαξε πρώτη τους θνητούς η Δήμητρα να σκάφτουν Τη γης με σίδερο, άμα που κούμαρα και βαλάνια Λιγόστεψαν στ' άγιο δρυμό κι' αρνήθηκε η Δωδώνη Θρόφιμα. Αμέσως έσμιξαν και των σταριών οι αρρώστιες, Κ' έτσι μελούριασμα κακό τα φλέστρα κατατρώει, Και στα χωράφια τάχρηστο ταγκάθι αναγριτσιάζει, Χαλά το γέννημα, τραχύ λογγάρι ξεφυτρόνει: Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, και βασιλεύουν αίρες Άτυχες κι' αγριόβρωμος μες τα σπαρτά που λάμπουν. Για τούτο α δεν ξεκυνηγάς με τα τσαπιά το χόρτο Αδιάκοπα, κι' αν τα πουλιά δε σκιάζεις με τους κρότους, Κι' α με κασσάρι τες ισκιές του ανήλιαγου του τόπου Δε λιγοστεύεις, και βροχές με τάματα δεν κράζεις, Ώφου! του κάκου θα τηράς ξένους σωρούς μεγάλους, Και σειώντας στα δρυμά το ιδρύ την πείνα θα πρααίνεις.
Θα ειπώ και ποια είνε τάρματα του δυνατού ξωμάχου, Που δίχως τους ουδέ σπαρμός δε γένεται ουδέ θέρος: Πρώτα το ξύλο το βαρύ για το ζαβό ταλέτρι, Και το γυννί, και της θεάς, που σέβεται η Ελευσίνα, Ταμάξια τ' αργοκίνητα, κ' οι σάνιες, κ' οι λοκάνες, Και ταξινάρια που απεικά ζυγίζουν, χώρια κι' όλας Του Κελεού το ύπεργο το ταπεινό και ιτιένιο. Τα κουμαρένια τα πλεχτά, και του Ίακχου το τηρμόνι Το μυστικό· κι' από καιρούς παρέτοιμα όλα τούτα Θένα φυλάς προβλεφτικός, α θένα σε προσμένει Δόξα, που να σου πρέπεται, της θεϊκιάς γεωργίας. Ένας φτεληάς που από μικρός λυγίστηκε στο δάσος Κυριεύεται με δύναμη πολλή γι' αλατροπόδι. Κι' άλατρου παίρνει απόζαβην ειδή, κι' οχτώ ποδάρια Τραβιέται ο σύρτης στο χοντρό· κολλιέται κ' η διχάλα, Πούχει τη ράχη της διπλή και τα διπλά φτερούγια. Πρωτοχαλιέται, για ζυγός, τανάλαφρο φλαμούρι, Για χερολάβα, που γυρνά τες χαμηλές ροδούλες Από τα οπίσω, το ψηλό τζιρούνι, και τα ξύλα Τα δοκιμάζει κι' ο καπνός σ' ογνήστρες κρεμασμένα.
Πολλά διδάγματα παλαιών μπορώ να σου αναφέρω, Α μείνεις και δε βαρεθείς ψιλοδουλιές να μάθεις: Πρώτα με κύλιντρο τρανό θε να σιαστεί ταλώνι, Με χέρι θ' αναγυριστεί, με λιπαρή λευκάργα Θα πλεριωθεί, για να μη βγει χορτάρι και μη σκάσει Εξουσιασμένο απ' τους μποχούς· τι τότες το ζημιόνουν Χίλιες πληγές συχνώτατα το μικροστό ποντίκι Μέσα στη γης το σπίτι στιεί και χτίζει και τ' αμπάρι, Ή τες μονιές οι ανόμματες οι λυγαρίδες σκάφτουν· Οι ζάμπες κι' όλας βρίσκονται μέσα στες τρύπες κι' όσα Είνε τα πλήθια τέρατα που η γης γεννά, και λάλες Του σιταριού τα θεώρατα κουλούμια διαγουμίζουν, Κι' ο μέρμηγκας που τ' άπορα γεράματα φοβάται. Και κοίταζε σα ντύνονται στα δάσα μ' άνθη πλήθια Οι αμυγδαλιές κ' οι κλάδοι τους βαΐζουν μυροβόλοι, Αν περισσεύουν ος καρποί, θα γένουν κι' όμοια στάρια, Και μέγα αλώνισμα θαρθεί με τες μεγάλει κάψες· Αν κάμει αντίς ισκιά πολλή το θύμωμα των φύλλων. Θα τρίψει αλώνι περιττά πλούσιο σε χνούδι φλέστρο. Και τες σπορές να ξαρρωστούν πολλούς σπορηάδες είδα, Να τες ποτίζουν νίτρο πριν κι' απέκει μαύρη μούργα, Για να τραναίνουν τα σπειριά στ' απατηλά λοβίδια. Και με φωτιά τέλεια μικρή γοργά να μαλακόνουν. Κι' όμως σπορές, που με πολλούς εξεταστήκαν κόπους Και για καιρό διαλέχτηκαν, είδα να μπασταρδέψουν, Α χρονικώς η μπόρεση τ' ανθρώπου, η τρισμεγάλη, Δε χεροδιάλεε κάθε μιαν. Από θεού τα πάντα Ρέπουν προς το χειρότερο· και σαν κυλήσουν, πίσω Δεν ξαναγέρνουν· όχι αλλοιώς παρά καθώς εκείνος Που μεταβιάς με τα κουπιά τη βάρκα λάμνει ενάντια Στο ρέμα, και που, αν άξαφνα τα μπράτσα ξετεντώσει, Βαθειά τον σέρνει ο ποταμός με τα γοργά νερά του.
Και τόσο θα προσέχουμε στ' Αρκτούρου τους αστέρες Και στες ημέρες των Ριφιών και στο λαμπρό τον Όφιο, Όσο κι' αυτοί που πλέοντας προς την πατρίδα πάλι Σ' ανεμισμένα πέλαγα τον πόντο δοκιμάζουν, Και τα στενά τ' αστρακερά της Άβυδος διαβαίνουν. Σαν ίσιες κάνει η Ζυγαριά της μέρας και του ύπνου Τες ώρες και καταμεσίς τη σφαίρα διαμοιράζει Για το σκοτάδι και το φως, ανθρώποι, ξεσκολάστε Τα βώδια σας και σπείρετε στους κάμπους τα κριθάρια, Ως τη βροχή την ύστερη του ανήμερου ηλιοστάσιου. Κ' είνε καιρός της Δήμητρας η παπαρούνα κι' όλας, Και τα σπαρτά του λιναριού να σκεπαστούν με χώμα, Και ν' ακκουμπήσει ο δουλευτής απάνου στ' άλατρό του, Όσο είνε ακόμα η γης ογρή και κρέμονται τα γνέφια. Σπέρνουν την άνοιξη κουκκιά, και συ, τριφύλλι, τότες Πέφτεις στ' αυλάκια τα σαπρά· πλακόνουν κ' οι φροντίδες Οι χρονικές για το κεχρί, ενώ το χρόνο ανοίγει Με τα χρυσά του κέρατα το λαμπερό Δαμάλι, Κι' ο Σκύλος δυεί ξεφεύγοντας τ' αντίθετο τ' αστέρι. Αλλά α για θέρισμα σταριών και για μεστά ασπροσίτια Εργάζεσαι κ' είσαι ζηλός μονάχα για τα αστάκια, Τ' Άτλαντα θένα σου κρουφτούν οι αυγερεινές οι κόρες, Θα κατεβή το Κνωσιακό τάστρο του φλογισμένου Του Στεφανιού, πριν τες σπορές που πρέπουν παραδώκεις Στ' αυλάκι και πριν μπιστεφτείς σ' ανόρεχτο χωράφι Την κάθε ελπίδα της χρονιάς σπουδάζοντας. Αρχίσαν Πρι βασιλέψει η Μαία πολλοί, αλλά με κούφια μόνο Αχύρατα τους γέλασε το γέννημα που ελπίσαν. Αν πάλι σπείρεις λάθυρους και το φτηνό φασούλι, Και της Πηλουσιακής φακής δεν αψηφάς τες έγνοιες, Σημείο δε στέρνει σου άδηλο σαν κάθεται ο Βοώτης. Σπέρνε, κι' ακλούθα τους σπαρμούς, ως την καρδιά της πάχνης.
Για τούτο κι' όλας ο λαμπρός φωστήρας κυβερνάει Τον κύκλο, που μοιράζεται σε μέρη μετρημένα, Μ' άστρα του κόσμου δώδεκα. Κατέχουν πέντε ζώνες Τον ουρανό· κ' η μία τους κοκκινισμένη πάντα Είνε απ' τον ήλιο τον αψύ και πάντα είνε καμένη Από τες φλόγες, και γυρνούν οι τελευταίες οι δύο, Πούνε δεξιά κι' αριστερά, τρογύρου της γαλάζιες, Και που τες πήγουν οι βροχές οι μελανές κ' οι πάγοι. Σ' εκείνες και στη μεσινήν ανάμεσα άλλες δύο Η χάρη των αθάνατων στους δόλιους τους ανθρώπους Έδωκε· κ' είνε από τη μια στην άλλη χαραγμένος Δρόμος, κ' εκεί η λοξή σειρά των σημαδιών κινιέται. Καθώς προς τες Ριπαίες κορφές και τη Σκυθίαν ο κόσμος Σηκόνεται ανηφορητός, στα νότια της Λιβύας Χαμηλωμένος ροβολά· για μας ταψήλου πάντα Είνε ένας πόλος· μα οι ψυχές κ' η μαύρη Στύγα βλέπουν Αυτόν πούνε αποκάτου μας. Ο δράκοντας ο μέγας Με λυγισιές κοδελλωτές κυλά γύρω στον έναν, Σαν ποταμός ανάμεσα στες δύο τες Αρκούδες: Αρκούδες που στον ωκεανό φοβούνται να βουτήσουν. Στον άλλο, λεν, ή σιγαλή βαθειά νυχτιά κυριεύει, Κ' η νύχτα πάντοτε απλωτή πυκνόνει τα σκοτάδια, Ή κ' έρχεται από μας η Αυγή και φέρνει την ημέρα· Κι' όταν με τα λεχάμενα φαριά, σαν πρωτοβγαίνει, Ο ήλιος χουχουλόνει εμάς, το βραδιανό το φως του Στον άλλον πόλο κόκκινος ανάβει ο Αποσπερίτης. Μπορούμε εδώθε τους καιρούς να μάθουμε από πρώτα Στον ουρανό τον άστατον εδώθε και την ώρα Του θερισμού και του σπαρμού· κι' ακόμα πότε αρμόζει Τάπιστο κύμα με κουπιά να βαρηθεί και πότε Στο πέλαγο θένα σπρωχτούν οι αρματωμένοι στόλοι, Ή στο δρυμό θένα ριχτεί το γενομένο πεύκο.
Κι' ας μην παραμονεύουμε κι' ανατολή και δύση Των σημαδιών στα περιττά και τη χρονιά που πάντα Είνε η ίδια με τους τέσσερους ξεχωριστούς καιρούς της. Σύντα βροχή κρυαδερή κλει μέσα τον εργάτη, Μ' άνεση γένονται πολλά που μεταβιάς σαν είνε Ξαστερωμένος ο ουρανός μ' ασπούδα θα γενόνταν: Του στομωμένου του γυννιού σφυροκοπά το δόντι Ο ζευγουλάτης το σκληρό· στο δέντρο σκάφτει σκάφες, Ή και με το σημάδι του τα πρόβατα σφραγίζει, Ή τους σωρούς του μ' αριθμούς. Ξουβλίζουν πελεκώντας Άλλοι τες διπλοκέρατες φουρκάτες και τους πάλους, Και δεμασιές για τ' απαλό το κλήμα συγυρίζουν Αμεριανές· ας πλέκεται με τη βατένια βέργα Τώρα καλάθι βολικό, τώρα καρπούς στη φλόγα Ψένετε, τώρα αλέστε τους με το κοτρώνι. Βέβαια Και τες γιορτές να γένονται κάποιες δουλιές το δίκηο Κ' οι νόμοι αφίνουν, και καμιά θρησκεία δεν εμποδίζει Τα ποταμάκια να οδηγάς, για τα σπαρτά ν' απλόνεις Φράχτες, παγίδες για πουλιά να στιείς, να καις αγκάθια, Και το κοπάδι των αρνιών στο υγέστατο ποτάμι Να κολυμπάς· πολλές φορές φορτώνει κι' ο αγωγιάτης Πάνου στη ράχη του οκνηρού του φορτικιού το λάδι Και τα φτηνά τα οπωρικά, και χαραχτό ληθάρι Φέρνει οχ τη χώρα γέρνοντας και μάζα μαύρης πίσσας.
Τες πρόσφορες για τες δουλιές ημέρες μ' άλλη τάξη Και το φεγγάρι εδιόρισεν: αλάργευε την πέμτη, (Τες Εριννύες εγέννησε, τον Άδη κι' όλας, σύντα Η γης με γέννα βλάστημη τον Ιαπετό, τον Κοίον Έκαμε και τον άσπλαχνο τον Τυφωέα, κι' όλα Ταδέρφια, πούχαν ορκιστεί τον ουρανό να σκίσουν. Αγωνιστήκαν τρεις φορές την Όσσα να ποθώσουν Πάνου στο Πήλιο, ω θάμασμα, και πάνου από την Όσσα Το δεντρωμένον Όλυμπο βάλθηκαν να κυλήσουν. Μα τα στημένα τα βουνά μ' αστροπελέκι ο Δίας Ρειπίζει και τες τρεις φορές.) Και βολικιά είνε μέρα Για να φυτεύεις κλήματα και να μερόνεις βώδια Πιασμένα, και σε ξύφαση να δένεις τα στημόνια, Η δέκατη που ακολουθά την έφτατη· στο φύγι Καλλίτερη είνε η έννιατη, στα κλεψιμιά είνε ενάντια.
Και κάλλιο γένονται πολλά την κρύα τη νύχτα κι' όλας, Ή το πουρνό σύντα τη γης ο Αυγερινός δροσιάζει: Κάλλιο το φλέστρο ταλαφρύ κοσσίζεται τη νύχτα, Νύχτα τα στεγνολίβαδα· νοτιές που μαλακόνουν Έχουν οι νύχτες. Κι' αγρυπνά πρόσαργα το χειμώνα Κάποιος στο φως του λυχναριού και με τ' ακονισμένο Σίδερο σκίζει τα δαδιά, κι' ως τόσο με τραγούδι Παρηγορά τους μακρυνούς τους κόπους η συμβία Συροκελώντας το ηχερό το χτένι στα στημόνια, Ή και στες φλόγες το γλυκό χυμό του μούστου βράζει, Ξαφρίζοντας του λεβετιού, που τράζεται, το χόχλο Με φύλλα. Μα θερίζονται μες την καρδιά της ζέστας, Τα κόκκινα γεννήματα, και στην καρδιά της ζέστας Στ' αλώνια ξεσπορίζονται τ' απόξερα σιτάρια. Σπέρνε γυμνός· αλάτρευε γυμνός· τι το χειμώνα Άνεργοι μένουν οι γεωργοί, και το συνέμπασμά τους Οι δουλευτάδες γεύονται συχνά με τες κρυάδες, Κι' αλλήλως τους χαιράμενοι φροντίζουν για συμπόσια. Καλεί ο χειμώνας σε γιορτές και καταλυεί τες έγνοιες, Καθώς τα πλοία σαν έρχονται γιομάτα στο λιμάνι Κ' οι ναύτες με χαρές κρεμούν στην πρύμνη τους στεφάνια. Κ' είνε όμως τότες ο καιρός τα μύρτα τα αιματένια, Οι εληές, τα δαφνοκούκουτσα, και τα δεντροβαλάνια Να μαδηθούν, συρτοθηλειές για γερανούς και δίχτυα Για λάφια τότες να στηθούν· να ξατρεχτεί ο μακραύτης Λαγός· κι' αυτός που τα σκοινιά στριφογυρνά σφεντόνας, Βαλεαρικής από στουππί, ζαρκάδι να τρυπήσει, Ενώ το χιόνι κοίτεται ψηλά και κατεβάζουν Οι ρεματιές των ποταμών κομματιασμένους πάγους.
Και τι για τάστρα θένα πω, και τι για τα δρολάπια Του χινοπώρου; Τι γι' αυτά που πρέπει να προσέχουν Οι ανθρώποι, σα γένονται μικρότερες οι μέρες Κ' οι ζέστες μαλακώτερες; ή τον καιρό που φεύγει Η άνοιξη η βρεχάμενη και σαν αναγριτσιάζει Τ' αστακωμένο γέννημα στους κάμπους και φουσκόνουν Στο φλέστρο τους το πράσινο γαλατερά τα στάρια; Εγώ συχνά, κι' αφού ο γεωργός επήρε στα χωράφια Τα κίτρινα το θεριστή, κι' αφού είχε σπάσει κι' όλας Κριθάρια απ' τα λιγάθινα τα φλέστρα, των ανέμων Είδα παντούθε ορμητικά ν' ανταμωθούν οι αμάχες, Που αναπελλούσαν τα σπαρτά τα πολυβαρεμένα Από τα βάθη, ξίριζα, ταψήλου ρίχνοντάς τα. — Με μαύρο ανεμοστρούφουλα τανάλαφρο το φλέστρο Και το πετούμενο άχυρο παίρνει ο χειμώνας όμοια. — Πλήθος αρίφνητο νερά συχνά πλακόνουν κι' όλας Τον ουρανό, και τάσκημο δρολάπι κουλουμόνουν Γνέφια, που από το πέλαγο μαζεύονται γιομάτα Μαύρες βροχάδες, και κυλά ο τρίψηλος αιθέρας, Και τα χαρούμενα σπαρτά και των βωδιών οι κόποι Σαχλιάζουν στα δαρτά νερά, γιομίζουν τα χαντάκια, Φουσκόνουν στο κρεββάτι τους οι ποταμοί βροντώντας, Κ' η θάλασσα με τ' αφριστά τα κύματά της βράζει. Ο Δίας με χέρι αστραφτερό μες των γνεφιών το σκότος Ρίχνει τ' αστραποπέλεκο. Τη γης την τρισμεγάλη Σεισμός ταράζει· εχάθηκαν τ' αγρίμια· και στον κόσμο Δειλιάζει τρόμος ταπεινός τ' ανθρώπινα τα σπλάχνα. Αυτός με βόλι φλογερό τον Άθο ή τη Ροδόπη Ή τα Κεραύνια τα ψηλά χτυπά· διπλόνει ο Νότος, Ως κ' οι βροχάδες οι πυκνές· και τώρα κλαιν τα δάσα. Και τώρα κλαίνε κ' οι γυαλοί για τ' απεικά φυσούνια. Αυτό φοβούμενος κ' εσύ θένα τηράς τους μήνες Και τους πλανήτες τουρανού και που του Κρόνου τάστρο Αποτραβιέται το ψυχρό, κ' η φλόγα της Κυλλήνης Με τι περιγυρίσματα στον ουρανό πλανιέται. Το πρώτο απ' όλα τους θεούς θένα τιμάς και κάθε Χρονιά θα κάνεις της τρανής της Δήμητρας θυσίες. Στο χόρτο το γελάμενο προσφέρνοντάς τες πάντα. Σύντα σωθούν της χειμωνιάς οι τελευταίες ημέρες Κι' αρχίσει κι' όλας η άνοιξη με τες καλοκαιρίες. Παχειά είνε τότες και ταρνιά, καλότατα τ' ακράτα, Τότες κ' οι ύπνοι είνε γλυκοί κ' οι ισκιές πυκνές στα όρη. Για σε ας τιμά τη Δήμητρα του κάμπου η νεολαία Όλη, και συ για λόγου της ας λυώνεις τες κηρήθρες Στο γάλα και στο νόστιμο το χάρισμα του Βάκχου· Και τρεις φορές ολόγυρα στους νέους καρπούς ας έρθει Το θύμα το ευτυχιστικό που θα το συνοδεύουν Σύντροφοι αναγαλλιάζοντας κι' όλοι οι τραγουδιστάδες Με τες φωνές τους κράζοντας τη Δήμητρα στα σπίτια. Και κόσσα κάτου απ' τώριμο ταστάκι ας μην ποθώσει Κανείς, α για τη Δήμητρα δε στεφανώσει πρώτα Με ιδρύ πλεχτό το μέτωπο κι' ανίσως πριν δεν κάμει Ασύστατα κουνήματα κι' α δεν ειπεί τραγούδια.
Για να μπορούμε κι' όλα εμείς με θετικά σημεία, Τούτα να προγνωρίζουμε: κάψες, βροχές και ανέμους Που τες κρύαδες οδηγούν, εδιόρισε ο πατέρας Ο Δίας τι το μηνιάτικο φεγγάρι θα ορμηνεύει, Με τι άστρο πέφτουν οι νότιες, συχνά τι βλέπει ο εργάτης Τόμου κρατεί σιμώτερα στους σταύλους τα κοπάδια. Αμέσως σα θα σηκωθούν ανεμικές ή αρχίζει Ανήσυχο το μάμαλο της άρμης να φουσκόνει, Και στα ψηλότερα βουνά ν' ακούγεται ένας κρότος Ξερός, ή ανακατόνονται στα μακρυνά αντηχώντας Οι ακρογιαλιές και του δρυμού περσεύει το μουρμούρι. Και μεταβιάς ταπόζαβα σκαριά φυλάει το κύμα. Τόμου γοργά οι βουτουναριές πετούν από τη μέση Της θάλασσας και στους γιαλούς τα κράσματά τους φέρνουν, Παίζουν στην ξέρη οι κόλυμποι και παραιτούν τες λίμνες Τες γνωρισμένες οι ρωδιοί στα σύγνεφα πετώντας. Σαν περιμένονται άνεμοι συχνά θα βλέπεις κι' όλας Άστρα να χύνονται μ' ορμή, και στης νυχτός το σκότος Οπίσω τους ν' ασπρολογούν μακρές αράδες φλόγας· Συχνά ν' αεροστέκονται και τα πεσμένα φύλλα Και τάχυρο τανάλαφρο, και στων νερών την όψη Να παιγνιδούν πλεούμενα φτερά. Μα σαν αστράφτει Από το μέρος τ' αγροικού Βορηά και σα βροντάει Του Εύρου και του Ζέφυρου το σπίτι, τότε οι κάμποι Έπλεξαν, πες, μ' ολόγιομες τες σούδες κι' όλοι οι ναύτες Στη θάλασσα το ογρό παννί μαζεύουν. Και ποτέ της Ανειδοποίητα η βροχή δεν έβλαψε: ή τη φεύγουν, Όταν ανασηκόνεται, τανάερα τα γεράνια Στες λαγγαδιές τες χαμηλές, ή μ' ανοιχτά ταρθούνια Κοιτάζοντας τον ουρανό ρουφά η δαμάλα αέρα, Ή γύρου στα λιμνιά πετά λαλώντας χελιδόνι Και οι βαθρακοί το μάλωμα ταρχαίο στο βάλτο ψάλλουν· Κι' απ' το γιατάκι το κρουφό βγάζει συχνά τ' αυγά του, Περνώντας πάντα στο στενό στρατί του το μερμήγκι, Κ' η δόξα πίνει το νερό, κ' οι κόρακες φουσάτο, Γυρίζοντας από βοσκή, σαν το μεγάλο ασκέρι, Με τες φτερούγες άκοπα πολλήν αντάρα κάνουν. Τα διάφορα πετούμενα της θάλασσας κ' εκείνα Που περπελλούν στ' ανάλατα βιβάρια του Καΰστρου, Ολόγυρα από τ' Ασιακά λιβάδια, θένα βλέπεις Να χύνουν άφτονες βροχές στους νώμους τους με ζήλο. Και πότε το κεφάλι τους στα κύματα να γδόνουν. Πότε να τρέχουν στα νερά, και πάλι θα τα βλέπεις Να λαχταράν το βιαστικό το λούσιμο τουκάκου. Κράζει βροχάδες κ' η μιαρή κουρούνα με την πλέρια Φωνή και μόνη στο στεγνό ακρογιαλι σεργιανάει. Και μάλιστα κ' οι κορασιές που το μαλλί τη νύχτα Γρένουν, γνωρίζουν τον καιρό τον άσκημο σα βλέπουν Το λάδι να σπιθοβολά στον αναμμένο λύχνο Και να μορφόνονται σαπρές καψάθρες στο φυτίλι.
Κι' απ' τη βροχή θε να μπορείς τες ξαστεριές που αρχίζουν Και τες λιακάδες να προϊδείς κι' από σημάδια βέβαια Να τες γνωρίζεις: επειδή των άστρων τότε η λάμψη Δε θένα φαίνεται θαμπή· σα βγαίνει το φεγγάρι Στην κοκκινάδα του αδερφού δε θάνε υποταγμένο· Δε θα γυρίζουν σύγνεφα ψιλά σαν αρνοπόκια Στόν ουρανό· και στους γιαλούς, στο χλιαρό τον ήλιο, Δε θε ν' ανοίγει τα φτερά ταγαπημένο το όρνιο Της Θέτιδας, και να σκορπούν δε θα θυμούνται οι χοίροι Τάδετα τα χερόβολα με τ' άπαστρό τους στόμα. Μα τότες πέφτουν χαμηλά τα γνέφια και στον κάμπο Απλόνονται· και βλέποντας το κάθισμα του ήλιου, Απ' την ψηλότερη κορφή, τουκάκου η κουκκουβάγια Τα βραδιανά τραγούδια της αρχίζει. Ξαναφαίνει Ο Νίσος ψηλοπέταχτος στον καθαρόν αέρα Κ' η Σκύλλα για την πορφυρή την κόμη τιμωριέται. Όπου κι' α σκίζει φεύγοντας εκείνη τον αιθέρα Τον αλαφρό, νάτος ο οχτρός, ο φοβερός ο Νίσος, Με σαλαγή την κυνηγά μεγάλη μες τες αύρες· Κ' εκεί που ο Νίσος χύνεται στες αύρες, φεύγει εκείνη Γοργά και σκίζει το φτερό τον αλαφρόν αιθέρα. Τότες τρεις τέσσερις φορές από το στενεμένο Λαρούγγι τους οι κόρακες φωνές καθάριες βγάζουν, Και στες ψηλές τους τες μονιές, δεν ξέρω για ποια γλύκα, Καλόρεχτοι περσότερο παρά όσο συνειθίζουν Μέσα στα φύλλα αλλήλως τους συχνά κάνουν αντάρες, Και ξαναβλέπουν με χαρές, σαν παύουν οι βροχάδες, Τανήλικα τα τέκνα τους και τη γλυκειά φωλιά τους. Και δεν πιστεύω αληθινά πώς θεϊκιά έχουν φύση, Ή γνώση των μελλάμενων περσότερη, μα βέβαια. Σαν οι φουρτούνες κ' οι άστατες νοτιές το δρόμο αλλάξουν Κι' όταν ο Δίας ο βροχερνός πυκνώσει με τους Νότους Όσα ήταν λίγο πριν αρηά και ξαναρηώσει όσα ήταν Πυκνά, τα είδη των ορμών αλλάζουν και στα στήθια Τώρα άλλα ακούν κουνήματα, κι' άλλα σαν οι ανέμοι Τα γνέφια έφερναν. Των πουλιών εδώθε οι τραγουδίες Στους κάμπους, και τα γελαστά κοπάδια, κ' οι κοράκοι Που σκούζουν με το λάρυγγα κι' από χαρά αλαλάζουν.
Μα κι' αν τηράς το γλίγωρον τον ήλιο ή τα φεγγάρια, Που ξακλουθιώνται ταχτικά, δε θένα σε γελάει Καμία φορά το αντίμερο και δε θα σε ξαφνίσουν Οι δόλοι ξάστερης νυχτός. Ανίσως το φεγγάρι, Σα συμμαζεύει στην αρχή τες στιες που ξαναγέρνουν, Μαύρον αέρα περικλεί στάφεγγα κέρατά του, Βροχάδες για το πέλαγο και για τους δουλευτάδες Μεγάλες ετοιμάζονται. Μα ανίσως κοκκινάδες Του χύνονται στο πρόσωπο παρθενικές, αέρας Θε νάρθει. Η Φοίβη πάντα της μ' αέρες κοκκινίζει. Αν το εναντίο την τέταρτην ημέρα (γιατί αυτή είνε Η θετικώτερη πηγή) στον ουρανό διαβαίνει Καθάριο και με μυτερά τα κέρατα, όλη η μέρα Εκείνη, κι' όσες από αυτήν γεννιώνται, ως να τελειώσει Ο μήνας, θάνε ανίδεες από βροχή κι' ανέμους, Κι' άβλαβοι οι ναύτες στους γιαλούς τα τάματα θα πάρουν Στο Μελικέρτη της Ινώς, στο Γλαύκο, στην Πανόπεια. Κι' ο ήλιος θα σου προβοδά σημάδια, σαν προβάλλει Κι' όταν στο κύμα κρούβεται· τον ήλιο συντροφεύουν Σημάδια θετικώτατα· και μέρος τους μαζή του Εκείνος φέρνει την αυγή κι' άλλα σα βγαίνουν τάστρα. Όταν αυτός, σε σύγνεφο κρουμμένος, με κουκκίδες Το πρώτο του τ' ασήκωμα πλουμίζει και τη μέση Του δισκαριού του ανατραβά, βροχές θε να υποψιάσεις, Τι βλαβερός για τα σπαρτά, τα ζα, τα δέντρα ο Νότος Πλακόνει από το πέλαγο. Κι' όταν, σαν ξημερόνει, Μέσα στα γνέφια τα πυκνά ξαστράφτουν πλήθιες λάμψες, Κι' όταν αχνή προβάλλει η Αυγή την κλίνη παραιτώντας Την κίτρινη του Τιθωνού, άχ κακοδιαφεντεύει Τότες το κλήμα τώριμο σταφύλι του· βροντώντας Πλήθιο χαλάζι τρομερό χοροπηδά στες σκέπες. Κι' όταν, σαν περιδιάβηκε τον ουρανό, μισεύει, Σου αξίζει περισσότερο και τούτο να θυμάσαι, Γιατί συχνά τα διάφορα χρώματα να πλανιώνται Στο πρόσωπό του βλέπουμε: δηλοί βροχές το μαύρο, Σιρόκους το κοκκινωπό σα στια, μα το εναντίο, Α με τη στια τη λαμπερή να σμίγουν και κηλίδες Αρχίζουν, τότες θένα ιδείς τα πάντα ν' αναβράζουν Με αέρες και με σύγνεφα. Κανείς αυτήν τη νύχτα Να ταξιδεύω πέλαγα δε θένα με ορμηνέψει, Ή να ξεσπάσω από τη γης του καραβιού τον κάβο. Μα αν είνε ο δίσκος φωτεινός, σαν την ημέρα φέρνει, Ή κρούβει εκείνην που έφερε, θα σκιάζεσαι του κάκου Κατακλυσμούς, και θένα ιδείς τα δάσα να κινιώνται Με τον καθάριο το βορηά. Και τέλος τι θα φέρει Ταπόβραδο και τι ο Νοτιάς ο ογρός στο νου του βάζει, Και πούθε ο αέρας σύγνεφα καλοκαιρίας θα φέρει, Ο ήλιος δείχνει· ποιος τολμά τον ήλιο να πει ψεύτη; Συχνορμηνεύει κι' όλα αυτός πως μυστικές αντάρες Βράζουν κι' απάτες και κρουφοί πολέμοι αναφουσκόνουν.
Αυτός, κι' όταν ο Καίσαρας ετέλειωσε, τη Ρώμη Λυπήθηκε, αφού εσκέπασε τ' αστραφτερό κεφάλι Μ' άφεγγη σιδεροσκουριά και μ' αναιώνια νύχτα Ο ίδιος εφοβέρισε τα βλάστημα τα χρόνια. Κι' όμως σ' εκείνον τον καιρό κ' οι θάλασσες κ' οι ξέρες, Και τα όρνια τα πειραχτικά κ' οι βρωμερές οι σκύλες Επρομηνούσαν το κακό. Πόσες φορές την Αίτνα, Που τανοιχτά καμίνια της εκυματοβολούσαν, Τη βλέπαμε στου Κύκλωπα τους κάμπους να ξεβράζει, Και σφαίρες φλόγας και λυωτά λιθάρια να κυλάει; Κι' αχούς αρμάτων άκουσε στους ουρανούς ολούθε Η Γερμανία, κ' ετάραξαν σεισμοί σπάνιοι τες Άλπες, Κι' αγρίκησε απεικιά φωνή σταμίλητα ρουμάνια Ο κόσμος, κ' ίσκιους έβλεπε τες νύχτες στα σκοτάδια, Τόσο χλωμούς που εξένιζε· κ' εμίλησαν τα ζώα, (Ω θάμασμα)· και σταματούν οι ποταμοί και χάσκει Η γης· και μέσα στους ναούς το φίλντισι θλιμμένο Δακρύζει και το χάλκωμα νοτεύει από τον ίδρο. Και πλημμυρίζει ο Ηριδανός, των ποταμών ο ρήγας, Τα δάσα στραγγουλίζοντας με μανιακή ρουφήχτρα Και τα κοπάδια σύσταυλα παντού στους κάμπους φέρνει. Δεν έπαψαν να φαίνονται στα σκούτουφλα τα σπλάχνα Νευρούδια που εφοβέριζαν, δεν έπαψε να βγαίνει Συναίμα από τα βρυσικά πηγάδια και τη νύχτα Από τους λύκους που ούρλιαζαν ν' αντιλαλούν οι χώρες. Άλλες φορές περσότερα βόλια δεν έχουν πέσει Από τον ξάστερο ουρανό και δεν εφλογιστήκαν Τόσοι κομήτες άραχνοι. Γι' αυτό ξανάειδαν πάλι Οι Φίλιπποι ν' ανταμωθούν, αλλήλως τους ενάντια, Όμοια φορώντας άρματα τ' ασκέρια των Ρωμαίων· Κ' οι αθάνατοι δεν έκριναν άπρεπο να παχύνουν Την Ημαθία δυο φορές και τανοιχτά λιβάδια Του Αίμου με το αίμα μας. Σταλήθεια θάρθει η ώρα, Που αναγυρίζοντας τη γης με το γυρτό το αλέτρι, Ο ζευγουλάτης θένα βρει ξιφάρια φαγωμένα Από τη σκουριά τη ροβή. Με τες βαρειές αξίνες Κούφια μουριόνια θα χτυπά, και κόκκαλα τεράστια Στανασκαμμένα μνήματα με θαμασμό θα βλέπει.
Ω πατρικοί ντόπιοι θεοί, και Ρώμυλε και Εστία Μητέρα που τον Τίβερη φυλάς και τα Παλάτια Της Ρώμης, μη μποδίσετε τουλάχιστο το νέο Τούτον εδώ τανάποδα τα χρόνια να συντρέξει! Από καιρούς τώρα αρκετά ξεπλύναμε στο αίμα Της Τροίας της Λαομεδοντικής τους άδικους τους όρκους, Από καιρούς μας σε φτονούν, ω Καίσαρα, του Ολύμπου Τα ανάχτορα και κλαίονται, πώς έχεις έγνοια ακόμα Για τους θριάμβους των θνητών, που για κεινούς το δίκιο Αλλάχτηκε και τ' άδικο: κ' ήρθαν στον κόσμο τόσοι Πόλεμοι και τα κρίματα τόσες μορφές ελάβαν. Ούτε ένας, καθώς πρέπεται, τ' αλέτρι δεν τιμάει, Στρατιώτες σέρνονται οι γεωργοί, χερσόνουν τα χωράφια, Και λυόνονται τα γυριστά δρεπάνια για να γένουν Σκληρά σπαθιά. Από δώ κινά τον πόλεμον ο Ευφράτης, Η Γερμανία από τα εκεί· και τάρματα σηκόνουν Οι χώρες οι γειτόνισσες χαλώντας τες συνθήκες. Και ανεύλαβος λυσσομανά σ' όλον τον κόσμο ο Άρης, Καθώς, όταν τα τέθριππα χυθούν από το κλείσμα, Περσεύουν πάντα την ορμή, και τον αμαξολάτη, Οπού του κάκου ανατραβά τα γκέμια, συνεπαίρνουν Ταλόγατα και στα λουριά δεν πείθεται τ' αμάξι.
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ.
Της γης το δούλεμα ως εδώ, και τουρανού ταστέρια· Και τώρα, Βάκχε, ψάλλω εσέ, και τα βεργά του λόγγου Αντάμα σου, και της εληάς, που αξαίνει οκνά, το σόι. Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ — εδώ πούνε τα πάντα Γιομάτα από χαρίσματα δικά σου, που για σένα Ο κάμπος, το χινόπωρο σταφύλια φορτωμένος, Ανθεί, κι' αφρίζει στους ληνούς τους ξέχειλους ο τρύγος — Έλα, ω Ληναίε πατέρα, εδώ, στο νέον το μούστο βούτα Μαζή μου τα γυμνά μηριά σα βγάλεις τους κοθόρνους.
Το πρώτο απ' όλα: στον πλασμό των δέντρων είνε η Φύση Πολύτροπη· τι μερικά, χωρίς να τα αναγκάζει Κανένας, από λόγου τους γεννιώνται, και τους κάμπους Σκεπάζουν και τα φειδωτά ποτάμια· σα να ειπούμε: Οι τρυφερές οι παλιουριές, τα λιγερά τα σπάρτα, Οι λεύκες, κ' οι ασπρογάλανες ιτιές, που οι φυλλωσιές τους Λαλούν. Και πάλι μερικά σαν πέσει σπόρος χάμου Φυτρόνουν· όπως οι ψηλές οι καστανιές κι' ο πρίνος, Που για το Δία των ρουμανιών φυλλομανά μεγάλος, Ή και τα δέντρα που οι Γραικοί στοχάζονται μαντεία· Κι' άλλα, καθώς οι κερασιές ή κι' ο φτεληάς, λογγάρι Πετούν από τη ρίζα τους πυκνότατο· στον ίσκιο Τον απλωτό της μάννας της τραναίνει η δαφνοπούλα. Έδωκε η φύση στην αρχή τους τρόπους τούτους μόνο Και πρασινίζει μ' αυτουνούς κάθε λογής ρουμάνι, Κάθε λογής χαμόδεντρο και ταγιασμένα δάσα. Είνε άλλοι που στο δρόμο της τους βρήκε η ίδια η πράξη: Ο ένας φυτά από ταπαλό το σώμα των μαννάδων Ξεσκλίζει και ποθόνει τα σ' αυλάκια· μες στο χώμα Ο άλλος μπήγει τους κορμούς, ή και τεταρτιασμένα Παλούκια, κι' από μυτερό σκληρόξυλο πασσάλους. Καμπόσα δέντρα καρτερούν στον τόπο τους να κάμουν Ζωντανεμένες φυταλιές, και των καταβολάδων Οι ζαβωσιές με χώματα να πλακωθούν· καμπόσα Τες ρίζες δε χρειάζονται, και ξέγνοιαστα ο κλαδούχος Πάλι στη γης τα ξέκλωνα μπιστεύεται· και ρίζα — Ω το παράξενο άκουσμα — ληίτσινη ξεπετάζει, Όταν σκιστεί ο κουρούπαλος, τ' απόξερο το ξύλο. Και θένα ιδούμε το συχνό τους κλάδους ενού δέντρου Αζήμιωτα να γένονται κλαριά αλλουνού, να βγαίνουν Στες αλλαγμένες αχλαδιές τα κεντρωμένα μήλα, Και στες κρανιές τες γουλιερές δαμάσκηνα να ωρμάζουν.
Εμπρός λοιπόν, ω δουλευτές, τα οργώματα, που πρέπουν, Μαθαίνετε κατά σειρά και τους καρπούς τους άγριους Μερώστε τους με τη δουλειά· τόποι ας μη μένουν χέρσοι. Καλό είνε να φυτεύεται στον Ίσμαρον ο Βάκχος, Και να ντυθεί με τες εληές ο Τάβυρνος ο μέγας. Κ' έλα κ' εσύ, ω στολίδι μου, συ που δικαίως είσαι Το πλιο μεγάλο μερτικό της δόξας μου, Μαικήνα, Κυβέρνησέ με στ' ανοιχτό το πέλαγο πετώντας, Κ' εσύ μαζή μου σύντρεχε τους αρχισμένους κόπους. Στους στίχους μου δεν πιθυμώ τα πάντα ν' αγκαλιάσω, Ούτε κι' αν είχα στόματα εκατό κ' εκατό γλώσσες Και σιδερένια τη φωνή. Έρχου· σιμά στες πρώτες Ακρογιαλιές αρμένιζε· κοντά μας είνε η ξέρη· Εδώ δε θένα σε κρατώ με πλανερό τραγούδι Και με μακρολογήματα κι' ατελείωτα προοίμια.
Τα δέντρα που σηκόνονται στο φωτεινό βασίλειο Μονάχα, αλήθεια ειν' άκαρπα, μα δυνατά κι' ωραία. Μπόρεσες βέβαια κρούβονται στη γης· αλλά και τούτα, Σα κεντρωθούν ή σα στηθούν σ' ανασκαμμένο λάκκο, Έτσι αλλαγμένα, παραιτούν το φυσικό τους τ' άγριο, Κι' αμέσως υποτάζονται στες τέχνες, που εσύ θέλεις, Με τα συχνά δουλέματα. Και πράζει κι' όλας έτσι Το δέντρο αυτό που στέρφικο βλασταίνει από τες ρίζες Τες πλιο βαθειές, σα φυτευτεί στους ανοιχτούς τους κάμπους· Τώρα της μάννας της ψηλής η φυλλωσιά κ' οι κλάδοι Το ισκιάζουν και το ροδαμό του παίρνουν σα θ' αξήσει, Και σα θα κάμει τον καρπό, το στίφουν. Μα τα δέντρα, Που εγίνηκαν από σπορές ριγμένες, σιγοαξαίνουν Κ' ίσκιο στα αγγόνια ταργητά θα κάμουν. Μπασταρδεύουν Τα μήλα που τα πρώτα τους ζουμιά ξεχνούν· και βγάζουν Τσαμπί τα κλήματα άσκημο, που τα πουλιά το βόσκουν.
Για κάθε δέντρο φυσικά πολλοί θα πάνε κόποι: Όλα σ' αυλάκια θα στηθούν αραδιαστά και πρέπει Να μερωθούν με περισσές του δουλευτή φροντίδες. Όμως οι εληές από κορμούς καλήτερα προκόβουν, Ταμπέλια από ριγίσματα και από το πλέριο ξύλο Της Αφροδίτης οι μυρτιές. Γεννιώνται από φυτάρια Κ' οι δυνατές λεφτοκαρυές, κ' οι τρισμεγάλοι φράξοι, Ως και το δέντρο το ισκερό, που του Ηρακλή στεφάνι Έδωκε, κ' η βαλανιδιά του Χαονικού πατέρα, Και τέλος όμοια γένονται κ' οι φοινικιές οι ολόρθες, Και οι έλατοι που θένα ιδούν στη θάλασσα ατυχίες. Μα στη ροβή την κουμαριά φελλιάζεται ρουκάνι Κάρυνο, και φορτόνονται μήλα γερά οι πλατάνοι, Και το τζιρούνι κάστανα, κι' ο όρνος ασπρουλιάζει Με το λουλούδι το λευκό της απιδιάς, κ' οι χοίροι Συχνά αποκάτου απ' το φτεληά συντρίβουν τα βαλάνια. Μα κέντρωμα και μπόλιασμα δε γένονται το ίδιο: Τι εκεί που ξεπετάζονται τα μάτια από τη μέση Της φλούδας και τα μαλακά ποκάμισα ξεσκίζουν, Γένεται ένα βαθούλωμα στενό στον ίδιον κόμπο, Κι αυτού ένα φύτρο κλει κανείς παρμένο απ' άλλο δέντρο, Και το μαθαίνει με το ογρό σωφλούδι να μυξώσει. Και πάλι αρόζιαστοι κορμοί θε να κοπούν και δρόμος Βαθειά στο πλέριο θ' ανοιχτεί με σφήνες, κ' εκεί μέσα Τα καρπερά φελλιάσματα θένα μπηχτούν συνέχου. Και δεν περνά πολύς καιρός και ξεπετιέται δέντρο Μεγάλο προς τους ουρανούς με χρήσιμα κλωνάρια, Και τες καινούριες φυλλωσιές δεν παύει να θιαμάζει Μόνο του και τα οπωρικά που δεν είνε δικά του.
Δεν είνε κι' όλας μιας λογής οι δυνατοί φτεληάδες, Της Ίδας ο κυπάρισσος, οι ετιές κ' οι φυσαλλίδες, Κι' όλες οι εληές οι λιπαρές την ίδια ειδή δεν έχουν, Οι λιανοληές, οι χοντροληές ή κ' οι πρικές μυρτάδες, Μήτε το κάθε οπωρικό κ' οι λόγγοι του Αλκινόου· Δεν έχουν απαράλλαχτο βλαστάρι του Κρουστούμνου Τ' απίδια και τα Συριακά και τα βαρειά δροσάτα· Στα δέντρα μας δεν κρέμονται τα ίδια τα σταφύλια, Που η Λέσβος από τες κλαδιές των Μήθυμνων τρυγάει. Εινε άσπρα Μαρεωτικά και Θασιακά σταφύλια, (Αρμόζουν κείνα στα παχειά τα χώματα και τούτα Στα πλιο φτωχά) και Ψιθικά για το σταφιδοκράσι Χρήσιμα, και λιανάρατα λαγωνικά, που πόδια Θένα κλονίσουν κάποτε και γλώσσες θα μπερδέψουν, Και άλικα και πρωτόλουγα. Και σε με τι τραγούδι Θένα σε ψάλλω Ραιτικό; μα μη φιλονικήσεις Γι' αυτό με κρασομάγαζα Φαλερνικά. Και κάνει Κρασιά γερά κι' αχάλαστα τ' Αμενειακό το κλήμα, Που ο Τμωλικός τα προσκυνά και των Φανών ο ρήγας. Και υπάρχει και το μικροστό τ' Αργίτικο σταφύλι, Που αντάμα του δε μάχεται κανένα για να δώσει Τόσους χυμούς και δε βαστά τους χρόνους σαν εκείνο. Και σε, Ροδίτη, που οι θεοί και τα στερνά τραπέζια Σε δέχονται, χαρούμενα, δε θα σε λησμονήσω, Και μήτε εσένα, Αγούμαστε, με τα παχειά τσαμπιά σου. Μα δε βολεί να μετρηθούν πόσες λογές υπάρχουν, Και πόσα είνε τα ονόματα· κι' ούτε να λογαριάσεις Τον αριθμό δεν ωφελεί· κι' αυτός, που θα θελήσει Να τον γνωρίσει, αποθυμά να ξέρει πόσους άμμους Της θάλασσας της Λιβυκής ο Ζέφυρος ταράζει, Ή, σύντα τα πλεούμενα χτυπάει δεινός ο Εύρος. Πόσα πετιώνται κύματα στα Ιονικά ακρογιάλια.
Και δε μπορούν σε κάθε γης τα πάντα να βλασταίνουν: Στους ποταμούς γεννιώνται οι ιτιές και στους χοντρούς τους βάλ- [τους Οι σκλήθροι, κι' ο όρνος ο άκαρπος στα πετρερά τα όρη. Κ' είνε οι μυρτιώνες στους γιαλούς πασίχαροι· και τέλος Ο Βάκχος τες ανίσκιωτες ραχούλες αγαπάει Και προτιμούν οι σμιλακιές βορηάδες και κρυάδες. Ιδές τη γης που δουλευτές κοσμοακρινοί ημερόνουν, Ιδές προς την Ανατολή τους τόπους των Αράβων, Ιδές και τους χρωματιστούς τους Γελωνούς: τα δέντρα Έχουν πατρίδες ξέχωρες. Γεννά μονάχη η Ινδία Τον αμπανό το μελανό, και μοναχά οι Σαβαίοι Έχουν τες λιβανόβεργες. Γιατί να σου αναφέρω Τες ρώγες του αγκαθόδεντρου, που πάντα πρασινίζει, Κι' ακόμα και τα βάλσαμα, που από το μυρωμένο Το ξύλο ιδρόνουν; και γιατί της Αιθιοπίας τα δάση, Που γραβανά τα καταντά το μαλακό μαλλί τους; Και πώς οι Σήρες τα ψιλά σπιλίγγια ξεχτενίζουν Από τα φύλλα, ή τι δρυμά φυτρόνουν στην Ινδία, Πούνε σιμά στον Ωκεανό, κατάνακρο του κόσμου Στρογγύλωμα, που εκεί η ριξιά της σαγιττιάς να φτάσει Δε δύναται τα πλιο ψηλά του ανεμισμένου δέντρου, Αν και ο λαός της δεν αργεί ταρκάσι να φορέσει; Βγάζει η Μηδία ξυνόζουμα και την πολλήωρη γέψη Του βλογημένου μήλου της, που γλιγωρότερά του, Σύντα λικάζουν φοβερές οι μητρυιές τες κούπες [Και σμίγουν με τα βότανα τα βλαβερά τα ξόρκια,] Τίποτα τόσο δε βοηθά και τίποτα δε διώχνει Από τα μέλη τ' άρρωστα τα σκοτεινά φαρμάκια. Είνε τρανό το δέντρο αυτό και στην ειδή τη δάφνη Μοιάζει πολύ, και θάτανε κ' εκείνο δάφνη, ανίσως Τρογύρου του δεν έρριχτε μιαν άλλη μοσκοβόλια. Ποτέ κανένας άνεμος δεν του ριπίζει φύλλα, Και τ' άνθια του είνε κρατερά περσότερο παρά άλλα· Το χνώτο και το στόμα τους. που ζαίνει, τα βαϊλεύουν Μ' εκείνα οι Μήδοι κ' έλεξες γιατρεύουν των γερόντων.
Μα ας μην παλεύει μήτε η γης η πάμπλουτη σε δάσα Των Μήδων, μήτε κι' ο όμορφος ο Γάγγης, μήτε ο Έρμος, Που τρέχει από το μάλαμα θολός, για τους επαίνους Της Ιταλίας, ούτε κ' οι Ινδοί, κι' ούτε τα Βάκτρα, κι' όλη Η Παγχαΐα με τους παχειούς λιβανοφόρους άμμους. Τούτην τη γης δεν όργωσαν δαμάλια που εφυσούσαν Φλόγες από ταρθούνια τους για να σπαρθούν τα δόντια Ταφύσικου του χείλυδρα· κοντάρια και μουριόνια Πυκνά ποτέ δεν πρόβαλαν σ' ανθρώπινα φυτάρια, Μα τη γιομίζουν τα ζουμιά τα Μασσικά του Βάκχου Και τα βαρειά τα οπωρικά, κι' οι εληές και τα κοπάδια Τα πρόσχαρα σκεπάζουν την. Εδώθε του πολέμου Το άτι στους κάμπους χύθηκε με το λαιμό ταψήλου· Εδώθε το τρανώτερο σφαγάρι το δαμάλι, Κλιτούμνε, κ' οι κατάλευκες κοπές, που στα νερά σου Ταγιαστικά πολλές φορές λουστήκαν, οδηγούσαν Στων αθανάτων τους ναούς Ρωμαϊκούς θριάμβους. Εδώ είνε αδιάκοπη άνοιξη, κι' ακόμα καλοκαίρι Σ' ανάντιους μήνες, δυο φορές γεννούν οι προβατίνες, Και δυο φορές με τους καρπούς μας ωφελεί το δέντρο. Μα λείπει και το τρομερό των λιονταριών το σόι Κ' οι λυσσασμένοι τίγριδες· ποτέ τους μαζωχτάδες Τους άτυχους δεν απατούν φαρμακερά βοτάνια, Και δε διαβαίνει κατά γης, γοργά, τεράστιες γύρες Μήτε με τόσο σύρσιμο δε γένεται κουλούρα Το φείδι το λεπιδωτό. Και σμίξε κι' όλας τόσες Χώρες ευγενικώτατες, και τη δουλειά των χτιρίων, Και τόσα κάστρα, που έστησε το χέρι στα χαράκια Τ' απόγκρεμα, και ποταμούς που βρέχουν στα θεμέλια Ταρχαία τειχιά. Το πέλαγο να μελετήσω εκείνο, Που από ταπάνου βρέχει την, ή τάλλο ταποκάτου; Ή και τες τόσες λίμνες της; Εσέ, ω μεγάλε Λάριε, Κ' εσένα που με κύματα φουσκόνεις, ω Βηνάκε, Και με ροές θαλασσινές; Ή και να μελετήσω Τες έπαρσες που εβάλθηκαν στο Λάκκο το Λουκρίνο, Και τα λιμάνια, και τ' αφριά, που δυνατά βροντώντας, Αγαναχτούν σ' εκείνο εκεί το μέρος, όπου αχάει Την άρμη ξαναχύνοντας το Ιουλιανό το κύμα Κι' ο σάλος μπαίνει ο Τυρρηνός στο στένωμα του Αόρνου; Εκείνη κι' όλας ασημιού κατεβασιές μας δείχνει Στες φλέβες της και μέταλλα χαλκού και το χρυσάφι Πλήθιο στους τράφους της κυλά· κι' αυτή τ' αψύ το σόι Τους Μάρσους, τη Σαβινιακή τη νεολαία, τους Ουόλσκους Που με σουβλί αρματόνονται, το Λιγυρίτη κι' όλας Που θρέφεται με τους καρπούς, εγέννησεν, εκείνη Τους Λέκιους, και τους Μάριους, και τους τρανούς Καμίλλους, Και τους σκληρούς στον πόλεμο Σκηπίωνες, και σένα, Ω τρισμεγάλε Καίσαρα, που νικητής πλια τώρα, Ξεδιώχνεις τον απόλεμον Ινδό μες της Ασίας Τες τελευταίες ακρογιαλιές απ' τα καστριά της Ρώμης. Γεια σου, μεγάλη των καρπών μητέρα, ω γης του Μεγάλη μάννα των αντρών, για σένα τώρα αρχίζω Πράμα παλαιόθε επαινετό και τέχνης έργο, πρώτος Τολμώντας άχραντες πηγές ν' ανοίξω, και τραγούδι Εγώ θα ψάλλω Ασκραϊκό στες χώρες των Ρωμαίων.
Και τώρα για τα διώματα των χωραφιών θα λέω: Οι δύναμες του καθενού ποιες είνε, ποιο το χρώμα, Στο φυσικό του καθενού τι πράματα ταιριάζουν. Και πρώτο οι ράχες οι κακές και τ' άτσαλα λιβάδια, Όπου λευκάργες άκαρπες υπάρχουν και στρυνάρι Σταγκαθερά τα γήπεδα, παλλαδικά ελαιοστάσια Χαίρονται μακροζώητα· κι' απόδειξη είνε ο ληάστρος, Που ξεφυτρόνει αρίφνητος σ' αυτούς τους ίδιους τόπους, Κ' οι λαγγαδιές που με σπειριά λογγίσια είνε στρωμένες. Μα τα παχειά τα χώματα, που από γλυκές ικμάδες Γελούν: ο κάμπος που γεννά πολύ πυκνό χορτάρι, Και πούνε πλούσιος τη σοδειά — καθώς συχνά στους λάκκους Τους βαθουλούς κάθε βουνού τον βλέπουμε· όπου τρέχουν Από τους βράχους τους ψηλούς οι ποταμοί που φέρνουν Τες χούμουλες τες καρπερές — αυτός ο κάμπος, πούνε Στο νότιον άνεμο ανοιχτός και που το βράχλο βγάζει, Το μισητό από τάλατρο: — μια μέρα αυτός αμπέλι Θα σου χαρίσει δυνατό, που θένα χύνει πλήθιον Το Βάκχο, εκείνος καρπερός θενάνε σε σταφύλια. Αυτός θα δίνει τα πιοτά που από χρυσά ποτήρια, Χύνουμε, σαν ο Τυρρηνός ο σαρκερός σημαίνει Το φίλντισί του, στους βωμούς σιμά, και σε πινάκια Αδειάζουμε ολοστρόγγυλα τα σπλάχνα που καπνίζουν. Αλλά α μοσκάρια και κοπές συ προτιμάς να βόσκεις, Ή και τες γέννες των αρνιών, ή γίδια που αφανίζουν Τες μερωσιές, τα λογγερά βουνά και του Ταράντου Τα ξέμακρα τα καρπερά θένα ζητάς, ή βρίνες, Όμοιες με κείνες που έχασεν η δύστυχη Μαντύη, Που στο χλωρό τον ποταμό χιονάτους κύκνους θρέφει· Εκεί ούτε βρύσες διάφανες ουδέ γρασίδια λείπουν Για τα κοπάδια, κι' όσο τρων τα βώδια τες μεγάλες Μέρες, σε μόνη μια νυχτιά μικρή το ξανακάνει Η κρύα δροσιά. Συχνότατα το χώμα πούνε μαύρο Και πούνε κι' όλας ξυγγερνό σαν τ' άλατρο το σκίζει, Κ' είνε στο βάθος του σαπρό, (εμείς καλλιεργώντας Αυτό βέβαια αντισκόνουμε), ταιριάζει κάλλιο απ' όλα Για στάρια. Απ' άλλο δε θα ιδείς λιβάδι να γυρίσουν Πλειότερα αμάξια με οκνηρά δαμάλια σπίτι πάρεξ Εδώθε, ή κι' όθε ο αλατρευτής ο αράθυμος λογγάρι Κουβάλησε και τα δεντρά τανέφελα για χρόνια Έρριξε και με τους κορμούς τους χαμηλούς ταρχαία Τα σπίτια των πετούμενων εγκρέμισε. Ταψήλου Εκείνα τότες τες φωληές αφίνοντας πετάξαν, Μα ο αδρύς ο κάμπος έλαμψε με το γυννί σκισμένος. Τι μόλις δεντρολίβανο των μελισσών χαρίζει Και ψωροδάφνες χαμαειδές στα πλάγια η στρυναρόγης Η νηστικιά· κι' ο γριτσερός ο τούφος, κ' η λευκάργα Που οι χείλυδρες οι μελανοί την κατατρών, καυκιώνται Πως άλλος κάμπος όμοια τους γλυκειά θροφή δε δίνει Κι' απόζαβους δεν προβοδά κρουψιώνες για τα φείδια. Κ' η γης που αχνούς πετούμενους και σύγνεφο αναδίνει Ψιλό, και πίνει το νερό και σα θελήσει πάλι Το ξαναβγάζει μόνη της, που πάντα με δικό της Ντύνεται καταπράσινο γρασίδι και δε βλάφτει Με ρόβιασμα το σίδερο και με σκουριά χαλάστρα, Αυτή μια μέρα το φτεληά θενά σου περιπλέξει Με κλήματα χαρούμενα, λαδιάρικη είνε εκείνη, Και πως αύτη είνε βολικιά για πρόβατα θα νοιώσεις Οργόνοντας, κ' υπόμονη στ' αγγυστρωτό τ' αλέτρι. Τέτοια υννιατίζει χώματα κ' η πάμπλουτη Καπύη, Κ' οι τόποι που τα διάσελλα του Βεσουβίου γγίζουν, Κι' ο ποταμός πούν' άδικος στες έρημες Αχέρρες. Τώρα θα ειπώ πως κάθε γης μπορείς ν' αναγνωρίζεις: Αν είνε ανάλαφρη ζητάς ή αν είνε πάρα πλέρια; — Γιατί προκόβουν τα σπαρτά στη μια στην άλλη ο Βάκχος, Στην πλέρια κάλλιο η Δήμητρα, στην αλαφριά ο Λυαίος· — Το πρώτο με τα μάτια σου το μέρος θα διαλέξεις, Και θα προστάξεις να σκαφτεί στην κορασίδα λάκκος, Και πάλι όλα τα χώματα θα ξαναρρίξεις μέσα Και με τα πόδια στην κορφή θενά τα ισιοβολήσεις· Ανίσως λείψουν, αλαφρύ το ημέρωμα θενάνε, Για πρόβατα πλιο ταιριαστό και θρεφτικά σταφύλια, Μα ανίσως και στον τόπο τους να ξαναπάν δε θέλουν, Και σαν οι μούρσες γιομιστούν περσέψει η γης, χωράφι Βαρύ θα γένει· λιπαρές απανωσιές και σβώλους Κακόβγαλτους περίμεινε, και σκίσε με δαμάλια, Άξια τη γης. Μα ταρμυρό το χώμα, που το κράζουν Πρικό, πουν' ατυχώτατο για τους καρπούς (εκείνο Μ' όργωμα δε μερόνεται, μηδέ το σόι του Βάκχου Φυλάει, μηδέ του οπωρικού τόνομα) τέτοιο δείγμα Θα δώκει: — Από το στέγασμα το καπνιστό καλάθια Πυκνόπλεχτα και σταφυλιών κατέβασε στραγγίστρες, Κι' αυτού το χώμα το κακό πιλάχτησε ως το χείλο Και ρουσικά γλυκόνερα μαζή. Θε να ξεφύγει Το νέρωμα όλο θετικά και θα διαβούν μεγάλες Σταλαγματιές ανάμεσα στες βέργες τες πλεγμένες, Μα η γέψη θάνε φανερό γνώρισμα και το στόμα Τάχαρο των δοκιμαστών πρικάδα θα ζαβώσει. Κι' ομοίως ποια γης είνε παχειά γνωρίζουμε σε τούτον Τον τρόποι δε σκορπά ποτέ, στα χέρια όταν την πλάθεις, Μα σου κολλά στα δάχτυλα, κρατώντας την, σαν πίσσα. Θρέφει χορτάρια πλιο τρανά η ογρή, και μάλιστα είνε Περσότερο από το σωστό καλόρεχτη· αχ εκείνη Για με ας μην είνε καρπερή πάρα πολύ και πάρα Δυναμωμένη ας μη δειχτεί στα πρώτα της αστάκια! Ποια είνε βαρειά και ποια αλαφρυά το ίδιο της το βάρος Αμίλητα το μολογά· κι' αμέσως με το μάτι Η μαύρη ξεχωρίζεται και κάθε μιας το χρώμα, Αλλά είνε δύσκολο να βρεις τη δολερή κρυάδα: Ως τόσο μόνο οι σμιλακιές, οι βλαβερές, κ' οι πεύκοι, Κ' οι κίσσερες οι μελανοί τα χνάρια της σου δείχνουν.
Αφού σε τούτα επρόσεξες, θυμήσου ν' αναβράσεις Πολύ πρωτήτερα τη γης και να σουδοκοπήσεις Τα τρισμεγάλα τα βουνά, και στο βορηά τους σβώλους Πρωτήτερα τανάσκελα ν' απλώσεις, πριν ριγίσεις Πρόσχαρο γένος αμπελιού. Πολύ καλοί είνε οι κάμποι Με τα σαπρά τα χώματα: κι' αυτό το κατορθόνουν Οι αέριδες κ' οι παγερές πάχνες κι' ο νευρωμένος Σκαφτηάς ανασκαλεύοντας τονιές ξεσφαλλισμένες. Ανίσως κι' όλας μερικοί δεν αμελούν καμίαν Έγνοια, πρωτήτερα ζητούν παρόμοιος νάνε ο τόπος, Όπου το πρώτο το φυτό των δέντρων ετοιμάζουν, Μ' εκείνον που θα τα δεχτεί σε λίγο χωρισμένα, Μήπως τη μάννα που άλλαξε δε στρέξουν να γνωρίσουν. Ως και το μέρος τουρανού στη φλούδα σημαδεύουν, Για να στηθεί κάθε δέντρο στον τρόπο που εστεκότουν, Με το ίδιο μέρος να βαστά τα κάματα του Νότου Με το ίδιο μέρος να γυρνά τες πλάτες του στον πόλο· Τόσο μπορεί το μάθημα στην τρυφερή ηλικία. Και πρώτα απ' όλα ρώτησε που πρέπεται ταμπέλι Να φυτευτεί· καλήτερα στες ράχες ή στο σιάδι· Κι' α λιβαδιού θρεφτάρικου διαλέξεις τα χωράφια, Φύτευε τότες τες κλαδιές πυκνές· πλιο οκνός ο Βάκχος Δε γένεται με την πυκνή καρποφόρα· κι' αν πάλι Διαλέξεις ένα γήπεδο ροβολητό με ράχες Ή και βουνάκια πλαγιαστά, στα ορδίνια δώκε χάρη. Μα πάντα οι δρόμοι, που λοξά τους κόβουν άλλες στράτες, Θε νάνε τέλεια ταιριαστοί στα φυτεμένα δέντρα. Κι' όπως, όταν τες σπείρες της ξεδίπλωσε του μάκρου Η λεγεώνα για τρανόν αγώνα και τασκέρι Εστάθηκε στον ανοιχτόν τον κάμπο κ' οι γραμμές του Είν' ίσιες, κι' από το χαλκό που αστράφτει κυματίζει Μακρόθε η γης ολάκερη, κ' οι τρομερές οι μάχες Ακόμα δεν εμάνισαν, μα ανάμεσα στα όπλα Περιπλανιέται δίβουλος ο Άρης, έτσι οι δρόμοι, Που ολούθε θάνε ομοίως πλατειοί, θα διαχωρίζουν όλα. Κι' όχι για νάβρει μοναχά στην αδειανή τη θέα Κάποια ξεφάντωση η ψυχή, αλλά γιατί δε δίνει Αλλοιώς τες ίδιες δύναμες η γης σε κάθε κλήμα, Και δε θα μπόρειαν οι κλαδιές ν' απλώσουν μέσα στάδεια.
Ίσως ρωτάς τι βάθωμα ταυλάκια πρέπει νάχουν; θα τόλμουνα να μπιστευτώ το κλήμα σε σαϊττάρι Στενό· το δέντρο μπήγεται βαθύτερα στα σπλάχνα Της γης, κι' ο πρίνος μάλιστα, που όσο με την κορφή του Στου αιθέρα απλόνει τες πνοές, και με τη ρίζα τόσο Έρχεται προς τα Τάρταρα· γι' αυτό μήτε ο χειμώνας, Μήτε βροχάδες κι' άνεμοι δε θα τον ανασπάσουν, Αλλά θα μείνει ασάλευτος και θένα καταβάλει Στο δούρημα πολλότατους απόγονους κ' αιώνες. Αφίνοντας πολλές γενιές ανθρώπων να διαβαίνουν, Και τότες πέρα απλόνοντας τα μπράτσα και τους κλώνους Τους δυνατούς, ολόγυρα τον απεικό τον ίσκιο Αυτός στη μέση στέκοντας βαστά με τον κορμό του.
Ταμπέλι ας μη σου προσκυνά τον ήλιο που καθίζει, Κι' ανάμεσα στα κλήματα λεφτοκαρυές μη βάλεις. Και μη διαλές τες πλιο ψιλές βεργούλες και μη σπάσεις Ρίγια από τα ψηλότερα του δέντρου (τόσος είνε Της γης ο πόθος). Τα φυτά μη βλάφτεις με λεπίδι Πατσό και κλώνους αγριλιού στη μέση μη φυτεύεις, Τι οι ξέφρονες οι πιστικοί συχνά να πέσει αφίνουν Φωτιά, που πρώτα κλέφτικα στη λαδερή τη φλούδα Κρουμμένη, ανάφτει τους κορμούς και παίρνοντας τα φύλλα Βροντά απεικά στον ουρανό κι' απεκείθε ακλουθώντας Στους κλάδους και στες υψηλές κορφάδες βασιλεύει Νικήτρα, κι' όλο το δέντρο τυλίγει με τες φλόγες, Κι' από την πίσσινη καπνιά πυκνό, μελανιασμένο Γνέφι πελλεί στους ουρανούς, και μάλιστα αν φουρτούνα Πέσει στα δάσα από ψηλά, και συμμαζέψει ο αέρας Τες πυρκαϊές και φέρει τες· και σύντα γένει τούτο Από τη ρίζα δε φελούν και να συνέρθουν πάλι Τα κούρβουλα που εκόπηκαν δε δύνανται, και μήτε Όμοια και πάλι από τη γης να πρασινίσουν· μένει Ταγρίλι μόνο τάχαρο με τα πρικά τα φύλλα.
Κανένας συμβουλάτορας ας μη σε καταπείσει, Όσο κι' αν είνε γνωστικός, τους κάμπους τους πημένους Χ' ανασκαλέψεις, σα φυσά Βορηάς, γιατί ο χειμώνας Τότες με πάγο κατακλεί τη γης και δεν αφίνει Τη ρίζα που μορφόνεται, σύντα θαφτεί το ρίγι, Μέσα στο χώμα να μπηχτεί. Την κοκκινοβαμμένη Την άνοιξη, σαν έρχεται το κάτασπρο λελέκι, Που το μισούν τα μακρουλά τα φείδια, τότες είνε Η πλιο καλήτερη εποχή για να φυτέψεις κλήμα, Ή και με του χινόπωρου τες πρώιμες κρυάδες, Όταν ο ήλιος ο γοργός δε γγίζει ακόμα τάστρα Της χειμωνιας με τάλογα, κ' έχουν περάσει οι κάψες. Η άνοιξη ξεχωριστά στες φυλλωσιές των δέντρων, Η άνοιξη είνε χρήσιμη στο λόγγο. Η γης φουσκόνει Την άνοιξη κι' αποζητά τους όρους που βλητρόνουν. Τότες ο παντοδύναμος Αιθέρας, ο πατέρας, Στον κόρφο της χαιράμενης συμβίας του κατεβαίνει Με τες βροχές τες καρπερές, και θρέφει κάθε βλάστα, Ο μέγας που ανταμόνεται με το κορμί το μέγα. Και τότες από τα πουλιά τα λάλα αχολογάνε Τα ξακρισμένα τα βεργά και τα κοπάδια τότες Την Αφροδίτη αποζητούν στες διορισμένες μέρες. Γεννοβολά το θρεφτικό χωράφι, και στες αύρες Τες χλιαρές του Ζέφυρου τον κόρφο η γης ανοίγει. Χυμός καινούριος περισσός είνε σε κάθε δέντρο. Στες νέες λιακάδες άφοβα μπιστεύονται τα φύτρα. Δεν τρέμει ταμπελόκλαρο μην ο νοτιάς φυσήσει, Ή τες βροχάδες που οδηγούν στον ουρανό βορηάδες Τρανοί, αλλά μάτια ξεπετά κι' ανοίγει όλα τα φύλλα. Λέγω πως δεν ανάφαναν στην πρώτη αρχή του κόσμου Που εγένοτουν, αλλοιώτικες ημέρες και δεν είχαν Άλλη σειρά. Ήταν άνοιξη· την άνοιξη η μεγάλη Σφαίρα εχαιρότουν, τες πνοές τες κρύες αντικρατούσαν Οι Εύροι, σαν ερούφηξαν το φως τα ζα τα πρώτα, Και των ανθρώπων πρόβαλε το χωματένιο γένος Από τη γης τη χέριση την κεφαλή, και τάστρα Στους ουρανούς ερρίχτηκαν και τα θεριά στους λόγγους. Δε θα μπορούσαν ταπαλά φυτάρια να βαστάξουν Τους κόπους τους τους τωρεινούς, α δεν έρχότουν τόσος Αναπαμός ανάμεσα στο κρύο και στην κάψα, Κ' η καλωσύνη τουρανού τη γης δεν περικλειούσε· Μένει και τούτοι ολόγυρα στα ρίγια που ζουλίζεις Στους κάμπους, σκόρπα κοπριές παχειές, όποια κι' αν είνε, Κ' έχε στο νου σου με πολλούς χωμούς να τα σκεπάσεις, Ή θάψε πέτρες πιοταριές, ή γριτσερά κοχύλια, Τι ανάμεσό τους τα νερά ξεφεύγουν, κ' ένα αέρι Μπαίνει ψιλό, και τα φυτά θυμόνουν, και βρεθήκαν Καμπόσοι που από πάνουθε τα πλάκωσαν με γούλους, Κι' άλλοι με βάρος κουρουπιού πολύ τρανού· κι' αυτό είνε Αρματωσιά για τες δαρτές βροχές· αυτό, σα σκάζει Τη γης, που η δίψα τη νικά, ο καυτερός ο Σκύλος.
Κι' αφού οι κλαδιές ριγίστηκαν ακόμα σου απομένει, Τη γης ν' ανοίγεις το συχνό τρογύρου στα κεφάλια. Και ν' αναρρίχνεις τη σκληρή δικέλλα ή να δουλεύεις Βαθειά το χώμα μ' άλατρο, κι' ανάμεσα στα ίδια Τ' αμπέλια, τα καματερά, που αγαναχτούν, να στρίφεις· Να τες ταιριάσεις έπειτα στ' ανάλαφρα καλάμια Σε βέργινα γδαρτά ραβδιά, σε φράξινα παλούκια, Σ' αδρυά δικράνια, που σ' αυτών τες δύναμες θα μάθουν Τα κλήματα να στηριχτούν και ν' αψηφούν ανέμους Και ν' ανεβούν πατώματα στους τρίψηλους φτεληάδες. Κι' όταν το πρώτο το κλαρί με φυλλωσιά καινούρια Αξαίνει, πρέπει να φυλάς τες τρυφερές τες άκρες, Κι' όταν ο πρώτος ο βλαστός στες αύρες ανεβαίνει Και ρίχνεται στον ουρανό με τα λουριά ντωμένα, Δεν πρέπει με του κοπιδιού την κόψη να τες γγίξεις, Αλλά κρατώντας γυριστά τα χέρια σαν αγκύστρια. Καμπόσα φύλλα θένα σπας για να τα ξαναρηόνεις· Και σαν το κλήμα ηλικιωθεί και το φτεληά αγκαλιάσει Με το χοντρό το κούτσουρο, τα ξώκλαρά του τότες Κόβε και τότες σμίκραινε τες πλαγεινές τσαμπούνες, (Το έσκιαζε πριν το σίδερο) κυριάρχησέ το τώρα Σκληρά, και μάσε τες κλαδιές που γένονται μυζήτες.
Και φράχτες πλέξε ολόγυρα, και βάστα κάθε ζώο Μακρυά, σα μάλιστα ο φλαστός είνε χολός ακόμα, Κ' είνε στα πάθια αμάθητος τι δεν τον περιπαίζουν Μόνο οι χειμώνες οι άδικοι κι' ο δυνατός ο ήλιος, Μα και λογγίσια αγριόβωιδα και γίδες κυνηγήτρες, Βόσκει τον και το πρόβατο κ' η αχόρταγη αγελάδα. Και τόσο δεν τον έβλαψαν ποτέ τους οι κρυάδες Με πάχνες ασπρουλιάρικες που πήγουν, μήτε οι κάψες Που αβάσταχτες στ' απόξερα χαράκια πέφτουν, όσο Κείνα τα ζα και του σκληρού δοντιού τους το φαρμάκι Και το σημάδι της πληγής στη δαγκαμένη δράνα.
Τον τράγο σ' όλους τους βωμούς δε σφάζουν γι' άλλο κρίμα Στο Βάκχο, και τα παλαιά δραματικά παιγνίδια Δεν ανεβάζουν στη σκηνή. Το γένος του Θησέα. Σε σταυροδρόμια και χωριά, τον έδινε βραβείο, Κι' αδειάζοντας χαιράμενο κρασόκουπες πηδούσε Μες στα λιβάδια ταπαλά σ' ασκιά αλειμμένα λάδι. Αλλά κ' οι Αυσόνιοι γεωργοί, που από την Τροία βγήκαν, Παίζουν με στίχους άτεχνους και γέλοια δίχως μέτρο, Και προσωπίδια σκιαχτερά σε φλούδες σκαλισμένα Φορούν, και κράζουν, Βάκχε, εσέ με πρόσχαρα τραγούδια, Κ' είδωλα σειούμενα κρεμούν στον υψηλόν τον πεύκο. Γι' αυτό με πλήθιο κάρπισμα μεστόνει κάθε αμπέλι, Γιομίζουν οι γυρτές λακκιές και τα βαθειά φαράγγια, Κι' όθε ο θεός περίστρεψε το τίμιο το κεφάλι. Λοιπόν, θα λέμε, ως πρέπεται, με πατρικά τραγούδια Στο Διόνυσο τες δόξες του· και πήτες και πινάκια Θα φέρνουμε, και στο βωμόν ο τράγος ο αγιασμένος Θα στέκει, από το κέρατο φερμένος, και σε σούβλες Λεφτοκαρένιες τα παχειά θα ψένουμε τα σπλάχνα.
Για το συγύριο του αμπελιού δουλειές υπάρχουν κι' άλλες, Που ολότελα δε σώνονται ποτέ: γιατί στο χρόνο Και τρεις και τέσσερις φορές θε ν' ανοιχτεί το χώμα, Και με τους σκούλους δικελιού θε να τριφτούν οι σβώλοι Πάντα, και θα αλαφραίνεται το κάθε περιβόλι Από το βάρος του κλαριού. Γυρίζοντας σε κύκλο Οι κόποι για τους δουλευτές ξανάρχονται, κι' ο χρόνος Πάνου στα χνάρια του κυλά γύρου στον εαυτό του. Και για καιρό αφού ερείπισε ταμπέλι το στερνό του Φύλλο κι' ο κρύος ο Βορηάς το στόλισμα του λόγγου Εμάδησε, τες φαντασιές ο ράθυμος χωριάτης Στο χρόνο τον ερχάμενον απλόνει και απηχάει Τα κλήματα τα ολόγυμνα με το γυρτό το δόντι Του Κρόνου και κλαδεύοντας και κόβοντας τα σιάζει. Πρώτος τη γης ανάσκαφτε, πρώτος τα ξακρισμένα Κοψίδια κάψε, φύλαγε τους πάλους σπίτι πρώτος. Ύστερος τρύγα. Δυο φορές στους αμπελώνες ίσκιοι Ντρυμόνονται, και δύο φορές με τα πυκνά ταγκάθια Το χόρτο ντύνει τες φυτειές· βαρειές δουλειές κι' οι δύο· Το μέγα χτήμα επαίνεσε, το λίγο καλλιέργα. Στους λόγγους κι' όλας τα τραχειά βεργιά του αγριομύρτη Και το καλάμι κόβεται στων ποταμών τους όχτους, Και για τες άγριες ιτιές δεν ησυχάζουν οι έγνοιες. Εδέθηκε το κλήμα πλια, για τα δεντράκια τώρα Το κλαδευτήρι είν' άχρηστο, και τραγουδά ο κλαδούχος, Αφού τους ύστερους δομούς συγύρισε, στην άκρη, Μα η γης δε θέλει αναπαμό, και σκόνες θα σηκόνεις Και τες βροχές θα σκιάζεσαι για το σταφύλι τ' ώρμο.
Οι εληές αντίς καλλιεργημό κανέναν δε χαλεύουν, Αφού κολλήσουν μια φορά στο χώμα και στ' αέρι Μάθουν, δρεπάνι γυριστό και δυνατές αξίνες Δεν περιμένουν, μόνη η γης χυμό αρκετό τους δίνει, Σαν ανοιχτεί με τη ζαβή τη δίκοπη και πλήθιους Καρπούς, ανίσως με γυννί. Θα κουναρείς για τούτο Το λαδερό το εληόδεντρο, που αρέσει της Ειρήνης.
Έτσι και τα καρπούσιμα τα δέντρα, σα γρικήσουν Δυναμωμένους τους κορμούς, και μπόρεσες δικές τους Λάβουν, γοργά με δύναμη δική τους προς ταστέρια Πετιώνται και το βόηθειο μας καθόλου δε γυρεύουν. Παρόμοια κι' όλας με καρπούς κάθε δρυμό βαραίνει. Και κοκκινίζουν χέρισες των όρνιων οι κουρνιάστρες Με τα αιματένια τα σπειριά· κουρεύονται τριφύλλια, Και τα ρουμάνια τα ψηλά μας προβοδούν τες δάδες, Που θρέφουν της νυχτός τες στιες και χύνουν φως τρογύρου. Και να διστάζουν οι άνθρωποι να σπέρνουν κ' έγνοιες νάχουν! Τι τα τρανώτερα να ειπώ; Τα ταπεινά τα σπάρτα, Κ' οι ετιές, σταρνιά το φύλλο τους, ισκιά στον κοπαδιάρη Χαρίζουν, φράχτες στα φυτά και βόσκισμα για μέλι· Κ' είνε χαρά τον Κύτωρο, που κυματοκοπάει Απ' τα πυξάρια, να θωρείς, και τα δρυμά που βγάζουν Την πίσσα τη Ναρυκιακή· χαρά να βλέπεις κάμπους, Που δε χρειάζονται τσαπιά και κανενού φροντίδες. Οι λόγγοι κι' όλας οι άκαρποι στο χτένι του Καυκάσου, Που οι Εύροι πάντα μανιακοί τους θραύουν και τους παίρνουν. Ή τονα ή τάλλο γέννημα μας δίνουν: δίνουν ξύλο Χρήσιμο· για πλεούμενα τους πεύκους· κυπαρίσσια Και κέδρους για τα σπίτια μας. Τορνεύουν για τες ρόδες Εκείθε αχτίδες οι γεωργοί, και γι' άμαξες τροχάλια, Και για καράβια απόζαβες καρήνες ετοιμάζουν. Γεννούν πλεχτόβεργες οι ετιές, και φυλλωσιά οι φτεληάδες. Από μερτσίνες γένονται λογής κοντάρια, κ' είνε Καλές για πόλεμο οι κρανιές, λεβδίζουν για δοξάρια Της Ιτουραίας οι σμιλακιές, και ταλαφρό φλαμούρι Και το πυξάρι, που λαμπρό το κάνει ο τόρνος, παίρνουν Μορφές, αφόντις σκαλιστούν μ' ακονισμένο ατσάλι. Οι σκλήθροι πλεν στ' ορμητικό το κύμα, αφού ερριχτήκαν Στον Πάδο, τα κουβέλια τους οι μέλισσει τα κρούβουν Σε σάπιους πρινοκούφαλους και κουφωμένες φλούδες. Τι έφεραν όμοια αξιόλογο τα Βακχικά τα δώρα;
Ο Βάκχος κι' όλας έδωκε την αφορμή στο κρίμα, Με θάνατο τους κένταυρους, το Ροίτο και το Φόλο Και τον Υλαίο κατάβαλε, που τούτος τους Λαπίθες Φοβέρισε σηκόνοντας τη στάμνα τη μεγάλη.
Ω τρισμακάριστοι οι γεωργοί σαν ξέρουν ταγαθά τους! Η ίδια η γης δικαιότατη τους χύνει από το χώμα Εύκολη ζήση, μακρυά από τα διχόγνωμα όπλα. Ψηλό παλάτι, με μπασιές περήφανες, την κάθε Αυγή, α για κείνους δεν ξερνά χαιρετιστάδων πλήθος Απ' όλες του τες κάμαρες, κι' ορθούς πλουμιδισμένους Με ωραίο μπαγά α δε λαχταρούν, και ντυμασιές κλεισμένες Στο μάλαμα, και χάλκωμα της Κόρινθος, κι' αν τάσπρο Μαλλί δε βάφουν πορφυρό στ' Ασσυριακό φαρμάκι, Κι' α με κανέλλα δε χαλούν του αγνού λαδιού τη χρήση, Μα δεν τους λείπει η ξέγνοιαστη γαλήνη, δεν τους λείπει Ζωή με πλούτη μπόλικα, που πλάνες δεν κατέχει· Μα δεν τους λείπει η ανάπαψη στους διάπλατους τους κάμπους, Σπηλιές, και λίμνες ζωντανές, τα παγερά τα Τέμπη. Και των βωδιών το μούγγρισμα, και στες ισκιές των δέντρων Ύπνοι γλυκοί. Εκεί βρίσκονται θεριών μονιές και λόγγοι Και νεολαία εργατική στο λίγο μαθημένη· Εκεί γιορτάζουν τους θεούς και σέβονται τους γέρους. Και φεύγοντας από τη γης τα τελευταία τα ζάλα Ανάμεσό τους έκαμεν η θεία Δικαιοσύνη.
Εγώ το πρώτο επιθυμώ να με δεχτούν οι Μούσες, Που πριν απ' όλα είνε γλυκές και ιερουργός τους είμαι Από μεγάλον έρωτα για κείνες χτυπημένος, Και να μου μάθουν τουρανού τους δρόμους και ταστέρια, Του ήλιου τα σκοτίσματα, του φεγγαριού τα πάθη, Πώς γένονται οι σεισμοί στη γης, πώς τα βαθειά πελάγη Φουσκόνουν, τα προχώματα χαλώντας, και καθίζουν Πάλι στον τόπο τους, γιατί της χειμωνιάς οι ήλιοι Βιάζονται τόσο να σβυστούν στον Ωκεανό και τέλος Ποια χασομέρια αντικρατεί τες άργητές τες νύχτες. Αλλά α, για να μη δύναμαι να μπω σ' αυτά μέρη Της φύσης, το αίμα αντισταθεί στα φυλλοκάρόια κρύο, Βρύσες ποτίστρες λαγγαδιών θα χαίρομαι και κάμπους Και ποταμούς αδόξαστος θένα αγαπάω και λόγγους. Ω εσείς λιβάδια πού είσαστε, και Σπερχειέ, και πού είσαι Ταΰγετε όπου οι Λάκαινες παρθένες οργιάζουν! Ω ποιος στου Αίμου τες λακκιές τες κρύες θα με ποθώσει, Και με ίσκιους κλώνων απεικούς ποιος θένα με σκεπάσει; Χαρά στον όπου μπόρεσε να μάθει τες αιτίες Απ' όλα, και που επέταξε στα πόδια του τον κάθε Φόβο την ασυγκίνητη τη μοίρα και τον κρότο Του Αχέροντα. Καλότυχος κ' εκείνος που γνωρίζει Τους ξεχωρίτες τους θεούς, τες αδερφάδες Νύμφες, Τον Πάνα και το γέροντα Σιλβάνο· δε λυγίζουν Εκείνον οι βασιλικές πορφύρες, μήτε οι βέργες Της εξουσίας του λαού, μήτε η διχογνωμία Που ανακατόνει τ' άπιστα ταδέρφια, μήτε ο Δάκας Σαν οχ τον Ίστρο κατεβεί το συνωμότη, μήτε Της Ρώμης τα πολιτικά και τα πεσμένα κράτη. Για πένητα δεν πόνεσε σπλαχνιούμενος εκείνος. Μήτε τον πλούσιο εφτόνεσε, μα τους καρπούς που οι κλώνοι Κ' οι κάμποι δίνουν μόνοι τους, καλόβουλοι, τρυγάει, Και δε γνωρίζει του λαού τες χαρτοθήκες, μήτε Την αγορά την άτσαλη και τα σκληρά κριτήρια. Άλλοι το κύμα το τυφλό με τα κουπιά ταράζουν, Ρίχνονται στ' άρματα, σ' αυλές ντρυμόνουν και κατώφλια Βασιλικά· μ' αφανισμό τη χώρα φοβερίζει Και τους σπιτίσιους τους θεούς τους δύστυχους εκείνος, Για νάχει στρώμα Τυριακή πορφύρα και να πίνει Από πετράδι· και στη γης τα πλούτη του άλλος κρούβει. Και σαν κλωσσώντας κάθεται το χρήμα το θαμμένο, Τούτος θαμπόνεται μπροστά στο βήμα ξυπασμένος. Κι' άλλος χειροκροτήματα στο θέατρο γρικώντας — Και πατρικίων και λαού — συνεπαρμένος χάσκει· Κι' άλλοι ζητούν χαρούμενοι, κάτουθε απ' άλλον ήλιο, Πατρίδα με αίμα αδερφικό βαμμένοι και ξαλλάζουν Μ' εξορισμό την κατοικιά και το γλυκό το σπίτι. Τη γης δουλεύει ο γεωργός με το γυρτό ταλέτρι, Απόκει το συνέμπασμα του χρόνου, κυβερνάει Απόκει την πατρίδα του και τους μικρούς θεούς του, Και τες κοπές του και, καθώς τους πρέπει, τα δαμάλια. Και δεν υπάρχει αναπαμός ή με καρπούς ο χρόνος Γιομίζει, ή με των κοπαδιών τη γέννα ή με φουφούλες Αστάκια Δημητριακά, και με το δόσιμό τους Φορτώνει τ' αυλακώματα και ξεχειλά τ' αμπάρια· Αλέθονται στα λητρουβειά, σαν έρχεται ο χειμώνας Της Σικυώνας τα σπειριά, κι' από το βαλανίδι Χαρούμενα τα μοχτερά ξανάρχονται στο σπίτι, Και δίνουν τότε οι κουμαριές τα κούμαρα στους λόγγους. Προσφέρνει το χινόπωρο λογιών καρπούς και βράζει Ήμερος τρύγος στα ψηλά, σε βράχους ηλιασμένους: Κι' ως τόσο τέκνα ολόγυρα στο στόμα του πατέρα Γλυκά κρεμιώνται, την τιμή φυλάει το αγνό το σπίτι, Των αγελάδων τα βυζιά γαλατερά προβάλλουν. Και τα θρεμμένα τα τραγιά στο πρόσχαρο γρασίδι Μ' αντικρυσμένα κέρατα παλεύουν σύνατά τους. Αυτός γιορτάζει τες γιορτές και πλαγιαστός στο χόρτο. Όπου τη στάμνα οι σύντροφοι στολίζουν με στεφάνια Γύρου στη στια καθούμενοι, σε κράζει και σου χύνει Κρασί, Ληναίε, και στους βοσκούς αγώνισμα προβάλλει Να σημαδέψουν το φτεληά με το γοργό κοντάρι. Και για το ξεχωρίτικο το πάλεμα γυμνόνουν Τούτοι τ' απόσκληρα κορμιά. Τέτοια ζωή οι Σαβίνοι Αγάπησαν οι παλαιοί στους περασμένους χρόνους· Τέτοιαν ο Ρήμος κι' ο αδερφός, κ' η δυνατή Ετρουρία Σ' αυτόν τον τρόπο ετράνωσε· κι' αλήθεια απ' ό,τι υπάρχει Εγίνηκε το πλιο ώμορφο σ' αυτόν τον τρόπο η Ρώμη. Και με τειχιά περίκλεισε τα εφτά τα κάστρα αντάμα. Και πρίχου πάρει ο βασιληας ο Κρητικός το σκήπτρο, Και τα σφαχτά καματερά γευτεί το ανόσιο γένος, Στη γης ο Κρόνος ο χρυσός τέτοια ζωή περνούσε, Κι' ακόμα σάλπιγγες κανείς δεν άκουε να σημαίνουν, Και σπάθες να τριζοκοπούν στα σιδερένια αμόνια.
Μα άπειρο σιάδι αφήκαμε στο δρόμο μας οπίσω· Καιρός του ατιού να λύσουμε τον τράχηλο που αχνίζει.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ.
Μεγάλη Πάλης ως κ' εσέ, και σε βοσκέ του Αμφρύσου, Περίφημε, και σας δρυμά του Λύκαιου και ποτάμια, Σας ψάλλω. Τάλλα που το νου τον εύκαιρο σκλαβόνουν Με το τραγούδι, είνε κοινά. Ποιος το σκληρό Ευρυσθέα, Ή τους βωμούς του ανέπαινου του Βούσιρι δεν ξέρει; Τον Ύλα ποιος δε μελετά, και τη Λητώα Δήλο, Ή και την Ιπποδάμεια και το δεινό αλογάρη Τον Πέλοπα, τον προφαντόν από το φιλντισένιο Το νώμο; Πρέπει να ριχτώ σε δρόμο, όπου κι' ο ίδιος Θένα μπορέσω από τη γης να σηκωθώ παράνου Και νικητής να πέτομαι στο στόμα των ανθρώπων. Εγώ πρώτος στον τόπο μου μαζή μου θα οδηγήσω, Όταν από το ψήλωμα της Αονίας ξανάρθω, Ανίσως ζήσω μοναχά, τες Μούσες, κ' εγώ πρώτος Θε να σου φέρω τες βαγιές της Ιδουμαίας, Μαντύη, Κ' ένα ναό στον πράσινο τον κάμπο μαρμαρένιον Θα στήσω δίπλα στο νερό, κει που πλανιέται ο Μίγκιος, Μέγας, με γύρες σιγαλές, με το χολό καλάμι Τους όχτους του πλουμίζοντας. Στη μέση θα μου στέκει Ο Καίσαρας και το ναό θα πιάνει· και για κείνον, Σα νικητής, περίλαμπρος στην Τυριακή πορφύρα, Άμαξες τεσσεράλογες εγώ εκατό θα βάλω Να τρέξουν στ' ακροπόταμα· κι' ολάκερη η Ελλάδα Αφίνοντας τον Αλφειό για εμέ και του Μολόρχου Τα περιβόλια, με άργαστο πετσί και στην τρεχάλα Θα αγωνιστεί. Κ' εγώ με εληάς ζαΐδα μουτεμένην Στεφανωμένος, χάρισμα θυσιαστικό θα φέρω· Τώρα πομπές επίσημες, ω τι χαρά! στρατεύω Προς τα αγιαστήρια και θωρώ σφαμένα τα δαμάλια. Βλέπω να αλλάζεται η σκηνή γυρνώντας, κ' οι υφαμένοι Οι Βρεταννοί την πορφυρήν αυλαία να σηκόνουν. Με μάλαμα και φίλντισι σκληρό των Γαγγαρίδων Τον πόλεμο και τάρματα του νικητή Κυρίνου Θένα εικονίσω στες μπασιές. Εκεί το Νείλο κι' όλας, Που κύματα από τες μαλιές και που μεγάλος ρέει, Και τες κολώννες πώβγαλε το χάλκωμα των πλοίων. Τες χώρες, που υποτάχτηκαν, θα σμίξω της Ασίας Και το Νιφάτη που έπεσε, τον Πάρθο που στο φύγι Μπιστεύεται κι' ανάστροφα τες σαγιττιές του ρίχνει, Τα δυο τα τρόπαια που από οχτρούς ξεχωριστούς παρθήκαν Και σε θριάμβους δυο βολές των δυο γιαλών τον κόσμο. Κι' ορθά θα στέκουν στο ναό τα Παριακά ληθάρια, Αγάλματα που την πνοή θε νάχουν: του Ασσαράκου Το γεννοβόλι κ' η σειρά που βγήκε από το Δία, Κι' ο πρώτος Τρώας κι' ο Κυνθιακός θεμελιωτής της Τροίας. Άχαρος θένα σκιάζεται τες Εριννύες ο φτόνος Και το νερό του Κοκυτού ταψύ, και τα στριμμένα Σερνάμενα του Ιξίονα και την τεράστια ρόδα Και τον ακατανίκητο το βράχο. Ως τόσο τώρα Ας ακλουθήσω τ' άχραντα ρουμάνια των Δρυάδων Και τα φαράγγια, τες βαρειές, Μαικήνα, προσταγές σου. Δίχως εσέ δεν αρχινά τρανό κανένα ο νους μου· Έλα λοιπόν την άνεργη τη χασομέρια πάψε· Μ' ένα μεγάλο χουγιατό με κράζει ο Κιθαιρώνας, Κ' οι σκύλοι του Ταΰγετου κ' η Επίδαυρο, που στρώννει Τ' άτια· κι' απ' τον αντίλαλο των λόγγων διπλωμένο Αντιβογγάει το φωνατό. Μα γλίγωρα θε νάμαι Αρματωμένος για να ειπώ τες φλογερές αμάχες Του Καίσαρα· κι' όσες χρονιές τον Καίσαρα χωρίζουν Από την πρώτη την αρχή του Τιθωνού άλλες τόσες Στην οικουμένη η δόξα του θ' απλώνει τόνομά του.
Όποιος βαγιάς Ολυμπιακής θιαμάζει τα βραβεία Και ταληγάρια κουναρεί, κι' όποιος για το ζευγάρι τα δυνατά καματερά, το πρώτο των μαννάδων Θένα διαλέξει τα κορμιά. Της πλιο καλής δαμάλας Είνε το βλέμμα ανάποδο, και κακοειδή η κεφάλα Και πλήθιο είνε το σνίχι της και κρέμεται η μαντύλα Απ' το πηγούνι στα μεριά· κι' απέκει δίχως μέτρο Είν' απλωμένη η πλαγαριά· κ' είνε όλα της μεγάλα Ως κ' η ποδάρα· και ταυτιά κάτου από τα στριμμένα Τα κέρατα είνε τριχωτά. Δε με κακοφανίζει Αν είνε με μπαλώματα και μ' άσπρο σημειωμένη, Ή αν το ζυγό δε δέχεται, κι' αν κάποτε ξαμόνει Με τάρματο, κι' α δαμαλιού προσμοίαζει στο μεισήδι, Ή εκείνη πούνε ολάκερη ψηλή, που περπατώντας Τες πατουμιές της φρουκαλεί με της οράς την άκρη. Κ' έπειτα από τους τέσσερους και πριν τους δέκα χρόνους Εινε για την Ειλήθυια και για τους Υμεναίους Σωστή ηλικία· τα επίλοιπα τα χρόνια δεν αχρίζουν Για γέννες κι ούτε δύναμη για τ' άλατρο δεν έχουν. Ως τόσο σύντα τες κοπές η νειότη πλημμυράει Πασίχαρη, ξαπόλυσε τ' αρσενικά κι' απ' όλους Πρώτος εσύ παράδωκε τα ζα της Αφροδίτης, Κι' από το γεννοβόλι τους ξανάνειονε το σόι. Φεύγουν μπροστά για τ' άτυχα τα θανατογραμμένα Όλες οι πλιο καλήτερες ημέρες της ζωής τους· Έρχονται αρρώστειες κι' άχαρα γεράματα, κ' οι κόποι Και η απονιά του αλύγιστου θανάτου τα ξεκάνουν. Κάποια, που τα κουφάρια τους θε νάθελες ν' αλλάξεις, Υπάρχουν πάντα· πάντοτε για τούτο πόλλαινέ τα, Και για να μην αποζητάς τα ψόφια, θα προλάβεις Και θα διαλές για τες κοπές μοσκάρια κάθε χρόνο.
Κ' έχει παρόμοιο διάλεγμα κ' η φάρα των αλόγων. Εκείνα που αποφάσισες εσύ ν' αναλικώσεις Ελπίζοντας να γενειαστείς το σόι, θα τα φροντίζεις Από τα χρόνια τα μικρά περίσσια. Το πουλάρι Του ευγενικού του ζωντανού περήφανα στους κάμπους Βαδίζει εύτύς και τ' απαλά μεριά του τανεμίζει. Να τρέχει πρώτο αποκοτά στο δρόμο και να μπαίνει Σ' αγροικωμένους ποταμούς και σ' άγνωρο γιοφύρι Μπιστεύεται και περιττούς δε σκιάζεται σαλάγους. Κ' έχει τον τράχηλον ορθό, και νόστιμο κεφάλι, Μικρή κοιλιά και παχουλά καπούλια, και το στήθι Το ψυχερό από μούσκουλα τριοντίζει. (Προτιμιώνται Τα καστανά και τα ψαριά, το μούρτζινο και τάσπρα Εινε τα πλιο χειρότερα στο χρώμα.) Κι' α σημάνουν Κάπως μακρόθε τάρματα να στέκεται δεν ξέρει Στον τόπο του· και τράζονται τα μέλη του και σειούνται Ταυτιά του, και φρουμάζοντας τη συναγμένη φλόγα Κυλά από τα ρουθούνια του· κ' έχει πυκνή τη χήτη Που πέφτει απάνου στο δεξιό τον ώμο του ριγμένη, Κι' από τα απάκια του περνά διχαλωτή η καρήνα, Και σκάφτει με το πόδι του τη γης και του νυχιού του Βαρειά το στέριο κέρατο σημαίνει. Τέτοιος ήταν Ο Κύλλαρος που τα λουριά τον στρώσαν του Αμυκλαίου Του Πολυδεύκη και τα δυο τα ταληγάρια του Άρη, Που οι ποιητές οι Έλληνες συχνά τα μνημονεύουν, Και τα αμαξάδικα φαριά του ξακουστού Αχιλλέα. Τέτοιος κι' ο Κρόνος ο γοργός περίχυσε τη χήτη Στον τράχηλο, και φεύγοντας, σα φάνηκε η συμβία, Εγιόμισε χρημητισμούς ψιλούς το μέγα Πήλιο.
Αλλά ως κ' εκείνο αφού βαρύ το καταντήσει η αρρώστεια, Ή και τα χρόνια πλιο νωθρό, κρούβε το για το σπίτι, Κι' ανασκοπή για τ' άσκημα γεράματα μην έχεις. Εινε στο ταίριασμα ψυχρό το γερασμένο τ' άτι, Και κόπους ανεπρόκοπους αδίκως υποφέρνει, Κι' ανίσως κάποτε βρεθεί σε πόλεμο, του κάκου Μανίζει σα στα φλίκουρα καμιά φορά η μεγάλη Στια, που δεν έχει δύναμες. Για τούτο θα σημειόνεις Με προσοχή του ζωντανού το θάρρος και τα χρόνια, Κ' απέκει τάλλα διώματα και των γονιών το γένος, Και ποιος εστάθη ο πόνος του τα βγήκε νικημένο. Και πόσες δόξες έλαβε σε νίκες. Μη δε βλέπεις Πως, σαν ταμάξια ρίχνονται για αγώνα γλιγωράδας Στον κάμπο και μ' ορμή χυμούν από το κλείσμα, οι νέοι Σαστίζουν από απαντοχές, κ' η σκιάξη την καρδιά τους. Που αναπηδά σπαράζοντας, λιγόνει; Το φραγγέλι Ανεμισμένο αυτοί κρατούν, και τα φαριά τους βιάζουν, Και σκύφτοντας απολυτά τα χαληνάρια αφίνουν Κι' από τη δυνάμη πετά το πυρωμένο αξόνι. Πότε τους βλέπεις χαμηλά, και πότε ανεβασμένοι Στον άδειο αέρα πιλαλούν ψηλά και προς τες αύρες Σηκόνονται, κι' ανάπαψη μηδέ ησυχία δεν έχουν· Μα από τον άμμο τον ξανθό σύγνεφο αναπελλιέται, Και τ' άλογα που ακολουθούν μ' αφριά κι' αχνούς τους βρέχουν. Τόσο αγαπούν τον έπαινο, τόσο ποθούν τη νίκη. Ετόλμησε ο Εριχθόνιος στην άμαξα να ζέψει Πρώτος τα τέσσερα άλογα, κι' ορθός να σταματήσει Πάνου σε ρόδες νικητής γοργός. Στο Πελεθρώνιο Τους γύρους και τους χαλινούς ευρήκαν οι Λαπίθες, Που αυτοί καβάλλα ανέβηκαν, κ' έδειξαν του αλογάρη Ν' αναπηδά με τ' άρματα στον κάμπο πιλαλώντας Και μ' ανοιχτά πατήματα περήφανα να τρέχει. Όμοιοι είνε κόποι και τα δυο· κι' ο μερωτής χαλεύει Πάντα του τ' άλογο το νιό, πώχει φωτιά στα σπλάχνα Και πούνε αψύ στο τρέξιμο· κι' ας έχει κυνηγήσει Συχνά σ' αμάχες τους οχτρούς, που εφεύγαν, κι' ας καυκιέται Πως έχει για πατρίδα του τες δυνατές Μυκήνες, Ή ακόμα και την Ήπειρο, και την καταγωγή του Στου Ποσειδώνα την αρχή την ίδια ας ανεβάζει.
Αφού σε τούτα επρόσεξες, ευτύς σαν έρθει η ώρα Πάσα φροντίδα ξόδιασε για να γιομίσει ξύγγι Πηχτό το ζω που βατευτή το λες και πρωτοστάτη Το διάλεξες· και κόβε του το χόρτο τ' ανθισμένο, Και χόρταινε το αιγίλοπα και φέρνε το στο ρέμα Για να βαστάξει στη γλυκειά δουλειά και να μη δείξουν Τ αδύναμα γεννήματα τες νήστειες του πατέρα. Μα τες κοπές επίτηδες ας τες λιγνέψει η φτώση, Κι' άμα ζευγάρωμα η γνωστή γλυκάδα αποζητήσει. Κράτει τους τότες το κλαρί κι' αρνήσου τους τες βρύσες. Και μερικοί πολλές φορές στον ήλιο τες μουδιαίνουν Και τες κουράζουν με τρεξιές, σύντα βαρειά στενάζει Ταλώνι από το δάρτισμα και τ' άχαλα τα κούφια Με του Ζεφύρου τες πνοές πετιώνται στον αέρα. Κι' αυτό το κάνουν για να μη μικρύνει το χωράφι Της γέννας τα δοσίματα με το πολύ το πάχυ, Και χουμουλώσουν τ' άνεργα ταυλάκια, μα ρουφώντας Σα διψασμένο τες σπορές, εντός του να τες κρούβει.
Και τότες πάλι οι αφαντασιές για τους πατέρες παύουν. Και για τες μάννες ακλουθούν. Αφού σωθούν οι μήνες. Και βαρεμένες περπατούν, κανείς δεν τες αφίνει Τες φορτωμένες άμαξες με τους ζυγούς να σέρνουν. Και μήτε με πηδήματα τους δρόμους να διαβαίνουν, Μήτε στους κάμπους με γοργά τρεξίματα να φεύγουν, Και να περνούν τα ορμητικά ποτάμια κολυμπώντας. Αλλά θα βόσκουν σ' ανοιχτά φαράγγια και στο πλάγι Ξεχειλισμένου ποταμού που οι οχτιές του πρασινίζουν Από γρασίδι κι' όμηρο, κ' εκεί θένα τες σκέπουν Τα σπήλαια και θ' απλόνονται τα ισκιώματα του βράχου. Υπάρχουν γύρου στ' Άλβουρνο, που οι πρίνοι το χλωραίνουν, Κι' ολόγυρα στου Σίλαρου τα περιβόλια πλήθος Πετούμενα που τάκραξαν ασίλους οι Ρωμαίοι, Και οι Έλληνες στη γλώσσα τους οιστριούς τα μεταφράσαν. Κακά, με λάλημα άτσαλο, και που οι κοπές τα φεύγουν Όλες και μέσα στο λογγό σκορπιώνται τρομαγμένες. Βροντοκοπά από μουγγρισμούς ο αιθέρας ταραγμένος, Κ' οι λόγγοι κ' οι ακροποταμιές τ' απόξερου Τανάγρου. Με αυτό το τέρας κάποτες η Ήρα την οργή της Τη φοβερή ξεθύμανε τη χάση μελετώντας Της αγελάδας του Ίναχου· και συ από αυτό το ίδιο, Γιατί αγροικότερο πετά στην άναψη της κάψας. Τα βαρεμένα ζωντανά πρέπει να προφυλάξεις, Και θένα βόσκεις τες κοπές συνέχου με το βγάλμα Του ήλιου, ή με τάστρα που οδηγούν στον ουρανό τη νύχτα.
Αφού γεννήσουν, στρέφεται κάθε έγνοια στα μοσκάρια: Και θα βουλώσεις παρευτύς με σίδερο αναμμένο, Τυπόνοντας γνωρίσματα και τόνομα της φάρας. Εκείνα που επροτίμησες ν' αναλικώσεις για έχας, Όσα φυλάς για τους βωμούς αφιερωμένα, κι' όσα Τη γης θα σκίσουν κάποτε και θένα διβολήσουν Τους κάμπους που θα σπαρταρούν απ' τους τραμένους σβώ- [λους, Κι' ας βόσκουν τ' αποδέλοιπα στο πράσινο χορτάρι. Μα όσα γυμνάζεις για δουλειά και για καμπίσιες τέχνες. Ενώ είνε ακόμα μικροστά δαμάλια, θάρρευέ τα, Κι'αρχίνησε του ημερωμού το δρόμο, όσο οι ψυχές τους Οι νέες μαλάζονται εύκολα στην τρυφερή ηλικία. Και πρώτα δένε ολόγυρα στο σνίχι τους κουλούρες Ντωτές από λιανήν αγνιά, κι' αφού ο λαιμός τους μάθει Ελεύτερα στο σκλάβωμα, ζευγάρι τα μοσκάρια Σ' αληθινά ζυγόξυλα ζεμένα αντάμωσέ τα, Και ταιριασμένα ανάγκασ' τα να προβατούν με ρήμα. Κι' ας συχνοφέρνουν έπειτα στους κάμπους άδεια αμάξια, Κι' ας σημαδεύουν με συρσιές τη σκόνη απάνου απάνου · Κι' απέκειθε λεβδίζοντας το τζιρουνένιο αξόνι Ας στρίξει από το δυνατό το βάρος κι' ας τραβήξει Τες ρόδες τες ζευγαρωτές ο παφυλένιος σύρτης. Κι' ως τόσο για τ' αγύμναγα κοπέλλια θένα κόφτεις Όχι γρασίδι μοναχά και λήμερη του βάλτου Και της ιτιάς το παγανό κλαρί, μα και σιτάρι Σπαρμένο, με το χέρι σου· και δε θένα γιομίζουν Για σένα, κατά το παληό το σύστημα, δαμάλες Βυζανταριές τα κάτασπρα βεδούρια, αλλά θα στίφουν Τελειωτικά ταγαπητά παιδιά τους τα μαστάρια.
Αλλά α ζηλεύεις πόλεμους κι' αντρειωμένες σκάθρες Καβαλλαρέων ή σιμά στης Πίσας το ποτάμι Τον Αλφειό, με τους τροχούς να τρέχεις και τ' αμάξι Το πεταχτό να κυβερνάς στου Δία το ρουμάνι, Η πρώτη απ' όλες τες δουλειές για τάλογο θε νάνε Των πολεμάρχων το θυμό και τάρματα να βλέπει, Και να βαστά στες σάλπιγγες, και ν' αψηφά τη ρόδα Που στρίζει από το τράβηγμα και ν' αγρικά στο σταύλο Τα σαλιβάρια που λαλούν, ν' αναγαλλιάζει απέκει Στου αφέντη όλο περσότερο τους αρεστούς επαίνους Και στο λαιμό του ν' αγαπά του κανακιού τους χτύπους. Και τούτα αμέσως ας χαρεί σαν από το βυζί της Η μάννα το πρωτόδιωξε κι' ανάμεσα στα χάδια Ας χώνει το μουσούδι του στο μαλακό καπίστρι, Όταν ακόμα αδύναμο τρεκλίζει κ' είνε ακόμα Ανήξερο της νειότης του. Μα σα σωθεί το τρίτο καλοκαίρι και πατεί στο τέταρτο, ας αρχίσει Γύρους να κάνει παρευτύς και να ποδοβολάει μετρημένα βήματα και ξαλλαχτά τα πόδια Ας καμαρόνει στους αρμούς κι' ας μοιάζει μουδιασμένου, Και σε τρεχάλες ας καλεί τες αύρες και πετώντας, Σα να μην είχε χαλινό, στους ανοιχτούς τους κάμπους Στην όψη του άμμου μεταβιάς τα ζάλα του ας τυπόνει, Σαν το Βορηά, όταν άπαυτος απ' τα υπερβόρεια μέρη Πέφτει και σύγνεφα άβροχα και Σκυθικές κρυάδες Σκορπά· και τότες τα ψηλά γεννήματα κ' οι κάμποι, Που κυματάν, με τες γλυκές πνοές αναγριτσιάζουν, Και στων βουνών τες κορυφές αχολογούν οι λόγγοι, Και κύματα κατάμακρα πλακόνουν στ' ακρογιάλια· Μα αυτός πετά και στο φευγιό σαρόνει κάμπους κι' άρμη. Και ή στα νυσσάνια απέκειθε και στ' ανοιχτά τα σιάδια Του Ολυμπιακού του λιβαδιού θα ιδρώσει εκείνο τάτι Και θάχει αφρούς αιματερούς στο στόμα, ή κι' ο λαιμός του Κάλλιο θα σέρνει ο λυγερός το Βελγικό τ' αμάξι. Κ' έπειτα μόνον άφησε των μερωμένων ζώων Με θρεφτικόν παλύσπορο ν' αξήσει το μεγάλο Κορμί, τι πρίχου μερωθούν ανάβει ο αψύς θυμός τους Και σαν πιαστούν δε δέχονται το λυγερό φραγγέλι Και στο σκληρό δεν πείθονται δοντάτο σαλιβάρι.
Μα έγνοια καμμία τη δύναμη των ζώων δε στερεόνει Τόσο, όσο το να τα φυλάς από την Αφροδίτη Κι' από τα κέντρα της τυφλής αγάπης, είτε θέλεις Τα βώδια να πιχειριστείς ή τάλογα, α σου αρέσει. Για τούτο κι' όλας μακρυά ξορίζουν τα βαρβάτα Σε βόσκηστρα μοναχικά και πίσω από το αντίκρυ Βουνό και πέρα απ' τα πλατειά ποτάμια ή και κλεισμένα Στο σπίτι τα κρατούν σιμά στο ξέχειλο παχνί τους· Τι αληθινά σιγά σιγά ταρσενικό φλογίζει Η θηλυκιά με τες ματιές, και δύναμες του παίρνει, Και δεν το αφίνει να σκεφτεί το λόγγο και το χόρτο, Με τα γλυκά της μάλιστα μαυλίσματα, και βιάζει Συχνά τους υπερήφανους ρωτάριδες αντάμα Με τάρματα να τσακωθούν. Η ωραία δαμάλα βόσκει Στη Σίλα την απέραντη. Ξαλλάζοντας, στον τράκο Πιάνονται αυτοί με δύναμη πολλή κ' είνε οι πληγές τους Πυκνές· το αίμα μελανό μοσκεύει το κορμί τους, Και γυρισμένα ανάποδα τα κέρατα στιβάζουν, Με μουγγρισμούς τρανώτατους, τους αντιστηλωμένους, Και τα ρουμάνια αντιβογγούν, κι' ο διάπλατος αιθέρας. Κ' οι αντίπαλοι δε συνειθούν να μπαίνουν σ' ένα σταύλο, Μα εκείνος που νικήθηκε μισεύει και σε μέρη Άγνωρα ξεμπουρίζεται, μακρυά, κι' όλο στενάζει Για τη ντροπή και τες πληγές, που από το νικητή του Τον υπερήφανο έλαβε, για τες αγάπες κι' όλας Πώχασεν ανεγδίκητος· κι' από το πατρικό του Βασίλειο φεύγει τα μαντριά θωρώντας. Μα για τούτο Μ' όλη την επιμέλεια του τες δύναμες γυμνάζει Και μες τες πέτρες τες σκληρές και σ' άστρωτο κρεββάτι Καρτερικός ξαπλόνεται και γεύεται μονάχα Αγκαθερά χλωρόκλαρα και μυτερές βουρλίδες, Κι' ατός του δοκιμάζεται και στον κορμό ενού δέντρου Ακκουμπημένος συνειθά στα κέρατα να ρίχνει Την όργητα, κι' αντροκαλεί κουτρώντας τους ανέμους, Και προοιμιάζει πάλεμα τα χώματα σκορπώντας. Κι' απέκει, αφού εδυνάμωσε κι' ανάλαβε το θάρρος, Σηκόνει τες σημαίες του κι' ορμητικός πετιέται Πάνου στον ξέγνοιαστον οχτρό, σαν κύμα που στη μέση Της θάλασσας ασπρολογά κι' από βαθειά μακρόθε Φουσκόνει και, κυλιουμένο προς την ξηρά, σβουρίζει Μέσα στους βράχους τρομερά και σα βουνό μεγάλο Χύνεται και τα τρίσβαθα νερά από τες κορφές του Ξεβράζει κι' άμμους μελανούς αναπελλεί ταψήλου. Έτσι και κάθε σόι στη γης, τ' ανθρώπινο και τ' άγριο. Το γένος το θαλασσινό, τα ωρηόπλουμα πουλάκια Και τα ήμερα σε μάνητες και σε καΰλες πέφτουν. Είνε ένας για όλους ο Έρωτας. Σ' άλλον καιρό ποτέ της, Ξεχνώντας τα κουλούκια της στους κάμπους, δεν πλανιέται Σκληρότερη η λιοντάρισσα, κ' οι κακοειδές αρκούδες Δημόσια τόσα φονικά ποτέ τους δεν εκάμαν. Ποτέ και τόσους σκοτωμούς στους λόγγους. Κ' είνε τότες ο κάπρος ο άγριος τρομερός και κάκιστος ο τίγρης. Τότες αλοίμονο σ' αυτόν που κακοπαραδέρνει Στη Λιβυκή την έρημο. Δε βλέπεις πώς αδράζει Όλο ταλόγου το κορμί τρεμούλα, σαν του φέρει Τους γνωρισμένους τους αχνούς η μυρωδιά μονάχα; Και τότες δεν το αντικρατούν ανθρώπων χαλινάρια Μήτε φραγγέλια φοβερά και σπηλιωτά χαράκια Και βράχοι, μήτε ποταμοί που κόβουν του το δρόμο, Ως κι' αν κυλά το κύμα τους βουνά ξερριζωμένα. Μανίζει κι' ο Σαβινικός ο κάπρος κι' ακονίζει Τα δόντια και το πόδι του τη γης ανασκαλεύει, Και τρίβει τα παγίδια του στο δέντρο και τραχαίνει, Για τες πληγές, κι' απόδωθε κι' απόκειθε τες πλάτες. Γιατί μανίζει ο νιός οπού τρανή φωτιά του χύνει Στα κόκκαλα ο Έρωτας σκληρός; ναι, κολυμπάει τη νύχτα Αργά, σ' άφεγγα κύματα που ορμητικές φουρτούνες Δέρνουν τα· κι' αποπάνου του βροντά η τεράστια πόρτα Των ουρανών, κι' αντιβογγούν οι θάλασσες στες ξέρες Βαρώντας. Και δε δύνονται να τον καλέσουν πίσω Μήτε οι γονηοί του οι δύστυχοι, μήτε κ' η κορασίδα. Που χάρος πάνου στ' άψυχο κορμί του την προσμένει. Γιατί κ' οι ρήσοι οι παρδαλοί του Βάκχου γαυριάζουν, Γιατί το γένος τ' άτσαλο των σκύλων και των λύκων, Γιατί, και τι τσακώματα τ' άμαχα ελάφια κάνουν; Μα επίσημη είνε μάλιστα των ζωντηριών η ζήτια: Η ίδια Αφροδίτη το θυμόν εχάρισέ τους, όταν Τα Ποτνιακά τετράζυγα ξεσκίσαν το κουφάρι Του Γλαύκου με τες σιαγωνιές. Ο πόθος τα οδηγάει Παρέκει από το βροντερόν Ασκάνιο και παρέκει Από τα Γάργαρα· βουνά και ποταμούς διαβαίνουν. Αμέσως σαν ανάψει η στια σταχόρταγο μηδούλλι, (Και μάλιστα την άνοιξη τι τότες ξαναμπαίνει Το ζέσταμα στα κόκκαλα) στέκουν οι αλόγες όλες Ανεβασμένες σε ψηλά χαράκια με το στόμα Γυρμένο προς το Ζέφυρο και δέχονται τες αύρες Τες αλαφρές. Και το συχνό με δίχως ταίριασμα άλλο - Ω το παράξενο άκουσμα — με τον αέρα μόνο Γκαστρόνονται, και πιλαλούν σε πέτρες και σε βράχους Και σε λαγγάδια βαθουλά, κατά το βγάλμα σου όχι, Εύρε, και μήτε προς του Ηλιού, μα κατά τον Αργέστη Και το Βορηά, και προς αυτό το μέρος όθε ο Νότος Γεννιέται και καταλυπά με βροχερνές κρυάδες Ολόμαυρος τον ουρανό. Και κει στο τέλος στάζει Φαρμάκι από τη φύση τους πηχτό, που το ονομάζουν Αλογομάνισμα οι βοσκοί με δίκηο, κ' είνε εκείνο Που οι μητρυιές κακόβουλες συχνά το συμαζεύουν Και βλαβερά ξορκίσματα τού σμίγουν και βοτάνια.
Άλλα ξεφεύγει αγύριστος, φεύγει ο καιρός ως τόσο, Ενώ του πόθου σκλάβοι εμείς περιγυρνάμε ένα ένα. Είπα αρκετά για τες κοπές και τώρα τάλλο μέρος Της έγνοιας μου απολείπεται: κοπάδια μαλλοφάρα Να ξεκινήσω στες βοσκές κι' αναμαλλιάρες γίδες. Εδώ η δουλειά είνε· δυνατοί ξωμάχοι απόδω ελπίστε Τον έπαινο, και θετικός εγώ είμαι στην ψυχή μου Πως θα νικήσει ο στίχος μου, κι' ας είνε το έργο μέγα. Και τούτα, και σε πράματα μικρά τιμή θα σμίξω. Αλλά μία αγάπη τρυφερή στου Παρνασσού με παίρνει Τους έρημους ανήφορους· χαιράμενος διαβαίνω Βουνοκορφές, που στο γλυκό το πλάγι τους κανένας Δρόμος παληός δε ροβολά κατά την Κασταλία. Ας τραγουδήσω βροντερά, σεβάσμια Πάλης, τώρα.
Αρχίζοντας, τα πρόβατα, διορίζω, το σανό τους Μέσα σε σταύλους ήσυχους να τρων, ως να ξανάρθει Σε λίγο το πολύκλαρο το καλοκαίρι πάλι, Και χάμου στη σκληρή τη γης δεματιασμένα βράχλα Να στρώννονται κι' αχύρατα πολλά για να μη βλάψει Ο πάγος ο κρυαδερός τα τρυφερά τα ζώα, Και φέρει τους τες άσκημες ποδάγρες και την ψώρα. Και προχωρώντας από δω, στερνότερα προστάζω Με κουμαριάς χλωρόκλαρα να οικονομιώνται οι γίδες, Και νάρχονται σε ρεματιές ολόδροσες να πίνουν, Και οι μάντρες τους απέναντι στο χειμωνιάτικο ήλιο Κι' απάνεμες να στέκονται γυρμένες προς το Νότο, Ως που να δύσουν τα ψυχρά ταστέρια του Υδροχόου, Δροσίζοντας τα χώματα, σύντα τελειόνει ο χρόνος. Με όμοιες φροντίδες ως κι' αυτές να τες φυλάμε πρέπει, Και τόφελος λιγώτερο δε θάνε, κι' ας στοιχίζουν Περσότερο τα δέρματα της Μίλητος σα βράσουν Σε κοκκινάδες Τυριακές. Μικρά γεννούν οι γίδες Συχνώτερα και μπόλικα τα γάλατά τους είνε. Όσο τους στύφεις το βυζί και πλιότερο οι γαβάθες Αφρίζουν, τόσο ποταμοί πλιο πλούσιοι θ' αναβλύσουν Μέσα από τα μαστάρια τους, σαν τες αρμέξεις πάλι. Κι' ως τόσο και το μαλακό, του Κινυφιώτη τράγου. Ταστάκι, τασπρουλιάρικο πηγούνι και τα γένεια Κουρεύονται για του στρατού τες χρείες, κι' από τούτα Γένονται τα σκεπάσματα του θλιβερού του ναύτη. Λόγγους αυτές και τες κορφές του Λύκαιου βόσκουν· βάτους Αγκαθερούς και κλαρικά που τα γκρεμά αγαπάνε· Κ' οι ίδιες θυμούνται σπίτι τους να γέρνουν οδηγώντας Τα τέκνα τους, και μεταβιάς δε γγίζουν το κατώφλι Τα φορτωμένα τους βυζια· και συ λοιπόν για τούτο, Όσο χρειάζονται γι' αυτές λιγώτερες φροντίδες, Τόσο προσεχτικώτερα φύλαχ' τες από πάγους, Κι' από χιονιάδες και ταγή κουβάλιε τους κλαρένια Χαιράμενος και μην τους κλεις με τες κρυάδες πάντα Τους αχυρώνες. Αλλά αφού γλυκό το καλοκαίρι Τα δυο κοπάδια στες βοσκές και στα ρουμάνια στείλει, Τόμου τα κράξει ο Ζέφυρος, ας πάρουμε τους κάμπους Τους κρύους με το πρωτόβγαλμα τ' Αυγερινού, σαν είνε Ασπρέλλικες οι πρωϊμιές, κ' η Αυγούλα ακόμα νέα, Κ' είνε πολυαρεσούμενη στα ζωντανά η δροσούλα Πάνου στο χόρτο το χολό. Κι' απέκει, σαν ξυπνήσει Η τέταρτη ώρα τουρανού τη δίψα, κ' οι τζιτζίροι Σκίζουν με το τραγούδι τους κλαψιάριδες τα δέντρα, Οδήγα τα κοπάδια σου προς τες βαθειές τες λούμπες Και στα πηγάδια για να πιουν τ' ανάβρυσμα που ρέει Από σωλήνες πρίνινους· μα στην καρδιά της ζέστας Ζήτα λαγγάδες ισκιερές, ανίσως κάπου ανοίγει Τους κλώνους του τους απεικούς ιδρύ του Δία μεγάλο Με αρχαίον κορμό κι' α μελανό ρουμάνι από πρινάρια Αρίφνητα τον ίσκιο του τον αγιασμένο απλόνει. Κ' έπειτα πάλι γάργαρα νερά ξανάδωσέ τους Και στρώννυσέ τα στη βοσκή, σα βασηλέψει η μέρα, Σαν τον αέρα τον ψυχρό το βράδυ αποκρυόνει, Και τα δρυμά το δροσερνό φεγγάρι ζωντανεύει, Κι' αλκυώνα στο γιαλό λαλεί και στα τσαλιά γαρδέλλι.
Τους πιστικούς της Αφρικής, τα χειμαδιά, τους τσάρκους Που κατοικούν και πούνε αρηά στους κάμπους σκορπισμένες Οι στέγες τους, στους στίχους μου γιατί να σου ιστορήσω; Εκεί συχνά τα ζωντανά νύχτα και μέρα βόσκουν, Ή κ' ένα μήνα αδιάκοπα, και, δίχως νάχουν σταύλους, Σ' ερμιές μεγάλες προβατούν, τόσο πολλοί είνε οι κάμποι. Μαζή του φέρνει ο Αφρικανός ο κοπαδιάρης όλα: Τη σκέπη, το σπιτίσιο του θεό και τάρματά του. Κ' ένα ζαγάρι Αμυκλιακό και Κρητικό ταρκάσι. Όμοιος με τον αράθυμο Ρωμαίο, που φορώντας Την πατρική του αρματωσιά στο δρόμο του βαδίζει Με φόρτωμα απεικό, και πριν απ' ότι, τον προσμένει Ο οχτρός του, και ελημέριασε, και στην αράδα στέκει. Μα έτσι δεν είνε εκεί που ζουν οι Σκυθικές οι φάρες, Κ' εκεί που τα Μαιωτικά τα κύματα χτυπιώνται. Κ' εκεί που αμμούδες κίτρινες θολός ο Ίστρος σέρνει, Κι' όπου η Ροδόπη απλόνεται φτάνοντας ως τον πόλο. Αυτού κρατούν τα ζα κλειστά σε σταύλους, και στους κάμπους Χόρτο δε φανερόνεται μηδέ κλαρί στα δέντρα. Μα από τον πάγο το βαθύ κι' από τα σωριασμένα Τα χιόνια η γης αμόρφωτη κοίτεται πέρα πέρα, Και πήχες η όψη της εφτά ψηλότερα ανεβαίνει. Πάντα χειμώνας, πάντοτε ψυχροί φυσούν οι Αργέστες, Και δε σκορπά τότες ποτέ τους αχνούς ίσκιους ο ήλιος, Ούτε όταν βγαίνει και ψηλά με τάλογα πετιέται Προς τον αιθέρα, ούτε όταν δυεί και στου Ωκεανού την όψη Την πορφυρή τ' αμάξι του, που ροβολά, θα λούσει. Άξαφνα στα τρεχούμενα ποτάμια κρούστες πήγουν, Και με τη ράχη του τροχούς σιδεροτορκωμένους Βαστά το κύμα, κ' ενώ πριν τα πλοία φιλοξενούσε Δέχεται τώρα τα βαρειά τα κάρρα· και μονάχα Σκάζουν τ' αγγειά τα χάλκινα και τα σκουτιά τσιρόνουν Πάνου στο σώμα, τα κρασιά τα νερουλά πελέκια Τα κόβουν, πάγος στερεός ο βάλτος έχει γίνει Κι' άτσαλα γένεια τες ψυχρές παγοσταλιές σκληραίνουν. Κι' ως τόσο με όμοια δύναμη χιονίζει ο αέρας όλος· Τ' αρνιά πεθαίνουν, τα κορμιά των ταύρων τα μεγάλα Τα βρέχει η πάχνη ολόγυρα, και μαζωμένα ασκέρι Τα ελάφια νέα κουλουμωσιά χιονιού ταποκορόνει, Και των κεράτων μεταβιάς οι κορυφές προβάλλουν. Τα δειλιασμένα ζωντανά δεν τα ταράζουν τώρα Οι σκύλοι που τα κυνηγούν, μηδέ κανένα δίχτυ, Μηδέ τα κοκκινόφτερα τα σκιάχτρα, μα ενώ σπρώχνουν Τ' αντιστεκάμενο βουνό του κάκου με το στήθι, Τα πετσοκόβουν κυνηγοί με τες σκληρές λεπίδες Από σιμά, κ' ενώ βαρειά στενάζουν τα σκοτόνουν, Και σπίτι τους με φωνατά χαιράμενοι τα φέρνουν. Αυτοί σκολάζουν ξέγνοιαστοι σε σπήλια ανασκαμμένα Βαθειά από κάτου από τη γης κυλώντας στες ογνήστρες Τα στιβασμένα ιδρόξυλα, κι' ολάκερους φτεληάδες Στες φλόγες παραδίνοντας· κι' αυτού περνούν το βράδυ Παίζοντας, και με τες μαγιές και τα ξυνά τα σούρρα Το σταφυλένιο το πιοτό χαιράμενοι αντιφκιάνουν. Έτσι το γένος τ' άνομο, που κάτου απ' την Αρκούδα Την υπερβόρεια κατοικεί χτυπιέται από τον Εύρο, Και ντύνει με γουναρικά κοκκινωπά το σώμα.
Α γνοιάζεσαι για το μαλλί, θα λείπουν πρώτα απ' όλα Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, ταγκαθερά ρουμάνια· Φεύγε τες πρόσχαρες βοσκές, και πάντα σου κοπάδια Διάλεγε με άσπρα μαλακά σκουλούδια· κι' ως κ' εκείνο Το κριάρι, πώχει μοναχά, κι' ας είνε σαν το χιόνι, Τη γλώσσα κάτου απ' τον ογρό τον ουρανίσκο μαύρη, Απόβγαλέ το για να μη μαυρίσουν τ' αρνοπόκια Με λάγικα μπαλώματα, και κοίταξε τρογύρου Στον κάμπο τον ολόγιομο κριάρι νάβρεις άλλο. Με τέτοια ασπράδα των μαλλιών, αν πιστευτό είνε, ο Πάνας, Σελήνη, που εθαμπώθηκες σ' απάτησε, σε δάση Βαθειά καλώντας σε, και συ τον κράχτη δεν αρνήθης.
Μα όπου τα γάλατα αγαπά, με το ίδιο του το χέρι Συχνά θα φέρνει στα παχνιά τριφύλλι και νυχάκι Κι' αλατισμένα βότανα· κ' έτσι στα ζα θ' αρέσουν Οι ρεματιές περσότερο, και θένα πρίσκονται έτσι Οι αράτες τους περσότερο, και θάνε μες στο γάλα Κρουμμένη η γέψη του αλατιού. Καμπόσοι τα κατσίκια, Αμέσως άμα χωριστούν τες μάννες, τ' αποκόβουν, Και τους φορούν σιδερωτά καπίστρια στο μουσούδι· Κι' όσο αρμεχτεί ταποταχυά κι' όσο όλην την ημέρα. Τη νύχτα πηττακόνουν το· κι' όσο με τις σκοτάδι, Ή και το σούρουπο, ο βοσκός με τα γαλατερά του, Κινώντας τα χαράματα, το κουβαλεί στη χώρα, Ή κι' όλας λίγο τ' αλατά και τόχει το χειμώνα.
Και οι έγνοιες σου για τα σκυλιά δε θάνε οι τελευταίες. Μα θρέφε με παχύν ορρό και τα γοργά κουλούκια Της Σπάρτης, και το φοβερό το Μολοσσό, κι' αν έχεις Τέτοιους φυλάχτορες, ποτέ μη φοβηθείς στους σταύλους Το νυχτοκλέφτη, ούτε ποτέ των λύκων το γιουρούσι, Ούτε Ίβηρες ανήμερους ποτέ πισώπλατά σου. Και θα ξατρέξεις το συχνό και τους δειλούς ονάγρους, Και με τους σκύλους το λαγό, με σκύλους τα πλατώνια Θα κυνηγήσεις και συχνά με τους αληχτισμούς τους Θένα ανταριάζεις τα καπριά μες τους λογγίσιους βάλτους Ζητώντας τα, και με φωνές και το απεικό το ελάφι, Διαβαίνοντας ψηλά βουνά, στα δίχτυα θα το αμπώνεις.
Και μάθε κι' όλας στα μαντριά ν' ανάφτεις μυρωδάτα Κεδρόξυλα και τους κακούς τους χείλυδρες να διώχνεις Με τους αχνούς του χαλβανιού. Πολλές φορές μουλόνει Ο όχεντρας ο βλαβερός στο γγίξιμο αποκάτου Από τασάλευτο παχνί, τον ουρανό σκιασμένος Φεύγοντας· κ' η δεντρογαλιά που συνειθά να μπαίνει Σε ίσκιους και σπίτια, των βωδιών θανατερή σκορδούλα, Με το φαρμάκι της ταρνιά ραντίζοντας, μονιάζει Στη γης. Βοσκέ, στο χέρι σου πάρε ληθάρια, πάρε Παλούκια, ρίχτα απάνου της, ενώ σε φοβερίζει Κ' ενώ φουσκόνει το λαιμό σφυρίζοντας· στα βάθη Έχωσε κι' όλας το δειλό κεφάλι της στο φύγι, Ενώ νεκρόνουν της οράς οι τελευταίες οι γύρες Κ' οι κλείδωσες οι μεσινές και κάνει να κυλιώνται Το στρίψιμό της το στερνό σιγά σιγά οι κουλούρες. Και στα ρουμάνια μάλιστα της Καλαβρίας υπάρχει Αυτό το φείδι το κακό, που ορθόνοντας το στήθι, Τη ράχη τη λεπιδωτή τυλίγει και μεγάλα Μπαλώματα τη μακρουλή κοιλιά του πλημουδίζουν. Κι' όσον καιρό από τες πηγές ακόμα πέφτουν τράφοι Κι' όσο κρατούν τη γης λειψή της άνοιξης οι ογράδες Κι' ο Νότος ο βροχάρικος, αυτό στες λίμνες στέκει Και κατοικώντας στες οχτιές με ψάρια και βαθράκους Λάλους γιομίζει λαίμαργα το μαύρον καταπιώνα· Μα σα στεγνώσουν τα βαρκά κ' η γης από τη λαύρα Σκάσει, στην ξέρη αναπηδά, στριφογυρνά το βλέμμα Το φλογερό, και στους αγρούς, τρομάζοντας την κάψα Κι' από τη δίψα του τραχύ, λυσσομανά· και τότες Να παίρνω δε θα μ' άρεσε στον ανοιχτόν αέρα Ύπνους γλυκούς και στου βουνού τη δασωμένη ράχη Στα χόρτα να ξαπλόνομαι, σαν το ποκάμισό του Βγάζει κι' ολόρθο στρίφεται λαμπρό, και πάλι νέο Κατά τον ήλιο, στη σμουλιά ταυγά ή και τα παιδιά του Αφίνοντας, και σπαρταρούν τριπλές στο στόμα οι γλώσσες.
Και τι σημάδια κι' αφορμές έχουν οι αρρώστιες κι' όλα Θα σου διδάξω: — Βρωμερή ψώρα ταρνιά πειράζει, Σα σταματά ψυχρή βροχή και του σταχτιού του πάγου Ανατριχιάστρα μαργωσιά στ' απαρθενό το κρέας. Ή κι' όταν ίδρος άλουστος κολλά στα κουρεμένα Τα ζα, και σκίζουν τα τραχειά τ' αγκάθια το κορμί τους. Για τούτο σε γλυκά νερά τα πρόβατά τους όλα Οι τσέλιγκες τα κολυμπούν, για τούτο σε ρουφήχτρες Με την προβειά του την ογρή βουτιέται το κριάρι, Που σα ριχτεί στον ποταμό κατά το ρέμα πλέει, Ή και του βάφουν το κορμί, σαν είνε κουρεμένο, Μ' άχαρη μούργα και μ' αυτήν ανακατεύουν θειάφι Καθάριο, κι' ασημόχωμα, και πίσσα από την Ίδα, Και ξυγγερνό κηράλειμμα, και σκάρφη αψιά, κι' ασκέλλα, Ως και κατράμι μελανό. Μα με κανέναν τρόπο Δεν πολεμά πλιο σύντομα κανείς αυτό το πάθος, Πάρεξ οπώχει την καρδιά με σίδερο ν' ανοίξει Του διάσονα το κορφινό κουκούδι· κουναριέται Και ζωντανεύει το κακό σα μένει σκεπασμένο. Ενώ να βάλει στες πληγές δε στρέγει ο κοπαδιάρης Για γιατρειά το χέρι του, και κάθεται ζητώντας Κάθε καλό από τους θεούς. Σα μάλιστα θυμόνει Ο πόνος μπαίνοντας βαθειά στα κόκκαλα του ζώου Και λυώνει η θέρμη καυτερή τα μέλη του, καλό είνε Να διώξεις τ' άναμμα τ' αψύ ανοίγοντας τη φλέβα Που στο ποδάρι χαμηλά λαγγεύει από το αίμα. Και τέτοιο είνε το σύστημα που ακολουθά ο Βισάλτης Κι' ο τρομερός ο Γελωνός, σα φεύγει στη Ροδόπη Και στων Γετών τες ερημιές κ' αίμα αλογίσιο πίνει Μαζή με το πηχτόγαλα. Κι' ανίσως από αλάργα Ιδείς αρνί στο δροσερό τον ίσκιο να πηγαίνει Συχνώτερα κι' ανόρεχτα του χόρτου την κορφάδα Να κόφτει και ν' ακολουθά το ζώο το τελευταίο, Ή και στον κάμπο καταγής να πέφτει εκεί που βόσκει Κι' αργά τη νύχτα μοναχό να γέρνει σπίτι, αμέσως Με το μαχαίρι το κακό σταμάτα πρίχου απλώσει Κρουφά δεινό το μόλεμα στο ξέγνοιαστο το πλήθος. Τόσο συχνά στης θάλασσας την όψη δε μανίζουν Οι ανεμοζάλες φέρνοντας φουρτούνες, όσες είνε Οι αρρώστειες που τα ζωντανά θερίζουν· και δεν παίρνουν Οι ψόφοι μόνο μερικά κεφάλια, μα με μίας Τη στάνη ολάκερη· μαζή κ' ελπίδα και κοπάδι, Κι' από την πρώτη την αρχή τελειωτικά τη φάρα. Αυτό το ξέρει θετικά κανείς άμα κοιτάξει, Και τώρα ακόμα αφού καιρός έχει περάσει τόσος, Τες Άλπες τες ανάερες, τα Χωρικά καστέλλια Στες ράχες, τους Ιαπυδικούς τους κάμπους του Τιμάβου, Τες περιοχές των πιατικών τες απορημαγμένες, Και τα ρουμάνια τα αδειανά του μάκρου και του πλάτου.
Εβγήκε εκεί από τουρανού ταστένισμα μιαν ώρα Βαρύς καιρός, ελεεινός, που τον ανάβαν όλες Οι λαύρες του χινόπωρου και πούδωκε του χάρου Όλα τα γένη τα ήμερα και τάγρια, και τες λίμνες Εβρώμεψε κ' εμόλεψε τα χόρτα με σαπούρες. Κι' απλό δεν ηταν το στρατί του πεθαμού: μα η δίψα Εχύνοτουν φλεγάμενη τ' όλες τες φλέβες πρώτα Τα μέλη κουβαριάζοντας, κι' απέκει ξεχειλούσε Πάλι το έμπυο νερουλό κ' εβγαίναν με την ύλη Κομμάτια όλα τα κόκκαλα που τα χαλούσε η αρρώστεια. Συχνά το θύμα, που έστεκε σιμά στο θυσιαστήρι, Μες στων θεών το δόξασμα, κ' ενώ επεριδενότουν Στο μάλλινο το γιάδεμα τασπρόχιονο γαϊτάνι. Ανάμεσα στους ιερουργούς που αργοπορούσαν έτσι, Έπεφτε ετοιμοθάνατο· κι' αν έσφαζε κανένα Ο θυσιαστής πρωτήτερα με σίδερο, απ' τα νεύρα Που απιθονόνταν στους βωμούς δεν επετιώνταν φλόγες, Να δίνει δεν εδύνοτουν ο ρωτημένος μάντης Απόκρισες και μεταβιάς ταναποδογυρμένα Μαχαίρια έβαφαν τα αίματα και μόνο απάνου απάνου Εμαύριζαν συναίματα πολύ φτωχά το χώμα. Κι' απέκειθε παντού ψοφούν στο γελαστό χορτάρι Τα μοσκαράκια και σιμά στ' ολόγιομο παχνί τους Βγαίνει η γλυκιά τους η ψυχή· και πιάνει απέκει η λύσσα Τους σκύλους τους γαλίφικους και πνιχτερός ο βήχας Ταρρωστημένα μοχτερά τραντάζει και στρεβλόνει Την καταπόθρα την παχειά. Και τ' άτι που ενικούσε Σ' αγώνες τώρα κοντυλά κ' οι μάθησες το θλίβουν, Και το χορτάρι λησμονά κι' οχτρεύεται τες βρύσες, Και με το πόδι του συχνά χτυπά τη γης· τ' αυτιά του Κρεμιώνται κ' ίδρωτας ψιλός τα ογραίνει, μα και κείνος Ψυχρός απάνου στα κορμιά τα θανατογραμμένα, Κ' είνε φρυμένο το πετσί, που όταν κανείς το γγίξει Στο δάχτυλο αντιστέκεται σκληρό. Τες πρώτες μέρες Τέτοια σημάδια φαίνονται πριχού το τέλος έρθει. Μα σαν η αρρώστεια προχωρεί κι' αρχίζει ν' αγριεύει, Τότες τα μάτια φλέγονται και παίρνει την πνοή του Από βαθειά και κάποτε βαρυστενάζει κι' όλας, Μακρύ λυγκιό τα ταπεινά λαγγόνια του τεντόνει, Και βγάζουν αίμα μελανό ταρθούνια του και σφίγγει Το φουντωμένο λάρυγγα η απόξερή του η γλώσσα. Αλάφρωση ήταν το ζουμί του Βάκχου, αν του εχυνότουν, Στο στόμα μ' ένα κέρατο· κι' αυτό πιστεύει ο κόσμος Είνε των ετοιμόψοφων ο λυτρωμός ο μόνος. Μα γλίγωρα έφερνε ως κι' αυτό το χαλασμό· η μανία Άναβε όσα εδυνάμοναν και στ' αγκομάχημά τους — (Θεοί, στους ευλαβητικούς καλήτερα χαρίστε, Και τούτο το ξεφρένιασμα στους διάδικούς σας δώστε) Κομμάτιαζαν το κρέας τους με τα γυμνά τους δόντια. Και να! αποκάτου απ' το σκληρό γυννί το βώδι κι' όλας Ξαχνίζοντας σωριάζεται, κ' αίμα ανακατωμένο Μ' αφρούς το στόμα του ξερνά και βγάζει το στερνό του Το στέναγμα. Βαρύθυμος πηγαίνει ο ζευγουλάτης Και το δαμάλι που πονεί για ταδερφού το τέλος Λυεί και στη μέση της δουλειάς μπηχτό τ' αλέτρι αφίνει. Μα ούτε των δέντρων των ψηλών η σκιάδα μες τα δάση, Ούτε λιβάδια μαλακά, κι' ουδέ το ποταμάκι, Που κι' από ασημομάλαμα πλιο ξάστερο κυλάει Μέσα στους βράχους κ' έπειτα στο σιάδι κατεβαίνει, Δεν έχουν πλια τη δύναμη να φχαριστήσουν τάλλο. Μα οι πλαγαριές του κρέμονται λυωμένες και θαμπούρα Τα μάτια του τα ασάλευτα κυριεύει, και σκευρόνει Το σνίχι του που το τραβά το βάρος προς τα κάτου. Τι τους φελούν τα κόπια τους και τα καλά τους έργα; Τι τους φελά που τα βαρειά τα χώματα υννιατίζαν; Κι' όμως αυτά δεν τάβλαψαν τα Μασσικά τα δώρα Του Βάκχου, μήτε τα φαητά που πλήθια συχνοερχόνταν, Κλαρί μονάχα και τ' απλό χορτάρι είν' η θροφή τους, Κ' είνε πιοτό τους το νερό στες γάργαρες τες βρύσες, Και σε ποτάμια που άκοπα το ρέμα τα μουδιαίνει, Και δεν τους κόβουν το γερό τον ύπνον οι φροντίδες. Στα μέρη τούτα, λέγεται, για τες γιορτές της Ήρας Του κάκου εκείνον τον καιρό δαμάλες εζητιώνταν, Και στα αγιαστήρια τα ψηλά τες άμαξες εφέραν Παράταιρα αγριόβωιδα. Κοπιαστικά για τούτο Κ' οι χερομάχοι ανάσκαφταν τη γης με την αξίνα, Κ' έχωναν με τα νύχια τους το σπόρο μες στο χώμα, Και πάνου στα ψηλά βουνά τα κάρρα τους που ετρίζαν. Τεντόνοντας τον τράχηλο, μονάχοι τους τραβούσαν. Ο λύκος δε σκαρφίζεται γύρου στη στάνη δόλους, Κι' ούτε δεν περιφέρνεται σιμά σταρνιά τη νύχτα, Τον καταβάλλουν πλιο βαρειές αφαντασιές. Και τώρα Τα λάφια τα φευγάδικα και τα δειλά ζουλάπια Μέσα στους σκύλους περπατούν κι' ολόγυρα στα σπίτια· Κι' όλα τα ζα που στ' άπειρο το πέλαγο γεννιώνται, Κάθε λογής πλεούμενα, μες του γιαλού το φρύδι Ρίχτει, σα νάταν λείψανα καραβοτσακισμένα, Το κύμα· και παράξενα στους τράφους φώκες φεύγουν. Ψοφά η οχιά, που σε μονιές απόζαβες του κάκου Φυλάεται, ως και του νερού τα φείδια που σαστίζουν, Σηκόνοντας τα λέπια τους, κι' ανάντιος είνε ο αέρας Και στα πουλιά, που στα ψηλά κάτουθε από ένα γνέφι, Αφίνοντας τη ζήση τους, γκρεμίζονται στο χώμα. Και τώρα πλια δεν ωφελείς τα ζωντανά καθόλου Ούτε αν ξαλλάζεις τες βοσκές κ' οι σπάνιες τέχνες βλάφτουν, Κι' αποτραβιώνται των βοσκών οι προεστοί: ο Μελάμπους, Οπού ήταν του Αμυθάωνα παιδί, κι' ο Φιλλυρίδης Ο Χείρωνας, και κάταχνη μανίζει η Τισιφόνη Στο φως σταλμένη απ' τ' άφεγγα της Στύγας και μπροστά της Εκείνη τα Θανατικά κεντά και την Τρομάρα· Και κάθε μέρα πλιο ψηλά προβάλλει και σηκόνει Τ' αχόρταγο κεφάλι της· κι' απ' των αρνιών το βλιάσμα Και τους πολλούς τους μουγγρισμούς αντιλαλούν οι τράφοι Και τα ξερά τα φρύδια τους κ' οι πλαγιαστές ραχούλες. Και τώρα πλια κοπαδιαστά το θάνατο σκορπάει, Και ψόφια ζα, που βρωμερό το σάπισμα τα λυώνει, Σωριάζει ως και στους σταύλους τους· ως που μαθαίνει ο κόσμος Να τα κουπόνει με τη γης και να τα κλει σε λάκκους. Γιατί σε τίποτα καλές δεν ήταν οι προβειές τους, Κι' ούτε κανείς με το νερό δε μπόρειε να καθάρει Το κρέας και δεν το απάλαιναν οι φλόγες με τη βράση. Και το μαλλί που οι απαστριές κ' οι αρρώστιες τόχαν φάει Δεν ήταν τώρα βολετό κανείς να το κουρέψει, Κι' ανίσως το κατάφερνε, τα σάπια τα στημόνια Να γγίξει δεν εδύνοτουν· αλλά κι' αν υφαίνονταν Και τα σκουτιά τ' αζήλευτα δοκίμαζε κανένας. Τα μέλη του, που εβρώμεζαν, φλογιστικούς φουσκάλους Εγιόμιζαν κι' ακάθαρτους ιδρώτες, και σε λίγο Κατάτρωε τάγιο πύρωμα το μολεμένο σώμα.