← Table of contents
Συριανά Διηγήματα

Front matter (continued 3)

Reading edition

Το δε όνομα και αι αρεταί του υπ' αυτάς αναπαυομένου αναγράφονται επί του υπερκειμένου σταυρού ή, αν τύχη η ανύμνησις αυτών πολλά μακρά, επί φύλλου χάρτου τοποθετημένου εντός ξυλίνης θήκης, όπισθεν υαλίου ή σιδηρού πλέγματος, ως δηλοποίησις πλειστηριασμού. Πλην του εντύπου ή χειρογράφου επιταφίου περιέχονται εις τας θήκας ταύτας τεχνητά άνθη, κορδέλλαι, φακιόλια, πλεξίδες και πολλάκις η φωτογραφία του μακαρίτου ή της μακαρίτριας, ζωντανής ή αποθαμμένης. Τα ενθυμήματα ταύτα καθιστά έτι συγκινητικώτερα η νεαρά ως επί το πολύ ηλικία της καταλιπούσης αυτά. Εις ουδεμίαν τω όντι άλλην ηλικίαν φαίνεται αναπτυσσόμενος τόσον πρωίμως ο πόθος της αιωνίου αναπαύσεως. Τούτο δεν ηδυνάμεθα να το εννοήσωμεν πώς συμβαίνει, μέχρις ού ευηρεστήθη να μας το εξήγηση ο κ. Χατζημιχάλης, τον οποίον ηυτυχήσαμεν ημέραν τινά να συναντήσωμεν εκεί πλησίον, επισκεπτόμενον τους ασθενείς του. Το πλήθος των προώρων θανάτων πρέπει ν' αποδοθή εις το ότι έκτακτος και δι' αυτάς τας Αθήνας εινε της συνοικίας εκείνης η ρυπαρότης και πνιγηρότεραι αι αναθυμιάσεις. Διά να πεισθή τις περί τούτου, αρκεί να περιέλθη επί τέταρτον της ώρας τας οδούς αυτής υπερπηδών βούρκους και κοπρώνας, και εισερχόμενος έπειτα εις το νεκροταφείον ν' αναγνώση επί μακράς σειράς σταυρών: Μαρία Μάρκου, ετών δεκοκτώ — Χαρίκλεια Μάρκου, ετών δεκαέξ — Αναστασία Πόγγα, ετών δεκαέξ — Μαριγώ Φλάμπουρα, ετών δεκαεννέα. — Ευτυχία Λύκου, ετών δεκαπέντε και ούτω καθ' εξής. Εξαιρετικώς ανθηρόν είνε του Χάρωνος της Βάθειας το χαρέμι! Εις τούτο πρέπει πιθανώς ν' αποδοθή το οξύτερον άλγος των πενθούντων και ο ελεγειακός οίστρος των επιγραφών. Αι πλείσται τούτων είνε έμμετροι και τόσον μακραί, ώστε μόνον απεσπασμένας στροφάς δυνάμεθα προς εκτίμησιν αυτών να παραθέσωμεν·

«Εδώ κοιμάται η σύζυγός μου, η πολυγαπημένη, Με στεναγμούς και οδυρμούς μας έφυγε η καϋμένη. Που είσαι, Ελένη μου; Για εύγα να σε 'δούμεν Κι' από τη μαύρη μας καρδιά δυο λόγια να σε 'πούμεν».

Και ολίγον κατωτέρω·

«Διαβάτα που με θαυμασμό το μνήμα της κυττάζεις, Και τ' όνομά της στο Σταυρό το νεκρικό διαβάζεις, Ειπέ της ανθρωπότητος, ωραίε διαβάτα, Ότι ενταύθα κοίτεται υπό την μαύρην πλάκα».

Άξιον ομως σημειώσεως εινε ότι επί του τάφου τούτου δεν βλέπει τις καμμίαν ούτε μαύρην ούτε άσπρην πλάκα, αλλ' αυτή είνε, ως και πλείσται των άλλων πλακών, ποιητική μεταφορά.

Προς αριστεράν του ανωτέρω δύναται τις ν' αναγνώση υπό υάλινον πίνακα έντυπον επιτάφιον άλλης πολυκλαύστου Ελένης αποτελούμενον εκ δέκα όλων στροφών, οίαι αι κατωτέρω·

«Η φιλτάτη μας Ελένη Απ' τα σπλάγχνα της μητρός της Έφυγε και πάει σ'τον Άδη Ετυφλώθηκε το φως της.

Με τα εύμορφά της κάλλη Εις τον Άδη καταβαίνει Κι' ο λαμπρός της χαρακτήρας Πάσας νέας υπερβαίνει, κτλ»

Περισσότερον όμως ήρεσεν εις ημάς το εξής·

«Όποιος δάκρυ χύση εις το μαύρο τούτο χώμα θα λούση βέργα λεμονιά με τ' άνθη στολισμένη Και μια ψυχή αγγελική μέσα στη γη κρυμμένη».

Αλλεπάλληλοι αποδημίαι και άλλαι φροντίδες μ' έκαμαν ν' αμελήσω και σχεδόν να λησμονήσω επί πολλά έτη τον Αντώνην. Όταν και πάλιν τον ενθυμήθην, επόμενον ήτο να εύρω το άσυλον αυτού κάπως παρηλλαγμένον. Αι κυπάρισσοι είχον μεγαλώση, ο πληθυσμός των νεκρών ήτο τετραπλάσιος και οι σταυροί τόσον πυκνοί, ώστε ολίγος απέμενε τόπος εις τα χαμόμηλα και τας ακάνθας. Εις ταύτα πρέπει με βαρείαν συνείδησιν να προσθέσω, ότι κατά το διάστημα της μακράς εγκαταλείψεως ο τάφος του φίλου μου είχεν ερημωθή τελείως. Τα ξύλινα κάγκελλα έκειντο κατά γης, αι γάστραι ήσαν ανεστραμμένοι και ουδ' ίχνος απέμενεν επιγραφής επί του μαύρου σταυρού, τον οποίον είχε μεταβάλλη εις κόκκινον η σκωρία. Εζήτησα τον γέροντα νεκροθάπτην προς διόρθωσιν της αταξίας, αλλ' ως έμαθα από την λιβανίζουσαν γειτονικόν τάφον μαυροφόραν, ούτος είχε κατατεθή προ ετών εκεί οπού κατέθετε πριν τους άλλους. Υπήρχεν όμως διάδοχος αυτού, του οποίου μ' έδειξε την κεφαλήν προβάλλουσαν κατά την στιγμήν εκείνην εκ του υπογείου της οστεοθήκης. Μετά την κεφαλήν εφάνη ο κορμός και έπειτα αι μακραί κνήμαι, των οποίων ήρκεσαν ολίγοι διασκελισμοί να μεταφέρωσι πλησίον μου τον κάτοχον αυτών. Εις τούτον έσπευσα να εξηγήσω ότι επεθύμουν να περιφράξη και να περιποιηθή, επί δικαία αμοιβή, του φίλου μου το μνήμα. Ενώ όμως ωμίλουν και αφού ακόμη ετελείωσα, δεν έπαυεν ο νεκροθάπτης να με παρατηρή από κορυφής μέχρι ποδών, μετ' επιμονής την οποίαν δεν ηδυνάμην να εννοήσω, αφού ουδέν βεβαίως έχει το εξαιρετικώς περίεργον ή αξιοθέατον το υποκείμενόν μου. Η απορία μου ηύξησεν έτι μάλλον, όταν αίφνης με ηρώτησε με πολλήν οικειότητα·

— Δε με θυμάσαι;

Εκύτταξα τότε αυτόν με περισσοτέραν προσοχήν και δεν τον ευρήκα εύμορφον. Υψηλός ως οβελίσκος, ξηρός ως μούμια, ηλιοκαής ως Βεδουίνος, με κνήμας ως καλάμια και λαιμόν καμήλου, μου υπενθύμιζε τους απαισίους εκείνους Άραβας ασκητάς, των οποίων η αιφνιδία συνάντησις μ' έκαμε πολλάκις ν' ανατριχιάσω εις τας στενωπούς του Καΐρου. Εφ' όσον όμως εξηκολούθουν να τον παρατηρώ, ελάμβαναν αι αναμνήσεις μου αλλοίαν τροπήν και από την χώραν των Φαραώ με μετέφεραν εις φαιδράν νήσον του Αιγαίου. Αντί κιτρίνου ποταμού έβλεπα ύδατα γαλανά· αντί μιναρέδων, φοινίκων και καμήλων, αμπέλους, ρωδιάς, αίγας, όρνιθας και χοίρους, και πολύ μάλλον παρά με Δερβίσην του Καΐρου, εύρισκα ότι ομοιάζει ο ηρειπωμένος εκείνος νεκροθάπτης με το φάντασμα ανθρώπου, τον οποίον είχα γνωρίση προ χρόνων πολλών ακμαίον εις την Σύρον, με σάρκα υπό το δέρμα, με οδόντας εις το στόμα, με μύστακα ανωρθωμένον, με λάζον εις την ζώνην και πολλάκις γαρούφαλον εις το αυτίον. Η αναπαράστασις αύτη συνεδέετο με φαιδράς εκδρομάς εις την Δελαγράτσιαν, με λουτρά εις θάλασσαν χλιαράν και εύθυμα έπειτα προγεύματα εις γειτονικόν κήπον με ψάρια τηγανητά, νεόκοπα σύκα, χλωρόν τυρίον και εύμορφον οικοκυράν προσφέρουσαν πάντα ταύτα. Τα λουτρά, ο κήπος, η οικοκυρά, και πλην αυτών η ωραιοτέρα βάρκα της Σύρου, ανήκον τότε εις τον άνθρωπον εκείνον, του οποίου μόνον το όνομα δεν ηδυνάμην να ενθυμηθώ. Επί τέλους όμως κατώρθωσα να ανεύρω και τούτο·

— Ο Αργύρης Ζώμας! ανέκραξα τρίβων τους οφθαλμούς μου.

— Όλος-όλος, απεκρίθη ο δυστυχής σπογγίζων τους ιδικούς του.

— Και πώς κατήντησες εδώ;

Αντί ν' απαντήση έσφυξε τους γρόνθους του ψιθυρίζων «Ανάθεμα εις την πολιτικήν».

Καθώς όλοι οι κακότυχοι, είχε κ' εκείνος μεγάλην όρεξιν να μου διηγηθή την θλιβεράν του ιστορίαν. Αλλ' είχεν ήδη νυκτώση, ο καιρός ήτον άσχημος και εκατοίκουν μακράν. Ητοιμαζόμην να τον αποχαιρετήσω αναβάλλων εις την προσεχή μου επίσκεψιν την ακρόασιν των παραπόνων του κατά της πολιτικής, όταν η προ πολλού υπεράνω της κεφαλής μας αιωρούμενη βροχή ήρχισε να καταπίπτη ραγδαία. Μου επρόσφερε τότε άσυλον εις το παράπλευρον του εκκλησιδίου παράπηγμα και με παρεκάλεσε να του προσφέρω ολίγον ρετσινάδον ως προφυλακτικόν κατά της υγρασίας. Το ολίγον ρετσινάδον ήτο μία όλη οκά, την οποίαν η μονόφθαλμος υπηρέτρια του παντοπωλείου «η Ματαιότης» ήλθε να καταθέση επί χωλής τραπέζης με δυο ποτήρια και δρακιάν μαύρων ελαιών. Πλην της χωλής τραπέζης, υπήρχαν εκεί και δύο χωλά σκαμνία· το σκότος όμως ήτο ψηλαφητόν, μέχρις ου άναψεν ο φιλοξενών με μικρόν οκτάγωνον φανάριον έχον σχήμα θυμιατηρίου και υπεξαιρεθέν πιθανώς έκ τινος απροστατεύτου τάφου.

Η θέσις μου ήτο, το ομολογώ, ικανώς αλλόκοτος και πας γνώριμός μου θα εδικαιούτο να γελάση βλέπων με την ώραν εκείνην εις το βάθος ερήμου κοιμητηρίου, συμπίνοντα με νεκροθάπτην υπό το φέγγος νεκρικής κανδήλας. Εγώ όμως ουδεμίαν είχα όρεξιν να γελάσω κατεχόμενος υπό αδιηγήτου αθυμίας. Ο άνθρωπος εκείνος μου ενθύμιζε τας φαιδροτάτας της πρώτης μου νεότητος ημέρας και ουδέποτε κάλλιον κατενόησα την αλήθειαν του πολυκρότου στίχου του Δάντη·

Nessum maggior dolore Che ricordarsi del tempo felice Nella miseria.

Αληθές είνε ότι άλλος ένδοξος ποιητής ισχυρίσθη ακριβώς τουναντίον, κηρύττων τας ευτυχείς αναμνήσεις αναφαίρετον παρηγορίαν· κατά την ώραν όμως εκείνην τα πάντα συνώμνυον να με κάμουν να πιστεύσω, ότι δεν ηξεύρει τι λέγει. Εκρύωνα, εστενοχωρούμην, η βροχή εξηκολούθει να κροταλίζη επί των σανίδων της στέγης, και το έξω βαθύ σκότος διέκοπτεν εκ διαλειμμάτων η ωχρότης αστραπής, φωτίζουσα λίμνας βορβόρου, σειράς σταυρών και κορυφάς κυπαρίσσων. Και του καιρού όμως και του τόπου πενθιμώτερα ήσαν όσα ήρχισεν ο σύντροφός μου να με διηγήται.

— Θυμάσαι, με είπε, πόσο ώμορφη ήτανε η γυναίκα μου;

— Διατί λέγεις ήτανε; Μήπως απέθανε;

— Ζη ακόμη, μόνον ασχήμισε, ενώ τότες ήρχουνταν από μακριά οι Συριανοί και συ μαζύ με τους άλλους, να κάμετε πρόγευμα εις το περιβόλι μου πολύ περισσότερο για τα ώμορφά της μάτια παρά για τα δικά μου ψάρια. Δεν εζούλευα, γιατί την ήξευρα φρόνιμη και πως χάνετε τον καιρό σας. Το μόνο της ελάττωμα, που πταίω κ'εγώ σ' αυτό, ήταν πως έκαμνε πολλά παιδιά. Ένα το χρόνο οκτώ χρόνια αραδειαστά και γυόμελα την ύστερη φορά. Και όσα περισσότερα έκαμνε τόσον εχαλούσεν η όψη της και το κορμί της και λιγοστεύανε όσοι ήρχουνταν να την καμαρώνουν και να καλοπλερώνουν τ' αυγά, τα μαρούλια, τα σύκα και το τυρί μας. Άλλο κακό ήταν πού ήρχισαν να ολιγοστεύουν τα ψάρια, αφού κατάντησαν στη Σύρα οι ψαράδες όσοι σχεδόν και οι δικηγόροι. Εσυλλογούμουν και την πρώτη μου κόρη που εμεγάλωνε και έπρεπε να της ετοιμάσω προίκα. Ενώ είχα αυτήν την συλλογή, έτυχε να γείνουν εκλογές και να έλθη να ζητήση τους ψήφους μας ένας Αθηναίος συνταγματάρχης, που είχε κάμη πολλά χρόνια εις τη Σύρα νομομηχανικός. Ευγήκε σε περιοδεία εις τα χωριά, και ένα πρωί εξεφύτρωσε με δυο φίλους του εις το περιβόλι μου. Θυμάσαι που τότε ήμουνα λεβέντης. Η κόψη του λάζου μου και οι γρόθοι μου ήταν φημισμένοι σ' όλο το βουνό, και μια μέρα εσήκωσα για στοίχημα μια γαϊδούρα γκαστρωμένη.

Είχαμε και πολλούς συγγενείς εις τα χωριά, και το γέρο Σαλλούστρο, το μεγάλο ταμπάκη, που τον έσερνεν η γυναίκα του από την μύτη. Όλ' αυτά ημπορούσαν να χρησιμέψουν. Με πολλά λοιπόν καλοπιάσματα και γλυκά λόγια μου επρότεινεν ο υποψήφιος να γείνω κομματάρχης του και αντιπρόσωπος στην κάλπη του, κ' έπειτα θα μου έκαμνεν ό,τι ήθελα. Θα με διώριζε σε καλή θέσι, εδώ ή στην Αθήνα, θα εγλύτωνε τον κουνιάδο μου που είχαν στη φυλακή για λαθρεμπόριο, θα έβαζε το γυιό μου υπότροφο και δε θυμούμαι πόσα άλλα, πού μ' έκαμναν να βλέπω στον ύπνο μου λαγούς με πετραχήλια. Ερρίχτηκα λοιπόν κατάμουτρα εις τον «εκλογικόν αγώνα» , καθώς τον έλεγε, εγώ και όλοι οι δικοί μου. Το περιβόλι μου έγινεν εκλογικόν κέντρον και από το πρωί ως το βράδυ έτρεχα να κάμω προπαγάνδα, να μοιράζω φωτογραφίες, προγράμματα, υπόσχεσες, και όπου ήταν ανάγκη και γροθιές. Η γυναίκα μου εμοίραζε και εκείνη φέτες καρπούζι, γλυκά λόγια και γλυκές ματιές. Ενα βράδυ ήλθεν η καϋμένη με πολλή της ντροπή να μου ξομολογηθή πως για να πάρη μαζύ μας ένα αντίθετο κομματάρχη αναγκάστηκε να τον αφίση να την φιλήση και να του υποσχεθή στα ψέμματα κάτι παραπάνω. Τόσος ήταν ο φανατισμός μου, που της το συγχώρεσα και αυτό, με τη συμφωνία να μην το ξανακάμη, και με τον κρυφό σκοπό να σπάσω τα κόκκαλα τον μασκαρά άμα τελείωναν η εκλογές.

Εις τη δεύτερη περιοδεία εχάλασεν ο καιρός και έμεινεν ο συνταγματάρχης να τον φιλοξενήσω. Αφού τον εκαλοτάγισα, με ηρώτησε διά τα ιδιαίτερά μου και... του είπα πως το περιβόλι δίδει μικρό εισόδημα και το κέρδος των ψαριών το τρώγει το διάφορο τον χρέους για τις δυο βάρκες. Τότε μ' εσυμβούλεψε να πουλήσω αμπέλια και βάρκες και ν'αγοράσω κάτις μετοχές της Πελοποννήσου που επουλούσε εις το Χρηματιστήριον ο ανταποκριτής ενός κάποιου Γούστα από την Αθήνα. Απ' αυτές θα έπερνα διάφορο δέκα τα εκατό, θα είχα και τη θέσι μου και θα επάντρευα την κόρη μου μ' ένα επιλοχία που είχε κ'εκείνος το δικό του. Αυτά μου ετσαμπούνιζεν ο καλοθελητής μου, που ανάθεμα το σύννεφον που μου τον εξέρασε στο πτωχικό μου.

Έγειναν τέλος πάντων η εκλογές και επέτυχεν ο δικός μας, τελευταίος όμως και μόνον μ' εννηά ψήφους παραπάνω απ'εκείνον που ήρχουνταν κατόπιν του....

— Τον επιλαχόντα.

— Καθώς τον λες. Ημπορώ λοιπόν να πω χωρίς να καυχηθώ, πως αν έλειπαν οι δικοί μου, αυτός θα ήτο ο επιλαχών. Την ημέραν που επήγα να τον αποχαιρετήσω ευρήκα εκεί πολύ κόσμο, αγροφύλακες, δασκάλισσες, ταμπάκηδες, φαναρτζήδες, διάκους, καντηλανάφτες, σκουπιδοξύστες, και αυτόν ακόμη τον μπόγια των σκυλιών.

Ο βουλευτής εκρατούσεν ένα κατάστιχο κ' εσημείωνε τα ονόματα και τί ζητούσεν ο καθένας. Όταν ήρτεν η δική μου σειρά μου είπεν ότι δεν του περισσεύει τίποτε καλόν εις την Σύρα και να πάγω να με βολέψη καλλίτερα εις τας Αθήνας. Εγώ θα προτιμούσα τη Σύρρα, όπου με ήξεραν όλοι, μ' εθάμπωνεν όμως η ανωτέρα θέσι και τα γαλόνια του λοχία. Από την άλλη μέρα ήρχισα να τρέχω για να ξεκάμω το κτήμα, τ' ορνιθαριό, τα γίδια και τα γουρούνια μου. Εχρειάσηκεν όμως ένας μήνας για να εύρω μουστερήδες, γιατί τότες ήθελαν όλοι χαρτιά και κανένας δεν εγύριζε να δη χωράφια. Εξεκαθάρισα τέλος πάντων οκτώ χιλιάδες δραχμάς, επαράλαβα τους τριάντα σιδηροδρόμους που μ' έκαμεν ο βουλευτής ν' αγοράσω για το τέλος τον μηνός, και την άλλη μέρα εφόρτωσα από νωρίς εις το βαπόρι τη γυναίκα και να επτά παιδιά — τα γυόμελα είχαν πεθάνει μικρά και έπειτα εβγήκα πάλιν έξω να ξεκαθαρίσω ένα τελευταίο λογαριασμό που'μ' απόμενε στη Σύρα. Ετρεξα ν' αποτειχωθώ με μια χονδρή μαγκούρα πίσω από ένα φράκτη κοντά εις το καφφενεδάκι της Άμμου, που επήγαινε κάθε βράδυ να παίξη τάβλι ο αχρείος πού εφίλησε τη γυναίκα μου και, όταν τον είδα να έρχεται, εξετρύπωσα σα φάντασμα, του έσφιξα το λαρύγγι διά να μη μπορη να γκαρίση και του πασάλειψα ένα ξύλο, που θα το θυμάται ακόμα.

Το άλλο πρωι ήμαστε εις την Αθήνα. Εβόλεψα τους δικούς μου σ' ένα μικρό ξενοδοχείο κ' έτρεξα να εύρω το βουλευτή. Ύστερα από την τόση αγάπη της Σύρας επερίμενα πως θα με φιλήση. Μα εις την Αθήνα είχε γίνη σοβαρός. Μου είπεν ότι «η θέσις των υπουργικών βουλευτών είνε δύσκολος διά το πλήθος των απαιτήσεων», θα προσπαθήση όμως να μου εύρη μίαν μικράν θέσιν καί να περάσω μετά οκτώ μέρες. Αυτά ξερά-ξερά, και ούτε ένα κάθισε, ούτε ένα τσιγάρο, ούτε τι κάμνει η γυναίκα σου, ούτε ένα λόγο για την υποτροφία του γυιού μου ή της κόρης μου το λοχία. Ήθελα να μείνω λιγάκι με την ελπίδα πως θα τα θυμηθή, είχεν όμως πολλήν εργασίαν. Τον αποχαιρέτησα με βαρεία καρδιά και ξαναπήγα με οκτώ μέρες. Μου είπαν πως ήτανε εις τη Βουλή, την άλλη μέρα εις τη στρατιωτική Λέσχη, και την επομένη δεν ξεύρω που. Τρεις όλαις εβδομάδες επήγαινα πρωί βράδυ εις το σπίτι του και μόνο δυο φορές αξιώθηκα να του μιλήσω, χωρίς να επιτύχω να του βγάλω από το στόμα άλλο τίποτε παρά μόνο πως φροντίζει και να έχω υπομονή. Πώς όμως μπορούσα να έχω υπομονή, ενώ είχα επτά παιδιά να ταγίσω; Εις το βρωμόχανο όπου εκονεύαμεν μούχλα, στενοχώρια, κορέοι, φαγί με ξύγκι και έξοδα δέκα δραχμάς την ημέρα. Η αλήθεια είνε ότι ήμαστε και εννέα ανομάτοι, όλοι με γερά δόντια. Επέρασαν άλλες δέκα πέντε μέρες χωρίς τίποτις να γίνη. Τα λίγα μου χρήματα ετελείωσαν καί είχα και χρέος εις το ξενοδοχείον. Η μεγαλείτερη όμως σκάση μου ήταν όταν έβλεπα εις τες εφημερίδες, πως οι άλλοι Συριανοί κομματάρχες είχαν όλοι διορισθή άλλος αστυνόμος, άλλος εισπράκτορας, άλλος ζυγιστής εις το τελωνείο και ο μασκαράς που έδειρα, τροφοδότης εις το Λαζαρέτο. Μόνον η δική μου σειρά δεν ημπορούσε να έλθη.

Τούτο μου το εξήγησεν ένα πρωί ο ξενοδόχος. «Εκείνους, μου είπε, που μένουν εις την Σύρα, τους έχει ανάγκη για την επιρροήν του, ενώ συ εδώ τι καλό ή κακό μπορείς να του κάμης, έρημος σε ξένο τόπο; Πολύ φοβούμαι πως σε περιπαίζει». Όταν το ήκουσα το αίμα μου ήρχισε να βράζη και έτρεξα εις του βουλευτή με την απόφασιν να του ομιλήσω παλληκαρίσσια, να του πω πως δεν μπορώ πλιά να περιμένω, γιατί εσώθηκε το χαρτζιλήκι μου και η υπομονή μου. Πηγαίνοντας ετοίμαζα το λόγο μου και ανέβηκα δύο-δύο τα σκαλοπάτια να του τον ξεφωνήσω. Ευρήκα το σπήτι άδειο, τα παράθυρα ανοιχτά και μόνον ένα αξυπόλητο στρατιώτη, που εσφουγγάριζε τα πατώματα κ' εμιλούσεν ελληνικά. Απ' αυτόν έμαθα «ότι ο κ. συνταγματάρχης απεστάλη υπό της Βουλής εις την Θεσσαλίαν προς μελέτην των υδραυλικών έργων και θα διατρίψη εκεί σε ένα μήνα και περισσότερον». Ένα μήνα! ενώ είχα καταντήση να μετρώ εις τα δάκτυλα τες ημέρες ακόμη και τες ώρες! Το απόγεμα επούλησα με το ζύγι το ολίγο μας ασημικό, ξεχρώστησα τον ξενοδόχο κ' επήγαμε να καθίσωμε σ' ένα χαρβαλωμένο καλύβι που νοίκιασα δεκαπέντε δραχμές το μήνα κοντά εις το Αστεροσκοπείο.

Μας απόμειναν οι τριάντα σιδηρόδρομοι. Μα αυτούς είχαμε κάμη τάξιμον να μη τους αγγίξωμεν, να τους φυλάγαμε για προίκα των κορών μας. Έτυχεν όμως ν' αρρωστήση η μεγάλη, και να χρειασθή γιατρό, ζουμί, στρώμα, φανέλλα και σκεπάσματα ζεστά. Εσυλλογιστήκαμε τότε πως κάλλια πάλι ήτανε να λιγοστέψη η προίκα της παρά να την πάρη ο χάρος, ας είναι και χωρίς προίκα. Έβγαλα με βαρειά καρδιά τρεις μετοχές από την κασέλα μου να δώσω να τις πουλήσουν εις το Χρηματιστήριον.

Εμπρός εις την πόρταν ήταν ένας μαυροπίνακας με τις τιμές του χαρτιού, και οι σιδηρόδρομοι ήτανε σημειωμένοι δραχμές εκατόν δέκα πέντε! Έμεινα ασβολωμένος. Ούτε το μισό της τιμής που τους είχα πάρη προ δυο μήνες! Αρώτησα ένα μεσίτη, ελπίζοντας ακόμη πως μ' εγέλασαν τα μάτια μου ή πως είναι στον πίνακα λάθος. «Δεν είνε, μου είπε, λάθος, μόνον είνε η χθεσινή των τιμή. Σήμερα έχουν μόνον ενενήντα». Ο άνθρωπος με είδε τόσο χλωμό πού μ' ελυπήθηκε και μ' επήρε εις το πλαγινό καφφενείο να πιω ένα ρακί. Εκεί μέσα σύχισι και βοή πολλή. Άλλοι έλεγαν πως είνε πανικός και πως θα περάση, και άλλοι πως οι σιδερόδρομοι και τ' άλλα χαρτιά του Γούστα δεν αξίζουν τίποτε και θα καταντήσουν γρήγορα εις το τίποτις. Τρεις όλες εβδομάδες ηρχόμουν πρωί και βράδυ εις το χρηματιστήριο να να ιδώ τι τρέχει. Η καρδιά μου κτυπούσε σαν κουδούνι και προτού να σηκώσω τα μάτια εις τον πίνακα έκαμνα το σταυρό μου και έταζα κερί εις όλους τους αγίους, να με αξιώσουν να ιδώ σημειωμένη καλλίτερη τιμή. Τίποτις όμως δεν ωφελούσεν. Από ενενήντα δραχμές εξέπεσαν την άλλη μέρα εις ογδοήντα δύο, κ' έπειτα εβδομήντα, πενήντα, σαράντα, είκοσι, έως ότου δεν τους ήθελε πια κανένας σε καμμιά τιμή. Δε σου λέγω τι νύκτες περνούσα. Δεν κατώρθωσα όχι να κοιμηθώ αλλ' ούτε καν να σταθώ στον ίδιο τόπο πέντε λεπτά. Πού όμως τόπος για περίπατο εις την τρύπα όπου είμαστε στιβασμένοι ο ένας απάνω στον άλλο; Γιά να μην κόψω εις τους δικούς μου τον ύπνο, αφού τους ελιγόστεψα το ψωμί, επερίμενα να κοιμηθούν, κ' έπειτα εύγαινα να ξεθυμάνω εις τα ερημοτόπια τριγύρω της καλύβας μας.

Ήταν Γεννάρης, κι' ούτε κρύο έννοιωνα ούτε βροχή ούτε κούρασι καμμιά, αφού εξενύκτιζα εις τα βουνά. Μ' έτρωγεν η ανησυχία του τί θα γίνωμεν και η φούρκα, όταν εσυλλογούμουν πως είκοσι χρόνια ξυπνούσα πρι φέξη, με τη ψύχρα και τη φουρτούνα, για να μαζέψω μία μία με το ψάρεμμα και το σκάψιμο της λίγες χιλιάδες δραχμές που μ' έφαγαν οι αχρείοι σ' ένα μήνα.

Μια νύκτα μ' επαραμόνεψεν η γυναίκα μου οπίσω από την πόρτα, κι' όταν εγύρισα την αυγή, ήρχισε να με βρίζη πως παίζω και παραλώ. Αναγκάστηκα τότε να της τα πω όλα. Έπειτα το μετάνοιωσα, γιατί πάλι καλλίτερες ήτανε η βρισιές παρά τα κλάμματα της δυστυχισμένης. Ένα-ένα αποπουλήσαμε τα λίγα πράμματα που μας απόμεναν, τα χαλιά, τους τετζερέδες, τα καλά ρούχα και αυτό το χρυσοκέντητο νυφικό μας πάπλωμα. Σου είπα πως δεν γνώριζα κανένα. Αφού του κάκου εγύρεψα άλλη δουλειά, επήρα μια μέρα ένα σχοινί, όχι να κρεμασθώ, κ' επήγα να σταθώ εμπρός εις την Καπνικαρέα με τους Μανιάτες. Ο πρώτος της Σύρας λεβέντης έγινα χαμάλης! Με τα λίγα που εκέρδιζα κατόρθωνα να μην πεθάνωμεν, όχι όμως και να μη πεινούμεν. Επείνασες συ ποτέ σου;

— Πολλές φορές, όταν δεν ήξερα το μάθημα μου και μ' άφινεν ο δάσκαλος νηστικό.

— Μη χωρατεύης με τη δυστυχία. Πείνα θα πη δυο μούχλα ψωμιά από το μπαγιατοπάζαρο για εννέα ανθρώπους. Το μισό του μισού απ' άσο χρειάζεται για να χορτάσουν, όταν μαζί με το ψωμι δεν τρώνε άλλο τίποτες παρά αγριόρροκες και φασκόμηλα που εμάζευαν τα παιδιά εις το βουνό. Όποιος δεν χορταίνει αργεί να κοιμηθή και δεν έχει ήσυχο ύπνο. Πολλές φορές τ' άκουα να παραμιλούν ωσάν να ωνειρεύουνταν μεγαλείτερα κομμάτια ψωμί.

— Το όνειρο του ψωμιού το επήρες από την «Κόλασι» του Δάντε.

— Το Δάντε δεν τόνε ξέρω. Ξέρω μόνο πως δεν υπάρχει χειρότερη κόλασι, παρά να βλέπης να υποφέρουν εκείνοι που αγαπάς και να μη μπορής να τους βοηθήσης. Ένα πρωί τέλος πάντων είδα στην εφημερίδα ότι εγύρισεν ο συνταγματάρχης από την Θεσσαλίαν κ' ετράβηξα ολόισια εις το σπήτι του. Ήταν δέκα η ώρα και τον ευρήκα ακόμη εις το στρώμα, μακάριο και ροδοκόκκινο, με κεντητό φεσάκι απάνω στη φαλάκρα του. Απόπινε τον καφέ του κ' έπαιζε μ' ένα γάτο. Εφάνηκε σαν να δυσκολεύεται να με γνωρίση, και δεν είχε και πολύ άδικο. Η στέρησι και η αγρυπνιά με είχαν κάμη να λυώσω σαν το κερί. Είχα καταντήση ο μισός και δεν ήμουν πλιά καλός ούτε για χαμάλης. Η δυστυχία με είχε κάμη και ταπεινό. Σιγά-σιγά, και με καλό τρόπο, για να μη θυμώση άρχισα να του αραδιάζω όσα είχα να του πω. Αυτός όμως εξακολουθούσε να προσέχη πολύ περισσότερο εις τα παιγνίδια του γάτου παρά τα δικά μου λόγια. Τότε μ'επήρεν ο θυμός. Άρπαξα το γατί από το λαιμό, το ετίναξα εις την άλλη άκρη της κάμαρας και άρχισα να μιλώ δυνατά. Πως με τες μετοχές του και με τες ψευτιές του, με τες θέσες, τες υποτροφίες και τους γαμπρούς του, μας άφισε γυμνούς σε ξένο τόπο, πως μας αφάνισε, πως μ' ερήμαξε, πως πεινούμε και αν δεν κάμη τίποτες για μένα, θα του χώσω το λάζο μου στην κοιλιά και έπειτα θα πάω να πέσω στη θάλασσα με μια πέτρα ατό λαιμό.

Ενώ εζητούσε να με ησυχάση, άνοιξεν η πόρτα κ' εμπήκεν ένας μισόκοπος καμαρωμένος και γελαστός, με ώμορφη χωρίστρα, με μόσχο εις το μαντύλι και χείλια χονδρά σαν αράπης. Ο συνταγματάρχης τον έκραξε σιμά του, άρχισαν να κρυφομιλούν, κ' έπειτα γυρίζει και μου λέγει· «Πήγαινε απόψε στας πέντε να εύρης τον κύριον δημοτικόν σύμβουλον, που έχει θέσι για σένα». Φαντάζεσαι ό'τι δεν έλειψα. Ο κύριος δημοτικός σύμβουλος μ' αρώτησεν αν γνωρίζω ολίγην κηπουρικήν, και αφού του είπα πως αυτή είνε η δουλειά μου, μ' έβαλε σ' ένα αμάξι και με έφερεν εις το αντικρυνό καφφενείον η «Ματαιότης». Εκεί εφώναξεν ένα παπά και ένα φουστανελά, μ' εσύστησεν εις αυτούς, μου είπε πως η υπόθεσίς μου είνε τελειωμένη, πως θα έχω εξήντα δραχμάς τον μήνα, ίσως και τυχερά, και να υπάγω αύριον το πρωι ν' αναλάβω τα καθήκοντά μου κηπουρού. Είχε σκοτινειάση και από κει πού ήμαστε δεν έβλεπα παρά μερικά δένδρα απ' επάνω από ένα τοίχο. Εφανταζούμουνα πως αυτό ήτανε περιβόλι και μόνον την άλλη μέρα, όταν επήγα ν' αναλάβω τα καθήκοντα, ως τα έλεγε, έμαθα πως κηπουρός δεν πάει να πη περβολάρης, καθώς ενόμιζα, μόνο νεκροθάπτης.

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε να έχωμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμμένους και το βράδυ αλλογυρίζομε, για να μη περάσωμεν απ' εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώστρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ' έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε κι' ο πιό ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλίνα. Εφοβούμουν μη με συχαθή και η γυναίκα μου. Αυτή όμως δεν εσυλλογίζουνταν τώρα άλλο, παρά ψωμί για τα παιδιά της και μ' εβίαζε να δεχθώ. Τον πρώτο καιρό υπόφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο χώμα του βουνού μου, που μύριζε θυμάρι, τες ρωδιές, το κοτέτσι, τα γουρούνια και τ' άλλα πού ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά! Ο πρώτος που μου έλαχε να κατεβάσω εις το λάκκο, ήτανε εκείνος εκεί κάτω ο Κασματζής πον εκκύταξες τη φωτογραφία του, μοναχογυιός είκοσι χρονών. Η μάννα του έκλαιε σαν αλαφίνα, Εφούσκωσαν και τα δικά μου μάτια και με περιγελούσαν οι φανοφόροι και οι παπάδες. Την νύκτα εφοβούμουν να μείνω μονάχος· έβλεπα στον ύπνο μου εκείνους πού είχα θάψη και το ψωμί που έτρωγα μου φαινότανε πως μυρίζει λιβάνι.

Με τον καιρόν όμως εσυνείθισα να μη σκιάζωμαι τους αποθαμμένους και να λυπούμαι ολιγώτερο τους ζωντανούς.

— Ώστε, του είπα, είσαι τώρα πλέον ευχαριστημένος;

— Ευχαριστημένος! ανέκραξεν ο Ζώμας, του οποίου ήστραψε και πάλιν το βλέμμα. Άκουσε να μάθης και τ' άλλα. Γιά να είμαι πιό κοντά στη βρωμοδουλειά μου, και να πλερώνουμε και λιγώτερο νοίκι, εκουβαληθήκαμε από το βουνήσιο καλύβι μας του Ραγκαβά, όπου ήταν τουλάχιστο το αγέρι καθαρό, σ' ένα σοκάκι της Βάθειας κοντά εις το παλαιό γεφύρι. Περιπαίζετε τους Ζιώτες και τους Συριανούς πώς κοιμούνται αγκαλιά με τα γουρούνια.

Πες μου όμως αν είδες εκεί χειρότερα γουρουνοχώρια από τους φτωχικούς μαχαλάδες των Αθηνών ή άλλη τέτοια Βάθεια πουθενά; Το καλοκαίρι σκόνη με την κουτάλα· νερομαζώματα και λάσπη ως το γόνατο άμα στάξη ο ουρανός, και σε κάθε δρόμο μια φρακτή ή άφρακτη μάνδρα, ο απόπατος όλης της γειτονιάς! Πού όμως να πάνε όσοι πηγαίνουν εκεί, αφού οι γιατροσύνεδροι, οι αρχιτέκτονες, οι αστυνόμοι, οι δήμαρχοι και οι νομάρχαι σας θεωρούν όλοι τ' αναγκαία περιττά; Αντίκρυ μου έχω ένα χασάπη πού σφάζει στη μέση του δρόμου ζώα μικρά και μεγάλα, γίδια, πρόβατα και βιδέλα, και τρέχουν πάντοτες δύο ποταμοί, ο ένας κόκκινος από αίμα, και ο άλλος πράσινος από κοπριά και χολή. Φωνάζουν οι γειτόνοι, μα τί μπορεί να κάμη η Αστυνομία αφού εις τον τοίχο του χασαπιού είνε κρεμασμένα χαντζάρια, γιαταγάνια, κάμες, πάλες και κουμπούρες; Τέλειο οπλοστάσιο και στη μέση η εικόνα του Πρωθυπουργού δαφνοστεφανωμένη, σαν να σου λέγει ότι έχει ο φίλος του την άδεια να μας φέρη λοιμική· και αν του κάμη κανένας παρατήρησι, να τον σφάξη κ' εκείνον, καθώς τα πρόβατα και τα βιδέλα, για να μάθουν οι άλλοι να σωπαίνουν. Παραπέρα είνε μια αποθήκη κακογδαρμένα τομάρια, που αναγκάζουν να φράξη τη μύτη του όποιος δεν έχει συνάχι. Άλλη πληγή είνε ο μπακάλης και χειρότερο γουρούνι ο μανάβης. Και δεν είνε ένας ή δυο, αλλά είκοσι, πενήντα, εκατό, όλοι με προστασία και τόση μάλιστα, πού ένα καλοκαίρι, που έτυχε να είνε ολιγώτερο ή χειρότερο το νερό, μας επλάκωσε κοιλιακός τύφος και άρχισαν να πεθαίνουν σαν τες μύγες τα παιδιά. Τέσσαρα δικά μου έθαψα το ένα μετά το άλλο σ' εκείνη τη γωνιά, κοντά στο μνήμα του Γεννάδιου, εκεί πού εκαμάρωνες την άσπρη γαρουφαλιά.

— Εκεί, του είπα, εμέτρησα τέσσαρα σταυρουδάκια κολλητά.

— Έχε λίγη υπομονή. Ακόμη δεν είχαμεν αποκλάψη τα τέσσερα παιδιά, όταν γυρίζοντας ένα μεσημέρι από τη δουλειά μου βλέπω από μακρυά, εμπρός στην πόρτα του σπιτιού μας κόσμο πολύ. Άνδρες, γυναίκες και κόκκινες στολές κλητήρων. Άρχισα να τρέμω και έπειτα να τρέχω. Εσίμωσα και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν η γυναίκα μου, σωριασμένη κατά γης, ανάμεσα σε δυο γειτόνισσες, που την έτριβαν με ξύδι να την ξελιγοθυμήσουν, και στο πλάγι της ένα άλλο αναίσθητο καταματωμένο σωρό. Ο σωρός ήταν ο Γιάννης μου, εκείνος πού μ' έλεγε πως θα κάνη υπότροφο ο βουλευτής. Τον είχε στείλη, η μάννα του να ψουνήση και τον επλάκωσεν ένας αμαξάς, που έτρεχε σαν κυνηγημένος λαγός σε στενό δρόμο γεμάτο κόσμο·

Ο Γιάννης πέθανε μετά δυο ώρες. Όλοι τον έκλαιαν κι' αναθεμάτιζαν τ' αμάξια και την αστυνομία. Ο νεκροσκόπος μας έλεγε πως έκαμε τον λογαριασμό και πως ανάλογα του πληθυσμού περισσοτέρους ανθρώπους σκοτώνουν οι αμαξάδες εις τας Αθήνας, παρά αι τίγρεις εις τας Ινδίας. Γιατί όμως να μη κάμη το κέφι του κι' ο αμαξάς, αφού έχει κι' εκείνος προστασία, τα δικαίωμα δηλαδή να μας σακατεύη με το αμάξι του, καθώς ο χασάπης κι' ο μανάβης να μας αρρωστούν με τη σαπίλα και την αποφορά τους; Αξαπλώνοντας το πέμπτο μου παιδί κοντά εις τ' αδέλφια του, εσυλλογούμουν με πίκρα και με καϋμό, πως εις το νεκροταφείον της Βάθειας δεν θα είχα ούτε καν την παρηγοριά να σκάψω το λάκκο κανενός υπουργού, βουλευτή, νομάρχη, δημοτικού συμβούλου, ή άλλου προστάτη των φονιάδων, γιατί όλους αυτούς τους πηγαίνουν εις το αρχοντικό νεκροταφείο.

Τον ακόλουθο χρόνο τον επεράσαμε πλέον ήσυχα. Έβλεπα μόνο τη γυναίκα μου ν' αναστενάζη κόπτοντας μεγαλείτερα κομμάτια ψωμί εις τα παιδιά που μας απόμεναν. Εσυλλογούνταν η δύστυχη πως το παραπάνω ήταν το μερδικό των αποθαμμένων. Η κόρη μας είχε μεγαλώση και έφθασε στην ωμορφιά της μάννας της, καθώς που ήταν τον καιρό που σ' εξετρέλλαινε στη Σύρα. Μόνο που η κόρη θα σου άρεσε ολιγώτερο γιατί αυτή ήταν λιγόλογη και σεμνή σαν εικόνα. Την είχαμε βάλη σ' ένα εργοστάσιο γυναικήσιω καπέλλω και μας έφερνε είκοσι δραχμάς τον μήνα και κάτι περισσότερες ο μοναχογυιός μου ο Πέτρος, πού είχε γίνη στοιχειοθέτης. Μ' αυτά και τη νεκροθαπτική μου εκαταφέρναμε να ζούμε. Εφρόντιζα και σε κάθε λείψανον να γεμίζω τες τσέπες μου παξιμάδια. Ήλθεν όμως η επιστράτευσι και μας επήραν τον Πέτρο να τον στείλουν να ετοιμασθή για πόλεμο στη Θεσσαλία. Εμείς εκλαίγαμε, ενώ αυτός ήτο κατενθουσιασμένος και δεν ωνειρεύουνταν άλλο παρά δόξες, γαλόνια, σκοτωμούς πασσάδων και χανούμισσες με διαμάντια.

Τον συνταγματάρχη είχα χρόνο να ιδώ και προσπαθούσα να τον ξεχάσω, όταν μου μήνυσε ένα πρωί να περάσω από το σπήτι του για μια υπόθεσι σπουδαία. Είχε και πάλι ο μασκαράς εις το στόμα το ζαχαρένιο χαμόγελο και τα γλυκά λόγια της Σύρας. Μου έκαμε παράπονα πως τον ξεχνώ, ενώ αυτός δεν έπαυσε να μ' αγαπά· πως ελπίζει να μου εύρη γρήγορα καλλίτερη θέσι και έχει έτοιμο το γαμπρό που μου είχεν υποσχεθή.. Αυτά εσήμαιναν πως απέθανεν ο γέρω Δήμαρχος της Σύρας και ήθελε να γράψω του πεθερού μου και των άλλω μου συγγενών να υποστηρίξουν το δικό τον υποψήφιο στην εκλογή. Δεν επίστευα τίποτες από όσα μου υπόσχουνταν και μετά το κακό που μου έκαμεν, είχα περισσότερη όρεξι να τον πνίξω παρά να τον δουλέψω. Ημπορούσε όμως να με κάμη να χάσω τη θέσι μου, και του υποσχέθηκα να ετοιμάσω, τα γράμματα αμέσως. Το απόγευμα έστειλε να τα πάρη μ' ένα υπαξιωματικό. Αυτός ήταν ο γαμπρός, γερό παλλικάρι, καλοστολισμένο, που μ' άρεσε πολύ εμένα και της γυναίκας μου, αφού μάλιστα μας είπε πως εκληρονόμησε πέρσυ από τη μητέρα του ένα φούρνο στο Ροδακιό.

Δε ξέρω όμως τι είχε και δεν άρεσε της κόρης μας καθόλου. Όταν την ρωτήσαμε μας αποκρίθηκε πως δεν της εφάνηκαν τα μούτρα του καλού ανθρώπου και πως έχει το ενα μάτι πράσινο και το άλλο μαβί. Αυτά μ' έκαμαν να θυμώσω. Της είπα με χονδρή φωνή πως ένα κορίτσι που δεν έχουν οι γονιοί του να το χορτάσουν ψωμί δεν πρέπει να κάμη τη χαδούσα και να ψιλολογά για το χρώμα των ματιώ. Εχαμήλωσεν η καϋμένη τα δικά της και άρχισε να κλαίη και να μας λέγη ότι θα κάμη το θέλημά μας.

Η μεγάλη μας συλλογή ήταν ο Πέτρος πού πρώτα μας έγραφε τακτικά και τώρα μας άφισεν ένα μήνα χωρίς είδησι καμμία. Του εγράφαμε και δεν απαντούσε· εξετάζαμε δεξιά και αριστερά και κανένας δεν ήξευρε ή δεν ήθελε να μας πη. Η κόρη μου εξεφύλλιζε μαργαρίτες και η γυναίκα μου αρωτούσε τα χαρτιά πού βρίσκεται και τι κάμνει, έως ότου ένας δεκανέας, που εγύριζεν από το στρατόπεδο, ήλθε μια μέρα να της φέρη το φυλακτό, που του κρέμασεν εις το λαιμό του Πέτρου όταν εξεκίνησεν εις τα σύνορα, και να της πη ότι δεν έχει πλιά γυιό, πως του έκλεισεν ο ίδιος τα μάτια αφού εβασανίστηκε τρεις εβδομάδες εις το νοσοκομείο. Ο μαντατοφόρος είχε πάθη κ'εκείνος πυρετό και ήταν ακόμη κίτρινος σαν το θειάφι· εγίνετο όμως κόκκινος από το θυμό, όταν μας έλεγε πόσα υπόφεραν αυτός και οι σύντροφοί του εις τη Θεσσαλία. Και το σκληρότερο βάσανό τους ήταν πως δεν ελπίζανε πλια να πολεμήσουν με άλλον εχθρό παρά το κρύο, τη γύμνεια και τη δυσεντερία.

Από τα επτά παιδιά που είχα φέρη στην Αθήνα δεν μου απόμενε παρά μια κόρη, και ούτ' εκείνη εφαίνονταν ευχαριστημένη. Επροσπαθούσε για το χατήρι μας να περιποιηθή τον αρραβωνιαστικό της και δεν κατώρθωνε να κρύψη τη στενοχώρια της. Ενα πρωί μ' επήρεν εκείνος κατά μέρος να μ' αρωτήση τι προίκα ελογάριαζα να του δώσω. Ο αναθεματισμένος βουλευτής για να μας τον έχη κολλητό έως να τελείωση στη Σύρα η δημοτική εκλογή, τον άφινε να πιστεύη πως κάτι μας απομένει. Του είπα τότες εγώ πως με τες καλές συμβουλές του συνταγματάρχη απομείναμε με το ποκάμισο και δεν έχω άλλο να του δώσω παρά μόνο την κόρη μου και την ευχή μου. Δεν μου έκαμε καμμιά παρατήρησι και εξακολούθησε να έρχεται στο σπήτι καθώς πρώτα. Παρατήρησα μόνο πως απ' την ημέρα εκείνη άλλαξαν οι τρόποι του με το κορίτσι. Άρχισε να φέρεται μαζί της σαν Σουλτάνος. Δεν επρόσεχεν εις τα λόγια του· την έπιανεν από τη μέση και την εκυνηγούσε να την φιλήση. Αυτά τα καμώματα δεν μας άρεζαν διόλου. Εσυλλογούμεθα όμως τη δική μας φτώχεια και το δικό του φούρνο. Ένα βράδυ που το επαράκαμνε και ήθελε να την καθίση με το ζόρι επάνω στα γόνατά του, του ξέφυγεν από τα χέρια κ' έτρεξε να κλειδωθή στην άλλη κάμαρα. Έφυγε κ' εκείνος αγριωμένος χωρίς να μας πη καλή νύκτα. Ξαναήλθεν όμως την επομένη μέρα και τες άλλες και το φέρσιμό του ήτανε πλέον ανθρωπινό. Αυτό το εξήγησα εγώ πως την αγαπά, και πως είχε μετανοήση για το βάρβαρό του τρόπο. Εκεινής όμως η αντιπάθεια είχε γίνη τρομάρα. Επέμενε να μας λέγη πως δεν έχουν τα δυο του μάτια, το ίδιο χρώμα· και έχανε την όψιν της σαν άκουε το πάτημά του.

Μετά μερικές ημέρες την επεριμέναμεν ένα βράδυ να γυρίση από το εργοστάσιο για να διπνήσουμε· η ώρα όμως επερνούσε και δεν εφαίνονταν. Εις την αρχή υποθέσαμε πως την κρατούν για βιαστική δουλειά εις το καπελλάδικο, καθώς έτυχε και άλλη φορά· έπειτα αρχίσαμε να ανησυχούμε μήπως μας εξέκοψε για να γλυτώση από το λοχία. Αυτό όμως δεν ήτανε εις το χαρακτήρα της, γιατί μας αγαπούσε και ήτανε έτοιμη να κάμη το θέλημά μας. Μετά μισή ώρα πήγα να την ζητήσω στο καπελλάδικο. Με είπαν ότι είχε φύγη τη συνειθισμένη ώρα εις τα επτά. Εγύρισα εις τα σπήτι ελπίζοντας να την εύρω εκεί. Δεν είχε φανή, ούτε ο λοχίας· επήγα να τον ζητήσω εις τον στρατώνα· δεν ήξευραν πού ήταν· επήγα εις του βουλευτή· είχε δυο μέρες να τον ιδή και μου έκαμε και την παρατήρησι πως δεν είχεν ο λοχίας κανένα λόγο να κλέψη το κορίτσι, αφού ήμουν πρόθυμος να του το δώσω. Επήγα τότε να ξυπνήσω δύο γειτόνους και ανάψαμε φανάρια να ιδούμε μήπως εγλύστρησε σε κανένα από τα βάραθρα και ξεροπήγαδα της Βάθειας, που καταπίνουν ανθρώπους κάθε σκοτεινή νύκτα. Τα εξετάσαμεν όλα και δεν είδαμεν τίποτες. Εξεπήδησα έπειτα εις την αστυνομίαν να ερωτήσω ποιους επλάκωσαν από το πρωί οι αμαξάδες. Την ημέραν εκείνην δεν είχαν πλακώση κανένα, και μόνον ο σιδερόδρομος ένα βώδι. Ο διευθυντής μ' ελυπήθηκε και μου είπε πως θα ενεργήση δραστήρια και γρήγορα θα μάθη τι έγινε το κορίτσι μου. Μ' αρώτησε ποίοι εσύχναζαν εις το σπήτι μου και μου εφάνηκε πως εστραβομούριασε όταν του ανέφερα το λοχία Μεϊντανό. Επερίμενα πως θα μου πη τίποτες γι' αυτόν. Μου είπε μόνο καλή νύκτα και να έχω υπομονήν. Επέρασαν άλλες τέσσαρες μέρες χωρίς τίποτε να κατορθώση. Εξαναπήγα τότες εις του βουλευτού και άκουσα πάλι πως δεν ξεύρει τίποτες και δεν είδε τον Μεϊντανό. Αυτή όμως τη φορά έμοιαζε σαν στενοχωρεμένος, απόφευγε το μάτι μου κ' εβιάζετο να με ξεφορτωθή. Την άλλη μέρα ευρέθη η κόρη μου. Ξέρεις τι είχε γίνη;

— Πώς θες να το ξέρω;

— Ο Μεϊντανός με δυο άλλους αχρείους την ακολούθησαν όταν έβγαινεν από το εργοστάσιο ως το γεφύρι της Βάθειας.

Εκεί την έπιασαν, της έφραξαν το στόμα, την έρριξαν σ' ένα αμάξι, την επήγαν εις το βρωμόσπιτο μιανής Κέρας Βασιλικής, την ατίμασαν, την εβασάνισαν όλη νύκτα και την άφισαν εκεί αναίσθητη και μισαποθαμμένη. Τον Μεϊντανό τον έκρυπτεν ο βουλευτής τρεις ημέρες εις το υπόγειο του σπητιού του, έπειτα τον έκαμε να δραπετέψη.

— Αυτά, του είπα, είνε πράγματα πού ακολουθούν κάθε μέρα. Με πέντε λεπτά τα χορταίνεις σε κάθε εφημερίδα.

— Με τη διαφορά, απήντησεν αποτόμως, ότι ηκολούθησαν της κόρης μου, και δεν είνε για μένα το ίδιο. Την εφύλαγαν εκεί κοντά εις το τμήμα της Βάθειας. Έτρεξα να την σηκώσω στην αγκαλιά μου και να την πάω της μάννας της.

Όλη νύκτα εκλαίαμε γονατιστοί εις το προσκέφαλό της και της εφιλήσαμε χέρια και πόδια, κι' ούτε μας αποκρίνουνταν, ούτε γύρισε να μας δη. Εφοβούμεθα πως είνε κακιωμένη μαζί μας. Επειτα ήλθαν δύο γιατροί και μας είπαν ότι είχε τρελλαθή.

Τους γιατρούς εσυντρόφευεν ο αστυνόμος. Αφού έφυγαν εκείνοι, άρχισε να μου λέγη πως ο Μεϊντανός είνε ένας αχρείος, που έχει στή ράχι του κατηγορίες για βιασμούς και φόνους. Τον προστατεύει όμως ο κύριος Βουλευτής Σύρου, που τον εγλύτωσε δυο φορές, και θα ήτο τρέλλα να τα βάλλω μ' ένα Συνταγματάρχη και υπουργικό βουλευτή, τώρα μάλιστα πού άρχισαν η δουλιές της Κυβερνήσεως να στραβώνουν και τον έχει ανάγκην. Ό,τι και αν έκαμνα και όσον και αν εφώναζα δεν θα κατώρθωνα τίποτες, εν ώ αν εσώπαινα, ημπορούσε να γίνη κάτι για μένα, ως π. χ. να βάλουν την κόρη μου χάρισμα εις το φρενοκομείο, δεν αποκρίθηκα τίποτες, γιατί την απόφασί μου την είχα πάρη. Έγραψα του πεθερού μου να φροντίση, όσο πτωχός και αν είνε, για την κόρη του και την εγγονή του. Εφίλησα τες δυο δυστυχισμένες, έκαμα το σταυρό μου, επέρασα στη ζώνη το λάζο μου και εις τας δέκα η ώρα επήρα το δρόμο του σπητιού του βουλευτή, με απόφασι να τον σκοτώσω και ό,τι γίνη ας γίνη. Ευρήκα την πόρτα του ανοικτή και τη σάλλα του γεμάτη. Ήταν εκεί και ένας από τους δύο γιατρούς που ήρταν σ' εμένα το πρωί και παρακάτω ένας παπάς με το διάκο του που εκρατούσε τη μετάληψι και το πετραχήλι. Κανένας δεν επρόσεξεν όταν εμπήκα.

Εκρύβηκα απ' οπίσω από την κουρτίνα του παραθύρου και απ' εκεί άκουσα πως μετά το πρόγευμα είχεν έρτη του συνταγματάρχη αποπληξία, πως απέμεινεν ο μισός παράλυτος και κινδυνεύει. Τώρα εσυζητούσαν αν πρέπει να του πάνε αμέσως τον παπά ή να περιμένουν να γίνη καλλίτερα ή χειρότερα. Μετά λίγην ώρα εβγήκεν από την κρεββατοκάμερα άλλος γιατρός που είπε πως πρέπει ν' αφήσουν τον άρρωστον να ησυχάση. Λίγο — λίγο άρχισεν ο κόσμος να φεύγη, έως ότου δεν απέμειναν παρά ο γιατρός, ο παπάς και δυο σπητικοί φίλοι. Τα μεσάνυκτα επήγαν κ' εκείνοι να εξαπλωθούν εις το επάνω πάτωμα, αφού έδωκαν παραγγελία εις τον στρατιώτη της υπηρεσίας να μείνη στη σάλλα και αν τύχη τίποτες να τους κράξη. Εκείνος όμως δεν εσυλλογίζουνταν παρά πώς να περάση την νύκτα του αναπαυτικά. Έβαλεν ένα κερί σε μια καθέκλα κοντά εις το ντιβάνι, απλώθηκεν απάνω με τα παπούτσια, επήρε να διαβάση μιαν εφημερίδα, και μετά πέντε λεπτά άρχισε να ρουχαλά. Τωρα ήταν η δική μου σειρά, όχι βέβαια να ρουχαλήσω. Εβγήκα από την κρύφτη μου, έσυρα το λάζο, επέρασα εις το πλαγινό δωμάτιο και εκλείδωσα οπίσω μου την πόρτα. Ήταν η ίδια κάμαρα πού με εδέχθηκε προ τρία χρόνια παίζοντας με το γάτο, με τη διαφορά πως αντίς κεντητό φεσάκι εφορούσε τώρα εις το κεφάλι μια φούσκα με πάγο και εις τα πόδια αντίς παντόφλες συναπισμούς. Με όλο του το χάλι του απέμεινεν ακέραιο το λογικό. Μ' εγνώρισεν αμέσως και όταν εσήκωσα απάνω του το μαχαίρι, κράζοντας αυτόν «φονιά των παιδιών μου», άπλωσεν ο φόβος στην όψι του θανάτου πρασινάδα. Ήταν άφωνος και παράλυτος και δεν μπορούσε ούτε να παρακάλεση ούτε να γονατίση. Όσα όμως δεν ημπορούσαν να κάμουν τα γόνατα και η γλώσσα τα έκαμνε το μάτι. Το βλέμμα του μου έλεγεν Αμάν! μου φιλούσε τα χέρια, μου έγλειφε τα πόδιά. Δεν μ' εβάσταζεν η καρδιά να χτυπήσω το άρρωστο εκείνο ανδράποδο. Άδικον όμως θα ήταν να μείνουν τα παιδιά μου χωρίς εκδίκησι καμμιά. Έβαλα στη θήκη το λάζο και έφτυσα στο πρόσωπο τον κύριον συνταγματάρχην, και αντί να θυμώση διά το φτύσιμον, μ' εκύτταξε, σαν να μου έλεγεν ευχαριστώ που του χάρισα τη ζωή.

— Και πως ετελείωσεν αυτή η ιστορία;

— Ο συνταγματάρχης εγλύτωσε και έφυγεν εις τα λουτρά. Η κόρη μου εβασανίστηκε ακόμη μερικούς μήνες, κ' έπειτα την εξάπλωσα κ' εκείνη κοντά εις τα άλλα πέντε, Δεν έχω δίκαιο γα λέγω, ανάθεμα εις την πολιτική;

— Πταίεις όμως και συ, του είπα, που ανακατεύθης εις αυτήν. Και συ και οσοι άλλοι μαζεύετε ψήφους και πιστεύετε εις όσα σας λέγουν.

Το επιχείρημά μου, αντί να τον αποστομώση, τον έκαμε να σηκωθή βροντόλαλος και φοβερός. Τα μάτια του εσπινθοβολούσαν και μου έσφιξε τα χέρια που μ' έκαμε να πονέσω.

— Μη το λες, μου είπεν, αυτό, γιατί δε σου κάμνει τιμή. Το «συ φταις γιατί μ' επίστεψες» άφησε το εις τους λωποδύτες του χρηματιστηρίου. Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσον μεγαλειτέρα είνε η ασυνειδησία εκείνων πού μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είνε ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδαίρνουν ως το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστειαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς, που σκοτώνουν τ' άλογα από το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για το λόγο πού δεν δαγκάνουν και δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου· «ανάθεμα εις τους λαοπλάνους.»

Την χάριν ταύτην δεν ημπόρεσα να κάμω εις τον δυστυχή νεκροθάπτην, διότι ολίγην έχω φωνήν και δεν αγαπώ τας φωνάς. Αν ενόησα αυτόν καλά, εκείνο το οποίον εζήτει, παραβάλλων τους πολιτικούς μας προς καρραγωγείς, ήτο, καθώς υπάρχουσιν αλλαχού εταιρείαι προς προστασίαν των ανυπερασπίστων πλασμάτων, αλόγων, γάτων, περιστερών και άλλων πτερωτών και μαστοφόρων, ούτω να συστηθή και εις την Ελλάδα προστατευτική των ψηφοφόρων.

(«Εφημερίς» 19-27 Νοεμβρίου 1895).

ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝΟΣ

Εξ όσων ηυτύχησα ή εδυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζαν ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν. Όσον συναναστρέφομαι τα ζώα, τόσον μάλλον πείθομαι, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των ανθρώπων καμμία διαφορά, ως ηθέλησαν παραδοξολόγοι τινές να ισχυρισθώσιν, αλλά μόνον ότι τα πράγματα, κατά τα οποία διαφέρομεν από τα ζώα, δεν αποδεικνύουν όλα την ανθρωπίνην υπεροχήν.

Το κυρίως διακρίνον αυτά από ημάς είνε ότι παρέλαβον από τους ανθρώπους όσα έχουσιν ούτοι καλά, και απέφυγαν να μιμηθώσι τα άχρηστα, τα επιβλαβή και τα γελοία. Ουδέποτε έγεινε λόγος μεταξύ αυτών περί επισκέψεων του νέου έτους, ούτε περί καπνίσματος, ούτε περί φόρου επί του καπνού η οιουδήποτε άλλου· δεν χαρτοπαικτούσι, δεν πίνουσι παρά νερόν ή γάλα όταν είνε μικρά· δεν συντηρούν στρατούς, αγνοούν τι θα ειπή πατρίς και ιδιοκτησία, και εκ τούτου ούτε δίκας εγείρουσιν ούτε κινούσι πολέμους, αλλά μόνον μονομαχίας περί πραγμάτων τα οποία ενδιαφέρουσιν αυτά αμέσως και προσωπικώς, περί της νομής λ. χ. πολυχλόου τινός λειμώνος ή της ευνοίας ωραίας τινός ομοφύλου των, γάτας, σκύλας, λεαίνης, φοράδας ή ελαφίνας. Και αυτούς τους οικογενειακούς δεσμούς περιώρισαν εις μόνους τους αναγκαίους και τους μη οχληρούς. Έχουσι μεν πατέρα και μητέρα, ούτε θείους όμως ούτε εξαδέλφους ούτε πάππους ούτε εγγόνους, και το κυριώτερον ούτε πενθερούς ούτε πενθεράς.

Ζώντα κατά το ευαγγελικόν παράγγελμα με ό,τι στείλη εις αυτά η πρόνοια του Θεού, δεν υπόκεινται εις την υποχρέωσιν να συντάξωσι διαθήκην και αγνοούσιν ότι υπάρχουσιν εις τον κόσμον συμβολαιογράφοι, όπως και δήμιοι, δικαστήρια, ιατροί, ειρκταί, στρατώνες, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και οικονομικά μαγειρεία. Ταύτα λέγων ουδόλως εννοώ ν' αμφισβητήσω των πραγμάτων τούτων την χρησιμότητα και την ανάγκην, αλλά να είπω ότι δύσκολον είνε να μακαρίσωμεν τον άνθρωπον δι' όσα κατέστησεν αναγκαία η κακή ποιότης του σώματος και της ψυχής του, ή να θεωρήσωμεν ως μικρόν πλεονέκτημα των ζώων το να δύνανται να τρώγουν χωρίς μαγείρους, να ενδύωνται χωρίς ράπτας, να νυμφεύωνται χωρίς παπά, να γεννώνται άνευ της βοηθείας μαμμής και ν' αποθνήσκουν άνευ της συμπράξεως τον ιατρού ή του δημίου.

Τα ανωτέρω αρκούσι, πιστεύομεν, ν' αποδείξωσι πόσον απατώνται οι θεωρούντες άλογα τα ζώα. Αληθές είνε, ότι πλησιάζει να εκλείψη η γενεά των φιλοσόφων θεωρούντων αυτά ως είδος μηχανών, κινουμένων υπό μυστηριώδους τινός δυνάμεως, καθ' ον περίπου τρόπον κινεί ο ατμός τας μηχανάς των ατμόπλοιων ή, στρέφει ο άνεμος τας πτέρυγας των ανεμομύλων. Την δύναμιν ταύτην ωνόμασαν ένστικτον, κατά την συνήθειαν των σοφών ν' αρκώνται να βαπτίζωσιν όσα δεν δύνανται να εξηγήσωσι, και εθεώρουν αυτήν ως ουδέν έχουσαν κοινόν προς την ψυχήν και την διάνοιαν των ανθρώπων και εκ τούτου ανεπίδεκτον αθανασίας. Η γνώμη αύτη απηρχαιώθη πριν ή γηράση, πολλοί όμως απομένουσιν ακόμη οι στέργοντες μεν να παραδεχθώσιν ότι έχουσι και τα ζώα ψυχήν, αλλά πεισματικώς ισχυριζόμενοι ότι τα πάθη, και τα αισθήματα της ζωικής ταύτης ψυχής ουδέν έχουσι κοινόν προς τα της ανθρωπίνης. Προς πλήρη απόδειξιν ότι και κατά τούτο απατώνται, ότι όχι μόνον εν συνόλω και χονδρικώς, αλλά και εις αυτάς τας λεπτοτάτας του αισθήματος αποχρώσεις ομοιάζουσι πολλάκις ως δίδυμοι αδελφαί αι ψυχαί των ζώων και των ανθρώπων, νομίζω αρκούσαν την κατωτέρω εκ του ορνιθώνος μου ιστορίαν. Εις τον ορνιθώνα ή μάλλον την αυλήν του αγροτικού εν Χίω πύργου, όπου έμενα το θέρος πριν το κρημνίση ο σεισμός, συνέζη χαριτωμένον και αγαπημένον ανδρόγυνον, αποτελούμενον εκ πετειναρίου και ορνιθούλας, του είδους το οποίον ονομάζουν λειόπτερον οι ορνιθολόγαι και αγνοώ πώς οι ορνιθοτρόφοι. Διακριτικά αυτού σημεία είνε το μικρόν μάλλον ανάστημα, το λευκόν χρώμα, η μεταξίνη των πτερών απαλότης, η χάρις και η ευκινησία. Όταν εκούρνιαζαν κρύπτοντα την κεφαλήν των, ενόμιζε τις ότι βλέπει δυο βώλους χιόνος και τα ανορθωμένα πτερά των ωμοίαζον όταν έσειεν ο άνεμος νιφάδας.

Μόνος ο αγαπών τα ζώα και τερπόμενος εις την λεπτομερή παρατήρησιν, ουχί μόνον των γενών και των ειδών ως ο επιστήμων, αλλά και των ατόμων, κατορθώνει διά του χρόνου να διακρίνη εις την φυσιογνωμίαν και τας εξής αυτών παραλλαγάς, εκ των οποίων δύναται ασφαλώς να εικασθή εκάστου ζώου, όπως και εκάστου ανθρώπου, ο ηθικός χαρακτήρ. Ούτω λ. χ. η λευκή ορνιθούλα μου ήτο τύπος καλής συζύγου και οικοκυράς τιμίας, σεμνής, πάντοτε καθαράς και καλοκτενισμένης, άνευ όμως πολυτελείας ή περισσής φιλαρεσκείας. Ο πετεινός απ' εναντίας ήτο τύπος λιμοκοντόρου, δανδή, καλλωπιστού, λέοντος, λεβέντη ή όπως άλλως ονομάζονται κατά καιρούς και τόπους οι αγαπώντες να κορδώνωνται, να καμαρώνωνται και να λαμβάνωσιν ήθος καρδιοσφάκτου και κατακτητού. Πλην της συμπεριφοράς και αυτός ο τόνος της φωνής του τον έκαμνε να ομοιάζη λιγωμένον τενορίνον.

Και τοιούτος όμως ων έζη καλά με την όρνιθά του, την επεριποιείτο, την συνώδευεν εις τον περίπατον, και κατά την ώραν του δείπνου την άφινε να πρωτοφάγη. Εις την τοιαύτην διαγωγήν του συνετέλει κατά πολύ και η έμφυτος συνήθεια των πετεινών και των ορνίθων να μη σμίγωσιν, ως οι σκύλοι, με άλλας του γένους των φυλάς παρά μόνον εν ελλείψει ομοφύλων, άλλη δε λειόπτερη κόττα δεν υπήρχεν εις την αυλήν εκείνην καμμία.

Το έμφυτον όμως τούτο φυλετικόν αίσθημα δεν ήτο, ως φαίνεται, ικανώς ανεπτυγμένον, ώστε να υπερνικήση τας εφόδους του διεστραμμένου του πετεινού μου ατομικού χαρακτήρος. Πολλά σημεία μ' έκαμναν από τίνων ημερών να υποπτεύω, ότι το αχρείον πετεινάρι, του οποίου εθαύμαζα την συζυγικήν πίστιν, ήρχιζε να κυνηγά μίαν μικράν όρνιθα, η οποία δεν ήτο βεβαίως ομόγυλος του, αλλ' ανήκεν εις άλλην κάπως συγγενή φυλήν την λεγομένην περιβολάρικην. Δεν ήτο μεν όσον η σύζυγός του εύμορφη, αλλά εύχαρις, ζωηρά, πλουμιστή ως πέρδικα και από το πρωί υαλιστή και συγυρισμένη επεριπάτει με κεφαλήν υψηλά, εσείετο ως σεισούρα και πολύ περισσότερο παρά φρόνιμη κόττα ωμοίαζε κοκότα.

Ο άστατος εγλυκοσάλιαζε κατ' αρχάς με κάποιαν συστολήν,αλλά βαθμηδόν κατήντησε να μη φοβήται τίποτε και να μη εντρέπεται κανένα.

Ηκολούθει την πλουμισμένην εις όλας τας γωνίας, εξελαρυγγίζετο εκφωνών τους ωραιότερους του σκοπούς και εσκάλιζε το χώμα διά να εύρη σκουλήκια διά την αγαπημένην του. Την εξέθεσε τόσον πολύ, ώστε έπαυσαν να την συναναστρέφονται όσαι όρνιθες εφρόντιζαν διά την υπόληψίν των.

Η εγκαταλειφθείσα σύζυγος θα υπέφερε βεβαίως πολύ, αλλ' η υπερηφάνεια και η αξιοπρέπεια αυτής της επέβαλλαν να κρύπτη την λύπην της. Δεν ηδυνάμην να μη την θαυμάσω όταν την έβλεπα να βηματίζη εις την αυλήν πάντοτε μόνη και να περνά πλησίον του απίστου και της ερωμένης του, υποκρινομένη ότι μόνη δεν βλέπει όσα εβλεπον όλοι. Πολλάκις μ' ήλθεν όρεξις να τουφεκίσω απ'το παράθυρον την αμαρτωλήν όρνιθα διά ν'απαλλάξω την ενάρετον από τα βάσανα της εγκαταλείψεως και της ζηλείας, αλλά μ' επρόλαβεν η θεία δίκη.

Από το πολύ ίσως τσιμποφίλημα εξύπνησεν ένα πρωί η παραλυμένη κόττα με ορνιθοκόρυζαν ή, ως την λέγουν οι Χίοι, τσίφναν, κακήν αρρώστειαν δι' όλα τα πτερωτά. Λησμονήσας τας παρεκτροπάς αυτής εξ ελέους προς τα βάσανα της διέταξα την υπηρέτριαν να κάμη ό,τι ημπορεί διά να την σώση. Αληθές είνε ότι προ τινων ημερών είχα όρεξιν να τουφεκίσω την μοιχαλίδα,αλλ' εις ταύτα δεν υπάρχει αντίφασις καμμία. Οι καλοί άνθρωποι, μετά των οποίων έχω την αξίωσιν να συγκαταλέγωμαι, είνε ικανοί να πράξωσι τα πάντα εν τω βρασμώ της οργής των κατά των αχρείων, αλλά δεν δύνανται να βλέπουν να υποφέρη κανένας.

Η χειρούργισσα έκαμε την εγχείρησιν της τσίφνας καθ' όλους τους κανόνας της τέχνης, εξαιρέσασα διά βελόνης τον φράσσοντα την αναπνοήν υμένα ή λεπάκι, καυτηριάσασα την πληγήν δι'όξους και αλείψασα έπειτα αυτήν διά μίγματος μέλιτος και βουτύρου.

Ουδέν όμως ωφέλησε και η αμαρτωλή εξέπνευσε το εσπέρας εντελώς όμως ιατρευμένη, ως ελεγεν ο ιατρός τον Μολιέρου, οσάκις συνέβαινεν ο ασθενής του ν' αποθάνη.

Την επιούσαν ευρέθη ο άπιστος πετεινός χήρος της ερωμένης του και μαλωμένος με την νόμιμον σύζυγόν του. Η θέσις του ήτο αληθώς αξιολύπητος.

Κατά την ώραν του προγεύματος ήλθε να κλωθογυρίση περί την άσπρην όρνιθα, μετά δειλίας όμως και συστολής, ως σύζυγος αισθανόμενος ότι έχει όλα τα άδικα και μη βέβαιος αν θα συγχωρηθώσιν. Εκείνη εκαμώνετο ότι δεν τον βλέπει. Κατά το γεύμα ήλθε να λάβη την πρώτην παρά την πλευράν της συνήθη θέσιν του, έτι μάλλον ταπεινός και ζαρωμένος, αλλά και πάλιν έμεινε ψυχρά τρώγουσα με μεγάλην όρεξιν τα πίτυρα και το σιτάρι και υποκρινομένη ότι δεν εννοεί την όρεξιν συμφιλιώσεως του μετανοούντος.

Πάντα ταύτα όμως ήσαν κωμωδία, της οποίας εύκολον ήτο να μαντεύση τις την ευτυχή λύσιν. Προ της δύσεως τω όντι του ηλίου ετελείωσεν η παράστασις της κωμωδίας και εισήλθον μαζί εις το αυτό διαμέρισμα του ορνιθώνος. Φαίνεται ότι είχαν πολλά να ειπούν, διότι όταν εξήλθε την επιούσαν εφαίνετο η ορνιθούλα πολύ μεν ευχαριστημένη, αλλά και κάπως κουρασμένη.

Μετά την ανωτέρω αψευδή διήγησιν δύναμαι να ερωτήσω τους υποτιμητάς του πνεύματος των ζώων, ποίαν άλλην αξιοπρεπεστέραν της όρνιθας ταύτης διαγωγήν θα ηδύνατο πολύπειρος μήτηρ να συμβουλεύση την θυγατέρα της εις ομοίαν περίστασιν να τηρήση;

(«Σκριπ» 1 Ιανουαρίου 1897).

1) Υπό το πνεύμα τούτο μοι έγραψεν επανειλημμένως παροτρύνων με εις επίσπευσιν της παρούσης εκδόσεως και ο εν τω Πανεπιστημίω του Όξφορδ διαπρεπέστατος καθηγητής κ. Σ. Μενάρδος.

2) «Δεν ομιλώ περί λογογράφων διότι καθαυτό λογογράφοι δεν υπήρχον τότε. Ο Ροΐδης πρώτος με την Πάπισσαν Ιωάνναν του εδίδαξε lo bello stile, του οποίου η κομψότης και η χάρις και η ευφυία μένουσιν ανυπέρβλητοι. Αλλά το πολύκροτον βιβλίον του καθώς και τα εκάστοτε αραιώς δημοσιευόμενα σκαλαθύρματά του, καίπερ αρέσκοντα και θαυμαζόμενα, δεν έσχον τόσην επίδρασιν ώστε να τονώσωσι το πλαδαρόν και μελιτώδες και πομφολυγώδες ύφος το τότε εν χρήσει παρά τη πεζογραφία». Χ. Αννίνου, «Τα πρώτα έτη του Ζαν Μωρεάς», Περιοδικόν «Μελέτη» Μάρτιος 1911 σ. 144-5.

3) Τω 1885 ουδεμία σχεδόν των γλωσσολογικών του μελετών είχεν αναφανή, ως επίσης ουδέν των εν τω παρόντι τόμω διηγημάτων. Πλείστα δε των κριτικών άρθρων και σκαλαθυρμάτων του ανάγονται εις μεταγενεστέραν εποχήν.

4) Και «αφιλοκερδώς» ως ομολογεί εν τω προλόγω του ο κ. Σταματόπουλος.

5) Βλ. και το άρθρον του περί «Βιβλιοθήκης Μαρασλή» («Άστυ» 2 Φεβρουαρίου 1897).

6) «Ακρόπολις» και «Νέον Άστυ» της 9 Ιανουαρίου 1904.

7) «Ποικίλη Στοά» 1891 και «Παναθήναια» 31 Μαρτίου 1904.

8) «Berliner Philogische Wochenschrift» 31 Μαρτίου 1894. Μετεφράσθη εν τω «Άστει» της 2/15 Απριλίου του αυτού έτους.

9) Εξ ου και ο συνήθης τίτλος Life and letters.

10) Κατά τινας πληροφορίας, κατά τα νεανικά του έτη συνέταττεν ημερολόγιον.

11) Βλ. «Αριστοτέλους Βαλαωρίτου βίος και έργα» (υπό Ιωάν. Βαλαωρίτου τόμ. α' σ. 215 — 242).

12) Πολλές πληροφορίας ήντλησα και παρ' άλλων συγγενών ως και παρά των πολλών φίλων, οίτινες μέχρι τέλους έμειναν πιστοί εις την δυστυχήσασαν οικογένειαν.

13) Φυλάσσονται δε παρά τη χήρα τούτου κυρία Ελένη Ροΐδου, το γένος Καλλίνσκη.

14) Έγραφεν, ως λέγει, αποκλειστικώς δια τα τέκνα του, τους κ.κ. Νικόλαον Ροΐδην και Ανδρέαν Ροΐδην Καλλίνσκην

15) Λίαν κατάλληλα προς δημοσίευσίν του θα ήσαν τα Χιακά Χρονικά, ων εξεδόθη εφέτος ο πρώτος τόμος και τα οποία ο καθηγητής Άμαντος προτίθεται να εκδίδη ενιαυσίως.

16) Πάντα τα εν τω επομένω κεφαλαίω φερόμενα εντός εισαγωγικών και άνευ ετέρας μνείας, είναι ερανισμένα από τ' απομνημονεύματά του Ευστρατίου Ροΐδου.

17) Βλ. Καμπούρογλου, «Μνημεία της Ιστορίας των Αθηναίων» τομ. Β' σ. 375 — 77 και εν τόμω Γ' σ. 250 — 251 εκ των γενεαλογικών σημειωμάτων του κ. Κ. Α. Χρηστομάνου το «Άρχοντες Ροΐδαι».

18) Βλ. «Athenae Christianae» Α. Mommsen αρ. 88 σελ. 77· Καμπούρογλου «Ιστορία» τόμ. Β' σελ. 92 και σελ. 217, εν η ανατρέπεται σφάλμα τι του Νερούτσου (πρβ. «Χριστιανικαί Αθήναι» εν Δελτίω Εθνολ. Εταιρίας).

19) Εκ του δευτέρου τούτου εγγράφου προκύπτει ότι τινά των παραχωρηθέντων κτημάτων ήσαν ήδη ενοικιασμένα εις τους Ροΐδας· άρα ούτοι ήσαν αποκατεστημένοι εν Γαστούνη προ του 1702.

20) Ούτος ανήκε πιθανώτατα εις την γνωστήν ομώνυμον οικογένειαν, ήτις, καθ' ας έχω άλλοθεν πληροφορίας, κατώκει τότε εν Γαστούνη και δεν αποκατέστη εν Κερκύρα, ει μη μετά την οριστικήν εγκατάλειψιν του Μωρέως υπό των Βενετών.

21) Τόμ. γ' σελ. 375. Ως οικόσημον οι Ροΐδαι έλαβον ροδιάν γέμουσαν καρπών, εις την κορυφήν της οποίας επικάθηται γλαύξ. Και η μεν ροδιά αποτελεί λαλούν σήμα (armes parlantes), αναπαριστά δηλαδή δι' εικόνος το οικογενειακόν όνομα, η δε γλαυξ ετέθη επ' αυτής όπως δηλώση την εξ Αθηνών προέλευσιν (βλ. Χρηστομάνον ένθ' ανωτέρω). Το οικόσημον τούτο εκόσμει και την μεγάλην δρύινον βιβλιοθήκην του Εμμανουήλ Ροΐδου.

22) Βλέπε περί ταύτης την περίφημον μελέτην του Ράνκε, η οποία ιδούσα το φως το πρώτον εν τη Historisch - politischen Zeitschrift (τόμ. Β'), του 1835 και μεταφρασθείσα υπό του Π. Καλλιγά («Πανδώρα» 1862 εν «Μελέταις και Λόγοις» β' τομ. σ. 84 κ. εξ.), ανεδημοσιεύθη και αύθις μετά βελτιώσεων υπό του συγγραφέως (Zur Venezianische Geschichte, Λειψία 1878, μέρος α').

23) Κατά την εκτύπωσιν του παρόντος προλόγου έλαβον επιστολήν αναιρούσαν τας άνω πληροφορίας. Ο κ. Δημήτριος Πετροκόκκινος μου γράφει: «Η Ξανθούλα του Σολωμού ήτο όχι η νόννα του κ. Δούκα Ράλλη, αλλά της Κας Στεφάνου Ράλλη η μητέρα. Μου το είπε ο γυιός της ο John ο Ράλλης. Την εγνώρισα στα γεράματά της: Μικροκαμωμένη, με λεπτά χαρακτηριστικά, γλυκυτάτη έκφραση και ωραία γαλανά μάτια. Ο Burn Jones της έκανε περί το τέλος της ζωής της την εικόνα της, κι' από κάτω έβαλε σαν τους αγιογράφους μας το μαρτύριο της Αγίας Αικατερίνης της οποίας έφερε το όνομα».

24) Περί των εν Ζακύνθω Ροΐδηδων πολλάς πληροφορίας μοι έπεμψαν δύο πολύτιμοι φίλοι και διαπρεπέστατοι αρχαιοδίφαι, οι κ.κ. δε Βιάζης και Ζώης. Ο δεύτερος μοι έστειλε και κατάλογον των έργων του δοτόρου Ροΐδου και αντίγραφον ενός εξ αυτών.

Εκ των πληροφοριών τούτων προκύπτει ότι ο πρώτος μεταβάς εις Ζάκυνθον κόμης Γεώργιος Ροΐδης απέθανε το 1738, καταλιπών υιόν Νικόλαον, όστις εκ του γάμου του μετά της Μπετίνας Γριμάνη εγέννησε τρεις υιούς, τον Αντώνιον, τον Γεώργιον και τον Διονύσιον και τρεις θυγατέρας. Και οι μεν υιοί του δεν αφήκαν απογόνους· εκ της θυγατρός του όμως Ζαχαρένιας, ην μνημονεύει και η Σάτυρα του Σολωμού, κατάγεται η οικογένεια Δικοπούλου. Επίσης αφήκε κληρονομίαν και η νυμφευθείσα τον κόμητα Κατακίτην θυγάτηρ του Αναστασία. (Βλ. και παράρτημα).

25) Ο Ευστράτιος Ροΐδης αποδίδει το πράγμα εις το γεγονός ότι, των δημογερόντων απαλασσομένων του φόρου των περιουσιών, η κοινότης δεν ήθελε ν' αφήση ασύδοτον μίαν των πλουσιωτέρων οικογενειών του τόπου. Ίσως. Αλλά παρατηρώ ότι και οι Βλαστοί, οίτινες πολύ προ των Ροΐδηδων ήλθον εκ Κρήτης εις Χίον, δεν κατώρθωσαν ν' ανέλθουν εις το αξίωμα του δημογέροντος, όπερ ελογίζετο εν Χίω μέγα και υψηλόν (Βλαστού, «Χιακά», σ. 154), ειμή μόνον τω 1822. Περί του φόρου του κεφαλαίου εν Χίω βλ. την ημετέραν μελέτην περί της «Οικονομικής Διοικήσεως της Ελλάδος επί Τουρκοκρατίας» παράρτημα Γ (Παρίσιοι 1910).

26) Την «Πάπισσαν Ιωάνναν».

27) Η επιστολή αύτη διεσώθη εν τη οικογενεία μέχρι της καταστροφής της Χίου.

28) Εκ των Απομνημονευμάτων του Ευστρατίου βλέπει τις την φροντίδα, ην ο πατήρ του ελάμβανεν όπως τα τέκνα του λάβωσι κατά το ενόν τελείαν μόρφωσιν. Βραδύτερον αναφέρεται και είς υιός του Α. Μ. Ροΐδου, όστις εξέδιδεν εις την Κων/πολιν την «Illustration Orientale».

29) Περί του πύργου των Ροδοκανάκηδων συνέγραψεν ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Χίου Γ. Ζολώτας λαμπράν διατριβήν καταχωρισθείσαν το πρώτον εν σελ. 522 — 9 του έργου του Δημητρίου Ροδοκανάκη «Ιουστινιάναι — Χίος». Εν τω αυτώ πονήματι ευρίσκονται και άλλαι πολυτιμόταται πληροφορίαι περί της οικογενείας Ροδοκανάκη και της Χίου εν γένει. Δυστυχώς η φαντασία του μακαρίτου συγγραφέως και εξαδέλφου μου υπερβάλλει ενίοτε τας πραγματικάς και βαθείας ιστορικάς του γνώσεις.

30) Ούτος λίαν εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ανήρ, φαίνεται επηρεασθείς υπό τινων γάλλων καταφυγόντων περί τα τέλη του 16ου αιώνος εν Χίω. Ήτο όμως προσέτι ελληνομαθής, γράφων και αρχαϊκά επιγράμματα.

31) Το ψιμμύθιον ελέγετο Σουλουμάς· βλ. και τους γνωστούς παροιμιώδεις στίχους:

— Ίντα μαντάτα από τη Χιώ; — Κουντουρίδι περισσό. — Σουλουμάς με το καντάρι, — Αμέ σιτάρι; — Ο τόπος δεν το ζάρει.

32) «Κορνηλία Ροΐδου το γένος Ροδοκανάκη» (ανατύπωσις εκ «Χιακών Χρονικών», Αθήναι 1911).

33) Πράγματι η κορασίς είχε πέση εις χείρας Σμυρναίου Τούρκου, όστις διαγνώσας την μέλλουσαν αυτής έκτακτον καλλονήν, την προώρισε διά το χαρέμιόν του, προς το παρόν δε την έστειλεν εις έν υποστατικόν του. Φύλακες αυτής ήσαν ζεύγος γερόντων Τούρκων, οίτινες μη έχοντες τέκνα προσεκολλήθησαν εις την νέαν Χίαν, ην μεχεχειρίζοντο ως θυγατέρα μετονομάσαντες μάλιστα αυτήν Αϊσσέ. Ότε δε ήλθεν η διαταγή να την οδηγήσωσιν εις Σμύρνην, οπόθεν επρόκειτο να επιβιβασθή διά Λιβόρνον, την συνώδευσαν κλαίοντες μέχρι της πρωτευούσης της Ιωνίας. Η Κορνηλία συχνά ενεθυμείτο τα έτη, άτινα διήλθε διάγουσα βίον χωρικής, βοσκούσα αρνία και τρώγουσα ως επί το πολύ βρασμένα χόρτα και ψωμί ξηρόν. Συχνάκις και μετά συγκινήσεως ενεθυμείτο επίσης το πόσον ηγάπησαν αυτήν γεροντικόν ζεύγος. Ότε δε την ημέραν του θανάτου του υιού της Εμμανουήλ ευρέθη ενενηκοντούτις μόνη εις τον κόσμον, μου έλεγε στενάζουσα ότι ευτυχέστερος ήθελεν είσθαι ο βίος της εάν είχε μείνη λησμονημένη εις έν τουρκικόν χωρίον.

34) Τη αληθεία η συνεννόησις μετά της οικογενείας της ήτο πρόβλημα, όπερ έλυσε μόνον η άφιξις του πρίγκηπος Καρατζά, γνωστού εις μεν τους νομικούς διά τον κώδικα του, εις δε τους λογίους διά τας μεταφράσεις του Γολδόνη. Ο πρώην ηγεμών της Βλαχίας είχε πολύ περιποιηθή εν Πίζη, ένθα είχεν εύρη καταφύγιον, την μητέρα της Κορνηλίας, ης η υγεία, κλονισθείσα εις άκρον εκ των αλλεπαλλήλων δυστυχημάτων, την ηνάγκασε να μεταβή προς θεραπείαν παρά τινι των καθηγητών του Πιζαίου Πανεπιστημίου. Έκτοτε δε εξενίζετο το θέρος υπό των Ροδοκανάκηδων εν τω παραθαλασσίω Λιβόρνω. Ο ποτέ μέγας διερμηνεύς της Πύλης ανέλαβε νυν τα καθήκοντα διερμηνέως μεταξύ της Τουρκοπούλας και των συγγενών της. Άλλως αι υπηρεσίαι του κατέστησαν ταχέως περιτταί, διότι η έκτακτος ευφυία της δωδεκαετούς κόρης τη επέτρεψαν ταχύτατα να εκμάθη την Ελληνικήν, ην τη εδίδασκε συστηματικώτερον ο θείος της σατυρικός ποιητής Σταμάτιος, ως και την Ιταλικήν και Γαλλικήν.

35) Μεταξύ των εξανδραποδισθέντων, πάντων εξαγορασθέντων, ευρίσκετο και ο Σταμάτιος Ροΐδης, νεώτατος υιός του σφαγέντος Ζαννή, ου επί μακρόν εστάθη αδύνατον να γνωσθή η τύχη, ότε τέλος ανεκαλύφθη ότι ευρίσκετο εις το εσωτερικόν της μικράς Ασίας και είχε σχεδόν εντελώς εξισλαμισθή. Εχρειάσθησαν δε πολλοί κόποι όπως προσελκυσθή εις Σύρον όπου μετά πολλά απηρνήθη τον Τουρκισμόν. Αναφέρω το γεγονός, διότι φευ! πολλοί Έλληνες, εν οις και τέκνα ηρώων του αγώνος ζωγρηθέντα εν τρυφερά ηλικία απωλέσθησαν διά παντός διά τον Ελληνισμόν. Η διαμονή τινών εξ αυτών ανεκαλύφθη υπό των συγγενών των, αλλ' αι προσπάθειαι τούτων, όπως τους επαναφέρωσιν εις την ορθοδοξίαν δεν εκαρποφόρησαν.

36) Οι δύο νέοι ούτοι εκάησαν επί της υπό του Κανάρη πυρποληθείσης ναυαρχίδος. Τω όντι πολλοί εκ των ανηκόντων εις πλουσίας οικογενείας και δυναμένων συνεπώς να εξαγορασθώσιν ακριβά είχον μεταφερθή επί του πλοίου, θεωρούμενοι ούτως ειπείν ως γέρας του Καπετάν πασά, πάντες δε σχεδόν αλυσόδετοι όντες εύρον οικτρόν τέλος εν τω μέσω των φλογών. Μεταξύ των θυμάτων ευρίσκετο και ο νεώτερος αδελφός του προς μητρός πάππου μου Μικρουλάκη.

37) Ο νεωτεριστής Σταμάτιος είχε νυμφευθή προ της επαναστάσεως (τω 1817) μετά της τότε δεκατετραετούς Καταιριάς Ροΐδη. Είχε δ' εκλέξη την νύμφην του νεωτάτην, ίνα δυνηθή να την μορφώση κατά τας ιδέας του· πράγματι δε πρώτη φροντίς αυτού υπήρξε να της μάθη Γαλλικά και να την ενδύση φράγκικα. Υιός του Σταματίου υπήρξεν ο Δημήτριος Ροδοκανάκης αντιπρόσωπος Βραΐλας εις την Εθνοσυνέλευσιν του 1862, και εγγονός αυτού, ο επί μακρά έτη εν Γενούη γενικός πρόξενος της Ελλάδος Σταμάτιος.

38) Εις την βιογραφίαν της Κορνηλίας Ροΐδου έδωκα και την εξής λεπτομέρειαν, ότι δηλαδή, ότε το πλοίον έφθασεν εις Σύρον, ο γαμβρός ασθενών έστειλε προς προϋπάντησίν της τον αδελφόν του Ευστράτιον, συμπλωτήρ δε δείξας τον Ευστράτιον εις την Κορνηλίαν της λέγει· να, έρχεται να σας πάρη ο κ. Ροΐδης. Μόνον δε όταν ανέβη ούτος επί του πλοίου, αντελήφθη η Κορνηλία, ότι ο ερχόμενος εις προϋπάντησίν της δεν ήτο ο μέλλων σύζυγός της. Δεν ενόμισα δε άσκοπον να προσθέσω ότι παρ' όλα ταύτα το συνοικέσιον, όπως πλείστα άλλα Χιακά συνοικέσια της εποχής εκείνης, καίπερ προϊόντα οικογενειακής διπλωματίας, υπήρξε πολύ ευτυχέστερον άλλων εις μόνην την φαρέτραν του Έρωτος οφειλομένων. Και τούτο διότι οι παλαιοί Χίοι, ότε «εμαγείρευον» τους γάμους των τέκνων των, δεν απέβλεπον μόνον εις το χρήμα, αλλά και εν τούτω σώφρονες επεδίωκον προ παντός χρηστοήθειαν και αναλογίαν ανατροφής και κοινωνικής τάξεως.

39) Παραστάς λ.χ. άπαξ εις συζήτησιν υπέρ το δέον ζωηράν μεταξύ δύο χαρτοπαιζόντων εν τω «καζίνω» της Σύρου Χίων εμπόρων, έσπευσε να πληροφορήση δημοσία τας συζύγους των, αίτινες ευρίσκοντο μετά της μητρός του, «ότι οι άνδρες σας πιάσθηκαν σαν τσαλαπετεινοί».

40) Το πρωτότυπον ευρίσκεται παρά τω κ. Ανδρέα Ροΐδη Καλλίνσκη.

41) Η «Ζωή μου» (σ. 112).

42) Βλ. «Ιστορίαν ενός Σκύλου».

43) Ξενόπουλος «Παναθήναια» τόμ. Ζ' σ. 359.

44) Ο βραχύς περί Murger πρόλογος, ον ο Ροΐδης προέταξε της μεταφράσεως τελειώνει διά των εξής:

«Αι σκηναί του Βοημικού βίου δύνανται να θεωρηθώσιν ως εχγειρίδιον διδάσκον την εύθυμον ανοχήν της πενίας και ως τοιούτον επροτιμήσαμεν αυτό παντός άλλου έργου του συγγραφέως, πιστεύοντες ότι εις τας παρούσας περιστάσεις δεν είναι όλως περιττή εις τους Έλληνας η τοιαύτη διδασκαλία».

45) Εξαιρέσει των εν τη «Μποέμ» εξής εγκατεσπαρμένων στίχων, ους ίσως και αυτούς έγραψεν άλλος:

Η ξανθιά και νέα κόρη τη μαντίλλα της πετάει και δειλά κρυφοκυττάη τάστρα πουν' στον ουρανό και της λίμνης τα νερά τα γαλάζια κι'αργυρά.

Οκτώ και οκτώ κάνουν δεκάξη· Δίνω έξη, κρατώ ένα· Άχ να εύρισκα κανένα Τίμιο χωρίς λεφτό Να μου δάνειζ' εκατό Να πληρώσω ότι χρωστώ Όταν τύχη και αδειάσω.

Επωδός

Και σαν το ρωλόι κτυπήση Μεσημέρι παρά κάτι Θα πλερώσω στο Βερνάρδο τιμιώτατα το νοίκι.

46) «Ορέστης και Πυλάδης», «Πανδαμάτωρ και Πανδαμάτειρα» κτλ.

47) Βλ. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880» σελίς 17

48) Avertissement d. VIII.

49) Θα έπρεπε να προσθέσωμεν «μέχρι Κοίλης Συρίας και του Κιμμερίου Βοσπόρου». Διότι τούτο μαρτυρούσί τινες εν τοις εγγράφοις του συγγραφέως ανευρεθείσαι επιστολαί.

50) Βλ. ανωτέρω σελ. ε' σημ. 2.

51) «Εκάστη εν τη Παπίσση φράσις, πάσα σχεδόν λέξις, στηρίζεται επί τη μαρτυρία συγχρόνου συγγραφέως» γράφει ο Ροΐδης εν τω προλόγω. Η δε ακρίβεια του ισχυρισμού του επιβεβαιούται υπό των σημειώσεων αίτινες συνοδεύουσι το έργον.

52) Βλ. «Επετηρίδα του Εθνικού Πανεπιστημίου» 1909 — 1910 σ. 228.

53) Αι δύο αύται μεταφράσεις μνημονεύονται εν τω προλόγω της δευτέρας γαλλικής μεταφράσεως.

54) Υπό Αντωνίου Frabasile (Αθήναι, τύποις Κορομηλά, 1876).

55) Υπό Charles Hastings Collette τω 1886.

56) Εξεδόθη εν Λειψία παρά Fest (ά.η.).

57) Εν Λειψία παρά Ιουλίω Zeitler. Περιλαμβάνει και τας «Επιστολάς Αγρινίου».

58) Παρ' όλα ταύτα η γ' μετάφρασις είναι κατωτέρα της β', διότι πρώτον ούτε τόσον ακριβής είναι και δεύτερον παρελείφθησαν απ' αυτής ο τε πρόλογος και αι ιστορικαί σημειώσεις, ουσιώδη δηλαδή μέρη του έργου.

59) Περοδικόν, όπερ από απόψεως της φιλολογικής κριτικής θεωρείται νυν το πρώτον εν Γαλλία, έγραφεν επ' αφορμή της τελευταίας μεταφράσεως της «Παπίσσης»: «La fantaisie gouailleuse, la finesse et l'agrement du récit nous suffisent à placer l'humoriste grec parmi les dignes héritiers de Lucien, entre Voltaire et Anatole France, (Mercure de France, φύλλον 16 Μαΐου 1908 σ. 364).

60) Βλ. Πρόλογον εκδότου σελ. ΙΙΙ.

61) Κατά Regnard.

62) «Ποικίλη Στοά», 1891, σελ. 31.

63) Ίσως τινές των αναγνωστών απορήσωσι διά την παρρησίαν μεθ' ης στενός και νεώτερος συγγενής δεικνύει εκάστοτε και τα φιλολογικά ολισθήματα του Ε. Ροΐδου. Αλλ' εξαρχής εξήγησα ότι η παρούσα εισαγωγή δεν αποτελεί Βυζαντινόν βίον μετ' εγκωμίων, και ότι προς τούτοις τοιούτο τι μνημείον θα ήτο ήκιστα αρμόζον εις την μνήμην και ήκιστα αρεστόν εις την σκιάν ανδρός, όστις ουδέν απηχθάνετο τόσον όσον το ψεύδος και τους κατά συνθήκην λόγους.

64) Βλ. «Εθνοφύλακας» αρ. 985.

65) Ιδού ταύτης το κείμενον:

Αριθ. πρωτ. 5688, 5733. Διεκ. 4353.

Π ε ρ ί λ η ψ ι ς Περί αποκηρύξεως βλασφήμου και κακοήθους βιβλίου.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Προς τους κατά την Επικράτειαν Σεβασμιοτάτους Ιεράρχας.

Μυθιστόρημά τι επιγραφόμενον «η Πάπισσα Ιωάννα», εκδοθέν έναγχος ενταύθα υπό Ε. Δ. Ροΐδου, γέμει δυστυχώς πάσης ασεβείας, κακοδοξίας και αισχρότητος· διότι ο συγγραφεύς αυτού υπό πνεύματος αντιχριστιανικού φερόμενος, και ζηλώσας την δόξαν των κατά καιρούς πολεμίων της Ορθοδόξου ημών πίστεως, ου μόνον δόγματα και μυστήρια, και ιεράς τελετάς, και ήθη και έθιμα και παραδόσεις αυτής χλευάζει ασεβώς, διακωμωδών, σκώπτων και κατειρωνευόμενος διά της συνεχούς παραβολής των ιερωτάτων προς τα βέβηλα, αλλά και τα χρηστά ήθη προσβάλλει, ποιούμενος περιγραφάς και διηγήσεις ασεμνοτάτας.

Όθεν η Σύνοδος, ει και έχει τελείαν πεποίθησιν, ότι οι ορθόδοξοι Έλληνες, εδραίοι επί την πέτραν της πίστεως ιστάμενοι, ουδόλως πτοούνται τας τοιαύτας κενοφωνίας, τας υπό των εχθρών αυτής προερχομένας, απρίξ κατέχοντες όσα παρά των μακαρίων αυτών πατέρων και προγόνων ως πούλτιμον κληρονομίαν παρέλαβον, όμως οφείλουσα αύτη κατά τα εμπιστευθέντα αυτή ιερά καθήκοντα να επαγρυπνή μεν εις την ακριβή τήρησην των παρά της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας πρεσβευομένων, ν' αποκρούη δε και αποδοκιμάζη παν πολέμιον και αντικείμενον αυτοίς, και προφυλάττη ούτω το χριστώνυμον πλήρωμα από πάσης οιασδήποτε θρησκευτικής παρεκτροπής, απεκήρυξε το περί ου ο λόγος μυθιστόρημα, και παρέδωκεν αυτό τω αναθέματι, ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες, και κατήγγειλεν αυτό εις το Υπουργείον, όπως ενεργηθώσι κατ' αυτού και του συγγραφέως τα παρά τον νόμου οριζόμενα.

Επειδή δε τούτο εκυκλοφόρησεν ήδη εν τη Πρωτεύουσαν του Βασιλείου και είναι ενδεχόμενον ν' απεστάλησαν αντίτυπα αυτού και εις τας επαρχίας, διά τούτο η Σύνοδος, μητρικώς κηδομένη της ψυχικής σωτηρίας πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, εντέλλεται υμίν εν Χριστώ τω Θεώ ημών, ίνα συμμβουλεύσητε και νουθετήσητε εκκλησιαστικώς το εν τη υμετέρα παροικία λογικόν του Χριστού ποίμνιον, όπως ού μόνον απέχωσι της αναγνώσεώς του τοιούτον εις τε την ψυχήν και το σώμα επιβλαβούς βιβλίου, αλλά αποστρέφωνται τούτο ως αποκύημα και μιασματικόν νόσημα, ού μην αλλά και τω πυρί παραδίδωσιν, όπου αν αυτό ευρίσκωσιν, ίνα μη ποτέ αυτοί εις πειρασμόν εμπέσωσι και ένοχοι τον αιωνίου πυρός γένωνται.

Ούτω γινώσκετε και ούτω ποιήσετε, ίνα και η του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν.

Θέλετε δε διατάξει την ανάγνωσιν της παρούσης και επ' εκκλησίας εις τας πρωτευούσας των δήμων.

Εν Αθήναις, την 4 Απριλίου 1866.

Ο Αθηνών Θεόφιλος, Πρόεδρος, Ο Αργολίδος Γεράσιμος, Ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Φιλόθεος, Ο Καρυστίας Μακάριος, Ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Άνθιμος.

Ο Γραμματεύς. Κύριλλος Χαιρωνίδης.

66) «Πάπισσα» Μέρος Γ'. «Ούτε τρώγουσιν ούτε δάκνουσιν όπως οι Φράγκοι, αλλ' ησύχως και τιμίως μετέρχονται το επάγγελμά των, σταυροκοπούντες, θυμιάζοντες, βαπτίζοντες και εξομολογούντες. Αμαρτία ήθελεν είσθαι να πειράξη τις τους ακάκους τούτους κληρονόμους της βασιλείας των Ουρανών».

67) «Ο καλός χριστιανός αποστρέφεται τους αναμιγνυομένους εις την θρησκείαν, ίνα καταστή επικερδεστέρα, τας παντοίας της κεκαρμένης ή πολυμάλλου κεφαλής των εφευρέσεις, τα θαύματα των εικόνων, τους θεούς της ειδωλολατρείας μετημφιεσμένους εις αγίους, τας προσκυνήσεις, τα εισιτήρια του Παραδείσου, τα Άγια λείψανα, τα κομβολόγια και άλλα ιερατικά εμπορεύματα, δι' ων το επάγγελμα των Αποστόλων κατέστη και αυτής της ιατρικής και ονειροκριτικής αγυρτικώτερον». «Πάπισσα» αυτόθι.

68) Εις τους τυχόν παρατηρήσοντας ότι η γνώμη αύτη είνε ίσως απήχησις των Foundations of Belief του μετέπειτα πρωθυπουργού της Αγγλίας Balfour ή της Χρεωκοπίας της Επιστήμης του Βρουνετιέρ, κατά το αυτό έτος 1895 δημοσιευθέντων, αντιπαρατηρώ ότι την σκέψιν της «Χριστουγεννιάτικης Ακροπόλεως» ανευρίσκει τις υπό ολίγον διάφορον τύπον εις πολύ προγενέστερα έτη του Ροΐδου (βλ. λ.χ Πάρεργα σ. 210 εν τέλει).

69) Ο τρόπος ούτος της «επιστημονικής» συζητήσεως είνε τοσούτω μάλλον στιγματιστέος καθ' όσον χρησιμεύει εις πρόχειρον θεραπείαν προσωπικών παθών.

70) Οι ολίγοι ουδέποτε παρεσύρθησαν. Ιδού η κατακλείς επιστολής του αειμνήστου Κοζάκη Τυπάλδου: «Εστέ πεπεισμένος ότι αι συμπάθειαι της πεφωτισμένης μερίδος του κοινού σας περιβάλλουσι και ότι εκρούσατε ήδη εις την Θύραν της φιλολογικής αθανασίας».

71) Διά του εν Άκρη της Συρίας Προξένου της Ελλάδος Μαρούζη. (Η επιστολή σώζεται).

72) Σουρλήν είχεν επονομάση ο Ροΐδης τον δήθεν συντάκτην των δήθεν εξ Αγρινίου επιστολών.

73) Το πρώτον σκαλάθυρμα του Λασκαράτου («Ασμοδαίου» αρ. 4) καλείται Ονειράτων εξήγησις, αρχίζει δε διά του εξής ονείρου: «Αν ιδής στ' όνειρό σου για ένα φίλο σου πως τον εκάμανε κάπως υπάλληλο, — τρέξ' ευθύς να τόνε συγχαρής, μήπως πριν ξυπνήση του έλθη η παύσι του».

74) «Ένεκα των διαδοθέντων υπό των εχόντων προς τούτο συμφέρον ότι ευρισκόμεθα εις ψυχράς σχέσεις προς την Εκκλησίαν, ηθελήσαμεν να δώσωμεν έκτακτον επισημότητα εις την τελετήν της παροχής του όρκου, επιμείναντες όπως ομόσωμεν ενώπιον, ουχί του τυχόντος, αλλά του ιερέως της ιδίας ημών ενορίας». Βλ. «Η Εθνική Βιβλιοθήκη» (σελ. 69).

75) Εν τούτοις η περί του εναντίου παράδοσις ήτο τόσον ερριζωμένη, ώστε ο κ. Ν.Βέλμος, γράψας αναμνήσεις τινάς περί Ροΐδου, ταις έδωκε τίτλον «Ο Αφωρεσμένος» «Ημερολόγιον» της εδομαδιαίας εφημερίδος «Ελλάς», έτος 1909 σελ. 59-61).

76) Ταύτα εδημοσιεύθησαν κατά το πλείστον εις το «Ημερολόγιον» του Ασωπίου, έν, «Οι Βρυκόλακες του Μεσαιώνος» εις το «Ημερολόγιον» του Βρετού (1869) και δυο, αι «Αίτνειαι Αναμνήσεις» και «Οι Ρωμαίοι Δούλοι», εις τον «Παρνασσόν» του Μανιτάκη.

77) Κατά πληροφορίαν του ειδικωτάτου κ. Παλαμά.

78) Βλ. λ. χ. τ' άρθρα του περί Ζωγραφικής και των Γραφουσών Ελληνίδων. Εν τω πρώτω των άρθρων τούτων εξαίρεται το τάλαντον των νεοτάτων τότε ζωγράφων Χατζοπούλου, Φωκά και Ιωαννίδου, εν δε τω δευτέρω εκείνο της τελείως αγνώστου τω συγγραφεί κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου.

79) Λ.χ. τον Βηλαράν.

80) Λ.Χ. αι προς τον Ψυχάριν, τον Λενορμάν κτλ.

81) Πρόλογος «Παρέργων» σ. κγ'

82) Από του Προλόγου του «Οδοιπορικού».

83) Πρόλογος των «Παρέργων» σ. ιγ'.

84) Η αυτή παρατήρησις δύναται να γείνη διά τον Ανατόλ Φρανς, όστις και πολλά άλλα σημεία κοινά έχει με τον Ροΐδην: τας ιστορικοακκλησιαστικάς μελέτας, την φιλολογικήν κριτικήν, τα σατυρικά πολιτικά έργα κτλ.

85) «Αι μάγισσαι του Μεσαιώνος» (Ημερολ. Ασωπίου 1868), «Οι Ρωμαίοι Δούλοι» και ο «Χριστιανισμός» («Παρθενών» 1872, «Απόκρυφα και Συναξάρια» («Εστία», 1892).

86) «Η αμφίβολος ζωή», «Τα στίγματα» (εν τοις «Παρέργοις»), «Παθογένεια», «Δαμαλιδομαχία» (εν τη «Ποικίλη Στοά») κτλ. κτλ.

87) Βλ. λ. χ. το θαυμάσιον «Περί ληστείας» άρθρον της 28 Μαΐου 1870.

88) «Ώρα» 1 Ιαν 1879.

89) Ο Ροΐδης, κατά μίμησιν του ιταλικού συστήματος, είχεν ιδρύση εν τω οίκω του «ακαδημίαν ξιφασκίας». Συμμετείχον αυτής πάντες οι περί τα όπλα ενασχολούμενοι, ων πολλοί ζώσιν ευτυχώς εισέτι. Ο κ. Κλέων Ραγκαβής μοι διηγείτο μάλιστα εν Βερολίνω πως ο μετ' αυτού γυμναζόμενος Μανώλης ολίγον έλειψε μίαν ημέραν ν' απολέση τον έτερον των οφθαλμών. Της αγάπης του Ροΐδου διά την ξιφασκίαν μένουσι τεκμήρια ο πρόλογός του εις την «Οπλομαχικήν» του Ν. Πύργου (1875) και λεπτόν διήγημα «Η πρώτη του μονομαχία». (Εστία Ιανουάριος 1893).

90) «Και μία παράδοξος ακόμη από τας πολλάς ιδιότητάς του· ο κ. Ροΐδης κάμνει κάτι καρικατούρες πρώτης κωμικότητος· όποιος τον καταφέρει και του δείξη μερικάς τοιαύτας, θα θαυμάση, θα γελάση, θα ξεκαρδισθή». (Άρθρον Μποέμ περί Ροΐδου, «Σκριπ», 8 Μαΐου 1896).

91) Εις το διήγημα «Η πρώτη του μονομαχία» σκώπτει «τους απογόνους του Αλκιβιάδου και Αριστίππου», οίτινες «ποτίζουσι καμπανίτην και κατατρώγουσι διά των οφθαλμών» τας γεγηρακυίας και εψιμυθωμένας Φρύνας της γαλλικής οπερέττας.Δεν διέφερεν όμως και αυτός των «νεανίσκων και πρώην τοιούτων» ους περιγράφει ή καθ' ότι εστρέφετο προς τα νεώτερα και ευειδέστερα στοιχεία των γαλατικών θιάσων. Τοιούτοι θρίαμβοι ήσαν εννοείται αρκετά δαπανηροί. Ότε δε μετά τίνα έτη φίλος του τον ηρώτα εάν δεν μετεμελήθη διά τας εικοσιπεντακισχιλίοις δραχμάς ας εδαπάνησε διά ωραίαν πριμαδόναν, ο Ροΐδης απήντησε το εξής αμίμητον: «Ο κ. Σ. (διευθυντής χρεωκοπησάσης Ασφαλιστικής εταιρείας) μου εκόστησε τα διπλάσια και δεν μοι αφήκε καν τας αυτάς ευχαρίστους αναμνήσεις».

92) Βλ. την ζωηρότητα μεθ' ης περιγράφει «την ανησυχίαν, την ζήλειαν, τας στερήσεις και τ' άλλα βάσανα του έρωτος» εν τη «Ψυχολογία Συριανού συζύγου». Πρβ. αυτόθι και τα εξής: «Τας πύλας της υπερτάτης ηδυπαθείας δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και ουχί καθ' ημέραν καλή».

93) Βραχείαί τινες παρατηρήσεις επί της υπ' αριθ. 564 του 1875 αποφάσεως του Εμποροδικείου Αθηνών σ. 2 — 3. Το φυλλάδιον τούτο διδάσκει ότι, όπως ο Βωμαρσαί, ο Ροΐδης εδεικνύετο όταν η ανάγκη το εκάλει δικηγόρος πρώτης τάξεως, όστις όμως δεν ελησμόνει ότι ήτο και φιλόλογος. Αι προτάσεις του όπως αι του πατρός του «Φιγαρώ», είνε άξιαι συλλογής εις ανθολογίαν.

94) «Δεν ημπορώ πλέον ν' αγοράσω βιβλία» είνε το μόνον παράπονον όπερ ήκουσαν οι στενοί του φίλοι.

95) Βλ. σελ. κα' της Εισαγωγής του Αλ. Βυζαντίου εις τα «Έργα» του αδελφού του (Τεργέστη, 1893).

96) Ο διαπυνθανόμενος διατί οι Έλληνες οι ανεχθέντες τόσας και τοιαύτας κυβερνήσεις επανέστησαν σχεδόν κατά του τελευταίου υπουργείου Βούλγαρη, πρέπει να ενθυμηθή 1ον) ότι αι προμνησθείσαι κυβερνήσεις, εάν παρεβίαζον την ουσίαν του συντάγματος, ιδία διά της συγχύσεως των εξουσιών, τουλάχιστον εσέβοντο τους τύπους· 2ον) ότι τα μέλη των, εάν ηνείχοντο να κλέπτωσιν οι πέριξ αυτών, εδυσανασχέτουν συχνάκις επί τούτω, και πάντως δεν έκλεπτον ασυστόλως οι ίδιοι· 3ον) ότι, από απόψεως των προσώπων, η «στρούγγα» των στηλιτών εστρατολογήθη αφεθείσης κατά μέρος πάσης οιασδήποτε προλήψεως κοινωνικής ή άλλης. Όθεν δύναται τις να είπη ότι η πεσούσα κατ' Απρίλιον 1875 κυβέρνησις είχεν εις μεγαλύτερον βαθμόν όλας τας κακίας, αίτινες εστιγμάτισαν παρ' ημίν το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και προς τούτοις δεν ησθάνετο καν την ανάγκην να τας κρύψη· εστερείτο δηλαδή της υποκρισίας εκείνης, ην ο Λαρωσεφουκώ χαρακτηρίζει ως έκφρασιν σεβασμού της κακίας προς την αρετήν, και ήτις πάντως εμποδίζει, όπως η πρώτη υπερβή ωρισμένα όρια. Διά πάντα ταύτα, παρά την παρουσίαν εν τω Βουλγαρικώ κόμματι εντίμων ονομάτων, πάσα σχεδόν η υγιής μερίς της κοινωνίας είχεν εν τέλει ταχθή κατ' αυτού.

97) Το φύλλον της 13 Απριλίου 1875 (αρ. 15) αρχίζει διά των εξής: «Εις το μουσείον του Βατικανού ευρίσκεται αρχαίον άγαλμα Σατύρου του οποίου τα χείλη διαστέλλει ακράτητος γέλως. Τοιαύτη όμως ήτο η τέχνη του έλληνος λιθοξόου, ώστε ο μετά προσοχής το έργον του παρατηρών ευθύς εννοεί ότι αν δεν ήτο εκ μαρμάρου ο γελών ούτος Σάτυρος, μετ' ολίγον ήθελε κλαύσει πικρώς. Ο «Ασμοδαίος» δεν είνε μαρμάρινος και διά τούτο ζητεί συγνώμην παρά των αναγνωστών αυτού αν είνε σήμερον οπωσούν κόκκινοι οι οφθαλμοί του».

98) Από του 16ου φύλλου ο «Ασμοδαίος» εκάλεσεν εαυτόν ουχί πλέον κωμικήν, αλλά σατυρικήν εφημερίδα.

99) Αυτόθι τόμ. Α' σελ. 217.

100) «Φρειδερίκος ο Μέγας» (εν τοις Essays.)

101) Βλ. Σύντομος απάντησις εις την «αλήθειαν περί της Εθνικής Βιβλιοθήκης» του Χ. Μελετοπούλου υπό Μιχαήλ Καρατζά πρώην κλητήρος αυτής. Επίσης εις την κριτικήν του Πολυλά επί των «Ειδώλων» απάντησις φέρει την υπογραφήν του κ. Στ. Στεφάνου («Άστυ», 18 και 19 Ιουνίου 1893).

102) Εν λαμπρώ χαρακτηρισμώ του Κουμουνδούρου. («Ασμοδαίος» αρ. 47 και 48) έγραφεν· «Αληθές είνε ότι εις την γενικήν ταύτην διανομήν (των ρουσφετίων) ένα μόνον άνθρωπον ελησμόνησε, τον εαυτόν του. Ένεκα τούτου θαυμάζομεν και αγαπώμεν αυτόν ως ιδιώτην· όση όμως και αν είνε η ένεκα τούτου προσωπική ημών συμπάθεια, βαρύ οπωσδήποτε αποβαίνει το θέαμα ολοκλήρου της Ελλάδος μεταβαλλομένης εις λειβάδιον κομματικής κτηνοτροφίας».

103) «Νέον Άστυ» 9 Ιανουαρίου 1904.

104) Έγραφεν εις τα «Πάρεργα» σ. 218. «Η διάνοια του Έλληνος είνε αγρός τον οποίον ούτος αφίνει ως επί το πολύ χέρσον, διότι γνωρίζει ότι η δαπάνη της καλλιεργείας δεν ήθελε καλυφθή υπό του προϊόντος. Προς τι λ.χ. να κοπιάση τις όπως γείνη Ελληνιστής, κινδυνεύων ν' αποθάνη της πείνης, εν' ω γινόμενος κουμουνδουριστής, δύναται ν' απολαύση τον επιούσιον άρτον και έδραν εν τω Πανεπιστημίω;» Αναπληρώσατε το πρώτον μέρος του επιθέτου κουμουνδουριστής, δι' οιουδήποτε ισχυρού της ημέρας και θα έχετε την εξήγησιν της πνευματικής αθλιότητος, ήτις μας περιβάλλει από πεντήκοντα ετών.

105) Εις τον αγώνα έλαβον μέρος και πολλοί άλλοι και δη πας ο έχων λόγους να πιστεύη εαυτον ποιητήν. Μεταξύ των νεωτέρων ο ευστοχώτερον κατά του Ροΐδου βαλών είνε ο μετέπειτα Jean Morèas. (Ολίγαι σελίδες επ' ευκαιρία της μεταξύ των κ. κ. Ροΐδου και Βλάχου αναφυείσης φιλολογικής έριδος, 1878). Εις το φυλλάδιον τούτο και εις τρία δοκίμια του κ. Βλάχου (Ο Χίος Κριτικός, Περί Ελληνικής ποιήσεως, Γεώργιος Ζαλοκώστας) εύρισκε τις σχεδόν πάντα τα κατά της θεωρίας του Ροΐδου διατυπωθέντα επιχειρήματα. Ο Ροΐδης εκτός της κρίσεως του περί του ποιητικού διαγωνισμού, («Παρνασσός», 1877 τομ. Α') έγραψε και τρεις μελέτας, εν φυλλαδίοις δημοσιευθείσας: Η Σύγχρονος εν Ελλάδι Κριτική, Περί συγχρόνου εν Ελλάδι Ποιήσεως, Τα Κείμενα.

106) Το μόνον όπερ ίσως δύναται τις να παρατηρήση επί της συζητήσεως ταύτης είνε ότι από ωρισμένης στιγμής οι αντίπαλοι αντεπυροβολούντο με κείμενα και ουχί με επιχειρήματα. Όπως εις τας μεσαιωνικάς συνόδους ανεζητείτο ουχί το ορθόν αλλ' η έννοια των υπό των πατέρων της λογοτεχνίας γραφέντων.

107) Βλ. το ποίημα του Οι Κριτικοί και η Ποίησις (Στίχοι σελ. 71- 72).

108) Πράγματι το δώρον εκείνο όπερ αναγνωρίζει εις τον τελευταίον είνε ακριβώς η έμπνευσις.

109) Βλ. Χ. Αννίνου Τα πρώτα έτη του Ζαν Μωρεάς, «Μελέτη» 1911 τεύχη 2 — 5.

110) Αυτόθι σελ. 147 — 8.

111) Ο αναγινώσκων τας εισηγήσεις ή τα άρθρα του κ. Μιστριώτου βλέπει ότι κατά την εποχήν εκείνην αι γνώμαι του συνέπιπτον εν πολλοίς μετά των του Ροΐδου.

112) Εισήγησις 12 Μαΐου 1873.

113) Υπενθυμίζω ότι εκ των πρώτων εξήρε την αξίαν των ζωγράφων Φωκά, Χατζοπούλου και Ιωαννίδου και της κυρίας Αρσινόης Παπαδοπούλου. Το άρθρον του περί Γραφουσών Ελληνίδων εξήγειρε θύελλαν μεταξύ των Αθηναίων bas-bleus.

114) Σώζεται η επιστολή του εν Βιένννη ανταποκριτού και τα σχέδια μερικών επιστολών του Ροΐδου.

Ο κ. Εμμανουήλ Βουτσινάς μοι έλεγεν ότι επί πολλά έτη ο Ροΐδης τροφοδότει διά πληροφοριών και το «Journal des Débats».

115) Αι επιθεωρήσεις αύται ήσαν απόρροια μελετών διαρκουσών καθ' όλον το έτος. Με τόσην δε μέριμναν τας περιέβαλλεν ο πατήρ των ώστε τας έδιδε εις το τυπογραφείον πολλάς ημέρας προ της 1 Ιανουαρίου και απήτει να ίδη τρεις και τέσσαρας διορθώσεις. (Ταύτα κατά τας πληροφορίας του τότε αρχισυντάκτου της «Ώρας» νυν δε διαπρεπούς μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ. Αναγνωστοπούλου).

116) Βλ. Πρόλογον του «Οδοιπορικού» σελ. β' και το περί Βιβλιοθήκης Μαρασλή άρθρον του «Άστεως».

117) Πολλά διηγήματα εν τω «Παρνασσώ» (1877-9) και τη «Εστία» (1895).

118) «Σκηναί του Βοημικού Βίου» («Άστυ» 1893)· «Σκηναί του Νεανικού Βίου» («Εστία» 1894).

119) «Η μικρά Κόμησσα» («Εστία» 1893).

120) «Ιστορία της Αγγλίας» (Βιβλιοθήκη Μαρασλή).

121) Β. Ιστορία μίας γάτας (Συριανά Διηγήματα).

122) Βλ. ανωτέρω και Ο Αλέξανδρος Δουμάς εν Ελλάδι («Εφημερίς» 18, 19 Δεκεμβρίου 1895).

123) Εις το δεύτερον του περί Ροΐδου άρθρον («Παναθήναια» τόμ. Ζ' σελ. 357), ο κ. Ξενόπουλος εξηγεί και υπερασπίζεται τας γλωσσικάς θεωρίας του Ροΐδου, γράφων μεταξύ των άλλων:

«Και όμως λέγουν, το βιβλίον αυτό δεν έχει τον επίλογον αντάξιον του όλου. Νομίζεις, ότι το συμπέρασμά του δεν έρχεται ως λογική συνέπεια, ως αναγκαίος συνδετικός κρίκος των μερών. Η δεινή εκείνη πολεμική κατά της τέχνης της γλώσσης και η εύγλωττος υπεραπολογία της δημοτικής, καταλήγουν εις απλήν συμβουλήν «περί καθορισμού της καθαρευούσης», η οποία φαίνεται κατωτέρα του κόπου της συσσωρεύσεως τόσων επιχειρημάτων. Ως ν' απεδειλίασε την τελευταίαν στιγμήν ο Ροΐδης, αντί να κλείση με μίαν θερμήν επίκλησιν και με μίαν προτροπή προς καλλιέργειαν μόνης της αληθούς γλώσσης, απεναντίας κηρύττει τον σεβασμόν προς το καθεστώς, αναγνωρίζει την ανάγκην της καθαρευούσης, και συμβουλεύει την επανάστασιν ήρεμον, βραδείαν, βαθμιαίαν. Πολλοί φρονούν διά τούτο, ότι τα «Είδωλα» θα ήτο προτιμότερον να μην έχουν συμπέρασμα, διά να το εξάγη ο αναγνώστης μόνος του. Το κατ' εμέ, ας μου επιτραπή να θεωρώ το συμπέρασμα των «Ειδώλων» ως λογικωτάτου συγγραφέως. Ακόμη και της ιδοσυγρασίας, ακόμη και του χαρακτήρος του. Ο Ροΐδης ουδέποτε επρόβαλεν ως ορμητικός και αχαλίνωτος επαναστάτης. Αι βίαιαι ανατροπαί τον ετρόμαζαν· ηρκείτο να είνε φιλοπρόοδος, αλλά και συντηριτικός. Ν'αποδείξη το νόμιμον και το αναγκαίον της καλλιεργείας της ζωντανής γλώσσης, αλλά να μαρτυρήση και το γεγονός της επικρατήσεως της καθαρευούσης, η κατάλυσις της οποίας εν μια νυκτί και μόνη θα ήτο άθλος υπεράνθρωπος,ιδού ες που έφθανε το θάρρος του. Ομολογώ ότι άλλοι έδειξαν περισσότερον θάρρος και εις την θεωρίαν και την πράξιν — αμφιβάλλω όμως αν αυτοί ευρίσκονται πλησιέστερα εις την αλήθειαν των πραγμάτων».

124) Χρονογράφημα Διαβάτου, «Εμπρός» 9 Ιανουαρίου 1904»

125) Επιστολή προς τον Ψυχάρην 10) 22 Απριλίου 1889, Περιοδικόν «Graecia», φύλλον 16 Μαρτίου 1911.

126) «Το ταξείδι του Ψυχάρη», σελ. 60.

127) Βλ. σελ. 55 κεξ.

128) «Ακρόπολις» 9 Ιανουαρίου 1904.

129) Εσχάτως με τον βίαιον χαρακτήρα ον έλαβεν ο γλωσσικός αγών, το επίθετον μαλλιαρός προσεκολλήθη ως ύβρις εις πάντας τους δημοτικιστάς. Πολλοί δε τούτων το διεξεδίκησαν ως τίτλον δόξης, ούτω δ' η λέξις έχασε την συγκεκριμένην έννοιαν, ην είχεν εν αρχή, θα δεήση δε να εφεύρη ο κ. Κονδυλάκης διά τους πραγματικούς μαλλιαρούς νέον όρον.

130) Εδώρησα εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκην οκτώ τετράδια άτινα εχρησίμευσαν ιδίως διά τα «Είδωλα», περιέσωσα δε και πέντε ή έξη άλλα.

131) Εις φίλον συγχαίροντα επί τη εξαντλήσει της α' εκδόσεως των «Ειδώλων», απήντησεν ότι κατά το αυτό χρονικόν διάστημα είχον εξαντληθή εννέα εκδόσεις γνωστής «Μαγειρικής».

132) Τούτο καταφαίνεται και εις τα διηγήματά του. Βλ. ιδίως τα «Εφήμερα».

133) Μεταξύ των άλλων άμαξα ανατρέψασα αυτόν συνέτριψε την σιαγόνα του· ο προσκληθείς ιατρός την συνεκόλλησε κατά τρόπον τόσον ανεπιτήδειον, ώστε ο Αρεταίος επανελθών εν τω μεταξύ εκ του θερινού του ταξειδίου ηναγκάσθη να την θραύση εκ νέου ίνα την συγκολλήση όπως έπρεπε. Φαντάζεται τις τας ταλαιπωρίας ας κατά το διάστημα τούτο υπέστη ο ασθενής. Ειθισμένος όμως εις την δυστυχίαν περιωρίσθη, ιαθείς, να είπη εις τον δράστην της πρώτης συγκολλήσεως ασκληπιάδην: «Σας εύχομαι, αν ποτέ σας συμβή δυστύχημα, να εύρετε και υμείς ιατρόν ικανόν να σας περιποιηθή, όπως σεις περιεποιήθητε εμέ».

134) Βλ. εν τη «Εστία» της 8 Ιανουαρίου 1904 τ' Ανέκδοτα περί Ροΐδου, υπό του κ. Δ. Καμπούρογλου.

135) Βλ. εν τη υπό του κ. Ν. Γουναράκη εκδιδομένη «Εργασία» (αρ. 2, φύλλον 19 Μαρτίου 1900) το άρθρον: Ο εμβολιασμός του Φυλετικού Μίσους.

136) Τω 1905 ο κ. Κωνσταντινίδης επανελθόντος του Δηληγαννικού κόμματος εις την αρχήν διωρίσθη μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διατηρηθέντος του τω 1901 διαδεχθέντος αυτόν εις την Εφορίαν της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ. Δ. Καμπούρογλου εις την θέσιν του. Μήπως ο ορθή αύτη λύσις δεν ηδύνατο να εφαρμοσθή και πρότερον;

137) Τούτου την εξής περιγραφήν έδωκεν ο κ. Δ. Χατζόπουλος («Μποέμ») εν τω «Άστει» της 22 Μαρτίου 1893.

«Ώρα επτάμιση· γλυκυτάτη σελήνη, γλυκυτάτη βραδειά. Ανέρχομαι την οδόν Φιλελλήνων, σταματώ εις την απέναντι της ρωσσικής εκκλησίας μεγάλην οικίαν. Κτυπώ, μου ανοίγουν και ανέρχομαι. Ευτυχώς ο κ. Ροΐδης ευρίσκεται εις τον οίκον του, όπου μόνον τοιαύτην ώραν δύνασαι να τον εύρης. Μία υπηρέτρια μού φωτίζει, με εισάγει εις πολυτελή αίθουσαν, και δι' αυτής ευθέως εις το σπουδαστήριον του συγγραφέως, όπου ενθρονίζομαι επί κομψοτάτου διβανίου. Αναμένω ολίγα λεπτά και επεξεργάζομαι το δωμάτιον. Πλουσιώτατον, κομψότατον, ζηλευτόν ενδιαίτημα δι έμπνευσιν και μελέτην. Έν μόνον παράθυρον προς την οδόν Φιλελλήνων, κομψότατον γραφείον προ αυτού, με σωρούς βιβλίων, μία μικρά τράπεζα με ολόκληρον βράχον τελευταίων εκδόσεων και τελευταίων βιβλίων, θαυμασιωτάτη υαλόφρακτος μακρά βιβλιοθήκη, κατέχουσα ολόκληρον την πλευράν του τοίχου, εικόνες και κομψοτεχνήματα πολυάριθμα, δυο τεράστια κέρατα, εξ ων εξαρτώνται τουφέκια, καρυοφύλλια, σπάθαι, πάλες, γιαταγάνια, κουμπούρες, ελληνικότατα όλα, τάπης επί του πατώματος, κομψόν διβάνιον, κομψόταται έδραι, μεγάλη πεπυρακτωμένη θερμάστρα εις το βάθος πληρούσα το δωμάτιον γλυκυτάτου θάλπους».

138) Επίσης σπανίαν πίστιν και αφοσίωσιν έδειξαν προς αυτόν τινές των άλλοτε ευεργετηθέντων, ιδία δ'ο εκ των υπαλλήλων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Μιχαήλ Καρατζάς, όστις και παυθέντα μέχρι τέλους δις της ημέρας τακτικότατα επεσκέπτετο, και προς ον ο Μανώλης και η μήτηρ του έτρεφον ιδιάζουσαν επί τούτω αγάπην και εκτίμησιν. Ιδιαιτέραν ευγνωμοσύνην έτρεφον και προς τον μετ' αδελφικής στοργής θεραπεύοντα τον ασθενή έγκριτον ιατρόν κ. Ι. Θωμόπουλον.

139) «Άστυ» 10 Ιανουαρίου 1904.

140) Ο Διευθυντής του Λυκείου επέβαλε κατ' αμερικανικόν σύστημα εις τους γονείς να χορηγώσι κατά μήνα ανά πέντε δραχμάς εις τους μικρούς και δέκα εις τους μεγάλους υποτρόφους, διά να συνειθίζωσιν ενωρίς εις την διαχείρισιν χρημάτων. Εις ουδένα όμως επετρέπετο η παροχή ανωτέρου ποσού προς αποφυγήν πλουτοκρατικών διακρίσεων.

141) Βλέπ. Εγκυκλοπ. Λεξικού αρθρ. Αλεξανδρινή Σχολή.

142) Των κραυγών τούτων υπάρχει και άλλη τις πεζοτέρα ανατομική εξήγησις, την οποίαν δύναται ο βουλόμενος να εύρη εις τα ειδικά συγγράμματα.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings