Front matter (continued 2)
Kyriakos Zambas translation
Ξένος. Λοιπόν όσον δι' αυτόν, δεν θα αργήσωμεν και άλλοτε να εξετάσωμεν σαφέστερον, όταν θελήσωμεν. Διά τον σοφιστήν όμως είναι φανερόν, ότι δεν πρέπει να αμελήσωμεν, έως ότου να τον εννοήσωμεν τελείως.
Θεαίτητος. Καλά το είπες.
Ξένος. Αφού λοιπόν ωμολογήσαμεν, ότι άλλα μεν από τα γένη δέχονται να συγκοινωνούν μεταξύ των, άλλα όμως όχι, και άλλα μεν ολιγώτερον, άλλα όμως περισσότερον, και μερικά μάλιστα διαπερούν όλα και συγκοινωνούν χωρίς κανέν εμπόδιον, τόρα ας εξακολουθήσωμεν να εξετάζωμεν τα συμπεράσματα, όχι όμως δι' όλα τα είδη, διά να μη συγχύζεται ο νους μας με τα πολλά, αλλά εκλέγοντες μερικά από τα νομιζόμενα ως τα κυριώτερα. Και ας ιδούμεν πρώτον μεν ποίου είδους είναι το καθέν, έπειτα ποίαν δύναμιν έχουν διά να συγκοινωνούν μεταξύ των, ώστε το ον και το μη ον, αν δεν κατορθώσωμεν να τα αντιληφθώμεν με πλήρη σαφήνειαν, οπωσδήποτε όμως να μη μας λείπη καμμία εξήγησις περί αυτών, όσον επιτρέπει η μέθοδος αυτής της ερεύνης μας. Και τότε θα ιδούμεν αν ημπορούμεν να φύγωμεν αθωωμένοι όταν λέγωμεν, ότι το μη ον πραγματικώς είναι μη ον.
Θεαίτητος. Βεβαίως πρέπει.
Ξένος. Λοιπόν τα κυριώτερα γένη, από όσα εξετάσαμεν έως τόρα, είναι αυτό το ίδιον το ον, και η στάσις, και η κίνησις.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Και όμως, όσον διά τα δύο από αυτά, είπαμεν ότι δεν συγκοινωνούν μεταξύ των.
Θεαίτητος. Πολύ μάλιστα.
Ξένος. Το ον όμως είναι βεβαίως μικτόν και με τα δύο, διότι και τα δύο υπάρχουν.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Λοιπόν όλα αυτά γίνονται τρία.
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως;
Ξένος. Λοιπόν έκαστον από αυτά ως προς τα άλλα δύο είναι διαφορετικόν, ως προς τον εαυτόν του όμως είναι το ίδιον.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Αλλά τόρα πάλιν, τι είναι αυτό, που είπαμεν διαφορετικόν και το ίδιον; Άραγε και αυτά είναι δύο ιδιαίτερα γένη, χωριστά από τα τρία, πάντοτε όμως συγκοινωνούντα εξ ανάγκης με εκείνα, και επομένως πρέπει να σκεπτώμεθα πλέον δι' αυτά όχι ως τρία, αλλά ως πέντε; Ή μήπως χωρίς τα το εννοούμεν, αποδίδομεν αυτό το διαφορετικόν και το ίδιον ως χαρακτηρισμόν εις εκείνα;
Θεαίτητος. Ίσως.
Ξένος. Βεβαίως όμως η κίνησις και η στάσις δεν είναι ούτε ετερότης ούτε ταυτότης.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Οτιδήποτε αποδώσωμεν από κοινού εις την κίνησιν και την στάσιν, τούτο δεν είναι δυνατόν να είναι ούτε το έν ούτε το άλλο από αυτά τα δύο.
Θεαίτητος. Διατί δηλαδή;
Ξένος. Διότι και τόρα πάλιν η κίνησις θα σταματήση και η στάσις θα κινηθή. Διότι, εάν και εις τα δύο προστεθή έν οποιονδήποτε από αυτά τα δύο, θα αναγκάση το καθέν να μεταβληθή εις το αντίθετον από ό,τι είναι εκ φύσεως, διότι εσυγκοινώνησε με το αντίθετον.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Διότι είπαμεν βεβαίως ότι και τα δύο συγκοινωνούν και με την ταυτότητα και με την ετερότητα.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Δι' αυτό λοιπόν ας μη λέγωμεν ότι η κίνησις είναι ταυτότης ή ετερότης, ούτε πάλιν στάσις.
Θεαίτητος. Βεβαίως ας μη λέγωμεν.
Ξένος. Τόρα όμως μήπως άραγε πρέπει να εννοήσωμεν εντός μας το ον ως το ίδιον πράγμα με την ταυτότητα;
Θεαίτητος. Ίσως.
Ξένος. Αλλ' εάν το ον και η ταυτότης δεν εκφράζουν διαφορετικόν πράγμα, αφού λέγομεν πάλιν ότι η κίνησις και η στάσις υπάρχουν και τα δύο, με αυτήν την έκφρασιν χαρακτηρίζομεν και τα δύο ως να είναι το ίδιον.
Θεαίτητος. Αλλ' όμως αυτό βεβαίως είναι αδύνατον.
Ξένος. Επομένως είναι αδύνατον η ταυτότης και το ον να είναι έν και το αυτό πράγμα.
Θεαίτητος. Σχεδόν.
Ξένος. Ώστε ας θεωρήσωμεν ως τέταρτον είδος την ταυτότητα πλησίον των άλλων.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Αλλά τόρα; Άραγε την ετερότητα δεν πρέπει να την θεωρήσωμεν ως πέμπτον είδος; Ή μήπως αυτό και το ον πρέπει να τα θεωρήσωμεν ως δύο ονόματα ανήκοντα εις έν γένος;
Θεαίτητος. Πολύ πιθανόν.
Ξένος. Νομίζω όμως ότι παραδέχεσαι ότι τα όντα, άλλα μεν λέγονται μόνα των, άλλα δε σχετιζόμενα μεταξύ των.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Η ετερότης όμως πάντοτε λέγεται με ετερότητα. Δεν είναι έτσι;
Θεαίτητος. Έτσι είναι.
Ξένος. Αλλ' αυτό δεν θα συνέβαινε, εάν δεν είχαν μεγάλην διαφοράν το ον και η ετερότης. Αλλά εάν η ετερότης μετείχε και των δύο αυτών ειδών, καθώς το ον, τότε θα ήτο δυνατόν και η μία από τας ετερότητας να μη σχετίζεται προς ετερότητα. Τόρα όμως απλούστατα, παν ό,τι είναι διαφορετικόν, κατ' ανάγκην είναι τοιούτον, μόνον ως προς άλλο διαφορετικόν.
Θεαίτητος. Τα λέγεις καθώς είναι.
Ξένος. Επομένως πρέπει να θεωρήσωμεν την ετερότητα ως πέμπτον μεταξύ των ειδών τα οποία παραδεχόμεθα.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Και βεβαίως θα δεχθώμεν ότι αυτή διαπερά όλα τα άλλα. Διότι το καθέν χωριστά είναι διαφορετικόν από τα άλλα, όχι εξ αιτίας της ιδικής του φύσεως, αλλά διότι συμμετέχει της εννοίας της ετερότητος.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Τόρα λοιπόν ας επαναλάβωμεν τον χαρακτηρισμόν μας διά τα πέντε αυτά ως εξής.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Πρώτον μεν ότι η κίνησις είναι εντελώς διάφορος από την στάσιν. Ή πώς θέλεις να το ειπούμεν;
Θεαίτητος. Καθώς το είπες.
Ξένος. Επομένως δεν είναι στάσις.
Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα.
Ξένος. Και όμως υπάρχει, διότι συμμετέχει του όντος.
Θεαίτητος. Υπάρχει.
Ξένος. Αλλά πάλιν η κίνησις είναι διαφορετικόν πράγμα από την ταυτότητα.
Θεαίτητος. Σχεδόν.
Ξένος. Επομένως δεν είναι ταυτότης.
Θεαίτητος. Βεβαίως δεν είναι.
Ξένος. Και όμως ήτο κάπως ταυτότης, διότι όλα συμμετέχουν από αυτήν.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Επομένως πρέπει να ομολογήσωμεν χωρίς δυστροπίαν, ότι η κίνησις είναι και ταυτότης και όχι ταυτότης. Διότι όταν δεχώμεθα ότι είναι και ταυτότης και όχι ταυτότης, δεν τα λέγομεν και τα δύο κατά τον ίδιον τρόπον, αλλά οσάκις λέγομεν ότι είναι ταυτότης, το λέγομεν διότι συμμετέχει η ταυτότης από αυτήν, οσάκις δε πάλιν λέγομεν ότι είναι όχι ταυτότης, το λέγομεν διότι συγκοινωνεί με την ετερότητα, ένεκα της οποίας αποχωρίζεται της ταυτότητος και γίνεται όχι ό,τι λέγει αυτή, αλλά διαφορετικόν, ώστε και τότε πάλιν ορθώς λέγεται όχι ταυτότης.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Επομένως και αν κάπως η ιδία κίνησις συμμετείχε από την στάσιν, δεν θα ήτο διόλου παράλογον, νομίζω, να την χαρακτηρίσωμεν ως στάσιμον.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά, εάν πρόκειται να δεχθώμεν ότι τα γένη άλλα μεν δέχονται να συγκοινωνούν μεταξύ των, άλλα όμως όχι.
Ξένος. Και όμως, πριν να αποδείξωμεν το ζήτημά μας, γρηγορώτερα εφθάσαμεν εις την απόδειξιν αυτού, διότι εξακριβώσαμεν ότι εκ φύσεως είναι τοιούτον.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Ας το επαναλάβωμεν λοιπόν πάλιν. Άραγε η κίνησις δεν είναι διάφορος από την ετερότητα, καθώς ήτο διάφορος από την ταυτότητα και την στάσιν;
Θεαίτητος. Είναι κατ' ανάγκην.
Ξένος. Επομένως κατά τον λόγον τούτον εδώ, είναι κάπως και διάφορος και όχι διάφορος.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Τόρα λοιπόν τι έπεται από αυτά; Άραγε πάλιν θα δεχθώμεν ότι αυτή από μεν τα τρία είναι διάφορος, όχι όμως και από το τέταρτον, αφού παρεδέχθημεν ότι είναι πέντε όλα αυτά, δι' όσα προηγουμένως απεφασίσαμεν να ερευνήσωμεν;
Θεαίτητος. Πώς γίνεται αυτό; Είναι αδύνατον να δεχθώμεν μικρότερον αριθμόν από αυτόν ο οποίος απεδείχθη προ ολίγου.
Ξένος. Επομένως δεν πρέπει χωρίς φόβον να θεωρήσωμεν εις την συζήτησιν μας την κίνησιν ως διαφορετικήν από το ον;
Θεαίτητος. Χωρίς κανένα φόβον απολύτως!
Ξένος. Τότε λοιπόν δεν έπεται σαφώς ότι η κίνησις είναι και ον και μη ον, αφού συμμετέχει από το ον;
Θεαίτητος. Σαφέστατα βεβαίως.
Ξένος. Επομένως είναι δυνατόν κατ' ανάγκην να υπάρχη το μη ον και εις την κίνησιν και εις όλα τα γένη. Διότι εις όλα αυτά η φύσις της ετερότητος καθιστά το καθέν διάφορον από το ον, και το κάμνει μη ον, και δι' αυτό όλα αυτά ανεξαιρέτως υπό την έποψιν αυτήν είναι ορθόν να τα θεωρήσωμεν ως μη όντα, και αντιστρόφως, επειδή συμμετέχουν από το ον, να τα θεωρήσωμεν ότι υπάρχουν και είναι όντα.
Θεαίτητος. Επάνω κάτω.
Ξένος. Επομένως εις έκαστον από τα είδη υπάρχει αρκετή δόσις από το ον, υπάρχει όμως και αμέτρητον ποσόν από το μη ον.
Θεαίτητος. Έτσι φαίνεται.
Ξένος. Λοιπόν και το ίδιον το ον πρέπει να το θεωρήσωμεν ως διαφορετικόν από τα άλλα.
Θεαίτητος. Αυτό είναι λογικόν.
Ξένος. Επομένως και το ίδιον το κακόμοιρον το ον τόσες φορές δεν υπάρχει (!), όσα είναι τα άλλα. Διότι, αφού δεν είναι ό,τι είναι εκείνα, μίαν φοράν υπάρχει εξ αιτίας του εαυτού του, αμέτρητες φορές όμως δεν υπάρχει εξ αιτίας όλων των άλλων.
Θεαίτητος. Σχεδόν καθώς το λέγεις είναι.
Ξένος. Τότε λοιπόν και εις αυτά δεν πρέπει να δυστροπήσωμεν, διότι έχει συγκοινωνίαν η φύσις των γενών. Εάν όμως κανείς δεν τα παραδέχεται αυτά, ας καταφέρη να πείση τους προηγουμένους λόγους μας, και τότε ας μας πείση διά τα κατόπιν.
Θεαίτητος. Ωμίλησες με άκραν δικαιοσύνην (!).
Ξένος. Ας ιδούμεν λοιπόν και το εξής.
Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;
Ξένος. Όταν λέγωμεν το μη ον καθώς φαίνεται, δεν λέγομεν τίποτε αντίθετον από το ον αλλά απλώς διαφορετικόν.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Λόγου χάριν όταν ονομάσωμεν ένα πράγμα όχι μέγα, τότε με αυτήν την λέξιν νομίζεις, ότι περισσότερον εκφράζομεν το μικρόν παρά το ίσον;
Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν;
Ξένος. Επομένως, όταν εκφράζωμεν άρνησιν, δεν θα δεχθώμεν ότι λέγομεν το αντίθετον, αλλά απλώς ότι άλλο εκφράζει το μη και το όχι προτασσόμενα εις τα ονόματα, ή μάλλον εις τα πράγματα, εις τα οποία αναφέρονται τα εκφωνούμενα μετά την άρνησιν ονόματα.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Ας σκεφθώμεν λοιπόν το εξής, μήπως το παραδεχθής και συ.
Θεαίτητος. Ποίον δηλαδή;
Ξένος. Η φύσις της ετερότητος μου φαίνεται ότι είναι κομματιασμένη καθώς η επιστήμη.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Ως γνωστόν, μία είναι και εκείνη, αλλά το μέρος αυτής το σχετικόν με οποιονδήποτε πράγμα, αποχωρίζεται και λαμβάνει ιδιαίτερον όνομα. Δι' αυτό και τέχναι πολλαί υπάρχουν και επιστήμαι.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Τόρα λοιπόν και τα μέρη της φύσεως της ετερότητος, ενώ αυτή είναι μία, έπαθαν το ίδιον.
Θεαίτητος. Πολύ πιθανόν, αλλά ας ιδούμεν πώς.
Ξένος. Υπάρχει ένα μέρος της ετερότητος, το οποίον αντιτίθεται προς το ωραίον;
Θεαίτητος. Υπάρχει.
Ξένος. Αυτό λοιπόν ανώνυμον θα το θεωρήσωμεν, ή έχει κανέν όνομα;
Θεαίτητος. Έχει. Διότι παν ό,τι συνήθως ονομάζομεν όχι ωραίον, αυτό δεν είναι διαφορετικόν από άλλο τίποτε, παρά από την φύσιν του ωραίου.
Ξένος. Εμπρός λοιπόν ειπέ μου το εξής.
Θεαίτητος. Τι θέλεις να σου ειπώ;
Ξένος. Δεν είναι αληθές ότι το μη καλόν κατωρθώθη να παραχθή, αφού απεχωρίσθη από έν γένος των όντων, και συγχρόνως ετάχθη ως αντίθετον προς έν από τα όντα;
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, το μη καλόν αποτελεί αντίθεσιν ενός όντος προς έν άλλο.
Θεαίτητος. Ορθότατα.
Ξένος. Και λοιπόν; Συμφώνως με αυτά άραγε περισσότερον ανήκει εις τα όντα το καλόν παρά το μη καλόν;
Θεαίτητος. Διόλου μάλιστα.
Ξένος. Δεν πρέπει επομένως εξ ίσου να παραδεχθώμεν, ότι υπάρχει και το μη μέγα, όσον το ίδιον το μέγα;
Θεαίτητος. Εξ ίσου.
Ξένος. Επομένως και το μη δίκαιον δεν πρέπει να το κατατάξωμεν ως προς την ύπαρξιν εις ίσην μοίραν με το δίκαιον, χωρίς να υπάρχη το έν περισσότερον από το άλλο;
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως.
Ξένος. Και διά τα άλλα λοιπόν το ίδιον θα ειπούμεν, αφού η φύσις της ετερότητος απεδείχθη ότι είναι έν από τα όντα. Και αφού εκείνη είναι ον, κατ' ανάγκην βεβαίως πρέπει να θεωρήσωμεν ως όντα και τα μέρη της και με το παραπάνω.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Επομένως, καθώς φαίνεται, η αντίθεσις εκείνου του μέρους από την φύσιν της ετερότητος, το οποίον αντίκειται προς την φύσιν του όντος, είναι ουσία του ιδίου του όντος και με το παραπάνω, αν επιτρέπεται η έκφρασις, και δεν σημαίνει το εκ διαμέτρου αντίθετον, αλλά απλώς το διαφορετικόν.
Θεαίτητος. Πολύ λογικά.
Ξένος. Πώς λοιπόν να την ονομάσωμεν αυτήν;
Θεαίτητος. Είναι προφανές ότι εκείνο το μη ον, το οποίον εζητούσαμεν χάριν του σοφιστού, εκείνο το ίδιον είναι τούτο εδώ.
Ξένος. Και λοιπόν άραγε, καθώς είπες, αυτό δεν καθυστερεί ως προς την ουσίαν από κανέν άλλο, και με θάρρος πλέον πρέπει να λέγωμεν ότι ασφαλώς υπάρχει το μη ον με την ιδιαιτέραν του φύσιν καθώς το μέγα είπαμεν ότι είναι μέγα και το καλόν καλόν και το μη μέγα μη μέγα και το μη καλόν μη καλόν; Κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν και το μη ον απεδείχθη και είναι μη ον, συγκαταλεγόμενον ως έν είδος από τα πολλά όντα; Ή μήπως δυσπιστούμεν κάπως ακόμη ως προς αυτό, φίλε Θεαίτητε;
Θεαίτητος. Διόλου δεν δυσπιστούμεν.
Ξένος. Εκατάλαβες λοιπόν ότι περισσότερον απεσκιρτήσαμεν από τον Παρμενίδην, παρά όσον μας απηγόρευσε εκείνος;
Θεαίτητος. Τι εννοείς;
Ξένος. Από όσα μας απηγόρευσε εκείνος να ερευνώμεν, ημείς εξετάσαμεν εις τα προηγούμενα πολύ περισσότερα, και τα απεδείξαμεν εις το πείσμα του.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Ιδού πώς· εκείνος ως γνωστόν λέγει:
Αδύνατον να χωνεύσης ποτέ ότι υπάρχουν τα μη όντα, Και δι' αυτό στρέψε τον νουν σου από τον δρόμον αυτής της [ερεύνης.
Θεαίτητος. Αυτό δεν αρνούμαι ότι το λέγει.
Ξένος. Ημείς όμως απεδείξαμεν, όχι μόνον ότι υπάρχουν τα μη όντα, αλλά εφέραμεν εις φως και το είδος ακόμη εις το οποίον ανήκει το μη ον. Διότι, αφού απεδείξαμεν ότι η φύσις της ετερότητος είναι ον, και μοιράζεται εις όλα τα όντα μεταξύ των, ετολμήσαμεν να αποφανθώμεν ότι το μέρος αυτής, το οποίον αντιτίθεται προς το ον, αυτό ακριβώς είναι το όντως μη ον.
Θεαίτητος. Και νομίζω, φίλε Ξένε, ότι είπαμεν εντελώς την αλήθειαν.
Ξένος. Ας μη θέληση λοιπόν κανείς να μας ειπή ότι, αφού απεδείξαμεν ότι το μη ον είναι το αντίθετον του όντος, τολμώμεν να διισχυρισθώμεν ότι υπάρχει (!). Διότι ημείς όσον διά κανέν αντίθετον εις αυτό δεν σκοτιζόμεθα πολύ, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει, με λογικήν ή χωρίς λογικήν. Όσον όμως δι' αυτό που είπαμεν ότι είναι το μη ον, ή ας μας πείση κανείς εξελέγχων ότι δεν το είπαμεν ορθά, ή, εφόσον δεν έχει αυτήν την ικανότητα, πρέπει και αυτός να παραδεχθή, καθώς παραδεχόμεθα ημείς, και ότι συγκοινωνούν μεταξύ των τα γένη, και ότι το ον και η ετερότης εισχώρουν και εις όλα τα άλλα και μεταξύ των. Και ότι η ετερότης, επειδή συμμετέχει του όντος, υπάρχει μεν ένεκα αυτής της συμμετοχής, δεν είναι όμως εκείνο το ίδιον από το οποίον συμμετέχει, αλλά διαφορετικόν, και αφού είναι διαφορετικόν από το ον, πολύ λογικώς έπεται ότι είναι μη ον. Το ον δε πάλιν, επειδή συμμετέχει της ετερότητος, έπεται ότι είναι διάφορον από τα άλλα γένη, και, αφού είναι διάφορον από όλα εκείνα, δεν είναι το ίδιον με έκαστον από αυτά, ούτε με όλα μαζί παρά μόνον του. Ώστε πάλιν χωρίς αμφιβολίαν το ον χιλιάδες των χιλιάδων δεν είναι (!). Το ίδιον εφαρμόζεται και εις όλα τα άλλα, δηλαδή και χωριστά και ομού διά πολλούς λόγους υπάρχουν και διά πολλούς δεν υπάρχουν (!).
Θεαίτητος. Λέγεις την αλήθειαν.
Ξένος. Και τόρα, όστις δεν παραδέχεται αυτάς τας αντιλογίας, πρέπει ο ίδιος να σκεφθή και να μας ειπή τίποτε καλλίτερον. Εάν δε πάλιν ενόησε ότι είναι κάπως δύσκολον, και ευχαριστείται να σύρη τους λόγους πότε από το έν και πότε από το άλλο μέρος, αυτός δεν κάμνει σπουδαίον κατόρθωμα, καθώς αποδεικνύει αυτή εδώ η συζήτησις. Διότι αυτό δεν είναι ούτε μεγάλο κατόρθωμα ούτε δύσκολον, εκείνο όμως όχι μόνον είναι δύσκολον, αλλά και ωραίον.
Θεαίτητος. Ποίον;
Ξένος. Αυτό που είπαμεν και προηγουμένως, δηλαδή να τα αφήση αυτά, διότι με την συζήτησιν δεν αποδεικνύονται ως αδύνατα, και να έχη την ικανότητα οσάκις κανείς λέγει ότι είναι το ίδιον ένα πράγμα το οποίον διαφέρει κάπως, ή ότι είναι διαφορετικόν, ενώ είναι το ίδιον, να εξελέγχη βήμα προς βήμα κατ' εκείνον τον τρόπον και συμφώνως με εκείνο το πράγμα, το οποίον λέγει ότι έπαθε έν οποιονδήποτε από αυτά τα δύο. Άλλως όμως το να αποδεικνύη την ταυτότητα με κάποιον τρόπον ως ετερότητα, και την ετερότητα ως ταυτότητα, και το μέγα ως μικρόν, και το όμοιον ως ανόμοιον, και αλαζονικώς να παρουσιάζη πάντοτε τα αντίθετα εις τας συζητήσεις, αυτό δεν είναι αληθινός έλεγχος, και εξ άλλου προδίδεται ως νεοφερμένος από εκείνους, οι οποίοι πρώτην φοράν γνωρίζουν τα πράγματα χειροπιαστά.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Και βεβαίως, αγαπητέ μου, διότι το να προσπαθή κανείς να χωρίζη όλα από όλα, και αλλέως δεν είναι αρμονικόν, και ωρισμένως τον αποδεικνύει ως όλως διόλου άμουσον και αφιλόσοφον.
Θεαίτητος. Διατί δηλαδή;
Ξένος. Το να χωρίζωμεν έκαστον πράγμα από όλα τα άλλα είναι ολοτελής εξόντωσις των λόγων. Διότι μόνον με την συμπλοκήν των διαφόρων ειδών μεταξύ των κατορθόνομεν να σχηματίσωμεν τον λόγον.
Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.
Ξένος. Πρόσεξε λοιπόν να ιδής ότι πολύ σκοπίμως προ ολίγου επολεμούσαμεν τους τοιούτους, και τους εξηναγκάσαμεν να αφήσουν να συγκοινωνή το ένα με το άλλο.
Θεαίτητος. Δια ποίον σκοπόν λοιπόν;
Ξένος. Προς απόδειξιν ότι ο λόγος είναι έν από τα γένη των όντων. Διότι εάν στερηθώμεν αυτόν, στερούμεθα το μεγαλίτερον μέρος της φιλοσοφίας. Πρέπει δε ακόμη να έλθωμεν εις συμφωνίαν, τι πράγμα είναι ο λόγος. Αν δε τύχη να μας τον αρπάξουν και να μας ειπούν ότι ουδέ υπάρχει καν αυτός, τότε πλέον δεν θα ημπορούμεν ούτε να ομιλούμεν (!), Και βεβαίως θα μας τον αρπάξουν, εάν παραδεχθώμεν ότι κανέν πράγμα δεν συγκοινωνεί με κανέν άλλο.
Θεαίτητος. Όσον δι' αυτό πολύ καλά, αλλά το διατί να έλθωμεν εις συμφωνίαν ως προς τον λόγον, αυτό δεν το ενόησα.
Ξένος. Αλλ' ίσως να το εννοήσης πολύ εύκολα, εάν με παρακολουθήσης ως εξής.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Δεν αρνείσαι ότι το μη ον το απεδείξαμεν ως έν γένος μεταξύ, των άλλων το οποίον διαμοιράζεται εις όλα τα όντα.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Τότε λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν τόρα αν συγκοινωνεί με τον λόγον και με την κρίσιν.
Θεαίτητος. Διατί δηλαδή;
Ξένος. Διότι, αν αυτό δεν συγκοινωνή με αυτά, τότε είναι λογικώς επόμενον να είναι όλα αληθινά. Εάν όμως συγκοινωνή, τότε παράγεται και ψευδής κρίσις και ψευδής λόγος. Διότι ακριβώς το να κρίνη κανείς ή να λέγη τα μη όντα αυτό βεβαίως είναι το ψεύδος, το οποίον συμβαίνει εις την διάνοιαν και εις τους λόγους.
Θεαίτητος. Το παραδέχομαι.
Ξένος. Όταν δε υπάρχη ψεύδος, υπάρχει απάτη.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Και όμως, αφού υπάρχει απάτη, τότε έπεται πλέον λογικώς, ότι όλα τα πράγματα είναι καταφορτομένα από ομοιώματα και εικόνας και φαντάσματα.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Αλλά διά τον σοφιστήν είπαμεν ότι ετρύπωσε εις τούτο το μέρος και αρνείται ότι υπάρχει καν ψεύδος. Διότι λέγει ότι το μη ον ούτε το συλλογίζεται κανείς ούτε το λέγει, διότι το μη ον δεν έχει ύπαρξιν καμμίαν με κανένα τρόπον.
Θεαίτητος. Αυτά τα είπαμεν βεβαίως.
Ξένος. Τόρα όμως αυτό απεδείχθη ότι συμμετέχει του όντος, ώστε υπό αυτήν την έποψιν ίσως πλέον δεν θα ανθίστατο. Δεν είναι όμως απίθανον να ειπή ότι από τα είδη άλλα μεν συμμετέχουν του μη όντος, άλλα όμως όχι, ώστε διά την ειδωλοποιητικήν και φανταστικήν, εντός της οποίας είπαμεν ότι ετρύπωσε αυτός, πάλιν θα εναντιόνεται ότι ούτε καν υπάρχουν, επειδή η κρίσις και ο λόγος δεν συγκοινωνούν με το μη ον. Διότι κατ' αρχήν δεν υπάρχει ψεύδος, αφού δεν υφίσταται αυτή η συγκοινωνία. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν καλώς, τι είναι ο λόγος και η κρίσις και η φαντασία, και εκ της ερεύνης αυτής να εννοήσωμεν καλώς την συγκοινωνίαν των με το μη ον, και αφού την εννοήσωμεν να αποδείξωμεν ότι υπάρχει το ψεύδος, αφού δε το αποδείξωμεν, να ζώσωμεν μέσα εις αυτό τον σοφιστήν, εάν είναι ένοχος, ή άλλως να τον απολύσωμεν και να τον ζητήσωμεν εις άλλο γένος.
Θεαίτητος. Πραγματικώς, καλέ Ξένε, φαίνεται εντελώς αληθές αυτό που είπαμεν εις την αρχήν περί του σοφιστού, ότι δηλαδή είναι άπιαστη ράτσα. Διότι φαίνεται ότι είναι γεμάτος από προβολάς, και όταν προβάλη καμμίαν από αυτάς πρέπει πρώτον αυτήν να καταπολεμήσωμεν, πριν να φθάσωμεν εις αυτόν τον ίδιον. Διότι τόρα μόλις διεσχίσαμεν την προβολήν του ότι δεν υπάρχει το μη ον, αυτός επρόβαλε άλλην, και τόρα πάλιν είναι ανάγκη να αποδείξωμεν ότι υπάρχει ψεύδος και εις τον λόγον και εις την κρίσιν, και κατόπιν αυτής ίσως άλλην, και πάλιν άλλην κατόπιν εκείνης, και, καθώς φαίνεται, δεν θα εύρωμεν ποτέ την άκραν.
Ξένος. Πρέπει, φίλε Θεαίτητε, να έχη θάρρος όστις ημπορεί να κάμνη έστω και έν μικρόν βήμα προς τα εμπρός. Διότι, όστις λιποψυχήση εις αυτά, τι θα ημπορέση να κατορθώση εις άλλα, αφού εις εκείνα ή διόλου δεν προχωρεί εμπρός, ή εντελώς θα σπρωχθή οπίσω πάλιν; Πολύ απέχει ο τοιούτος, καθώς λέγει η παροιμία να πάρη την πόλιν. Τόρα όμως, αγαπητέ μου, επειδή ετελειώσαμεν αυτό που λέγεις, ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ότι εξεπορθήσαμεν το ισχυρότερον τείχος, και τόρα τα άλλα είναι μικρότερα και ευκολώτερα.
Θεαίτητος. Καλά το είπες.
Ξένος. Τόρα λοιπόν ας πάρωμεν εις το χέρι πρώτον τον λόγον και την κρίσιν, καθώς είπαμεν, διά να σκεφθώμεν καθαρώτερα, άραγε συγκοινωνεί με αυτά το μη ον, ή όλως διόλου αυτά τα δύο είναι αληθή, και ποτέ δεν είναι ψευδές κανέν από τα δύο.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Εμπρός λοιπόν, καθώς ελέγαμεν προκειμένου περί των ειδών και των γραμμάτων, ας σκεφθώμεν ομοίως και περί των ονομάτων πάλιν. Διότι με αυτόν κάπως τον τρόπον ευρίσκεται αυτό το οποίον ζητούμεν.
Θεαίτητος. Τι λοιπόν πρέπει να ερευνήσωμεν διά τα ονόματα;
Ξένος. Αν όλα προσαρμόζονται με όλα, ή κανέν απολύτως, ή μήπως άλλα μεν δέχονται προσαρμογήν, άλλα όμως όχι.
Θεαίτητος. Αυτό είναι προφανές, ότι δηλαδή άλλα μεν δέχονται, άλλα όμως όχι.
Ξένος. Ίσως εννοείς το εξής. Ότι όσα μεν λέγονται με τοιαύτην συντακτικήν αλληλουχίαν, ώστε να εκφράζουν έννοιαν, προσαρμόζονται, όσα όμως με την αλληλουχίαν δεν εκφράζουν έννοιαν, δεν προσαρμόζονται.
Θεαίτητος. Πώς το είπες αυτό;
Ξένος. Καθώς ενόμισα ότι συ παρεδέχθης με την προηγουμένην σου απάντησιν. Δηλαδή δύο τάξεις έχομεν, διά να εκφράζωμεν με την φωνήν μας τα όντα.
Θεαίτητος. Ποίας;
Ξένος. Η μία ονομάζεται ονόματα, η δε άλλη βήματα.
Θεαίτητος. Εξήγησε το καθέν.
Ξένος. Εκείνο το οποίον εκφράζει τας πράξεις ονομάζεται ρήμα.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Εκείνο δε το οποίον εκφράζει τα πρόσωπα, τα οποία εκτελούν αυτάς τας πράξεις, ως άλλο χαρακτηριστικόν γνώρισμα με την φωνήν αποδοθέν εις αυτά τα πρόσωπα, λέγεται όνομα.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Λοιπόν μόνον από ονόματα απαγγελλόμενα κατά σειράν δεν αποτελείται λόγος ποτέ, ούτε πάλιν από ρήματα χωρίς ονόματα.
Θεαίτητος. Αυτό δεν το ενόησα.
Ξένος. Τότε είναι φανερόν, ότι άλλα εννοούσες προηγουμένως, όταν έμενες σύμφωνος μαζί μου. Διότι και τότε ήθελα να σου ειπώ το ίδιον, ότι δηλαδή αυτά δεν αποτελούν λόγον, όταν απαγγέλλωνται στην σειράν, ως εξής.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Παραδείγματος χάριν τρέχει, κοιμάται…. και όλα τα ρήματα όσα σημαίνουν πράξεις, και αν όλα τα θέσης κατά σειράν, πάλιν δεν αποτελούν λόγον.
Θεαίτητος. Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;
Ξένος. Και πάλιν όμως, όταν προφέρωμεν λέων, έλαφος, ίππος και όλα τα ονόματα, όσα απεδόθησαν εις τα πρόσωπα τα οποία εκτελούν τας πράξεις, και με αυτήν την συνέχειαν πάλιν δεν σχηματίζεται λόγος ακόμη. Διότι και όλα αυτά πάλιν τα οποία απήγγειλε το στόμα μας, καθώς εκείνα, δεν εκφράζουν καμμίαν πράξιν, ούτε απραξίαν, ούτε ύπαρξιν ενός όντος ή μη όντος, πριν συνδέσωμεν τα ονόματα με τα βήματα. Τότε όμως προσαρμόζονται και αμέσως το πρώτον σύμπλεγμα αποτελεί λόγον, σχεδόν τον πρώτον και μικρότερον λόγον, δηλαδή την πρότασιν.
Θεαίτητος. Πώς άραγε το εννοείς αυτό;
Ξένος. Όταν ειπή κανείς: «Ο άνθρωπος μανθάνει», παραδέχεσαι ότι τούτο είναι ο ελάχιστος και πρώτος λόγος;
Θεαίτητος. Βεβαίως.
Ξένος. Διότι τότε βεβαίως δεν αναφέρει όνομα μόνον, άλλα εκφράζει κάτι τι περί των όντων, ή των γινομένων, ή των παρελθόντων, ή των μελλόντων, συνδυάζων τα βήματα με τα ονόματα. Δι' αυτό δεν είπαμεν ότι ονομάζει αυτός, αλλά εκφράζει, και ωρισμένως με το σύμπλεγμα αυτό εσχηματίσαμεν λόγον.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Λοιπόν καθώς τα πράγματα, άλλα μεν προσαρμόζονται μεταξύ των, άλλα όμως όχι, το ίδιον και τα εκφραστικά σύμβολα της φωνής, άλλα μεν δεν προσαρμόζονται, άλλα όμως προσαρμόζονται και αποτελούν λόγον.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Και τόρα μίαν μικράν παρατήρησιν ακόμη.
Θεαίτητος. Ποίαν;
Ξένος. Ο λόγος, οτιδήποτε και αν λέγη, είναι ανάγκη να αναφέρεται εις κάτι τι, αδύνατον δε είναι να μη αναφέρεται.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Λοιπόν δεν πρέπει να εκφράζη και μίαν ποιότητα;
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Ας προσέξωμεν λοιπόν με όλην μας την δύναμιν.
Θεαίτητος. Αυτό είναι ανάγκη βεβαίως.
Ξένος. Λοιπόν θα σου ειπώ ένα λόγον αποτελούμενον από όνομα και ρήμα συνδυάζων πράγμα με πράξιν. Εις τι όμως αναφέρεται αυτός ο λόγος, πρέπει συ να μου το ειπής.
Θεαίτητος. Αυτό θα το κάμω, όσον ημπορώ.
Ξένος. Ο Θεαίτητος κάθηται. Μη τυχόν αυτός ο λόγος είναι μακρός;
Θεαίτητος. Όχι, αλλά μέτριος.
Ξένος. Τόρα λοιπόν είναι ιδική σου δουλειά να εξηγήσης, περί τίνος ομιλεί και εις ποίον αναφέρεται.
Θεαίτητος. Είναι φανερόν, ότι ομιλεί περί εμού και αναφέρεται εις εμέ.
Ξένος. Και τόρα πάλιν ο άλλος;
Θεαίτητος. Ποίος;
Ξένος. Ο Θεαίτητος, (με τον οποίον ομιλώ τόρα εγώ), πετά.
Θεαίτητος. Και αυτόν κανείς δεν ημπορεί να τον ειπή αλλέως, παρά ως ιδικόν μου και περί εμού.
Ξένος. Είπαμεν όμως ότι είναι ανάγκη, έκαστος λόγος να έχη μίαν ποιότητα.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Από αυτούς τους δύο λοιπόν, ποίαν ποιότητα πρέπει να παραδεχθώμεν ότι έχει ο καθείς;
Θεαίτητος. Προφανώς ο μεν ένας είναι ψευδής, ο δε άλλος αληθινός.
Ξένος. Και βεβαίως ο μεν αληθής λέγει το πραγματικόν περί σου ότι υπάρχει.
Θεαίτητος. Τι άλλο βεβαίως.
Ξένος. Ο δε ψευδής λέγει διαφορετικά από το πραγματικόν.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Επομένως παρουσιάζει τα μη υπάρχοντα ως υπάρχοντα.
Θεαίτητος. Σχεδόν.
Ξένος. Διότι βεβαίως είναι δυνατόν να λεχθούν διαφορετικά πράγματα περί σου. Διότι είπαμεν ότι δι' έκαστον υπάρχουν πολλά αληθινά, και πολλά ανύπαρκτα.
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Ο δεύτερος λοιπόν από τους λόγους, τους οποίους είπα περί σου, πρώτον μεν συμφώνως προς όσα είπαμεν διά να ορίσωμεν τι είναι λόγος, έπεται ότι αυτός είναι ένας από τους συντομωτέρους λόγους.
Θεαίτητος. Αυτό βεβαίως μόλις προ ολίγου το παρεδέχθημεν.
Ξένος. Δεύτερον ότι πρέπει να αναφέρεται εις κάποιον.
Θεαίτητος. Βεβαίως.
Ξένος. Και, ότι αν δεν είναι ιδικός σου, τότε βεβαίως δεν ανήκει εις κανένα.
Θεαίτητος. Πώς είναι δυνατόν βεβαίως;
Ξένος. Και όταν δεν ανήκη εις κανένα, τότε δεν είναι καν λόγος. Διότι, απεδείξαμεν ότι είναι των αδυνάτων αδύνατον, εάν είναι λόγος, να μη ανήκη εις κανένα.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Τόρα όμως, όταν αυτά τα διαφορετικά λέγωνται περί σου ως όμοια και τα ανύπαρκτα ως πραγματικά, τότε αποδεικνύεται καθαρά ότι ο τοιούτος συνδυασμός ονομάτων και βημάτων αποτελεί αληθώς και πραγματικώς λόγον ψευδή.
Θεαίτητος. Αληθέστατα βεβαίως.
Ξένος. Αλλά πώς; Άραγε η σκέψις και η κρίσις και η φαντασία και όλα αυτά τα γένη δεν παρουσιάζονται εις την ψυχήν μας ως ψευδή και ως αληθινά;
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Θα το εννοήσης ευκολώτερον, αν σου ειπώ πρώτον τι είναι το καθέν, και τι διαφέρουν μεταξύ των.
Θεαίτητος. Λέγε και μη σε μέλει.
Ξένος. Λοιπόν η σκέψις και ο λόγος είναι το ίδιον. Με την διαφοράν ότι ο εντός της ψυχής μας γινόμενος διάλογος χωρίς απαγγελίαν έλαβε ακριβώς το όνομα σκέψις.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Ενώ το ρεύμα της φωνής, το οποίον εξέρχεται από το στόμα μας ενάρθρως, λέγεται λόγος.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Και βεβαίως γνωρίζομεν ότι εις τους λόγους υπάρχει το —
Θεαίτητος. Τι πράγμα;
Ξένος. Η κατάφασις και η απόφασις.
Θεαίτητος. Το γνωρίζομεν.
Ξένος. Όταν λοιπόν αυτό συμβή εις την ψυχήν κατά την σκέψιν σιωπηρώς, έχεις να του δώσης άλλο όνομα παρά κρίσιν;
Θεαίτητος. Πώς αλλέως;
Ξένος. Τόρα όμως, όταν η ψυχή όχι μόνη αλλά με την αίσθησιν παθαίνη κανέν παρόμοιον πάθημα, άραγε αυτό είναι ορθόν να το ονομάσωμεν αλλέως πως, παρά φαντασίαν;
Θεαίτητος. Δεν είναι δυνατόν αλλέως.
Ξένος. Λοιπόν, αφού παρεδέχθημεν ότι ο λόγος είναι αληθής και ψευδής, από αυτά δε πάλιν η μεν σκέψις απεδείχθη ότι είναι διάλογος της ψυχής μόνης προς τον εαυτόν της, η δε κρίσις είναι αποτελείωσις της σκέψεως, και ούτω πως αποδεικνύεται ότι παν ό,τι λέγομεν είναι μίγμα αισθήσεως και κρίσεως, έπεται ότι, αφού και αυτά είναι συγγενή με τον λόγον, κατ' ανάγκην μερικά από αυτά είναι κάποτε ψευδή.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Ενόησες λοιπόν ότι γληγορώτερα απεδείξαμεν, ότι υπάρχει ψευδής κρίσις και λόγος, παρά όσον εφοβούμεθα προ ολίγου, μήπως επιχειρήσωμεν όλως διόλου ανεκτέλεστον έργον, εάν ερευνήσωμεν αυτό;
Θεαίτητος. Το εννοώ.
Ξένος. Τότε λοιπόν ας μη απογοητευώμεθα ούτε εις τα άλλα. Δηλαδή, τόρα που απεδείξαμεν αυτά, ας ενθυμηθούμεν τας προηγουμένας διαιρέσεις εις είδη.
Θεαίτητος. Ποίας δηλαδή;
Ξένος. Εχωρίσαμεν την ειδωλοποιητικήν εις δύο είδη, την εικαστικήν και την φανταστικήν.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Και είπαμεν ότι απορούμεν εις ποίαν να κατατάξωμεν τον σοφιστήν.
Θεαίτητος. Αυτό είναι αληθές.
Ξένος. Και ενώ είχαμεν αυτήν την απορίαν, μας εκυρίευσε ακόμη περισσοτέρα σκοτοδινία, όταν επαρουσιάσθη ο λόγος όστις διαφιλονικεί, ότι όλως δεν υπάρχει ούτε εικών ούτε είδωλον ούτε φάντασμα, διότι ποτέ δεν υπάρχει ψεύδος πουθενά με κανένα τρόπον.
Θεαίτητος. Λέγεις την αλήθειαν.
Ξένος. Τόρα πλέον όμως, αφού και λόγος ψευδής αλλά και κρίσις ψευδής απεδείχθη ότι υπάρχει, επιτρέπεται πλέον να υπάρχουν απομιμήσεις των όντων, και να παραχθή με αυτήν την εκδοχήν τέχνη απατητική;
Θεαίτητος. Επιτρέπεται.
Ξένος. Ακόμη δε προηγουμένως είχαμεν συμφωνήση, ποίον από αυτά τα δύο είναι ο σοφιστής.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Λοιπόν ας δοκιμάσωμεν πάλιν να διχάζωμεν το γένος το οποίον εθέσαμεν εις την αρχήν, και να προχωρούμεν πάντοτε από το δεξιόν μέρος της διχοτομήσεως, παρακολουθούντες την συμμετοχήν του σοφιστού, έως ότου να του αποχωρίσωμεν όλα τα κοινά γνωρίσματα, και να αφήσωμεν την ατομικήν του φύσιν, διά να το αποδείξωμεν πρώτον μεν και κύριον εις τον ίδιον εαυτόν μας, έπειτα όμως και εις όλους όσοι εκ φύσεως είναι πλησιέστατοι εις αυτήν την μέθοδον.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Λοιπόν τότε δεν αρχίσαμεν με την διαίρεσιν της τέχνης εις ποιητικήν και κτητικήν;
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Και δεν εφανταζόμεθα ως είδη της κτητικής την θηρευτικήν και την αγωνιστικήν και την εμπορικήν και μερικά άλλα παρόμοια;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Τόρα όμως, αφού τον περικλείει η μιμητική τέχνη, είναι προφανές ότι πρώτα πρώτα πρέπει να διχοτομήσωμεν αυτήν την ποιητικήν. Διότι η μίμησις είναι κάποια κατασκευή των ειδώλων όμως, καθώς είπαμεν, και όχι του καθενός πράγματος. Δεν είναι έτσι;
Θεαίτητος. Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος. Λοιπόν πρώτον της ποιητικής ας παραδεχθώμεν δύο μέρη.
Θεαίτητος. Ποία;
Ξένος. Το ένα θείον και το άλλο ανθρώπινον.
Θεαίτητος. Ακόμη δεν ενόησα.
Ξένος. Εάν ενθυμούμεθα όσα είπαμεν εις την αρχήν, είπαμεν ότι ολόκληρος η ποιητική είναι η δύναμις, η οποία γίνεται αιτία, όσα δεν υπήρχαν προηγουμένως να γίνουν κατόπιν.
Θεαίτητος. Το ενθυμούμεθα.
Ξένος. Λοιπόν τα ζώα και όλα τα θνητά και τα φυτά, όσα φυτρώνουν εις την γην από σπόρους και από ρίζας, και όσα σχηματίζουν άψυχα σώματα διαλυτά και αδιάλυτα, άραγε από άλλον κανένα δημιουργόν, παρά από θεόν θα ειπούμεν ότι λαμβάνουν γένεσιν εις ωρισμένον χρόνον, ενώ προηγουμένως δεν υπήρχαν; Ή μήπως θα μεταχειρισθώμεν την γνώμην και την φράσιν του λαού και θα ειπούμεν —
Θεαίτητος. Τι πράγμα;
Ξένος. Ότι η ίδια φύσις γεννά αυτά από κάποιαν αιτίαν αυτόματον και χωρίς σκέψιν; Ή ότι γίνονται με λόγον και με επιστήμην θείαν από κάποιον θεόν;
Θεαίτητος. Εγώ μεν ίσως ένεκα της ηλικίας μου αλλάζω συχνά και τας δύο γνώμας. Τόρα όμως παρατηρώ εσέ, και επειδή νομίζω ότι φρονείς, ότι αυτά γίνονται σύμφωνα με κάποιαν θέλησιν θεού, το ίδιον πιστεύω και εγώ.
Ξένος. Πολύ καλά, φίλε Θεαίτητε. Και αν ήτο φόβος μήπως αλλάξης γνώμην κατόπιν, τόρα θα επροσπαθούσα συζητητικώς με πειστικά επιχειρήματα να σε κάμω να συμφωνήσης μαζί μου. Επειδή όμως κάλλιστα εννοώ τον χαρακτήρα σου, ότι δηλαδή και χωρίς να σου ειπώ εγώ, τείνεις εις όσα τόρα λέγεις, ότι σύρεσαι, δι' αυτό θα σε αφήσω μόνον σου. Διότι θα χάσωμεν αδίκως πολύν καιρόν. Αλλά θα θεωρήσω ως βέβαιον ότι, όσα λέγομεν ότι γίνονται εκ φύσεως, δημιουργούνται με θείαν τέχνην, όσα δε κατασκευάζονται από ανθρώπους με ανθρωπίνην. Και λοιπόν και με αυτόν τον ορισμόν δύο είναι τα γένη της ποιητικής, το ανθρώπινον και το θείον.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά.
Ξένος. Τας δύο αυτάς λοιπόν διχοτόμησε τας πάλιν κάθε μίαν.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Καθώς τότε εχώρισες κατά πλάτος όλην την ποιητικήν, ομοίως τόρα πάλιν χώρισε την κατά μήκος.
Θεαίτητος. Υπόθεσε ότι εχωρίσθη.
Ξένος. Τόρα βεβαίως όλα τα μέρη αυτής γίνονται τέσσαρα, δύο μεν τα σχετικά με ημάς, δηλαδή τα ανθρώπινα, δύο δε τα σχετικά με τους θεούς, δηλαδή τα θεία.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Από τα μέρη όμως πάλιν της άλλης διαιρέσεως το ένα τμήμα καθεμιάς μερίδος είναι αυτοποιητικόν, τα δε υπόλοιπα σχεδόν ημπορούν να ονομασθούν ειδωλοποιητικά. Ώστε και συμφώνως με αυτά πάλιν η ποιητική διχοτομείται εις δύο.
Θεαίτητος. Λέγε κατά ποίον τρόποι διχοτομείται καθεμία πάλιν.
Ξένος. Ημείς βεβαίως και τα άλλα ζώα και τα στοιχεία, από τα οποία αποτελούνται τα φυσικά όντα, δηλαδή το πυρ και το ύδωρ και τα παρόμοια, ως έργα θεού γνωρίζομεν ότι είναι αυτά όλα δημιουργημένα. Ή πώς αλλέως;
Θεαίτητος. Καθώς είπες.
Ξένος. Έκαστον δε από αυτά το παρακολουθούν ομοιώματα, χωρίς να είναι αυτά τα ίδια, τα οποία έγιναν επίσης με θείαν επινόησιν.
Θεαίτητος. Ποία;
Ξένος. Τα εμφανιζόμενα εις τον ύπνον, και όσα φαντάσματα της ημέρας λέγονται φυσικά, η σκιά λόγου χάριν, όταν με το φως γίνεται σκότος, και η αντανάκλασις, όταν το ιδικόν και το ξένον φως συναντάται εις τα λαμπερά και γιαλιστερά πράγματα, και κάμνη την εμπροσθινήν των όψιν να αλλάξη την συνηθισμένην της μορφήν και να κάμνη την αντίθετον εντύπωσιν.
Θεαίτητος. Πραγματικώς δύο ειδών είναι τα έργα της θείας ποιητικής, δηλαδή το ίδιον το πράγμα, και το είδωλον το οποίον παρακολουθεί έκαστον.
Ξένος. Και τόρα τι θα είπουμεν διά την ιδικήν μας τέχνην; Όχι άραγε ότι την ιδίαν μεν την οικίαν την κατασκευάζει με την οικοδομικήν, με την ζωγραφικήν όμως κατασκευάζει κάποιαν άλλην, η οποία φαίνεται ως ένα όνειρον εις τους αφυπνισμένους ανθρώπους;
Θεαίτητος. Βεβαιότατα.
Ξένος. Λοιπόν ομοίως πάλιν και όλα τα άλλα έργα της ιδικής μας ποιητικής δράσεως είναι διπλά, και το έν μεν είναι το ίδιον και το αποδίδομεν εις την αυτουργικήν, το δε άλλο είναι ομοίωμα και το αποδίδομεν εις την ειδωλοποιητικήν.
Θεαίτητος. Τόρα το ενόησα καλλίτερα, και παραδέχομαι δύο διττά είδη της ποιητικής. Την θείαν και την ανθρωπίνην κατά την μίαν διαίρεσιν, κατά την άλλην δε το έν από τα προϊόντα ως το ίδιον το πράγμα, το δε άλλο ως κάποια ομοιώματα.
Ξένος. Τόρα λοιπόν από την ειδωλοποιητικήν ας ενθυμηθούμεν, ότι επρόκειτο να δεχθώμεν το έν γένος ως εικαστικόν και το άλλο ως φανταστικόν, εάν απεδεικνύετο ότι το ψεύδος είναι όντως ψεύδος, και εκ φύσεως ανήκει εις τα όντα.
Θεαίτητος. Βεβαίως επρόκειτο.
Ξένος. Και λοιπόν απεδείχθη αυτό, και διά τούτο ακριβώς θα θεωρήσωμεν αυτά ως δύο είδη.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Τόρα λοιπόν ας διχοτομήσωμεν πάλιν το φανταστικόν είδος.
Θεαίτητος. Πώς;
Ξένος. Το έν μεν ότι γίνεται με όργανα, το δε άλλο, ότι γίνεται το ίδιον όργανον εις εκείνον όστις κάμνει το φάντασμα.
Θεαίτητος. Πώς το εννοείς;
Ξένος. Νομίζω, όταν κανείς παρομοιάζη με το σώμα του το παράστημά σου, ή με την φωνήν του την φωνήν σου, αυτό ονομάζεται μίμησις, και ανήκει προ πάντων εις την φανταστικήν τέχνην.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Εις αυτό το μέρος λοιπόν ας αποδώσωμεν τον χαρακτηρισμόν μιμητικόν. Το δε άλλο ολόκληρον, αφού εκουράσθημεν, ας το αφήσωμεν να το συνενώση κανείς άλλος υπό μίαν έννοιαν, και να του αποδώση κανέν αρμόδιον όνομα.
Θεαίτητος. Δέχομαι και την ονομασίαν του ενός και την παράλειψιν του άλλου.
Ξένος. Τόρα όμως και αυτό πάλιν πρέπει να το θεωρήσωμεν διπλόν, καλέ Θεαίτητε. Και πρόσεξε να ιδής διά ποίον λόγον.
Θεαίτητος. Λέγε.
Ξένος. Όσοι απομιμούνται, άλλοι μεν το κάμνουν εν επιγνώσει, άλλοι όμως ανεπιγνώστως. Και βεβαίως ποίαν άλλην μεγαλιτέραν διάκρισιν ημπορούμεν να εύρωμεν από την επίγνωσιν και ανεπίγνωσιν;
Θεαίτητος. Καμμίαν.
Ξένος. Και λοιπόν αυτό που είπαμεν προ ολίγου δεν είναι απομίμησις με επίγνωσιν; Διότι το ιδικόν σου παράστημα και σε, μόνον όταν σε γνωρίζη κανείς, ημπορεί να τα μιμηθή.
Θεαίτητος. Πώς όχι;
Ξένος. Τόρα όμως ως προς το σχήμα της δικαιοσύνης και όλην εν γένει την αρετήν; Άραγε δεν την αγνοούν πολλοί, και μόνον την φαντάζονται κάπως, και όμως με τα δυνατά των προσπαθούν να φαίνωνται, ότι έχουν μέσα των αυτό το οποίον απλώς φαντάζονται, και το απομιμούνται όσον το δυνατόν τελειότερον με τα έργα των και με τους λόγους των;
Θεαίτητος. Πάρα πολλοί μάλιστα.
Ξένος. Άραγε όμως όλοι κατορθώνουν να φαίνονται δίκαιοι, ενώ δεν είναι διόλου; Ή μήπως συμβαίνει το εναντίον;
Θεαίτητος. Όλως διόλου το εναντίον.
Ξένος. Αυτός λοιπόν ο μιμητής πρέπει να θεωρηθή διάφορος από εκείνον, αυτός ο ανεπίγνωστος από εκείνον τον εν επιγνώσει.
Θεαίτητος. Μάλιστα.
Ξένος. Από πού λοιπόν θα λάβωμεν όνομα διά τον καθένα από αυτούς; Ή μήπως βεβαίως είναι δύσκολον, διότι καθώς φαίνεται, εις την διαίρεσιν των γενικών εννοιών κατά είδη υπήρχε εις τους παλαιοτέρους κάποια παλαιά και ανεξήγητος αιτία, ώστε ούτε να δοκιμάση κανείς να κάμη την διαίρεσιν, και ως εκ τούτου κατ' ανάγκην δεν έχομεν μεγάλην αφθονίαν ονομάτων; Και όμως, και αν θεωρηθή ακόμη τόλμη να το ειπούμεν ως προς την επίγνωσιν, πρέπει να ονομάσωμεν την μεν δοξαστικήν μίμησιν δοξομιμητικήν, την δε επισταμένην ίσως επιστημονικήν μίμησιν.
Θεαίτητος. Παραδέχομαι.
Ξένος. Πρέπει λοιπόν να μεταχειρισθώμεν το έν από τα δύο, διότι ο σοφιστής δεν ανήκει εις τους έχοντας επίγνωσιν, αλλά εις τους μιμούμενους με την ιδέαν των.
Θεαίτητος. Πολύ μάλιστα.
Ξένος. Αυτόν λοιπόν τον δοξομιμητήν ας τον ερευνήσωμεν καθώς τον σίδηρον, αν είναι στερεός, ή μήπως έχει ακόμη μέσα του καμμίαν ραφήν.
Θεαίτητος. Ας ερευνήσωμεν.
Ξένος. Έχει λοιπόν και πολλήν μάλιστα. Διότι από αυτούς άλλος μεν είναι βλαξ, και νομίζει ότι γνωρίζει όσα φαντάζεται. Το δε εξωτερικόν του άλλου, επειδή ολονέν κυλίεται μέσα εις τας συζητήσεις, παρέχει πολλήν υποψίαν και φόβον, ότι δεν γνωρίζει αυτά τα οποία προσποιείται εμπρός εις τους άλλους ότι τα γνωρίζει.
Θεαίτητος. Βεβαιότατα ο καθείς από αυτούς που είπες ανήκει εις έν από τα δύο αυτά γένη.
Ξένος. Λοιπόν δεν πρέπει να θεωρήσωμεν τον ένα μεν ως απλούν μιμητήν, τον δε άλλον υποκριτικόν μιμητήν;
Θεαίτητος. Είναι ορθόν.
Ξένος. Αυτόν δε πάλιν ως εν γένος θα τον θεωρήσωμεν ή ως δύο:
Θεαίτητος. Συ πρόσεξε.
Ξένος. Προσέχω και μου φαίνονται δύο ειδών. Ο μεν εις δημοσία και με μακρούς λόγους βλέπω ότι είναι ικανός εμπρός εις τα πλήθη να υποκρίνεται, ο δε άλλος ιδιωτικώς και με συντόμους λόγους αναγκάζει τον αντικρυνόν του να παραδέχεται τα αντίθετα προς την γνώμην του.
Θεαίτητος. Πολύ ορθά ομιλείς.
Ξένος. Πώς να ονομάσωμεν λοιπόν τον μακρολογώτερον; Άραγε πολιτικόν ή δημοσιολόγον;
Θεαίτητος. Δημοσιολόγον.
Ξένος. Τον δε άλλον πώς να τον ονομάσωμεν, σοφόν ή σοφιστήν;
Θεαίτητος. Όσον διά σοφόν βεβαίως είναι αδύνατον, διότι τον παρεδέχθημεν ότι δεν γνωρίζει. Αφού όμως μιμείται τον σοφόν, είναι φανερόν ότι πρέπει να λάβη όνομα παράγωγον της σοφίας, και σχεδόν ενόησα πλέον, ότι αυτός πρέπει να θεωρηθή πραγματικώς εκείνος ο εντελώς αληθινός σοφιστής.
Ξένος. Τόρα λοιπόν, καθώς προηγουμένως, θέλεις να συνοψίσωμεν το όνομά του, συνδυάζοντες τα χαρακτηριστικά του από το τέλος προς την αρχήν;
Θεαίτητος. Πολύ καλά.
Ξένος. Λοιπόν, καθώς φαίνεται, θα ειπή όλην την αλήθειαν όστις ειπή ότι ο αληθινός σοφιστής κατάγεται από την γενεάν και το αίμα της αντιφατικοποιητικής του υποκριτικού μέρους της δοξομιμητικής, το αποχωριζόμενον από το μέρος της ειδωλοποιητικής, όχι το θείον, αλλά το ανθρώπινον, το οποίον είναι το μέρος της ποιητικής, το οποίον κάμνει ταχυδακτυλουργίας με λόγους.
Θεαίτητος. Είμαι εντελώς σύμφωνος.
***
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΣΟΦΙΣΤΗΣ Πρόκειται για εξαιρετικά τολμηρή φιλοσοφική έξαρση προς εξακρίβωση των ορίων της ανθρωπίνης νοήσεως, γι' αυτό και θεωρείται ως η μεταφυσική του Πλάτωνος. Σ' ό,τι αφορά στην λογική του, είναι ο πιο πολύτροπος και οξύς από τους πλατωνικούς διάλογους.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
***
1) Ψαράς που ψαρεύει με αγκίστρι 2) Καλάθια που χρησιμοποιούνται ως παγίδες στην αλιεία