QUESTIONS D'HISTOIRE ET DE LINGUISTIQUE (continued 2)
Reading edition
Για την ώρα βλέπουμε πολύ φανερά με τι τρόπο μεταμορφώνει ο λαός τους αρχαίους τύπους που μαθαίνει στο σκολειό. Μια τέτοια μεταμόρφωση έχει μάλιστα δικούς της ιδιαίτερους νόμους, και θα είταν περίεργο γλωσσολογικό ζήτημα, να μπορούσε κανείς να βάλη αφτούς τους νόμους με τη σειρά τους. Όποιος το κάμη θα μάθη κάμποσα. Πρώτα θαπαντήση τύπους στη γλώσσα μας που δεν τους έχει καμιά άλλη γλώσσα, Θακούση το λαό κάπου να λέη ζωμί και κάπου ζουμός . Γιατί; Γιατί θελήσαμε να του μάθουμε τη λέξη ζωμός αντίς το ζουμί που έλεγε. Άμα το ω έγινε ο, ο τύπος ζωμός δεν μπορεί να είναι πια σήμερα τύπος σωστός, κι ο λόγιος ο ίδιος που λέει ζωμός, ορθά δεν το λέει, αφού και κείνος δε βάζει πια ω μέγα, μόνο προφέρνει όμικρο . Τούτο τόμικρο όμως είταν ανάγκη να γίνη ου, σαν που το δείξαμε πιο απάνω (σελ 109,3)· με τέτοιο τρόπο είπε ο λαός ζουμί . Είναι λοιπό δυο κανονικοί τύποι, ο τύπος ζωμός με ω και μ' οξεία για την αρχαία, ο τύπος ζουμί με ου και χωρίς οξεία για τη νεοελληνική. Ανακάτωσαν όμως τους δυο τύπους, και μπέρδεψαν τις δυο γλώσσες τη μια με την άλλη, την αρχαία και τη νέα· τότες φάνηκε ένας τύπος που είναι λάθος και στην αρχαία και στη νέα, ο τύπος ζωμί . Το λάθος μας τόφερε το σκολειό· το χρωστούμε στο σκολειό. Ο λαός που έλεγε ήσυχα τον κανονικό του τύπο ζουμί , άκουσε να το λεν άλλοι ζωμός · είπε αμέσως και κείνος ένα, ο, ζομός {59}, ή άφησε το ου και πήρε την κατάληξη -ος, ζουμός . Δε μας είναι φυσικό, πάει να πη δεν είναι κανονικό να λέμε σήμερα ζωμός για τούτο φτειάνουμε τέτοιους τύπους. Ό τι δεν είναι φυσικό, ό τι δεν είναι κανονικό, είναι αδύνατο να το μάθη κανείς σωστά, αφού σωστό δεν είναι. Μπορούσα να σας αναφέρω πολλά τέτοια τέρατα και σύναξα κάμποσους ανώμαλους τύπους σαν το ζουμός και μάλιστα πολύ πιο περίεργους, ητοίμασε αντίς ετοίμασον, την αμάξη και χίλια άλλα. Όλοι αφτοί οι τύποι έχουν την ίδια αρχή· έρχουνται από την καθαρέβουσα. Αν αφίναμε το λαό να μιλήση τη γλώσσα του, δε θα τους ακούγαμε ποτές. Με το σύστημα τούτο δε φέρνουμε πίσω την αρχαία· χαλνούμε την αρχαία και τη νέα. Κ' έτσι θα είναι πάντα.
Για το γλωσσολόγο όμως, αφτό το σύστημα έχει τα καλά του. Του δίνει αφορμή να μελετήση κάμποσα σπάνια γλωσσικά φαινόμενα, θα διή κι άλλα πολλά, που θα του δείξουν πώς λίγο λίγο μορφώθηκε η γλώσσα μας. Η γλώσσα του λαού δε χαλνά πάντα τους αρχαίους τύπους που της μαθαίνει το σκολειό· συχνά κανονίζει την καθαρέβουσα, την ξανασιάζει, την αλλάζει με το ίδιο σύστημα που ακουλούθησε, είναι τώρα χρόνια και καιρός, για ναλλάξη την αρχαία. Ξαναρχίζει κάθε μέρα τον ίδιο κόπο, γιατί όσες αλλαγές έτυχε να γίνουν, είχαν τον ιστορικό τους λόγο κι αφτός ο λόγος δε χάθηκε ακόμη· πάντα υπάρχει. Με τους ίδιους φωνολογικούς νόμους ξαναφτειάνει ο λαός τους ίδιους δημοτικούς τύπους.
Παραδείματος χάρη, είναι σ' όλους γνωστό που δυο ο, το ένα κοντά στάλλο, είναι σαν ένα μόνο ο στην προφορά. Μα πώς έγινε τέτοιο πράμα; Με μιας έγινε; Τάτονα και τα τονισμένα ο μήπως πήραν όλα τον ίδιο δρόμο στην ίδια εποχή; Όχι βέβαια! Πρώτα συναιρέθηκαν τάτονα ο· τότες μόνο άρχισαν και πρόφεραν ένα ο τονισμένο κ' ένα άτονο ο κατόπι από το τονισμένο, σα σκέττο ο . Κι από πού βλέπουμε που αλήθεια έτσι έγινε το πράμα: Μας το δείχτει η καθαρέβουσα. Η λέξη πρόοδος κ' η λέξη προοδεύω δημοτικές δεν είναι, ωςτόσο σήμερα κατάντησαν, μπορεί να πούμε, κοινή συνήθεια· και τις δυό τις ξέρει ή τουλάχιστο θα τις καταλάβη όλος ο κόσμος. Παρατηρήστε τώρα με τι τρόπο και σεις οι ίδιοι θα προφέρετε τη μια και την άλλη λέξη. Άμα δεν προσέξετε, θα πήτε όλοι σας προδεύω . μα λέτε ακόμη και σήμερα πρόοδο , με δυο ο . Έχουμε λοιπό δυο τύπους, το ρήμα προδεύω, εις, ει κτλ. και το κοινό όνομα η πρόοδο, της πρόοδος κτλ. Πήραμε τον ίδιο δρόμο που πήρε πρώτα κ' η γλώσσα. Το παράδειμα τούτο είναι σπουδαίο· εκεί που δεν έχουμε κείμενα να καταλάβουμε πώς έγινε μια αλλαγή, με τι τρόπο και με τι σειρά μετατράπηκαν τα γλωσσικά φαινόμενα, φτάνει να μελετήσουμε τη ζωντανή τη γλώσσα και να διούμε πώς αλλάζει τους μαθημένους τύπους· αμέσως βλέπουμε πώς άλλαξε όλη η γλώσσα κ' έτσι φωτίζεται η μεσαιωνική μας γραμματική. Τότες μας έρχεται πιο έφκολο να καταλάβουμε γιατί ο τύπος ζώο {60} είναι κοινός και γιατί δε λεν όλοι το ζω, του ζού, τα ζω , με την ίδια συνήθεια κ' εφκολία που λεν πατέρας. του πατέρα, τους πατέρες . Το ρήμα σπρώχτω (=εισπροωθώ) είναι κοινό, γιατί τα δυο άτονα ο μπόρεσαν αμέσως κ' έγιναν ο απλό. Μα ο τύπος το ζω δε βρίσκεται παρά στα χωριά· δεν κατάντησε γενικός. Η κοινή γλώσσα άργησε κι ακόμη αργεί να τον παραδεχτή. Ίσια ίσια γιατί ο τύπος ζώο είχε τόνο στο πρώτο το ο (ω)· για τούτο φάνηκε ο συνηρημένος τύπος ύστερις από τους άλλους, που είχανε δυο άτονα ο , με τη σειρά, ή που έβαζαν τόνο μόνο στο δέφτερο ο _ ή στο δέφτερο φωνήεντο, γιατί ο νόμος είναι ο ίδιος για όλα τα φωνήεντα (πρβλ. διγούμαι και διήγημα κτλ. Πιο έφκολα θα πούνε δηγούμαι παρά δήγημα, που ωςτόσο κι αφτό αρχίζουνε και το λένε). Ισως μερικοί νομίζουν, ίσως μάλιστα και σας είπαν που δεν αγαπώ την καθαρέβουσα. Πόσο μ' αδικούν! πόσο με κατηγορούν! Είδετε τώρα πόσο αψηλά ξεναντίας ανεβάζω την καθαρέβουσα, αφού προσπαθώ να σας δείξω τι πολύτιμη μπορεί να είναι η σπουδή της και για τα ιστορικά προβλήματα που αγαπά σήμερα η επιστήμη.
Σας αρέσουν αφτά τα προβλήματα και σας, αξιότιμοι Κύριοι. Ποιος έδωσε πιώτερη προσοχή από σας στα μνημεία, στη μελέτη της νεοελληνικής; Έχετε μέσα στο Σύλλογό σας τόσα γερά και φρόνιμα κεφάλια, τόσους σοφούς, που δεν ξέρει κανείς ποιόνα να πρωτοπή. Ιστορία, γλωσσολογία, ποίηση, τέχνη, αρχαιολογία, φυσική, χυμία, αστρονομία, ξένες γλώσσες, περσικά, ρουσσικά, αραβικά, λατινικά, ηθική και παιδαγωγία, δεν είναι ζήτημα που να μην ξετάζετε και που να μη βρέθηκε ένας από σας να φανή πρώτος. Αφτό θα πουν όσοι διάβασαν τους τόσους τόμους που δημοσιέψετε ίσια με σήμερα. Τις σοφές σας μελέτες τις παρατήρησε πολύ κι απόρησε με την ποικιλία τους και με το σοβαρό τους χαραχτήρα η δική μας η Association pour l'encouragement des études grecques en France. Με παράγγειλε να σας πω πόση συμπάθεια έχει για το Σύλλογο. Για να σας το δείξη, σας έδωσε βραβείο. Ένα μάλιστα παρατήρησε η επιτροπή μας, θέλω να πω τον πόθο και τη φροντίδα σας να μαζώνετε κείμενα δημοτικά. Αφτή είναι η μεγάλη και σοβαρή δουλειά· τέτοιο έργο θέλησε και κείνη να το παινέση. Και τούτος ο λόγος μου ίσια ίσια με κάμνει τώρα να σας μιλήσω για τάλλα δυο ζητήματα που ήθελα να μελετήσουμε σήμερα μαζί, — ένα λεξικό και μια γραμματική.
Φαντάζουμαι, τώρα που μιλώ στο Σύλλογο μπροστά, που μιλώ μπροστά σε καμιά Ακαδημία. Και δεν έχω δίκιο; Δεν είστε μια ελληνική Ακαδημία; Τέτοιος τίτλος είναι τιμή σας. Είναι όμως και βάρος. Ό τι κάμνουν αλλού Ακαδημίες, πρέπει εσείς εδώ να το κάμετε μοναχοί σας. Το πρώτο έργο μιας Ακαδημίας είναι να βγάλη Γραμματική και Λεξικό, ή τουλάχιστο να διορίση να γίνουν τέτοια βιβλία κ' ίδια να τα προτοιμάση. Δεν έχω ανάγκη να σας πω με τι τρόπο πρέπει να γίνουν. Το ξέρετε χωρίς να σας το μάθη κανείς, κι αν είχα να σας μιλήσω για τέτοια εργασία, δε θα μ' έφτανε η λίγη ώρα που μπορώ να καθήσω μαζί σας. Μια σύντομη γραμματική της κοινής μας γλώσσας είναι το πιο χρήσιμο και το πιο αναγκαίο βιβλίο που μπορεί να γραφή σήμερα. Στην Εβρώπη τέτοια βιβλία διδάσκουνται στα σκολειά. Κάθε λαός μαθαίνει να διαβάζη και να γράφη τη γλώσσα που μιλεί· μαθαίνει και την ιστορία της. Αν έπρεπε ή στην Ιταλία, ή στη Γερμανία, ή στη Γαλλία, να σπουδάζουν τα παιδιά μόνο τις αρχαίες γλώσσες, σε λίγο καιρό δε θα ήξερε πια κανείς τη ζωντανή τη γλώσσα· δε θα ήξερε όμως και τις αρχαίες, γιατί το κάθε πράμα γίνεται στον κόσμο με την ώρα του. Για να ξέρη, κανείς καλά μια γλώσσα που δε μιλιέται, χρειάζουνται ανύπαρχτα περιστατικά· πρέπει να γεννηθή στον καιρό που μιλιούνταν ακόμη αφτή η γλώσσα. Αλλιώς, εκεί που πάει να μιλήση αρχαία, ο νους του, που πια αρχαίος δεν είναι, παίρνει άλλη σειρά, έχει άλλες ιδέες, και πώς θέλετε να ταιριάξουν παλιές φορεσιές με πρόσωπα καινούρια; Οι χιτώνες κ' οι χλαμύδες είναι πολύ ωραία ρούχα· στοχαστήτε όμως να μας έβλεπε σήμερα κανείς στο Συνέδριο όλους ασπροντυμένους και ξυπόλυτους. Θα του έρχουνταν κάπως παράξενο. Η γλώσσα και κείνη είναι σαν το χιτώνα και τη χλαμύδα· δεν το βλέπει κανείς αμέσως, γιατί δε φαίνεται η χλαμύδα η δική μας, και τη φορούμε στο κεφάλι μέσα· μα λιγώτερο παράξενη φορεσιά δεν είναι. Ο άθρωπος δεν μπορεί να γίνη διαφορετικός απ' ό τι είναι. Είναι όπως τον έκαμαν τα χρόνια που γεννήθηκε. Η ψυχική του ενέργεια αλλάζει αδιάκοπα· τα γλωσσικά του όργανα παίρνουν άλλες συνήθειες. Παλιό τυπικό μαζί με καινούριες ιδέες να παν πλάγι πλάγι, είναι μόνο και μόνο μπερδεμός για το τυπικό, χαμός για τις ιδέες.
Έργο πολύ πιο σπουδαίο θα είταν, αν μπορούσε να γίνη όχι μόνο μια Γραμματική σύντομη, αλλά και καμιά Γενική ιστορική Γραμματική της γραικικής. Για τέτοιο έργο δεν έχουμε όμως ακόμη το υλικό που μας χρειάζεται. Έπρεπε πρώτα να ξέρουμε καλά τη μεσαιωνική ιστορία της γλώσσας, έπειτα να μαζωχτούν από κάθε χωριό ή τουλάχιστο από κάθε χώρα, μονογραφίες και σύντομες γραμματικές που να μας μάθουν τη φωνολογία, το τυπικό, τη σύνταξη κάθε χωριού και κάθε χώρας. Ο μόνος που έκαμε ίσια με σήμερα τέτοια γραμματική μονογραφία είναι ο κ. Μορόζης{61}. Κάθε έπαινο αξίζει το βιβλίο του. Είταν κατόρθωμα πολύ δύσκολο, Για να πιάση κανείς τέτοια δουλειά, πρέπει φυσικά όχι μόνο να γνωρίζη τέλεια την αρχαία γλώσσα — εννοώ να τη γνωρίζη όχι σαν που τη μαθαίνει κάθε άθρωπος στο σκολειό, μα να τη σπουδάξη δυο τρία χρόνια στα πανεπιστήμια της Εβρώπης· — πρέπει να σπούδαξε και γλωσσολογία. Πρέπει να κάμη αφτή τη σπουδή έργο ζωής και να ξέρη όσα λεν, όσα γράφουν οι γλωσσολόγοι κ' οι νεογλωσσολόγοι στην Εβρώπη. Δεν είναι μεγαλήτερος κόπος και πιο δύσκολη τέχνη, παρά να μπορέση κανείς να μελετήση μια γλώσσα ζωντανή, ας πούμε γλώσσα ενός χωριού, ή ό τι χωρικά κι αν είναι. Να βγη κανείς στο ταξίδι με το χαρτί στο χέρι, δεν κατώρθωσε τίποτις, κι όσοι έπιασαν τη δουλειά με τέτοιο σύστημα, χωρίς να σπουδάξουν πρώτα καμιά δεκαριά χρόνια το λίγο λίγο, έχασαν την ώρα τους. Χρειάζεται προτοιμασία και γύμναση ιδιαίτερη. Μια μέρα οι χωρικές γλώσσες θα γίνουν η βάση της γλωσσολογίας. Τι σημασία έχει τέτοια σπουδή, το ξέρετε. Στα χωριά άρχισαν όλες οι γλώσσες να μιλιούνται κι από κει βγήκαν οι πιο περίφημες. Από τα διάφορα χωριά, όταν τα συγκρίνουμε το ένα με τάλλο, είναι που θα διούμε πώς μορφώνουνται, πώς γεννιούνται, πώς λίγο λίγο ξαπλώνουνται, πώς καταντούν οι γλώσσες να είναι γενικές κι από πόσα στάδια πέρασε ένας τύπος, προτού να φτάξη στο βαθμό που βλέπουμε να βρίσκεται τώρα. Δεν έχω ανάγκη να σας πω που η αττική, σαν που την ξέρουμε σήμερα και σαν που την έγραψαν, είταν κοινή γλώσσα. Γεννήθηκε όμως στα χωριά και τα διάφορα χωρικά (patois). που μιλιούνταν τότες στην Αττική, συγκεντρώθηκαν, ενώθηκαν κ' έγιναν ύστερα γλώσσα του Ξενοφώντα. Για τούτο η αττική έχει τόσες ανωμαλίες· οι κοινές γλώσσες είναι πάντα ανώμαλες, γιατί παίρνουν από το ένα χωριό κι από τάλλο, κ' έτσι μορφώνουνται. Σε κάθε χωριό μιλούν παστρικά τη γλώσσα που μιλούν, κ' ένας φωνολογικός ή μορφολογικός νόμος δεν έχει ποτές εξαίρεση καμιά. Πάντα τον προσέχουν· οι κοινές γλώσσες είναι γεμάτες εξαίρεσες, γιατί ανακάτωσαν τη γλώσσα του ενός και του άλλου χωρίου. Συχνά όμως δυο χωριά που ανακατώνουνται με τέτοιο τρόπο, έχουν όλους διόλου αντίθετους φωνολογικούς νόμους και γραμματολογικό σύστημα που διαφέρει από τη μια άκρη στην άλλη. Αν είταν η επιστήμη πιο προχωρημένη σε κείνα τα χρόνια, οι Αθηναίοι θα σπούδαζαν τα ιδιωτικά κάθε χωρίου, θα πρόσεχαν τα χωρικά που είταν τότες στην Αττική και θα μας έσωζαν τη γραμματική τους. Τέτοιο βιβλίο θάξιζε Ξενοφώντα.
Δεν καταλάβαιναν τότες ακόμη τι σημαίνει τέτοια μελέτη. Και σήμερα μόλις το μάθαμε. Δε φτάνει νάχη κανείς ψηφιά όσα χρειάζουνται και ξεχωριστά σημεία με πολύπλοκο αρφάβητο, για να σημειώση τον κάθε φτόγγο που θακούση· πρέπει ταφτί του να προσέχη και νακούη καλά. Πολύ λίγοι ξέρουν τόντις με τι τρόπο μιλούν και μόλις παρατηρούν οι ίδιοι τους τύπους που συνηθίζουν και λεν. Πόσους άκουσα να με πούνε για καμιά λέξη που τους έλεγα — «Ουδέποτε λέγεται ούτως!» Περνούσε μια στιγμή, και κει που δεν πρόσεχαν, οι ίδιοι έλεγαν τη λέξη σαν που τους την είχα μάθει. Πόσες φορές έτυχε να με πη κανένας φίλος «Ουδείς συνηθίζει να προφέρη όλους διόλου· όλοι το λέγουσι με ω». Ωςτόσο κι ο φίλος μου πρόφερνε όλους διόλου χωρίς ο ίδιος να το ξέρη. Αφτό το περίεργο φαινόμενο το βλέπουμε κι αλλού. Όσο δε γράφηκε μια γλώσσα ίσια σαν που λαλιέται, όσο δεν είδε κανείς τις λέξες τυπωμένες στο χαρτί, δεν μπορεί να τις θυμηθή. Δεν του φαίνουνται ορθές και για τούτο μήτε πιστέβει πως υπάρχουν. Μπορούσα πολλά να σας πω για τις δυσκολίες που θαπαντήση κανείς σε μια τέτοια μελέτη· είναι τόσο πολλές, που έπρεπε να γραφή ένας τόμος ολάκαιρος για να δείξη με τι τρόπο καταντά δυνατό να συνάξουμε τούς διάφορους τύπους, να σημειώσουμε τα «πτερόεντα έπεα» του Λαού. Φτάνει ένας νέος ναρχίση να μάθη επιστήμη και το βλέπει αμέσως. Να συνάζη κανείς τραγούδια και παραμύθια πολύ πιο έφκολο δεν είναι. Νομίζει ο καθένας που μπορεί να το κάμη. Είναι λάθος. Πρέπει πρώτα να μελετήση πολλά άλλα πράματα και πρώτα απ' όλα τη γλώσσα μας. Ως τώρα δεν έγινε καμιά τέτοια συλλογή που νάχη καμιά φωνολογική αξία. Ο Σύλλογος, που ξέρει τι θα πη σοβαρή μελέτη, θα θελήση μάλιστα να μορφώση μερικούς νέους, για να καταλάβουν τι είναι μια τέτοια δουλειά. Θα μας στείλη δυο τρεις νέους στην Εβρώπη. Πολύ έφκολα μπορούμε στο Παρίσι — θα είναι βέβαια το ίδιο και στη Γερμανία — να δίνουμε σημείωση στο Σύλλογο για τον τρόπο που θα σπουδάζουν οι νέοι, για τον πόθο τους και την προκοπή τους. Παρατήρησαν — το παρατήρησα και γω στην παράδοση μου — που ποτές κανένας Γραικός δεν πάει νακούση μαθήματα, άμα γίνεται λόγος σ' ένα μάθημα για τη μεσαιωνική και τη σημερνή ιστορία και γραμματική της γλώσσας μας. Θαρρεί που τέτοιο μάθημα δεν τόχει ανάγκη. Ο Γραικός αγαπά να πιστέβη πως τα ξέρει όλα, και μάλιστα που ξέρει τα γραικικά. Μήτε στοχάζεται που μπορεί να μην τα ξέρη. Στα μαθήματά μας έρχουνται Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί· Γραικούς δεν είδα. Είναι κακό πράμα· δεν είναι πολύ και για τιμή μας. Είμαι βέβαιος που ο Σύλλογος θα το διορθώση.
Ο σκοπός είναι να μάθουμε τη γλώσσα μας. Έρχουνται πολλοί νέοι στο Παρίσι και σπουδάζουν ο ένας νομικά, ο άλλος γιατρική· μηχανικοί και μάλιστα δικηγόροι θέλουνε να γίνουν όλοι. Δε φτάνει. Ας σπουδάξουν πού και πού λίγη γλωσσολογία. Αφτή είναι ή βάσιμη σπουδή· με τη γλωσσολογία φωτίζεται και κάθε άλλη επιστήμη, αφού ένα έθνος πρέπει πρώτα πρώτα νάχη μια γλώσσα δική του, για να καλλιεργήση κάθε τέχνη. Να σας πω όλη την αλήθεια, πολύ λυπούμαι — ίσως μάλιστα και ντρέπουμαι — που δε βλέπω ποτές στο μάθημα μου κανένα γραικόπαιδο. Αφιέρωσα τη ζωή μου στη μελέτη της εθνικής μας γλώσσας. Είναι καλό οι νέοι μας να το ξέρουν. Αντίς να λεν κάθε ώρα· «Η γλώσσα, μας δε γράφεται· είναι ακανόνιστη και πρόστυχη· δεν έχουμε γλώσσα», θα είταν πολύ πιο φρόνιμο και θα ταίριαζε παραπάνω νακούσουν πρώτα τι λένε γι' αφτό το ζήτημα όσοι τόκαμαν έργο ζωής, κ' ίσως κάτι νοιώθουν και κείνοι.
Ένας γλωσσολογικός χάρτης της γραικικής θα γίνη με το σύστημα που είπαμε, όταν πιάση κανείς και συνάξη όλα τα χωρικά. Τη βορεινή και μεσηβρινή Γαλλία την ξεχωρίζει ένας ποταμός, κ' έτσι βλέπουμε απάνω κάτω τα φυσικά σύνορα της βορεινής και της μεσημβρινής γαλλικής. Ο λόγος είναι να βρούμε τέτοια γλωσσολογικά σύνορα και για την Ελλάδα, να βάλουμε χωριστά κάθε γλωσσικό σύστημα. Όση διαφορά έχουν οι νεολατινικές γλώσσες αναμεταξύ τους, τόση διαφορά κι ακόμη μεγαλήτερη θαπαντήσουμε στην Ελλάδα. Ίσως ο τονισμός θα μας δώση το σωστό γνώρισμα και θα διακρίνει τη μια γλωσσική χώρα από την άλλη. Συμπεραίνω ο τονισμός της οξείας που λέγαμε, να μη χάθηκε παντού στην ίδια εποχή. Μπορεί και σήμερα να σώζεται πουθενά. — Εκεί που έμεινε πιώτερο καιρό, θακούγεται και σήμερα διαφορετική προφορά και θα βρίσκουνται τύποι που αλλού δεν μπορεί να βρεθούνε.
Με τη γενική γραμματική θα καταλάβουμε καλά και την κοινή γλώσσα. Είπαμε που κάθε κοινή γλώσσα είναι ανώμαλη. Η αττική είχε τους τύπους πονέσω, καλέσω κοντά στους τύπους φιλήσω, πολεμήσω κι άλλους τέτοιους, γιατί η αρχαία είχε ανακατώσει το ένα με τάλλο τα διάφορα συστήματά της — έω-ω συζυγίας. Με τον ίδιο τρόπο κ' η σημερνή μας η κοινή γλώσσα συνηθίζει τύπους αντίθετους. Όλος ο κόσμος θα πη εγώ· ωςτόσο παντού παραδέχουνται τους τύπους λέμε, λέτε, λεν. Κατάντησαν τύποι γενικοί κι από κάθε άθρωπο μπορεί να τους ακούσετε. Δεν είναι όμως σωστό να βρίσκουνται τέτοιοι τύποι στο ίδιο στόμα· όποιος ξέρει το λέμε, έπρεπε να ξέρη και το έώ αντίς εγώ· όποιος πάλε θα πη εγώ, έπρεπε νάχη πρώτο, δέφτεοο και τρίτο πληθυντικό πρόσωπο λέγουμε, λέγετε, λέγoυv. Oι τύποι λέμε, λεν άρχισαν από το δέφτερο πρόσωπο του πληθυντικού λέγετε· με τους φωνολογικούς νόμους, δεν μπορεί κανείς να συλλογιστή μήτε μια στιγμή που το λέγαμε και λέγουν έγιναν κατεφτείας λεν και λέμε. Πρώτα το λέγετε γίνεται λέετε και τότες μόνο μπορεί να γίνη λέτε. Άμα όμως έχουμε τον τύπο λέτε, καταλαβαίνουμε τους άλλους· το λέτε κλίνεται φυσικά_λέ-ω, λε- ς, λέ- ει_ (τύπος της κοινής· ο τύπος λε είναι συνηρημένος), λέ-με, λέ-ν· η ρίζα του λέμε γίνεται τότες λέ-· με την κατάληξη -ω, -ις, - ει, -με, -τε, -ν, ο ενεστώτας δεν μπορεί να καταντήση παρά στο λέμε κτλ. Μα ένας τύπος λέτε μπορεί μόνο να φανή σε μια χώρα που δε θέλει γ μέσα σε δυο φωνήεντα, σ' ενα χωριό που ο καθένας θα πη _εώ, λόος, λαός, (λαγός), αώρι, άουρος, αελάδα, και μάλιστα ακούω, κλαίω, καίω, κτλ. κτλ. Εκεί που λεν εγώ, θα πουν αγελάδα, άγουρος, αγώρι, λαγός, λόγος, και μάλιστα λαγός (λαός), ναγός (ναός), Θεγός (Θεός), ακούγω, κλαίγω, καίγω, γιατί πάντα μέσα σε δυο φωνήεντα θακουστή και το γ. Βλέπετε όμως που είναι δυο φωνολογικά συστήματα όλους διόλου διαφορετικά· ένα σύστημα η αντωνυμία εγώ, άλλο σύστημα το ρήμα λέμε κτλ. Η κοινή γλώσσα πήρε τύπους κι από τα δυo συστήματα — τάχει ανακατωμένα και τα δυo· αν πάτε στα χωριά, θα διήτε το κάθε σύστημα στον τόπο του. Απαραίτητα κι ακάματα, εκεί που λεν εώ, θα πουν άουρος· εκεί που λεν εγώ , άλλο δε θακούσετε παρά άγουρος {62}. Οι μόνες ορθές, θέλω να πω οι μόνες κανονικές γλώσσες είναι οι χωρικές, είναι τα χωρικά (patois). Στα χωριά, μήτε οι φωνολογικοί μήτε οι αναλογικοί νόμοι γνωρίζουν από εξαίρεση. Στις αρχαίες γλώσσες, μας φαίνεται κάποτες που αφτοί οι φωνολογικοί νόμοι δεν έχουν πολλή σταθερότητα, και μερικοί γλωσσολόγοι στην Εβρώπη θα σας πουν που δυο τύποι αντίθετοι βρίσκουνται στην ίδια γλώσσα. Ξεχνούν όμως που ξέρουμε μόνο την κοινή την αρχαία· αν ξέραμε τα χωρικά κείνης της εποχής, θα βλέπαμε που ένας νόμος φωνολογικός και στις αρχαίες τις γλώσσες δε σαλέβει. Είναι αλήθεια που πρέπει κανείς νάχη πολλή μέθοδο για τέτοια μελέτη· άξαφνα σ' ένα χωριό θακούση έναν άθρωπο να πη εώ , κ' έναν άλλο να πη άγουρος . Μάλιστα μπορεί ο ίδιος χωρικός κάπου να πη εγώ , κάπου εώ _. Για τούτο πολλοί χωρικοί, όταν τους ρωτήξετε για καμιά λέξη, σας απαντούν «Κ' έτσι τη λεν κ' έτσι» — Είναι λάθος. Οι νέοι που συνάζουν τύπους με τέτοια ιδέα και νομίζουν τόντις που η γλώσσα του χωριού έχει δυο τύπους διαφορετικούς για να πη το ίδιο πράμα, θα κάμουν πολύ πιο φρόνιμα να παρατήσουν τη δουλειά, γιατί η δουλειά τους δε θαξίζη. Όταν καταλάβη κανείς το γραμματικό σύστημα ενός χωριού, θα διή αμέσως που τέτοια διγλωσσία δεν υπάρχει και που είναι πάντα μόνο ένας κανονικός τύπος. Ο σκοπός είναι ίσια ίσια να διακρίνη ποιος από τους δυο είναι ο ντόπιος τύπος και ποιος είναι ο ξένος. Άμα κάμη αφτή τη σημαντική διάκριση, θα καταλάβη που ένας από τους δυο τύπους είναι ο σωστός και που ο άλλος είναι μαθημένος απ' αλλού{63}. Άμα είναι έτσι, κ' η γλώσσα του χωρικού δεν είναι πια χωρική γλώσσα· καταντά και κείνη γλώσσα κοινή.
Ώςπου να γίνη για τα διάφορα χωρικά που μιλιούνται σήμερα ένας γενικός κατάλογος, ώςπου να φανή τέτοιο βιβλίο — τέτοιο μνημείο! — χρειάζουνται χρόνια και χρόνια. Πρέπει κανείς να πάρη κάθε τύπο της αρχαίας, να διή τι έγινε στο μεσαιώνα, έπειτα να μάθη πώς μεταμορφώνεται ο ίδιος τύπος σ' όλη την Ελλάδα· θα μας ξηγήση και τον αρχαίο τον τύπο κι όλους τους καινούριους με τη σειρά τους. Έτσι θα βλέπουμε όλη την ιστορική σειρά της ελληνικής από τα παλιά τα χρόνια ίσια με την ώρα που μιλούμε. Τέτοιο έργο μπορεί νανάψη νέων καρδιές και κεφάλια. Είναι μια χαρά να φανή κανείς πρώτος στην επιστήμη και να κάμη πράμα που δεν τόκαμε κανένας πριν. Πρέπει να ξεπεράση όσους έγραψαν, όσους μελέτησαν τη γλώσσα. Ο πατριωτισμός θα του δώση δύναμη, πόθο και φωτιά. Δε θάχη πρόληψη καμιά. Δε θα γυρέβη στη γλώσσα μας διορισμούς ή ωγύγιους τύπους. Θα θέλη να ξέρη μόνο την αλήθεια, γιατί η αλήθεια βγαίνει πάντοτες ωραιότερη από κάθε φαντασία, όσο νόστιμη κι αν είναι η φαντασία. Χάρη στην αλήθεια, βλέπουμε και στην ψυχή μας μέσα και στων αλλωνών την ψυχή.
Σε καμιά εκατοστή χρόνια — μπορεί και παραπάνω! — ίσως βρεθή και για τη γλώσσα μας κανένας Diez, κανένας Bopp ή κανένας Grimm, ας είναι και κανένας Vuk Stefanowitch. Για την ώρα, ας κάμουνε τη μικρή σύντομη γραμματική που σας έλεγα. Πόσους θαρέση, ένα τέτοιο βιβλιαράκι! Όσοι καταφρονούν τη γλώσσα μας — αν είναι και τέτοιοι — θα χαρούν και κείνοι, γιατί τουλάχιστο θα μάθουν τι είναι αφτή η γλώσσα που καταφρονούν και δε θα την κατηγορούν πια χωρίς να την ξέρουν. Ο λόγος είναι να πάρη κανείς τους κοινούς τύπους και να τους βάλη όλους με τη σειρά τους. Τον πατέρα, τον έχει κάθε τόπος όνομα ξεχωριστό· ο ένας θα πη πατέρας, ο άλλος κύρης, τσύρης, φέντης, αφέντης, αφές, μπαμπάς {64}. Ο κοινός τύπος που κάθε Γραικός θα καταλάβη και θα μπορέση να πη είναι ο τύπος πατέρας , ίσια ίσια γιατί είναι τύπος της κοινής συνήθειας. Το ίδιο και με την κλίση· τα ουσιαστικά μέρα, μέρας, γλώσσα, γλώσσας, λόγος, λόγου, λόγοι, λόγους, δώρο, δώρου, πράμα, παιδί, πατέρας, ράχη, ράχης, τάρθρο, οι αντωνυμίες, τα ρήματα, τα επίθετα, κλίνουνται παντού με τον ίδιο τρόπο κ' έχουν τύπους κοινούς που τους ξέρει ο καθένας{65}. Είταν πρώτα συνήθεια να γράφουνται τέτοια βιβλία. Στα χίλια πεντακόσια τριάντα ο Σοφιανός έκαμε μια πολύ καλή γραμματική της γλώσσας μας· στα χίλια εξακόσια τριάντα οχτώ έβγαζε ο Πόρτιος τη δική του Γραμματική της ρωμαϊκής γλώσσας και την αφιέρωνε στον Καρδινάλε Λούκα του Ριχελίου. Δεν πρέπει να κοπή μια τέτοια σειρά. Ας κάμουν άλλοι άλλες. Δεν μπορούμε πια ναφιερώσουμε βιβλία στο Δούκα του Ριχελίου· ταφιερώνουμε στο έθνος που τάχει πιώτερη ανάγκη. Του Πόρτιου η Γραμματική, αν τη διορθώσουμε πού και πού, μπορεί και σήμερα να φανή χρήσιμη και να την έχη ο καθένας για πρόχερο οδηγό. Πόσο ήθελα και τι καλό θα είτανε να γράφουνταν καμιά τέτοια γραμματική και σ' αφτή μας τη γλώσσα! Τον περασμένο χειμώνα ο κ. Wilhem Meyer, καθηγητής στη Γένα, που για μεγάλη μου τιμή στάθηκε μαθητής μου και που είναι ένας από τους πιο γνωστούς γλωσσολόγους της Γερμανίας και τόντις μάστορης στα νεολατινικά, ξανατυπώνει του Πόρτιου τη Γραμματική με σκόλια και σημειώματα. Τα σημειώματα θα είναι σα μια άλλη Γραμματική. Τον είχα βάλει να κάμη και την έγδοση και τα σκόλια. Μα ξέρετε που ο Πόρτιος έγραψε τη γραμματική του στη λατινική γλώσσα· θα είταν καλό να τη μετάφραζε κανένας γραικικά, για να ξέρουμε και μεις τι γράφουνται για τη γλώσσα μας. Του Πόρτιου το πρωτότυπο βιβλίο είναι δυσέβρετο. Ο Δουκάγγης πήρε τη Γραμματική του Πόρτιου και την τύπωσε στην Εισαγωγή του Λεξικού του· μ' αφτό δεν έγινε όμως λιγώτερο σπάνια, γιατί ο Δουκάγγης ο ίδιος είναι σπάνιος, κοστίζει ακριβά και δε βρίσκεται στα χέρια του καθενός.
Τόνομα του Δουκάγγη είναι καημός μου και χαρά μου. Είναι χαρά μου, γιατί πολύ με χρησιμέβει το Λεξικό του. Είναι όμως και καημός μου. Όσο το βλέπω, λυπούμαι που δε βγαίνει σήμερα κανείς να μας ξαναδώση έναν άλλο Δουκάγγη — Ή να φανή και καλήτερος από το Δουκάγγη. Την ύλη την έχει. Έχει πρώτα πρώτα τον ίδιο το Δουκάγγη. Έγιναν από τότες, κι ακόμη πριν, πολλά γλωσσάρια. Του Σοφοκλή το Λεξικό είναι βέβαια το πιο σπουδαίο απ' όλα και τιμά τη γραικική επιστήμη. Είναι και του Πόρτιου, του Μέρσιου, του Σομαβέρα· είναι τα διάφορα ιδιωτικά γλωσσάρια που βρίσκουνται σκορπισμένα ή σε γλωσσολογικές μελέτες ή σε συλλογές. Ο λόγος είναι να τα μαζώξη κανείς και να τα βάλη όλα σ' ένα σώμα. Πρέπει πολλοί σοφοί μαζί ναρχίσουν τη δουλειά, για να καταφέρουν τέτοιο έργο. Ένας δε φτάνει. Χρειάζεται νακολουθήση κανείς κ' ένα σύστημα μεθοδικό. Για κάθε λέξη πρέπει να γίνη μελέτη ξεχωριστή. Θαρχίσουμε από την αρχαία. Θα διούμε τι σημασία είχε μια λέξη στην ομηρική ή στην κλασσική εποχή, πόσες διάφορες σημασίες πήρε κατόπι, ποια μέσα σ' όλες έμεινε και ποια σημασία χάθηκε, πώς λίγο λίγο έλαβε μια λέξη καινούριο χρωματισμό, τα στάδια από πού πέρασε και την ψυχολογική της σειρά ώςπου να καταντήση στη σημερνή της σημασία. Τότες βλέπουμε πόσες σημασίες έχει μια λέξη στις διάφορες γραικικές χώρες και ποια είναι η κοινή, η συνηθισμένη σημασία. Ο λεξικογράφος μας θαναφέρη τα κείμενα, τα μεσαιωνικά χερόγραφα, θα πη τον αριθμό του κώδικα, το φύλλο και την αράδα, θα κάμη ό τι δεν έκαμε ο ίδιος ο Δουκάγγης. Έτσι, σα με τη Γενική Γραμματική , θάχουμε έναν ιστορικό καθρέφτη όλης της ελληνικής, από την αρχαία ίσια με τώρα.
Συγκριτική σημασιολογία ή σημαντική μπορεί να γίνη μόνο με τα λεξικά· και μας χρειάζουνται λεξικά για να καταλάβουμε τα μεσαιωνικά κείμενα. Συχνά μας έρχεται δύσκολο ναποφασίσουμε αν η τάδε λέξη στα χίλια ή χίλια διακόσια έχει πάντα την αρχαία της σημασία ή αν πρέπει να της δώσουμε το νόημα που έχει σήμερα (πρβλ. το ρήμα πρόσεχε του Σπανία Α',2). Άμα διούμε ποια είναι η συνηθισμένη της και κοινή σημασία στα κείμενα της ίδιας εποχής, τότες βγαίνει αμέσως το νόημα. Θέλουμε όμως λεξικά, για να το μάθουμε γρήγορα και με μια ματιά. Τα μεσαιωνικά κείμενα θα μας δείξουν και σε ποια εποχή άρχισαν πολλές λέξες να γίνουνται ελληνικές από ξένες που είταν{66}. Κάθε γλώσσα πλουτίζει μ' άλλες γλώσσες και πληθαίνει το λεχτικό της. Για την αρχαία, δε θα μπορέση να μάθη κανείς από πού της ήρθαν κάτι ξένες λέξες, σαν άνθρωπος, Αθήναι κτλ. Το μόνο που μπόρεσε να πη με βεβαιότητα η σημερνή μας επιστήμη, είναι που οι λέξες άνθρωπος, Αθήναι και κάτι άλλα γεωγραφικά ονόματα, δε φαίνουνται ελληνικές λέξες. Ξένες λέξες και ρίζες είχαν κ' οι αρχαίοι· είναι μάλιστα πολύ πιθανό να τις είχαν από τα πιο παλιά τα χρόνια, γιατί κ' οι Έλληνες γνώρισαν ξένους λαούς, ξένα έθνη, είχαν εμπόριο με πολλούς ξένους, και πριν έρθουν ακόμη στην Εβρώπη, μπορεί στο δρόμο τους κάμποσα να μάζωξαν από δω κι από κει, μπορεί και στην Ελλάδα, που κάθησαν, κάμποσα να πήραν από τους πρώτους κάτοικους που νίκησαν οι προγόνοι μας. Δεν ξέρουμε όμως αρκετά τη γλώσσα τους για να προσδιορίσουμε, κάθε φορά που απαντούμε μέσα της κάτι παράξενες λέξες, τι είταν και τι δεν είταν ξένης παραγωγής. Θα μας είναι πολύ πιο έφκολο για τα γραικικά να βρούμε την αλήθεια και να ετυμολογήσουμε κάθε λέξη. Μπορεί κανείς για τα γραικικά να διακρίνη τρεις διάφορες εποχές, που πήρε λέξες η γλώσσα μας από άλλες γλώσσες και μάλιστα από λατινικές γλώσσες· α) τη ρωμαϊκή εποχή . Οι Ρωμαίοι μας έδωσαν τα ονόματα Γεννάρης, Φλεβάρης, Μάρτης, Απρίλης, Μάης, Γιούνης, Γιούλης κτλ., Κωσταντίνος, ακκουμπώ, πόρτα {67}· β') τη φράγκικη εποχή . Οι σταβροφορίες είσαξαν κάμποσα στη γλώσσα μας, και πρέπει να κάμουμε τμήμα ξεχωριστό γι' αφτή την περίοδο της ιστορίας μας· γ') τη μεταγενέστερη ή σημερνή εποχή . Για την γ' και τη β' εποχή χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Όταν πη κανείς για μια λέξη που είναι φράγκικη , είναι σα να μην έλεγε τίποτις. Η επιστήμη άλλο γυρέβει· θέλει να προσδιορίσουμε αν είναι η λέξη ιταλική, γαλλική ή ισπανική· έτσι μόνο θα μάθουμε περίεργα ιστορικά, θρησκευτικά, νομολογικά, πολιτικά διδόμενα, και θα καταλάβουμε τι φωνολογικούς νόμους έχουν και τα γραικικά κ' οι λατινικές γλώσσες, γιατί και κείνες θα φεληθούν κάμποσο απ' αφτή μας τη σπουδή. Τέτοια δουλειά δεν είδαμε να γίνη ακόμη{68}. Όπως φανή του καθενός, θα μας πη τη λέξη ιταλική ή γαλλική· καπότες θα μας τη βγάλη ισπανική, κάποτες πορτογαλλική. Μ' αφτό το σύστημα όμως μήτε η γλωσσολογία προκόφτει, μήτε η ιστορία· είναι επιστημονικά ζητήματα και δεν μπορεί, μήτε μάλιστα ταιριάζει να παίρνουμε τη συνήθεια να τα μελετούμε όπως τύχη. Τέλος, χρειάζεται να κάμουμε κι άλλα τέσσερα τμήματα. Δεν είναι μόνο η λατινική κ' οι λατινικές γλώσσες που πλούτισαν τη δική μας. Είναι α') τα γερμανικά και ταγγλικά· β')τα σλαβικά, κοπέλα κι άλλα τέτοια· γ') ταραβικά (μαζί μ' αφτά ας λογαριάσουμε και τα τούρκικα), τουφέκι κτλ. Άλλες λέξες πάλε, αφού τις πήραν από μας άλλοι λαοί, γύρισαν πίσω και τις έχουμε για ξένες, μόλον ότι είναι γραικικές· εφέντης , οθωμανικός τίτλος από τα αφέντης =αυθέντης, πρβλ. Αθήν. I', 9· τόνομα αφές (=πατέρας, σε μερικά χωριά) δεν έχει την παραμικρή συγγένεια με την τούρκικη λέξη· σεντούκι (=σανδύκιον) . Έτσι και το γαλλικό tonnelle (κληματαριά) πέρασε στην αγγλική κ' έγινε tunnel, άλλαξε όμως σημασία. Και πολλοί νομίζουνε σήμερα στη Γαλλία που το tunnel είναι αγγλικό· δ') η καθαρέβουσα . Η λέξη εγωισμός , ας πούμε, δεν είναι αρχαία. Την έφτειαξαν οι Γάλλοι κι από τους Γάλλους την άκουσαν ο Κοραής κ' οι φίλοι του· κάμποσοι πιστέβουν πως είναι ελληνική λέξη. Στο ίδιο κεφάλαιο μπορούμε να βάλουμε και κάτι λέξες που είναι αρχαίες αν κοιτάξουμε τον τύπο, μα που πήραν ξένη σημασία. Τέτοιες έχουμε άπειρες. Κύριος γραικικά θα πη ο Θεός, και κύρης ο πατέρας· εμείς το κάμαμε σήμερα να σημαίνη Monsieur· είναι σημασία άγνωστη στο λαό, που λέει πιο σωστά αφέντης, αφεντικό . Έχουμε και κάτι άλλα που βέβαια ελληνικά δεν είναι· άνθρωπος του κόσμου, homme du monde (στο μεσαιώνα θάλεγαν τουλάχιστο κοσμικός), εν δεδομένη τινί στιγμή, dans un moment donné, η λύσις εγγίζει, la solution approche, περίστασις, circonstance, η βασιλίς των ποτών, la reine des liqueurs! κτλ. κτλ. κτλ. θα καταντούσε τόμος, αν ήθελε κανείς ναραδιάση όλους αφτούς τους ξενισμούς{69}.
Δεν είπαμε τίποτις ακόμη για την επιστημονική ουσία της ετυμολογίας. Η ετυμολογία δεν είναι ξεχωριστός κλάδος της επιστήμης· δε θέλει μελέτη ιδιαίτερη. Όποιος ετυμολογεί, εφαρμόζει μόνο και μόνο τους φωνολογικούς νόμους που έμαθε, σπουδάζοντας όλη τη γλώσσα και το γενικό σύστημα της γραμματικής της. Ξέρετε που όπου πρόκοψαν οι γλωσσολογικές μελέτες, κάμνουν ετυμολογίες μόνο όταν κατάλαβαν αφτούς τους νόμους. Αν ετυμολογούσανε, χωρίς να γνωρίζουν πρώτα τη γλώσσα, η ετυμολογία άλλο δε θα είταν παρά παιχνίδι. Η ετυμολογία είναι το τέλος της σοφίας· με την ετυμολογία δεν μπορεί ναρχίση η επιστήμη. Πρέπει όμως να περάσουν κάμποσα χρόνια για να το διή κανείς. Στη Γαλλία, στο δέκατο έβδομο αιώνα, όταν ακόμη δεν είχαν καμιά ιδέα για γλωσσολογία και μήτε συμπέραιναν που τα γαλλικά και τα λατινικά είναι η ίδια γλώσσα, ετυμολογούσαν, όπως τύχαινε, κ' έλεγαν που το car έρχεται από το γαρ και που το diner είναι ταρχαίο δειπνείν . Πριν πιάση κανείς να μελετήση γλωσσολογία όπως τη μελετούμε σήμερα, προσέχει μόνο στις λέξες, και νομίζει που το βάσιμο και διακριτικό σημείο σε μια γλώσσα είναι το λεχτικό της. Έπειτα βλέπει που οι λέξες, πάει να πη, οι ρίζες, δεν έχουν καμιά μεγάλη σημασία, και που ταληθινό γνώρισμα και το μόνο σημαντικό για τους γλωσσολόγους είναι η γραμματική, το τυπικό κ' η φωνολογία. Πολλούς θακούσετε να σας πουν που η γλώσσα μας είναι γεμάτη ξένες λέξες και μάλιστα που κατάντησε ξένη, που γλώσσα δεν έχουμε κτλ. Θα σας φέρουν απόδειξη κάτι λέξες σαν κρεββάτι, καφές, σπίτι, αρματώνω, κουβέντα και μερικά τέτοια· λέω μερικά, γιατί πολλά δεν είναι· όσοι μιλούνε για ξενισμούς, δεν τους μέτρησαν ποτές και δεν έκαμαν κατάλογο μεθοδικό, να βάλουνε μέσα όλους τους ξενισμούς, μόλον ότι θα είταν, πιστέβω, ένα τέτοιο έργο πιο χρήσιμο πράμα παρά να κάθεται κανείς να λέη πάντα τα ίδια και να κατηγορή τη δυστυχισμένη μας τη γλώσσα που δε φταίει. Άμα γίνη το λεξικό, θα διούμε που οι ξένες λέξες είναι πολύ σπάνιες. Μόλον τούτο, άκουσα πως θέλουν πολλοί να τις βγάλουν από τη γλώσσα μας. Δεν μπόρεσα να το πιστέψω. Στις λέξες ξένης παραγωγής είναι που βλέπει κανείς ίσια ίσια πόσο ζωντανή, ακόμη και σήμερα, είναι η αρχαία γραμματική. Η μέρα να κλίνεται μέρας , κι ο λόγος, του λόγου , δεν είναι παράξενο. Το περίεργο είναι που η παλιά κατάληξη σώζεται και στις ξένες λέξες· αφτό είναι το σπουδαίο. Δεν κλίνουν πουθενά στην Ελλάδα ο καφέ, οι καφέ, τους καφέ, η κουβέντα, της κουβέντα, οι κουβέντα, τις κουβέντα , κ' είναι αδύνατο ο γραικικός λαός να κλίνη, για την ώρα με τέτοιο τρόπο. Αφτό σημαίνει που το ς της αρσενικής ονομαστικής ή της θηλυκής γενικής βάσταξε και πάντα βαστά όλη του τη δύναμη και χρήση. Η γλώσσα θα είταν ξένη, αν οι ξένες λέξες δεν κλίνουνταν. Άμα κλίνουνται, θα πη πως έγιναν πια γραικικές· με λέξες ξένης παραγωγής η γλώσσα δε χάνει το χαραχτήρα της και μνήσκει πάντοτες η ίδια. Έτσι είναι ακόμη και σήμερα. Το γαλλικό το faux-col το ξέρετε. Στην Ελλάδα πήραν τη λέξη. Πώς την είπαν; Το φοκόλ, του φοκόλς όχι! Τόκλιναν αμέσως, σα να είταν κανένα γραικικό, αρχαίο όνομα, και το είπαν το φοκόλο, τον φοκόλου, όπως λεν τάλογο, του αλόγου, το δώρο, του δώρου. Από κει βλέπουμε που ο λαός πάντα θυμάται και ξέρει το κλιτικό σύστημα της αρχαίας για τα ουδέτερα. Τίποτις με το φακόλο δεν αλλάζει· η γλώσσα μήτε κούνησε{70}. Το ίδιο και με τη γενική του καφέ. Για να είναι τόνομα γραικικό, πρέπει νάχουμε φωνήεντο στη γενική κι αφτό το φωνήεντο να είναι το ίδιο φωνήεντο που ακούγεται στην ενική ονομαστική. Ο γενικός αφτός ο νόμος είναι πολύ παλιός. Έχει την αρχή του στην ελληνική. Οι Έλληνες έκλιναν η ημέρα, της ημέρας, η σοφία, της σοφίας · έπειτα είπαν η γλώσσα, της γλώσσας, ο νεανίας, του νεανία, ο πατέρας, του πατέρα . Έτσι κλίνεται κι ο καφές στη γενική, με φωνήεντο, καθώς κ' η γενική πατέρα, νεανία .
Οι γραικικές ετυμολογίες μεγάλη δυσκολία δεν έχουν. Ένας μαθητής μου μια μέρα ήρθε να με βρη και τον έβλεπα σα ζεματισμένο. «Δεν αξίζει τον κόπο, με λέει, να κάμη κανείς ετυμολογικό Γλωσσάριο της νεοελληνικής, γιατί αμέσως φαίνεται η παραγωγή κάθε λέξης και πολλή δουλειά δε θέλει να την ετυμολογήσουμε. Πού είναι οι λατινικές γλώσσες! Εκεί τουλάχιστο χαίρεται κανείς να βρη πράματα που δε βρίσκουν άλλοι και με τη μελέτη, με τη δυσκολία, ανάφτει και ξανοίγει ο νους του γλωσσολόγου κι ο κόσμος καμαρώνει». Είναι αλήθεια. Μεγάλη σοφία δε χρειάζεται για να διή κανένας από πού έρχουνται και το καμαρώνω του φίλου μου (καμάρα, κάμνω σαν την καμάρα, περηφανέβουμαι), κι άλλα μερικά, σαν το σιμώνω (σιμός, σιμόω, σιμώσας τον αυχένα , ένας που σκύφτει το λαιμό, που έρχεται πιο κοντά σ' ένα μέρος παρά που είταν πριν, που κοντέβει· η εθνική μας εορτή ογλήγορα σιμώνει — πλησιάζει, έλεγε ένας ποιητής), στρίφτω, στρίφτω το μουστάκι μου (εις τρίβω), γερός (υγιηρός), άσπρος (asperum, πρβλ. Gloss. Laod. 72, 1, 19, Essais de de gramm. hist. II. σελ. 79· «δηνάριον τραχύ… λευκόν, asprum {71} . Άλλα πάλε πολλά είναι ανεξήγητα, εδώ, όχι, έτσι, μαζί . Θα μας φανούν έφκολα κι αφτά, άμα μάθουμε τους διάφορους τύπους που έχει η ίδια λέξη στις διάφορες χώρες. Πρώτα πρώτα πρέπει κανείς να μελετήση καλά τους φωνολογικούς νόμους, μ' άλλα λόγια να καταλάβη και νακούση πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες σε κάθε τόπο, το εγώ , το διά , το πατέρας , πώς κλίνουν κάθε όνομα και κάθε ρήμα κι από κει να βγάλη γενικούς κανόνες. Για να ετυμολογήσουμε μια λέξη, ας πούμε τόνομα Φλάτσα , πρέπει να μάθουμε α') αν τάτονο ι μέσα σε δυο φωνήεντα χάνεται ή όχι στη χώρα που έχουν τον τύπο Φλάτσα, δηλαδής αν προφέρνουν τέτοιο ι· β') αν η πλοκή κι, κε, καταντά τσι, τσε σ' αφτή τη χώρα· γ') αν το σ δε θέλει κατόπι του ι κι αν η συνήθεια είναι να λεν άξος, σώπα , αντίς άξιος, σιώπα . Άμα είναι τέτοια συνήθεια, φαίνεται αμέσως η ετυμολογία κ' έχουμε κάθε δικαίωμα να πούμε που το Φλάτσα , άλλο δεν είναι παρά Φυλάκια, φυλάκιον, φυλακή {72}, γιατί τότες κ' οι φωνολογικοί νόμοι είναι σύφωνοι και το Φυλάκια γίνεται Φλάτσια, Φλάτσα ταχτικά. Αν όμως στη χώρα που θακούσετε να λένε Φλάτσα , δεν είναι συνήθεια να χάνεται τάτονο ι μέσα σε δυο φωνήεντα και με λ κατόπι, αν το κι δε γίνεται τσι, αν το σ θέλει ι, τότες η ετυμολογία μας δεν αξίζει. Πρέπει να γυρέψουμε άλληνα. Η ετυμολογία δεν είναι για διασκέδαση· θέλει μάθηση και σκέψη.
Κάθε λέξη είναι όμως ιστορικό, είναι και ψυχολογικό μνημείο. Δε φτάνει να την ετυμολογούμε, μόνο και μόνο για να μάθουμε την παραγωγή της· από τη σπουδή της μπορεί να φεληθή κ' η ιστορία. Θα είχε κανείς πολλά να πη για τέτοιο αντικείμενο. Ο γλωσσολόγος θα κοιτάξη την ψυχολογική αξία αφτής της μελέτης. Το περίεργο θα είταν ίσια ίσια να μπορούσε κανείς να βρη το δρόμο, την ψυχολογική σειρά που πήρε κάθε λέξη για ναλλάξη νόημα. Πρέπει κανείς, για τέτοια δουλειά, να διαβάση το βιβλίο που θα τυπώση σε λίγο ο σοφός μου φίλος και δάσκαλος Α. Darmester{73}. Εκεί θα βρη τον καλήτερο οδηγό και δεν είναι ανάγκη να σας πω όσα θα σας πουν άλλοι με πολύ πιώτερη γνώση. Από τη γλώσσα κι από τις λέξες βλέπει κανείς αν ένας λαός έχει φαντασία και ποίηση ή όχι. Ο λαός δεν αγαπά να λέη ξερά τα πράματα κ' η γλώσσα του είναι γεμάτη εικόνες. Αφτές οι εικόνες είναι σαν τα χρώματα σε μια ζουγραφιά· στολίζουν κι ομορφαίνουν τη γλώσσα. Την κάμνουν και φαντάζει. Με τη φαντασία του λαού όλη η φύση ζωντανέβει και στάψυχα πράματα δίνει ψυχή. Όσα βλέπει, είναι φαντασία· φαντάζεται κάθε πράμα και θα πη το καθετίς σαν που το φαντάζεται και το βλέπει. Testa σημαίνει tesson · ο λαός τόκαμε tête , και σημαίνει σήμερα κεφάλι. Για να πη που περπατεί γρήγορα, θα το φέρη, έκοψα δρόμο, τον έκαμα κομμάτια κ' έτσι λιγόστεψε, πρβλ. το carpere prata fuga του Βεργίλιου. Ή μπορεί ακόμη να σε πη· πήρε δρόμο , τον έκαμε κ' έγινε δικός του, πρβλ. gagner pays . Έπειτα ξεχνά την αρχική σημασία και τότες του χρειάζεται καινούρια εικόνα. Δεν καταλαβαίνει πια κανείς σήμερα στη Γαλλία που tête σημαίνει tesson. Για τούτο θακούσετε να σας το πη ο λαός· ta boule = ta tête, le caisson = το κεφάλι (se faire sauter le caisson), και το λέει έτσι, ίσια ίσια με τον ίδιο τρόπο που είπε πρώτα ta tête . Για τον ετυμολόγο, η λέξη tête δεν έχει πιώτερη εβγένεια παρά το caisson ή ta boule· το ίδιο νόημα έχουν κ' οι δυο. Όποιος θελήση να μιλήση χωρίς να βάλη στη γλώσσα του καμιά μεταφορική εικόνα και προσπαθήση να δώση σε κάθε λέξη την ετυμολογική της και ξερή αξία, θα διή, αν το συλλογιστή καλά, που θαναγκαστή να μείνη βουβός όλη του τη ζωή.
Η μεταφορά φαίνεται σ' όλα τα λόγια που θα πούμε, και στα πιο συνηθισμένα. Στη γλώσσα μας έχουμε λέξη διαβάζω , που σημαίνει περνώ . Στο μεσαιώνα έλεγαν ακόμη·
Ολόκληρον ε δ ι ά β α σ α μήναν εις τον ξενώνα. (Πρόδρ. Ε', στ. 88).
Ύστερα το διαβάζω {74} πήρε τη σημασία του αναγινώσκω , που και κείνο άλλο δε θα πη παρά αναγνωρίζω . Το διαβάζω έχασε όλους διόλου σήμερα στην κοινή συνήθεια το νόημα που είχε στο στίχο του Πρόδρομου. Για τούτο θακούσετε πολλούς να σας πουν· πέρασα το τάδε βιβλίο μια φορά ή δυο φορές. Την ίδια εικόνα μεταχερίζεται πάλε, γιατί η πρώτη πάλιωσε και του χρειάζεται άλλη που να μοιάζη με την πρώτη. Πολλοί νεολογισμοί έχουν τέτοιο λόγο· η φαντασία του λαού είναι ζωηρή κι όλο θέλει καινούριες μεταφορικές εικόνες{75}. Δεν ξέρω τι σημασία είχε η λέξη ρις, ρινός στους αρχαίους μήτε ποια είναι η ρίζα της· βέβαια μήτε με το ρέω (γιατί ε, κι όχι ι {76} μήτε με το ρέγχω έχει καμιά συγγένεια. Πολύ γρήγορα χάθηκε η λέξη, γιατί δεν είχε πια καμιά νοστιμάδα για το λαό και δεν έβλεπε κανείς τι μπορούσε να πη ρις . Πιο έφκολα μας έρχεται να καταλάβουμε τι σημαίνει μύτη. Μύτις, μύτιδος , θα πη, μούτσουνο . Κανείς όμως σήμερα, λέγοντας μύτη , δεν πάει πια να συλλογιστή το μούτσουνο· μπορεί μάλιστα, πουθενά στην Ελλάδα, να λεν τη μύτη μούτσουνο (έχει μεγάλο μούτσουνο {77} = μύτη), γιατί η λέξη μύτη άλλο δε θυμίζει σ' όλο τον κόσμο παρά την αθρώπινη μύτη, ό τι θύμιζε στους αρχαίους κ' η λέξη ρις, ρινός, που θα είχε πρώτα ποιος ξέρει τι σημασία. Για να πούμε όλη την αλήθεια, — και χρωστούμε να την πούμε, — ο λαός μας μεγάλη φαντασία δεν έδειξε σε τέτοιες ονομασίες· άφησε τις αρχαίες λέξες απάνω κάτω παντού όπως είταν· τις βάσταξε με το ίδιο νόημα, χωρίς να τις αλλάξη, χωρίς να βρη καινούριες εικόνες, χωρίς ο νους του να πλουτίση τη μεταφορική λεξικολογία. Όταν ο λαός λέει κεφάλι, μέτωπο, χείλια, στόμα, δόντια, γλώσσα, αφτιά, ποδάρια, δάχτυλο, νύχι, φρύδια, στήθος, χέρια δε βλέπουμε να πήρε δρόμο η φαντασία του και καμιά ζωηράδα δε μας φανερώνει ο νους του. Μιλεί σαν τους αρχαίους, και τόσο πνέμα δε χρειάζεται για να λέη κανείς τα πράματα ίσια σαν που τάλεγαν τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Η φωνολογία μόνη άλλαξε, γιατί έπρεπε ναλλάξη με τους ιστορικούς νόμους της γλώσσας μας· το νόημα έμεινε. Μόλις σε κάτι λέξες σαν κορμί (σώμα), μαλλί (θριξ), μάτι (οφθαλμός), ματόφυλλα (βλέφαρα), έδειξε ο λαός κάποια φαντασία, κάποια ποίηση.
Ο σκοπός του λεξικολόγου είναι να μας δείξη με τη μελέτη που θα κάμη τι γίνεται μέσα στην ψυχή του αθρώπου, πώς αλλάζει νόημα μια λέξη και τι μπορεί να μας μάθουν τέτοιες αλλαγές για την ιστορία, για τα ήθη, για τα έθιμα, για το νου και για το χαραχτήρα ενός λαού. Το επίθετο νόστιμος θα πη κάτι ή κάποιος που γυρίζει σπίτι, που ξανάρχεται στην πατρίδα. Νόστιμον ήμαρ λέει ο Όμηρος· είναι η μέρα που ξαναβλέπει κανείς τους δικούς του. Είναι μια χαρισάμενη μέρα. Ο ξένος που όλο ταξιδέβει, δεν έχει τέτοια τύχη· για τούτο ξένος σημαίνει και δύστυχος . Αχ! ο ξένος! πέθανε και πάει, σας λέει ο λαός. Από κει φαίνεται όλος ο Γραικός· ξέρετε που είναι ένα σωρό δημοτικά τραγούδια για την ξενιτειά. Ένας ποιητής στο μεσαιώνα λέει μάλιστα·
Η ξενιτειά κι ο θάνατος αδέλφια λογούνται{78}.
Η μεγαλήτερη δυστυχία για το Γραικό είναι η ξενιτειά, το πιο νόστιμο απ' όλα, η πατρίδα.
Κανένας όμως δε βαστά σπαθί στο χέρι, κανένας δε μας βιάζει και καλά, θέλουμε δε θέλουμε, να δώσουμε ετυμολογίες, να βρούμε την ψυχολογική σειρά που ζητούμε.
Όταν κανείς δεν μπόρεσε ακόμη να λύση ένα πρόβλημα που μελετά, δεν έχει καμιά ανάγκη να μιλήση. Η αρχή της επιστήμης είναι πολύ απλή και πολύ δύσκολη· φτάνει να μάθη κανείς, εκεί που πρέπει, να λέη τις δυο λέξες· δεν ξέρω . Είναι πολλά πράματα που δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε· ωςτόσο έχουν όλα το λόγο τους. Ο ουρανός είναι αιώνιο μυστήριο για τον άθρωπο. Ας είναι όμως ο κόσμος πρόβλημα ανεξήγητο ποιος θα πη τη φύση βάρβαρη; Η γλωσσική ενέργεια του αθρώπου είναι μυστήριο και κείνη, μυστήριο σπουδαίο, γιατί μας ανοίγει την ψυχή και μας φανερώνει την ιστορία ενός λαού. Ένας βυζαντινός ποιητής είπε κάπου·
Άνθρωπος, όταν περπατεί, κόσμος μικρός υπάρχει.{79}
Θάλεγε μεγαλήτερη αλήθεια, αν έγραφε με τη γλώσσα του·
Άνθρωπος, όταν ομιλεί, κόσμος μικρός υπάρχει.
Ο κόσμος αφτός είναι μάλιστα κόσμος μεγάλος. Η επιστήμη έχει δυο αντικείμενα κι αφτά τα δυο όλο μελετά· τη φύση και τον άθρωπο. Όσο σπουδάζουμε τη φύση, πρέπει να σπουδάζουμε και τον άθρωπο. Έχουν την ίδια σημασία, την ίδια αξία. Η χυμική αστρονομία μας έδειξε μάλιστα, δεν είναι τώρα πολύς καιρός, την υλική ενότητα του κόσμου{80} και μας έμαθε που ό τι βλέπουμε να γίνεται στον άθρωπο μέσα, γίνεται και στους ουρανούς. Τάστρα και κείνα αιώνια δεν είναι· σαν τον άθρωπο γεννιούνται, μεγαλώνουν και σβήνουν. Έν το παν. Ταρχαίο το ρητό σήμερα μόνο φαίνεται αλήθεια. Δεν πρέπει λοιπό ναμελούμε καμμιά μελέτη, όσο μικρή κι αν είναι. Όποια σπουδή είναι ικανή να μας ανοίξη το νου, να μας μάθη τίποτις ή για τον υλικό βίο και τη φύση του κόσμου, ή για τον κρυφό οργανισμό του αθρώπου και της ψυχής του, είναι μεγάλη, είναι σοβαρή κι άγια σπουδή, γιατί μόνη της θα μας φανερώση τα δυο μεγάλα, σοβαρά κι άγια μυστήρια, την αθρωπότητα και τον κόσμο.
Είναι μια χαρά για μένα να συναναστρέφουμαι μαζί σας και καλοσύνη δική σας να μ' ακούτε· ας το πω τώρα και γω, είναι σήμερα για μένα μια πολύ νόστιμη μέρα. Μόνοι σας εσείς είστε άξιοι να λύσετε τα ιστορικά προβλήματα που μας προτείνει η γλώσσα μας και να φωτίσετε όσους δεν ξέρουν. Από σας θα φωτιστώ και γω ο ίδιος, για τούτο μ' αρέσει να συζητούμε μαζί τέτοια σοβαρά αντικείμενα. Δεν είναι του καθενός δουλειά να κρίνη και να μιλή για τη γλώσσα, να την κατηγορή ή να την υψώνη. Ένας φρόνιμος άθρωπος δε θα θελήση να δώση γνώμη παρά για τα πράματα που σπούδαξε και που ξέρει. Σας βεβαιώνω που άμα κανένας με μιλήση για μηχανικά, γιατρική ή τριγωνομετρία, αμέσως σωπαίνω. Δεν τόχω μάλιστα διόλου ντροπή να του πω· «Σε παρακαλώ να με συχωρέσης· μα δε νοιώθω από τριγωνομετρία». Μπορεί ένας να προκόψη πολύ στη φυσική ή στη χυμία, μπορεί να γίνη περίφημος μαθηματικός· μπορεί μάλιστα να ξέρη και δυο γράμματα· δε θα πη που είναι γλωσσολόγος, μήτε που η γνώμη του έχει την παραμικρή αξία, όταν έρθη να μας μιλήση για τη γλώσσα. Για να τον ακούσουμε πρέπει να κάμη τα γλωσσικά ζητήματα έργο κι όχι πάρεργο, να σας μιμηθή, να τα μελετήση σαν και σας, να σπουδάξη την αρχαία και τη νέα γλώσσα. Όποιος πήγε στο σκολειό, όποιος διάβασε Ξενοφώντα και παίρνει το κοντύλι να γράψη, δεν έγινε μ' αφτό αρειοπαγίτης. Χρειάζεται κάτι παραπάνω. Να ξέρω που το ίστημι κλίνεται ίστης, ίσταμεν, η ράχη ράχις, ράχεως — και να δείξω στους άλλους που τα ξέρω — μεγάλα πράματα δεν κατώρθωσα. Το ξέρουν και τα παιδιά. Για ναποφασίση κανείς τι είναι χυδαίο{81} και τι δεν είναι, να πη που η γλώσσα είναι πρόστυχη, πού θέλει διόρθωση, που πρέπει να την καθαρίσουμε, δε φτάνει να γνωρίζη την αρχαία γραμματική, είναι ανάγκη να κοπιάση να μάθη και τη νέα. Μάλιστα μπορούμε να πούμε χωρίς να κάμουμε λάθος, που όποιος μιλεί για διόρθωση δε μελέτησε αρκετά, όχι μόνο τα γραικικά, αλλά και την αρχαία γλώσσα. Πιο φρόνιμο είναι νακούμε όσους ξέρουν — και πιώτερη τιμή θα μας κάμη.
Όποιος σήμερα μιλεί για γλώσσα, πρέπει πάντα να θυμάται την πρώτη αρχή της γλωσσολογικής επιστήμης. Η γλωσσολογία μάς έμαθε που ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και πάντα κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Είναι πολύ σπουδαίος όρος· η επιστήμη δεν ήβρε στα χρόνια μας καμιά αλήθεια που νάχη πιώτερη φιλοσοφία. Όσο κανείς δεν προσέξη αφτή την αλήθεια, δε θα μπορέση να καταλάβη κανένα γλωσσικό φαινόμενο· όλα θα του έρχουνται σα χάος· άμα τη μάθη, αμέσως φωτίζεται όλη η ιστορία. Η αρχαία μας η γλώσσα μορφώθηκε με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ψυχική ενέργεια, με τα ίδια λάθη που μορφώθηκε κ' η σημερνή μας η δημοτική. Αφτά είναι γνωστά σ' όλους τους γλωσσολόγους· είναι καιρός να τα ξέρουμε και μεις.
Αλλιώς, ό τι αν πούμε για τη γλώσσα δε θα μπορέση ποτές να είναι σωστό, αφού για να κρίνουμε σωστά, θα μας λείπη πάντα η κυριώτερη αρχή, — δε θάχουμε την ιστορική βάση.
Προτού νάρθουν οι Έλληνες στην Ελλάδα, προτού να χωριστή η γλώσσα τους από την κοινή μητέρα την αρυοεβρωπαϊκή, κι όταν κατόπι χωρίστηκε, όσοι μιλούσαν, όσοι, μ' άλλα λόγια, έκαμαν τη γλώσσα, είταν απλοί, αγράμματοι αθρώποι· κανένας δεν ταχτοποίησε , δε διώρθωσε τη γλώσσα τους. Όσα λάθη ακούσετε και κάμη σήμερα ο πιο πρόστυχος άθρωπος, τάκαμναν και κείνοι στον καιρό τους. Θέλω να σας αναφέρω ένα παράδειμα. Η παραμάννα του μωρού μου συνηθίζει και λέει viande crute (crue)· μια μέρα τη ρώτηξα να με πη γιατί το λέει έτσι. Μ' αποκρίθηκε πολύ φυσικά· «Και βέβαια, αφεντικό, έτσι είναι το σωστό, αφού λέμε viande cuite: puisqu'on dit viande cuite». Στην εποχή που μορφώνουνται οι γλώσσες, τέτοια λάθη κάμνουν όλοι. Η γλώσσα που έγραψαν ο Πλάτωνας κι ο Θουκυδίδης είτανε φορτωμένη με λάθη ακόμη πιο χοντρά. Ο άθρωπος είναι πάντα άθρωπος· η φύση του δεν αλλάζει· ό τι λαό κι αν πάρετε, ό τι εποχή κι αν πιάσετε να μελετήσετε, — ας είναι κι ωγύγια εποχή —, πάντα θα βρήτε στον άθρωπο μέσα την ίδια απροσεξία, τους ίδιους ανόητους μεταπλασμούς. Είναι σήμερα η δόξα της γλωσσολογίας που το κατάλαβε, και κατάλαβε πράμα πολύ σημαντικό, αφού μας δείχτει την αθρώπινη φύση όπως είναι, όχι όπως τη φαντάζουνται όσοι δεν τη μελέτησαν. Η γλωσσολογία πήγε μάλιστα πολύ πιο μακριά· μπόρεσε ναναστήση όλο το γραμματικό σύστημα της αρυοεβρωπαϊκής, χωρίς νάχη μήτε ένα μνημείο κείνης της εποχής. Ξέρει με τι τρόπο μιλούσαν, είναι τώρα χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια, είδε μάλιστα που μιλούσαν πάντα με τα ίδια λάθη.
Έπρεπε αφτά να διδάσκουνται χωρίς άλλο στο σκολειό ή τουλάχιστο στο πανεπιστήμιο. Είναι αλήθεια που για ναραδιάση κανείς όλα τα λάθη της αρχαίας, θα του χρειάζουνταν καμιά δεκαριά τόμοι, χίλιες σελίδες ο κάθε τόμος. Μα φτάνει να πάρη τις πιο συνηθισμένες λέξες κι αμέσως φαίνεται το πράμα. Η αιτιατική εμέ στην αρχή δεν είχε ε έβαλαν ένα ε οι αρχαίοι μόνο και μόνο γιατί άκουγαν ένα ε στην ονομαστική εγώ . Έτσι και μεις σήμερα λέμε εσύ , με ε , γιατί βλέπαμε ε στην αιτιατική εμέ (εμένα) και στην ονομαστική εγώ · ακλουθήσαμε το δρόμο που μας έδειξε η αρχαία η ίδια. Το δέφτερο πρόσωπο του παθητικού παρακείμενου δέδοσαι και του παθητικού ενεστώτα δίδοσαι δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο νάχη σ , αφού ξέρουμε που το σ ανάμεσα σε δυο φωνήεντα χάνεται πάντα στην αρχαία· π. χ. λύη , όχι λύεσαι, ελύου , όχι ελύεσο, μουσάων, όχι μουσάσων, γένεος , όχι γένεσος κτλ. κτλ. Άκουγαν όμως κάθε ώρα τους παρακείμενους κ' υπερσεντέλικους λέλεκσαι, ελέλεκ-σο · νόμισαν τότες που ο παρακείμενος έχει πάντα το σ , ακόμη κι όταν είναι φωνήεντο μπροστά στην κατάληξη, κι όχι σύφωνο καθώς στο λέλεκ-σαι · από κει βγήκε ο παρακείμενος δέδοσαι · ο παρακείμενος έφερε και τον ενεστώτα δίδοσαι , γιατί τους φάνηκε που την ίδια κατάληξη έπρεπε νάχουν κ' οι δυο αφτοί χρόνοι. Σώζουνταν όμως πάντα το δέφτερο πρόσωπο λύη · εμείς το σιάξαμε κι αφτό και βάλαμε παντού στον παθητικό την κατάληξη -σαις Η αντωνυμία ημείς δεν είχε πρώτα δασεία · την πήρε από το δέφτερο πρόσωπο υμείς . Βλέπετε που οι αρχαίοι έκαμαν απάνω κάτω τον ίδιο λογαριασμό που έκαμνε κ' η παραμάννα. — «Ημείς βέβαια! Έτσι είναι το σωστό, αφού λέμε υμείς». Δε φτάνει μάλιστα τούτο· το η της αντωνυμίας ημείς είταν πρώτα ασμείς. Οι Έλληνες χάλασαν το λοιπό τον τύπο ασμείς και τον έκαμαν ημείς · βάσταξαν όμως παράλογα την πλοκή σμ στο πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού εσμέν , γιατί θαρρούσαν πώς θέλει σ σαν το δέφτερο πρόσωπο εστέ . Με την ίδια αναλογία , φτειάξαμε και μεις την αντωνυμία εσείς , γιατί είχαμε το πρώτο πρόσωπο εμείς που και κείνο πήρε το ε από την αιτιατική εμέ · το ουσιαστικό μας ρήμα είμαι, είσαι, είναι , αν το συγκρίνετε με την κλίση της αρχαίας της κοινής ειμί, ει, εστί , θα σας φανή πολύ πιο ορθό, αφού αρχίζει και τελειώνει με τα ίδια φωνήεντα ίμε, ίσε, ίνε . Το είναι είταν πρώτα ένι· ύστερα έγινε ίναι , κ' έπειτα είναι · έμοιαξε με το πρώτο πρόσωπο και με το δέφτερο, όπως έμοιαξε το εσμέν με το εστέ, εστί _ κτλ.
Βλέπω που πολλοί προσπαθούν όλο και λεν κάθημαι αντίς κάθουμαι . Βέβαια θα νομίζουν που ο τύπος κάθημαι είναι πολύ πιο κανονικός. Δεν είναι όμως διόλου. Το κάθημαι είναι παραφθορά · έπρεπε οι αρχαίοι να το πουν κάθησμαι , με το ίδιο σ που έχει το δέφτερο και τρίτο πρόσωπο ήσαι, ήσται . Το τρίτο πρόσωπο κάθηται είναι μάλιστα λάθος διπλό. Δεν είχε μ και μόλον τούτο έλειψε το σ , μόλον ότι έλεγαν ήσται · έγιναν το λοιπό δυο τύποι αντίθετοι, ήσται με σ , και κάθηται χωρίς σ . Ο μόνος σωστός τύπος θα είταν κάθησται . Το είπαν όμως χωρίς σ , γιατί δεν άκουγαν το σ στο πρώτο πρόσωπο κάθημαι · νόμιζαν που η ρίζα είταν κάθη- και τους έφτανε να βάζουν την κατάληξη μόνο, -μαι, -σαι, -ται . Για να ομαλώσουν όλο τον ενικό, έκλιναν το λοιπόν κάθηται χωρίς σ . Έτσι και μεις ωμαλώσαμε όλα τα ρήματα κ' έχουμε παντού στην παθητική φωνή ου μπροστά στην κατάληξη -μαι . Για τούτο λέμε πολύ σωστά κάθουμαι , όχι κάθημαι . Άμα πάρη κανείς έναν τύπο της αρχαίας, θα διή που είναι τύπος χαλασμένος . Η γενική πληθυντική μουσών και κείνη, δεν είναι μήτε γνήσιος μήτε ορθός τύπος· η γενική μουσάων είναι πολύ καλήτερη, αφού είναι πιο αρχαία. Μάλιστα, όποιος τα θελήση όλα ακόμη πιο ορθά, θα πρέπη να πη μουσάσων · ύστερα και το μουσάσων πρέπει να ταφήση και να το κάμη μονσjασων και στο τέλος να λέη μόνο μοντ-j-ασων, γιατί αφτός ο τύπος είναι ο πιο αρχαίος· όλοι οι άλλοι είναι τύποι χαλασμένοι , είναι λάθη . Αν κανείς σας ρωτήξη με τι δικαίωμα βγαίνει άξαφνα ένας και κλίνει σαν το λαό της γλώσ-σας αντίς γλώσσης , αμέσως τονέ ρωτάτε γιατί κλίνει ο ίδιος μουσών , εκεί που είναι πολύ λιγώτερο λάθος να πη μου- σάων _ κτλ. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση· όποιος ανοίξη το στόμα για να πη δυο λόγια — ας μιλήση ό τι γλώσσα θέλει — πάντα θα κάμη άπειρα λάθη. Γλώσσα ιδανική κι απόλυτος τύπος δεν υπάρχουν πουθενά. Κανείς όμως δε βρέθηκε ως τώρα να κατηγορήση τους αρχαίους, που χάλασαν τη γλώσσα τους. Και για ποιο λόγο δεν τους κατηγορούμε; Γιατί η επιστήμη σέβεται την ιστορία και τα έργα του λαού.
Έτσι θα καταλάβουμε όλη την αξία της δημοτικής και θα διούμε που είναι τόντις συνέχεια της αρχαίας. Μια γλώσσα αλλάζει μοναχή της· δεν έχει ανάγκη, για ναλλάξη, να τη μιλήσουν ξένοι, ή να ζήση με ξένους ένας λαός. Τέτοιες ιδέες δεν τις έχει πια σήμερα κανείς. Πιο αρχαία μιλεί ο λαός από μας, γιατί τους τύπους που συνηθίζει, τους πήρε από την αρχαία και δεν πέρασε μια στιγμή από τα χρόνια του Περικλή που να μη βρεθούν αφτοί οι τύποι στο στόμα του· τους δικούς μας τους τύπους τους έχουμε παρμένους από τα βιβλία. Δεν είναι πατροπαράδοτοι.
Ποιος θάρθη το λοιπό να πη τώρα ενός λαού· — «Τη γλώσσα που μιλείς, δεν τη θέλω, γιατί δεν είναι κανονική· να πάρης τη δική μου που έχει γραμματική!» Τέτοιος λόγος με φαίνεται — και θα σας φαίνεται και σας – τουλάχιστο κάτι παράξενος, για να μην πούμε άλλο. Είναι σα νάλεγε που κρίνει πιο σωστά και που έχει πιώτερη γνώση παρά ένα έθνος αλάκαιρο. Μπορούν όμως μια εκατοστή αθρώποι, εκεί που είναι χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι, να πιστεύουν και να πουν που τη φρόνηση μόνοι τους εκείνοι την έχουν; Ξεχνούν το ρητό· Vox populi. Vox Dei. Ξεχνούν που ο Χριστός ύψωνε τους φτωχούς, και που μιλούσε τη γλώσσα τους. Είμαι βέβαιος που όταν ακούτε τέτοια λόγια, παίρνετε το σύστημα που πήρα και γω μ' όσους έρχουνται και με λεν που η γλώσσα μας θέλει διόρθωση ή που είναι πρόστυχη και βάρβαρη. Χαμογελώ μ' όση γλύκα μ' έδωσε ο Θεός, κάμνω το χαρούμενο, κουνώ χίλιες φορές το κεφάλι, το βάζω ίσια με κάτω κι όλο λέω· «Ναι! Ναι! Έχετε δίκιο! όλο Ναι!» Με τα σωστά του να φιλονικήση κανείς για τέτοια πράματα, να μιλήση σοβαρά, είναι αδύνατο· χάνει άδικα την ώρα του. Θυμούμαι το λόγο του Σπανέα· πρέπει, λέει, ένας φρόνιμος άθρωπος μόνο με τους φρόνιμους να πολεμά, με τους φρόνιμους ο πόλεμος βαστά ένα μερόνυχτο,
Του δε ζαβού και πελελού χρόνον — και πάλιν άρχει {82}.
Δε θα καταπείσουμε ποτές έναν άθρωπο που έχει τέτοιες ιδέες — και του κάκου πολεμούμε.
Σπουδασμένοι, σοφοί και σοβαροί άντρες σαν και σας μπορεί μόνοι τους να δώσουν και μια γνώμη σε τέτοια ζητήματα. Όποιας ιδέας κι αν είστε, η ιδέα σας θάχη πάντα πέραση στον κόσμο. Καταλάβετε μάλιστα πολύ σωστά και πολύ φρόνιμα που δεν μπορεί κανείς να γράφη δυο γλώσσες, νάχη δυο τυπικά, δυο φωνολογίες, δυο γραμματικές, μια αρχαία και μια νέα, πλάγι πλάγι τη μια με την άλλη, — να κάμνη συμβιβασμούς , να βάζη κοντά κοντά, σαν που το είπαν, τον Περικλή και το βαρκάρη . Είδετε που τέτοιο σύστημα δεν έχει τον τόπο του. Νανακατώση, κανείς αρχαία και νέα μαζί, να βάζη στο ίδιο κατεβατό δυο γλώσσες, δυο ιστορίες, δυο αντίθετες εποχές, τα χρόνια του Σοφοκλή και τα δικά μας, δεν προσέχει την ουσία της τέχνης, που θέλει ενότητα κι αρμονία. Σας το μολογώ φανερά, ένα θα , ένα με , ένα μικρούτσικο να με χαλνά την όρεξη, με φαρμακώνει τη χαρά μου, όταν πάρω να διαβάσω καμιά σελίδα γραμμένη στην αρχαία γλώσσα. Σ' αφτό μόνο δε συφωνώ με την καθαρέβουσα· Ή πρέπει να γράφουμε όλους διόλου την αρχαία, χωρίς να κάμουμε ποτές λάθος, ή τα πατρικά μας τα γραικικά. Όποιος λέει πως η γλώσσα προχώρησε , όποιος θέλει να προχωρήση , πρέπει δίχως άλλο να φέρη πίσω και τη σύνταξη της αρχαίας. Δε φτάνει να κλίνη πατήρ και πατράσι , να συνηθίζη λίθους αντίς πέτρες · είναι απαραίτητο να φανή αττικός σε κάθε φράση που θα γράψη. Αλλιώς θακούση να του πουν ό τι μ' έλεγε μια μέρα ένας σοφός και μεγάλος ελληνιστής· «C'est une grande faute de goût de ne pas sentir que la langue ancienne, telle qu'il serait humainement possible de l'écrire aujourd'hui, sera toujours moins correcte et moins élégante que la langue vulgaire». Έτσι είναι. Η αρχαία η γλώσσα δεν μπορεί σήμερα να είναι παρά μισή γλώσσα· η δημοτική είναι γλώσσα σωστή. Κάλλια το λοιπό να μην τα θέλουμε όλα μισά. Αν είναι μάλιστα ο σκοπός μας να δείξουμε που δεν άλλαξε ή που δε χάλασε η γλώσσα, είναι ανάγκη να φύγουν τα να και τα θα · ένα θα κ' ένα να , ας είναι κ' ένα με (μετά) φτάνει μοναχό του για να δείξη σ' όσους ξέρουν από γραμματική, που η γλώσσα έπαθε πολύ πιο σπουδαίες μεταβολές παρά όταν πη κανείς πατέρας, κόρη, ίσκιος, τραπέζι, πουλώ κι όλα τάλλα. Την ίδια παρατήρηση πρέπει να κάμουμε και για την υποταχτική με το να ή με το ίνα . Όποιος γράφει θέλω ίνα ποιήσω , με μιας καταστρέφει την αρχαία· αμέσως βλέπουμε που άλλαξε όχι μόνο η γλώσσα, μα που άλλαξε κι ο νους· από συθετική που είταν, έγινε η γλώσσα αναλυτική . Έτσι φαίνεται όλη η διαφορά, και μάλιστα στο θέλω ίνα ποιήσω , φαίνεται πολύ πιώτερο παρά στους τύπους δόντια, μάτια, στόμα, ράχη, ποδάρια κτλ., γιατί σ' αφτές τις λέξες άλλαξαν οι τύποι, οι ιδέες δεν άλλαξαν. Αν πάλε, σαν που με το λεν πολλοί, δε γράφουν ίνα ποιήσω τάχατις για να δείξουν πως δεν άλλαξε η γλώσσα και που τέτοιος δεν είναι ο σκοπός τους, τότες με φαίνεται πιο απλό και πιο έφκολο να γράψη κανείς θέλω να κάμω , αφού είναι το ίδιο. Αν άλλαξε, άλλαξε και με τη μια φράση και με την άλλη. Το θέλω να κάμω το καταλαβαίνει τουλάχιστο και το λέει όλος ο κόσμος. Κάτι θα πη κι αφτό. Αν έγραφα την καθαρέβουσα, θάγραφα αμέσως θέλω ποιήσαι . Θακουλουθούσα το δικό σας το σύστημα, που με φαίνεται το μόνο σωστό, γιατί ξέρετε και δεν ανακατώνετε τις δυο γλώσσες. Άκουσα πολλές φορές να πουν πώς είστε la citadelle du purisme· είναι έπαινος σας. Παρατήρησαν παντού μάλιστα στην Εβρώπη, όταν ήρθε η πρόσκλησή σας, που αντίς υποταχτική με το να , βάλετε πολύ πιο φρόνιμα απαρέφατα.
Να σας πω το κάτω κάτω, δε με μέλει για τη γλώσσα που γράφει κανείς· φτάνει να βγη τίποτις από τα λόγια που θα με πη, φτάνει ο λόγος του ναξίζη και νάχη μέσα και δυο ιδέες, να με μάθη πράματα που δεν ξέρω. Κοιτάζω την ψυχή κι όχι μόνο τη φορεσιά, το νου κι όχι μόνο το τυπικό. Ο λαός κάθε μέρα στο Παρίσι συνηθίζει και λέει τις λέξες ciel (le ciel de mon lit, un ciel de boue, όταν είναι βροχή), n'est pas (il n'est pas bête!), plus (plus souvent!), pur (c'est une pure blague), que (pas si bête que ça), le fond (le fond du sac), mon cœur (gentil comme un cœur). Με τους ίδιους τύπους, με τις ίδιες λέξες σας βγάζει ο Ρασίνας τον περίφημο στίχο που έχει τόση νοστιμάδα και γλυκύτητα· Le ciel n'est pas plus pur que le fond de mon cœur.
Η γλώσσα είναι ό τι την κάμη ο νους. Η εβγένεια είναι μέσα στην ψυχή, όχι στα λόγια. Τα λόγια δεν έχουν άλλη ζωή παρά τη ζωή που τους δίνει ο άθρωπος, άλλη ποίηση παρά την ποίηση που έχει μέσα του και κείνος. Είναι παιδιά του. Σκλάβοι τους δεν είμαστε. Ο νους είναι που ζωντανέβει τη γραμματική. Φτάνει νάχουμε μια ιδέα, να τρέμη η καρδιά μας, και βλέπετε αμέσως και τη γλώσσα να χύνη όλα της τα λουλούδια· βλέπετε την κάθε λέξη να λάμπη σαν ολόφωτο φεγγάρι.
Ξέρω τι θα με πήτε· δεν έγραψαν πάντα μήτε σ' όλους τους τόπους τη γλώσσα που μιλούσαν{83}. Είναι βέβαιο. Μάλιστα στανατολικά μέρη φαίνεται μια κάποια διγλωσσία να είναι νόμος ιστορικός. Στην Καλκούττα και στο Μπέναρες, ακόμη και σήμερα, τυπώνουνται φημερίδες σασκριτικές· κανείς όμως δε μιλεί σασκριτικά. Στην Κίνα η γλώσσα του λαού δε γράφηκε ποτές. Οι Άραβες άλλη γλώσσα μιλούν κι άλλη γράφουν. Έτσι και μεις. Άλλους πάλε τους αρέσει νάχουν έναν κύκλο φίλους και τους φτάνει να τους διαβάζουν οι φίλοι τους μόνοι. Οι Αλεξαντρινοί τέτοιο σύστημα είχανε. Δεν τους έμελε για τον όχλο. Συχνά μάλιστα κανείς είναι αναγκασμένος να μιλή για λίγους, γιατί και λίγοι τον ακούν. Τότες το κάμνει έφκολα σύστημα. Τέτοια τυχαίνουν, όταν είναι μια φιλολογία στην παρακμή της.
Όταν είναι καλοκαίρι, ο ήλιος φέγγει για όλο τον κόσμο, τα δέντρα, για όλους πρασινίζουν· ένας λαός, στις καλοκαιρινές του τις ώρες, δεν ξέρει τέτοιες νοστιμάδες και δεν έμαθε ακόμη να πουλή σοφίες. Τα συστήματα που λέμε φαίνουνται μόνο και βγαίνουνε στη μέση, ή όταν ακόμη δε μορφώθηκε καινούρια γλώσσα, σα στον καιρό του Ντάντε που γύρεβε ο καθένας να γράφη λατινικά, ή στα χρόνια που χάθηκαν οι δόξες οι παλιές και που η ποίηση βαστιέται με τη μίμηση μόνο. Παν τα φώτα, παν οι μεγάλες ιδέες, κι ο κόσμος αποχαιρετά όλους τους ήλιους που βασιλέβουν. Κανείς πια δεν κοιτάζει ποίηση και φιλολογία. Ένας ποιητής, για να ελκύση τους λίγους που απομνήσκουν, προσπαθεί να τους μαγέψη με κάτι μικρούτσικες, πολυδουλεμένες, πολύτεχνες νοστιμάδες.
Ένας όμως που φτάνει νέος σε μια νέα εποχή, που νοιώθει το κεφάλι του γεμάτο ιδέες, φαντασίες, εικόνες καινούριες, δεν έχει καιρό να συλλογιστή τόσες τεχνολογίες και να βάλη τέτοιες σοφίες με το νου του. Ένα μόνο γυρέβει, πώς να πη γρήγορα και παστρικά ό τι έχει να πη. Πρώτα βλέπει αν έχει τόντις να πη τίποτες· ύστερα γράφει. Δε θέλει να στολίση μήτε την ιδέα του μήτε τη φράση του. Το στολίδι του είναι η αλήθεια· φτάνει να την ακούση ο κόσμος, και τα λόγια του είναι καλά. Διέστε το Δημοστένη! Τι κεραβνός και τι λιοντάρι! Ορμά, ίσια στην αλήθεια· την αλήθεια θέλει· πρέπει να την καταλάβη ο καθένας και προσπαθεί όχι να τη συγυρίση, όχι να χτενίση την ιδέα του, μα να την πη με τρόπο που να καταπείση το λαό. Ένας μεγάλος συγραφέας είναι σαν καθρέφτης· στα λόγια του μέσα ο καθένας βλέπει την ίδια του την εικόνα. Στα βιβλία του ζη, αναπνέει, χαίρεται και λυπάται, κλαίει και γελά ένας ολάκαιρος αιώνας κ' η αθρωπότητα όλη. Είναι κεντρικός σαν τον ήλιο και τον κόσμο φωτίζει· εκεί που ο ίδιος δεν ξέρω τι μου γίνεται μέσα μου και δε βρίσκω λόγια να το πω, εκείνος με το λέει και με κάμνει να καταλάβω την ψυχή μου. Μιλεί για το λαό και σαν το λαό. Τη γλώσσα του λαού θέλει. Ο λαός δε θα ξεχάση τόνομά του· όσα είπε θα μείνουνε στη μνήμη του λαού. Για να φανούν αριστουργήματα, χρειάζουνται δυο πράματα μόνο· νους μεγάλος και λόγος απλός. Ένα γερό κεφάλι δε γυρέβει πώς να φαντάξη, πώς να ξεσκονίση μέσα από τα βιβλία καμιά σπάνια λέξη, για ναπορήσουμε με την τέχνη του. Δε γράφει για να φαντάξη. Δεν του μέλει για έπαινο και για δόξα· μήτε ξέρει τι είναι έπαινος και δόξα. Μπορεί τόνομά του να δοξαστή, εκείνος μήτε το βλέπει. Τι θα την κάμη, τη δόξα; Του φτάνει να σας πη την ιδέα του — και σας τη λέει με πόθο και ζέση — κι όποιος διαβάση τα βιβλία του, νομίζει πως τον ακούει και μιλεί.
Οι ελπίδες μου είναι μεγάλες. Θα μας βγη βέβαια μια μέρα κανένας τέτοιος ποιητής ή πεζογράφος. Δε γίνεται να κοπή η σειρά· ένα έθνος, που είχε μια φιλολογία σαν την αρχαία τη δική μας, θα βγάλη πάλε καμιά φιλολογία μεγάλη· θα ξανακάμη αριστουργήματα καινούρια. Για ναξίζη όμως τους αρχαίους, για να μοιάζη με κείνους, δεν πρέπει να τους μιμηθή, αφού στα χρόνια τους δε μιμήθηκαν κανένα. Ο ποιητής που προσμένουμε θα μιμηθή την αθρώπινη ψυχή και τη φύση που θα βλέπη μπροστά του· έτσι έκαμαν όσοι έγραψαν ύστερα από τους αρχαίους στην Εβρώπη και βγήκαν ίσιοι με κείνους. Ώςπου νάχουμε κανέναν Ντάντε ή κανένα Σαικσπείρο (είναι καλό νάχη ένα έθνος το μάτι του στα πιο αψηλά βουνά), μπορούμε να πιάσουμε αλλιώς τη δουλειά και να μη γυρέβουμε απαρχής μεγαλεία. Για να γράψη κανείς την εθνική του γλώσσα, δε χρειάζεται διόλου να είναι έξοχος νους, ή να βγη αμέσως φωστήρας· φτάνει να ξέρη λίγη γραμματική. Που είναι ντροπή να γράψη κανείς την εθνική του γλώσσα, που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, ποιος Γραικός θα τολμήση πια σήμερα να το πη και ποιος Γραικός να τακούση; Με φαίνεται που πάλιωσαν αφτές οι ιδέες. Είναι ένας χωρατάς που κάμνουν κάποτες και να σας πω την αλήθεια άκουσα να με τον κάμουν και μένα. «Τι τάχατις; Τη γλώσσα του μάγερά μας θέλεις να γράφουμε;» Και βέβαια! Του μάγερά μας τη γλώσσα θέλω. Πρώτα πρώτα σαν πιο φρόνιμο μ' έρχεται να μιλούμε την ίδια γλώσσα, γιατί αν του μιλήσουμε άλληνα, άξαφνα μπορεί να μη μας καταλάβη και να μη βρούμε φαγί να φάμε· αν ο λαός δε μας καταλάβη, έτσι κι αφτή μας η φιλολογία θα πεθάνη από την πείνα. Μάθαμε μάλιστα, — και δεν είταν ανάγκη να προκόψη πολύ η φιλολογία για να μας το δείξη — που ο Σαικσπείρος, ο Βολταίρος κι ο Γκέτες έγραφαν και μιλούσαν ίσια ίσια του μάγερά τους τη γλώσσα. Όταν ο Βολταίρος έλεγε je suis, tu es, il est, ο Γκέτες ich bin, du bist, er ist, ο Σαικσπείρος I am, he is, έτσι απαράλλαχτα τόλεγε κι ο μάγεράς τους σε κείνα τα χρόνια και το λέει ακόμη και σήμερα. Δεν είχε ο ένας τύπους ειμί, ει, εστί, πατήρ, πατράσι κι ο άλλος τύπους είμαι είσαι, είναι, πατέρας, τους πατέρες, στους πατέρες. Να μιλή κανείς σαν το μάγερά του ή να μιλή τη γλώσσα του μάγερά του, είναι πράματα όλους διόλου διαφορετικά. Είδετε πουθενά καμιά γλώσσα που να μην τη μιλούν κ' οι μάγειροι; Είδετε πουθενά κανέναν ποιητή που να μη συλλογιέται τίποτις άλλο παρά κρέατα, βόδια, αρνιά, όρνιθες, ψάρια, αλάτι και πιπέρι, ξύδι και λάδι; Όχι! Ωςτόσο κ' οι δυo τους την ίδια γλώσσα μιλούν, κι ο ένας μπορεί να καταλάβη τον άλλο. Δε μοιάζουν πάντα οι ιδέες· η γραμματική όμως δεν αλλάζει. Έπειτα, τι να σας πω; Αν είμουν ποιητής, θα με κολάκεβε με το παραπάνω, αν μπορούσε κι ο μάγεράς μου να ξέρη τους στίχους μου απ' όξω.
Δεν πρέπει ένας φρόνιμος άθρωπος να δίνη προσοχή σε τέτοιους χωρατάδες, μάλιστα μέσα σ' ένα σοφό Συνέδριο σαν το δικό σας. Όλα με τον καιρό μεταμορφώνουνται κ' η γλώσσα του μάγερα καταντά γλώσσα του Πλάτωνα ή του Σοφοκλή. Να μη νομίζουμε το λοιπόν που ο μάγερας μιλεί γλώσσα χαλασμένη , αφού βλέπουμε που την έγραψαν τέτοιοι αθρώποι. Ίσως μάλιστα με τον καιρό σας φανή πια άνορθη η καθαρέβουσα. Η καθαρέβουσα έχει την ίδια σύνταξη που έχει κι ο μάγερας· το παιδί μου είναι άρρωστο, σας λέει ο μάγερας· το τέκνον μου ασθενεί και μάλιστα είναι ασθενές (!), γράφει η καθαρέβουσα. Τι κάμνει όμως; Βάζει άλλες λέξες, μα τα ίδια λέει. Οι τύποι είναι αρχαίοι· η γλώσσα αρχαία δεν είναι. Ο μάγερας τουλάχιστο μιλεί μόνο ταπλά του τα γραικικά· η γραμματική του είναι πάντοτες η ίδια, έχει τυπικό, φωνολογία και σύνταξη που δεν αλλάζουν. Η καθαρέβουσα είναι πολύ πιο ανώμαλη, γιατί σας έχει πλάγι πλάγι πράματα αντίθετα, παλιό τυπικό, σύνταξη καινούρια. Ποιος όμως στοχάζεται Πλάτωνα, ας είναι και Πλούταρχο ή Λουκιανό, να μιλή και να γράφη με τέτοιο τρόπο; Μήτε ο Χρυσόστομος έτσι δεν έγραφε.
Τον ίδιο δρόμο που πήρε ο αθρώπινος νους, παίρνει κ' η γλώσσα του αθρώπου. Αλλάζει και μόλον τούτο μνήσκει πάντοτες η ίδια. Μια γλώσσα είναι σαν ένας φαρδής ποταμός. Κανείς δεν μπορεί να πη που αρχίζει ο ποταμός. Άγνωστη η πηγή του! Το ρέμα του είναι σιγανό και στενά τα παράλια που λούζει. Λίγο λίγο μεγαλώνει. Η γις ποτίζεται με τα νερά του κ' οι κάμποι γεμίζουν πρασινάδα· δροσίζουνται οι ρίζες και τα δέντρα χύνουν όλα τους τα φύλλα. Αν πάτε με τον ποταμό, γρήγορα θα διήτε στο δρόμο σας σπίτια, χωράφια και ζωή. Σωρέβουνται σε μια μικρή χώρα άντρες, γυναίκες και παιδιά. Γίνεται δ ή μ ο ς· έχει τα έθιμά του και τη γλώσσα του. Ο ποταμός όλο τρέχει κι όσο πάει φουσκώνει η ορμή του. Λες που για να περάση, σκάφτει τα χώματα και τρυπά τις πεδιάδες. Πληθαίνουν τα λαμπρά νερά, πληθαίνουν κ' οι αθρώποι. Παντού βλέπεις χωράφια και πάλε χωράφια. Δεν είναι τόπος χωρίς κάτοικο, αγρός χωρίς εργάτη. Φαίνουνται προάστεια πηχτά, τοίχοι αψηλοί, σπίτια χιλιάδες· προχωρεί ο ποταμός — και τέλος νάτος που μπαίνει σε πόλη μεγάλη και ξακουστή. ..
Κολόνες μαρμαρένιες στηλώνουν τα παλάτια. Υψώνουνται ναοί. Περίφημες Ακαδημίες μας ξεσκεπάζουν το σοβαρό τους μέτωπο και μας δείχτουν το πρόσωπό τους. Απάνω στους λόφους βλέπεις σπίτια καμαρωμένα, και ξαπλώνουνται ίσια με κάτω στις κοιλάδες μυρωδιές και περβόλια. Η ενέργεια του αθρώπου φανερώνεται με χίλιους κόπους. Τι δεν έκαμαν και τι δε θα κάμουν; Αφτή η χώρα δε μοιάζει πια με τα πρώτα χωριά που είδαμε στο δρόμο μας. Εδώ είναι δήμοι πολλοί. Δεν έχουν έθιμα μόνο· έχουν και νόμους. Καλλιέργησαν κάθε τέχνη, έβγαλαν ποίηση κ' επιστήμη. Στα θέατρά τους, στα δράματα που παίζουνε, φαίνεται ο μοναδικός νους του λαού. Σ' όλα χάραξε την ιδέα του και την έκαμε κτήμα ες αεί {84}, για να μάθουν κ' οι άλλοι κατόπι να κυβερνιούνται και να ζουν. Είναι πολιτεία κι όχι μόνο πόλη. Ο πολιτισμός εδώ γυρέβει την αρχή του. Είναι ξυπνός ο λαός, γεμάτος ζωή. Τρέχει, κοπιάζει, χτίζει και δημιουργεί. Σα μέλισσες παν κ' έρχουνται οι πολίτες. Βράζει το πλήθος μέσα στους δρόμους. Ο καθένας στη δουλειά του. Ο χωρικός ιδρώνει όξω στον κάμπο. Τα παιδιά τραγουδούν ηρωικά τραγούδια. Ο στρατιώτης γυμνάζεται· ο ρήτορας βγάζει λόγους κι ο φιλόσοφος χαμογελώντας κατεβαίνει στο γιαλό, κι όσο πλύνει τα ποδάρια του στο κύμα που τρέχει, έργα αθάνατα μελετά.
Ήσυχος, κι ακάματος βαδίζει ο ποταμός και καμαρώνει. Περηφανέβεται που βλέπει τόση δόξα. Τα νερά του χαδέβουν τους τοίχους και τα γεφύρια· αντανακλούν τα παλάτια και τους λόφους, τον τρεχάμενο λαό και το φιλόσοφο. Αργοπορεί το κύμα σα να θέλη να σταθή, για να χαρή ακόμη μια στιγμή την πόλη και την ομορφιά της. Τη νύχτα με το φεγγάρι, την ημέρα με τον ήλιο, ζουγραφίζει μέσα του ο ποταμός το κάθε πράμα και βγάζει την ωραία εικόνα που βλέπει. Η μια πόλη κοιτάζει την άλληνα μέσα στο νερό. Κι ωςτόσο θα περάση το ποτάμι! Θα περάση και κατόπι ποιος ξέρει τι θαπαντήση. Μπορεί ακόμη να βρη, στην πόλη κοντά, μπαξέδες συγυρισμένους και χωριά καλλιεργημένα. Κατεβαίνοντας όμως δε θανταμώση, παρά θλίψη και μοναξιά. Η γις ξαναβάζει τα μάβρα της ρούχα. Μόλις φαίνεται, πού και πού, μια καλαμιά στον κάμπο, ένα ρημοκκλήσι σ' ωρφανεμένη χώρα.
Μα τι πειράζει; Σαν τον ποταμό, είναι κι ο άθρωπος. Η ενέργεια της ψυχής του δεν πεθνήσκει. Ο ποταμός θα λούση πάλε χωριά, προάστεια, ίσως γρήγορα και πόλη. Τότες τα νερά του θα μας βγάλουν καινούριες εικόνες, θα ξαναρχίση άλλους γύρους το ποτάμι· θα μπη σ' άλλα χώματα, θα σκάψη άλλες πεδιάδες. Μπορεί μάλιστα τα κύματά του να πάρουν άλλη θωριά, να διή ουρανό που δε γνώριζε πρώτα, και σαν τον ουρανό με τα σύννεφα, να γίνη, και κείνος άσπρος και γαλάζιος. Ίσως άλλαξε κι ο ποταμός. Ποιος θα μας πη πόσα ρυάκια μάζωξε στο δρόμο; Ποιος θα μας πη, ύστερα από τόσες χώρες που ξέπλυνε, που τα νερά του είναι πάντοτες τα ίδια, που η φύση τους δεν άλλαξε λιγάκι; Πέρασε από τόσα χώματα μέσα, που θα πήραν τα νερά του καινούρια στοιχεία, καινούρια σώματα που δεν είχε πρώτα. Κανένας βέβαια δε θα πιστέψη που βάσταξε ο ποταμός την ίδια χυμική σύγκραση, που είναι το ίδιο κι απαράλλαχτο νερό. Κανείς όμως πάλε δε θα πη που δεν είναι ο ίδιος ποταμός, που δε βγαίνει από την ίδια αθάνατη πηγή.
Έτσι και με τις γλώσσες. Πάντα μας δείχτουν καινούριες εικόνες, ιδέες καινούριες. Μέσα σε κάθε γλώσσα φαίνεται κι ο άθρωπος που την έκαμε· η γλώσσα αντανακλά την ψυχή του, σαν τον ποταμό. Αλλάζουν οι τύποι, κάποτες κ' οι λέξες, μα οι γλώσσες μνήσκουν πάντοτες οι ίδιες. Ο ποταμός ο δικός μας απάντησε στο δρόμο που πήρε μια πόλη μεγάλη, μια αιώνια φιλολογία. Πρέπει τώρα να του χτίσουμε γρήγορα καμιά πόλη καινούρια, περίφημη σαν την πρώτη που είδε ξαναμορφωμένη σαν τον ποταμό, για να καμαρώση το ποτάμι και τα δικά μας τα μεγαλεία. Την πρώτη πόλη ο ποταμός πια δε θα την ξαναδιή· για τούτο πρέπει σήμερα να κάμουμε πόλη δική μας, γιατί σ' αφτό τον κόσμο που γίνουνται όλα τα πράματα, ένα μόνο δεν μπορεί να γίνη — να παν πίσω τα ποτάμια.
Μήνας Άβγουστος, 1886.
———————
NOTES
Je place ici quelques remarques qui ne méritent guère de figurer ailleurs que dans une courte note. Elles font suite à la Préface qui se trouve en tête de ce discours et ont trait à quelques questions d'orthographe {85}.
J'ai écrit en un seul mot les locutions telles que τόντις (= τω όντι, par réduction des deux ο à un seul ο et par adjonction du ς adverbial), δηλαδής, μόλον τούτο, αφού, κατεφτείας (de κατ' ευθείαν; le ν final disparait régulièrement et le ς adverbial s'ajoute alors à la désinence), όλους διόλου etc. On ne sent plus guère aujourd'hui dans ces locutions que des adverbes simples. Egalement, j'écris γύρω, γύρω, avec ω pour ω [υπογεγραμμένο]), suivant l'analogie des autres adverbes en ω, απάνω, κάτω, etc. Dans γύρω et peut-être dans τόντις, nous avons les deux seuls exemples d'un datif ancien conservé par voie populaire dans des locutions toutes faites. Un autre datif nous est fourni par une formule de salutation dialectale, usitée à Chio, kalisiméra καλή σοί μέρα. Τόντις parait être plutôt un mot d'origine savante devenu aujourd'hui populaire.
Je ne puis entrer dans l'examen de toutes les orthographes particulières que je me suis vu forcé d'adopter, du moment que je me conformais aux principes de l'ancienne orthographe. Les questions spéciales traitées dans ce discours s'adressent à un publie instruit: il saura donc reconnaître de lui-même les règles qui m'ont guidé. Il est évident, par exemple, que nous ne pouvons accentuer aujourd'hui autrement que Περικλής, χρυσή. Περικλής se décline de nos jours, sur ποιητής et χρυσή sur καλή; le circonflexe n'a donc plus aucun sens, puisque les anciens eux-mêmes, en pareil cas, mettent l'aigu. Ce qui serait aller contre les habitudes orthographiques anciennes, ce serait précisément d'écrire Περικλής, alors qu'on décline του Περικλή.
Il sera tout aussi superflu de donner quelques autres explications: il n'est pas besoin de dire pourquoi nous écrivons την Πόλη, mais τη γραμματική, sans ν final et pourquoi le ν final disparait devant toute autre combinaison que κ, π, τ et les voyelles: on suppose les lecteurs familiers avec les règles élémentaires du grec moderne.
Toutes les formes employées dans ce discours trouveront ainsi leur justification dans les règles de la grammaire populaire. Certaines personnes prétendent, il est vrai, que la langue populaire n'a pas de grammaire; mais leur idée ainsi énoncée, manque de clarté. La grammaire de la langue populaire ne se trouve pas à l'état de livre imprimé. Cela est exact; mais, il ne faut pas en conclure qu'elle n'existe pas. Jusqu'ici on n'a pas encore conçu la possibilité d'une langue vivante et pariée — écrite, ou non écrite, peu importe! — qui ne reposerait pas sur un système phonétique, morphologique et syntaxique propre, en d'autres termes, qui n'aurait pas sa grammaire.
Il à paru inutile de marquer par un signe particulier la prononciation de i (υ, η, ι, οι, ει, υι) devant une voyelle suivante: il suffit d'écrire ποιος au lieu de πιος: on prononcera naturellement comme s'il y avait ποιος ou πγοιός. Ces prononciations sont tellement familières à tout le monde, qu'il est à peine besoin de les rappeler par l'écriture. Le γ n'a été admis que dans les mots où il était consacré par l'usage, comme dans γιος, γιατρός, etc. — Du reste, — qu'on nous permette de le dire, — toutes les orthographes suivies dans ce discours sont des orthographes voulues. C'est à dessein que nous écrivons συγραφέας, φαρδής, etc. (voyez plus haut à Περικλής), de même προεστός, προεστού, τον ίδρο, etc.; τον ίδρο serait assurément plus correct. Mais on trouve ι bref dans Euripide, Ion. 1175, en tout cas chez Quintus de Smyrne. Or, toutes les fois que nous avons un prétexte quelconque pour simplifier l'orthographe, il est bon d'en profiter. C'est pourquoi on peut risquer καλοσύνη, et, inversement, διαδώθηκα, parce que tous les aor. passifs des verbes en -ώνω (ancien -όω){86} s'écrivent de même. Voici donc une dernière confession. Je ne me suis fait naturellement aucun scrupule d'emprunter à la langue ancienne tous les mots nécessaires soit à la pensée, soit au sujet traité. Je me suis permis pourtant une innovation. Les termes de brève et de longue , μακρόν et βραχύ , qui appartiennent à la vieille terminologie grammaticale, ne sont pas très exacts en eux-mêmes: de plus — ce qui est grave — ces deux adjectifs μακρόν et βραχύ contrarient trop ouvertement, à leurs diverses flexions, la morphologie en même temps que la phonétique modernes: on pourrait, il est vrai, dire régulièrement το βραχέο, d'après το φωνήεντο (voyez Revue des Etudes grecques. t.I, No 2.): mais j'ai cru devoir préférer les deux expressions διπλόχρονο (longue), απλόχρονο (brève), expressions qui m'ont paru plus précises même au point de vue linguistique. Certaines personnes nous diront que le peuple n'emploie pas et ne comprend pas les mots tels que: ενέργεια, φιλολογία. χυμία, κατάληξη, δήμος, etc., etc. Elles prétendent qu'écrire de cette façon, ce n'est plus écrire une langue populaire. Le reproche porte à faux. Le peuple, selon toute vraisemblance, ne se nourrit pas des ouvrages de Kant et il est à présumer que les habitants de Fribourg en Brisgau ne lisent pas couramment les traites de M. Hermann Paul. Cela ne veut pas dire qu'il faut supprimer la philosophie ou la linguistique, sous prétexte que le peuple ne comprend pas la philosophie ou la linguistique. Cela ne veut pas dire davantage qu'il faut supprimer la langue du peuple. On n'étudie plus de nos jours la philosophie ou la linguistique, comme on l'étudiait il y à deux mille ans. Il est tout aussi logique, quand on écrit, de ne plus se servir d'une langue qu'on parlait il y à deux mille ans. Il nous faut une langue aussi moderne que notre pensée même.
Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ {87}
Ο μεγάλος μου ο πεθερός μου έλεγε κ' έλεγε συχνά πως δεν πρέπει κανείς ποτέ ναπαντάη, σα γράφουνε για μας άτοπα ή μπόσικα λόγια όσοι δεν έχουν άλλη δουλειά. Έλεγε όμως πως κι αφτοί θέλουν απάντηση, όταν άξαφνα σε κατηγορήσουνε για τον πατριωτισμό σου. Δεν πρέπει να τους αφίνουμε να λένε· πρέπει κάτι να πούμε και μεις.
Σα βγήκε το Ταξίδι , τα σερτάρια μου ξέρουνε τι άκουσα και τι δεν άκουσα, γιατί φύλαξα τις φημερίδες εκείνης της εποχής μ' όλες τις νοστιμάδες που τυπώνανε κάθε μέρα. Είτανε λύσσα· ένας μάλιστα ήθελε και καλά να μου κόψουνε ταφτιά μου. Δεν αποκρίθηκα λέξη. Τα διάβαζα, διασκέδαζα, γελούσα, όταν άξαφνα είδα κάπου ένα άρθρο, που βέβαια δε γύρεβε να πη τίποτις δυσάρεστο ή να με πειράξη στην αγάπη μου για την Ελλάδα, μα που ήθελε ναποδείξη πως η δημοτική μας είναι γλώσσα της σκλαβιάς και πως πατριωτικό δεν είναι να τη γράφουμε. Αποκρίθηκα τότες, και πολύ πρόθυμα δημοσίεψαν το γράμμα μου στην «Εφημερίδα».
Όπως τόμαθα υστερώτερα, δηλαδή σα βγήκε το γράμμα μου — γιατί έβαλε και μια σημείωση, στην αρχή, μαζί με το γράμμα μου, η «Εφημερίδα» — ο κ. Α. Γ. Η., που λέει τάρθρο μου, είναι ο κ. Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης. Καμιά ιδέα, κανένα σκοπό να τον πειράξω δεν είχα. Όσα έλεγε τότες, πόσοι δεν τα ξαναείπαν κατόπι, και με τι ύφος και με τι χοντροβρισιές! Ο κ. Γιαννόπουλος έγραφε με τρόπο εβγενικό, σοβαρά, σαν άθρωπος που ήσυχα σου λέει τη γνώμη του και θαρρεί πως είναι η σωστή γνώμη. Τη γνώμη του αφτή πολλοί ακόμα την έχουνε στην Ελλάδα. Τους τα ξηγήσαμε, τους τα ξεδιαλίσαμε όλα με το νυ και με το σίγμα· τίποτα, μα τίποτα να μας αποκριθούνε δεν έχουνε, κι ωςτόσο τη γνώμη τους δεν την αλλάζουνε, μόνο και μόνο γιατί είναι γνώμη τους, κι ας μην έχη και βάση καμιά.
Με τον κ. Γιαννόπουλο τουλάχιστο συζητούσα, φιλονικούσαμε, του έλεγα τους λόγους μου, μιλούσαμε για τα ιστορικά της δημοτικής, όπως ταιριάζει κάθε φορά που κατηγορούνε τη γλώσσα, γιατί παρατήρησα πως το μάθημα το μεγάλο και το μεγάλο το γιατρικό είναι να πιάνουμε να μελετούμε κατάβαθα την ιστορική μας γραμματική, άμα νοιώθουμε και μας κολνάει στο μυαλό η φοβερή μας εκείνη αρρώστια, να λέμε τη γλώσσα μας πρόστυχη κι ανίκανη, αψηφώντας κι αδυναμώνοντας έτσι την ψυχή μας την ίδια. Μου είναι άγνωστο αν ο κ. Γιαννόπουλος άλλαξε γνώμη{88}. Θα συλλογίστηκε ωςτόσο αλλιώς για μερικά πράματα, που του φαίνουνταν τότες αληθινά. Μας το δείχνουνε, μας ταποδείχνουνε τα ιστορικά μας, πως κάθε γλώσσα μορφώνεται μοναχή της, και μας ταποδείχνουνε με τρόπο που και να θέλη κανείς, δεν μπορεί να πη το ενάντιο κι αναγκάζεται να το πιστέψη. Ας αφήσουμε παράμερα πια κάθε πρόληψη, κάθε ψέφτικη γνώμη, κι ας το καταλάβουμε τι καλό, τι ωραίο, τι θεόλαμπρο πράμα που είναι να καθήση κανείς με την ησυχία του, ήμερα, χωρίς πάθος, να ξεφυλλίση τα παλιά μας τα βιβλία, να σπουδάξη τη γλώσσα μας και της γλώσσας μας την ιστορία. Θα μάθη πολλά. Κι αφτό έχουμε ανάγκη, να μαθαίνουμε. Ας το πούμε παστρικά· όσο την είχε και τη βασάνιζε ο Τούρκος ο καταραμένος τη δύστυχη την Ελλάδα, βέβαια πως κ' η επιστήμη δεν μπορούσε να προκόψη. Βέβαια πως και ταρχαία τα ελληνικά δεν μπορούσανε να σπουδαχτούν όπως έπρεπε. Αν τα σπούδαζαν από τότες, αδύνατο σήμερις να πίστεβε κανένας πως η καθαρέβουσα μοιάζει με τη γλώσσα εκείνη την ωραία. Δε θυμούμαι ποιος ελληνιστής στην Εβρώπη είπε μια μέρα πως οι Έλληνες οι σημερνοί γυρέβουνε να δείξουνε με την καθαρέβουσα πως είναι απόγονοι των αρχαίων και πως δείχνουν ίσα ίσα το ενάντιο, μόνο με το να νομίζουνε πως η καθαρέβουσα είναι γλώσσα ελληνική. Και κοντά στο νου πως δε θα το νομίζανε, αν είχανε δε λέω διαβασμένα όπως πρέπει ταριστουργήματα της χρυσής μας εποχής, μα τουλάχιστο καταλάβει τη γραμματική την ίδια, καθώς την καταλαβαίνουνε στην Εβρώπη, καθώς την καταλάβαινε κι ο ελληνιστής που σας είπα. Τότες θα βλέπανε πως η δημοτική μονάχα βαστάει από την αρχαία, ενώ η καθαρέβουσα δεν είναι γλώσσα καθαφτό, δεν μπορεί το λοιπόν και να βαστάη από την αρχαία τη γλώσσα. Ποιος φταίει όμως που δεν το βλέπουνε; Φταίνε τα χρόνια της σκλαβιάς, και σαν τα ξετάζει κανείς τα πράματα δίχως πάθος, καταλαβαίνει πως της σκλαβιάς η γλώσσα είναι η καθαρέβουσα, πως πατροπαράδοτη από στόμα σε στόμα κι από γενεά σε γενεά, δεν υπάρχει άλλη από τη δημοτική. Και να μη θαρρήτε τάχα πως με πάθος σας τα λέω αφτά. Τι θα με πείραζε, σας παρακαλώ, η καθαρέβουσα, τι θα μπορούσα νάχω κιόλας να πω εναντίο της, αν είτανε αρχαία γλώσσα; Όσα λέμε δω, είναι, σας βεβαιώνω, πολύ απλά· πολλές σοφίες δε θέλουνε, για να τα νοιώσουμε. Ας τα νοιώσουμε λοιπόν και μια ώρα προτήτερα, να δήτε πως τα σιάζουμε όλα.
28 του Τρυγητή, 1901.
Αξιότιμε Κύριε,
Τώρα μόλις έλαβα τον αριθμό 211 της «Εφημερίδος» σας. Είχα λάβει πριν τους αριθμούς 201, 202 και σας έγραψα ιδιαίτερο γράμμα, για να σας πω αμέσως πόσο με συγκίνησαν αφτά τα δυο άρθρα (αρ. 201, 202). Το σημερνό μου το γράμμα, θα σας παρακαλέσω να με κάμετε τη χάρη να το δημοσιέψετε. Δεν έχω συνήθεια ναπαντώ σε προσωπικά άρθρα· όταν είναι λόγος για γλωσσικά ή γραμματικά ζητήματα, προτιμώ ναπαντήσω με βιβλία· όταν κατηγορούν του λαού τη γλώσσα και τη δική μου, πάλε δε λέω τίποτις, γιατί με φαίνεται πως τα είπα όλα. Όταν όμως καταλάβω που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα.
Ο κ. Α. Γ. Η. (δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ακούστηκε ως τώρα τόνομά του στην επιστήμη) γράφει τακόλουθα για τη δημοτική γλώσσα στον αριθμό 211 της «Εφημερίδος». σελ. 1, στήλη β'· «Η δημώδης ημών γλώσσα, οποία σώζεται εις τα δημοτικά προ του 21 άσματα και οποία διετυπώθη και εν αυτώ τω βιβλίω του κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ. Ψυχάρη· δεν πιστέβω νάχη κανένας το δικαίωμα να πη που του Ψυχάρη η γλώσσα «φέρει την σφραγίδα της δουλείας», κι όποιος το λέει βέβαια δε θα διάβασε το βιβλίο του. Μα δε λυπούμαι που δε με διάβασε ο κ. Α. Γ. Η. Με κακοφαίνεται μόνο που μπόρεσε ένας Γραικός να γράψη τέτοιο λόγο. Δεν ταιριάζει και μάλιστα, για να πω φανερά την ιδέα μου, είναι άτοπο να μιλή κανείς έτσι για τη γλώσσα του. Είναι επιστημονικό λάθος· είναι και λάθος εθνικό. Τα βλέπουμε στην Εβρώπη κι απορούμε· έπειτα λέει ο κόσμος πως οι Έλληνες δεν έχουν κρίση, ίσως και που μας λείπει αξιοπρέπεια. Δε γίνεται να κατηγορή κανείς και τη γλώσσα του και το έθνος που τη μιλεί· πρέπει να σέβεται και τη γλώσσα και το έθνος του. Κατάλαβα όμως τι τρέχει· ο κ. Α. Γ. Η. γράφει παρακάτω· «η γλώσσα αυτή, ην διεμόρφωσαν μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες». Για τούτο νομίζει, υποθέτω, πως «φέρει την σφραγίδα… της δουλείας ». Παρακαλώ τον κ. Α. Γ. Η. να με δώση την άδεια να του μάθω που η επιστήμη σήμερα δεν παραδέχεται τέτοια αρχή· κανένας στην Εβρώπη δεν πιστέβει πια που μπορεί μια γλώσσα — όποια γλώσσα κι αν είναι — να διαμορφωθή εν δουλεία κτλ. Η επιστήμη που δεν το πιστέβει μορφώθηκε η ίδια σ' ανεξάρτητα κράτη· μας διδάσκει που κάθε γλώσσα αλλάζει μοναχή της και δίχως να υπάρχη καμιά ξεχωριστή, εξωτερική αιτία της αλλαγής. Η δουλεία δεν μπόρεσε ως τώρα μήτε να φτειάξη μήτε να χαλάση γραμματική. Κάτι ξέρει κ' η επιστήμη που το λέει. Είναι πολύ πιο σωστό και πιο φρόνιμο να την ακούμε παρά να βγάζουμε γλωσσολογικούς νόμους του κεφαλιού μας.
Δε σπουδάζουμε την ιστορία και δε γυρέβουμε να μάθουμε σε ποια εποχή άρχισαν πρώτη φορά να φαίνουνται μερικοί τύποι δημοτικοί. Έπειτα μιλούμε για δουλείαν. Ο κ. Α. Γ. Η. βέβαια θα ξέχασε που η ονομαστική μεγάλος (Gloss. Laod., 193, 1, 23, 197, 1, 23), που τα ισοσύλλαβα γυναίκα (Gloss. Laod., 197, 2, 20), εβδομάδα (Gloss. Laod., 207, 1, 15 - 16), διάλυση (αντίς διάλυσις Gloss. Laod., 170, 1, 21) βρίσκουνται στον ένατο αιώνα. Στον έβδομο θαπαντήση ο κ. Α. Γ. Η. την πληθυντική ονομαστική οι Αινειάδες (Μαλαλάς, 170, 3, έκδοση της Μπόννας), Πέρσες (331, 18), Σκύθες (26,5). Στον τέταρτο αιώνα δεν έλεγαν πια το ν μπροστά στα ημίφωνα χ γ θ δ σ ζ φ β (Πάπυροι του αρχιδούκα Rainer, Βιέννα, 1887, II, σελ. 83. gr. 1 α.) Έδειξα μάλιστα στο Ταξίδι μου (σελ. 178) που μόνο οι λόγιοι μπόρεσαν και μας έβγαλαν την προφορά καταλαμβάνω , σε μια εποχή που κανείς πια δεν ήξερε τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας· η προφορά άντρας, έντεκα, κόμπος, θαμπώνω, κτλ., κτλ., σώζεται όμως από τα πιο παλιά τα χρόνια· κι ο Περικλής τέτοια προφορά είχε. Στον πρώτο ή στο δέφτερο αιώνα προ Χριστού γνώριζαν την πληθυντική ονομαστική του θηλυκού οι γυναίκες (Pap. Lup., 61, 250; Ρap. Leid. I, 11,3). Η δουλεία μέσα σ' αφτά τι γίνεται και πού θα τη βάλουμε; Αν ο κ. Α. Γ. Η. είχε μελετήσει τη δημοτική , θάβλεπε που όση διαφορά έχουν αναμεταξύ τους η γλώσσα του Ξενοφώντα και της Ιλιάδας η γλώσσα, τόση διαφορά έχει κ' η δική μας με τη γλώσσα του Ξενοφώντα. Από του Όμηρου στου Ξενοφώντα τα χρόνια καμιά δουλεία δεν μπόρεσε να φέρη τη διαφορά. Μια γλώσσα αλλάζει, γιατί είναι γλώσσα και της φτάνει που είναι γλώσσα για ναλλάξη. Όταν ανακατώνεται κανείς σε τέτοια ζητήματα, είναι ανάγκη να ξέρη, τουλάχιστο τα στοιχεία της επιστήμης. Περισσότερο μοιάζει η δημοτική μας με την αττική, παρά που μοιάζουν τα σημερνά τα γαλλικά με τα γαλλικά που μιλιούνταν ακόμη στο δέκατο αιώνα. Η δουλεία όμως μήτε μόρφωσε μήτε διαμόρφωσε τα γαλλικά. Μπορούσε να κάμουμε κι άλλη μια παρατήρηση, γιατί βλέπω που ο κ. Α. Γ. Η. δεν την έκαμε· ο κ. Α. Γ. Η. μιλεί για δουλείαν . Τα νόστιμο είναι που η δημοτική δε γνωρίζει αφτή τη λέξη· η καθαρέβουσα την έβγαλε στη μέση.
Είναι νόμος ιστορικός· όσο προδέβει, όσο προχωρεί και φωτίζεται ένα έθνος, τόσο περισσότερο καλλιεργεί, πλουτίζει και σέβεται τη δημοτική του γλώσσα, τόσο περισσότερη διαφορά έχει αφτή η γλώσσα με την αρχαία που τη γέννησε· το παιδί χωρίζεται από τη μάννα του, γιατί μπορεί να περπατήση μοναχό του. Ο νους μεγαλώνει· υψώνουνται οι ιδέες· η γλώσσα γίνεται ανεξάρτητη και κείνη. Μόνο όταν ένα έθνος δεν είναι ανεξάρτητο, όταν έχει αφέντη ξένο, πάει να πη όταν έθνος δεν υπάρχει και δεν υπάρχει λαός, τότε μορφώνεται γλώσσα αριστοκρατική, γλώσσα που μήτε την καταλαβαίνει, που μήτε έχει ανάγκη να την καταλάβη ο λαός.
Μάλιστα, αν το συλλογιστούμε καλά, θα διούμε που όσα λέει ο κ. Α. Γ. Η. για τη δημοτική, ταιριάζουν πολύ καλήτερα για την καθαρέβουσα. Φαίνεται πως είταν η μοίρα μου να λέω όλο στους δικούς μας πράματα σκληρά, κάποτες και δυσάρεστα· ξέρουν όμως οι δικοί μας με τι νου, με τι σκοπό, με τι αγάπη τους τα λέω· κάθε φορά που με αναγκάζουν οι δασκάλοι, τους μιλώ και γω όπως πρέπει να τους μιλήση κάθε Γραικός· φταίν εκείνοι, αφού έχουν τη συνήθεια να μας λεν πράματα ακόμη πιο δυσάρεστα. Ας μας ακούση κι ο κ. Α. Γ. Η., γιατί μπορούμε να του αποδείξουμε ήσυχα κι απλά που η μόνη γλώσσα που «φέρει την σφραγίδα.. της δουλείας», είναι η δική του. Ο καθένας αμέσως θα το καταλάβη. Πρώτα πρώτα πολλοί θα παρατήρησαν αφτό το περίεργο το ιστορικό, που σήμερα στην Ελλάδα, στανεξάρτητο το βασίλειο, η δημοτική λογαριάζει κάμποσους φίλους και μερικούς οπαδούς· όλος ο κόσμος τη μιλεί· τη γράφουν οι φημερίδες, τουλάχιστο δυο τρεις· οι περισσότερες την αγαπούν και τη διαφεντέβουν, αν και δεν τη γράφουν· ο τύπος δεν μπορεί μοναχός του να κάμη επανάσταση κ' είναι αναγκασμένος νακολουθή το παλιό το σύστημα· προσπαθεί όμως ναποφύγη όσο δυνατό τα κορακίστικα και τις ελληνικούρες · τα σοβαρά τα φύλλα σέβουνται τη δημοτική· μόνος ο κ. Α. Γ. Η. λέει πως «φέρει τη σφραγίδα… της δουλείας»· πολλοί μελετούν την ιστορία της με περιέργεια· όλοι καταγίνουνται στο γλωσσικό ζήτημα. Στην Ανατολή μήτε υπάρχει ζήτημα· η καθαρέβουσα βασιλέβει. Η καθαρέβουσα στην Ελλάδα μοιάζει μόνο σα να είναι το υστερνό σημείο που μας άφησαν ακόμη και τώρα οι «μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες», που μόρφωσαν αφτή τη γλώσσα, και δεν είναι παράξενο που τη μόρφωσαν· είναι πολύ ψυχολογικό. Όταν ένας άθρωπος έχει φιλότιμο — φιλότιμο πότε μας έλειψε; — θα προσπαθήση με κάθε τρόπο να δείξη στους άλλους την αξία του· ίσως κάποτες και την παρακάμη. Όσο περισσότερο τον καταφρονήσουν οι άλλοι, τόσο περισσότερο θα θελήση να τους πη· «Κάτι είμαι και γω και θα το διήτε». Θα στολιστή, θα συγυριστή για να τον καμαρώση ο κόσμος. Εμείς, όταν ο Τούρκος μας πατούσε το κεφάλι, όταν Ελλάδα δεν είταν ακόμη πουθενά, όταν ελληνικό βασίλειο δεν ύπαρχε, τι προτέρημα, τι δόξα μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους λαούς; Πώς να τους πούμε· «Έχουμε προγόνους περίφημους που δεν τους έχει κανένας· είμαστε οι ίδιοι Έλληνες που ζούσαν και στα παλιά τα χρόνια και που ο κόσμος όλος σήμερα σπουδάζει τα έργα τους κι απορεί;» Στοχαστήκαμε τότες τη γλώσσα· είπαμε στους Εβρωπαίους· «Μας καταφρονείτε; δε μας ψηφάτε; Για σταθήτε λιγάκι· να μας ακούσετε πώς μιλούμε και να μας διαβάσετε πώς γράφουμε!» Είταν η μόνη μας δόξα· αρχίσαμε να μιμούμαστε τους αρχαίους. Η μόδα αφτή βγήκε σ' έναν καιρό που δεν μπορούσε ακόμη ο Σωλομός να τραγουδήση δημοτικά την αναγέννηση της πατρίδας. Η ιδέα μας όμως και σε κείνα τα χρόνια σωστή δεν είταν· πιάσαμε το ζήτημα ανάποδα και το βλέπουμε τώρα.
Αν το είχαμε συλλογιστή μια στιγμή, θα καταλαβαίναμε που για να δείξουμε στον κόσμο πως είμαστε τόντις παιδιά των αρχαίων, ανάγκη καμιά δεν είχαμε να πάρουμε τη γλώσσα τους· από τη δημοτική θα φαίνουνταν ακόμη καλήτερα πως είναι πρόγονοί μας. Έπρεπε να πούμε· «Αφτή η ονομαστική πατέρας , αφτοί οι τύποι άντρας, νύφη κι όλη μας η γλώσσα μαζί, όπως τη μιλεί σήμερα ο λαός μας, σας δείχτουν που η αρχαία σώθηκε ίδια κι απαράλλαχτη μέσα στη δική μας, που ο λαός ο γραικικός την πήρε από των αρχαίων το στόμα και που από τα παλιά τα χρόνια, δεν πέρασε μισή στιγμή που να μη μιλήση ο ίδιος ο λαός την ίδια τη γλώσσα. Για να κάμη ονομαστική πατέρας , έπρεπε νακούση μια αιτιατική πατέραν και για νακούση αφτή την αιτιατική, έπρεπε πρώτα να ξέρη την αιτιατική πατέρα · την αιτιατική πατέρα δεν μπορούσε όμως να τη μάθη παρά από τους αρχαίους. Η ονομαστική πατέρας είναι ο θησαβρός μας, η δόξα μας και δεν πρέπει να τολμήση κανείς να την αγγίξη {89}». Με τη γραμματική και τη γλωσσολογία είταν έφκολο ναποδείξη κανείς πως έτσι είταν το σωστό και να ταποδείξη όπως ο μαθηματικός διδάσκει τη γεωμετρία, θέλω να πω με τόσο φως και τόση δύναμη που δε θα βρίσκουνταν άθρωπος να πη όχι· μάλιστα θα καταλάβαινε αμέσως ο καθένας που η ονομαστική πατήρ της καθαρέβουσας κι όσοι τύποι της μοιάζουν, καμιά σημασία δεν έχουν και δε μας μαθαίνουν τίποτες, γιατί κ' ένας ξένος μπορεί να πάρη την ονομαστική πατήρ κι ό τι περιττοσύλλαβα θέλει μέσα από τα βιβλία, μα που μόνο ένας Γραικός, γεννημένος Γραικός, ξέρει να κλίνη φυσικά και δίχως να το σπούδαξε στη ζωή του, ο πατέρας, του πατέρα κτλ. Ο πρώτος όρος της επιστήμης είναι, που όσο πιo δημοτικός, όσο πιο χαλασμένος είναι ένας τύπος, τόσο περισσότερη αξία έχει για το γλωσσολόγο και τον ιστοριογράφο, τόσο και πιο καθάρια μας δείχτει πως είναι γνήσιος και σωστός.
Μα σε κείνα τα χρόνια, πού να συλλογιστή κανείς γραμματική και γλωσσολογία; Δεν είχαμε καιρό να φιλοσοφήσουμε. Ο τύπος πατήρ φάνταζε καλά στο χαρτί· αμέσως τον έπαιρνε το μάτι. Δεν είχε κανείς ανάγκη να τον ξηγήση· φαίνουνταν αρχαίος. Τον έβλεπαν οι Εβρωπαίοι κι απορούσαν. Ύστερα κατάλαβαν που δεν αξίζει· πολλά γράμματα τότες ο κόσμος δεν ήξερε. Έτσι έμεινε η συνήθεια, και νόμισαν οι δασκάλοι που φτάνει ναρχαΐζουν και θα μοιάζουν τους αρχαίους. Μάλιστα προσπαθούσαν κάθε μέρα ναρχαΐζουν περισσότερο. Ξεσκόνισαν τις δοτικές, λίγο λίγο και τα μέσα ρήματα. Έχει κι αφτό το λόγο του· είναι ψυχολογικό. Ο νους του αθρώπου είναι γεμάτος περιέργεια· άμα μπη σ' ένα δρόμο, θα θελήση να διή ως πού πάει αφτός ο δρόμος, να βρη την άκρη του δρόμου. Ελλήνιζαν και κείνοι και προχωρούσαν. Έμαθαν κιόλας που στην Εβρώπη γνωρίζουν πολύ καλά τα ελληνικά· πειράχτηκε το φιλότιμό τους· πήγανε μερικοί στην Εβρώπη, γύρισαν και μας είπαν που πρέπει να διορθώσουμε, να καθαρίσουμε και την καθαρέβουσα. Ξέχασαν όμως να παρατηρήσουν που οι Εβρωπαίοι δε μελετούσαν την αρχαία για να τη γράφουν και να την κάμουνε γλώσσα τους, μα μόνο και μόνο για να φωτίσουν την επιστήμη. Οι δασκάλοι μας θαρρούσαν που η σπουδή της αρχαίας έχει σκοπούς πραχτικούς. Για τούτο δυσκολέβουνται ακόμη και σήμερα· δεν ξέρουν πώς να σιάξουν τη γλώσσα τους και βασανίζουνται. Βλέπω που πολλοί Αθηναίοι θυμώνουν, όταν τύχη κι ακούσουν ή διαβάσουν κανέναν αόριστο εκομισάμην ή εδεξάμην . Κάμποσοι φίλοι μου μέ τα λεν και σταναχωριούνται· πρέπει ξεναντίας ναπορούν πώς δεν κατώρθωσαν οι δασκάλοι, ύστερα από τόσους κόπους, να γράφουν καλήτερα τα ελληνικά· τα ελληνικά τους μας έρχουνται σαν κάπως μικρούτσικα, αδύναμα και νερουλά. Πολεμούν οι ίδιοι να τα συγυρίσουν και δεν το κατάφεραν ως τώρα.