Front matter (continued 2)
Reading edition
— Δεν μου λες, μάννα, τι θα πη «μούλος»;
Η Σοφούλα ωχρίασεν, είτα ετραύλισεν·
— Πού τον άκουσες. . . αυτόν το λόγο;
— Ο Γιάννης της Φαμελούς, τώρα που παίζαμε μαζί, κ' εμαλλώσαμε, έφυγε τρέχοντας και μ' εφώναξε : «Μούλο! Μούλο!» Αχ! δεν τον έφτασα, να του δείξω εγώ. . . . Πες μου, μάννα, τι να πη;. . .
— Το στόμα τους να πιαστή!. . . να βγάλουν τη φάγουσα, ναι! ήρχισε να καταράται ταπεινή τη φωνή, ελθούσα εις επικουρίαν της αδελφής της η Κρατήρα.
— Θα μου πης, μάννα, και συ, θεια, τι θα πη; επέμεινε θορυβών και κλαίων, κτυπών τους πόδας του εις το έδαφος.
Τότε η θεία του ανέλαβε να του εξηγήση, λησμονούσα ότι ήρχετο εις αντίφασιν με τας προ μικρού κατάρας της.
— Νά, σε βλέπουνε, βρε συ, πού είσαι ξανθός. . . . κ' επειδή τάχα, απ' την τρίχα σου τους φαίνεται να μοιάζης σαν μουλαράκι, γι' αυτό σε φωνάζουν έτσι δα. . . .
Ο Κώτσος δεν επείσθη. Η Κρατήρα επρόσθεσεν·
— Όπως της Μπουλίνας το γυιο, που είνε κοκκινομάλλης, τονε λένε Κοκκίνη. . . και το Γιώργη της Μελάχρως, που είνε μαύρος, τόνε φωνάζουνε Αραπάκη. . . Κατάλαβες τώρα.
Ο μικρός ήρχισε να καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον από την γλυκείαν φωνήν της θείας του, ή όσον επείθετο από την έννοιαν των λόγων της.
— Όπως και τον Νίκο της Κοντούλας, που τόνε λένε Μελίσση, γιατί είνε σα βόι, τάχα, ε; είπε.
— Ναι, μαθές, επεβεβαίωσεν η Κρατήρα.
— Και τον Μιχάλη του Κορωνιού, που τόνε λένε Ψαρή, όπως τη γίδα;
— Ίσα, ίσα αυτό.
Ο Κώτσος ησύχασε προς καιρόν. Αλλ' είχε παρατηρήσει ότι το όνομα εκείνο το ετόξευον κατ' αυτού με περισσοτέραν κακίαν, παρ' όσην συνήθως εδείκνυον προς όσους εκάλουν «Ψαρή» ή, «Μελίσση». Ολίγον καιρόν ύστερον, ήρχισε να εξετάζη κατ' ιδίαν την θείαν του.
— Για, να σου πω, θεια; . . . . . Δε μου λες, γιατί ο πατέρας άφησε τη μάννα μου, κ' επήρε άλλη γυναίκα;
— Δεν είνε δουλειά σου, να τα εξετάζης αυτά, απήντησε, προσπαθούσα υπό το αυστηρόν του τόνου να κρύψη την αμηχανίαν της η Κρατήρα.
— Δεν είνε δουλειά μου; επανέλαβεν έτοιμος να κλαύση ο Κώτσος. Ναι, γιατί με φωνάζουν «Μούλο», επειδή τάχα δεν έχω πατέρα, κι' όχι απ' το χρώμα των μαλλιών μου, που μου έλεγες. . .
Τότε η Κρατήρα εσκέφθη προς στιγμήν και ως φρόνιμος γεροντοκόρη έκρινεν ότι δεν ωφελούσε να κρύψη την αλήθειαν από το ανεψιόν της, επειδή εις την εποχήν αυτήν της ελλείψεως παντός χαλινού, τα παιδία τα μανθάνουν πρωίμως όλα, και, αν αύτη εσιώπα, ο μικρός θα εμάνθανε πολύ περισσότερα παρ' όσα έπρεπε να ξεύρη, απ' τα άλλα παιδία του χωρίου από λόγια του δρόμου και από ακούσματα της αγοράς. Και λοιπόν του είπεν·
— Άκουσε, Κώτσο μου. Η μητέρα σου, όταν σε είχε στην κοιλιά, αρρώστησε, και της ήρθε αδυναμία και δεν μπόρεσε να σε γεννήση στην ώρα της. . . Και απάνω στην αρρώστια της που σε είχε στην κοιλιά, μέσ' τον ύπνο της φώναζε : «το παιδί! το παιδί!» κ' ύστερα που σε γέννησε, και τώρα ακόμη όλο άρρωστη είνε, ολοένα φωνάζει, στα ξυπνητά της και στον ύπνο της: «το παιδί! το παιδί μου!» Νοιώθεις τι αδυναμία έχει σ' εσένα, κι αγροικάς με τι πόνο και καϋμό σ' ανάθρεψε;. . . Και σαν της ήρθε η πρώτη αρρώστια, πριν σε γεννήση, σ' εβάσταξε μέσ' την κοιλιά μια-δυο μέραις παραπάνω. Τότε τα λαδικά, ας είνε καλά που τα ξετάζουν όλα, μέτρησαν τους μήνες, και της μέραις, κ' είπαν τάχα πώς η μάννα σου δεν σε είχε κάμει με τον άνδρα της, που έλειπε εννέα μήνες με το καράβι, επειδής έμεινες μέσ' την κοιλιά, αυταίς της δύο-τρεις μέραις παραπάνω. . . Τότε ο πατέρας σου, δεν θέλω να πω κακό λόγο, που μου είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη, και με ανάγκασε να αποθηκέψω εγώ το βιο μου και να του δώσω τρεις χιλιάδες μετρητά, επειδή επέμενε κ' ήθελε «το μέτρημα! το μέτρημα!» κι' ως την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να στεφανωθή αν δεν του μετρούσα τα λεπτά. . . ώστε, αφού έδωκα της μητέρας σου τα μισά κτήματα, όλο το μερδικό μου εγώ, για να του εύρω το μέτρημα να του δώσω. . . κοντολογής, ο πατέρας σου επίστεψε τα λόγια του κόσμου, και είπε ότι δεν σε γνωρίζει για παιδί του. Μα εσύ, καθώς κι' όλα τα ορφανά, έχεις το Θεό πατέρα, και πρέπει ν' αγαπάς την μητέρα σου, που δε σου έφταιξε τίποτε και παιδεύεται με τόσον πόνο και καϋμό να σ' αναθρέψη. . . Και νάσαι φρόνιμος και καλός, και καθένας που έσφαλε, απ' το Θεό θα τωύρη. Και με άλλον να σε είχε κάμει η μάννα σου, πάλι, εσύ δε φταις τίποτε, και δεν πρέπει να σε πειράζουν γι' αυτό, μα είνε παιδιά, και δεν θέλουν ξεσυνέριο, επειδή δεν ξεύρουν τι τους γίνεται. . . Γείνε συ φρόνιμος και καλός και θα ιδής πως αυτό δεν μπορεί να σε βλάψη. . . Ας σ' αξιώση ο θεός να προκόψης και να γείνης χρήσιμος άνθρωπος, κ' οι ίδιοι που σε βρίζουν τώρα, θάρχωνται μια μέρα να σου βάζουν μετάνοιες . . . και συ θα τους κάνης το βαρύ. . . Μονάχα, Κώτσό μου, νάχης την ευχή του Χριστού, κύτταξε να μην παραπονέσης την μάννα σου, που σ' αγαπά τόσο. . . Ανίσως εσύ πεισμώνης σαν παιδί, εκείνης η καρδιά της είνε ματωμένη γι' αυτά και γι' αυτά τα πράμματα.
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του φθινοπώρου η Κρατήρα είχε μείνει με τον ανεψιόν της εις τον ελαιώνα, και είχον κλεισθή εις το μικρόν καλύβι διά να κοιμηθώσι. Πλησίον του κτήματος υπήρχε μέγα δάσος, βαθύς δρυμών, από γιγαντιαία εξαίσια δένδρα.
Παρά την είσοδον του δάσους, εις τα νοτιοδυτικά σύνορα του ελαιώνος, υπήρχον πολλά ερείπια, έν σπήλαιον ή υπόγειον περιέργου σχήματος και κατασκευής, το οποίον εκαλείτο δρακοσπηλιά. Ήρχιζεν από μίαν οπήν βράχου, όστις είχε χρησιμεύσει ως ακρογωνιαίος λίθος ενός κατηρειπωμένου κτιρίου, και ανήρχετο προς τ' άνω, εντός υψηλού βράχου κωνοειδούς, όστις απετέλει την κορυφήν της δειράδος. Έλεγαν ότι εντός του σπηλαίου εκείνου ηκούετο ενίοτε παράδοξος ήχος και μεγάλη βοή. Τα κατηρειπωμένα κτίρια ήσαν τρία ή τέσσαρα.
Η οπή εντός του βράχου ανήρχετο εις διάστημα πολλών οργυιών, ως ελέγετο, εις το κοίλον του βράχου, και απέληγεν εις την κορυφήν όπου είχε διέξοδον. Ελέγετο ότι εκεί μέσα ενεφώλευε τον παλαιόν καιρόν ένας Δράκος, όστις έκρυπτεν εκεί θησαυρούς, τους οποίους εφύλαττον και έβοσκον την νύκτα διάφοροι Αράπηδες σκλάβοι του.
Τριγύρω εις τα ερείπια έβγαιναν την νύκτα όχι ολίγα στοιχειά, εξωτικά και κρούσματα. Από την θέσιν των ερειπίων ήρχιζεν έν ρεύμα στενόν, σύσκιον, το οποίον κατήρχετο βαθύ, κάτω εις την κοιλάδα, και εντός του ρεύματος, ολίγον παρακάτω από τα ερείπια, υπήρχε μία κρήνη παλαιά, εις την ρίζαν γηραιού δένδρου, μ' ένα τάπι δεμένον δι' αλύσεως εις κρίκον επί του γηραιού κορμού· εκαλείτο κοινώς το Κρύο Πηγάδι, ήτο δε κρύον όχι μόνον το νερόν, εκ του οποίου πολλοί δεν έπινον λέγοντες ότι ήτο στοιχειωμένον, αλλ' ο υγρός αήρ, το περιβάλλον και το σύσκιον και σκοτεινόν της μικράς κλεισωρείας. Πολλαί γραίαι, από τας πρωτινάς, όσαι είχον γεννηθή περί τα αρχάς του αιώνος, όταν ήσαν ηναγκασμέναι να διέλθωσιν από το στενόν τούτο, συνήθιζαν να χαιρετούν την παλαιάν κρήνην διά συνθηματικής ρήσεως·
— Χαίρε και συ, Κρύο Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου! Μερικαί έλεγον : «καϋμένο Κρύο Πηγάδι», και άλλαι τινές έλεγον ευφημότερον: «καλό Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου». Όλος ο τόπος τριγύρω, τα ερείπια και το ρεύμα, έβριθεν από νεράιδες την ημέραν, εμυρμηκία την νύκτα από στοιχειά και φαντάσματα.
Εις το «Κρύο Πηγάδι», πολλοί διηγούντο ότι είχον ιδεί να κάθηται ένας Αράπης, με την τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα και βοσκοπούλες, είχαν «χτυπηθή», διότι ευρέθησαν εις κακήν ώραν σιμά στο «Κρύο Πηγάδι». Η Καμπαναχμάκαινα, ποιμενίς προβάτων και μήτηρ δέκα παιδίων, είχε πάθει την νύκτα από αφωνίαν και παραλυσίαν.
Ο Κώτσος, το τέκνον της συμφοράς, είχε μάθει ν' αγαπά την εξοχήν, σιμά εις την θείαν του, και την ηκολούθει συχνά εις τας εκδρομάς της. Η μήτηρ του έμενε κατ' οίκον. Έπασχε σωματικώς από την γένναν της και είχε τρωθή ηθικώς από τα βέλη της δυσφημίας. Η αδελφή της ήτον σχεδόν αγροδίαιτος.
Ο Κώτσος ηγάπα όλα τα της εξοχής, τα βουνά και τα δάση, τας βρύσεις, τα ρεύματα και τα ερείπια, ως και αυτά τα φαντάσματα. Είχε γείνει σχεδόν μισάνθρωπος, από το όνειδος το οποίον του έρριπτον οι ομήλικοί του. Είχε παύσει να φοιτά εις το σχολείον εξ αιτίας της συμπεριφοράς των συμμαθητών του, τους οποίους δυσκόλως θα εσωφρόνιζε, και αν είχε την συνήθειαν να τους «μαρτυράη στο δάσκαλο» (το οποίον όμως εθεωρείτο ως στίγμα κακής προδοσίας μεταξύ των παιδίων). Άλλην άρα καταφυγήν δεν είχεν, ειμή να κάμνη συχνά καυγάδες και να δέρνη τους συμμαθητάς του — ενίοτε και να της τρώγη.
Κατόπιν μιας τελευταίας σκηνής, καθ' ην έδειρε δύο-τρεις εκ των συμμαθητών του, οι δαρέντες «τον εμαρτύρησαν» εις τον δάσκαλον. Ο ίδιος δεν ηθέλησε — εντράπη ή εδίστασε να πη εις τον δάσκαλον το επίθετον, το οποίον κατ' αυτού ετόξευον οι άλλοι. Αλλά τότε το βάρος της οργής έπεσεν επ' αυτόν.
Όχι μόνον «έφαγε ξύλο», με την λεπτήν βέργαν του δασκάλου η οποία έτσουζεν, αλλ' «απεβλήθη προσκαίρως» από τα μαθήματα. Μάτην, αφού ο ίδιος δεν ήθελε «να μαρτυρήση», η θεία του προσεφέρθη να υπάγη αυτή «ν' αγκαλέση» στον δάσκαλον τα άλλα παιδία, τα οποία του έλεγαν «έτσι κ' έτσι» και του εφώναζαν «αυτό κι' αυτό». Ο Κώτσος αυτοβούλως την προσωρινήν αποβολήν την μετέβαλεν εις διαρκή λιποταξίαν, και δεν επάτησε πλέον εις το σχολείον. Ήτον δε τότε δεκατριών ετών.
Και άλλοτε ο Κώτσος είχε «φάγει ξύλο» από τον διδάσκαλον, χωρίς να πταίη — ενώ άλλην φοράν πάλιν είχε μείνει ατιμώρητος, ενώ έπταιεν. Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ-Ιωακείμ, τον «ορμήνεψε» και του είπεν, ότι 'ς αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις παιδευόμεθα», και προσεπάθησε να του εξηγήση το απόφθεγγμα: «οι αδικούντες πολλοί, αδικούμενος ουδέ είς».
Έμαθε λοιπόν ν' αγαπά την ερημίαν, ν' αγαπά τα ερείπια, ως και αυτά τα στοιχειά και τα φαντάσματα. Α! τα στοιχειά δεν του ήθελαν κακόν ούτε τον είχαν αδικήσει.
Δεν του είχαν ρίψει ποτέ κατά πρόσωπον, ούτε εκ των νώτων, το απαίσιον κοινωνικόν όνειδος.
Ο Κώτσος είχεν ένα πόθον βαθύν, μίαν ακράτητον περιέργειαν. Ήθελε να δοκιμάση να εισέλθη εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου, το οποίον, ενώ εφαίνετο να καταδύεται κάτω εις την γην, ανήρχετο είτα εις την κορυφήν του βράχου. Ήτον εκείνη, η Δρακοσπηλιά, και είχε μεγάλην δι' αυτόν έλξιν. Είχε δοκιμάσει άπαξ ήδη, την ημέραν. Αλλ' η θεία του, ήτις τον επετήρει αγρύπνως, έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της.
— Μην το κάμης αυτό, παιδάκι μου! στη Δρακοσπηλιά μέσα ήθελες να μβης;. . . Θεός φυλάξη! μην είσαι απόκοτος!. . .
— Είνε κανείς Δράκος μέσα, θεια;
— Και δράκος να μην είνε, ποιος ξέρει; Μπορεί να βαρέσης πουθενά. . . είνε σκοτάδι, και ποιος ξέρει τι γκρίφια έχει μέσα . . . Μπορεί να κακοπάθης. . . ή να πάρης φρίξι και να σκιαχτής. . . Λένε πως έχει μια κακή βοή αυτή η σπηλιά, άμα χωθή άνθρωπος μέσα. . .
Ο Κώτσος εφάνη ότι ήκουσε την συμβουλήν της θείας του, κ' επανήλθε μαζί της εις τον ελαιώνα. Αλλ' ο πόθος και η περιέργειά του ηύξησεν.
Είχεν ακούσει από τα παιδία και τας γραίας ότι ο Δράκος, όστις εκατοικούσε τον παλαιόν καιρόν εκεί μέσα, μπορούσε να κάμη έναν άνθρωπον πλούσιον, στο κέφι του επάνω, άμα ήθελεν, εκτός αν επροτίμα — το οποίον ήτο και συχνότερον — να τον βλάψη και να τον μισερέψη διά πάντοτε, τον τολμηρόν επισκέπτην. Είχεν εκεί ταμιευμένα ο Δράκος γρόσια πολλά, φλωριά αναρίθμητα, τα οποία ένας Αράπης έβγαινε την νύκτα και τα εχόρευε, σιμά εις το στόμιον του σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εις το φως της σελήνης. Ωνειροπόλει να διαλάθη την προσοχήν του Αράπη, ν' αρπάση όσα ειμπορέση φλωριά, εκεί που τα εχόρευε. Με αυτά τα φλωριά θα εξεχρέωνε πρώτον τα κτήματα της θείας του, επειδή το χρέος την έκαμνε να στενάζη. Είτα θα άφηνεν εις τας δύο γυναίκας αρκετά διά να καλοζούν, και αυτός θα εσκάρωνεν «ένα μεγάλο καράβι τριοκάταρτο», θα επήγαινε να ταξειδεύση, και θα έφερνεν από τα ταξείδια «κόφες τάλλαρα», καθώς είχεν ακούσει να διηγούνται διά τα πλοία όσα ανέβησαν εις την Μαύρην Θάλασσαν κατά τον πόλεμον τον Κριμαϊκόν, ότι είχαν γεμίσει το αμπάρι από τάλλαρα, και τα εμοίραζαν «με της κόφαις» εις τους συντρόφους, τον λοστρόμον και τους ναύτας και αυτόν τον μούτσον. . . Μ' εκείνα τα τάλλαρα θα έμβαινε καλά στα μάτια εκείνων των φθονερών παιδίων, των σημερινών εχθρών του, και θα ήρχοντο να του βάζουν μετάνοιες στρωταίς, καθώς έλεγεν η θεία του.
Την νύκτα εκείνην, καθ' ην είχε κατακλιθή, αφού επείσθη ότι η θεία του εκοιμάτο βαθέως, κουρασμένη καθώς ήτον, εσηκώθη χωρίς κρότον, ήνοιξε την θύραν με άκραν προφύλαξιν. Επήρε μαζί του ένα κουτί σπίρτα, ένα χονδρόν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης, έκλεισεν αθορύβως την θύραν έξωθεν, κ' έτρεξε προς το μέρος της Δρακοσπηλιάς.
Η σελήνη είχεν αρτίως ανατείλει δρεπανοειδής. Ήτον σχεδόν μεσάνυκτα· έφθασε μετ' ολίγον εις τα ερείπια.
Εισήλθεν εντός των κατηρειπωμένων κτιρίων, έφθασεν εις το στόμιον του υπογείου άντρου, άναψε το σπίρτον, είτα το κηρίον. Έκαμε τον σταυρόν του και εισήλθεν εις την οπήν.
Το χάσμα εχώρει ανέτως άνθρωπον, ο δε Κώτσος ήτο μεγαλόσωμον παιδίον. Ησθάνθη ψυχρόν, υγρόν αέρα εις το πρόσωπόν του. Επάτει επί κόνεως ή άμμου. Εχαμήλωσεν, εκυρτώθη. Προέβη ολίγα βήματα. Άλλο δεν έβλεπεν ή μαύρον τοίχον, σχεδόν ομαλόν, ως λαξευτόν, και ήκουεν αόριστον βόμβον ερχόμενον έσωθεν. Ήτον ως βόμβος μυιών ή ως πτερυγίσματα ελαφρά μικρών πουλιών. Διέβλεπε προσέτι αμυδρά σχήματα, όμοια με αποστάγματα από σύμπλεγμα αναμμένων κηρίων, ή με κρύσταλλα κρεμάμενα εν καιρώ παγετού από τους σταλαγμούς των στεγών.
Αποτόμως ο δρόμος του εκόπη. Ο τοίχος, όστις μέχρι τούδε εσχημάτιζε θόλον υπεράνω της κεφαλής του, εφάνη ως να κατήλθε κ' εκρεμάσθη μέχρι του εδάφους, και του έφραξε την οδόν.
Τότε ο Κώτσος περιέφερε το κηρίον του εδώ κ' εκεί διά να ίδη αν υπήρχε που δίοδος, αλλά ρεύμα αέρος έπεσεν αποτόμως επάνω εις το κηρίον και το έσβυσε.
Συγχρόνως ο Κώτσος ήκουσεν ή του εφάνη ότι ήκουσε μίαν βοήν υποχθόνιον, υπόκωφον φωνήν, ήτις ήρχετο αγρία από τα βάθη του σπηλαίου.
Η φωνή του εφάνη ότι έλεγε·
— Μού . . . λο! Μού . . . λο!
Λοιπόν, ως και τα φαντάσματα είξευραν την δυστυχίαν του! Λοιπόν και τα ξωτικά όλα εγνώριζαν το τρωτόν μέρος του! Και ο Δράκος διά της φωνής του επεκύρωνε τας φωνάς των μοχθηρών παιδίων!
Ο Κώτσος ετράπη εις φυγήν. Καθώς εστράφη οπίσω, εις το σκότος, προς το στόμιον του σπηλαίου, ζητών να εύρη ακτίνα της σελήνης ευμενή, ήτις να του φέξη εις τον δρόμον του, εκτύπησε την κεφαλήν σφοδρώς εις τον θόλον του βράχου. Του ήλθε στιγμιαία ζάλη.
Α! έπρεπε να είχε κτυπήσει την κεφαλήν του πρωτήτερα, όταν ήθελε να εισέλθη εις το σπήλαιον του Δράκου. . . Ή μάλλον, ώφειλε να κτυπά το κεφάλι του από πολύ πριν. . . πριν γεννηθή ακόμη. Και την στιγμήν εκείνην επαρουσιάσθη εις την φαντασίαν του μειδιώσα και μορφάζουσα η όψις του περιπλανωμένου μοναχού, του Ιωακείμ, όστις άλλοτε του είχε διηγηθή περί της αφελούς περιεργείας των μαθητών του Χριστού, ερωτώντων περί του εκ γενετής τυφλού, αν ο ίδιος ήμαρτεν ή οι γονείς του διά να γεννηθή τυφλός.
Και αυτός ο Κώτσος ήτο κάτι περισσότερον του εκ γενετής τυφλού — ήτο εκ γενετής κατάδικος.
Όταν συνήλθεν από την ζάλην, επέστρεψε ριγών και τρέμων πλησίον της θείας του. Την εύρεν έξυπνον. Αύτη είχεν «αλαφιασθή» μέσα στον ύπνον της, κ' εξυπνήσασα, δεν εύρε πλησίον της τον ανεψιόν της.
Εξαφνίσθη, ετρόμαξεν. Εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν. Υπώπτευσεν ότι ο Κώτσος θα είχεν υπάγει, ο απόκοτος, προς το μέρος της Δρακοσπηλιάς. Ήρχισε να τον κράζη ονομαστί·
— Κώτσο! . . . πού είσαι!
Ενώ εδίσταζε και ητοιμάζετο, μισονδυτή και ξυπόλητη, όπως ήτον, να τρέξη προς τα εκεί, είδε τον Κώτσον να έρχεται. Ήτον χλωμός από το φως της σελήνης, και χλωμός από την συγκίνησίν του.
— Τι έχεις;. . . Πού πήγες;
Ο νέος ταχέως συνήλθε.
— Τίποτα . . . τίποτα, θεια, ησύχασε.
— Δεν σου είπα εγώ να μην πας στη Δρακοσπηλιά; Λέγε. . . τι έτρεξε;
— Άκουσα μια φωνή.
— Φωνή;. . . θάκουσες τη βοή που λένε πως βγαίνει τη νύχτα. Κ' εφοβήθηκες πολύ; . . . Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου. . . Έλα να κοιμηθής, και να φυλάεσαι άλλη φορά, να μην είσαι απόκοτος.
— Η φωνή που άκουσα. . .
— Η φωνή; . . ε; τι;
— Έλεγε . . . ένα λόγο. . .
— Τι;
— Έλεγε «Μού . . . λο!»
Η Κρατήρα ησθάνθη πόνον, και συγχρόνως εγέλασεν. Ήρχισε να εξηγή εις τον ανεψιόν της·
— Άμα αποκοτήση κανείς, και πάη μέσ' τη Σπηλιά του Δράκου, νύχτα, μεσάνυχτα, αυτά θ' ακούση. . . Λένε πώς η βοή εκείνη της Σπηλιάς έχει ένα ιδίωμα, να ξαναλέη στον άνθρωπο ό,τι καϋμό έχει στη ζωή του. . . Κείνο, που του πονεί του καθενός, το λέει, τάχα με ανθρωπίνη φωνή. Τάκουσα που το έλεγαν οι παλαιοί, μα τώρα 'ς αυτά τα χρόνια δεν θα πήγε κανένας να μπη μέσ' στην Σπηλιά. Εσένα σου φάνηκε πως άκουσες: «Μούλο!». Αν επήγαινα εγώ μέσ' τη Δρακοσπηλιά, θα μου φαίνετο πως ακούω: «το χρέος! το χρέος!», κείνον τον καϋμό που έχω. Αν επήγαινε η μάννα σου, θα έκαναν τ' αυτιά της πως ακούει: «το παιδί! το παιδί!» κι' αν επήγαινεν ο προκομμένος ο πατέρας σου, θ' άκουε μια φωνή: «το μέτρημα! το μέτρημα!» Αυτό είνε η φωνή του Δράκου.
Ολίγον καιρόν ύστερον μετά τον τραγικόν θάνατον του παιδίου, αι δύο αδελφαί, πικραμένοι και μαυροφορούσαι — η μήτηρ ωχρά και μόλις δυναμένη να βαδίζη, εκ της αδυναμίας, μέλλουσα ν' αποθάνη ολίγας εβδομάδας ύστερον, η θεία ισχνή, ήλιοκαής και εγκαρτερούσα, — εξήλθον λίαν πρωί εις την εξοχήν. Εκεί συνήντησαν τον πλάνητα μοναχόν, τον Ιωακείμ.
Ούτος τας εχαιρέτησε μετά συμπαθείας, σείων την κεφαλήν, και ήρχισε να λέγη προς την ορφανήν του τέκνου μητέρα·
— Ε! κουράγιο, Σοφούλα! Τι να γένη, καϋμένη· εκεί, στον άλλον κόσμο, θα βρης πολλούς, πολλούς άλλους, και τον Κωσταντάκη σου μαζί. . . Τι να λες, εσύ, ταλαίπωρη· Βέβαια θα είπες, πως ήτον κακή ώρα! Α! η πλέον κακή ώρα είνε η ώρα της αμαρτίας, Σοφούλα! Αχ! τα οψώνια της αμαρτίας. . . Γι' αυτό είπε και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης : «η δεξιά Σου, Χριστέ μου,. . . σκευωρίας πάσης περιφυλαξάτω με!».
Είτα, όταν η Σοφούλα απέστρεψε κλαίουσα την κεφαλήν, ο πλάνος μοναχός είπεν εις την πρεσβυτέραν αδελφήν της·
— Αχ! Κρατήρα, και να ήτον αθώα. . . θα επήγαινε μαζί με τους Μάρτυρας. . . Όπως κι' αν είνε, πιστεύω να βρη έλεος.
Κ' επειδή εκείνη τον εκύτταξεν εν αμηχανία, ο ρασοφόρος επανέλαβε ταπεινή τη φωνή, διά να μην τον ακούση η Σοφούλα·
— Απ' της δυο κακές ώρες, την μίαν που ένα πλάσμα έπεσε σε πειρασμό, κ' έφερ' ένα άλλο πλάσμα στον κόσμο, και την άλλην, που αυτό το δεύτερο πλάσμα έπεσε απ' το δένδρο κ' εσκοτώθη. — χωρίς την πρώτη, η δεύτερη ποτέ δεν θα ήρχετο — η χειροτέρα ώρα είνε η πρώτη, Κρατήρα!
ΤΑ ΣΥΧΑΡΗΚΙΑ
Τρεις χαραίς είχε την ημέραν εκείνην η κυρά-Γαλάτσαινα του Κασσανδριανού, χήρα του μακαρίτου ομωνύμου πλοιάρχου, αποθανόντος προ τινων ετών πτωχού μετά πολλάς επιχειρήσεις. Η πρώτη ήτο ότι είχε αρραβωνίσει προ ολίγων ημερών την κόρην της, την Μυρσούδα, με καλόν γαμβρόν, τον Βασίλην τον Μπόνον. Η δευτέρα ήτο ότι σήμερον πρωτοχρονιάν εώρταζε την εορτήν του ονόματός του ο ίδιος ο γαμβρός της. Η τρίτη ήτο ότι έμελλον να τελεσθώσι την εσπέραν της αυτής ημέρας τα «μβατίκια» του γαμβρού εις την οικίαν της.
Η ιδέα της κυρά-Γαλάτσαινας ήτο να είχον τελεσθή τα μβατίκια αφ' εσπέρας, την νύκτα του παλαιού χρόνου προς την ανατολήν του νέου, όπως θα ήτο πρέπον. Αλλά τα συμπεθερικά επέμειναν ν' αναβληθώσι τα μβατίκια διά την νύκτα της εορτής προς την 2 Ιανουαρίου. Οι λογαριασμοί, βλέπετε, των συγγενών του γαμβρού δεν συμφωνούν καθ' όλα τα μέρη πάντοτε με τους λογαριασμούς της μητρός της νύμφης. Ο λογαριασμός της κυρά-Γαλάτσαινας έλεγεν ότι, αν ετελούντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας της παραμονής, μεθ' ό ο γαμβρός θα ήτο, κατά το έθος, ελεύθερος να επισκέπτηται δις και τρις της ημέρας την αρραβωνιαστικήν του εις την οικίαν της (ειμπορούσε, μάλιστα, αν ήτο αδιάκριτος, και να το στρώση «κόττα πήττα» εις το σπίτι της νύμφης), η μήτηρ της νύμφης θα εγλύτωνεν από κάμποσα γλυκύσματα και δώρα, τα οποία ήτον υπόχρεως να κουβαλήση εις τας οικίας των συμπεθερικών. Εν πρώτοις, αυτή η εορτή του ονόματος του γαμβρού θα ήγετο εις την οικίαν της νύμφης. Δεν θα ήτο τότε η κυρά-Γαλάτσαινα υποχρεωμένη να κουβαλήση ολόκληρον μέγα σινίον μπακλαβά εις την οικίαν της συμπεθέρας της, αλλά μεγάλα ταψία από ζαχαροχαμαλιά και άλλα τραγήματα εις τας οικίας των αδελφών και των θείων του γαμβρού, και συγχρόνως να κερνά αυτή όλην την ημέραν εις την οικίαν της, διά την εορτήν του ονόματος, και πάλιν την εσπέραν να έχη άλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια και ακροσφαλή, εις την οικίαν της, όπου θα ετελούντο τα μβατίκια.
Αλλ' ο λογαριασμός των συμπεθερικών έλεγεν ότι δεν ήτο πρέπον να φύγη από την μητέρα του ο γαμβρός, να εορτάση την ημέραν της εορτής του, πριν στεφανωθή ακόμη, εις την οικίαν της νύμφης. Του χρόνου, ότε θα εστεφανώνετο, ας εορτάση εις την οικίαν της νύμφης, την οποίαν θα έπαιρνεν αύτη προίκα, με γεια της και με χαρά της. Αλλ' εφέτος διά τελευταίαν φοράν, ας μείνη ακόμη πλησίον της μητρός του. Θα ήτο σκάνδαλον να έφευγε. Τα χαμαλιά «τα κρυφά> τα είχαν φάγει ήδη οι συμπέθεροι όλοι — όσον τους επέτρεψε να φάγουν ο ίδιος ο γαμβρός. Διότι αυτός ο γαμβρός, ο Βασίλης ο Μπόνος, άμα είδε το ωραίον γανωμένον και στίλβον σινίον γεμάτον από ευώδη και προκλητικά, λευκά και ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, έβγαλεν από την ζώνην τον λάζον του, μικράν μάχαιραν την οποίαν έφερε πάντοτε εις την μέσην, και καρφώσας διά μιας τέσσαρα ή πέντε χαμαλιά, ήρχισε να τα καταβροχθίζη, κόπτων αυτά με τους προσθίους οδόντας, αλωνίζων με την γλώσσαν, και παραπέμπων αμέσως εις τον ουρανίσκον, χωρίς να τα μασσά με τους τραπεζίτας του. Αι αδελφαί του και οι γαμβροί του τον επέπληξαν δι' αυτό, αλλ' αυτός δεν ενόει τας παρατηρήσεις των. Αυτός δεν ήτο ο γαμβρός; Δική του δεν ήτο η νύμφη; Δικά του και τα προικιά. Δικά του και τα χαμαλιά, και όλοι οι μπακλαβάδες και όλα. Τα χαμαλιά μάλιστα τοιαύτην είχον συμβολικήν έννοιαν. Διατί τα έλεγαν χαμαλιά; Εσήμαιναν τα άλλα χαϊμαλιά, τα περίαπτα. Ήσαν φυλαχτικά, τα οποία του έστελνεν η πενθερά του, διά να μην τον ιδή κακό μάτι, μην τύχη και τον αβασκάνη κανείς. Αλλά τα κρυφά χαμαλιά δεν θα ήρκουν, και αν επέτρεπεν ο γαμβρός, να τα φάγουν όλα οι συγγενείς. Τώρα, με τα μβατίκια, ήτο καιρός διά τα άλλα δώρα τα επίσημα. Και τα συμπεθερικά δεν θα εταιριάζοντο ποτέ εάν η συμπεθέρα ήθελε να τους το «πάη καπότο», οικονομούσα με τρόπον να εγίνοντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας διά να δικαιολογηθή ότι δεν θα εκουβαλούσε νέα πράγματα εις τας πέντε ή έξ οικίας των στενωτέρων συγενών του γαμβρού της, του Βασίλη. Άλλως, τα φανερά, τα επίσημα, επήγαιναν μαζί με τα μβατίκια, τα οποία ήσαν, αυτό τούτο, φανέρωσις και επισημοποίησις του αρραβώνος, και τα κρυφά ουδέν άλλο ήσαν, ειμή αναγκαίον εφόδιον και συμπλήρωμα της τελετής του αρραβώνος, της νυκτός εκείνης, καθ' ήν είχε κατορθωθή τέλος, μετά πολλά βάσανα, «να δέσουν πανδρειαίς».
Ω! αυταίς η πανδρειαίς! Πόσα φαρμάκια την είχαν ποτίσει την κυρά- Γαλάτσαινα, και πώς της είχαν «ψήσει το ψάρι στα χείλη». Κατόπιν από την πρώτην προξενειάν, μετά πολλά λόγια και «μαναφούκια» και σκάνδαλα, ύστερον από πολλά ψι-ψι και πολλαίς αβανιαίς και κατηγορίαις, αφού ραδιούργα γύναια έβαζαν στα λόγια τον γαμβρόν και της συμπεθέραις και έψαλλαν πολλά ανάποδα εγκώμια εναντίον της πενθεράς και της νύμφης, κατωρθώθη τέλος να ορισθή η εσπέρα του Σαββάτου, της δευτέρας ημέρας των Χριστουγέννων, διά να «δέσουν πανδρειαίς». Η κυρά-Γαλάτσαινα εφύλαττεν άκραν μυστικότητα, αλλ' όλα η γειτονιά τα είξευρε, σχεδόν σίγουρα. Εις τους μαχαλάδες, καταλάβατε, εις τους μικρούς τόπους, η μία γειτόνισσα είνε κατάσκοπος της άλλης γειτόνισσας. Οι τοίχοι ακροώνται, τα παράθυρα βλέπουν, αι θύραι μυρίζονται, οι «πετεινοί» των καπνοδόχων σείουν τας λοφιάς με τοιούτον τρόπον ως να κατανεύουν τάχα ότι ενόησαν.
Την εσπέραν του Σαββάτου, άναψεν η κυρά-Γαλάτσαινα το μεγάλον οκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, το οποίον ευρίσκετο από τον καιρόν που είχε καράβι ο μακαρίτης ο άνδρας της. Είχον συνέλθει εις την οικίαν της ο αδελφός της ο γέρο- Λάζος, και η κυρά Λάζαινα η νύμφη της, και η Μπόζαινα η αδελφή της, και ο Μπόζας ο γαμβρός της. Οι τέσσαρες, και αυτή, όλοι πέντε έκαμαν τρεις σταυρούς, κ' εξεκίνησαν εις το σκότος της νυκτός.
Εάν δεν ήσαν πέντε θα ήσαν τρεις ή επτά ή εννέα. Μονός αριθμός πρέπει να είνε οι συγγενείς της νύμφης, οίοι θα υπάγουν ν' ανταλλάξουν αρραβώνα εις την οικίαν του γαμβρού, όχι ποτέ ζυγός αριθμός. Αγνοώ τον λόγον, και πολλοί τον αγνοούσι, κατά τον στίχον του αειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.
Έκαμνε ψύχος και ήτο ελαφρά χιονιά. Επροπορεύετο ο Μπόζας κρατών το φανάρι, δευτέρα ήρχετο η κυρά-Γαλάτσαινα φέρουσα τον δίσκον με τα γλυκά, πέντε κούπαις το όλον, από κυδώνιον και μύγδαλα και μαστίχαν. Τρίτος ήρχετο ο γέρο-Λάζος, κατόπιν η Λαζίτσα η σύζυγος του, και τελευταία η Μπόζαινα.
Ήτο δεκάτη ώρα, και ήτο ελπίς ότι είχον αποκοιμηθή όλοι οι γείτονες. Αλλά μόλις κατέβησαν εις το σοκάκι, και πάραυτα ηκούσθη ελαφρός τριγμός παραθύρου υπανοιγομένου. Η γειτόνισσα η Μαριώ η Μπαλωματού υπώπτευε δι' όλης της ημέρας ότι έμελλε την εσπέραν εκείνην να γείνη ο αρραβών της Μυρσούδας της κυρά- Γαλάτσαινας. Αι υποψίαι της εκρατύνθησαν πολύ όταν, αφού ενύκτωσεν, ήκουσε και ησθάνθη τον γέρο-Λάζον με την συμβίαν του, και τον Μπόζαν με την φαμελιάν του, ανερχομένους εις την οικίαν της χήρας του Κασσανδριανού. Επιθυμούσα να βεβαιωθή, δεν επλάγιασε, μόνον έμεινεν έως τας δέκα παραμονεύουσα, εωσού είδε τα πέντε άτομα με το φανάρι εξερχόμενα εις νυκτερινήν εκδρομήν. Τότε δεν της έμεινε πλέον αμφιβολία, και την επιούσαν, ενώ ο γαμβρός θα ετρακάβνιζε, καρφώνων με την μακράν μάχαιράν του, τα κρυφά τα χαμαλιά, αυτή θα διηγείτο το πράγμα εις όλην την γειτονιάν.
Το σπίτι της Μπόναινας ήτο αρκετά μακράν κατά τας διαστάσεις του χωρίου και κατά το μέτρον με το οποίον εμετρούσαν τας αποστάσεις οι νησιώται, απείχε δηλαδή περί τα διακόσια βήματα. Αφού παρήλθον πολλάς οικίας σκοτεινάς και ησύχους, κατά το φαινόμενον, αλλά των οποίων τα παράθυρα έτριζαν άμα τη προσεγγίσει των, καθώς είχε τρίξει και το παράθυρον της Μαριώς της Μπαλωματούς, οι πέντε αντιπρόσωποι της μνηστής έφθασαν εις έν στενόν και δυσώδες σοκάκι, και άμα εισήλθον εκεί, είδαν μέγαν λύχνον να φέγγη από μέσα, από το γυαλί ενός παραθύρου έχοντος ανοικτά τα παραθυρόφυλλα.
Ανέβησαν εις την οικίαν της Μπόναινας, όπου ευθύς ήνοιξεν η θύρα, και εισήλθον, πρώτος ο Μπόζας, κρατών το φανάριον, διά να είνε καλορρίζικον το ανδρόγυνον, να κάμνη όλο γυιούς, δευτέρα η Λαζίτσα, η νύμφη της Γαλάτσαινας, ήτις είχε λάβει τα γλυκά εις τας χείρας της τώρα, διά να έχη όλο γλύκαις και χαραίς το ανδρόγυνον. Αύτη, η Λαζίτσα, πολύ νεωτέρα του ανδρός της, συνέβαινε να έχη αμφοτέρους τους γονείς της ζώντας, και δι' αυτό επροτιμήθη να κρατήση τα γλυκά, διά να έχη πολύν ζωήν το ανδρόγυνον. Τρίτος εισήλθεν ο γέρο-Λάζος, διά να γηράση το ανδρόγυνον. Τετάρτη εισήλθε η Μπόζαινα «ανδρογυνάρικα», διά να δείξη την αρμονίαν των δύο φύλων. Πέμπτη και τελευταία εισήλθεν η πενθερά, διά να δείξη την υπακοήν και την υποταγήν της νύμφης εις τον γαμβρόν. Η κυρά Μπόναινα δεν είχε παραλείψει να βάλη «ένα τσεκούρι ανάποδα», αλλ' εις μέρος κρυφόν, όπου να μη φαίνεται, υποκάτω εις τον καναπέν. Τούτο εσήμαινεν ότι, αν υπήρχε και καμμία βασκανία, δεν έπρεπε να τολμήση να βγη εις το φανερόν και να ενεργήση. Μετά το «καλώς ήρθατε» και το «καλώς σας ηύραμε», η κυρά Λάζαινα απέθεσε τον δίσκον με τα γλυκά επί της ετοίμης τραπέζης, και όλοι εκάθησαν με το «καλώς ανταμωθήκαμε». Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας όλοι εσηκώθησαν όρθιοι, και ο γαμβρός, υψηλός ξανθός νέος, φορών τα κυριακάτικα, αφού έκαμε τρεις σταυρούς ενώπιον του εικονοστασίου της οικίας, προσελθών εις την Γαλάτσαιναν, έβαλε μετάνοιαν και της ησπάσθη την χείρα, εγχειρίζων άμα αυτή μέγα μεταξωτόν μανδήλιον χρωματιστόν, εις μίαν γωνίαν του οποίου ήσαν κομποδεμένα γυναικείον δακτυλίδιον και ένδεκα χρυσά φλωρία. Συγχρόνως η Γαλάτσαινα τον ησπάσθη εις την παρειάν, και του εφόρεσεν εις τον δάκτυλον της αριστεράς δακτυλίδιον, το οποίον είχε φέρει μαζί της. Ακολούθως, ο Βασίλης ο Μπόνος επλησίασεν ένα έκαστον των άλλων τεσσάρων συγγενών της μνηστής, και ασπαζόμενος την δεξιάν των, τους εφίλευσεν ανά έν φλωρίον τρύπιον, με κόκκινην ταινίαν δεμένον, ή ανά μίαν λίραν γαλλικήν ή τουρκικήν. Τον καιρόν εκείνον υπήρχον ακόμη εις χείρας του πτωχού λαού φλωρία και λίραι·
Έλαβον όλοι γλυκόν και έπιον μαστίχαν ή ροσόλιον, ευχηθέντες τα «καλορρίζικα» και τα «τίμια στέφανα». Είτα εστρώθησαν εις το δείπνον, και οι άνδρες έφαγαν καλά, αι δε γυναίκες εγεύθησαν με άκρα χείλη. Και είτα ετέθησαν εις ενέργειαν δύο μεγάλαι φιάλαι οίνου. Και ο μπάρμπα-Λάζος και ο Μπόζας έπιναν γερά, κ' επλήθυναν τας ευχάς και τα συγχαρητήρια, κ' ετραγουδούσαν:
$Σαυτό το σπίτι πούρθαμε πέτρα να μη ραΐση. $κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήση.
Εις τούτο εκ μέρους του γαμβρού απήντησαν διά του άλλου:
$Χίλια καλώς-ωρίσατε, φίλοι μ' αγαπημένοι, $κι' από καιρού χαιρούμενοι και καλοκαρδισμένοι.
Ακμαία ήτον η ευθυμία, και υπήρχεν εκατέρωθεν καλή διάθεσις· μόνον έν κακόν σημείον εφάνη, το οποίον έκαμεν όλους να μελαγχολήσουν. Ο γέρο-Λάζος, όταν έπινε, συνήθιζε να ομιλή με πολλάς χειρονομίας. Ένεκα του ελαττώματος τούτου ανέτρεψεν απροσέκτως τον μέγαν λύχνον, επί της τραπέζης του δείπνου. Ο λύχνος έσβεσεν, η δε συντροφιά θα έμενεν εις τα σκοτεινά, αν δεν υπήρχε το κανδήλιον το καίον ενώπιον των αγίων εικόνων, ως και δύο κηρία αναμμένα επί της εστίας.
Διά να μετριάση την κακήν εντύπωσιν, ο γέρο-Λάζος υπεσχέθη να βαπτίση αυτός το πρώτον παιδίον, το οποίον θα εγεννάτο εκ του συνοικεσίου, και αν είνε και γυιος. Αφού είχε χύσει το λάδι, είπεν αυτός το έβλεπε καλόν σημείον, διότι λάδι θα έχυνε και εις την βάπτισιν του παιδίου.
Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα της οικίας. Ο μικρός υιός της Γαλάτσαινας, παιδίον εννέα ετών, ο Χρήστος, είχε γελασθή με χίλια ψέμματα την εσπέραν υπό της μητρός του, ότι ο αρραβών θ' ανεβάλλετο διά το άλλο Σάββατον. Είχεν αποκοιμηθή, αφού έφαγε πολλά γλυκά και έλαβεν υπόσχεσιν ότι θα φάγη περισσότερα την επαύριον. Είχε την απαίτησιν· να ήτο και αυτός είς εκ των ανδρών, όσοι θα επήγαιναν να «δέσουν της πανδριαίς» εις του γαμβρού το σπίτι. Η μήτηρ του, του το υπεσχέθη κατ' αρχάς, ελπίζουσα ότι θα ήταν επτά τουλάχιστον οι συγγενείς, όσοι θα πήγαιναν διά την υπόθεσιν. Αλλ' αφού οι συγγενείς του γαμβρού, οίτινες εκανόνιζον τα τοιαύτα, παρήγγειλαν ότι ο αριθμός ωρίσθη εις πέντε, η Γαλάτσαινα, μη δυναμένη ν' αφήση απ' έξω άλλους ηλικιωμένους συγγενείς, ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποκλείση τον ανήλικον υιόν της.
Ο μικρός απεκοιμήθη αναμασσών τα τόσα γλυκά και τας υποσχέσεις, ενωρίς, πριν έλθωσιν ακόμη εις την οικίαν τα δύο συγγενικά ανδρόγυνα. Αλλά περί το μεσονύκτιον, αφού εχόρτασε τον ύπνον, εξύπνησε και βλέπει την αδελφήν του, ημιπλαγιασμένην παρά την εστίαν, βλέπουσαν ρεμβωδώς το φθίνον πυρ και μελετώσαν την ιδέαν του γάμου. Η Μυρσούδα δεν είχεν ύπνον, και οι λογισμοί της και τα ξυπνητά όνειρά της, τα οποία επλησίαζαν να γείνουν πράγματα, επετούσαν προς την οικίαν εκείνην του αρραβωνιαστικού της, όπου ευρίσκοντο τώρα η μήτηρ της και οι θείοι και αι θείαι της. Διότι είνε κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή άνθρωπος. Πρέπει να καμαρώνης και να δαγκώνης τα χείλη σου, να μη γελάς. Από το σπίτι έξω δεν βγαίνεις, αλλά μόλις θα προβάλης εις το παράθυρον διά να ποτίσης την γάστραν με τα λελούδια, μόλις θα φανής εις τον εξώστην διά να γεμίσης το κανάτι νερόν από την στάμναν, ευθύς ο κόσμος, δηλαδή η γειτόνισσαις, σου φωνάζουν: «Με τς' γειαις, Μυρσούδα!» Τότε τι να πης; Να κάμης τον κωφόν; Θα σου το φωνάξουν δυνατώτερα. Να πης «φχαριστώ;» θ' ανοίξης το στόμα σου, και σαν το ανοίξης θα γελάσης χωρίς να θέλης. Όσο και να καμαρώνης, θα χαμογελάσης, δεν μπορείς. Είνε κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή άνθρωπος. Είδε λοιπόν ο μικρός την Μυρσούδαν να ρεμβάζη, και την θέσιν την μητρός του την βλέπει κενήν. Τινάζει τότε το πάπλωμα, πετιέται απάνω, και βάζει της φωναίς. Πού είνε η μάννα; επήγαν να δέσουν της πανδρειαίς, κι' αυτόν τον εγέλασαν μες τα μάτια; Η αδελφή του δεν ειξεύρει πώς να ειπή ψεύματα με πιθανότητα. «Γουρούνα, βρωμούσα!» Την πιάνει από τα μαλλιά. Της τα τραβά δυνατά. Την θανατώνει από τον πόνον. Κλαίει εκείνη και δοκιμάζει να κρατήση τα χέρια του. Επί τέλους επικαλείπαι έν ψεύμα εις βοήθειάν της. — Η μητέρα επήγε στην εκκλησία. Θα γείνη πάλιν σήμερα, την Κυριακή, νύκτα βαθειά η λειτουργία, καθώς προχθές τα Χριστούγεννα. Είνε τώρα τρεις απ' τα μεσάνυκτα. Δεν τον εξύπνησε διά να μη τον κρυώση. Αλλά τώρα-τώρα θα φέξη, και θα πάγη κι' αυτός στην εκκλησία. Ο μικρός εκόντευσε να πιστεύση. Αλλά, κατά συγκυρίαν, βλέπει εκεί, υποκάτω απ' τα εικονίσματα επί μικρού τραπεζίου, την προσφοράν, που είχεν η μητέρα του από προχθές φυλαγμένην, διά να την προσφέρη σήμερον εις την εκκλησίαν. Η προσφορά ήτο εκεί τυλιγμένη εις λευκόν προσόψιον. Αν η μητέρα επήγαινε στην εκκλησίαν, θα έπαιρνε την προσφοράν μαζί της. — Την εξέχασ' η μητέρα την προσφορά, εδοκίμασε να ισχυρισθή η Μυρσούδα.
— Ψέμματα λες. Γουρούνα, γουρούνα!
Κ' έκαμε πάλιν να την αρπάξη από τα μαλλιά.
Η Μυρσούδα έδεσε σφιγκτά το λευκόν τουλουπάνι της, και το κατεβίβασεν έως τα οφρύδια, διά να προφυλάξη τα ωραία καστανά μαλλιά της. — Η προσφορά, επανέλαβεν η Μυρσούδα, συγκεντρούσα όλην την γυναικείαν λογικήν εις τον νουν της, η προσφορά έγεινε διά την ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς. Αφού απομείναμε αυτό το Σάββατο, τώρα την προσφορά θα την φάμε μεις, κ' η μητέρα θα ζυμώση άλλη το άλλο Σάββατο, για την πάη στην εκκλησία, για την ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς.
— Ψέμματα, δε με γελάς! γουρούνα!
Είχεν εξασθενήσει η γνώμη του πολύ και ίσως θα επείθετο. Αλλά τότε ενθυμήθη ότι αφ' εσπέρας υπήρχεν επάνω εις το ίδιον τραπέζι μέγας δίσκος, και ο δίσκος αυτός έλειπε τώρα απ' εκεί. Εκ τούτου οδηγούμενος, εκύτταξεν επάνω εις το ράφι, και είδεν ότι έλειπαν απ' εκεί αι πέντε ή εξ κούπαις του γλυκού, όπου υπήρχαν το βράδυ. Τότε ο μικρός έβαλεν αγρίαν κραυγήν, και ήρπασε τα δύο κλώνια ή τα άκρα του κεφαλοδέσμου της αδελφής του, προσπαθών να την ξεμανδηλώση. — Ψεύτρα! γουρούνα! πήγαν να δέσουν της πανδρειαίς.
Ο μικρός εφόρεσε το ένδυμά του, κ' εζήτησε να φύγη. Ήθελε να υπάγη και αυτός εις την οικίαν του γαμβρού. Εν τη παραφορά του δεν εφοβείτο πλέον ούτε τους καλικαντζάρους, ούτε τα φαντάσματα. Η αδελφή του κλαίει, φοβείται να μείνη μοναχή της. Ο μικρός δεν την ακούει, ανοίγει την θύραν, εξέρχεται. Εκείνη τρέχει κατόπιν του. Εκείνος γυρίζει.
— Άναψέ μου το φανάρι, τώρα ευθύς, γιατί. . .
Και την εφοβέριζε με τον γρόνθον.
— Το φανάρι το επήρε η μητέρα. Κάτσε, παιδάκι μ', πού θα πας; Τώρα, όπου είνε θαρθούνε πίσω. Του έλεγε πολλά, αλλ' εκείνος επέμενεν. Ίσως επί τέλους ο φόβος των καλικαντζάρων, θα τον έκαμνε να γυρίση πίσω, αφού έκαμνε ολίγα βήματα εις τον δρόμον, αλλά την στιγμήν εκείνην ηκούσθη φωνή, κάτω από τον εξώστην.
— Τι έχετε, θα πω; έλεγεν η φωνή.
— Θεια-Χρυσή, δεν ακούς; είπεν η Μυρσούδα. Θέλει να πάη στης πανδρειαίς.
Η θεια Χρυσή ήτο πτωχή και έρημη χήρα, κατοικούσα εις μικρόν θάλαμον, εις το εισόγειον της οικίας. Είξευρε τα περί του αρραβώνος, και ηγάπα την κόρην και την μητέρα της. Ήτο δε μακρυνή συγγενής του γαμβρού.
— Για να σου πω, παιδί μου Μυρσούδα, είπεν ήρθε κανένας απ' το σπίτι του γαμβρού να σου πάρη να σ' χαρήκια;
— Όχι.
— Πώς ξέχασαν οι μουρλοί! Για να σου πω, έχω εγώ ένα μικρό φαναράκι, τώρα το ανάφτω, και να πάμε μαζί με το Χρήστο, και να 'ρθώ πίσω να σ' πάρω τα σ' χαρήκια. Κλειδώσου μες το σπίτι και μη φοβάσαι.
Έκρουσαν την θύραν της οικίας της Μπόναινας. Ο Χρήστος έγεινε δεκτός, διότι αφού εδόθησαν πλέον οι αρραβώνες, ήτο πλέον αδιάφορον αν ήρχοντο και άλλοι περιττοί ή άρτιοι.
Εφίλησαν την θεια-Χρυσή, ήτις τους συνεχάρη πρώτη, και επανελθούσα μόλις μετ' ολίγα λεπτά, επήρε τα συχαρήκια της Μυρσούδας, ήτις την «ασήμωσεν», ήτοι της έδωκεν αργυρούν νόμισμα.
Η ημέρα του Αγίου Βασιλείου εορτάσθη καλώς εις τας οικίας της μιας και της άλλης συμπεθέρας. Η Μυρσούδα δεν επρόφθανε να φτιάνη φουσκάκια (ή λοκμάδες) από πρωίας μέχρι μεσημβρίας. Η κυρά-Γαλάτσαινα δεν επρόφθανε να φιλεύη όλον τον κόσμον φουσκάκια, χαμαλιά, στραγάλια, γλυκό και μεγάλαις σταφίδες από ραζακί σταφύλι. Μερικοί από τους επισκέπτας ήρχοντο δις και τρις, λέγοντες ότι η πρώτη φορά ήτο διά τον αρραβώνα, η δευτέρα διά την εορτήν του γαμβρού και η τρίτη διά τα «μβατίκια».
Τα «μβατίκια» διεξήχθησαν λαμπρώς. Έρρανον τον γαμβρόν με κοφέτα και με ορύζιον, μέγα συμπόσιον παρετέθη, και ο γέρο- Λάζος, όστις επρόσεχε πλέον εις τας χειρονομίας του, έκαμε τόσον κέφι, ώστε μεταξύ δύο τραγουδιών εκάστοτε δεν έπαυε να φωνάζη·
— Ας φέξη!
Τ' ΑΓΝΑΝΤΕΜΜΑ
Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παππάς δεν ήρχετο να λειτουργήση. Ο βορρηάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι' ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένον βαθειά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει την κορυφήν του. Όλον τον χρόνον παππάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθειά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, ήρχοντο με της φαμίλιες των της ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ' αχτένιστα και άνιφτα, που δεν είξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά ν' αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παππάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτονς βράχους, διά να φωτίση κι' αγιάση τ' αφώτιστα κύματα. Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν' ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιαίς ψηλοκεντημέναις, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι' αυτάς, διά να της φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχωνται, πάντα να φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνιμα όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο διά να καθήσουν και αγναντέψουν.
Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, η οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ' αι Απόκρεω, συνήθως περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις της σκούναις των, και εμίσευαν· επήγαιναν να ταξειδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια και γολέτταις «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν. Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και η σκούνα έφερνε βόλταις εις τον λιμένα εάν ήτο ενάντιος, ή και ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε της πανετάδες εις τα καπηλειά. Κ' η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήταν στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν είξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον όπου έφερνε βόλταις-βόλταις, κ' εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον — το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών — άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ' ένας επιβάτης, ξένος κ' έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγωμε» κ' είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ' έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπώνια αρκετά, τρομπώνια από το πλοίον, τρομπώνια έξω από την πόλιν έκοφταν, εψαλλίδιζαν της βόλταις ταχύτερα, συντομώτερα ως να εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης, και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαιναν, ανήρχοντο, επάνω στην ρεμματιάν, το ρέμμα-ρέμμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μαζεμμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
Τότε έλαμπον με μεγάλαις φωτιαίς τα κανδήλια της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του αγίου Νικολάου, έβαλλε της φωναίς· έκανε το κακό. . . εμάλλωνε με όλαις της γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκαν της, τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ-Αγγελή του επιτρόπου. . . διά να μαλλώση της ευλαβητικαίς (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είνε για το συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και λαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και τα τέμπλον, και της ποδιαίς και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ' η γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζουνται τόσαις φωτιαίς, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γρηά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παππα-Γεράσιμον, ότι η φωτιαίς των κανδηλιών πρέπει να είνε μικραίς, τόσαις δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την ήκουεν.
Οι ορμαθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι. . . . διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα, ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους. . . διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα. . . με τα προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγίας, αφού είχαν κάνει μετάνοιες πολλαίς στρωταίς, κ' είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ' είχαν χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρηά-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι' αγνάντευαν κατά τα πέλαγος. Τα βοσκόπουλα εκείνα τ' άγρια κι' αχτένιστα κι' απλοϊκά, που της έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ' έλεγαν:
— Κύττα της! στα μάτια έκαμαν.
Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνηού· είχε σηκωθή στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το ρέμμα και απεμακρύνθη κ' εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή των μικρών παιδίων του ας είνε ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας. . . στο καλό, στο καλό!
Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι' ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό πουλί μου, στο καλό!
Ιδού και η γολέττα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου. . . Η ψυχή μου, η πνοή μου να είνε πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πανιά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!
Νά κ' η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο, κι' άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν εμπρός κι' οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! Παναγιά, μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!
— Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, που μπόρεσε κι' ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιου της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρι έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης.
— Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι· ας έχη δόξα το όνομά της.
— Το εξωκκλήσι αυτό άγιασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτήτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
— Γιατί;
— Βλέπετε κείνον τον βράχο, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ' το γιαλό;. . . που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια . . . που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είνε το Φλανδρώ.
— Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θεια-Φλωρού.
— Το βλέπετε κ' είνε ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα· μια φορά κ' έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
— Άνθρωπος;
— Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα. Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρηά-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται.
— Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μία κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι — καθώς μούπε ο πνεμματικός απάνω στον Άι-Χαράλαμπον όσον τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονών, και μ' επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη Τετράδη. . . τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν είξερα, τα ξεράματά μου. . . το τι μώλεε ο πνεμματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ' έ!. . . Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν, κ' ύστερ' από χρόνια. . . το κορίτσι πρέπει νάνε φρόνιμο και ντροπαλό, νάνε υπάκοο, να μην κυττάζη τους νειους, ν' αγαπά τον κύρη του και την μανούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θεός και παντρευτή με την ευχή των γονιών της, άλλον να μην αγαπά από τον άνδρα της.
Μώφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων. . . Οι παληοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα. . . Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ' αγαθά του κόσμου, και έγεινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρόν εκείνον ήτον ένας καραβοκύρης, ώμορφο παλληκάρι, κι' αγάπησε το Φλανδρώ και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγεινε κι' ο γάμος· και σαν έγεινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ' εμπαρκάρησε και πήγε να ταξειδεύη.
Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, 'ς αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσεν η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στηλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ' έκλαψε πικρά κ' εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι' αγρίεψαν κ' εθέριεψαν. . . και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ' έγεινε αγυρισιά του. . . Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ' αυτόν τον έρμο γιαλό κ' εκύτταζε κι' αγνάντευε. . . κ' επερίμενε, κ' εκαρτερούσε κι' απάντεχε. . . Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία. . . και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε. . . και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλεια δάκρυ να χύση. . . και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτραις, να της κάμουν τη χάρι να γείνη κι' αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα. . . και το ζήτημά της έγεινε και την έκαμαν βράχο, ξέρα. . . με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε κ' εφθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα, και νά ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα. . . κ' η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας . . . Νά η ξέρα εκεί. Αυτή 'νε η Φλανδρώ. Ύστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά, για να βαπτιστή η πλάσι, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια, έταξε στην Παναγία, κ' έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδίων της. . . Ας δώσ' η Παναγία και σήμερα νάνε καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέρφια σας, και στους γονιούς σας. — Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!
Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γείνει άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέττα μικρόν κατά μικρόν εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ' έβγαζαν καυκαλήθραις και μυρόνια, κ' έκοφταν φτέραις κ' αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην. Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της, κ' έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθειά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν' αναχωρήσωσιν αύριον : «Σύρε, πουλί μου στο καλό και στην καλή την ώραν!»
ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΣTO ΛΙΒΑΔΙ
Δεν είχε μείνει πλέον ούτε τόσον νερόν εις την μικράν λίμνην όσον διά να καραβίσουν ο Παντελής ο Φάντης και ο Χαράλαμπος ο Σανταβελής τα καραβάκια τους όταν εδραπέτευον κάθε δειλινόν από το σχολείον, με τους «φύλακας» κρεμαστούς υπό μάλης, και τρέχοντες ανεσήκωναν τας περισκελίδας των μακρόθεν, ούτε τόση μούργα, όσον διά να γεμίζη κάθε πρωί και βράδυ την μικράν φιάλην της η γρηά-Παναγιού η Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα από βούρκον εις βούρκον, και ξεχωρίζουσα με τον πήχυν της και με το τενεκεδένιο πενηνταράκι της το κατακάθισμα του λαδιού από το νερόν και από την λάσπην. Ο Κύριος εισήκουσε τας δεήσεις των πτωχών και τους στεναγμούς των πενήτων, και εσώρευσε τόσας νεφέλας εις τον αιθέρα, και ήστραψε και εβρόντησε τόσον τρομακτικά εις το στερέωμα, και έρριψε τόσον άφθονον νερόν εις το παραθαλάσσιον χωρίον, ώστε να εξαλειφθή πάσα ακαθαρσία εις την γειτονιάν και να γείνη έν η γη και ο ουρανός και η θάλασσα.
Ήτο ώρα δειλινού και από πρωίας ο αιθήρ ήτο θολωμένος και σκότος επεκρέματο και συννεφιά μεγάλη. «Ορώρει δ' ουρανόθεν νυξ». Τέλος οι καταρράκται του ουρανού ηνοίγησαν και έγεινε βροχή, θάλασσα, καταποντισμός. Το κατώγειον της γρηά- Ραγιάδαινας εγέμισε νερόν ως δύο πήχεις. Το ελαιοτριβείον του Δαυκιώτη επατήθη μέχρις αναστήματος και πλέον από το νερό και η κοπάναις εγέμισαν, αι ελαίαι παρεσύρθησαν από τον χαμηλόν σοφάν, το άλογον εσταμάτησεν και ο Γιάννης ο Αρμαμένος, έμεινε με το πτυάριον εις την χείρα. Η θεια-Μαριώ η Κατσικάκαινα εβγήκεν έξω εις το χαγιάτι και συνέπλεκε τας χείρας εις προσευχήν αγωνίας.
Ο σταύλος του γέρο-Κουμενή είχε πλημμυρήσει και το γαϊδούρι έπλεεν εις το νερόν. Ο κύριός του άλλο μέσον δεν εύρε, παρά να τραβήξη την τριχειάν από την κλαβανήν επάνω εις το πάτωμα, ώστε το ζώον να πλέη το σώμα κάτω και την κεφαλήν ν' ανατείνη επάνω, με κίνδυνον να πνιγή από το σχοινίον πριν γλυτώση από το νερόν. Πέραν εις τον κήπον του Σαραφιανού, η πλημμύρα είχε ρίξει κάτω τους τοίχους, και το νερόν εξέσπασε μέσα εις τον κήπον, παρασύρον καλύβας, σταύλους, φυτείας και δένδρα. Ο Σαραφιανός με τον κηρωτόν επενδύτην, με τα υποδήματα μέχρι των μηρών, επροσπάθει να εμβαλώση εκ των ενόντων το ρήγμα του τοίχου, κουβαλών χονδρά ξύλα και κούτσουρα και σωρεύων ταύτα διά να φράξη την ορμήν. Η γρηά-Χιόνω από το παράθυρον εφώναζε·
— Κάψε τα, γυιε μου, κάψε τα!
Ίσως εφαντάζετο ότι ο υιός της εσώρευε τα ξύλα διά να ανάψη φωτιάν.
Κάτω εις το ποτόκι όλα ήσαν θάλασσα.
Τα κατώγεια των οικιών είχον πλημμυρήσει όλα. Το βαρελάδικο του μάστρο- Στεφανή είχε γεμίσει νερό ως δύο μπόγια· ο βρόχινος ποταμός είχε ρίψει κάτω, πρώτον το τσαρδάκι ή το μικρόν παράπηγμα του Στεφανή, είτα παρέσυρε τα βαρέλια εις χορόν όλα, όσα ήσαν αποκάτω εις το τσαρδάκι, είτα εισώρμησεν εις το εργαστήριον του καλού χειρώνακτος και το έκαμε να πλέη. Αλλ' η πλημμύρα ήτο εις όλα τα ισόγεια και όπου τα πατώματα ήσαν χαμηλά εκινδύνευε να τα φτάση. Η γρηά-Ραγιάδαινα εφώναζεν απ' αντικρύ να πάγουν να την γλυτώσουν.
Θα εχρειάζετο βάρκα, διά να της κάμουν την χάριν. Αλλά βάρκα δεν υπήρχεν άλλη ειμή τα βαρέλια του μάστρο-Στεφανή, όπου έπλεαν όλα εις την σειράν με γραφικήν νωθρότητα. Ο υιός του βαρελά, ο μικρός, είχε καβαλικεύσει το έν τούτων, και εύρε μεγάλην διασκέδασιν, αλλά δεν κατώρθωσε ν' ανακαλύψη το πηδάλιον του αυτοσχεδίου πλοιαρίου. Έκλινε πότε με τον ένα πόδα και πότε με τον άλλον κατά το ρεύμα και ήτο έτοιμος κάθε στιγμήν να δώση βουτιάν.
Επάνω εις το υψηλότερον μέρος της συνοικίας, το ανατολικόν, δεν ήτο φόβος να φθάση το νερόν εις τας οικίας. Εκεί ήσαν τα Κοτρώνια, υψηλοί βράχοι, καμωμένοι επίτηδες διά να κτίζουν φωλεάς τα νυχτοπούλια και διά να αναβαίνουν τα παιδιά να παίζουν με τους χαρτίνους αετούς, διά να κάμουν τρέλλας και να φωνάζουν. Η γρηά Σακαβάραινα είχεν εξέλθει εις τον εξώστην και ετραβούσε τα μαλλιά της και εφώναζε·
— Τ' είν' αυτό, Θεέ μου, τ' είν' αυτό! Αμαρτωλοί είνε και θα τους βουλιάξη;
Και η θεια-Καρπέταινα, σύζυγος πλοιάρχου, ενθυμουμένη τον άνδρα της και τους υιούς της, όπου εταξείδευαν με το καράβι έκραζε·
— Παναγιά μου, στο πέλαγο! Πανάγια μου, στο πέλαγο!
Ο γέρων πατήρ, ο καλός οικογενειάρχης, μιας πτωχής οικίας δίπλα εις το βαρελάδικο, είχεν οπλισθή προχείρως με σκαπάνην και με κουβάν και είχε καταβή εις το ισόγειον. Επροσπάθει να αδειάση το νερόν από το κατώγι, επαιδεύετο να φράξη έως δύο πιθαμάς το κατώφλιον και επάσχιζε να δέση το πιθάριον του ελαίου εις ένα κρίκον επί του τοίχου. Ήμην κ' εγώ εκεί — ιστάμην εις το παράθυρον, έβλεπα κ' επροσπαθούσα να διώξω τον φόβον, να διασκεδάσω. Το είχα πάρει πονηρά, και δεν επήγα εις το σχολείον — άλλως πολύ αραιά επήγαινα. — Γυναίκες ανασκουμπωμέναι μέχρι γονάτων, πατούσαι εις τα νερά, ο βαρελάς κοπιάζων να εξασφαλίση το εργαστήριόν του, να μαζώξη τα βαρέλια του, να βάλη στην άκρην τα κλαδιά και τα ξύλα από το χαλασμένον παράπηγμά του, όλα απετέλουν παιδικόν θέαμα. Η φουρνάρισσα εφώναζεν απ' αντικρύ να πάγουν να γλυτώσουν της κλάραις της, οπού τας είχε παρασύρει το ρεύμα. Δύο ή τρεις γέροντες της γειτονιάς ήσαν μέχρι βουβώνων εις το νερόν διά να γλιτώσουν ολίγαις κουτσούραις και καυσόξυλα, όπου έπλεαν εις τον ποταμόν. Η γρηά- Μερεγκλίνα, από το στενόν μέσα εφώναζε να της γλυτώσουν την σκαφίδα της, όπου την είχε πάρει το ρεύμα και την έσπρωχνε κάτω προς την θάλασσαν.
Τα παιδία από το σχολείον είχαν κάμει γενικήν έξοδον, καθώς εκόπασεν η βροχή και το ρεύμα της πλημμύρας εφούσκωνεν ακόμη. Εξήλθον δρομαίως με ατάκτους φωνάς και έτρεχαν, έτρεχαν εις την μεγάλην λίμνην του νερού κάτω προς τον αιγιαλόν, διά να προφθάσουν να χορτάσουν καράβισμα και παιγνίδι εις τα νερά μίαν φοράν, να βραχούν, να παίξουν με το ρεύμα. Και τα δυο κοπάδια πάπιες όπου έπεσαν εις τα νερά άμα εσταμάτησεν η βροχή, κ' εβουτούσαν, ετράπησαν εις φυγήν έντρομα.
Πτωχή χήρα, η Μαριώ Λιβαδάκαινα, μαζί με την κόρην της την Ματώ, ευρίσκοντο εις τον μεμονωμένον οικίσκον των, εις το χαμηλότερον μέρος του Λιβαδιού, προς την εξοχήν, εις την άκρην του χωρίου. Άμα ήρχισεν η καταιγίς και τα θεμέλια της οικίας ταχέως κατεπλημμύρησαν. Αλλ' η Μαριώ δεν επρόσεχε κατ' αρχάς εις τούτο. Είχε το μάτι υψηλά κατά το βουνόν. Ήτον αφηρημένη. — Μάννα, θα πλημμάρουμε, εφώναξεν η κόρη της.
Η μήτηρ εξηκολούθει να κυττάζη υψηλά εις το βουνόν.
— Ας πα να πλημμάρουμε, εψιθύρισε.
— Μάννα, πλημμάραμε! επανέλαβε μετ' ολίγον η Ματώ.
Η χήρα έστρεψε το βλέμμα προς τα παρά πόδας. Όλη η στεφάνη του εδάφους ολόγυρα είχε πλημμυρήσει και το ισόγειον της οικίας ήτο γεμάτον νερόν. Το χαμηλόν πάτωμα εκινδύνευε να το φθάση. Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος. — Πω, πω, πω! έκαμεν η μήτηρ συμπλέκουσα τας χείρας. Από την στέγην της οικίας είχαν ανοίξει δέκα έως δώδεκα σταλαγμοί. Τα φορέματα, η «τέμπλα» με τα στρώματα και τα σινδόνια, τα πενιχρά έπιπλα, όλα ήσαν καταβρεγμένα.
Η κόρη τα μετέφερε και τα εσώρευεν όλα μαζί, πότε εις την μίαν γωνίαν και πότε εις την άλλην αλλά και εκεί ήνοιγε σταλαγμός. Τέλος τα εκουβάλησεν όλα εις την μέσην· αλλ' εκεί ήνοιξε μέγας σταλαγμός εις τον «καβαλλάρην» της στέγης.
Την προηγουμένην εβδομάδα είχαν ξανασύρει την σκεπήν. Να το είξευραν να μη βάλουν μάστορην!
Αλλά και τι τον ήθελαν τον μάστορην; μήπως ήτο ιδικόν τους το σπίτι; Ο κυρ- Αργυρός ο Ξυγκοχέρης, ο πιστωτής των, τους εφοβέριζε καθημερινώς να τους βγάλη από το σπίτι. Προ δύο ημερών ακόμη είχει περάσει από εκεί και τους είπε ότι θα τους πάρη το ποτάμι. . . Ας χαρή τώρα. — Πω, πω! θα πνιγούμε, μάννα! ωλόλυξεν η κόρη συμπλέκουσα τας χείρας, κυττάζουσα διά του παραθύρου κάτω και βλέπουσα όλον το Λιβάδι θάλασσαν. Δεν εφαίνετο πουθενά πάτημα διά να πατήση τις. Και η βροχή εξηκολούθει ακόμη.
— Θα πνιγούμε! εθρήνησεν η μήτηρ, τραβούσα τα μαλλιά της, και ο αδελφός σου, ο αδελφός σου που λείπει απ' το πρωί στο χωράφι, δεν θα πνιγή;
Σπαρακτική ήτο η φωνή της μητρός.
Απέναντι, προς το μεσηβρινόν μέρος, πεντακόσια βήματα μακράν εκατοικούσεν η Μαργαρώ η Μποστανού, εντός του λαχανοκήπου τον οποίον εκαλλιέργει ο σύζυγός της. Ο οικίσκος των υψηλά, επί λοφίσκου, αψηφούσε την πλημμύραν. Η γυνή είχεν ανοίξει το παράθυρον και εφώναξε προς την Μαριώ τη Λιβαδάκαινα·
— Θα πνιγήτε, χριστιαναίς!
Η Μαριώ ήτον αφωσιωμένη όλη εις τον στοχασμόν του υιού της, ήτον παραδομένη εις την ανησυχίαν της. Εκύτταζε το βουνόν με όμμα απλανές, ως να έβλεπε οπτασίαν. Ο υιός της πού να είνε με αυτόν τον κατακλυσμόν;
— Πνιγήκατε, χριστιαναίς, εφώναξε πάλιν η Μαργαρώ η Μποστανού. Όλον το Λιβάδι πέλαγος. Και αν επροθυμείτο τις να υπάγη εις βοήθειαν των αγωνιώντων, δεν θα ηδύνατο πλέον.
Ο σύζυγος της Μαργαρώς ήτο κάτω εις το ισόγειον και διώρθωνε τα τσαπιά, και ετρόχιζε με οξύν τριγμόν μικρόν πριόνιον, το οποίον του εχρησίμευε διά κλάδευμα των δένδρων. Το νερόν έπρεπε ν' αναβή δύο μπόγια ακόμη διά να τους φθάση. Διά της μικράς θυρίδος έβλεπε και αυτός την τεφράν, χωματόχρουν, κυματώδη θάλασσαν, την κατακλύζουσαν όλα τα αλώνια και τους κάμπους.
— Καλέ, δεν ακούς τι γίνεται, δεν βλέπεις! εφώναξεν άνωθεν διά της καταπακτής η σύζυγός του. Θα χαλάση ο θεός τον κόσμον. Ο κηπουρός κάτωθεν απήντησεν εις την ερώτησιν δι' άσματος, ψάλλων με την βραχνήν φωνήν του :
$Βρέχει ο ουρανός και βρέχουμαι, $ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.
Η θέσις των δύο γυναικών, εις το μοναχικόν σπιτάκι του Λιβαδιού, ήρχισε να γίνεται απελπιστική. Η κόρη έκφρων ωλόλυζεν. Εκύτταζε βλοσυρά το παράθυρον, τον εξώστην, την ξυλίνην σκάλαν, όλα απειλούμενα και σαλευόμενα από την πλημμύραν. Η μήτηρ είχε παύσει αρτίως να τραβά τα μαλλιά της. Έσχιζε τας παρειάς, εκόπτετο, κ' εμοιρολογούσε. Δεν έκλαιε το σπίτι, δεν έκλαιε την κόρην της, ούτε τον εαυτόν της. Έκλαιε τον υιόν της, όστις ήτο μακράν. Εκύτταζε κατά το βουνόν, αλλά δεν τον διέκρινε πλέον. Ο πελώριος σίφων, στύλος φοβερός, ενώνων τον ουρανόν με την γην, όπου διά πενθίμου ανταυγείας εφώτιζεν εκ διαλειμμάτων τα πέριξ και έκαμε το βουνόν να ξεχωρίζη, εσχίσθη ήδη, διερράγη και διελύθη, και το βουνόν, μαύρος ατμός, έγεινεν έν με τον αιθέρα.
Εφαντάζετο ήδη πνιγμένον τον υιόν της, πτώμα ελεεινόν, φοβερόν την θέαν, παρασυρόμενον από το ρεύμα, κτυπώντα την κεφαλήν από βράχου εις βράχον, αγκιστρούμενον και σφηνούμενον εις τους βάτους και τους θαμνώνας, από αιμασιάν εις αιμασιάν. Ηυτοσχεδίαζεν ακουσίως τα μοιρολόγια:
$Πώς θα σε φέρουν, γυιόκα μου, πνιμμένον μέσ' το ρέμμα! $Πώς θα σε ιδώ! . . .
Η Μαργαρώ η Μποστανού εφώναζε τον άνδρα της·
— Καλέ, έλα πάνω να ιδής! Να μπορούσε κανείς να της γλυτώση!. . .
Ο άνθρωπος απήντησε με το βραχνόν τραγούδι του :
$Έρχουμαι, κυρά μ', δεν έρχουμαι, $έξω στην πόρτα στέκουμαι, $βρέχει ουρανός και βρέχουμαι.
Η βροχή είχε παύσει, και η πλημμύρα δεν είχε καταπέσει. Είχαν κατέλθει όλα τα ανώνυμα ρεύματα του ποταμού, όλα των κοιλάδων τα θολά ποτάμια, όλα τα χειμέρια κατακαθίσματα των υπωρειών.
Το μικρόν σπιτάκι στο Λιβάδι έτριζεν, έτριζε, κατέρρεεν. Η βοή του καταποντισμού ανήρχετο εις τον αιθέρα, και εις την βοήν αυτήν δεν εχάνετο ο στεναγμός τον πενήτων διά τους αγγέλους του Θεού.
Το σπιτάκι της πτωχής χήρας είχε καθίσει από το έν μέρος, και έχει λάβει στάσιν χωλού κλίνοντος προς τον ένα ώμον, πτωχού γέροντος στηριζομένου επί της ράβδου του. Δεν υπήρχεν ορατόν στήριγμα δι' αυτό. Πλην αόρατος χειρ εφαίνετο να το κρατή από το έν μέρος, διά να μη καταρρεύση όλον.
Όταν εκόπασεν η βροχή, χωρικοί κατέβαινον τρέχοντες με τα υποζύγιά των. Επανήρχοντο από τους αγρούς μισοπνιγμένοι, βρεγμένοι ως το κόκκαλον. Διήρχοντο εις απόστασιν εκατοντάδων βημάτων. Η Μαριώ ίστατο εις το παράθυρον, παρακαλούσα εκθύμως την Παναγίαν, και ερωτώσα μεγαλοφώνως τους διαβαίνοντας μακράν·
— Μην είδατε τον Μανώλη, τον γυιο μου;
Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο καθείς έσπευδε διά να ίδη τι έγεινε το σπίτι του, η φαμηλιά του, και δεν ήκουε τι τον ηρώτα η χήρα του Λιβαδιού.
Αλλ' αύτη δεν απέκαμνε να ερωτά, ενόσω διέβλεπεν εις το σκότος. Η Δεκεμβριανή ημέρα είχε δύσει, η πλημμύρα κατέπιπτε και το σκότος απειλητικόν επεκρέματο εις τα φωσφορίζοντα νερά.
— Μην είδατε πουθενά τον γυιο μου, τον Μανώλη;
— Δεν τον είδαμε. . . της εφάνη ότι ήκουσεν άπαξ, και η απάντησις ήτο σπαραγμός δι' αυτήν. Ω, Παναγία μου!
— Μάννα, αφού γλυτώσαμε ως τώρα, πάμε να κατεβούμε, κ' ας πλέψουμε στο ποτάμι. Το σπίτι θα πέση, μπορεί να γλυτώσουμε!
— Πάμε να ιδούμε τι γείνηκε ο Μανώλης.
Η κόρη εμπρός, η μήτηρ οπίσω, εδοκίμασαν να καταβώσι την σαλευομένην και σειομένην σκάλαν.
Είχον κατέλθει δύο σκαλοπάτια και πλατάγισμα ηκούσθη μέσα εις το νερόν. Εφάνη κάτι τι μεγαλόσωμον, διπλούν το σχήμα, τεράστιον, κενταυρικόν, κατά το ήμισυ πλέον, κατά το ήμισυ πατόν, πηδόν και παραδέρνον, μέσα εις το ρεύμα.
— Μάννα, είστε καλά; Γλυτώσατε;
Ήτο η φωνή του Μανώλη.
— Ω, γυιε μου! Ω, παιδί μου! Είσαι καλά; ήρθες;
Ήτον ο Μανώλης, καβάλλα εις το άλογόν του. Επήδησε κάτω, έως την μέσην εις το νερόν, και ηγκαλίσθη την μητέρα του.
Την εσπέραν εκείνην η πτωχή οικογένεια επήγε και διενυκτέρευσεν εις της Μαργαρώς της Μποστανούς. Ο κηπουρός εσυμβούλευσε τον Μανώλην·
— Να κάμης νόμο-τρόπο, λέω 'γώ, ν' αγοράσης ένα σπιτότοπο απάνω στα Κοτρώνια, ή στα Γελαδάδικα, ή στον Απάνω Μαχαλά, να χτίσετε κανένα σπιτάκι, να μη σας πατή το νερό. Η χήρα έλαβε τον λόγον·
— Καλά το λες, γείτονα, μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας, του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιαις δραχμαίς, όλο το διάφορο κεφάλι, το διάφορο-κεφάλι. . . κ' ας του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο, μόνο δυο χρονιαίς δεν του πληρώσαμε. . . Θα μας έχη πάρει άλλα τόσα, κι' ακόμη δος του, το διάφορο-κεφάλι του,. . . κ' εφοβέριζε να μας βγάλη από το σπίτι, να μας το πουλήση στη δημοπρασία. . . και μας είπε της προάλλαις, θα πέση, μας είπε, το σπίτι να μας πλακώση. . . Νά που έπεσε τώρα, ας το χαρή. . . Δεν έστελνε δα σήμερα κανένα κλήτορα ή κανένα ταχτικό να μας βγάλη απ' το σπίτι, μεγάλη χάρι θα μας έκανε. . . όλοι μας, δυο πήχαις τόπο θα χρειαστούμε για να μας θάψουν. . . Ας χορτάσουν πλεια οι αναχόρταγοι.
Ο κηπουρός έσεισε τους ώμους, έπιε μίαν εις υγείαν της χήρας και των τέκνων της, και έψαλλεν ευθύμως το βραχνόν άσμα του:
$Έλα βαρειά, σιγά και ταπεινά $μην πάρουν τ' άρματα φωτιά $και κάψουνε τη γειτονιά
$Έρχουμαι, καλέ μ', δεν έρχουμαι, $όξω στην πόρτα στέκουμαι, $ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι. Και η Μαργαρώ η γυναίκα του είπεν
— Εγλύτωσεν ο κοσμάκης και τη φορά αυτή, δόξα νάχη ο Θεός!
TO NHΣΙ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΤΣΑΣ
Είχε γηράσει πολύ η γραία Φωλιώ του Ματαρώνα, χήρα του Γιάννη Καρπέτη. Και όμως ήτον ακόμη στα καλά της, οπωσούν ακμαία, και όλαι σχεδόν αι ομιλίαι της φρόνιμαι. Αυτή μου διηγήθη προ δεκαετίας — τώρα είνε αποθαμένη προ πέντε ετών — αυτό το οποίον ενεθυμήθην, τέλος, να γράψω σήμερον, κατά Ιανουάριον του 1902.
«Έτσι πλειο, παιδάκι μου, όταν εστεφανώθη η μάννα μου με τον πατέρα μου, ήτον χήρα από άλλον άνδρα, κ' εκείνος από άλλην γυναίκα απόχηρος. Ο αφέντης μου — έτσι τον εκράζαμε τότε τον πατέρα — από την πρώτη γυναίκα είχε δυο παιδιά μικρά, ένα γυιον μεγαλείτερον, τον Κωνσταντή, που τον εσκότωσαν άδικα οι Τούρκοι στην Πόλι, κ' είπαν πως άγιασε. Σαν όνειρο το θυμούμαι. Όταν ήμουν εγώ ως πέντε χρόνιων κορίτσι, πανδρεύθη ο Κωνσταντής, κ' έκαμ' ένα παιδί, κ' επήγε στην Πόλι με το καράβι, και πλέον δεν ξαναγύρισε. Η μητέρα μου πάλι, από τον πρώτον άνδρα, είχε μίαν κόρη, την Ουρανίτσα, που ήμουν εγώ ως οκτώ χρόνων όταν αρραβωνιάσθη. Αυτό το θυμούμαι καλλίτερα. Ήτον ως δεκαέξ χρόνων η Ουρανίτσα μας και την αρραβώνιασαν με τον Σπύρον της Μπερνίτσας. Αυτό έγεινε πέντε ή έξ χρόνια μπροστά απ' την Επανάστασι. Και σαν εδώσανε της πανδρειές, κι' άλλαξαν τα σημάδια, την άλλη μέρα εκάμαμε τα μβασίδια και τον εμβάσαμε τον γαμβρό στο σπίτι μας, για νάρχετ' ελεύθερα, όπως είνε συνήθεια. Και 'ς ολίγες εβδομάδες ο Σπύρος, ο γαμβρός, ετοιμάσθη να κάνη ταξείδι, με την βομβάρδα τ' αδερφού του, γι' απάνω, για τα Μπογάζια της Πόλης, κι' αποκεί για τη Μαύρη Θάλασσα. Εταξείδευαν συχνά για κείνα τα μέρη, πότε με λάδια, πότε με κρασιά. Και σαν ετοιμάσθη να μισέψη ύ Σπύρος, μια βραδειά, γυρίζει και λέγει της μητέρας μου·
— Να σου πω, μάννα, εσύ έχεις, μη προς βάρος, μέσ' το σπίτι, τριών λογιών παιδιά. Όσο και να την αγαπά την Ουρανίτσα ο μητρυιός της, δεν θα την έχη σαν τα παιδιά του, τα γκαρδιακά. Είνε το σπίτι σας σαν μια φωληά, από λογιών των λογιών πουλιά, όπου κάθε πουλί έχει και τη λαλιά του. Δεν αφίνεις την Ουρανίτσα, να την πάρ' η μητέρα μου στο σπίτι καλλίτερα, να την έχη συντροφιά, που είνε μονάχη της, όσο θα λείπω εγώ, ως που νάρθω, καλό κατευόδιο, να στεφανωθώ;
Η μάννα μου, σαν τάκουσε, κούνησε της πλάτες.
— Ξέρω κ' εγώ, πλειο, είπε μόνον. Να ιδούμε τι θα πη κι' ο πεθερός σου.
— Ο πεθερός μου, είπεν ο Σπύρος, τι θα πη; . . . . φθάνει να θέλης του λόγου σου.
Ο πεθερός ήτον ο αφέντης μου, ο μητρυιός της Ουρανίτσας. Εκείνος δεν είπεν όχι, επειδή πέφταμε πολλά παιδιά μέσ' στο σπίτι, κ' η μάννα μου γεννούσε ακόμα.
— Ας πάη καλλίτερα με τη συμπεθέρα τη Μπερνίτσα, είπεν.
— Ας πάη πλειο, είπε κ' η μάννα μου.
Η Ουρανίτσα, κι' αυτή, σαν να της άρεσε να πάη να καθίση με την πεθερά της. Η συμπεθέρα, η Μπερνίτσα, χήρα, άλλο παιδί δεν είχε, παρά μίαν κόρη πανδρεμμένη, με δύο παιδιά, και τον γυιο της τον Σπύρο. Όποτε έλειπε ο Σπύρος, έμενε μονάχη της στο σπίτι. Ώστε εφάνη πρόθυμη να δεχθή τη νύφη της για συντροφιά.
Η Ουρανίτσα ετοίμασε όλα τα ρούχα της, και την άλλη μέρα εκουβαλήθη στο σπίτι της πεθεράς. Ο Σπύρος ήτο έτοιμος να μβαρκάρη. Το ταχύ εμβαρκάρισε να φύγη, μα επειδή οι καιροί που φυσούσαν ήταν βορειάδες, επόδισε, και ήλθε πίσω, κ' εκάθισε ακόμη πέντ' έξ ημέρας, επειδή έκαμε μία όψιμη χιονιά, κ' οι βορειάδες εθύμωσαν, και δεν μπορούσε η βομβάρδα ν' αρμενίση καταπάν' τον αέρα. Ύστερα, σαν εμαλάκωσαν οι καιροί, κ' επήραν νοτιές, εμβαρκάρισε κ' έφυγε.
Πέρασαν δυο-τρεις μήνες, κ' η Ουρανίτσα η αδελφή μου εζούσεν πολύ αγαπημένα με την πεθερά της. Κ' η συμπεθέρα με την μάννα μου είχαν αγάπες, κι' όλοι ήσαν χαρούμενοι. Κ' επερίμεναν, ημέρα με την ημέρα, να έρθη κανένα καΐκι από πάνω, να τους φέρη γράμμα απ' τον Σπύρο. Κ' ελογάριαζαν ως το φθινόπωρο, που έρχονται τα καράβια και δένουν στην πατρίδα για να ξεχειμάσουν, νάρθη κι' ο Σπύρος με το καλό, και τότε να γένη κι' ο γάμος.
Πέρασε η Λαμπρή, ήλθε κι' ο Μάης με τα λούλουδα, ήλθε κι' ο θεριστής με τα χρυσά στάχυα, ήλθε κι' ο Αλωνάρης με της θημωνιές. Και σαν εμβήκ' ο Άουστος, έξαφνα ένα πρωί η συμπεθέρα η Μπερνίτσα βλέπει τη νύφη της και της εφάνη σαν ύποπτη και φοβισμένη. . . Ευθύς άρχισε να την εξετάζη·
— Τι έχεις, κορίτσι;
Η Ουρανίτσα άρχισε τα κλάμματα. Έσκυψε το κεφάλι ως τον κόρφο της πεθεράς της, το εχαμήλωσε παρακάτω ως την μέση της, της εφίλησε τα γόνατα, και ηθέλησε να ξομολογηθή. Μα η φωνή της έτρεμε. Δεν μπορούσε να βγάλη λόγο.
— Θα μου πης;
Της Ουρανίτσας ήτον κομμένη η φωνή της. Ως τόσο, να επάνω κάτω τι μπόρεσε να πη. . .
— Σαν έφυγε. . . κ' επόδισε. . . κ' ήρθε πίσω. . . έλειπες του λόγου σου. . . ήσουν στην ανδραδέλφη μου. . . ένα δειλινό. . .
Ήθελε να πη ότι ο αρραβωνιαστικός της την ηύρε μοναχήν, τον καιρόν που είχε μβαρκάρει την πρώτη φορά, κ' επόδισε και την κατεχράσθη.
Η Μπερνίτσα δεν ηθέλησε να το πιστέψη·
— Και μου το κρύβεις τόσον καιρό;. . .
— Κ' εγώ δεν είξερα. . . τώρα το έννοιωσα, είπε με κλάμματα η Ουρανίτσα.
— Ψέμματα λες! είπεν αγρία η Μπερνίτσα. Είσαι σε τέτοια θέσι που δε ειμπορεί να είνε απ' τον καιρό που λείπει ο γυιος μου. . . Με κανέναν άλλονε!. . .
Ο λόγος αυτός της πεθεράς ήτον μαχαίρι δίκοπο, ήτον αστροπελέκι, ήτον θάνατος. Η Ουρανίτσα άρχισε να τρέμη όλη, κιτρίνησε, έπλεε στον ιδρώτα, πιάσθηκεν ο ανασασμός της.
— Εγώ! μπόρεσε μόνο να πη. . . θα πιω φαρμάκι!
— Να, εκειδά, πάνω στο αράφι, τώχω, είπε σκληρά η πεθερά της. Πάρε το και πιε το!!. . .
Αυτόν τον λόγον είπε, και της γύρισε της πλάτες.
Αυτό ήτον «ένα κ' ένα», παιδάκι μου, εξηκολούθησεν η γραία Φωλιώ, αφού είχε διακόψει επ' ολίγα λεπτά την αφήγησιν. Το πρωί επώθηκε αυτός ο λόγος, και το απόγευμα, κοντά το δειλινό, η Ουρανίτσα η αδερφή μου, βρέθηκε ξαπλωμένη κοντά στην πόρτα του σπιτιού απάνω στο κατώφλιο, με τα ποδάρια κατά μέσα στο σπίτι, και το κεφάλι κατά έξω στην αυλή, χλωμή, νεκρή, αποθαμμένη.
Έβαλε η Μπερνίτσα της φωνές, έτρεξαν η γειτόνισσες. Σε λίγο έφθασε και η μάννα μου ξεμανδήλωτη, τραβώντας τα μαλλιά της. Έτρεξα κ' εγώ, πιάνομεν απ' τη φουστάνα της μητέρας μου, οχτώ χρονών κορίτσι, κλαίοντας, χωρίς ν' αγροικώ και να νοιώθω το γιατί.
Την εσαβάνωσαν, την έκλαψαν σιγά, χωρίς μοιρολόγια. Η Μπερνίτσα «έπιασε τη χάσα». Δεν της εβάστα η καρδιά — δεν κοτούσε να πη την αλήθεια της μητέρας μου.
Ύστερα, έπρεπε να την θάψουν πριν βασιλέψη ο ήλιος. Εκείνον τον καιρό δεν είχαμε δημάρχους, είχαμε δημογερόντους του χωριού, πρωτόγερους. Κι' ο πρωτόγερος του χωριού, ο κυρ-Αναγνώστης, ένας άνθρωπος όλο με συννεφιασμένο μέτωπο και ζαρωμένα φρύδια, δεν ήθελε να δώσουν άδεια να θάψουν την φαρμακωμένη στον άγιον τον τόπο, στα Μνημούρια, εκεί που έθαφταν τους Χριστιανούς. Κι' ο παππάς της εκκλησίας, σύφωνος, δεν ήθελε να της διαβάση, της φτωχής, ούτε τρισάγιο. Καθώς μου είπε ύστερα ο πνεμματικός, είχαν δίκηο, για να μη δίνεται κακό παράδειγμα. Έπειτα η αδερφή μου, ήτον η πρώτη ψυχή, ύστερα από αμνημόνευτα χρόνια, που σκοτώθηκε μοναχή της. Άλλοτε δεν είχε ξαναγείνει αυτό στον τόπο μας.
Μερικοί άλλοι έλεγαν ότι δεν έπρεπε να ταφή επάνω στον τόπο, μη τυχόν βρυκολακιάση κ' ερθή πίσω — επειδή ο βρυκόλακας μόνον αρμυρά νερά δεν μπορεί να περάση. Βλέπεις εκείνα τα νησάκια, που είν' ένα καμάρι, ένα στολίδι εμπρός στα λιμάνι μας; Κύτταξ' εκείνο το νησί που το λένε Μαραγκό! Έτσι το έλεγαν απ' αρχής, έτσι άρχισαν πάλι να το λένε και τώρα. Μα έναν καιρό, το είχαν ονομάσει απ' τ' όνομα της αδερφής μου!
Ο γείτονάς μας ο Γιαλουγγής, με τη βάρκα του και με τον σύντροφό του μαζί, τον Φραγκούλη της Μπάλιαινας, επήραν το λείψανο επάνω εις ένα πλατύ μαδέρι, και το κουβάλησαν, το βράχο, τον κατήφορο ως τη βάρκα. Η μάννα μου έτρεχε κατόπιν, κ' εγώ μαζί της. Κόσμος πολύς από περιέργεια, ακολούθησαν, ως κάτω στο γιαλό. Μερικοί έλεγαν κι' άσχημα λόγια·
— Σκύλα! . . . ψοφίμι! . . .
Την εμβαρκάρησαν στη φελούκα, κ' έπιασαν τα κουπιά οι δύο τους, επήγε μαζί κ' ένας άνθρωπος μ' ένα σελλάχι, με μια κουμπούρα στη μέση, και μ' ένα χονδρό ραβδί στο χέρι. Άνθρωπος με μεγάλα μουστάκια και με μακρυά μαλλιά, και μια μαύρη σκούφια. Ήτον ο καβάσης της δημογεροντίας. Τον είχε στείλει ο πρωτόγερος για συνοδεία. Επήραν μαζί τους δύο τσάπες κ' ένα φτυάρι. Άλλον δεν άφησαν να πατήση στη βάρκα. Τη μάννα μου την έδιωξαν μακρυά. Εγύρισε πίσω με τα κλάμματα. Η άλλες η μαννάδες, όταν γυρίζουν απ' το ξύδι, από την εκφορά του νεκρού, παύουν τα μοιρολόγια. Η μάννα μου τότες τ' άρχισε . . . Έκλεε, αμέρωτα, απαρηγόρητα, και μ' έκαμε κ' εμέ να κλαίω. Ανάμεσα την ερωτούσα·
— Πού την πάνε, μάννα, την Ουρανίτσα μας;
Ύστερ' από ένα χρόνο, μερικοί ψαράδες είχαν αναβή στη ράχι του νησιού, του Μαραγκού, όπου αργά και που ετύχαινε να πατήση άνθρωπος. Ήθελαν να κατεβάσουν μερικά ξηρόκλαδα, ή να κόψουν ολίγα ξύλα, για ν' ανάψουν φωτιά κάτω στην άμμο, να ψήσουν ψαράκια για να κολλατσίσουν. Εκεί ανάμεσα στα χαμόκλαδα, μια ασυνείθαστη μοσχοβολιά τους ήρθε. Εκεί, στην ρίζα ενός βράχου, εις ένα μέρος όπου το χώμα εξείχεν ολίγον, εις ένα μικρόν όχθον, ως μιάμισυ οργυιά το μάκρος, και τέσσαρες πιθαμές το πλάτος, ανθούσε μια ώμορφη ιτσιά, γεμάτη απ' ωραία ασπροκίτρινα λουλουδάκια, ίτσια, τόσα πολλά και φουντωτά, ώστε μπορούσαν να γεμίσουν ως δέκα καλάθια. Εκεί ήταν ο τάφος της φτωχής αδερφής μου. Από τότε το Μαραγκό άρχισαν να το λένε «το νησί της Ουρανίτσας».
Τ Ε Λ Ο Σ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ αριθ. 8 και ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ αριθ. 11
ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Ο ημέτερος Οίκος, θέλων να συντελέση εις την ευκολωτέραν και ευρυτέραν διάδοσιν των εκδόσεών του εφήρμοσεν εις την πώλησιν αυτών καινοτομίαν, η οποία και έγινε μ' ενθουσιασμόν αποδεκτή υπό πάντων.
Παραχωρούμεν επί πιστώσει και παραδίδομεν αμέσως εις πάντα ζητούντα βιβλία κατ' εκλογήν του, αξίας δρ. 100, εξοφλητέων εις 20 μηνιαίας δόσεις εκ δραχ. 5 εκάστην, προκαταβαλλομένης μόνον της πρώτης δόσεως, δηλ. δραχ. 5.
Ούτω με δαπάνην εντελώς ανεπαίσθητον δρ. 5 κατά μήνα δύναται πας οπουδήποτε διαμένων να προμηθευτή βιβλία εκ του ημετέρου Οίκου.
Οι εν ταις επαρχίαις και τω εξωτερικώ επιβαρύνονται με τα έξοδα της αποστολής των βιβλίων, εκτός εάν προτιμώσι να τα παραδώσωμεν εις πρόσωπον εν Αθήναις διαμένον. Πάσα αίτησις μετά συνημμένου καταλόγου των ζητουμένων βιβλίων πρέπει να περιέχη το όνομα, την διεύθυνσιν, την πατρίδα και το επάγγελμα του αγοραστού. Τα ταχυδρομικά επιβαρύνουσι πάντοτε τον αγοραστήν.
ΒΙΒΛΙΑ 100 ΔΡΑΧΜΩΝ
ΔΕΜΕΝΑ Ή ΑΔΕΤΑ
ΔΥΝΑΣΘΕ ΝΑ ΕΚΛΕΞΗΤΕ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΕΣ ΑΥΤΑ ΑΝΑ 5 ΔΡΑΧΜΑΣ ΚΑΤΑ ΜΗΝΑ
Δίδονται και διπλασίας ή τριπλασίας αξίας βιβλία με διπλασίας ή τριπλασίας μηνιαίας δόσεις.