Front matter (continued 2)
I. N. (Ioannes N.) Grypares translation
— Υπάρχει λοιπόν καμμία άλλη επιστήμη αναγκαιοτέρα διά τον στρατηγόν από την αριθμητικήν και την λογιστικήν; — Υπέρ παν άλλο πράγματι του είναι απαραίτητος, αν θέλη τουλάχιστον να καταλαβαίνη και το παραμικρότερον από την τακτικήν, ή μάλλον αν θέλη και απλώς να είναι άνθρωπος. — Συμμερίζεσαι λοιπόν την ιδέαν που έχω και εγώ περί αυτού του μαθήματος; — Ποίαν ιδέαν; — Σαν να μου φαίνεται πως είναι από εκείνα που ζητούμεν και πως έχει την ιδιότητα να ανυψώνη την ψυχήν εις την καθαράν νόησιν και να την ελκύη προς την θεωρίαν του καθ' εαυτό όντος, αν και κανείς δεν ηξεύρη να το μεταχειρίζεται ορθώς. — Τι εννοείς; — Θα προσπαθήσω να σου δώσω να καταλάβης την ιδέαν μου· εφόσον εγώ θα ξεχωρίζω εκείνα, που θεωρώ κατάλληλα να εξηγήσουν την ψυχήν εκεί που λέγομεν, και εκείνα που δεν τα θεωρώ, εσύ παρακολούθει την εξέτασιν και λέγε την γνώμην σου, εφ' όσον συμφωνείς ή όχι μαζί μου, διά να ίδωμεν σαφέστερα και αυτό, αν είναι όπως εγώ το φαντάζομαι. — Λέγε λοιπόν. — Εν πρώτοις σου λέγω, εάν το βλέπης και συ, ότι από τα αισθητά πράγματα πολλά δεν έχουν ανάγκην να προσκαλέσουν και την νόησιν προς επιθεώρησίν των, διότι τους αρκεί και μόνη η αίσθησις να τα κρίνη, ενώ άλλα απεναντίας έχουν απόλυτον ανάγκην να επέμβη και η νόησις, διότι η αίσθησις δεν καταφέρνει τίποτε σωστόν απέναντί των. — Θα εννοής βέβαια τα μακρινά αντικείμενα και όσα φαίνονται αμυδρώς διαγεγραμμένα. — Δεν επέτυχες ακριβώς εκείνο που θέλω να είπω. — Ποία λοιπόν εννοείς; — Εκείνα που δεν προκαλούν την επέμβασιν της νοήσεως είναι όσα δεν υποπίπτουν συγχρόνως και εις μίαν εναντίαν αίσθησιν· θεωρώ δε ως προκαλούντα την επέμβασιν, εκείνα που γεννούν συγχρόνως δύο αντιθέτους αισθήσεις, και δεν ξεχωρίζομεν αν είναι αυτό ή το όλως διόλου αντίθετον, ανεξαρτήτως του αν το αντικείμενον είναι μακράν ή πλησίον· θα εννοήσης καλύτερα το πράγμα με το εξής παράδειγμα· ιδού, λέγομεν τρεις δάκτυλοι: ο μικρός, ο παράμεσος και ο μέσος. — Πολύ καλά. — Λάβε ότι τους βλέπομεν από πλησίον και πρόσεξε τώρα εις αυτό που θα σου ειπώ. — Το ποίον; — Έκαστος εξ αυτών φαίνεται εξ ίσου δάκτυλος, και υπ' αυτήν την έποψιν δεν υπάρχει μεταξύ των καμμία διαφορά, είτε φαίνεται εις το μέσον ο ένας και εις το άκρον ο άλλος, είτε είναι άσπρος ή μαύρος, παχύς ή λεπτός και ό,τι άλλο τοιούτον· εις όλα αυτά δεν αναγκάζεται η ψυχή των ανθρώπων να ερωτήση την νόησιν τι πράγμα είναι ο δάκτυλος· διότι ουδέποτε η όρασις έδειξεν ότι ο δάκτυλος είναι συγχρόνως κάτι τι άλλο και αντίθετον από τον δάκτυλον. — Ουδέποτε πράγματι. — Ώστε έχω δίκαιον να λέγω ότι εις την περίπτωσιν αυτήν τίποτε δεν προκαλεί ουδ' εξεγείρει την νόησιν. — Φυσικά.
— Αλλ' όμως η όρασις κρίνει άραγε επαρκώς περί του μεγέθους ή της μικρότητος των δακτύλων, και δεν την ενδιαφέρει προς τούτο, αν ο ένας εξ αυτών κείται εις το μέσον ή εις το άκρον; ωσαύτως δε και η αφή περί του πάχους ή της λεπτότητος, της μαλακότητος ή σκληρότητος; και αι άλλαι επίσης αισθήσεις δι' όλα τα τοιαύτα μήπως δεν έχουν την απαιτουμένην ακρίβειαν; ή δεν ενεργεί ως εξής εκάστη εξ αυτών; πρώτον μεν η αίσθησις η ωρισμένη διά το σκληρόν κατ' ανάγκην είναι ωρισμένη και διά το μαλακόν και μεταφέρει εις την ψυχήν ως ένα και το αυτό πράγμα το αίσθημα του σκληρού και του μαλακού; — Μάλιστα αυτό συμβαίνει. — Δεν θα ευρίσκεται λοιπόν κατ' ανάγκην η ψυχή εις απορίαν επί των περιστάσεων τούτων, τι τάχα να είναι εκείνο που της φανερώνει η αίσθησις αυτή ως σκληρόν, αφού της λέγει το ίδιον και ως μαλακόν, καθώς και του βαρέος και του ελαφρού, αφού και το βαρύ της το παριστάνει ελαφρόν, και το ελαφρόν βαρύ; — Πραγματικώς θα φαίνωνται παράδοξοι αι μαρτυρίαι αυταί εις την ψυχήν και θα χρειάζωνται να υποβληθούν εις εξέτασιν εκ μέρους της. — Είναι λοιπόν εύλογον εις αυτάς τας περιστάσεις η ψυχή, προσκαλούσα εις βοήθειάν της την σκέψιν και την νόησιν, να προσπαθή να εξετάση, αν αύται αι μαρτυρίαι, που της έφερεν η αίσθησις, αναφέρωνται εις έν, ή εις δύο πράγματα. — Πώς όχι; — Και αν κρίνη ότι αναφέρονται εις δύο, τότε έκαστον εξ αυτών θα το πάρη ως ένα ιδιαίτερον και ξεχωριστόν πράγμα. — Ναι. — Εάν λοιπόν έκαστον εξ αυτών της φαίνεται ένα, το ένα δε και το άλλο μαζί δύο, αυτά βέβαια τα δύο θα τα αντιληφθή χωριστά· διότι αν ήσαν αχώριστα, δεν θα τα αντελαμβάνετο ως δύο, αλλ' ως ένα. — Σωστά. — Αλλά και η όρασις, καθώς ελέγαμεν, έβλεπε και το μέγα και το μικρόν, όχι όμως ως κάτι τι χωρισμένον αλλ' ως πράγματα συγκεχυμένα ομού· ή όχι: — Μάλιστα. — Και ακριβώς διά να σαφηνίση αυτό, ηναγκάσθη πάλιν να εξετάση η νόησις το μέγα και το μικρόν, όχι πλέον συγκεχυμένα αλλ' απεναντίας ακριβώς χωρισμένα και καθ' εαυτά. — Είναι αληθές. — Από μίαν λοιπόν τοιαύτην περίστασιν δεν επέρχεται κατά πρώτον εις την ψυχήν η ιδέα να ερωτήση, τι τάχα να είναι το μέγεθος και τι πάλιν η μικρότης; — Βεβαιότατα. — Και έτσι λοιπόν εφθάσαμεν να ξεχωρίσωμεν δύο πράγματα, το ορατόν και το νοητόν. — Πολύ σωστά.
— Αυτό λοιπόν ήθελα και πριν να σου δώσω να καταλάβης, όταν σου έλεγα, ότι άλλα μεν πράγματα κινούν την ψυχήν εις σκέψιν, και ως τοιαύτα ελάμβανα εκείνα που προκαλούν συγχρόνως δύο αντίθετα αισθήματα, άλλα δε πάλιν δεν προκαλούν παρά ένα μόνον, και δι' αυτό δεν διεγείρουν την νόησιν. — Ενόησα τώρα, και συμφωνώ πληρέστατα μαζί σου.
— Λοιπόν τι από τα δύο αυτά πράγματα νομίζεις ότι είναι ο αριθμός και η μονάς; — Δεν γνωρίζω καλά. — Συλλογίσου από εκείνα που είπαμεν ανωτέρω· διότι αν λαμβάνωμεν επαρκή γνώσιν της μονάδος ή διά της οράσεως ή διά καμμιάς άλλης αισθήσεως, τότε δεν θα ήτο από εκείνα που μας σύρουν προς την νόησιν της ουσίας, όπως είπαμεν προκειμένου και περί του δακτύλου· εάν όμως μαζί με την μονάδα μας παρουσιάζεται συγχρόνως και το αντίθετόν της, ώστε να μη μας φαίνεται περισσότερον έν παρά και το εναντίον του ενός, τότε πλέον έχομεν ανάγκην του κριτού, που να ξεχωρίση το πράγμα, και η ψυχή, ευρισκομένη εις απορίαν περά αυτού, θα ήτο ηναγκασμένη να εξεγείρη την νόησιν και να την ερωτήση τι είναι αυτή η μονάς· και τοιουτοτρόπως η γνώσις της μονάδος θα ήτο από εκείνα που σύρουν την ψυχήν και την στρέφουν προς την θεωρίαν του καθ' εαυτό όντος. — Αλλά πράγματι μας παρουσιάζεται υπό την διπλήν αυτήν όψιν η μονάς· διότι βλέπομεν συγχρόνως το ίδιον πράγμα και ως έν και ως άπειρα τον αριθμόν. — Και αφού αυτό συμβαίνει με την μονάδα, δεν θα συμβαίνη επίσης και με κάθε άλλον αριθμόν; Πώς όχι; Αλλ' όμως τας μεταξύ των αριθμών σχέσεις τας εξετάζει η αριθμητική και η λογιστική. — Μάλιστα. — Ώστε και αι δύο αυταί οδηγούν εις την αλήθειαν. Θαυμασίως μάλιστα.
— Θα είναι λοιπόν από εκείνα τα μαθήματα που εζητούσαμεν· και είναι πράγματι απαραίτητα εις τον στρατιωτικόν μεν, επειδή πρέπει να τα γνωρίζη διά την τακτικήν, εις τον φιλόσοφον δε, διότι πρέπει να εξέλθη από εκείνα, που είναι επιδεκτικά γενέσεως και φθοράς και να ανυψωθή εις την ουσίαν των πραγμάτων· άλλως ουδέποτε θα γίνη αληθινός μαθηματικός. — Όλα αυτά είναι αληθή. — Αλλά ο φρουρός της πόλεώς μας είναι συγχρόνως πολεμικός και φιλόσοφος. — Μάλιστα. — Πρέπει επομένως διά νόμου να θεσπίσωμεν αυτό το μάθημα και να υποχρεώσωμεν τους μέλλοντας να καθέξουν τα ανώτατα αξιώματα εις την πολιτείαν μας να επιδίδωνται εις την λογιστικήν όχι επιπολαίως, αλλά μέχρι του βαθμού να είναι ικανοί διά της καθαράς νοήσεως να γνωρίζουν αυτήν την φύσιν και την ουσίαν των αριθμών, όχι διά να την χρησιμοποιούν βέβαια, όπως οι έμποροι και οι μεταπράται εις τας ληψοδοσίας των, αλλά διά να την εφαρμόζουν εις τα πολεμικά και διά να ευκολύνουν την ψυχήν να γυρίζη από τα φθαρτά εις την αλήθειαν και την ουσίαν των όντων. Πολύ λαμπρά τα λέγεις.
Τώρα δε, που συνέπεσεν ο λόγος διά το μάθημα αυτό των αριθμών και των υπολογισμών, παρατηρώ πόσον ωραίον είναι και υπό πολλάς επόψεις χρήσιμον· διά τον σκοπόν που επιδιώκομεν, να καταγίνεται κανείς εις αυτό απλώς διά να το γνωρίζη μόνον και όχι διά να το χρησιμοποιή εις το εμπόριον. — Πώς δα; — Εν πρώτοις αυτό, που ελέγαμεν και τώρα, ότι έχει την ιδιότητα να ανυψώνη την ψυχήν εις θαυμαστά ύψη και την αναγκάζει να φιλοσοφή περί αυτής της φύσεως των αριθμών και να μην ανέχεται να της προβάλλουν εις τους υπολογισμούς της αριθμούς εφαρμοζομένους εις αισθητά και ορατά αντικείμενα· διότι γνωρίζεις βέβαια τι κάμνουν οι φημισμένοι, διά την περί ταύτα δεινότητά τους· εάν τις επιχειρή να διαιρέση, αυτήν την μονάδα διά της φαντασίας, τον περιγελούν και δεν θέλουν να ακούσουν τίποτε· αλλ' εάν εσύ την διαιρέσης, εκείνοι θα την πολλαπλασιάσουν, φοβούμενοι μήπως το έν φανή όχι έν, αλλά σύνολον πολλών μορίων. — Έχεις δίκαιον. — Τι δε νομίζεις, ότι θα απεκρίνοντο, ω Γλαύκων, αν κανείς τους ηρώτα: «περί ποίων αριθμών ομιλείτε, άνθρωποι; πού είναι αυταί αι μονάδες, όπως σεις τας παραδέχεσθε, απαραλλάκτως και κατά πάντα ίσας μεταξύ των, χωρίς να έχουν την ελαχίστην διαφοράν και αι οποίαι δεν αποτελούνται καθόλου από μόρια;»· τι νομίζεις, λέγω, ότι θα απεκρίνοντο; — Ότι ομιλούν περί των αριθμών, τους οποίους μόνον διά της φαντασίας ημπορεί κανείς, να συλλάβη και όχι με κανένα άλλον τρόπον. — Βλέπεις λοιπόν, φίλε μου, ότι πραγματικώς μας είναι απαραίτητον αυτό το μάθημα, αφού φαίνεται ότι εξαναγκάζει την ψυχήν να μεταχειρισθή την νόησιν, διά να γνωρίση την αλήθειαν; — Και τωόντι είναι καταλληλότατον διά να παραγάγη αυτό το αποτέλεσμα. — Παρετήρησες δε ακόμη και ένα άλλο, ότι οι εκ φύσεως λογιστικοί είναι οξύτατοι γενικώς ειπείν και εις όλα τα μαθήματα, και ότι πάλιν, και όσοι είναι βραδείς τον νουν, όταν καταγίνουν και γυμασθούν με τα μαθηματικά, και αν δεν ωφεληθούν τίποτε άλλο, αποκτούν πολύ μεγαλυτέραν οξύτητα πνεύματος παρά όσην εκ φύσεως έχουν; — Είναι αληθές αυτό. — Και όμως, καθώς εγώ νομίζω, είναι δύσκολον να εύρης άλλα μαθήματα που να παρέχουν τόσον κόπον, διά να τα μάθης και τα εμβαθύνης, όσον αυτό. — Πράγματι. — Ένεκα όλων λοιπόν αυτών των λόγων δεν πρέπει να παραλείψωμεν αυτό το μάθημα, αλλά πρέπει να εκπαιδεύωμεν εις αυτό τας αρίστας φύσεις. — Είμαι σύμφωνος μαζί σου.
— Το εδέχθημεν λοιπόν αυτό πρώτον^ ας εξετάσωμεν δε τώρα, εάν μας κάμνη διά τον σκοπόν μας, το δεύτερον αυτό μάθημα, που σχετίζεται στενώς με εκείνο. — Το ποίον; μήπως εννοείς την γεωμετρίαν; — Αυτήν ακριβώς. — Είναι προφανές ότι μας κάμνει, καθόσον τουλάχιστον αναφέρεται εις την πολεμικήν τέχνην· διότι όσον αφορά τας στρατοπεδεύσεις και τας καταλήψεις ισχυρών θέσεων και τας συμπυκνώσεις και αναπτύξεις του στρατεύματος και όλα τα σχετικά με τους διαφόρους σχηματισμούς του στρατού είτε κατά την μάχην είτε εν πορεία, ασυγκρίτως θα υπερέχη ένας γεωμέτρης από ένα μη τοιούτον. — Ναι, άλλως προς τούτο θα ήρκει και μικρά γνώσις της γεωμετρίας και των υπολογισμών· πρέπει να εξετάσωμεν, αν η βαθεία και ανωτέρα γνώσις της επιστήμης αυτής τείνη εις το να καταστήση ευκολωτέραν την κατάληψιν της ιδέας του αγαθού· αυτό δε είναι, καθώς είπαμεν, το αποτέλεσμα πασών των επιστημών, όσαι εξαναγκάζουν την ψυχήν να στραφή προς την σφαίραν εκείνην, όπου ευρίσκεται το ευδαιμονέστατον των όντων, που πρέπει η ψυχή με κάθε τρόπον να αντικρύση και να ίδη. — Έχεις δίκαιον.
— Εάν λοιπόν και η γεωμετρία αναγκάζη την ψυχήν να αποβλέπη προς την ουσίαν των όντων, τότε μας κάμνει διά τον σκοπόν μας, εάν όμως περιορίζεται απλώς εις τα φθαρτά, δεν μας κάμνει. — Αναμφιβόλως. — Αυτό όμως δεν θα μας το αμφισβητήσουν όσοι έχουν και μικράν μόνον ιδέαν γεωμετρίας, ότι δηλαδή ο σκοπός της επιστήμης ταύτης αντίκειται εξ ολοκλήρου προς όσα λέγουν εκείνοι, που πραγματεύονται περί αυτής. — Πώς αυτό; — Η γλώσσα δηλαδή που μεταχειρίζονται είναι όλως διόλου αστεία, αν και δεν ημπορούν να κάμουν διαφορετικά, διότι έχουν διαρκώς εις το στόμα των τας λέξεις τετραγωνίζω και εκτείνω και προσθέτω, ως να τα έκαμνον πράγματι αυτά και να απέβλεπον εις το πρακτικόν μέρος, ενώ η επιστήμη αυτή ολόκληρος άλλο αντικείμενον δεν έχει, παρά την γνώσιν. — Αυτό είναι αληθές — Συμφωνείς ακόμη και δι' ένα άλλο πράγμα; — Το ποίον; — Ότι έχει αντικείμενον την γνώσιν του αιωνίως όντος, και όχι εκείνου του οποίου λαμβάνει αρχήν και τέλος; — Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν να το παραδεχθώ· πράγματι η γεωμετρία είναι γνώσις του αιωνίως όντος. — Κατά συνέπειαν δύναται να σύρη και αυτήν την ψυχήν προς την αλήθειαν και να επεξεργασθή μίαν φιλοσοφικήν διάνοιαν, εις τρόπον ώστε να κρατή πάντοτε εστραμμένα προς τα άνω τα βλέμματα, τα οποία τώρα χωρίς να πρέπη έχομεν προς τα κάτω. — Όσον το δυνατόν περισσότερον. — Όσον το δυνατόν λοιπόν περισσότερον πρέπει και ημείς να υποχρεώνωμεν τους νέους της καλλιπόλεώς μας, να μη παραμελούν κατ' ουδένα τρόπον την γεωμετρίαν· διότι ακόμη και τα πάρεργα και τα επουσιώδη αυτής έχουν όχι μικράν σπουδαιότητα. — Ποία δηλαδή εννοείς; — Πρώτον εκείνα που ανέφερες και συ, τα σχετιζόμενα δηλαδή με την πολεμικήν τέχνην^ εν γένει όμως και διά τα άλλα τα μαθήματα, όσον αφορά την ευκολωτέραν κατάληψιν αυτών, γνωρίζομεν ότι έχει απ' άκρου εις άκρον διαφοράν εκείνος που είναι εντριβής της γεωμετρίας, από εκείνον, που δεν είναι. — Πράγματι απ' άκρου εις άκρον. — Ώστε να ορίσωμεν δεύτερον αυτό μάθημα διά τους νέους μας; — Να το ορίσωμεν.
— Τι δε; να ορίσωμεν ως τρίτον την αστρονομίαν; ή δεν το εγκρίνεις; — Πώς όχι; διότι όχι μόνον διά την γεωργίαν και την ναυτιλίαν, αλλ' επίσης και διά την στρατηγίαν είναι αναγκαίον να έχη κανείς ακριβεστέραν γνώσιν των ωρών, των μηνών και των ενιαυτών. — Είσαι μα την αλήθειαν πολύ νόστιμος, διότι φαίνεται ως να φοβήσαι τους πολλούς, μήπως νομισθής ότι εισάγεις άχρηστα μαθήματα· όμως η ωφέλεια των μαθημάτων τούτων δεν είναι αναξία λόγου, καίτοι πολύ δύσκολα ήθελον το παραδεχθή· δι' αυτών των μαθημάτων αληθώς αποκαθαίρεται και αναζωπυρούται ένα όργανον της ψυχής εκάστου, το οποίον σβύνει και τυφλούται από τας άλλας ενασχολήσεις της ζωής, αν και είναι προτιμότερον από χιλίους οφθαλμούς· διότι μόνον δι' αυτού ημπορούμεν να ίδωμεν την αλήθειαν· αυτά να σε ακούσουν να λέγης, όσοι είναι σύμφωνοι μαζί μας επί του ζητήματος τούτου, θα σε επικροτήσουν εκθύμως· όσοι όμως δεν έχουν εννοήση αυτήν την αλήθειαν, φυσικώ τω λόγω θα ειπούν ότι δεν λέγεις τίποτε· διότι δεν βλέπουν καμμίαν άλλην αξίαν λόγου ωφέλειαν από αυτάς τας επιστήμας· βλέπε λοιπόν τώρα προς ποίους εξ αυτών ομιλείς, εκτός αν δεν το κάμνης ούτε διά τους μεν, ούτε διά τους δε, αλλ' απλώς χάριν του εαυτού σου κάμνεις αυτούς τους συλλογισμούς, χωρίς όμως να φθονής, αν και κανείς άλλος θα ηδύνατο να επωφεληθή εξ αυτών. — Προτιμώ χάριν του εαυτού μου το περισσότερον να ομιλώ, να ερωτώ και να αποκρίνωμαι.
— Αν είναι λοιπόν έτσι, κάμε τώρα ένα βήμα προς τα οπίσω· διότι δεν ελάβαμεν την επιστήμην, που έπρεπε να λάβωμεν κατόπιν της γεωμετρίας. — Τι εκάμαμεν δηλαδή; — Μετά τας επιφανείας, ελάβαμεν τα στερεά εν κινήσει, χωρίς προηγουμένως να ασχοληθώμεν με αυτά καθ' εαυτά· η τάξις απήτει, κατόπιν εκείνων που έχουν δύο διαστάσεις, να λάβωμεν τα έχοντα τρεις, όπως είναι παραδείγματος χάριν ο κύβος και όλα όσα έχουν και βάθος. — Αυτό είναι αληθές· μου φαίνεται όμως, Σωκράτη, ότι δεν ευρέθησαν ακόμη αυτά. — Το τοιούτον προέρχεται από δύο αιτίας· πρώτον μεν διότι καμμία πολιτεία δεν δίδει την πρέπουσαν εκτίμησιν εις αυτάς τας ανακαλύψεις και εργάζονται επιμόνως άνευ λόγου όσοι καταγίνονται εις τας δυσκολωτάτας αυτάς ερεύνας· δεύτερον δε διότι οι καταγινόμενοι έχουν ανάγκην ενός οδηγού, άνευ του οποίου εις τίποτε δεν είναι δυνατόν να καταλήξουν αι έρευναί των· αλλά τοιούτος οδηγός, διά να ευρεθή, πρώτον μεν είναι πολύ δύσκολον, και αν όμως υποθέσωμεν ότι ευρέθη, όπως τώρα έχουν τα πράγματα, δεν θα κατεδέχοντο να του ακούσουν όσοι καταγίνονται με τας ερεύνας ταύτας, διότι το έχουν πολύ παρμένον επάνω των· εάν όμως ολόκληρος η πόλις ήθελεν επιστατήση εις τας εργασίας αυτάς, αποδεικνύουσα την εκτίμησίν της, θα την ηκολούθουν τοιουτοτρόπως και αυτοί και διά της συνεχούς και επιμόνου ερεύνης, θα κατέληγον εις ευχάριστον αποτέλεσμα και θα ευρίσκετο επί τέλους η αλήθεια· αφού και τώρα με όλην την περιφρόνησιν που έχουν προς αυτήν την επιστήμην και τα εμπόδια, που της παρεμβάλλουν, και μολονότι και ο μικρός αριθμός των καταγινομένων δεν κατανοεί όλην την χρησιμότητα αυτής, πάλιν όμως παρ' όλα αυτά με μόνην την δύναμιν του θελγήτρου που εξασκεί, από ημέρας εις ημέραν προοδεύει και τίποτε το παράδοξον επί τέλους να φθάση εις το τέρμα που επιδιώκει. — Και πράγματι δεν ημπορεί κανείς να αρνηθή, ότι είναι κατ' εξοχήν ελκυστική επιστήμη· εξήγησέ μου όμως σαφέστερον αυτά που έλεγες τώρα· και γεωμετρίαν μεν ενοούσες την πραγματευομένην περί των επιπέδων επιφανειών. — Μάλιστα. — Μετ' αυτήν έθετες πρώτον μεν την αστρονομίαν, ύστερα όμως μετέβαλες την σειράν. — Ναι, διότι από την βίαν μου, να τα περιλάβω όλα μίαν ώραν αρχύτερα, ηργοπόρησα απεναντίας περισσότερον· έπρεπε, ύστερ' από την γεωμετρίαν, να κάμω λόγον περί των στερεών σωμάτων, επειδή όμως η περί αυτών έρευνα έχει κάμη μηδαμινάς προόδους, την παρέτρεξα διά να μεταβώ εις την αστρονομίαν, η οποία είναι η επιστήμη των στερεών εν κινήσει. Πολύ σωστά.
— Ώστε λοιπόν ως τέταρτον μάθημα ορίζομεν την αστρονομίαν, δεχόμενοι ότι υπάρχει η στερεομετρία, την οποίαν παρελείψαμεν τώρα, εάν η πολιτεία ασχοληθή περί αυτής — Πολύ φυσικά· και επειδή προ ολίγου με επέπληξαν διότι επήνεσα την αστρονομίαν τόσον αδέξια, την επαινώ τώρα κατά τρόπον σύμφωνον με την ιδικήν σου αντίληψιν· διότι είναι, νομίζω, εις όλους φανερόν, ότι αυτή αναγκάζει την ψυχήν να στρέφη τα βλέμματά της προς τα άνω και την οδηγεί από τα επίγεια πράγματα προς τα επουράνια. — Ίσως, καθώς λέγεις, να είναι εις όλους αυτό φανερόν, εκτός όμως εμού· διότι εγώ δεν κρίνω κατ' αυτόν τον τρόπον. — Αλλά πώς λοιπόν; — Όπως μεν την σπουδάζουν τώρα εκείνοι, οι οποίοι την ανάγουν εις φιλοσοφίαν, την κάμνουν απεναντίας να βλέπη προς τα κάτω. — Τι θέλεις να είπης; — Μου φαίνεται ότι εκλαμβάνεις κατά ένα περίεργον τρόπον εκείνο, το οποίον εγώ ονομάζω θεωρίαν των άνω· διότι καταντά το ίδιον, και αν ένας σηκώση την κεφαλήν, του και παρατηρή τα κοσμήματα μιας οροφής, να νομίζης ότι τα παρατηρεί διά της νοήσεως και όχι με τους οφθαλμούς του^ τώρα πιθανόν να έχης εσύ δίκαιον και εγώ να απατώμαι χονδροειδώς· διότι εγώ δεν ημπορώ να εννοήσω άλλην επιστήμην, που να κάμνη την ψυχήν να βλέπη προς τα άνω παρά εκείνην, που αντικείμενόν της έχει το ον και το αόρατον^ εάν δε κανείς χάσκη παρατηρών προς τα άνω, ή με μισοκλεισμένους τους οφθαλμούς προς τα κάτω προσπαθή να μάθη κανένα από τα αισθητά, ποτέ εγώ δεν θα είπω ότι θα μάθη αυτός τίποτε — διότι, κανένα από τα αισθητά δεν είναι αντικείμενον επιστήμης — ούτε ότι η ψυχή του βλέπει προς τα άνω, αλλά προς τα κάτω, και αν ακόμη είναι εξαπλωμένος ανάσκελα είτε εις την θάλασσαν είτε εις την ξηράν.
— Είναι δικαία η τιμωρία μου και ορθώς με επέπληξες· αλλά πώς λέγεις ότι πρέπει να μανθάνουν την αστρονομίαν διαφορετικά απ' ό,τι διδάσκεται σήμερον, διά να είναι η μάθησίς της ωφέλιμος προς τον σκοπόν μας; — Ιδού πώς· αυτά τα εν τω ουρανώ κοσμήματα, τα οποία υποπίπτουν εις την όρασιν, πρέπει βέβαια να τα θαυμάζωμεν διά την ωραιότητά των και διά την τάξιν των, υπολείπονται όμως κατά πολύ από τας αληθινάς καλλονάς, που παράγουν η πραγματική ταχύτης και η πραγματική βραδύτης εις τας προς αλλήλας σχέσεις και εις τας κινήσεις που μεταδίδουν εις τα εν τω ουρανώ σώματα κατά τους αληθινούς αριθμούς και τα αληθινά σχήματα· πράγματα τα οποία διαφεύγουν την όρασιν και μόνον με την σκέψιν και την νόησιν δύναται κανείς να συλλάβη· ή παραδέχεσαι εσύ το εναντίον; — Καθόλου.
— Πρέπει λοιπόν τας ουρανίους καλλονάς να τας μεταχειριζώμεθα απλώς ως εικόνας και παραδείγματα προς κατανόησιν των αοράτων εκείνων, όπως αν ήθελέ τις επιτύχη εικόνας μετά περισσής τέχνης κατεσκευασμένας υπό του Δαιδάλου ή κανενός άλλου γλύπτου ή ζωγράφου· διότι ένας έμπειρος της γεωμετρίας, εάν έβλεπεν αυτάς, βεβαίως θα εθαύμαζε την καλλιτεχνικήν των εκτέλεσιν, θα εθεώρει όμως γελοίον να τας εσπούδαζεν επισταμένως, διά να μάθη εξ αυτών την αλήθειαν περί των ίσων ή διπλασίων ή πάσης άλλης αναλογίας. — Πώς πράγματι δεν θα ήτο γελοίον;
— Και ένας λοιπόν αληθινός αστρονόμος δεν θα επάθαινε το ίδιον, αν παρετήρει κατ' αυτόν τον τρόπον τας περιφοράς των ουρανίων σωμάτων; θα παραδεχθή βεβαίως ότι, εκείνος όστις κατεσκεύασε και διεκόσμησε τον ουρανόν και τα εν αυτώ, τα κατεσκεύασεν όσον το δυνατόν ωραιότερα· αλλά δεν νομίζεις, ότι θα θεωρήση άτοπον να παραδεχθή τις, ότι αι σχέσεις της ημέρας προς την νύκτα, των ημερών προς τον μήνα, των μηνών προς το έτος και της περιφοράς των άστρων ως προς αυτά και προς άλληλα, μένουν αι αυταί πάντοτε και ποτέ δεν μεταβάλλονται διόλου, ενώ πρόκειται περί φαινομένων υλικών και ορατών, και να ζητή κατά πάντα τρόπον να ανακαλύψη την αλήθειαν εις όλα αυτά; — Τώρα, που σου ακούω, παραδέχομαι, ότι είναι όπως τα λέγεις. — Ώστε θα σπουδάζωμεν την αστρονομίαν μεταχειριζόμενοι τα άστρα όπως τα σχήματα εις την γεωμετρίαν· και επομένως θα αφήσωμεν κατά μέρος τα ουράνια φαινόμενα, εάν θέλωμεν διά της σπουδής της αστρονομίας να κάμωμεν χρήσιμον την γνωστικήν δύναμιν της ψυχής μας, η οποία άλλως θα μείνη άχρηστος — Πόσον περισσοτέρας υποχρεώσεις αναθέτεις εις την αστρονομίαν, από όσας έχει τώρα! — Νομίζω ότι το ίδιον είμεθα υποχρεωμένοι να κάμωμεν και διά τας άλλας μαθήσεις, αν πρόκειται να προκύψη κανέν όφελος από την νομοθεσίαν μας. Αλλά ημπορείς να μου ενθυμίσης καμμίαν ακόμη από τας επιστήμας, που ταιριάζουν διά τον σκοπόν μας; — Δεν ημπορώ τώρα έτσι να ενθυμηθώ.
— Και όμως η κίνησις, καθώς εγώ νομίζω, παρουσιάζεται όχι υπό μίαν μορφήν μόνον, αλλά υπό περισσοτέρας· ένας σοφός θα ηδύνατο ίσως να τας απαριθμήση όλας· εκείνοι δε, που τας γνωρίζομεν και ημείς, είναι δύο. — Ποίαι είναι αυταί; — Εκτός αυτής που είπαμεν προ ολίγου, της αστρονομίας, και η αντίστροφός της. — Ποία δηλαδή; — Φαίνεται ότι, καθώς διά την αστρονομικήν κίνησιν έχουν κατασκευασθή οι οφθαλμοί, τοιουτοτρόπως διά την εναρμόνιον κίνησιν τα ώτα· και αι επιστήμαι αυταί, η αστρονομία και η μουσική, είναι αδελφαί προς αλλήλας, καθώς το λέγουν οι Πυθαγόρειοι και ημείς συμφωνούμεν μαζί των· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Επειδή όμως το ζήτημα θέλει πολύν κόπον, μας αρκεί επί του παρόντος, να μάθωμεν τι λέγουν αυτοί περί τούτου και περί άλλων ακόμη, αν γίνη ανάγκη. Εννοείται όμως ότι εις όλα αυτά θα φυλάττωμεν ημείς πάντοτε το αξίωμά μας. — Ποίον; — Να μην επιχειρούν ποτέ οι τρόφιμοί μας να μανθάνουν ατελώς καμμίαν από αυτάς τας γνώσεις, και αι οποίαι να μην φθάνουν εις το τέρμα, όπου πρέπει να τείνουν τα πάντα, καθώς ελέγαμεν προ ολίγου περί της αστρονομίας· ή μήπως δε γνωρίζεις, ότι τα ίδια κάμνουν και με την αρμονίαν; περιορίζονται δηλαδή να μετρούν τους τόνους και τας συμφωνίας, που ακούονται με τα ώτα, και τοιουτοτρόπως χάνουν άδικα τους κόπους των, καθώς οι αστρονόμοι.
— Μα την αλήθειαν και τίποτε αστειότερον από αυτό που κάνουν οι μουσικοί μας· διαρκώς σου ομιλούν διά κάποιους διατονικούς χρωματισμούς και σου τεντώνουν τα αυτιά σαν να πρόκειται ν' αρπάξουν καμμιά φωνή από τη γειτονιά, και ο ένας σου λέγει, ότι ακούει ακόμη ένα διάμεσον τόνον, ο οποίος είναι το μικρότατον διάστημα, που χωρίζει δύο κυρίους τόνους, ενώ ο άλλος υποστηρίζει απεναντίας ότι και οι δύο είναι εντελώς όμοιοι, όλοι των δε προτιμούν την κρίσιν των ώτων από του νου. — Ομιλείς βέβαια διά τους αγαθούς εκείνους μουσικούς, που δεν αφήνουν ησύχους τας χορδάς, αλλά τας υποβάλλουν εις βασανιστήρια και τας στρεβλώνουν επάνω εις τα κλειδιά· θα ημπορούσα να παρατείνω ακόμη την περιγραφήν, να ομιλήσω διά τα κτυπήματα που κατεβάζουν με το δοξάρι, διά τας κατηγορίας που απευθύνουν κατά των χορδών, πως τάχα πεισμώνουν και αρνούνται να δώσουν τον τόνον, που των ζητούν, αλλά σταματώ ως εδώ, και σου λέγω ότι δεν εννοώ αυτούς τους μουσικούς, αλλ' εκείνους που είπαμεν προ ολίγου, ότι θα τους ερωτήσωμεν περί αρμονίας· διότι αυτοί είναι που κάμνουν το ίδιον με τους αστρονόμους· ζητούν δηλαδή τας αριθμητικάς σχέσεις, που προκύπτουν από τας συμφωνίας τας ακουομένας διά των ώτων, αλλά δεν φθάνουν να τας θεωρούν ως μέσον απλώς, διά να εύρουν ποίοι αριθμοί είναι αρμονικοί και ποίοι όχι και διά ποίον λόγον. — Θαυμάσιον θα ήτο αυτό που λέγεις. — Χρήσιμον οπωσδήποτε διά την ζήτησιν του καλού και του αγαθού, ενώ, εάν επεδιώκετο διά κάθε άλλον σκοπόν, θα ήτο παντελώς άχρηστον. — Πολύ φυσικά.
— Εκτός δε τούτου φρονώ ότι, αν η σπουδή όλων αυτών των επιστημών, τας οποίας διήλθομεν, φθάση να γνωρίση την συγγένειαν και την στενήν σχέσιν και επίδρασιν, που έχουν αυταί μεταξύ των, τότε θα μας ήτο πράγματι μεγάλης χρησιμότητος διά τον σκοπόν που επιδιώκομεν, και δεν θα επήγαιναν οι κόποι μας χαμένοι. — Και εγώ το φαντάζομαι αυτό· αλλ' αυτό το έργον, που λέγεις, Σωκράτη, είναι πολύ μακρόν και δύσκολον.
— Το έργον του προοιμίου, ή τίνος άλλου; ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι όλα αυτά είναι απλώς προοίμια και η εισαγωγή της μελωδίας, που πρέπει να μάθωμεν; διότι βέβαια δεν φρονείς, ότι όλοι, όσοι καταγίνονται με τας επιστήμας, που προανεφέραμεν, είναι συγχρόνως και δεινοί διαλεκτικοί. — Όχι βέβαια· ως τώρα τουλάχιστον δεν ευρήκα, παρά ένα ελάχιστον αριθμόν τοιούτων. — Αλλά πώς; άνθρωποι, που δεν είναι εις θέσιν να δώσουν ή να ακούσουν τον λόγον παντός πράγματος, θα ημπορέσουν ποτέ να μάθουν τίποτε από εκείνα, που είπαμεν, ότι πρέπει να γνωρίζωμεν; — Εννοείται όχι. — Αυτό λοιπόν δεν είναι επί τέλους η μελωδία, της οποίας την εκτέλεσιν φέρει εις πέρας η διαλεκτική; η οποία, αν και είναι πράγμα πνευματικόν, δύναται μολαταύτα να παραβληθή προς την δύναμιν της οράσεως, ήτις, καθώς το εδείξαμεν, αρχίζει πρώτα να βλέπη αυτά τα ζώα, έπειτα τα άστρα, και τελευταίον και αυτόν τον ήλιον^ τοιουτοτρόπως και εκείνος, όστις επιληφθή της διαλεκτικής, άνευ απολύτως της χρήσεως των αισθήσεων, υψούται αποκλειστικώς μόνον διά του λόγου εις αυτήν την ουσίαν των όντων, και αν δεν ανακόψη τον δρόμον του, μέχρις ότου διά της νοήσεως συλλάβη αυτήν την ιδέαν του αγαθού, φθάνει τέλος εις αυτό το τέρμα του νοητού κόσμου, όπως εκείνος, που βλέπει τον ήλιον εις το τέρμα του ορατού. — Πολύ σωστά. — Δεν είναι λοιπόν αυτή η πορεία, αυτή η ανάβασις, που ονομάζεις διαλεκτικήν; — Πώς όχι; — Ενθυμήσου τώρα την παραβολήν μας του σπηλαίου· εν πρώτοις απαλλάσσεται ο δεσμώτης από τα δεσμά του, και στρέφεται από τας σκιάς προς τα τεχνητά είδωλα και την λάμψιν, που τα φωτίζει· έπειτα ανεβαίνει από το υπόγειον εις τον ήλιον, όπου από την αδυναμίαν των οφθαλμών του δεν ημπορεί ακόμη να προσβλέπη τα ζώα και τα φυτά και το φως του ηλίου, αλλά κατ' αρχάς τας εικόνας αυτών επί της επιφανείας των υδάτων και τας σκιάς των· αι εικόνες όμως αύται και αι σκιαί είναι πραγματικών αντικειμένων, και όχι όπως αι σκιαί των τεχνητών ειδώλων, τας οποίας εσχημάτιζεν εις το σπήλαιον φως επίσης τεχνητόν εν συγκρίσει προς τον ήλιον. Λοιπόν, πάσα η σπουδή ιών επιστημών, τας οποίας διήλθομεν, έχει ακριβώς την αυτήν δύναμιν και το ίδιον αποτέλεσμα· ανυψώνει δηλαδή το ευγενέστερον μέρος της ψυχής μας εις την θεωρίαν του αρίστου μεταξύ πάντων των όντων, όπως το λεπτότερον των οργάνων του σώματος ανυψούται εις την θέαν του φωτεινοτάτου εν τω υλικώ και ορατώ κόσμω.
— Εγώ μεν συμφωνώ όπως τα λέγεις· και μολαταύτα υπό μίαν έποψιν μου φαίνεται παντελώς δύσκολον να τα παραδεχθώ, αφ' ετέρου δε πάλιν άλλο τόσον δύσκολον να μην τα παραδεχθώ· επειδή όμως δεν θα είναι αυτή μόνον η φορά, που θα κάμωμεν λόγον περί αυτού του ζητήματος, αλλά θα επανέλθωμεν συχνά και άλλοτε, ας υποθέσωμεν ότι είναι όπως τα είπαμεν τώρα, και ας μεταβώμεν πλέον εις αυτήν την μελωδίαν, την οποίαν να διέλθωμεν, όπως διήλθομεν και το προοίμιον· λέγε λοιπόν εις τι συνίσταται η δύναμις της διαλεκτικής και εις πόσα είδη διαιρείται και ποίοι είναι οι δρόμοι, που φέρουν προς αυτήν^ διότι αυτοί, καθώς φαίνεται, θα οδηγούν εκεί όπου, όταν φθάσωμεν, θα εύρωμεν την ανάπαυσιν και το τέλος της πορείας μας.
— Δεν θα είσαι ακόμη εις θέσιν, φίλε μου Γλαύκων, να με ακολουθήσης ως εκεί· διότι, όσον δι' εμένα, δεν θα μου έλειπε καθόλου η προθυμία· και δεν θα έβλεπες πλέον εικόνα απλώς εκείνου που λέγομεν, αλλ' αυτήν την αλήθειαν του πράγματος, όπως τουλάχιστον το νομίζω εγώ· αν δε είναι και αυτό πράγματι, ή όχι, δεν είναι ακόμη αυτό το ζήτημα· αλλ' εκείνο που ημπορούμεν να ισχυρισθώμεν, είναι ότι υπάρχει ένα τοιούτον πράγμα· δεν είναι έτσι; — Πώς όχι; — Ακόμη δε και ότι μόνον η διαλεκτική δύναται να το φανερώση εις το πνεύμα, που έχει προπαρασκευασθή τελείως διά των επιστημών, τας οποίας διήλθομεν, χωρίς να είναι δυνατόν με κανένα άλλον τρόπον. — Ημπορούμεν να το διισχυρισθώμεν και αυτό.
— Υπάρχει τουλάχιστον ένα σημείον, που κανείς δεν θα ημπορέση να το αμφισβήτηση, ότι καμμία άλλη μέθοδος δεν επιχειρεί διά της κανονικής οδού να φθάση εις την κατάληψιν της ουσίας εκάστου εκ των πραγμάτων διότι, εν πρώτοις, πάσαι μεν αι άλλαι τέχναι καταγίνονται ή με τας δοξασίας των ανθρώπων και τας επιθυμίας αυτών, ή με την παραγωγήν και την κατασκευήν, ή και με την διατήρησιν απλώς των προϊόντων της φύσεως και της τέχνης· αι δε λοιπαί πάλιν, που είπαμεν πως έρχονται εις κάποιαν επαφήν με το καθ' εαυτό ον, όπως είναι η γεωμετρία και αι σχετικαί με αυτήν επιστήμαι, είδομεν ότι η γνώσις, την οποίαν έχουν περί του όντος, ομοιάζει μάλλον προς όνειρον και είναι αδύνατον να το ιδούν ποτέ καθαρά ως εν εγρηγόρσει, εφόσον στηρίζονται επί υποθέσεων, τας οποίας αφήνουν αθίκτους, όπως τας λαμβάνουν, διότι δεν ημπορούν να δώσουν τον αποχρώντα λόγον αυτών^ διότι ποίος τρόπος υπάρχει να γίνη, ποτέ και να ονομασθή επιστήμη η απόδειξις εκείνη, που στηρίζεται επί αξιωμάτων, τα οποία δεν γνωρίζει, το συμπέρασμά της δε και όλη η μεταξύ ανάπτυξις είναι στενώς συνδεδεμένα και εξηρτημένα από πράγματα, που δεν γνωρίζει; — Πράγματι δεν υπάρχει τρόπος.
— Λοιπόν μόνη η διαλεκτική μέθοδος, αφήνουσα κατά μέρος τας υποθέσεις, πορεύεται διά της οδού ταύτης προς αυτήν την αρχήν, διά να την επιβεβαίωση, και ανασύρει το όμμα της ψυχής από τον πρόστυχον εκείνον βάρβορον, μέσα εις τον οποίον ήτο πραγματικώς καταχωσμένον και το ανυψώνει σιγά σιγά προς τα άνω, με την βοήθειαν και την συνεργασίαν των τεχνών, που ανεφέραμεν τας οποίας από συνήθειαν κατ' επανάληψιν ωνομάσαμεν επιστήμας, αν και θα είχον ανάγκην άλλου ονόματος, το οποίον να είναι εναργέστερον μεν της δοξασίας, αμυδρότερον δε της επιστήμης, μετεχειρίσθημεν δε προς τούτο κάπου ανωτέρω τον όρον διάνοια· αλλά δεν πρόκειται τώρα βέβαια να ανοίξωμεν συζήτησιν περί ονομάτων, ενώ έχομεν τόσα και τόσα σπουδαία πράγματα να εξετάσωμεν. — Όχι βέβαια· αρκεί το όνομα να εξωτερικεύη οπωσδήποτε με κάποιαν σαφήνειαν εκείνα, που παριστάνει εις την ψυχήν. — Η γνώμη μου λοιπόν είναι να εξακολουθούμεν να ονομάζωμεν επιστήμην τον πρώτον και τελειότερον τρόπον του γιγνώσκειν, τον δεύτερον δε διάνοιαν, τον τρίτον πίστιν, και εικασίαν τον τέταρτον, να περιλαμβάνωμεν δε τα δύο μεν τελευταία ομού υπό το όνομα της δοξασίας, τα δύο δε πρώτα υπό το όνομα της νοήσεως· ούτως ώστε η μεν δοξασία αντικείμενόν της να έχη το γεννώμενον και φθαρτόν, η δε νόησις εκείνο το οποίον υπάρχει καθ' εαυτό· και ό,τι είναι το ον προς το φθαρτόν, το ίδιον να είναι η νόησις προς την δοξασίαν, και ό,τι η νόησις προς την δοξασίαν, το ίδιον η επιστήμη προς την πίστιν και η διάνοια προς την εικασίαν^ ας αφήσωμεν δε επί του παρόντος, φίλε Γλαύκων, την εξέτασιν των λόγων, εφ' ών στηρίζεται η αναλογία αύτη, και την εις δύο υποδιαίρεσιν της δοξασίας και της νοήσεως, διά να μη πέσωμεν εις συζητήσεις πολύ μακροτέρας από όλας τας προηγηθείσας. — Αλλ' εγώ, όσον τουλάχιστον δύναμαι να σε παρακολουθήσω, συντάσσομαι κατά τα άλλα με την γνώμην σου.
— Δεν ονομάζεις λοιπόν διαλεκτικόν εκείνον, όστις γνωρίζει τον λόγον της ουσίας εκάστου πράγματος; και δεν λέγεις περί ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν είναι εις θέσιν να δώση ούτε εις τον εαυτόν του ούτε εις τους άλλους τον λόγον τούτον, ότι δεν έχει την νόησιν αυτού του πράγματος; — Πώς θα ημπορούσα βέβαια να μην το ειπώ αυτό; — Το ίδιον λοιπόν και με την ιδέαν του αγαθού^ ένας άνθρωπος, που δεν ημπορεί να ξεχωρίση διά της νοήσεως την ιδέαν του αγαθού από όλα τα άλλα, και να δώση ακριβή ορισμόν αυτής, και να αντικρούση όλας τας ενστάσεις, ως γενναίος πολεμιστής εν τη μάχη, μεταχειριζόμενος όχι την δοξασίαν αλλά την καθαράν νόησιν, και εξέλθη εις το τέλος από όλα αυτά νικητής με τον ακαταμάχητον λόγον, δεν θα είπης βέβαια ποτέ περί του τοιούτου, ότι γνωρίζει ούτε αυτήν την ουσίαν του αγαθού, ούτε κανένα άλλο αγαθόν αλλά και αν τυχόν συλλάβη κανένα φάντασμα του αγαθού, το επέτυχε με την δοξασίαν και όχι με την επιστήμην, και αφού επέρασε την ζωήν του κοιμώμενος και ονειρευόμενος, πριν να προφθάση να ξυπνήση εδώ, θα κατεβή εις τον Άδην διά να παραδοθή εις τον τέλειον και ατελεύτητον ύπνον. — Μα την αλήθειαν, αυτά όλα θα ειπώ και εγώ διά τον τοιούτον άνθρωπον.
— Βεβαίως λοιπόν, εάν καμμίαν ημέραν σου επεβάλλετο να αναθρέψης πραγματικώς τους υιούς σου, τους οποίους τώρα τρέφεις και εκπαιδεύεις διά του λόγου, δεν θα τους άφηνες, υποθέτω, ποτέ να γίνουν άρχοντες και διαχειρισταί των υψίστων συμφερόντων της πολιτείας, εάν ήσαν ό,τι είναι εις την γεωμετρίαν αι καλούμεναι άλογοι γραμμαί. — Όχι βέβαια. — Δεν θα επιβάλης λοιπόν εις αυτούς διά του νόμου, να γίνωνται αυτής της επιστήμης προ πάντων κάτοχοι, διά της οποίας θα είναι ικανοί να ερωτούν και να αποκρίνωνται όσον το δυνατόν επιστημονικώτατα; — Μάλιστα θα βάλω μαζί σου αυτόν τον νόμον. — Ώστε δεν παραδέχεσαι τώρα, ότι η διαλεκτική είναι, ούτως ειπείν, το κορύφωμα και το επιστέγασμα όλων των άλλων επιστημών, και ότι δεν υπάρχει άλλη καμμία διά να την θέσωμεν παραπάνω από αυτήν, και ότι επομένως επήρε τέλος πλέον το περί μαθημάτων ζήτημα; — Μάλιστα.
— Σου υπολείπεται επομένως τώρα το περί της διανομής των μαθημάτων, διά ποίους θα ορίσωμεν αυτά και κατά τίνα τρόπον θα τα διδάξωμεν. — Είναι φανερόν. — Ενθυμείσαι λοιπόν οποίοι τινες ήσαν κατά τον χαρακτήρα οι άρχοντες, τους οποίους εξελέξαμεν προηγουμένως. — Πώς όχι; — Εσύ ο ίδιος έκρινες τότε, ότι έπρεπε να εκλέξωμεν ανθρώπους αυτής της φύσεως, και ότι είναι ανάγκη να προτιμήσωμεν τους σταθερωτέρους και τους ανδρειοτέρους και, αν είναι δυνατόν, τους ωραιοτέρους, και δεν αρκεί μόνον να έχουν τα σωματικά αυτά προτερήματα και την ευγένειαν των αισθημάτων, αλλά να προσυπάρχουν ακόμη και αι φυσικαί προδιαθέσεις αι απαιτούμεναι διά την εκπαίδευσιν, που θέλομεν να τους δώσωμεν. — Και ποίας θεωρείς τοιαύτας; — Την αναγκαίαν αγχίνοιαν προς σπουδήν των επιστημών και την ευκολίαν του να μανθάνουν διότι πολύ περισσότερον αποκάμνουν αι ψυχαί από τας δυσκολίας των αφηρημένων επιστημών, παρά από τους κόπους της γυμναστικής· επειδή ο κόπος αυτός ανήκει αποκλειστικώς και μόνον εις την ψυχήν και δεν τον συμμερίζεται μετά του σώματος. — Έχεις δίκαιον. — Πρέπει εκτός τούτου να έχουν ισχυράν μνήμην, ισχυράν θέλησιν και φιλοπονίαν εν πάσιν^ αλλέως πώς νομίζεις ότι θα συγκατετίθετο κανείς, εκτός των άλλων σωματικών εργασιών, να επιβαρύνεται και με τόσην μελέτην και πνευματικήν εργασίαν; — Κανείς βέβαια, εάν δεν ήτο τελειότατα πεπροικισμένος εκ φύσεως.
— Το λάθος, το οποίον διαπράττεται σήμερον και συνεπεία του οποίου τοσούτον ατιμάζεται και καταφρονείται η φιλοσοφία, προέρχεται, καθώς είπα και πρότερον, εκ του ότι δεν τηρείται ο προσήκων σεβασμός προς την αξιοπρέπειαν αυτής· διότι δεν έπρεπε να έχουν καμμίαν σχέσιν με αυτήν άνθρωποι νόθοι πνευματικώς, αλλά γνήσιοι μόνον. — Πώς αυτό; — Πρώτον μεν ο προσερχόμενος εις την φιλοσοφίαν δεν πρέπει να είναι χωλός κατά την φιλοπονίαν, να είναι δηλαδή εξ ημισείας μόνον φιλόπονος και εξ ημισείας φυγόπονος· πράγμα το οποίον συμβαίνει, όταν ένας παραδείγματος χάριν είναι φίλος του αθλητισμού και του κυνηγίου και εν γένει καταγίνεται με ζήλον εις τας σωματικάς ασκήσεις, δεν είναι όμως καθόλου φιλομαθής, δεν αγαπά τας συζητήσεις και διαλέξεις, τας επιστημονικάς ερεύνας και φοβείται κάθε τοιούτου είδους κόπον^ χωλός δε είναι επίσης και εκείνος, με την φιλοπονίαν του οποίου συμβαίνει το αντίθετον. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.
— Κατά τον ίδιον όμως λόγον δεν θα χαρακτηρίσωμεν, εν σχέσει προς την αλήθειαν, ανάπηρον επίσης και χωλήν την ψυχήν εκείνην, η οποία μισεί μεν το εκούσιον ψεύδος, και δεν το ανέχεται και εις τον εαυτόν της, και οι άλλοι, όταν ψεύδωνται, καταγανακτεί, ευκόλως όμως αποδέχεται το ακούσιον, και ούτε στενοχωρείται πολύ, όταν αποκαλύπτεται η αμάθειά της, αλλά όπως ο χοίρος μολύνεται με τελείαν αδιαφορίαν εις τον βόρβορον αυτόν; — Αναμφιβόλως.
— Δεν πρέπει δε βέβαια να δίδωμεν ολιγωτέραν προσοχήν και ως προς την σωφροσύνην και την ανδρείαν και την μεγαλοψυχίαν και όλα εν γένει τα είδη της αρετής και να διακρίνωμεν τον νόθον και τον γνήσιον· διότι όταν δεν είναι κανείς εις θέσιν να το κάμνη αυτό, είτε ιδιώτης είτε πόλις, κινδυνεύουν, χωρίς να το εννοούν, να εμπιστεύωνται τα συμφέροντά των εις ανθρώπους χωλούς και νόθους, καθ' όσον τύχη να τους έχουν οι μεν φίλους, οι δε άρχοντας. — Και πράγματι αυτό συμβαίνει συχνότατα.
— Ημείς λοιπόν τουλάχιστον ας επιστήσωμεν την μεγαλυτέραν μας εις τούτο προσοχήν· διότι, εάν παραλάβωμεν, διά να εκπαιδεύσωμεν εις τοσαύτης σπουδαιότητος μαθήσεις και μελέτας ανθρώπους αρτίους και κατά το σώμα και κατά τον νουν, ούτε η ιδία η δικαιοσύνη θα ημπορή να έχη κανένα παράπονον μαζί μας, θα σώσωμεν δε συγχρόνως και την πολιτείαν και το πολίτευμα· ενώ, αν παραλάβωμεν διαφορετικούς, θα φθάσωμεν εις όλα τα εναντία αποτελέσματα, και θα γίνωμεν αφορμή ακόμη περισσότερον να εξευτελισθή η φιλοσοφία. — Θα ήτο εντροπή μας αυτό. — Και πολύ μεγάλη μάλιστα· αλλά και εγώ τώρα μου φαίνεται πως έπαθα κάτι, που με κάμνει να εντρέπωμαι. — Τι πράγμα; — Ελησμόνησα ότι όλα αυτά είναι σχέδια εις τον αέρα, και τον επήρα τον σκοπόν κάπως υψηλότερα· διότι επάνω εις την ομιλίαν μου έστρεψα εις την φιλοσοφίαν, και όταν την είδα τόσον αναξίως περιφρονημένην, με εκυρίευσε, μου φαίνεται, μία αγανάκτησις και θυμωμένος καθώς ήμουν με τους αιτίους, ωμίλησα με τόσην σφοδρότητα που ωμίλησα. — Όχι δα και με τόσην, δι' εμέ τουλάχιστον τον ακροατήν. — Δι' εμέ όμως τον ρήτορα· οπωσδήποτε, ας μη λησμονούμεν, ότι εις μεν την προηγουμένην μας εκλογήν είχαμεν να εκλέξωμεν γέροντας, ενώ τώρα δεν θα έχη τον τόπον του να κάμωμεν το ίδιον^ διότι δεν πρέπει να πιστεύσωμεν τον Σόλωνα, ότι και γηράσκων τις ημπορεί πολλά να μαθαίνη· ίσως μάλλον θα ημπορούσε να μάθη να τρέχη· όλοι όμως οι μεγάλοι και πολλοί πόνοι είναι διά την νεότητα. — Κατ' ανάγκην.
— Από την παιδικήν λοιπόν ηλικίαν πρέπει να αρχίσωμεν την διδασκαλίαν της αριθμητικής και της γεωμετρίας και όλων των μαθημάτων, τα οποία είναι προπαρασκευή διά την διαλεκτικήν, χωρίς όμως εις τον τρόπον της διδασκαλίας μας να υπάρχη τίποτε, που να ομοιάζη με καταναγκαστικήν μάθησιν. — Διατί; — Διότι δεν πρέπει ο ελεύθερος να μανθάνη τίποτε διά της βίας δουλικώς· επειδή οι μεν σωματικοί κόποι, και αν επιβάλλωνται διά της βίας, δεν προξενούν καμμίαν βλάβην εις το σώμα, ενώ τα μαθήματα, που εισάγονται διά της βίας εις την ψυχήν, δεν παραμένουν συνήθως. — Είναι αλήθεια. — Ποτέ λοιπόν να μη μεταχειρίζεσαι, καλέ μου, την βίαν εις τα μαθήματα των παίδων, αλλά φρόντιζε μάλλον παίζοντες να μανθάνουν, διά να είσαι εις θέσιν και καλύτερα να διακρίνης την φυσικήν εκάστου προδιάθεσιν. — Είναι πολύ δικαιολογημένη αυτή σου η σύστασις.
— Ενθυμείσαι ακόμη, ότι είπαμεν πως πρέπει να οδηγούμεν τους παίδας εφίππους και εις τον πόλεμον, διά να βλέπουν, και εφ' όσον δεν υπάρχει κανείς κίνδυνος, να τους φέρωμεν και πλησιέστερον και να τους γεύωμεν, ούτως ειπείν, αίμα, όπως κάμνουν με τα κουτάβια των λαγωνικών; Μάλιστα, το ενθυμούμαι. — Όσοι λοιπόν εις όλα αυτά, και εις τους κόπους και εις τα μαθήματα και εις τους φόβους, δείξουν την μεγαλυτέραν αντοχήν, όλους αυτούς θα τους ξεχωρίσης κατά μέρος. — Εις ποίαν ηλικίαν; — Αφού τελειώσουν την σειράν των γυμναστικών ασκήσεων· διότι κατ' αυτήν την περίοδον, είτε δύο έτη διαρκέση είτε τρία, δεν ημπορεί το παιδί να κάμνη τίποτε άλλο· ο κόπος και ο ύπνος είναι οι φυσικοί εχθροί των μαθημάτων· εξ άλλου είναι και αυτή μία από τας δοκιμασίας, όχι η μικροτέρα, να ιδούμεν τι θα φανή ο καθείς εις τας γυμναστικάς ασκήσεις. — Και εγώ το ίδιον φρονώ.
— Κατόπιν, όταν φθάσουν εις τα είκοσι, εκείνοι τους οποίους θα ξεχωρίσης, θα λαμβάνουν μεγαλυτέρας τιμητικάς διακρίσεις από τους άλλους, και τα μαθήματα, τα οποία, κατά την πρώτην των εκπαίδευσιν έμαθον χωριστά, θα τους τα παρουσιάσης τώρα εν τω συνόλω των, ώστε να ημπορέσουν να συλλάβουν με ένα βλέμμα τας σχέσεις, που έχουν αι επιστήμαι μεταξύ των, και να γνωρίσουν συγχρόνως την φύσιν του όντος. — Μόνον πραγματικώς με αυτήν την μέθοδον ημπορούν να στερεωθούν αι γνώσεις, που θα αποκτήσουν. — Είναι δε ακόμη και το ασφαλέστερον μέσον, διά να διακρίνη τις την διαλεκτικήν φύσιν από την μη τοιαύτην· διότι εκείνος, που θα δειχθή ικανός να περιλαμβάνη τας διαφόρους μαθήσεις υπό έν γενικόν βλέμμα, είναι ασφαλώς διαλεκτικός, κάθε δε άλλος όχι. — Συμφωνώ μαζί σου.
— Εις αυτό λοιπόν είναι ανάγκη να επιστήσης την προσοχήν σου, και όσοι μεταξύ των νέων ευρεθούν σταθεροί, και εις τα μαθήματα και εις τον πόλεμον και εις τας άλλας τας προδιαγεγραμμένας δοκιμασίας, αφού συμπληρώσουν τα τριάκοντα έτη, θα τους ξεχωρίσης από εκείνους, που ήδη εξεχώρισες, και θα τους ανυψώσης εις ανωτέρας τιμάς, αφού δε τότε τους υποβάλης υπό την δοκιμασίαν της διαλεκτικής, θα προσπαθήσης να διακρίνης ποίος εξ αυτών είναι ικανός, άνευ της επικουρίας των οφθαλμών και των λοιπών αισθήσεων, αλλά με μόνην την δύναμιν της αληθείας, να ανυψωθή μέχρι της γνώσεως του καθ' εαυτό όντος· και εδώ είναι που χρειάζεται, φίλε μου, να λάβης τας μεγαλυτέρας σου προφυλάξεις. — Διατί; — Δεν παρατηρείς τι μεγάλον κακόν γίνεται σήμερα με την διαλεκτικήν; — Τι; — Βασιλεύει εις αυτήν η μεγαλυτέρα σύγχυσις και αταξία. — Είναι αλήθεια.
— Λοιπόν πιστεύεις ότι υπάρχει εις αυτήν την κατάστασιν τίποτε το περίεργον, και ότι δεν είναι απεναντίας τελείως δικαιολογημένη; — Πώς δα; — Συμβαίνει το ίδιον με αυτούς, ό,τι και με ένα υποβολιμαίον τέκνον, το οποίον ήθελεν ανατραφή εις τους κόλπους ισχυράς και ευγενούς οικογενείας, εν μέσω μεγάλου πλούτου και πολλών κολάκων· όταν αυτό μεγαλώση και μάθη, ότι αυτοί οι λεγόμενοι γονείς του δεν είναι πράγματι τοιούτοι, χωρίς όμως και να κατορθώση να εύρη τους αληθινούς γονείς του, ημπορείς να μου είπης ποία θα είναι τα αισθήματά του απέναντι των κολάκων του και των θετών γονέων του και τον καιρόν, που δεν ήξευρε ακόμη περί της υποβολής του και κατόπιν, αφού την έμαθε; ή προτιμάς να ακούσης τι στοχάζομαι εγώ; — Προτιμώ.
Στοχάζομαι λοιπόν, ότι θα ετίμα περισσότερον τον πατέρα του και την μητέρα του και τους άλλους θεωρουμένους συγγενείς του, παρά εκείνους, που τον εκολάκευον, ότι θα εδείκνυε όλον τον ζήλον του και την προθυμίαν του δι' αυτούς, αν ετύχαινε να περιέλθουν εις ανάγκην, ότι ποτέ δεν θα έστεργε να τους κακομεταχειρισθή ή με λόγον ή με έργον, και ότι τέλος εις τα μεγάλα πράγματα θα υπήκουεν εις εκείνους μάλλον παρά εις τους κόλακας καθ' όλην εκείνην την εποχήν, που δεν εγνώριζεν ακόμη την αληθινήν του θέσιν. — Φυσικώτατα. — Αφού όμως θα εμάνθανε την αλήθειαν, στοχάζομαι ότι θα εχαλαρούτο μεν ο προς τους γονείς του σεβασμός και η προθυμία, θα ηύξανε δε απεναντίας προς τους κόλακας, και θα ήρχιζε πλέον να τους ακούη χωρίς την προτέραν εκείνην επιφύλαξιν και να ακολουθή περισσότερον τας συμβουλάς των και να ζη απροκαλύπτως μαζί των, χωρίς να δίδη την ελαχίστην προσοχήν εις τον πατέρα του και τους άλλους υποτιθεμένους συγγενείς του, εκτός τουλάχιστον αν δεν ήτο πεπροικισμένος με πολύ εξαιρετικήν φύσιν. — Πράγματι όλα αυτά θα ημπορούσαν να γίνουν, όπως τα λέγεις· αλλά πώς εφαρμόζεται αυτή η εικών εις τας αταξίας της διαλεκτικής, που παραπονείσαι;
— Ως εξής· έχομεν εκ παιδικής ηλικίας ανατραφή με τας αρχάς της δικαιοσύνης και της ηθικής, τας οποίας σεβόμεθα και τας υπακούομεν, όπως τους γονείς μας. — Έτσι είναι. — Δεν υπάρχουν όμως και αντίθετοι προς αυτάς αρχαί, αι οποίαι τείνουν προς τας ηδονάς, και κολακεύουν μεν την ψυχήν και ζητούν να την παρασύρουν, δεν ημπορούν όμως να πείσουν, τουλάχιστον τους οπωσδήποτε καλυτέρους; αυτοί φυλάττουν πάντοτε τον σεβασμόν και την υπακοήν προς τας αρχάς, υπό τας οποίας πατρικώς ανετράπησαν. — Είναι αλήθεια και αυτό. — Τώρα, εάν ένα νέον τοιούτων διαθέσεων έλθη κανείς και τον ερωτήση, τι είναι το καλόν, και αφού αποκριθή όπως το έμαθε από τον νομοθέτην, αρχίση ο άλλος να τον ανασκευάζη και με πολλά και επανειλημμένα επιχειρήματα τον κάμη επί τέλους να αμφιβάλλη, μήπως το ίδιον πράγμα δεν είναι όχι ολιγώτερον αισχρόν ή καλόν, ωσαύτως δε και περί του δικαίου και του αγαθού και όλων εν γένει τα οποία έως τώρα εσέβετο, κατόπιν τούτων ποίαν ιδέαν νομίζεις ότι θα έχη πλέον περί του σεβασμού και της υπακοής πού θα οφείλη προς αυτά; — Κατ' ανάγκην ούτε θα τα σέβεται πλέον ούτε θα υπακούη όπως πριν. — Όταν λοιπόν πλέον δεν τιμά ούτε υιικόν σεβασμόν έχη προς τας ηθικάς αρχάς, όπως πριν, και δεν είναι εις θέσιν μόνος του να ευρίσκη την αλήθειαν, είναι δυνατόν να ασπασθή άλλον τρόπον ζωής παρά εκείνον, που κολακεύει τας επιθυμίας του; — Δεν είναι δυνατόν. — Θα γίνη λοιπόν τότε αποστάτης του νόμου, ενώ μέχρι τούδε ήτο υπήκοος αυτού. — Κατ' ανάγκην. — Ώστε πολύ φυσικόν είναι να παθαίνουν αυτό, εκείνοι που κατ' αυτόν τον τρόπον επιδίδονται εις την διαλεκτικήν και, όπως προ ολίγου έλεγον, είναι άξιοι πάσης συγγνώμης. — Και οίκτου προσέτι.
— Διά να μη γίνουν λοιπόν άξιοι οίκτου και οι τρόφιμοί σου, όταν θα φθάσουν εις τα τριάντα, δεν πρέπει να λάβης τας μεγαλυτέρας σου προφυλάξεις, πριν επιδοθούν εις την διαλεκτικήν; Και πολύ μάλιστα. — Και δεν είναι μία σπουδαιοτάτη προφύλαξις αυτή, να μη δοκιμάζουν την διαλεκτικήν πάρα πολύ νέοι; επειδή δεν σου διαφεύγει αναμφιβόλως, ότι οι πολύ νέοι, όταν γευθώσι κατά πρώτον της διαλεκτικής, κάμνουν κατάχρησιν αυτής προς διασκέδασιν, και την χρησιμοποιούν διά να αντιλέγουν διαρκώς, και κατά το παράδειγμα εκείνων, που τους απεστόμωσαν εις την συζήτησιν, ζητούν και αυτοί να αποστομώσουν άλλους και ευχαριστούνται καθώς τα σκυλάκια να τραυούν και να ξεσχίζουν ό,τι πέση εις το στόμα των. — Θαυμάσια τα λέγεις.
— Αφού λοιπόν εις αυτάς τας συζητήσεις αποστομώσουν μεν πολλούς, αποστομωθούν δε και αυτοί υπό πολλών, καταντούν και πολύ γρήγορα μάλιστα να μην πιστεύουν πλέον τίποτε, απ' όσα πριν επίστευον· και με αυτό δίδουν αφορμήν εις τον κόσμον να κατακραυγάζη και εναντίον των και εναντίον της φιλοσοφίας. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον. — Εις ηλικίαν όμως μάλλον προχωρημένην δεν θα το θέλουν, εννοείται, πλέον να θυσιάζουν εις αυτήν την μανίαν, και θα ακολουθούν μάλλον εκείνους, που επιζητούν διά της διαλεκτικής την εύρεσιν της αληθείας, παρά εκείνους που αντιλέγουν χάριν παιδιάς και προς διασκέδασιν· τοιουτοτρόπως και οι ίδιοι θα γίνουν πλέον μετρημένοι, και το επάγγελμα θα κάμουν περισσοτέρας εκτιμήσεως από πριν άξιον. — Πολύ σωστά.
— Δεν είναι δε ακόμη ένα είδος προφυλάξεως και εκείνα, που είπαμεν ανωτέρω, ότι δηλαδή πρέπει να προσλαμβάνωμεν εις την διαλεκτικήν πνεύματα εκ φύσεως σοβαρά και στερεά, και όχι, όπως τώρα, τον πρώτον τυχόντα, που καμμίαν φυσικήν προδιάθεσιν δεν έχει; Έχεις δίκαιον.
— Και θα είναι άραγε αρκετόν να ορίσωμεν διά την τελειοποίησιν της διαλεκτικής το διπλάσιον του χρόνου, που εδώσαμεν διά την γυμναστικήν, διά να αφοσιωθή κανείς εις αυτήν με όλον του τον ζήλον και την επιμέλειαν, χωρίς τίποτε άλλο να κάμνη, όπως τότε εγίνετο και με τας σωματικάς ασκήσεις; — Πόσα δηλαδή έτη, έξ ή τέσσερα; — Βάλε πέντε· και κατόπιν από αυτά, θα τους καταβιβάσης εκ νέου εις το σπήλαιον εκείνο και θα τους υποχρεώσης να αναλάβουν πολεμικάς διοικήσεις και άλλα υπουργήματα κατάλληλα διά την ηλικίαν των, διά να μην υπολείπωνται ούτε κατά την εμπειρίαν από τους άλλους· και εις όλα δε αυτά πρέπει επίσης να δοκιμάζωνται, διά να ιδούμεν αν θα μείνουν ακλόνητοι, με όλους τους πειρασμούς εις τους οποίους θα είναι εκτεθειμένοι, ή μήπως παραστρατίσουν κάπως. — Και πόσον καιρόν θα διαρκέση αυτό: — Δεκαπέντε έτη· και όταν φθάσουν εις τα πενήντα, όσοι υπέστησαν ευδοκίμως την δοκιμασίαν και ηρίστευσαν εις όλα γενικώς και εις τας επιστήμας και εις την πράξιν, καιρός πλέον να τους οδηγήσωμεν εις το τέρμα, και να τους αναγκάσωμεν να στρέψουν προς τα επάνω τον οφθαλμόν της ψυχής και να προσατενίσουν εκείνο, που δίδει το φως εις τα πάντα· και αφού τοιουτοτρόπως γνωρίσουν την ουσίαν του αγαθού, να το μεταχειρίζωνται εις τον υπόλοιπον βίον των ως πρότυπον, διά να ρυθμίζουν επ' αυτού και τα ιδικά των ήθη και της πολιτείας και των ιδιωτών, ασχολούμενοι μεν ως επί το πλείστον εις την φιλοσοφίαν, αναλαμβάνοντες όμως, όταν θα έρχεται η σειρά του καθενός, και το βάρος της διοικήσεως και της εξουσίας αποκλειστικώς και μόνον χάριν της πόλεως, και χωρίς να το εκλαμβάνουν ως κάτι καλόν διά τους εαυτούς των, αλλ' ως απαραίτητον υποχρέωσιν^ και τότε πλέον, αφού μορφώσουν και άλλους κατά το παράδειγμά των, τους οποίους ν' αφήσουν αξίους διαδόχους των διά την φρούρησιν της πολιτείας, να απέρχωνται διά να κατοικήσουν εις τας νήσους μακάρων· η δε πόλις να τους ανεγείρη μνημεία και να τους ορίζη, εάν είναι και η Πυθία σύμφωνος, δημοτελείς θυσίας, ως εις ημιθέους, ειδεμή, ως εις μακαρίους και αγίους.
— Ως άριστος ανδριαντοποιός τους επεξειργάσθης τελειοτάτους, Σωκράτη, τους άρχοντάς μας. — Και τας γυναίκας των προσέτι, αγαπητέ μου· διότι μη νομίζης ότι είπα, όσα είπα, διά τους άνδρας μάλλον παρά και διά τας γυναίκας, όσαι τουλάχιστον και από αυτάς ευρεθούν πεπροικισμέναι εκ φύσεως με την προσήκουσαν ικανότητα. — Πολύ σωστά, αφού τα πάντα, καθώς είπαμεν, θα είναι κοινά μεταξύ ανδρών και γυναικών.
— Τι λέγεις λοιπόν τώρα; συμφωνείς ότι, όσα είπαμεν περί πολιτείας και πολιτεύματος, δεν είναι απλαί ευχαί, αλλά, δύσκολα μεν βεβαίως, όχι όμως και αδύνατα να εφαρμοσθούν, όταν ανώτατοι άρχοντες της πόλεως, ένας ή περισσότεροι, γίνουν οι πραγματικοί φιλόσοφοι, οίτινες, καταφρονούντες τας τιμάς, που επιδιώκουν σήμερον, ως ανελευθέρους και αναξίας λόγου, εκτιμώντες δε μόνον το καθήκον και τας από τούτου αμοιβάς, και επάνω απ' όλα ως μέγιστον και αναγκαιότατον την δικαιοσύνην, θα αναλάβουν την αναμόρφωσιν της πολιτείας; — Πώς; — Όλους τους κατοίκους της πόλεως, όσοι είναι άνω των δέκα ετών, θα τους στείλουν εις την εξοχήν, και αφού τοιουτοτρόπως αποσύρουν τα τέκνα των από την επίδρασιν των σημερινών ηθών, τα οποία έχουν και οι γονείς των, θα τα αναθρέψουν σύμφωνα με τα ιδικά των ήθη και με τους ιδικούς των νόμους, όπως τους ανεπτύξαμεν προηγουμένως· και αφού τοιουτοτρόπως, με την νέαν αυτήν γενεάν, σχηματισθή τάχιστα και ευκολώτατα η πολιτεία, που ελέγαμεν, δεν είναι ζήτημα ότι και αυτή η ιδία θα ευτυχήση και το έθνος, εις το οποίον ανήκει, θα ωφελήση. — Αναμφιβόλως· και νομίζω ότι εξέθεσες άριστα τον τρόπον, που θα γίνουν όλα αυτά, αν υποθέσωμεν ότι θα εγίνοντο καμμίαν ημέραν. — Ετελείωσαν λοιπόν όσα είχαμεν να ειπούμεν και περί της πόλεως ταύτης, και του ανθρώπου, που θα είναι όμοιος με αυτήν· διότι είναι φανερόν, οποίος τις θα είναι και αυτός σύμφωνα με τας αρχάς μας. — Φανερόν· και, καθώς λέγεις, το θέμα μας εξηντλήθη.
* * *
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πολιτεία. Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί, συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.
Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη. Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ' 10 δρχ.
* * *
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10