← Table of contents
Πολιτεία, Τόμος 2

Front matter (continued 3)

I. N. (Ioannes N.) Grypares translation

— Είναι ακόμη φανερόν, ότι ουδέποτε, άνευ τουλάχιστον ρητής διαταγής των αρχόντων, θα τολμήση ο νεώτερος να βιαιοπραγήση εναντίον του πρεσβυτέρου, ούτε να εγείρη, φυσικά, χείρα εναντίον του· ούτε, νομίζω, να τον προσβάλη καθ' οιονδήποτε τρόπον· διότι θα υπάρχουν δύο φύλακες ικανοί να τον εμποδίσουν, ο φόβος και το σέβας· το σέβας, το οποίον θα τους συγκρατήση να υψώσουν χείρα κατ' εκείνων, που θεωρούνται πατέρες· ο φόβος δε, διότι γνωρίζουν ότι οι άλλοι θα βοηθήσουν τον προσβληθέντα, οι μεν ως υιοί, οι δε ως αδελφοί, οι δε ως πατέρες. — Αυτό πραγματικώς θα συμβαίνη. — Παντοτινή λοιπόν, χάρις εις αυτούς τους νόμους, θα βασιλεύη ειρήνη μεταξύ των πολεμιστών μας. — Και μεγάλη μάλιστα. — Αφού λοιπόν αυτοί θα ομονοούν, κανείς φόβος βέβαια δεν υπάρχει να διχονοήσουν προς αυτούς και αι λοιπαί τάξεις των πολιτών, είτε και μεταξύ των. — Όχι βέβαια. — Δεν τολμώ δε, διά την ταπεινότητα του πράγματος, να κατέλθω εις την απαρίθμησιν των μικροτέρων κακών, από τα οποία θα είναι απηλλαγμένοι, τας κολακείας παραδείγματος χάριν των πλουσίων, εις τας οποίας είναι ηναγκασμένοι να καταφεύγουν οι πτωχοί, τας στενοχωρίας και τας θλίψεις, που υφίστανται, διά την ανατροφήν των τέκνων, ή διά την απόκτησιν χρημάτων, προς συντήρησιν πολυαρίθμων δούλων, χάριν των οποίων όλων συνάπτουν πολλάκις μεγάλα δάνεια, αρνούνται ενίοτε τα χρέη των, και με κάθε τρόπον εξευρίσκουν οπωσδήποτε τα αναγκαιούντα χρήματα, διά να επιτρέψουν εις το τέλος την διαχείρισιν αυτών εις τας γυναίκας και εις δούλους· πόσας, αλήθεια, φίλε μου, και ποίας ταπεινώσεις δεν υφίστανται, που είναι πολύ γνωσταί, ώστε να μην αξίζη τον κόπον να τας απαριθμήση κανείς! — Πράγματι, πρέπει να είναι τυφλός κανείς διά να μη το βλέπη. — Από όλας λοιπόν αυτάς τας αθλιότητας θα είναι οι ιδικοί μας απηλλαγμένοι, και θα ζουν πολύ μακαριώτερον και από τον μακαριστόν βίον, που ζουν οι Ολυμπιονίκαι. — Πώς; — Εκείνοι μακαρίζονται διά μικρόν μέρος από τα αγαθά, που έχουν οι ιδικοί μας· διότι και η νίκη τούτων είναι κατά πολύ ενδοξοτέρα, και η εκ του δημοσίου διατροφή των τελειοτέρα· και η μεν νίκη των είναι η σωτηρία ολοκλήρου της πόλεως, τροφήν δε και όλα τα άλλα αναγκαία έχουν καθ' όλην την διάρκειαν της ζωής των και οι ίδιοι και τα τέκνα των, δέχονται παρά της πόλεως τιμάς και βραβεία εφ' όσον ζώσι, και όταν αποθάνουν αξιούνται μεγαλοπρεπούς ταφής. — Όπως πράγματι τους χρειάζεται.

— Ενθυμείσαι όμως, ότι προηγουμένως δεν ηξεύρω ποίος μας απηύθυνε την κατηγορίαν, πως δεν λαμβάνομεν καμμίαν πρόνοιαν διά την ευτυχίαν των πολεμιστών μας, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε ιδικόν των, ενώ ημπορούσαν να έχουν όλα όσα ανήκουν εις τους άλλους πολίτας; ημείς δε του απηντήσαμεν, νομίζω, ότι αυτό μεν το ζήτημα θα το εξετάσωμεν άλλοτε, αν ήθελε παρουσιασθή ευκαιρία, τώρα δε ο σκοπός μας είναι να κάμωμεν τους φρουρούς μας πραγματικώς φρουρούς, την δε πόλιν μας όσον το δυνατόν ευτυχεστέραν, χωρίς να αποβλέπωμεν εις την ευδαιμονίαν αποκλειστικώς μιας μόνον τάξεως εν αυτή; — Το ενθυμούμαι. — Τι λοιπόν; ο βίος τώρα των πολεμιστών μας, αφού απεδείχθη πολύ καλύτερος και προτιμότερος από των Ολυμπιονικών, μήπως τάχα επιδέχεται καμμίαν σύγκρισιν με τον βίον των υποδηματοποιών ή των άλλων τεχνιτών ή των γεωργών; — Δεν μου φαίνεται καθόλου. — Ώστε λοιπόν είναι δίκαιον να επαναλάβω και εδώ ό,τι έλεγα και τότε, ότι, αν ο πολεμιστής ζητήση να γίνη ευδαίμων κατά τρόπον, ώστε να παύση πλέον να είναι φρουρός της πόλεως, και αν δεν του αρέση αυτός ο μέτριος και εξησφαλισμένος βίος, τον οποίον ημείς θεωρούμεν άριστον, αλλά τον καταλάβη μία ανόητος και παιδαριώδης ιδέα περί ευδαιμονίας, η οποία τον εξωθήση να καταχρασθή την δύναμίν του διά να γίνη κύριος των πάντων εν τη πόλει, τότε θα μάθη πόσον σοφός ήτο ο Ησίοδος, ο οποίος είπεν ότι «το ήμισυ είναι πλέον του παντός». — Εάν θέλη να ακούση την συμβουλήν μου, δεν θα εξέλθη από την συνθήκην της ζωής, που του ωρίσαμεν.

— Επιδοκιμάζεις λοιπόν να είναι τα πάντα κοινά μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθ' όν τρόπον τα επραγματεύθημεν, όσον αφορά την ανατροφήν, τα τέκνα, και την φρούρησιν των άλλων πολιτών; να μένουν δηλαδή και εκείναι εις την πόλιν, να μεταβαίνουν εις τον πόλεμον, να λαμβάνουν μέρος εις τας φρουράς και εις τα κυνήγια, όπως τα θηλυκά των σκύλων, και εν γένει να συμμετέχουν πάντοτε και εις πάντα, κατά το δυνατόν, τα έργα των πολεμιστών, με την πεποίθησιν, ότι όλα αυτά που θα κάμνουν θα είναι συμφερώτατα διά την πόλιν, και όχι εναντία προς την φύσιν του ανδρός και της γυναικός, αφού ο προορισμός των είναι να ζουν ομού βίον κοινόν; — Επιδοκιμάζω.

— Δεν μένει λοιπόν τώρα να εξετάσωμεν, αν είναι δυνατόν να υπάρξη και μεταξύ των ανθρώπων, όπως και μεταξύ των άλλων ζώων, αυτή η κοινότης, και κατά ποίον τρόπον δύναται να κατορθωθή; — Μου επρόλαβες ακριβώς την ερώτησιν που ήμουν έτοιμος να κάμω. — Και όσον μεν αφορά τον πόλεμον είναι, νομίζω, φανερόν, πώς θα πολεμούν. — Πώς; — Θα εκστρατεύουν βέβαια από κοινού, θα παραλαμβάνουν όμως ακόμη μαζί των και τα πλέον μεστωμένα από τα παιδιά, διά να βλέπουν, καθώς συμβαίνει και με τα παιδιά των άλλων τεχνιτών, εκείνα που θα έχουν και αυτοί να κάμνουν μίαν ημέραν, όταν μεγαλώσουν· εκτός δε τούτου, και να βοηθούν τους πατέρας των και τας μητέρας των, να περιποιούνται και να παρέχουν τας δυνατάς εκδουλεύσεις εις όλα του πολέμου· ή δεν παρετήρησες τι γίνεται και εις τας άλλας τέχνας, παραδείγματος χάριν τα τέκνα των αγγειοπλαστών, πόσον καιρόν βοηθούν απλώς και περιορίζονται να παρατηρούν, πριν να καθίσουν και οι ίδιοι εις τον τροχόν; — Το παρετήρησα. — Ή τάχα πρέπει εκείνοι να φροντίζουν περισσότερον από τους φρουρούς μας διά τα τέκνα των, διά να αποκτήσουν με την παρατήρησιν την πείραν, που τους χρειάζεται διά το έργον των; — Θα ήτο πολύ γελοίον να το υποθέση κανείς. — Δεν είναι δε ακόμη αληθές, ότι κάθε ζώον πολεμεί γενναιότερον, όταν έχη εμπρός του και τα τέκνα του; — Έτσι είναι· υπάρχει όμως, Σωκράτη, όχι μικρός κίνδυνος, αν τύχη και νικηθούν, όπως συχνά συμβαίνει εις τον πόλεμον, μήπως, εκτός αυτών, χάσουν και τα τέκνα των την ζωήν, και γίνη αδύνατον να αναλάβη ποτέ και ολόκληρος η πόλις από αυτήν την απώλειαν. — Αλήθεια λέγεις· αλλά τάχα νομίζεις, ότι η πρώτη μας φροντίς θα είναι να μην τους εκθέσωμεν ποτέ εις κανένα κίνδυνον; — Κάθε άλλο — Και αν γίνη ανάγκη, δεν θα κινδυνεύσουν ακριβώς εκεί όπου, εν περιπτώσει επιτυχίας, θα γίνουν καλύτεροι; — Αυτό είναι φανερόν. — Νομίζεις λοιπόν ότι είναι μικρόν κέρδος και δεν αξίζει τον κίνδυνον, να παρίστανται θεαταί της μάχης οι παίδες, που θα είναι και αυτοί πολεμισταί μίαν ημέραν; — Πραγματικώς, θα είναι κέρδος. — Ώστε αυτό πρέπει να το λάβωμεν κατ' αρχήν, ότι θα παρίστανται θεαταί εις τον πόλεμον οι παίδες, αλλά και θα λαμβάνωνται προσέτι όλαι αι δυναταί προφυλάξεις διά την ασφάλειάν των, και όλα θα είναι καλά, δεν είναι έτσι; — Ναι. — Εν πρώτοις οι πατέρες αυτών, όσον το ανθρωπίνως δυνατόν, θα είναι εις θέσιν να γνωρίζουν ποίαι εκστρατείαι θα είναι επικίνδυνοι και ποίαι όχι. — Φυσικά. — Και εις εκείνας μεν θα τους παραλαμβάνουν μαζί των, εις τας άλλας όμως θα φυλαχθούν να το κάμουν. — Σωστά. — Θα τους δώσουν δε προσέτι ως αρχηγούς και οδηγούς όχι τους τυχόντας, αλλ' ανθρώπους ωρίμου ηλικίας και δεδοκιμασμένης πείρας. — κ’ έτσι πρέπει. — Ναι, αλλά, θα είπη τις· πολλάκις έλαβον διά πολλούς τα πράγματα παρά πάσαν προσδοκίαν διαφορετικήν τροπήν. — Πραγματικώς. — Διά κάθε λοιπόν τοιούτον ενδεχόμενον, πρέπει να δώσωμεν εις τα τέκνα μας από ενωρίς πτερά, ώστε, αν παραστή ανάγκη, να πετούν και να σώζωνται. — Τι εννοείς δηλαδή; — Να τους μάθωμεν από την νεαρωτέραν ηλικίαν να ιππεύουν, και έτσι να τους φέρωμεν εις τον πόλεμον επάνω εις ίππους, όχι θυμοειδείς και πολεμικούς, αλλ' όσον το δυνατόν ταχείς και πειθηνίους· διότι κατ' αυτόν τον τρόπον και θα ημπορέσουν να παρατηρήσουν ό,τι έχουν να ιδούν, και εν περιπτώσει κινδύνου θα σωθούν ευκολώτατα με τους ηλικιωμένους αρχηγούς των. — Μου φαίνεται πως πολύ σωστά τα λέγεις. — Τώρα, όσον αφορά τον πόλεμον των ανδρών, πώς νομίζεις ότι πρέπει να φέρωνται οι στρατιώται και μεταξύ των και προς τους εχθρούς; σου φαίνονται τάχα ορθά αυτά που θα είπω; — Λέγε ν' ακούσωμεν. — Όποιος απ’ αυτούς λιποτακτήση, ή ρίξη τα όπλα του, ή κάμη τίποτε άλλο τοιούτον από δειλίαν, δεν πρέπει να τον υποβιβάζωμεν εις την τάξιν των τεχνιτών ή των γεωργών; — Και βεβαίως πρέπει. — Και όποιος πάλιν συλληφθή ζωντανός από τους εχθρούς, δεν αξίζει να τους τον αφήσωμεν χάρισμα να τον κάμουν ό,τι θέλουν; — Εννοείται. — Εκείνος δε που ανδραγαθήση και διακριθή δεν νομίζεις, ότι πρέπει εκεί επί του πεδίου της μάχης να τον στεφανώνουν καθένας χωριστά από τους νεαρούς πολεμιστάς και τα παιδιά; — Μάλιστα. — Και να του σφίγγουν το χέρι; — Και αυτό. — Ίσως όμως να μη παραδέχεσαι και αυτό που θα προσθέσω ακόμη. — Ποίον; — Να φιλήση και να φιληθή απ’ όλους. — Απεναντίας· και θα προσθέσω μάλιστα εις τον νόμον, ότι, εφόσον διαρκή αυτή η εκστρατεία, να μην έχη κανείς το δικαίωμα να του αρνηθή, αν θέλη να τον φιλήση, ώστε, αν τύχη μάλιστα και αγαπά κανένα ή καμμίαν, να βάζη όλα τα δυνατά του διά να αξιωθή αυτήν την αμοιβήν. — Πολύ καλά· καθόσον μάλιστα είπαμεν και προηγουμένως, ότι ο διακρινόμενος διά την ανδρείαν του, θα έχη το δικαίωμα να πλησιάζη συχνότερα τας γυναίκας, και να προτιμάται εις την εκλογήν του από τους άλλους, ώστε να γεννώνται όσον το δυνατόν περισσότερα τέκνα από ένα τοιούτον άνδρα. — Πραγματικώς το είπαμεν.

— Αλλ' όμως και κατά τον Όμηρον είναι δίκαιον, όσοι νέοι διακρίνονται διά την ανδρείαν των, να τιμώνται και κατ' άλλους τρόπους ακόμη· όταν παραδείγματος χάριν ηνδραγάθησεν εις μίαν μάχην ο Αίας, λέγει ότι του έδωσαν εις το γεύμα &«ολάκερη την πλάτη»& ως τιμητικήν μερίδα, η οποία ταιριάζει πράγματι δι’ ένα νέον και ανδρείον πολεμιστήν, διότι, εκτός της διακρίσεως, του αυξάνει συγχρόνως και την δύναμιν. — Πολύ σωστά. — Ώστε, εις αυτό τουλάχιστον, θα ακολουθήσωμεν και ημείς τον Όμηρον· διότι και ημείς εις τας θυσίας και εις όλα αυτά τους ανδρείους, εφόσον αναδεικνύωνται τοιούτοι, θα τους τιμώμεν και με ύμνους και με όλα που προαναφέραμεν και με πρωτοκαθεδρίας και με διακεκριμένας μερίδας και &«με ποτήρια πιότερα»&, ώστε εκτός της τιμής να δυναμώνωμεν συγχρόνως τους ανδρείους μας, άνδρας και γυναίκας. — Πολύ ορθά λέγεις. — Έστω· από δε τους φονευθέντος εις τον πόλεμον, εκείνος που πέση με τιμήν και με ανδρείαν, δεν θα ανακηρύξωμεν κατά πρώτον ότι ανήκει εις το χρυσούν γένος; — Παρά κάθε άλλον μάλιστα. — Και δεν θα συμφωνήσωμεν με τον Ησίοδον, που λέγει, ότι, αφού αποθάνουν όσοι ανήκουν εις αυτό το γένος,

γίνουνται δαίμονες αγνοί, που ζουν στη γης επάνω, καλοί και διώχνουν τα κακά μακριά από τους ανθρώπους;

— Βέβαια θα συμφωνήσωμεν. — Και ακολούθως δεν θα ερωτήσωμεν το μαντείον του θεού, τι οφείλομεν να πράξωμεν απέναντι των θείων και μακαρίων τούτων ανδρών και να συμμορφωθώμεν με ό,τι μας παραγγείλη; — Πώς όχι; — Και του λοιπού πλέον δεν θα τους λατρεύωμεν ως ημιθέους και θα προσκυνούμεν τους τάφους των; και τας ιδίας τιμάς δεν θα αποδίδωμεν και όταν αποθάνουν εκ γήρατος, ή όπως αλλέως, εκείνοι που διακριθούν εν τη ζωή διά την αρετήν των; — Αυτό τουλάχιστον απαιτεί η δικαιοσύνη.

— Τώρα απέναντι των εχθρών, πώς τάχα οφείλουν να φέρωνται οι στρατιώται μας; — Ως προς τι; — Πρώτα ως προς το ζήτημα του εξανδραποδισμού, σου φαίνεται δίκαιον έλληνες να εξανδραποδίζουν πόλεις ελληνικάς, ή θα το απαγορεύσωμεν ολωσδιόλου και θα τους συνηθίσωμεν απεναντίας να φείδωνται του ελληνικού γένους, μήπως διαφορετικά περιπέση εις την δουλείαν των βαρβάρων; — Ούτε λόγος να γίνεται δι’ αυτό. — Και επομένως μήτε έλληνα δούλον να έχη κανείς των, και τους λοιπούς έλληνας να συμβουλεύουν το ίδιον; — Αναμφιβόλως· διότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα άφηναν τας μεταξύ των έχθρας και θα έστρεφαν όλας των τας δυνάμεις κατά των βαρβάρων. — Τι δε; η σύλησις εν περιπτώσει νίκης των νεκρών, εκτός εννοείται των όπλων των, να είναι άραγε καλόν πράγμα; ή μήπως δίδη αυτό πρόφασιν εις τους δειλούς, να αφήνουν εκείνους που αντιστέκονται ακόμη και να σκύπτουν επάνω εις τους φονευμένους, ως να ήτο τάχα και αυτό ένα από τα καθήκοντά των, ενώ πραγματικώς αυτό επέφερεν ως τώρα την καταστροφήν πολλών στρατοπέδων; — Είναι αλήθεια. — Και δεν είναι ταπεινή φιλοχρηματία αυτή η σύλησις των νεκρών; και δεν είναι ίδιον μικράς και ανοήτου διανοίας να δεικνύη κανείς την έχθραν του προς το πτώμα του φονευθέντος, ενώ ο εχθρός επέταξε πλέον και άφησε μόνον εκείνο με το οποίον επολεμούσε; ή νομίζεις ότι αυτοί κάμνουν τίποτε διαφορετικώτερον από τους σκύλους, οι οποίοι δαγκάνουν την πέτραν που τους εκτύπησεν, χωρίς να κάμνουν τίποτε εκείνου που την έρριψε; — Πραγματικώς είναι το ίδιον. — Πρέπει λοιπόν να απέχουν οι πολεμισταί μας από την σύλησιν των νεκρών, και να μην αρνούνται εις τους εχθρούς την άδειαν της παραλαβής των. — Πρέπει μάλιστα.

— Και άλλο ακόμη· δεν θα φέρωμεν εις τους ναούς των θεών τα όπλα των νικημένων, και μάλιστα όταν είναι έλληνες, διά να τα κρεμάσωμεν ως αφιερώματα, εάν εννοείται θέλωμεν να εξασφαλίσωμεν την εύνοιαν των άλλων ελλήνων· μάλλον δε θα φοβηθώμεν μήπως είναι βεβήλωσις του ναού αυτή η αφιέρωσις των όπλων των ομοεθνών μας, εκτός εάν πλέον το μαντείον του θεού διατάξη το εναντίον. — Ορθότατα.

— Όσον δε αφορά την δήωσιν της ελληνικής γης και την πυρπόλησιν των οικιών, ποίαν ιδέαν, λέγεις, πρέπει να έχουν οι στρατιώται μας; — Θα ήκουα ευχαρίστως την ιδικήν σου γνώμην. — Εγώ νομίζω, ότι δεν πρέπει να κάμνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλ' απλώς μόνον να παίρνουν τον καρπόν της χρονιάς· και θέλεις να σου ειπώ τον λόγον: — Μάλιστα. — Μου φαίνεται ότι, όπως είναι δύο διαφορετικά ονόματα ο πόλεμος και η στάσις, τοιουτοτρόπως σημαίνουν και δύο τινά, που αναφέρονται εις δύο διαφορετικά αντικείμενα· εκ των δύο τούτων με το ένα μας συνδέει οικειότης και συγγένεια, με το άλλο καμμίαν σχέσιν δεν έχομεν και μας είναι όλως διόλου ξένον· και η μεν έχθρα προς τους οικείους μας τούτους ονομάζεται στάσις, προς δε τους ξένους πόλεμος. — Είναι πολύ ορθά αυτά που λέγεις. — Πρόσεξε τώρα, αν είναι και αυτό ορθόν· λέγω δηλαδή ότι πάντες όσοι ανήκουν εις το ελληνικόν έθνος είναι οικείοι και συγγενείς μεταξύ των, ξένοι δε και άσχετοι με τους βαρβάρους. — Πολύ καλά. — Όταν λοιπόν έλθουν εις σύγκρουσιν Έλληνες με βαρβάρους ή βάρβαροι με Έλληνας, θα λέγωμεν ότι πολεμούν και ότι είναι εκ φύσεως πολέμιοι και την σύγκρουσιν αυτήν θα ονομάσωμεν πόλεμον· όταν όμως συμβαίνη τοιούτον τι μεταξύ ελλήνων, θα λέγωμεν ότι είναι μεν εκ φύσεως φίλοι, αλλ' αυτή η μεταξύ των σύγκρουσις είναι ούτως ειπείν νόσημα, και πρέπει να την ονομάζωμεν στάσιν. — Επιδοκιμάζω και εγώ την ιδέαν σου. — Λοιπόν, όταν συμβή και εκραγή στάσις, όπως την παραδεχόμεθα σήμερα, εις μίαν πόλιν και διαιρεθούν οι πολίται μεταξύ των, εάν αρχίσουν να καταστρέφουν ο ένας του άλλου τα κτήματα και πυρπολούν τας οικίας, γνωρίζεις βέβαια πόσον αποτρόπαιος θεωρείται αυτή και πόσον αφιλοπάτριδες και αι δύο μερίδες· διότι αλλέως δεν θα ετολμούσαν να προξενούν τοιαύτην καταστροφήν εις την γην, που πρέπει να θεωρούν ως μητέρα των και τροφόν· αρκετόν θα ήτο, αν οι νικηταί περιωρίζοντο να πάρουν από τους νικημένους την εσοδείαν των, έχοντες υπ’ όψιν ότι δεν θα διαρκέση ο πόλεμος αιωνίως και θα συμφιλιωθούν επί τέλους. — Βεβαίως αυτή η διάθεσις θα ήτο πολύ ανθρωπινωτέρα. — Αι λοιπόν, αυτή η πόλις, που θεμελιώνομεν ημείς, δεν θα είναι ελληνική πόλις; — Αναμφιβόλως. — Επομένως και οι κάτοικοί της δεν θα είναι καλοί και πολιτισμένοι; — Και πολύ μάλιστα. — Δεν θα αγαπούν επομένως τους έλληνας; δεν θα θεωρούν κοινήν πατρίδα την Ελλάδα; δεν θα έχουν την αυτήν θρησκείαν; — Εννοείται. — Επομένως, ως οικείοι προς τους λοιπούς έλληνας, πάσαν προς αυτούς διαφοράν και σύγκρουσιν δεν θα την θεωρούν και δεν θα την ονομάζουν στάσιν, και όχι ποτέ πόλεμον; — Μάλιστα. — Και επομένως εις τας διενέξεις των δεν θα φέρωνται ως άνθρωποι, που μίαν ημέραν θα συμφιλιωθούν; — Βεβαιότατα. — Ώστε θα ζητούν μόνον με καλόν τρόπον να τους σωφρονίσουν, και όχι να τους εξανδραποδίσουν ή να τους εξοντώσουν, διά να τους τιμωρήσουν, διότι θα είναι σωφρονισταί και όχι πολέμιοι. — Μάλιστα.

— Αφού λοιπόν είναι έλληνες, δεν θα θελήσουν ποτέ να ερημώσουν την Ελλάδα, ούτε να καίουν τας οικίας, ούτε θα θεωρούν ως εχθρούς όλους τους κατοίκους μιας πόλεως, άνδρας, γυναίκας και παιδία, αλλά μόνον ολίγους τινάς, τους αιτίους της διαφοράς· δι’ αυτόν τον λόγον ούτε την γην αυτών θα θελήσουν να βλάπτουν, αφού οι περισσότεροι θα είναι φίλοι των, ούτε τας οικίας των να κρημνίζουν, αλλά θα ωθήσουν το πράγμα απλώς μέχρι του σημείου, ώστε μόνοι των να αναγκασθούν οι αναίτιοι, διά να μην υποφέρουν αυτοί αδίκως, να τιμωρήσουν τους αιτίους. — Εγώ συμφωνώ πληρέστατα ότι κατ' αυτόν πράγματι τον τρόπον οφείλουν να φέρωνται οι πολίται μας προς τους εναντίους των, προς δε τους βαρβάρους, όπως τώρα οι έλληνες μεταξύ των. — Να θέσωμεν λοιπόν και αυτόν τον νόμον διά τους πολεμιστάς μας, ούτε να δενδροτομούν την χώραν, ούτε να καίουν τας οικίας; — Να τον θέσωμεν βέβαια, αναγνωρίζοντες ότι είναι κάλλιστος όπως και οι προηγούμενοι. Μου φαίνεται όμως, Σωκράτη, ότι αν σε αφήση κανείς να εξακολουθής κατ' αυτόν τον τρόπον, θα λησμονήσης ολότελα το κύριον σημείον, το οποίον άφησες κατά μέρος προηγουμένως, διά να εισέλθης εις όλας αυτάς τας λεπτομερείας: αν είναι δηλαδή δυνατόν να υπάρξη τοιαύτη πολιτεία και πώς θα είναι δυνατόν. Εγώ παραδέχομαι, ότι πάντα τα αγαθά του κόσμου θα υπήρχον εις μίαν τοιαύτην πόλιν, εάν ήτο δυνατόν να υπάρξη· προσθέτω μάλιστα και άλλα που παραλείπεις εσύ, ότι, παραδείγματος χάριν, θα πολεμούν γενναιότατα προς τους εχθρούς, επειδή θα γνωρίζωνται όλοι, και θα προσκαλούνται μεταξύ των με αυτά τα ονόματα του αδελφού, του υιού, του πατρός και δεν θα εγκαταλείπη επομένως αβοήθητον ο ένας τον άλλον· γνωρίζω ακόμη ότι η παρουσία των γυναικών εις τους πολέμους θα τους καθιστά τελείως ακατανίκητους, είτε θα συμπολεμούν αύται εις την ιδίαν γραμμήν, είτε θα παρατάσσωνται όπισθεν του λοιπού στρατού διά να εμπνέουν φόβον εις τον εχθρόν και να σπεύδουν εν ανάγκη εις βοήθειαν· βλέπω επίσης και εν ειρήνη πόσα άλλα ακόμη θα έχουν αγαθά, που τα παραλείπεις εσύ· μην εκτείνεσαι λοιπόν εις περισσοτέρας λεπτομέρειας, αφού εγώ σου παραδέχομαι ότι θα έχουν όλα αυτά τα καλά και ένα εκατομμύριον ακόμη άλλα, αν είναι δυνατόν να υπάρξη αυτή η πολιτεία· ώστε ας αφήσωμεν κατά μέρος όλα τα άλλα, και έλα να ιδούμεν, πώς θα πείσωμεν τον εαυτόν μας ότι είναι δυνατόν αυτό το πράγμα και κατά ποίον τρόπον θα είναι δυνατόν. — Μα εσύ έκαμες μίαν αιφνιδίαν έφοδον εις τον λόγον μου και δεν εννοείς να μου επιτρέψης ούτε την αναπνοήν μου να πάρω· δεν θα καταλαβαίνης ίσως, ότι, μόλις εξέφυγα τα δύο κύματα, σηκώνεις τώρα καταπάνω μου το τρίτον και χειρότερον που όταν το ιδής και το ακούσης, θα με δικαιολογήσης πληρέστατα, που εδίσταζα ως τώρα και ετρόμαζα διά να αναλάβω την εξέτασιν ενός τόσον παραδόξου ζητήματος. — Όσο περισσότερα τοιαύτα μας λέγεις, τόσον και ημείς ολιγώτερον θα σε αφήσωμεν, πριν να μας ειπής πώς είναι δυνατόν να υπάρξη τοιαύτη πολιτεία· εμπρός λοιπόν, να μη χάνωμεν άδικα τον καιρόν μας.

— Λοιπόν είναι ανάγκη να ενθυμηθούμεν πρώτα, ότι εφθάσαμεν εδώ που εφθάσαμεν, ενώ εζητούσαμεν να εύρωμεν τι είναι δικαιοσύνη και τι είναι αδικία. — Πολύ καλά· αλλά τι έχει αυτό να κάμη; — Τίποτε· αλλά, αν εύρωμεν ποία είναι η φύσις της δικαιοσύνης, θα απαιτήσωμεν άραγε και ο δίκαιος άνθρωπος να μη διαφέρη διόλου, αλλά να έχη πλήρη με αυτήν ομοιότητα, ή θα είμεθα ευχαριστημένοι εάν προσεγγίζη όσον το δυνατόν περισσότερον και μετέχη αυτής περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους; — Θα μας είναι βέβαια αρκετόν και τόσον.

— Εζητούσαμεν λοιπόν να εύρωμεν τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι ο τελείως δίκαιος, εάν θα υπήρχε, και οποίος τις θα ήτο, τι είναι αφ' ετέρου αδικία και τι ο τελείως άδικος, διά να έχωμεν δύο πρότυπα ανθρώπων υπ’ όψιν μας και, όπως τους κρίνωμεν αυτούς αναλόγως της ευτυχίας ή της δυστυχίας, που θα υπάρχη εις τον καθένα των, να είμεθα υποχρεωμένοι να παραδεχθώμεν και διά τους εαυτούς μας, ότι θα έχη την ομοιοτάτην προς εκείνους μοίραν, όστις τους ομοιάζει κατά το δυνατόν περισσότερον· αυτή ήτο η πρόθεσίς μας, και όχι να αποδείξωμεν, ότι είναι δυνατόν και να υπάρξουν αυτά τα πρότυπα. — Αυτή είναι η αλήθεια. — Νομίζεις λοιπόν ότι θα εμειούτο καθόλου η αξία του ζωγράφου εκείνου, ο οποίος, αφού εζωγράφισε το ωραιότερον πρότυπον ανθρώπου, που θα ημπορούσε να ιδή κανείς, και με όλην την δυνατήν εις τα καθέκαστα τελειότητα, δεν θα ημπορούσε να αποδείξη ότι είναι δυνατόν να υπάρξη και εις την πραγματικότητα τοιούτος άνθρωπος; — Βεβαίως όχι. — Τι άλλο λοιπόν εκάμαμεν και ημείς, παρά να χαράξωμεν διά του λόγου το πρότυπον μιας τελείας πόλεως: — Πραγματικώς. — Ώστε θα χάσουν καθόλου την αξίαν των εκείνα που είπαμεν, εάν δεν ημπορούμεν να αποδείξωμεν ότι είναι δυνατόν να ιδρύσωμεν μίαν πόλιν επάνω εις αυτό το πρότυπον; — Όχι βέβαια.

— Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια επί του ζητήματος· εάν όμως οφείλω να αποδείξω και τούτο, πώς και μέχρι ποίου σημείου είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή μία τοιαύτη πόλις, θα το κάμω προθύμως προς χάριν σου, αφού όμως και συ συμφωνήσης εις αυτά που μου χρειάζονται δι’ αυτήν την απόδειξιν. — Τα ποία δηλαδή; — Είναι δυνατόν να εκτελεσθή ένα πράγμα ακριβώς όπως περιγράφεται, ή έγκειται εις την φύσιν των πραγμάτων, να πλησιάζη ολιγώτερον η εκτέλεσις από τον λόγον προς την αλήθειαν; και αν άλλος τις δεν το παραδέχεται αυτό, εσύ όμως τι φρονείς, πως είναι έτσι, ή όχι; — Συμφωνώ μαζί σου. — Μη με αναγκάζης λοιπόν να αποδεικνύω, ότι πρέπει και εις την πραγματικότητα να γίνωνται αυτά απαράλλακτα κατά πάντα, όπως τα περιεγράψαμεν διά του λόγου· αλλά, αν ημπορέσωμεν να εύρωμεν, πώς μία πόλις είναι δυνατόν να διοικηθή όσον το δυνατόν συμφωνότερα με όσα είπαμεν, τότε να ομολογήσης πως ευρήκαμεν, συμφώνως με την απαίτησίν σου, ότι είναι δυνατά αυτά να γίνουν· ή δεν θα μείνης ευχαριστημένος, εάν το κατορθώσωμεν αυτό; εγώ τουλάχιστον θα το εθεώρουν αρκετόν. — Και εγώ επίσης.

— Ας προσπαθήσωμεν λοιπόν τώρα να ζητήσωμεν και να εύρωμεν, τι ελάττωμα τάχα υπάρχει σήμερον εις τας πόλεις, ώστε να μη κυβερνώνται καλώς, και ποίαν μικροτάτην μεταβολήν δυνάμεθα να επιφέρωμεν, διά να φθάση μία πόλις εις αυτήν την τελειότητα του ιδικού μας πολιτεύματος· μεταβολήν δε μίαν μόνον, αν είναι δυνατόν, ή δύο, ειδεμή, όσον ημπορεί ολιγωτέρας και μικροτέρας κατά την σπουδαιότητα. — Πολύ καλά. — Νομίζω λοιπόν πως ημπορούμεν να αποδείξωμεν, ότι με μίαν μόνον μεταβολήν είναι δυνατόν να αλλάξη καθ' ολοκληρίαν όψιν η πόλις, αν και η μεταβολή αυτή δεν θα είναι βέβαια μικράς σπουδαιότητος ούτε πολύ εύκολος, οπωσδήποτε όμως όχι και αδύνατος. — Και εις τι θα έγκειται αυτή η μεταβολή; — Ακριβώς εις αυτό έρχομαι τώρα, που το παρωμοίασα με το τρίτον και μεγαλύτερον κύμα· θα το ειπώ όμως, και αν ακόμη πρόκειται να μεταβληθή εις κύμα γέλωτος διά να με σκεπάση και με παρουσιάση ολότελα γελοίον και μωρόν· άκουσε λοιπόν. — Λέγε. — Εάν δεν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι εις τας πόλεις, ή εάν αυτοί που ονομάζονται τώρα βασιλείς και κυβερνήται δεν γίνουν φιλόσοφοι, με όλην την σημασίαν της λέξεως, ούτως ώστε να συνδυάζεται εις το αυτό πρόσωπον η πολιτική δύναμις και η φιλοσοφία, και αν δεν αποκλεισθούν απολύτως της διοικήσεως όλοι όσοι σήμερον διεκδικούν τον ένα ή τον άλλον τίτλον χωριστά, είναι αδύνατον, φίλε μου Γλαύκων, να επέλθη καμμία διόρθωσις των κακών, που μαστίζουν τα κράτη και όλον, καθώς νομίζω, το ανθρώπινον γένος, και ούτε θα εμφανισθή ποτε και θα ίδη το φως του ηλίου η πολιτεία αυτή, της οποίας ημείς εχαράξαμεν το σχέδιον. Αυτό λοιπόν είναι, που τόσον πολύ εδίσταζα ως τώρα να το εκστομίσω, επειδή προέβλεπα, ότι θα προσκρούση πολύ εις την κοινήν γνώμην και είναι πράγματι δύσκολον να κατανοηθή, ότι κατ' άλλον τρόπον δεν ημπορεί να υπάρξη ούτε δημοσία ούτε ιδιωτική ευδαιμονία.

— Πρέπει πράγματι, Σωκράτη, να περιμένης, με αυτόν τον λόγον που είπες τώρα, να ιδής να σηκώνωνται παρά πολλοί, και όχι οι πρώτοι τυχόντες, να πετούν τα φορέματά των και γυμνοί να αρπάζουν ό,τι πρωτοευρεθή εμπρός των και να χυθούν επάνω σου, έτοιμοι να σε διορθώσουν μια χαρά· που αν δεν κατορθώσης να τους αποκρούσης με τα όπλα του λόγου και τους ξεφύγης, έχεις να ακούσης των παθών σου τον τάραχον προς τιμωρίαν σου.

— Δεν είσαι συ η αιτία εις όλα αυτά; — κ’ έκαμα πολύ καλά· μολαταύτα σου υπόσχομαι να μη σε αφήσω εις την τύχην σου, αλλά να σε βοηθήσω όπως ημπορώ, με το ενδιαφέρον μου και με την ενθάρρυνσιν που θα σου δίδω· ίσως δε και να είμαι εις θέσιν να απαντώ καταλληλότερα από ένα άλλον εις τας ερωτήσεις σου· με ένα λοιπόν τέτοιον βοηθόν που ευρήκες, προσπάθησε να αποδείξης εις τους διαμαρτυρομένους, ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως εσύ τα λέγεις.

— Ας δοκιμάσωμεν λοιπόν, αφού μου παρέχεις και συ την τόσον πολύτιμον συνδρομήν σου· μου φαίνεται όμως αναγκαίον εν πρώτοις, αν θέλωμεν να γλυτώσωμεν από αυτούς που λέγεις, να εξηγηθούμεν μαζί των, ποίοι είναι οι φιλόσοφοι, εις τους οποίους τολμώμεν να λέγωμεν, ότι πρέπει να ανατεθή η κυβέρνησις των πόλεων, διά να ημπορέση κανείς, αφού διασαφηνισθή το σημείον αυτό, να υποστηρίξη την ιδέαν του, αποδεικνύων ότι τοιούτοι άνθρωποι έχουν εκ φύσεως το δικαίωμα να φιλοσοφούν και να κυβερνούν την πολιτείαν, όλοι δε οι άλλοι οφείλουν να μην αναμιγνύωνται, αλλά να ακολουθούν τυφλώς εκείνους. — Είναι καιρός να εξηγηθής. — Εμπρός λοιπόν, ακολούθησέ με, διά να ιδής, αν σου φανή επαρκής η εξήγησίς μου. — Εμπρός.

— Είναι ανάγκη να σου ενθυμίσω ότι, όταν λέγωμεν διά κάποιον ότι αγαπά κάτι τι, πρέπει αυτός, εάν εννοούμεν την αληθινήν αγάπην, να μην αγαπά ένα μόνον μέρος του πράγματος, άλλο δε όχι, αλλά ολόκληρον εκείνο το πράγμα; — Πρέπει, καθώς φαίνεται, να μου το ενθυμίσης, διότι δεν σε εννοώ πολύ καλά. — Κάθε άλλος παρά συ εταίριαζε να το λέγη αυτό· ένας όμως άνθρωπος ερωτικός, όπως είσαι συ, δεν ταιριάζει να λησμονή, ότι όλοι όσοι είναι εις το άνθος της ηλικίας που πρέπει, κεντούν την καρδίαν του παιδεραστού και την φέρουν άνω κάτω και κανένα δεν θεωρεί ανάξιον της αγάπης και της τρυφερότητός του· δεν παθαίνετε, αλήθεια, αυτό με τα ωραία τα αγόρια; εάν έχη ένας την μύτη πλακωτήν, θα τον εγκωμιάσετε χαριτόβρυτον, του άλλου την αγκυλωτήν μύτην θα την ειπήτε βασιλικήν, έναν που έχη το μέσον μεταξύ των δύο αυτών, θα τον ονομάσετε συμμετρικώτατον, τους μαύρους τους λέγετε αρρενωπούς, και τους άσπρους υιούς των θεών· και το όνομα δε μελίχλωρος, τίνος άλλου κατασκεύασμα είναι παρά εραστού, που με αυτήν την χαϊδευτικήν λέξιν σκεπάζει την υποφερτήν δι’ αυτόν ωχρότητα ενός ωραίου παιδιού; και με ένα λόγον όλας τας προφάσεις μεταχειρίζεσθε και κάθε λόγον ευρίσκετε, διά να μην απορρίψετε κανένα από εκείνους, που ευρίσκονται εις το άνθος της ώρας των.

— Εάν θέλης να εφαρμόσης επάνω μου ό,τι έχεις να λέγης διά τους ερωτικούς, σου το συγχωρώ χάριν της συζητήσεως.

— Μα τι; δεν βλέπεις ότι και οι φιλοπόται κάμνουν το ίδιον, και με οιανδήποτε πρόφασιν ευρίσκουν της αρεσκείας των όλα τα κρασιά; — Πράγματι.

— Γνωρίζεις ακόμη, υποθέτω, ότι και οι φιλόδοξοι, εάν δεν ημπορούν να εκλεχθούν στρατηγοί υπό της φυλής των, εκλέγονται τριττύαρχοι, και αν δεν ημπορούν να τιμώνται από τους μεγάλους και τους σπουδαίους, αρκούνται εις τας τιμάς των μικροτέρων και ασημοτέρων, διότι η μόνη των επιθυμία είναι να έχουν οπωσδήποτε τιμάς και αξιώματα. — Βεβαιότατα. — Εις αυτό λοιπόν θέλω να μου απαντήσης, ναι ή όχι· όταν λέγωμεν διά κάποιον ότι αγαπά κάτι τι, εννοούμεν ότι το αγαπά ολόκληρον αυτό το πράγμα, ή μέρος αγαπά και μέρος όχι; — Ολόκληρον.

— Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον δεν θα είπωμεν και περί του φιλοσόφου ότι είναι εραστής της σοφίας, όχι ενός μέρους αυτής και άλλου όχι, αλλά ολοκλήρου; — Μάλιστα. — Ένα λοιπόν ανθρωπον, που δεν έχει και μεγάλην ευχαρίστησιν εις την μάθησιν, αν μάλιστα είναι νέος και δεν έχη ακόμη την απαιτουμένην κρίσιν να καταλάβη τι είναι ωφέλιμον και τι δεν είναι, δεν θα τον ονομάσωμεν βέβαια φιλομαθή και φιλόσοφον, όπως και ένας άνθρωπος, που το ένα του μυρίζει και το άλλο του βρωμά από τα φαγητά, θα ειπούμεν ότι δεν έχει όρεξιν και δεν θέλει να φάγη και δεν είναι, ούτως ειπείν, φιλόσιτος αλλά κακόσιτος. — Και θα έχωμεν δίκαιον να το ειπούμεν. — Ένας όμως ο οποίος αισθάνεται έμφυτον την αγάπην προς πάσαν μάθησιν και επιδίδεται με ακόρεστον ζήλον και προθυμίαν εις την σπουδήν, αυτός βέβαια θα ονομασθή με όλον το δίκαιον φιλόσοφος· ή όχι;

Και ο Γλαύκων απήντησεν. — Ναι, αλλά τοιούτοι θα ευρεθούν πολλοί, οι οποίοι δεν πιστεύω και να έχουν τον τόπον των μεταξύ των φιλοσόφων διότι έπρεπε, μου φαίνεται, υπ’ αυτό το όνομα να περιλαμβάνωνται τότε όλοι οι φίλοι των θεαμάτων, επειδή και αυτοί ευχαριστούνται πάντα να μανθάνουν κάτι τι, θα ήτο δε άτοπον να καταλέξωμεν εις τους φιλοσόφους και τους φιλακολούθους εκείνους, οι οποίοι, εις μίαν μεν τοιαύτην συζήτησιν, όπως η ιδική μας, δεν θα είχαν καμμίαν διάθεσιν βέβαια να παρασταθούν, τρέχουν όμως εις όλας τας Διονυσιακάς εορτάς, χωρίς να παραλείψουν καμμίαν, είτε εις την πόλιν είτε εις τα χωρία, ως να είχαν ενοικιάση τα αυτιά των, διά να ακούσουν όλους τους χορούς. Φιλοσόφους λοιπόν θα ονομάσωμεν όλους αυτούς, που έχουν μέγαν ζήλον να μανθάνουν κάτι τοιαύτα πράγματα και να καταγίνωνται με τέχνας όλως διόλου ασημάντους; — Δεν είναι πράγματι αυτοί φιλόσοφοι, ομοιάζουν όμως με φιλοσόφους. — Και ποίους ονομάζεις πραγματικούς φιλοσόφους; — Εκείνους που αγαπούν να βλέπουν την αλήθειαν. — Είναι αναμφιβόλως ορθόν αυτό που λέγεις, αλλά εξήγησέ μου πώς το εννοείς; — Διά κάθε άλλον δεν θα μου ήτο πολύ εύκολον· εσύ όμως πιστεύω να συμφωνήσης εις αυτό που θα ειπώ. — Τι; — Επειδή το ωραίον είναι αντίθετον προς το άσχημον, θα ειπή ότι είναι δύο πράγματα αυτά. — Πώς όχι; Αφού λοιπόν είναι δύο, είναι το καθένα των ξεχωριστόν. — Μάλιστα. — Το αυτό ισχύει και περί του δικαίου και του αδίκου, περί του καλού και του κακού και εν γένει περί όλων των ιδεών· έκαστον δηλαδή εξ αυτών είναι ένα, αλλά παρουσιαζόμενα πανταχού υπό την σχέσιν, την οποίαν έχουν με τας πράξεις μας, με τα σώματα και μεταξύ των, φαίνονται ως πολλά το καθένα. — Έχεις δίκαιον. — Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον διακρίνω και εγώ, χωριστά μεν εκείνους που αγαπούν τα θεάματα, τας τέχνας και καταγίνονται με αυτά, και χωριστά εκείνους, περί των οποίων πρόκειται τώρα ο λόγος, και οι οποίοι μόνον αξίζουν το όνομα του φιλοσόφου. — Και πώς τους διακρίνεις; — Οι πρώτοι εκείνοι, που αγαπούν τα θεάματα και τας ακροάσεις, περιορίζονται μόνον εις τας ωραίας φωνάς, εις τα ωραία χρώματα και σχήματα και εις όλα τα δημιουργήματα των τεχνών, τα οποία στηρίζονται επ’ αυτών, ενώ η διάνοιά των είναι ανίκανος να αντιληφθή αυτήν καθ' εαυτήν την φύσιν του ωραίου και να την αγαπήση. — Αυτό πραγματικώς συμβαίνει. — Όσοι δε είναι ικανοί να ανυψωθούν μέχρι του ωραίου και να το βλέπουν αυτό καθ' εαυτό, δεν είναι βέβαια αρκετά σπάνιοι; — Και πολύ μάλιστα.

— Και τι σου φαίνεται πως είναι η ζωή ενός ανθρώπου, που γνωρίζει μεν τα ωραία πράγματα, δεν γνωρίζει όμως αυτό καθ' εαυτό το ωραίον, ούτε είναι ικανός να παρακολουθήση εκείνους, που θα ημπορούσαν να τον κάμουν να το γνωρίση; όνειρον τάχα ή πραγματικότης; και σκέψου· τι άλλο σημαίνει να ονειρεύεται κανείς, παρά ένα πράγμα όμοιον με κάτι, να μη το θεωρή όμοιον, αλλά να το παίρνη δι’ αυτό το ίδιον πράγμα, με το οποίον ομοιάζει; — Βέβαια, και εγώ θα έλεγα πως ονειρεύεται αυτός.

— Εκείνος όμως απεναντίας, όστις γνωρίζει το ωραίον καθ' εαυτό και ημπορεί να το οραματίζεται και αυτό το ίδιον και όσα μετέχουν από την φύσιν του, χωρίς όμως να συγχέη αυτά με εκείνο, σου φαίνεται και αυτός πως ζη εν ονείρω, ή εν εγρηγόρσει; — Και πάρα πολύ μάλιστα εν εγρηγόρσει. — Η γνώσις επομένως αυτού, επειδή στηρίζεται επί της πραγματικότητος, δεν είναι δίκαιον να ονομασθή επιστήμη, του δε άλλου απλώς δοξασία, διότι στηρίζεται μόνον επί της φαντασίας του; — Βεβαιότατα.

— Και αν ο τελευταίος αυτός, ο οποίος καθ' ημάς φαντάζεται μόνον και δεν γνωρίζει, εθύμωνε μαζί μας και διεμαρτύρετο, ότι δεν λέγομεν την αλήθειαν, δεν θα είχαμεν να του ειπούμεν τίποτε, διά να τον καθησυχάσωμεν και να τον πείσωμεν, αλλά πάντοτε οπωσδήποτε κεκαλυμμένως, ότι δεν είναι καλά; — Πρέπει τουλάχιστον. — Σκέψου λοιπόν τι θα του ειπούμεν, ή θέλεις καλύτερα, αφού τον διαβεβαιώσωμεν ότι καθόλου δεν τον φθονούμεν, εάν ηξεύρη τίποτε, αλλ' απεναντίας θα είμεθα πολύ ευχαριστημένοι να ιδούμεν ότι ηξεύρει κάτι, να του αποτείνωμεν την εξής ερώτησιν; ειπέ μας, θα τον ερωτήσωμεν, ένας που γνωρίζει, γνωρίζει κάτι τι ή όχι; απάντησέ μου λοιπόν εσύ δι’ εκείνον. — Θα σου απαντήσω ότι γνωρίζει κάτι τι. — Και αυτό, που γνωρίζει, είναι πράγμα υπαρκτόν ή ανύπαρκτον; — Υπαρκτόν· διότι πώς είναι δυνατόν να γνωρισθή ένα πράγμα, που δεν υπάρχει;

— Δυνάμεθα λοιπόν να είμεθα βέβαιοι περί αυτού, οπωσδήποτε και αν το εξετάσωμεν, ότι ένα πράγμα που υπάρχει καθ' όλην του την υπόστασιν, ημπορεί επίσης και να γνωρισθή, ένα δε πράγμα που δεν υπάρχει καθόλου, δεν ημπορεί και καθόλου να γνωρισθή. — Είμεθα βέβαιοι. — Έστω· αλλ' αν ευρίσκετο κάτι τι, το οποίον να είναι συγχρόνως και να μην είναι, δεν θα έκειτο μεταξύ εκείνου που υπάρχει καθ' ολοκληρίαν, και εκείνου που δεν υπάρχει διόλου; — Βεβαίως. — Και αφού επομένως η μεν γνώσις είπομεν ότι είναι δι’ εκείνα που υπάρχουν, η δε αγνωσία κατ' ανάγκην δι’ εκείνα που δεν υπάρχουν, δεν πρέπει να ζητήσωμεν δι’ αυτά που κείνται μεταξύ, κάτι τι που να είναι μεταξύ της αγνοίας και της επιστήμης, εάν υποτεθή ότι υπάρχει τοιούτον τι; — Πρέπει βέβαια. — Υπάρχει κάτι που το ονομάζομεν δοξασίαν; — Πώς όχι; — Και είναι διαφορετικόν από την επιστήμην, ή το ίδιον; — Διαφορετικόν. — Άλλο λοιπόν είναι το αντικείμενον της μιας και άλλο της άλλης, και καθεμία έχει την ιδικήν της ξεχωριστά δύναμιν. — Μάλιστα. — Η επιστήμη δεν έχει αντικείμενον να γνωρίζη τα πράγματα, που υπάρχουν, κατά ποίον τρόπον υπάρχουν; ή μάλλον μου φαίνεται αναγκαίον προηγουμένως να διευκρινήσωμεν κάπως αλλέως το ζήτημα. — Πώς;

— Όταν λέγωμεν δυνάμεις, εννοούμεν ένα κάποιον είδος υπάρξεων, χάρις εις τας οποίας είμεθα εις θέσιν και ημείς, και οτιδήποτε άλλο πράγμα, να κάμνωμεν εκείνο, που μας προσιδιάζει· δυνάμεις παραδείγματος χάριν λέγω την ακοήν, την όρασιν, και πιστεύω να καταλαβαίνης τι θέλω να εννοήσω με αυτό το γενικόν όνομα — Πώς; καταλαβαίνω. — Άκουσε λοιπόν, ποία είναι η γνώμη μου περί αυτού του ζητήματος· εγώ δεν βλέπω η δύναμις να έχη ούτε χρώμα, ούτε σχήμα, ούτε τίποτε όμοιον με εκείνα, που ευρίσκονται εις πολλά άλλα πράγματα, και τα οποία λαμβάνω υπ’ όψιν μου διά να διακρίνω τα διάφορα αντικείμενα απ’ αλλήλων· προκειμένου λοιπόν περί δυνάμεως εις τούτο μόνον αποβλέπω, ποίος είναι ο προορισμός και ποία τα αποτελέσματά της, και με αυτόν τον τρόπον διακρίνω την κάθε μίαν των· και θεωρώ ομοίας μεν τας δυνάμεις, που έχουν το αυτό αντικείμενον και τα αυτά αποτελέσματα, διαφορετικάς δε, όσαι έχουν διάφορον αντικείμενον και αποτελέσματα· εσύ δε, πώς τας διακρίνεις; — Και εγώ έτσι.

— Ας επανέλθωμεν λοιπόν τώρα εις το θέμα μας· την επιστήμην την παραδέχεσαι ως δύναμιν, ή την κατατάσσεις εις καμμίαν άλλην κατηγορίαν; — Ως δύναμιν και μάλιστα την ισχυροτάτην από όλας τας δυνάμεις. — Η δε δοξασία, είναι και αυτή δύναμις, ή πρέπει να την κατατάξωμεν εις άλλο είδος; — Διόλου· επειδή και η δοξασία είναι κάτι, διά του οποίου ημπορούμεν να κρίνωμεν κατά το φαινόμενον. — Αλλά προ ολίγου ωμολόγησες ότι δεν είναι το ίδιον πράγμα η δοξασία και η επιστήμη. — Αναμφιβόλως· διότι πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος με νουν να θεωρήση το ίδιον ένα πράγμα που δεν σφάλλεται με ένα που σφάλλεται; — Πολύ καλά· αναγνωρίζομεν λοιπόν, ότι άλλο πράγμα είναι η γνώσις και άλλο η δοξασία. — Μάλιστα. — Και επομένως η καθεμία έχει άλλο αντικείμενον και άλλην ενέργειαν. — Κατ' ανάγκην. — Και η μεν επιστήμη δεν έχει ως αντικείμενόν της, να γνωρίζη εκείνο που υπάρχει, κατά ποίον ακριβώς τρόπον υπάρχει; — Ναι. — Η δε δοξασία, λέγομεν, δεν είναι άλλο παρά η δύναμις να κρίνωμεν κατά το φαινόμενον. — Μάλιστα. — Το ίδιον τάχα αντικείμενον, το οποίον και η επιστήμη γνωρίζει, ούτως ώστε το γνωστόν και το κατά το φαινόμενον να είναι ένα και το αυτό πράγμα; ή είναι αδύνατον το τοιούτον; — Αδύνατον, σύμφωνα με εκείνα που παραδέχθημεν, αφού εκάστη δύναμις έχει ωρισμένον αντικείμενον, η δε επιστήμη και η δοξασία είναι μεν και αι δύο δυνάμεις, άλλα διαφορετική καθεμία· εκ του οποίου έπεται, ότι δεν ημπορεί το γνωστόν και το κατά το φαινόμενο να είναι το ίδιον πράγμα. — Αφού λοιπόν η επιστήμη αντικείμενόν της έχει το ον, άλλο βεβαίως θα είναι το αντικείμενον της δοξασίας και όχι το ον. — Άλλο. — Τάχα να είναι λοιπόν το μη ον; ή μήπως είναι αδύνατον το μη ον να είναι αντικείμενον δοξασίας; και σκέψου, εκείνος ο οποίος έχει μίαν δοξασίαν, δεν την έχει δι’ ένα πράγμα; ή είναι δυνατόν να έχη μεν μίαν δοξασίαν, να μην αποβλέπη όμως αυτή εις κανένα πράγμα; — Αδύνατον. — Ώστε ένας, που έχει μίαν δοξασίαν, την έχει πάντοτε δι’ ένα ωρισμένον πράγμα. Μάλιστα. Το μη ον όμως δεν είναι ένα πράγμα, αλλά θα ημπορούσαμεν ορθότατα να το ονομάσωμεν μηδέν.

Βεβαίως. — Παρεδέχθημεν δε κατ' ανάγκην ότι το μη ον είναι το αντικείμενον της γνώσεως. — Ορθώς. — Η δοξασία επομένως δεν της μένει να έχη αντικείμενον ούτε το ον, ούτε το μη ον. — Όχι βέβαια. — Επομένως δεν είναι ούτε γνώσις, ούτε άγνοια. Καθώς φαίνεται.

— Είναι λοιπόν έξω και από τα δύο, εις τρόπον τάχα που να υπερτερή την γνώσιν κατά την σαφήνειαν, ή την άγνοιαν κατά την ασάφειαν: — Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. — Αλλά τότε μήπως άραγε παραδέχεσαι, ότι η δοξασία είναι σκοτεινοτέρα μεν της γνώσεως, φωτεινοτέρα δε της αγνοίας. — Και πολύ μάλιστα. — Κείται λοιπόν μεταξύ των δύο; — Ναι. — Ώστε είναι κάτι διάμεσον η δοξασία μεταξύ της γνώσεως και της αγνοίας; — Βεβαιότατα. — Είπαμεν όμως προηγουμένως ότι, αν εύρωμεν κάτι, το οποίον να είναι και να μην είναι συγχρόνως, θα κείται αυτό μεταξύ του πραγματικώς όντος και του καθ' ολοκληρίαν μη όντος, και δεν θα είναι αντικείμενον ούτε της επιστήμης ούτε της αγνοίας, αλλά μιας δυνάμεως η οποία θα εφαίνετο διάμεσος της επιστήμης και της αγνοίας. — Σωστά. — Ευρήκαμεν δε τώρα, ότι αυτό το διάμεσον μεταξύ των δύο είναι εκείνο, που ονομάζομεν δοξασίαν. — Μάλιστα, το ευρήκαμεν. — Μας υπολείπεται λοιπόν τώρα να εύρωμεν, καθώς φαίνεται, ποίον είναι εκείνο το πράγμα, που μετέχει συγχρόνως και του όντος και του μη όντος, χωρίς να είναι ακριβώς και καθ' εαυτό ούτε το ένα ούτε το άλλο· και εάν ευρεθή αυτό το αντικείμενον της δοξασίας, θα αποδώσωμεν εις εκάστην των τριών δυνάμεων τα αντικείμενά των· εις τας άκρας τα άκρα, και εις την μεταξύ κειμένην τα μεταξύ αντικείμενα· δεν είναι έτσι;

Έτσι μάλιστα.

Τούτου τεθέντος, θα ερωτήσω κατόπιν και ας μου αποκριθή εκείνος ο καλός μας, ο οποίος δεν παραδέχεται ότι υπάρχει το ωραίον καθ' εαυτό, ούτε η ιδέα του ωραίου, αμετάβλητος κατά πάντα και πάντοτε, αλλά μόνον τα πολλά ωραία αναγνωρίζει, ο φίλος εκείνος των ωραίων θεαμάτων, που δεν ανέχεται να του κάμης λόγον διά το ένα και απόλυτον ωραίον, διά το ένα και απόλυτον δίκαιον και ούτω καθ' εξής· απάντησέ μας, θα του είπωμεν, καλέ μας, από τα πολλά τα ωραία υπάρχει τάχα κανένα, που να μην ημπορή να φανή ποτε άσχημον, ή από τα δίκαια, που να μη φανή άδικον, και από τα όσια, ανόσιον; — Όχι, αλλά κατ' ανάγκην το ίδιον πράγμα δύναται να φανή άλλοτε ωραίον και άλλοτε άσχημον, όπως και τα άλλα που ερωτάς. — Τι δε; τα πολλά διπλάσια, δεν ημπορούν πολύ ωραία να είναι και τα μισά ενός άλλου ποσού; — Βεβαιότατα. — Επίσης και τα μεγάλα και τα μικρά και τα ελαφρά και τα βαρέα δεν ημπορούν να είναι και τοιαύτα, όπως τα εχαρακτηρίσαμεν, αλλά και τα εναντία; — Βεβαίως, έκαστον από αυτά είναι πάντοτε και το ένα και το άλλο. — Και έκαστον από τα πολλά πράγματα είναι τάχα περισσότερον, ή δεν είναι, εκείνο που το λέγομεν ότι είναι; — Αυτό μοιάζει εκείνα που λέγουν εις τα τραπέζια, τα ήξεις αφήξεις, ή με το αίνιγμα των παιδιών διά τον ευνούχον που επετροβόλησε την νυκτερίδα και με τι και πού επάνω την επετροβόλησε· το ίδιον και αυτά που λέγεις έχουν διπλόν νόημα, και είναι και δεν είναι, και δεν ημπορείς να είπης με βεβαιότητα, αν είναι και τα δύο, ή ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Έχεις λοιπόν τι καλύτερον να κάμης με αυτά, ή πού να τα τοποθετήσης καλύτερα, παρά μεταξύ του όντος και του μηδενός; διότι βεβαίως ούτε σκοτεινότερα είναι από το μη ον, ώστε να έχουν ολιγωτέραν ύπαρξιν από αυτό, ούτε φωτεινότερα από το ον, ώστε να έχουν περισσοτέραν από αυτό ύπαρξιν. — Είναι αλήθεια.

— Ευρήκαμεν λοιπόν, καθώς φαίνεται, ότι αυτά τα πολλά πράγματα, εις τα οποία οι πολλοί αποδίδουν την ιδιότητα του ωραίου και τας άλλας τοιαύτας ιδιότητας κυμαίνονται, ούτως ειπείν, μεταξύ του καθ' αυτό όντος και του μη όντος. — Μάλιστα. — Εσυμφωνήσαμεν δε προηγουμένως, ότι, αν ήθελεν ευρεθή τοιούτον τι, θα το ονομάσωμεν αντικείμενον όχι της επιστήμης αλλά της δοξασίας, της διαμέσου ταύτης δυνάμεως, εις την οποίαν υπόκειται το μεταξύ κυμαινόμενον. — Πραγματικώς.

— Εκείνοι λοιπόν που παρατηρούν τα πολλά ωραία πράγματα, δεν βλέπουν όμως το ωραίον καθ' εαυτό, ούτε δύνανται να παρακολουθήσουν εκείνον, που είναι εις θέσιν να τους το δείξη, επίσης δε και τα πολλά δίκαια, όχι όμως και το έν δίκαιον το καθ' εαυτό, και τα άλλα ομοίως, αυτοί, θα είπωμεν ότι έχουν απλώς γνώμας, ουδεμίαν όμως γνώσιν των πραγμάτων. — Κατ' ανάγκην. — Απεναντίας δε, εκείνοι που παρατηρούν αυτά καθ' εαυτά τα πράγματα και την πάντοτε αναλλοίωτον αυτών φύσιν, αυτοί δεν θα είπωμεν ότι γνωρίζουν και όχι απλώς ότι έχουν γνώμας; Κατ' ανάγκην και τούτο. — Και αυτοί μεν, δεν θα ειπούμεν, ότι αγαπούν και ασπάζονται τα πράγματα, που είναι αντικείμενα της επιστήμης, οι άλλοι δε τα πράγματα, που είναι αντικείμενα της δοξασίας; ή δεν ενθυμείσαι που ελέγαμεν δι’ αυτούς τους τελευταίους, ότι αγαπούν και ευχαριστούνται με τας ωραίας φωνάς, τα ωραία σχήματα και τα τοιαύτα, αλλά δεν ανέχονται να ακούσουν διά το απόλυτον ωραίον, ότι υπάρχει; — Το ενθυμούμαι. — Θα τους αδικήσωμεν λοιπόν τάχα αν τους ονομάσωμεν φιλοδόξους μάλλον ή φιλοσόφους, και θα μας θυμώσουν πολύ άραγε δι’ αυτό το όνομα, που θα τους δώσωμεν;

Όχι, αν θέλουν να με πιστεύσουν· διότι δεν είναι σωστόν να θυμώνη κανείς με την αλήθειαν. — Πρέπει λοιπόν κατά συνέπειαν να ονομάζωμεν φιλοσόφους μόνον εκείνους, που αφοσιώνονται εις την εξέτασιν του όντος καθ' εαυτό. — Δίχως αντίρρησιν.

* * *

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Πολιτεία. Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί, συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.

Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη. Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ' 10 δρχ.

* * *

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings