← Table of contents
Παραμύθια της Χαλιμάς Τόμος 1

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΙΜΑΣ

Reading edition

H Τ Ο Ι ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΑ ΛΙΑΝ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΚΑΙ ΩΡΑΙΑ

Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς

Δ Ε Ρ Β I Σ Α Μ Π Ο Υ Μ Π Ε Κ Η Ρ

Κατά την έκδοσιν της Βενετίας ΕΚΔΟΣΙΣ ΜΙΧΑΗΛ I. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΣΑΛΙΒΕΡΟΥ 1921

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΙΜΑΣ ΗΤΟΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΑ ΛΙΑΝ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΚΑΙ ΩΡΑΙΑ Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς ΔΕΡΒΙΣ ΑΜΠΟΥΜΠΕΚΗΡ

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Ιστορία του Σοφή Αϊδήν βασιλέως της Ινδίας.

Οι ιστορικοί χρονογράφοι των Σασσανιαίων αρχαίων βασιλέων της Περσίας, που εξάπλωσαν το βασίλειόν των έως εις την Ινδίαν και Κίναν, διηγούνται δι' ένα βασιλέα από το αυτό γένος το πλέον εξαίρετον εκείνου του καιρού, τον οποίον όσον τον αγαπούσεν ο λαός του διά την φρονιμάδα του και καλήν κυβέρνησιν, τόσον τον εφοβούντο οι γείτονές του διά τα μεγάλα και δυνατά του στρατεύματα. Αυτός ο βασιλεύς είχε δύο υιούς, και ο μεν πρώτος ωνομάζετο Αϊδήν, ο δε δεύτερος Σχαζηνάν.

Μετά τον θάνατον του πατρός των έλαβε τον θρόνον της βασιλείας ο πρώτος υιός Αϊδήν, ως διάδοχος κατά τους νόμους του βασιλείου· ο δε δεύτερος έμεινεν άμοιρος και έζη ως ιδιώτης και δούλος υπήκοος του αδελφού του. Επάσχισεν όμως με κάθε τρόπον φρονιμάδας να επιτύχη την αγάπην του αδελφού του, την οποίαν και επέτυχεν. Ο Αϊδήν, κινούμενος από υπερβολικήν αγάπην και φυσικήν κλίσιν προς τον αδελφόν του, ηθέλησε να μοιράση το βασίλειον με τον αδελφόν του· όθεν και του έδωσεν όλον το βασίλειον της μεγάλης Ταταρίας. Και ο Σχαζινάν ευθύς με βασιλικήν παράταξιν έφθασεν εκεί και έστησε τον θρόνον του εις την Σαμαρκάνδαν, που ήτον η καθέδρα εκείνου του βασιλείου.

Αφού επέρασαν δύο χρόνοι που εχωρίσθησαν τα αδέλφια, έλαβε πόθον ο Αϊδήν να ιδή τον αδελφόν του και διώρισε να του στείλη αποκρισάριον τον βεζύρην του, διά να τον καλέση εις την Ινδίαν, διά να συνευφρανθούν αναμεταξύ των ολίγον καιρόν· όθεν και τον έστειλε με μεγάλην παράταξιν. Και όταν έφθασεν ο βεζύρης εις τα περίχωρα της καθέδρας της Ταταρίας, ο Σχαζηνάν ακούοντας τον ερχομόν τούτου από μέρος του αδελφού του, εβγήκεν εις συναπάντησίν του με όλους του τους μεγιστάνας και άρχοντας του παλατίου και εδέχθη τον αυτόν βεζύρην με μεγάλας δεξιώσεις· και όταν έμαθεν ότι ο αδελφός του τον προσκαλεί εις την Ινδίαν μετά πάσης χαράς το εδέχθη· όθεν και διώρισεν ευθύς να στήσουν τας βασιλικάς σκηνάς έξω από την πολιτείαν εις τα λιβάδια και περιβόλια, διά να μείνη ο βεζύρης και τον προσμένη μίαν εβδομάδα, όσον να ετοιμασθή διά το ταξείδιόν του και ευθύς έστειλεν όλα τα χρειαζόμενα εις ανάπαυσιν του βεζύρη και της συντροφίας του.

Αφού διέταξε τας υποθέσεις της βασιλείας του, κατασταίνοντας ένα από τους μεγιστάνας της Συγκλήτου τον πλέον φρόνιμον και πιστόν ηγεμόνα, διά να κυβερνήση το βασίλειον έως ότου γυρίση αυτός, και αποχαιρετώντας την βασίλισσαν γυναίκα του εβγήκε προς το βράδυ από την πολιτείαν με όλην την βασιλικήν παράταξιν του παλατίου, που έμελλε να τον συνοδεύση εις το ταξείδιόν του, και έμεινεν εις την βασιλικήν σκηνήν που είχεν αφήσει τον βεζύρην, και εστάθη εις συναναστροφήν έως εις το μεσονύκτιον με τον βεζύρην και άλλους συγκλητικούς· τότε ηθέλησε να γυρίση να ξαναχαιρετήση την βασίλισσαν έξαφνα, διότι πολύ την αγαπούσεν· αλλ' αυτή στοχαζομένη, ότι ο βασιλεύς έμελλε να μείνη έξω εις τας σκηνάς εκείνην την νύκτα και ούτε ήλπιζε να γυρίση, έλαβεν εις το κρεββάτι της ένα από τους δούλους της τον πλέον εύμορφον νέον και εμβαίνοντας έξαφνα ο βασιλεύς εις τον θάλαμόν της τους ηύρε και τους δύο να κοιμούνται εις το κρεββάτι μαζί, και θυμωθείς ο βασιλεύς διά τέτοιαν ασελγή παρανομίαν εφόνευσεν ιδιοχείρως του και τους δύο μοιχούς και τους έρριψεν έξω από το παραθύρι, και χωρίς αργοπορίαν εγύρισεν οπίσω εις την σκηνήν του, και διώρισε να ετοιμασθούν να αναχωρήσουν· και προτού να ξημερώση εκίνησε με όλην του την παράταξιν συντροφιασμένος με τον βεζύρην, με πολυποίκιλα λαλούμενα μουσικών οργάνων, που εχαροποιούσαν όλην την συντροφιάν, εκτός από τον βασιλέα, τον οποίον τον είχε κυριεύσει μία μεγάλη λύπη και μελαγχολία διά την μοιχείαν της βασιλίσσης.

Και μετ' ολίγας ημέρας, όταν έφθασαν πλησίον εις την βασιλεύουσαν της Ινδίας, εβγήκεν ο βασιλεύς Αϊδήν ο αδελφός του εις προϋπάντησιν με όλους τους άρχοντας της Συγκλήτου, και δείχνοντας του μεγάλας δεξιώσεις και περιποιήσεις, του διώρισεν ένα παλάτι αντίκρυ από το ιδικόν του, οπού ανάμεσα εις τα δύο παλάτια ήτον ένα ωραιότατον περιβόλι εις περιδιάβασιν της βασιλίσσης της Ινδίας· και βλέποντας ο Αϊδήν τον αδελφόν του πολύ λυπημένον, και μη ηξεύροντας την αιτίαν της λύπης, εστοχάζετο λυπείται ευρισκόμενος μακράν από την βασίλισσαν την γυναίκα του, και διά τούτο μετά δύο ημέρας διώρισε να υπάγουν εις το κυνήγι, δύο ημερών δρόμον έξω από την βασιλεύουσαν. Αλλ' ο Σχαζηνάν παρεκάλεσε τον αδελφόν του τον βασιλέα να τον αφήση, λέγοντας του· αδελφέ, έχε με παρητημένον από το κυνήγι, διότι η περίστασις της υγείας μου δεν μου δίδει άδειαν να κάμω τέτοιες ξεφαντώσεις και περιδιαβάσεις. Ακούοντας την γνώμην του ο Αϊδήν τον άφησεν ανενόχλητον, και επήγεν αυτός με τους άρχοντάς του.

Την δευτέραν ημέραν ο Σχαζηνάν σεργιανίζοντας μόνος του εις το παλάτι του επρόβαλεν εις ένα παραθύρι προς το περιβόλι εκείνο το ευμορφότατον, και επροσπάθει να διώξη την μελαγχολίαν με την θεωρίαν των πολυποικίλων δένδρων και με το γλυκύ και εναρμόνιον λάλημα των πουλιών, ότε βλέπει και ανοίγει μία κρυφή θύρα του παλατίου του Αϊδήν προς το περιβόλι και εβγήκαν είκοσι γυναίκες· ανάμεσα εις αυτάς ήτον και η βασίλισσα η οποία εξεχώριζεν από τας άλλας από το φόρεμα και από το μεγαλοπρεπές περπάτημα, και λογιάζοντας αυτή ότι και ο Σχαζηνάν επήγεν εις το κυνήγι εσίμωσεν έως υποκάτω εις τα παραθύρια του παλατίου του, ο οποίος δι' απλήν περιέργειαν θέλοντας να ιδή την βασίλισσαν εκρύφθη όπισθεν από το παραθύρι, εις τόπον όπου αυτός έβλεπεν όλα των τα καμώματα, χωρίς να φαίνεται. Και όταν εξεσκέπασαν το πρόσωπόν των και έβγαλαν τους φερετζέδες, ήσαν οι δέκα γυναίκες, και οι άλλοι δέκα αράπηδες, και καθένας εκρατούσε από το χέρι την αγαπητικήν του· και τότε η βασίλισσα εκτύπησε τα χέρια και εφώναξε· Μασούδ, Μασούδ, και ιδού κατέβη από ένα δένδρον ένας άλλος αράπης και έτρεξεν εις την βασίλισσαν και την αγκάλιασεν, ως αγαπητικός της.

Από τα ασελγή καμώματα που είδεν ο Σχαζηνάν να κάμνη η βασίλισσα η γυναίκα του αδελφού του, και οι άλλες γυναίκες της με τους αράπηδες, τα οποία είνε απαίσιον να τα διηγηθή τινάς, εσυμπέρανεν, ότι και ο αδελφός του ήτον εις την αυτήν κατάστασιν με αυτόν και οι γυναίκες των είχαν την ιδίαν γνώμην.

Από όσα λοιπόν είδεν οφθαλμοφανώς ο Σχαζηνάν έλαβεν αφορμήν να κάμη διαφόρους στοχασμούς εις τέτοια έργα των γυναικών (τους οποίους ηδύνατο να κάμη ο καθένας ακούοντας τα τέτοια παραδείγματα) και να ελαφρωθή από την λύπην που τον εκυρίευε.

Και όταν έμαθεν ότι ο βασιλεύς αδελφός του εγύριζεν από το κυνήγι, επήγε χαρούμενος να τον προϋπαντήση· και βλέποντάς τον ο βασιλεύς έτσι χαρωπόν τον συνεχάρη διά την μεταβολήν του από την λύπην εις χαρούμενον πρόσωπον· όμως τον επαρακάλεσεν ως αδελφός και τον εξώρκισεν ως βασιλεύς να του ειπή την αιτίαν της λύπης και της μεταβολής πάλιν εις χαράν, λέγοντάς του· ίσως, αν δεν σφάλλω, το αίτιον της λύπης σου να έγινεν ο πόθος, που έχεις προς την βασίλισσαν της Ταταρίας την γυναίκα σου, η οποία λογιάζω να είνε πολύ εύμορφη, και να την εδιάλεξες της ορέξεώς σου, και τώρα ευρισκόμενος μακράν από τέτοιον αγαπημένον και εύμορφον υποκείμενον ελυπούσουν· όθεν ειπέ μου την αλήθειαν, αν είναι αληθής ο στοχασμός μου και πώς μετεβλήθη η λύπη σου εις χαράν.

Εις ταύτην την ζήτησιν έμενεν ολίγον στοχαζόμενος ο βασιλεύς της Ταταρίας, ωσάν να επρομελετούσε τι να του αποκριθή· τέλος πάντων του λέγει· Αδελφέ, έχε με παρητημένον από τοιαύτην ερώτησιν, δεν ημπορώ να ευχαριστήσω την περιέργειάν σου· αλλ' ο αδελφός του τόσον περισσότερον τον εβίαζεν, εξορκίζοντάς τον εις την αδελφικήν αγάπην να μη του αρνηθή μίαν τέτοιαν χάριν, έως που τον υπεχρέωσε να του ομολογήση την αλήθειαν. Τότε ο βασιλεύς της Ταταρίας του διηγήθη καταλεπτώς την ασέλγειαν και παρανομίαν της γυναικός του, και τον θάνατον που της έδωσε· και ακούοντας ο αδελφός του την τέτοιαν ασέλγειαν της γυναικός έμεινεν εκστατικός, λέγοντάς του: Είχες εύλογον αιτίαν να ευρίσκεσαι εις τέτοιαν μελαγχωλίαν· όμως τώρα να ευχαριστής τον μέγαν Προφήτην που σε ευσπλαγχνίσθη και μετέβαλε την λύπην σου εις χαράν, διά να σε παραγορήση· αλλά καθώς έλαβες μεγάλην αφορμήν της περασμένης σου λύπης, βέβαια εξ εναντίας πιστεύω να έλαβες μεγάλην και εύλογον αιτίαν που σου απεδίωξε τέτοιαν λύπην και σε εξορκίζω εις την αδελφικήν αγάπην να με πληροφορήσης και διά ταύτην την μεταβολήν διά να γίνω συμμέτοχος της χαράς, καθώς έπρεπε να γίνω συμμέτοχος και της λύπης σου, αν το ήξευρα πρωτύτερα. Εις ταύτην την ζήτησιν εύρε μεγαλυτέραν δυσκολίαν ο Σχαζηνάν να ευχαριστήση την περιέργειαν του αδελφού του. Αλλ' ο Αϊδήν τόσον τον εβίασε, που τον υπεχρέωσε και να υπακούση. Τότε ο Σχαζηνάν λέγει· φοβούμαι ότι η υπακοή μου θέλει σοι προξενήσει μεγαλυτέραν θλίψιν από την ιδικήν μου· διότι δεν έπρεπε να φανερώσω ένα πράγμα, το οποίον αποφάσισα να φυλάξω μυστικόν μέχρι τελευταίας μου αναπνοής· αλλ' επειδή με βιάζεις, θέλω σου το ομολογήσει, και τότε του διηγήθη όσα είδεν εις το περιβόλιον, που έκαμαν η βασίλισσα και οι άλλες γυναίκες με τους αράπηδες. Ακούοντας ταύτα ο βασιλεύς τρόπον τινά έμεινεν εκστατικός, όμως εύρε δυσκολίαν να το πιστεύση, λέγοντάς του· Αδελφέ, απατάσαι, σε επλάνεσαν τα μάτια σου, ή το εφαντάσθης εις τον ύπνον σου· διότι η μεγάλη βασίλισσα της Ινδίας δεν είνε ικανή να κάμη ένα τέτοιον άτιμον και παράνομον κάμωμα, και αν δεν το ιδώ εγώ δεν το πιστεύω. Τότε του λέγει ο Σχαζηνάν.

Αδελφέ, διά να ιδής το έργον οφθαλμοφανώς διόρισε ένα άλλο παρόμοιον κυνήγι, και κοινολόγησέ το, ότι έχομεν να υπάγωμεν και οι δύο μαζί με όλην μας την παράταξιν· όταν έβγωμεν από την πολιτείαν, αφίνομεν τους άλλους να μείνουν έξω, και ημείς οι δύο γυρίζομεν την νύκτα αγνώριστοι, και εμβαίνομεν εις το παλάτιον όπου εγώ κοιμούμαι, και τότε θέλεις βεβαιωθή αν το πράγμα έχει ούτως· όθεν του άρεσεν η συμβουλή του αδελφού του, και ευθύς διώρισεν όσα του είπε. Και την ερχομένην ημέραν εβγήκεν εις το κυνήγι, εις το οποίον εκήρυξαν πως έχουν να διατρίψουν διάφορες ημέρες έξω μακράν και όταν ενύκτωσεν, έμειναν έξω εις τα λιβάδια, και επρόσταξε τον βεζύρην του να μείνη εκεί με όλον το στράτευμα, έως που να γυρίση αυτός εις ολίγας ημέρας. Τότε αυτός και ο αδελφός του αγνώριστοι διά νυκτός εμβήκαν εις την πολιτείαν, και ευθύς που έφθασαν εις το ρηθέν παλάτιον και επρόβαλαν εις το παραθύρι, από το οποίον είχεν ιδεί πρωτύτερα ο βασιλεύς της Ταταρίας τα πάντα, ιδού βλέπουν να ανοίγει η κρυφή θύρα του παλατίου του προς το περιβόλιον και να βγαίνουν όλες εκείνες οι γυναίκες μαζί με την βασίλισσαν και τους αράπηδες, που είχεν ιδεί και ο Σχαζηνάν πρότερον, καθώς του διηγήθη. Τότε εβεβαιώθη ο βασιλεύς της Ινδίας οφθαλμοφανώς δι' όσα του διηγήθη ο αδελφός του. Όθεν αυτός αναστενάζοντας έλεγεν· Αλλοίμονον εις εμένα· ω της ασελγείας, ω της παρανομίας των γυναικών! αδελφέ, είμαι εις μεγάλην αδημονίαν, εχάθη η εμπιστοσύνη από τας γυναίκας· ας φύγωμεν από τούτον τον τόπον τι μας χρησιμεύει το βασίλειον και η δόξα, όταν οι ίδιές μας γυναίκες μας προδίδουν την τιμήν; ας υπάγωμεν εις άλλα βασίλεια να ζήσωμεν ωσάν ξένοι και αγνώριστοι. Αδελφέ, ακολούθει με μη με αφήσης μοναχόν. Ο Σχαζηνάν του απεκρίθη ότι έρχομαι μαζί σου, όμως με τέτοιαν υπόσχεσιν, πως να γυρίσωμεν οπίσω όταν εύρωμεν ένα άλλο παράδειγμα μεγαλύτερον από το ιδικόν μας. Και ευθύς εκαβαλίκευσαν τα άλογά τους και επήραν μίαν στράταν παράμερον αγνώριστοι, και όλην την ερχομένην ημέραν επεριπάτησαν έως που ενύκτωσε· και εκείνην την νύκτα εκοιμήθησαν εις ένα δάσος, και όταν εξημέρωσε πάλιν ακολούθησαν τον δρόμον των έως το μεσημέρι, οπού έφθασαν εις ένα λιβάδι σιμά εις την θάλασσαν, και έμειναν υποκάτω εις ένα δένδρον διά να αναπαυθούν από τον κόπον, και άρχισαν να συνομιλούν διά την ασέλγειαν των γυναικών των.

Εις εκείνο το αναμεταξύ ήκουσαν αιφνιδίως μίαν φοβεράν βοήν και ταραχήν από το μέρος της θαλάσσης· και ιδού άνοιξεν η θάλασσα, και εβγήκεν ένας μαύρος και φοβερός στύλος, ο οποίος εφαίνετο ότι πηγαίνει να κρυφθή εις τα σύννεφα· και από τούτο το φαινόμενον τόσον αύξησεν ο φόβος των, που ευθύς έτρεξαν να ανέβουν υψηλά εις το δένδρον, λογιάζοντας εκεί πλέον αρμόδιον διά να κρυφθούν, αλλ' ευθύς βλέπουν εκείνον τον φοβερόν στύλον, να κόπτη τα κύματα και να σιμώνη προς το περιγιάλι. Τούτο το φοβερόν τέρας ήτον ένα Τελώνιον εναέριον από εκείνα τα πονηρά και ασελγή· ήτον μαύρον και φοβερόν, και εβαστούσεν επάνω εις το κεφάλι του μίαν πολύ μεγάλην κασέλαν γυάλινην, κλεισμένην με τέσσαρες κλειδονιές σιδερένιες· έφθασεν εις το λιβάδι, και απέθεσε την κασέλαν υποκάτω εις το δένδρον, εις του οποίου την κορυφήν ήσαν εκείνοι οι δύο Ρηγάδες, οι οποίοι βλέποντες τον κίνδυνον οπού ευρίσκοντο εστοχάσθησαν ότι είνε χαμένοι παντελώς.

Τότε βλέπουν το Τελώνιον και ανοίγει την κασέλαν, και ευθύς βγάζει έξω μίαν ωραιοτάτην γυναίκα, στολισμένην με ευμορφότατα φορέματα και λέγει της το Τελώνιον· ω ωραιοτάτη μου αγαπητική, που σε άρπαξα από τας αγκάλας του νυμφίου σου την ιδίαν ημέραν των γάμων σου, και σε ηγάπησα πάντοτε με όλην μου την επιθυμίαν, ευχαριστήσου για να κοιμηθώ ολίγον εις τα γόνατά σου, να αναπαυθώ ολίγην ώραν, επειδή διά τούτο ήλθα εις τούτον τον έρημον τόπον. Τότε ακούμπησε το κεφάλι του εις τα γόνατά της και άπλωσε τα ποδάρια του οπού έφθαναν έως το περιγιάλι· και απεκοιμήθη, και άρχισε να ρογχαλίζη, εις τόσον οπού ηχολογούσεν η ακροθαλασσιά.

Εις εκείνο το αναμεταξύ εσήκωσεν η γυναίκα τα μάτια της και βλέπει επάνω εις το δένδρον τους δύο εκείνους άνδρας και τους έκαμε νεύμα να κατεβούν, αλλά χωρίς να κάμουν κτύπον, και αυτοί πάλιν με νεύματα την επαρακαλούσαν να τους συμπαθήση διά τον φόβον του Τελωνίου. Αλλ' η γυναίκα αγάλια αγάλια απέθεσε το κεφάλι του εις τα χόρτα, και εσηκώθη, και τους λέγει με σιγανήν φωνήν, αλλά φοβεριστικήν, ότι, αν δεν κατεβούν, εξυπνά το Τελώνιον και τους θανατώνει· αυτοί οι δυστυχείς μη δυνάμενοι να αποφύγουν τον κίνδυνον, κατέβησαν με κάθε φόβον και προσοχήν διά να μην εξυπνήσουν το Τελώνιον και όταν εκατέβησαν, τους έλαβεν από τα χέρια, και τους επαραμέρισεν ολίγον ξέμακρα ανάμεσα εις τα δένδρα, προβάλλοντάς τους να συγκατανεύσουν εις τα θελήματά της· αλλ' αυτοί δεν ήθελαν να κλίνουν. Τότε εκείνη άρχισε με φοβερισμούς και τους εβίασε και έκλιναν εις τα θελήματά της. Και αφού επλήρωσε την επιθυμίαν της, είδε και εβαστούσεν ο καθένας ένα δακτυλίδιον, και τους τα εζήτησε· και ως τα έλαβε τους έδειξεν αυτή μίαν αρμαθιάν οπού είχεν ενενήντα οκτώ δακτυλίδια, εις την οποίαν αρμάθιασε και εκείνα τα δύο και έγιναν εκατόν· ύστερα τους λέγει· βλέπετε πόσα δακτυλίδια έχω, τόσους λοιπόν αγαπητικούς εχάρηκα, και επλήρωσα την όρεξίν μου, έως τώρα ωσάν και εσάς, εις το πείσμα και γινάτι του αδιακρίτου και σκληρού Τελωνίου, που με φυλάττει κλεισμένην εις εκείνην την κασέλαν μέσα εις το βάθος της θαλάσσης. Από τούτο λοιπόν συμπεράνετε, ότι όταν η γυναίκα αποφασίση ένα σκοπόν της είνε αδύνατον ο άνδρας της να την εμποδίση διά να το τελειώση. Τέτοια ομιλώντας τους τούς έκαμε νεύμα να φύγουν γρήγορα απ' εκεί, προτού να εξυπνήση το Τελώνιον.

Αυτοί, χωρίς να χάσουν καιρόν, εγύρισαν τρέχοντες από την ίδιαν στράταν που είχαν έλθει· και όταν απεμακρύνθησαν απ' εκείνον τον τόπον και δεν εφαίνετο πλέον το Τελώνιον, ούτε εκείνη η γυναίκα, τότε λέγει ο Αϊδήν προς τον αδελφόν του· πώς σου φαίνεται, ω Σχαζινάν, με το συμβάν που μας ακολούθησεν; είδες τι εμπιστευμένην γυναίκα έχει εκείνο το Τελώνιον αν και είναι τόσον φοβερόν; Λέγει ο Σχαζηνάν· η πονηρία των γυναικών δεν έχει παρομοίωσιν και τούτο που μας εσυνέβη δεν υπερβαίνει πολύ το κάμωμα των ιδικών μας γυναικών. Ναι, αδελφέ, χωρίς αμφιβολίαν είναι καθώς λέγεις· λοιπόν ας γυρίσωμεν εις τα βασίλειά μας, λέγει ο Σχαζηνάν, κατά την συμφωνίαν που μου έταξες, όταν δηλαδή ιδούμεν ένα παράδειγμα μεγαλύτερον από τα ιδικά μας· ιδού λοιπόν το είδαμεν, και το επράξαμεν χωρίς το θέλημά μας· προς τούτοις λοιπόν, λέγει ο Σχαζηνάν, εγώ ξεύρω τώρα τον τρόπον πώς να μεταχειρισθώ τις γυναίκες μου διά να είνε εμπιστευμένες, δεν εξηγούμαι περισσότερον, και είμαι βέβαιος ότι θέλεις ακολουθήσει το ιδικόν μου παράδειγμα. Λέγει ο Αϊδήν, είμαι και εγώ με την ιδίαν γνώμην. Και ακολουθούντες τον δρόμον των, έφθασαν την τρίτην ημέραν εις τον τόπον όπου είχαν αφήσει το στράτευμά των. Και ως έμαθον οι άρχοντες αυτών τον ερχομόν των, έτρεξαν όλοι διά να τους χαιρετήσουν, και επρόσταξεν ο βασιλεύς της Ινδίας να γυρίσουν οπίσω εις την πολιτείαν.

Ευθύς καθώς έφθασεν εις το παλάτι του, επρόσταξε να δέσουν την βασίλισσαν και να την πνίξουν έμπροσθέν του, και τις άλλες γυναίκες του παλατίου ο ίδιος με το σπαθί του τις απεκεφάλισε, και έθεσεν έναν νόμον μεθ' όρκου, ότι από τότε και εις το εξής κάθε βράδυ να στεφανώνεται με μίαν και την αυγήν να την θανατώνη. Την δευτέραν ημέραν ο βασιλεύς της Ταταρίας αποχαιρετήσας τον αδελφόν του ανεχώρησε με την ιδίαν γνώμην του αδελφού του, ο οποίος τον εξαπέστειλε με μεγάλα δώρα και παράταξιν βασιλικήν.

Δεν αργοπόρησεν ο βασιλεύς Αϊδήν να βάλη τον νόμον που έθεσεν εις πράξιν· επρόσταξε τον βεζύρην του διά να του φέρη την κόρην ενός από τους αρχιστρατήγους του στρατεύματος. Ο βεζύρης αν και ήτον εναντίος εις τέτοιον απάνθρωπον και σκληρόν νόμον, υπήκουσεν όμως εις την προσταγήν· επαράστησεν ο βεζύρης την ρηθείσαν κόρην εις τον βασιλέα του, και εκοιμήθη την νύκτα με αυτήν ο βασιλεύς· και την αυγήν επρόσταξε τον βεζύρην να θανατώση αυτήν, και την ερχομένην βραδιάν να του φέρη άλλην κορασίδα. Ο βεζύρης εξεπλήρωσε την προσταγήν του· και την ερχομένην εσπέραν του έφερε την θυγατέρα ενός βαθμοφόρου στρατιωτικού, και εκοιμήθη με αυτήν ο βασιλεύς· και την αυγήν πάλιν επρόσταξε τον βεζύρην να την θανατώση, και να του φέρη άλλην το βράδυ. Ο βεζύρης χωρίς το θέλημά του, αλλά διά την υποταγήν εις τον βασιλέα, εφόνευσε και την άλλην βασίλισσαν, και το βράδυ πάλιν έφερεν εις τον βασιλέα την κόρην ενός από τους άρχοντας της πολιτείας· και αυτή έλαβε την ιδίαν τύχην με τας άλλας· εν κοντολογία καθ' ημέραν ηκούετο μία κόρη να υπανδρεύεται με τον βασιλέα, και την αυγήν μίαν βασίλισσαν καταδικαζομένην εις θάνατον.

Εκηρύχθη εις όλην την πολιτείαν ένας τέτοιος σκληρός και θηριώδης νόμος του βασιλέως· όθεν δεν ηκούετο άλλο, παρά θρήνοι αξιοδάκρυτοι πατέρων και μητέρων διά τας αδικοφονευομένας θυγατέρας τους· άλλες μητέρες πάλιν έτρεμαν διά να μη πάθουν το ίδιον και οι θυγατέρες τους· και όλος ο λαός ήσαν εις μεγάλην σύγχυσιν, και αντί ευχές έδιδαν τόσες κατάρες του βασιλέως·

Ο βεζύρης, ο οποίος, ως είπαμεν, ήτον τόσον εναντίος εις τέτοιαν παράνομον απόφασιν του βασιλέως, είχε δύο θυγατέρας· και η μεν μεγαλυτέρα ωνομάζετο Χαλιμά, η δε μικροτέρα Μεδινά· και αυτή η μικροτέρα δεν ήτον υστερημένη από κάποια προτερήματα επαινετά· αλλ' η Χαλιμά είχε πολλά μεγάλα προτερήματα· είχε μίαν ηρωικήν ανδρείαν, που υπερέβαινε την γυναικείαν φύσιν, είχε μίαν θαυμαστήν αγχίνοιαν, με ένα πνεύμα έξυπνον και με ένα μνημονικόν εξαίρετον εις τόσον που όσα είχεν αναγνώσει ή ακούσει από ιστορίας τα εφύλαττεν εις την ενθύμησίν της· και σιμά εις ταύτα είχε μίαν ωραιότητα υπερθαύμαστον· διά ταύτα της τα προτερήματα ο πατέρας της την αγαπούσε καθ' υπερβολήν. Μίαν ημέραν λέγει του πατρός της· ζητώ μίαν χάριν και παρακαλώ την πατρικήν σου αγάπην να μη μου την αρνηθής. Απεκρίθη ο πατήρ της· εάν το ζήτημα είναι εύλογον, σου τάζω να το τελειώσω. Λέγει η Χαλιμά· είναι τόσον ευλογώτατον και δικαιότατον, ώστε έβαλα σκοπόν διά να εμποδίσω αυτόν τον σκληρόν και θηριώδη νόμον, και τον άδικον φόνον των κορασίδων της πολιτείας. Της λέγει ο βεζύρης· ο σκοπός σου είνε δύσκολος και αθεράπευτος, και εσύ μία τρυφερή κόρη πώς θέλεις κατορθώσει ένα τέτοιον έργον;

Τότε του λέγει η Χαλιμά· επειδή και με το μέσον σου ο βασιλεύς κάθε βράδυ λαμβάνει μίαν κόρην εις το κρεββάτι του, σε παρακαλώ να με παραστήσης εις αυτόν ως άλλην κόρην, διά να λάβω την τιμήν να κοιμηθώ μαζί του· και εγώ ηξεύρω τον τρόπον, με τον οποίον θέλει παρακινηθή ο βασιλεύς να εμποδίση πλέον ένα τέτοιον παράνομον θάνατον. Όταν ήκουσεν ο βεζύρης ταύτα τα λόγια, ετρόμαξεν η καρδία του, και της λέγει· μη γένοιτο ποτέ τούτο, να φανώ εγώ παιδοκτόνος· ο βασιλεύς εξωρκίσθη εις την ψυχήν του, να αποφασίζη εις θάνατον κάθε αυγήν εκείνην που εκοιμήθη μαζί του την νύκτα· πώς έχω να ακούσω εγώ τέτοιαν απόφασιν και προσταγήν από τον βασιλέα; ή πρέπει να θανατωθώ εγώ, ή να υπακούσω εις την απόφασιν του βασιλέως διά να θανατώσω την θυγατέρα μου· τι πρέπει να κάμω; τα πατρικά μου χέρια να αιματώσω εις το αίμα της αγαπητής μου θυγατρός; μη γένοιτο ποτέ εις τον αιώνα. Πάλιν η Χαλιμά τον παρακαλεί να την ευχαριστήση εις τούτο της το ζήτημα, λέγοντάς του, ότι, αν αυτός δεν θελήση, αυτή μοναχή της θέλει παρασταθή εις τον βασιλέα. Ο βεζύρης της απεκρίθη θυμωμένος· εσύ γυρεύεις μοναχή σου τον θάνατόν σου, αντί να κάμης καλόν των άλλων, θέλεις πέσει εσύ εις την δυστυχίαν εκείνων, καθώς συνέβη εις τον γάιδαρον, που έστεκε καλά, αλλά δεν ήξευρε να φυλάξη την ευτυχίαν του, έως που ύστερα εμετανόησε. Λέγει η Χαλιμά· τι δυστυχίαν έλαβεν ο γάιδαρος; Της απεκρίθη ο βεζύρης· άκουσε και θέλεις μάθει.

Μ Υ Θ Ο Σ

Ο γάιδαρος, το βόιδι και ο γεωργός.

Ευρίσκετο εις τα μέρη της Περσίας ένας πλούσιος πραγματευτής, ο οποίος είχε διάφορα υποστατικά και χωρία, ένθα εφύλαγε και διάφορα ζώα διά την χρείαν του· και είχε τούτο το προτέρημα να καταλαμβάνη τις γλώσσες και την ομιλίαν των ζώων, όμως δεν ηδύνατο να την κοινολογήση εις άλλους, διότι εκινδύνευε να χάση την ζωήν του. Μίαν ημέραν περιδιαβάζοντας εις τον τόπον οπού ετρέφοντο τα ζώα του, εις τον οποίον ήσαν δεμένα εις ένα παχνί ένας γάιδαρος και ένα βόιδι, ήκουσε να ομιλούν αναμεταξύ των αυτά τα δύο ζώα, και το βόιδι εκαλοτύχιζε τον γάιδαρον διά την ανάπαυσιν που είχε, λέγοντάς του· επαινώ και ζηλεύω την καλήν σου τύχην, που στέκεις πάντοτε εις ανάπαυσιν, τρώγοντας και πίνοντας και περιδιαβάζοντας εις τα λιβάδια, εκτός από ολίγον κόπον που κάμνεις, να βαστάς τον αυθέντην μας από το σπίτι έως το χωράφι, και από το χωράφι πάλιν εις το σπίτι.

Και εγώ εξ εναντίας κακοτυχίζω την μοίραν μου, οπού ποτέ ανάπαυσιν δεν έχω, αλλά κοπιάζω από την αυγήν έως το βράδυ διά να σύρω το αλέτρι, να οργώνω την γην, και να τραβώ τόσον βάρος με το αμάξι, εις τόσον οπού πολλές φορές κουράζομαι και δεν ημπορώ ούτε να φάγω, και όλην την νύκτα στέκω πλαγιασμένος εις τα κάτουρα και κοπριές μου και πάλιν την ερχομένην ημέραν παθαίνω τα ίδια· όθεν καλότυχος εσύ όπου ζης εις τέτοιαν ανάπαυσιν.

Αφού ήκουσεν όλα αυτά ο γάιδαρος, άρχισε να του λέγη· αληθινά εσύ, με το όνομα που έχεις, δείχνεις να είσαι χοντροκέφαλος, αστόχαστος και μπουνταλάς· τι απαντιχαίνεις από τους κόπους σου να αποκτήσης; ο αυθέντης μας δεν @ μου το έχει διά χάριν αν ακούσης την συμβουλήν μου, σου τάσσω, ότι θέλεις ελευθερωθή από τους τόσους σου κόπους· η φύσις σε αρμάτωσε με όλες σου τις δυνάμεις διά να διαφεντεύεσαι και να φαίνεσαι φοβερός· και εσύ αφίνεσαι να σε καταφρονούν έτσι;

Άκουσε λοιπόν όταν έλθη ο γεωργός διά να σε ζεύξη εις το αλέτρι, εσύ εναντιώσου· δείξε τον θυμόν σου· όρμησε διά να τον κτυπήσης με τα κέρατα, κτύπα τα ποδάρια εις την γην και φόβισέ τον με το φοβερόν σου μούγκρισμα· και τα άχυρα που σου δίδει διά να φάγης μύρισέ τα, και άφησέ τα· και τότε θέλεις ιδεί πώς σε αφίνει εις ανάπαυσιν.

Απεκρίθη το βόιδι· καλά μου λέγεις, φίλε, σε ευχαριστώ· θέλω βάλει εις πράξιν την συμβουλήν σου, και ελπίζω να λάβη καλόν τέλος. Ύστερα από ταύτην την ομιλίαν εσιώπησαν· και ο πραγματευτής που ήτο παρών ήκουσεν όλην την συνομιλίαν τούτων των ζώων. Την ερχομένην αυγήν επήγεν ο γεωργός διά να πάρη το βόιδι να το ζεύξη εις το χωράφι, και το ευρίσκει εξαπλωμένον οπού ελαχομανούσε, και τα άχυρα σχεδόν άγγιχτα εις το παχνί· το σηκώνει, και πάσχει διά να το ζεύξη εις το αμάξι, και δεν ήτον τρόπος· εναντιώνεται το βόιδι, μουγκρίζει, κτυπά τα ποδάρια εις την γην, και χύνεται με τα κέρατα να κτυπήση τον γεωργόν. Βλέποντας έτσι ο γεωργός, και λογιάζοντας να είναι άρρωστον, το άφησεν εις το παχνί του, και επήγε να δώση την είδησιν του αυθέντου του του πραγματευτή, ότι το βόιδι είνε άρρωστον, και μου έκαμε τούτο και τούτο. Ο πραγματευτής, που ήξευρε κάλλιστα την συμβουλήν του γαϊδάρου, εκατάλαβεν, ότι το βόιδι ηθέλησε να την βάλη εις πράξιν και λέγει του γεωργού· πάρε τον γάιδαρον, και ζεύξε τον εις το αμάξι και εις το αλέτρι διά να οργώση όλην την ημέραν, και ο γεωργός έκαμε κατά την προσταγήν του αυθέντου του· αναγκάσθηκε λοιπόν ο γάιδαρος να σύρη εκείνην την ημέρα το αλέτρι στο χωράφι, κουρασθείς πολύ πειο περισσότερον από κάθε άλλη μέρα, επειδή δεν ήτο συνηθισμένος σε τέτοια δουλειά· και περιπλέον εξυλοκοπήθη τόσον από τον γεωργόν, οπού το βράδυ ο δυστυχής δεν ημπορούσε να σταθή εις τους πόδας του· τότε έλεγεν εις τον εαυτόν του· το πταίσιμον είνε ιδικόν μου, η αγνωσία μου με έφερεν εις ταύτην την δυστυχίαν, και αν δεν εύρω καμμίαν μαργιολιάν διά να ελευθερωθώ, βέβαιος είναι ο αφανισμός μου· εγώ διά να ελευθερώσω το βόιδι, παθαίνω τα χειρότερα.

Τέτοια λέγοντας ο βεζύρης, εστράφηκε προς την θυγατέρα του και της λέγει· εσύ από την αγνωσίαν σου κάμνεις, καθώς έκαμεν ο γάιδαρος, διά να ελευθερώσης τις άλλες κορασίδες, εμβαίνεις εις κίνδυνον να χάσης την ζωήν σου· Λέγει του η Χαλιμά, το παράδειγμα που μου διηγήθης δεν είναι αρκετόν να μου γυρίση την γνώμην εγώ δεν θέλω παύσει, ω πάτερ μου, να σε ενοχλώ, έως που να με παραστήσης εις τον βασιλέα. Βλέποντας ο βεζύρης ότι η θυγατέρα του πάντοτε στέκει εις το πείσμα της, της λέγει· η αγνωσία σου με παρακεινεί να σε μεταχειρισθώ καθώς έκαμε την γυναίκα του αυτός ο πραγματευτής, που σου διηγήθηκα· και άκουσε πώς.

Μαθαίνοντας αυτός ο πραγματευτής την δυστυχίαν του γαϊδάρου από τον γεωργόν, το βράδυ αφού αποδείπνησεν, εβγήκεν έξω το φεγγάρι με τα παιδιά του και με την γυναίκα του, σιμά οπού ήτον το παχνί του γαϊδάρου, και του βοϊδιού, διά να ακούση τι θέλει ειπεί ο γάιδαρος του βοϊδιού δι' όσα έπαθε· τότε ακούει τον γάιδαρον και λέγει· τι σου φαίνεται, φίλε; πώς περνάς; Απεκρίθη το βόιδι· σε ευχαριστώ, αγαπητέ μου φίλε, διά την συμβουλήν που μου έδωκες· αφού έφυγες εσύ εγώ έφαγα όσα άχυρα ηύρα, και αναπαύθηκα έως το βράδυ, και τώρα είμαι ευχαριστημένος. Απεκρίθη ο γάιδαρος· αλλ' αύριον, ειπέ μου, όταν ο γεωργός ήθελε σου φέρει διά να φάγης, τι έχεις να κάμης; Του λέγει το βόιδι· θέλω ακολουθήσει τα ίδια κατά την συμβουλήν σου, δεν θέλω φάγει έμπροσθέν του, θέλω του γυρίσει τα κέρατα εις σχήμα να τον κτυπήσω, θέλω καμωθή πώς είμαι άρρωστος και θέλω εξαπλωθή εις την γην ωσάν μισοπεθαμμένος.

Απεκρίθη ο γάιδαρος· φίλε, στοχάσου καλά, διότι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο θα αφανισθής· διότι απόψε όταν ερχόμουν εδώ, ήκουσα ένα λόγον από τον αυθέντην, που μου έκαμε και ετρόμαξα πολύ διά την αγάπην που σου έχω. Λέγει το βόιδι· ειπέ μου, να ζης, τι ήκουσες; ήξευρε ότι ο αυθέντης μας είπε του γεωργού αυτά τα θλιβερά λόγια, ήγουν, επειδή και το βόιδι δεν τρώγει, ούτε ημπορεί να σταθή εις τα ποδάρια του, αύριον να κράξης τον μακελλάρην να το σφάξη, και το μεν κρέας το αλατίζομεν, το δε δέρμα του το δίδομεν να το αργάσουν, διότι θέλει μας χρειασθή.

Αυτά είναι τα λόγια που ήκουσα, και έχω χρέος ως φίλος να σε συμβουλεύσω διά καλόν σου· όθεν αύριον ευθύς οπού σου φέρουν τα άχυρα, να σηκωθής και να αρχίσης να τρώγης με όρεξιν και ο αυθέντης από τούτο θα συμπεράνη ότι ιατρεύθης, και μεταβάλλει την απόφασιν ειδεμή και κάμης αλλέως, θα είναι κακόν και ολέθριον δι' εσένα. Αυτή η ομιλία του γαϊδάρου έφερε τέτοιο αποτέλεσμα οπού το βόιδι ακούοντας αυτήν την νέαν συμβουλήν του γαϊδάρου, έμεινε συγχυσμένον, και εμούγκριζε με μίαν φοβεράν φωνήν. Ο πραγματευτής ακούοντας και των δύο την ομιλίαν άρχισε να γελά εις τρόπον, οπού δεν ηδύνατο να σταματήση από τα γέλια. Η γυναίκα του, που ήτον παρούσα, έμεινεν εκστατική, και λέγει του ανδρός της· ειπέ μοι διατί γελάς τόσον διά να γελάσω και εγώ; Αυτός της απεκρίθη· φθάνει σου τόσον, το να με ακούης να γελώ. Εκείνη του είπεν· όχι, θέλω να μάθω και την αφορμήν. Λέγει της ο άνδρας· δεν ημπορώ να σε ευχαριστήσω· ήξευρε μόνον ότι γελώ δι' εκείνα που ο γάιδαρος είπε του βοϊδιού, αλλά το επίλοιπον δεν ημπορώ να το ειπώ, διότι είναι κρυφόν. Λέγει του η γυναίκα· και ποίος σε εμποδίζει να μου φανερώσης ένα τέτοιον κρυφόν; Της απεκρίθη ο άνδρας· γνώριζε, ότι κινδυνεύει η ζωή μου. Τότε θυμωμένη η γυναίκα του λέγει· εσύ γελάς με μένα, και με περιπαίζεις, αλλά γνώριζε, μα τον μέγαν μας Προφήτην, αν δεν μου ειπής τι είπεν ο γάιδαρος του βοϊδιού δεν έρχομαι απόψε να κοιμηθώ μαζί σου· και με τούτα τα λόγια εμβήκαν εις το σπίτι, και έκλαιεν οληνύκτα και ο άνδρας της εκοιμήθη μοναχός, και ήτον πολύ λυπημένος διότι την αγαπούσε. Την αυγήν πάλιν την παρακαλεί να παύση, και αυτή του λέγει, ότι, αν δεν μου ειπής το τι είπεν ο γάιδαρος, εγώ δεν θέλω παύσει να κλαίω. Της αποκρίνεται ο άνδρας, ότι, αν σου το ειπώ, κινδυνεύει η ζωή μου. Και αυτή λέγει του, ας γίνη ότι γίνη, θέλω να το μάθω, ειδεμή από την λύπην μου και από το κλαύσιμον αρρωστώ και αποθνήσκω. Εις τέτοιον πείσμα και ισχυρογνωμίαν της γυναικός ο δυστυχής άνδρας της ευρίσκετο εις μεγάλην στενοχωρίαν, λύπην και αδημονίαν, και μη ηξεύροντας τι να αποφασίση εκάθητο λυπημένος έξω εις το προαύλιον, και στοχαζόμενος αν πρέπει να της φανερώση το μυστήριον και να θυσιάση την ζωήν του, ή να αφήση την γυναίκα του να αποθάνη την οποίαν αγαπούσε καθ' υπερβολήν.

Ακολουθώντας την ομιλίαν ο βεζύρης, άκουσε, αγαπητή μου Χαλιμά, της λέγει· αυτός ο πραγματευτής είχε πενήντα όρνιθες και ένα πετεινόν, και εις φύλαξιν αυτών ένα σκύλλον· τότε βλέπει ο πραγματευτής τον σκύλλον, και τρέχει κυνηγώντας τον πετεινόν, και του λέγει ο σκύλλος· ξεδιάντροπε πετεινέ, δεν βλέπεις ότι ο αυθέντης μας είναι εις μεγάλην λύπην και κινδυνεύει να χάση την ζωήν του, διά την γυναίκα του την κυράν μας, οπού του ζητεί να της φανερώση ένα μυστικόν τέτοιον, οπού κινδυνεύει η ζωή του, και όλοι οι δούλοι του σπιτιού είμεθα εις μεγάλην λύπην, ότι ο θάνατος του αυθέντου μας είναι η δυστυχία μας, και συ χωρίς να στοχασθής τίποτε χαίρεσαι και καβαλικεύεις τις όρνιθές σου με τόσην αδιαντροπιάν; Απεκρίθη ο πετεινός εις τους ονειδισμούς του σκύλλου, και λέγει του· να σου ειπώ, ο αυθέντης μας, ως φαίνεται, έχει ολίγην γνώσιν να λυπήται τόσον, και να μην ημπορή να κρατή εις την υποταγήν του μίαν γυναίκα· και εγώ που έχω πενήντα, όλες τις κρατώ εις τέτοιαν υποταγήν, οπού ό,τι να τους ειπώ ευθύς με υπακούουν, και κάνουν το θέλημά μου· και αυτός έχει μίαν, και δεν ηξεύρει να την σωφρονίση; Λέγει ο σκύλλος· και τι θέλεις να της κάμη διά να σιωπήση; Άκουσε, φίλε σκύλλε, λέγει ο πετεινός· Έπρεπεν ο αυθέντης να κλεισθή μαζί της εις το ίδιον σπίτι, ύστερα να πιάση ένα ξύλον να της δώση ένα καλόν ράβδισμα και τότε θέλεις ιδεί πώς του υποτάσσεται.

Ο πραγματευτής, που εκαταλάμβανε την ομιλίαν των ζώων και ήκουσε τα όσα είπεν ο πετεινός του σκύλλου, χωρίς αργοπορίαν έβαλεν εις πράξιν όλην την συμβουλήν του πετεινού· και έτσι η γυναίκα του έπαυσεν από το ζήτημά της, το οποίον έβανεν εις κίνδυνον την ζωήν του ανδρός της.

Τότε ο βεζύρης λέγει· τι σου φαίνεται, Χαλιμά; εσύ έχεις την ιδίαν γνώμην με την γυναίκα εκείνου του πραματευτού· όθεν σου τυχαίνει να πάθης τα ίδια· απεκρίθη η Χαλιμά· παρακαλώ σε, κύριε μου αγαπητέ, να μη σου βαρυφανή αν στέκω εις αυτήν μου την γνώμην· η ιστορία εκείνης της γυναικός δεν δύναται να αλλάξη την απόφασίν μου· εγώ ημπορώ να σου διηγηθώ παρόμοιες ιστορίες πολλές, που να σε καταπείσουν εις την γνώμην μου· όθεν ματαίως κοπιάζεις, και ως είπα, αν δεν με παρουσιάσης εις τον βασιλέα, εγώ λαμβάνω το θάρρος μόνη μου να παρουσιασθώ. Βλέποντας ο βεζύρης ότι δεν κατορθώνει τίποτε, επήγεν εις τον βασιλέα να του δώση την είδησιν, ότι την ερχομένην βραδιάν μέλλει να του φέρη την Χαλιμάν εις το κρεββάτι. Ακούοντάς το ο βασιλεύς εθαύμασε διά την θυσίαν, που του επρόσφερεν ο βεζύρης και του λέγει· πόθεν εκινήθης εις τούτο; Απεκρίθη ο βεζύρης· εξ ιδίας της θελήσεως, ω βασιλεύ, αυτή μου εζήτησε ταύτην την χάριν και επροτίμησε να γίνη μίαν νύκτα νύμφη του βασιλέως παρά να ζήση· η δυστυχισμένη της τύχη εις τούτο την κατήντησε. Λέγει του ο βασιλεύς· φυλάξου να μη με απατήσης· θέλω αύριον, όταν σου την παραδώσω, να την θανατώσης, διότι, αν κάμης κανένα δόλον, ήξευρε βέβαια ότι θα θανατώσω εσένα· Λέγει ο βεζύρης· υπόσχομαι της βασιλείας σου να τελειώνω πιστώς την προσταγήν σου.

Ο βεζύρης επήγε να δώση είδησιν της Χαλιμάς, πως την έταξε του βασιλέως· η Χαλιμά εδέχθη τούτο το χαροποιόν μήνυμα με μεγάλην αγαλλίασιν, και ευχαρίστησε τον πατέρα της πολύ· αλλά βλέποντάς τον πολύ λυπημένον του λέγει, διά να χαρή, και να μη λυπάται διότι την υπάνδρευσε με τον βασιλέα, ούτε θέλει μεταννοήσει εις τούτο, μάλιστα να είνε βέβαιος, ότι θέλει χαρή εις το επίλοιπον της ζωής του.

Η Χαλιμά τότε χαρούμενη άρχισε να στολίζεται και να ετοιμάζεται διά να παρουσιασθή εις τον βασιλέα· και προτού να φύγη έκραξε την αδελφήν της Μεδινά κρυφά και της λέγει· αγαπημένη μου αδελφή, εγώ έχω χρείαν μεγάλην από εσέ και σε παρακαλώ να μη μου ειπής όχι· ήξευρε ότι ο πατέρας μας έχει να με προσφέρη εις τον βασιλέα διά να γίνω νύμφη του και μη φοβήσαι τίποτε διά τούτο· μόνον άκουσέ με ευθύς που θα υπάγω έμπροσθεν εις τον βασιλέα, θέλω τον παρακαλέσει να έλθης και συ να κοιμηθής εκεί εις τον ίδιον νυμφικόν θάλαμον, διά να λάβω την ευχαρίστησιν να χαρώ ακόμη εκείνην την νύκτα την συντροφιά σου· και αν λάβω αυτήν την χάριν, καθώς ελπίζω, ενθυμήσου με προσοχήν να με ξυπνήσης την αυγήν μίαν ώραν προτού να εξημερώση και να μου ειπής ταύτα τα λόγια· «Αγαπημένη μου αδελφή, προτού να ξημερώση, που σχεδόν λείπει ολίγον, να μου διηγηθής μίαν μυθολογίαν από εκείνες τις εύμορφες παραβολές που ηξεύρεις»· και εγώ ευθύς θέλω σου διηγηθή μίαν και ελπίζω με τούτο το μέσον να ελευθερώσωμεν τον λαόν από ένα τέτοιου είδους άδικον θάνατον. Η Μεδινά της απεκρίθη, ότι είνε έτοιμη να κάμη όσα της παρήγγειλεν.

Φθάνοντας τέλος πάντων η ώρα διά να υπάγουν εις το κρεββάτι, ο βεζύρης έφερε την Χαλιμάν εις το παλάτι και παρουσιάζοντάς την του βασιλέως εις τον θάλαμον ανεχώρησεν. Ο βασιλεύς την επρόσταξε να ξεσκεπάση το πρόσωπόν της και βλέποντας την έτσι ευμορφοτάτην έμεινεν εκστατικός, την θεωρεί όμως οπού κλαίει και θλίβεται απαρηγόρητα και την ερώτησε την αφορμήν. Η Χαλιμά του απεκρίθη· κραταιότατε βασιλεύ, έχω μίαν αδελφήν πολύ αγαπημένην και επιθυμούσα να κοιμηθή και αυτή εδώ εις ένα μέρος ταύτην την νύκτα, διά να λάβω ακόμη αυτήν την παρηγορίαν και ευχαρίστησιν να την αποχαιρετήσω· όθεν παρακαλώ την βασιλείαν σου, να μη μου αρνηθή ταύτην την χάριν· Ο βασιλεύς απεκρίθη· μετά χαράς σου· και ευθύς επρόσταξε να έλθη η Μεδινά και να της ετοιμάσουν το κρεββάτι από το μέρος της αδελφής της ολίγον ξέμακρα. Και ιδού έφθασεν η Μεδινά. Τότε ο βασιλεύς επλάγιασεν εις το βασιλικόν ολόχρυσον κρεββάτι με την Χαλιμάν και η Μεδινά εις άλλο ετοιμασμένον δι' αυτήν. Προτού λοιπόν να ξημερώση, εξύπνησεν η Μεδινά και κράζει την Χαλιμάν· αγαπητή μου αδελφή, αν δεν κοιμάσαι, σε παρακαλώ, προτού να ξημερώση, οπού ολίγον ακόμη λείπει, να μου διηγηθής μίαν από εκείνες τις εύμορφες μυθολογίες, που ηξεύρεις· αλλοίμονον, ίσως αυτή είνε η υστερινή φορά, που λαμβάνω μίαν τέτοιαν ευχαρίστησιν. Η Χαλιμά, αντί να αποκριθή της αδελφής της, γυρίζει προς τον βασιλέα και του λέγει· παρακαλώ την βασιλείαν σου, αν ορίζη να μου χαρίση ταύτην την παρηγορίαν, διά να ευχαριστήσω την αδελφήν μου. Λέγει ο βασιλεύς· ας γίνη το θέλημά σου· και αφού συνωμίλησεν ερωτικά με τον βασιλέα, λέγει του βασιλέως και της αδελφής της· άκουσε, αγαπημένη μου Μεδινά· και ήρχισεν κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Ο βεζύρης οδηγεί την κόρην του Χαλιμάν εις τον σουλτάνον Αϊδήν
Ο βεζύρης οδηγεί την κόρην του Χαλιμάν εις τον σουλτάνον Αϊδήν

Ιστορία του πραγματευτού και Τελωνίου.

Γαληνότατε βασιλεύ, ήτο μίαν φοράν ένας πραγματευτής πλουσιώτατος, είχε πολλά υπάρχοντα κινητά και ακίνητα και εις διαφόρους τόπους, είχε πραγματείες συντροφικώς με πολλούς· και εσυνήθιζε κατά τις χρείες του να πηγαίνη ν' ανταμώνη τους συντρόφους του εις κάποιες μακρυνές πολιτείες. Μίαν φοράν γυρίζοντας από ένα τέτοιόν του ταξείδι και ευρισκόμενος εις ένα τόπον έρημον και άνυδρον εβιάσθη από την καύσιν του ηλίου, από την δίψαν, και από την οδοιπορίαν να παραστρατήση, διά να εύρη κανένα δένδρον και νερόν διά να αναπαυθή εις τον ίσκιον. Όθεν έφθασεν εις κάποια δένδρα, όπου ήτον και βρύσι· και εκεί εξεπέζευσεν εις τον ίσκιον· και ύστερα έβγαλεν από το δισάκκιόν του ολίγον παξιμάδι και μερικούς χουρμάδες, και τρώγοντας έρριχνε τα κόκκαλα των χουρμάδων προς το ένα και άλλο μέρος· και όταν ετελείωσε το γεύμα του, ως καλός Τούρκος που ήτον, εσηκώθη και επήρεν ασβέστι και εγονάτισε να προσκυνήση, και προτού να τελειώση το προσκύνημά του, όντας γονατισμένος, βλέπει έξαφνα και του παρουσιάζεται ένα φοβερόν Τελώνιον, μαλλιαρόν ωσάν ένας Σάτυρος, και εκρατούσεν ένα φοβερόν σπαθί εις το χέρι του, φοβερίζοντάς τον να τον θανατώση.

Ο δυστυχισμένος πραγματευτής έμεινε μισαποθαμμένος από την τρομάραν του, έπεσεν εις τα πόδια του Τελωνίου, και το παρακαλεί μετά δακρύων να τον αφήση, διότι δεν έκαμε κακόν κανένα, και δεν έχει κανένα πταίσιμον. Απεκρίθη το Τελώνιον καθώς εσύ εσκότωσες τον υιόν μου, έτσι τυχαίνει να σε σκοτώσω και εγώ. Λέγει ο πραγματευτής· αυθέντη μου, σου ζητώ έλεος, διότι εγώ ούτε τον ηξεύρω, αλλ' ούτε είδα τον υιόν σου, και πώς είνε δυνατόν να τον εσκότωσα; Λέγει το Τελώνιον· όταν έτρωγες τους χουρμάδες, δεν ήσουν εσύ που έρριχνες τα κόκκαλα εδώ και εκεί; Ναι, απεκρίθη ο πραγματευτής· τότε επερνούσεν, είπε το Τελώνιον, ο υιός μου και τον εκτύπησες με ένα κόκκαλον εις το μάτι και τον εθανάτωσες· όθεν όποιος σκοτώνει, πρέπει να τον αποκεφαλίσουν· βέβαια, λέγει ο πραγματευτής, όμως εγώ δεν έχω πταίσιμον, διότι ούτε τον είδα ούτε θεληματικώς το έκαμα. Του λέγει το Τελώνιον, δεν είναι πρόφασις αυτή και τον αρπάζει από το χέρι, τον ρίχνει εις την γην και σηκώνει το σπαθί να τον αποκεφαλίση. Ο κακότυχος πραγματευτής κλαίοντας με πικρά δάκρυα εφώναζε ότι δεν έχει πταίσιμον και ότι δεν του εσκότωσε τον υιόν, και έκραζε ότι είναι αθώος και εθρηνούσε την γυναίκα του και τα παιδιά του, λέγοντας τα πλέον θλιβερά και παραπονετικά λόγια, οπού ημπορεί να ειπή όποιος ευρίσκεται εις τέτοιαν δυστυχισμένην περίστασιν.

Το Τελώνιον κρατώντας πάντοτε το σπαθί γυμνόν έλαβεν ολίγην υπομονήν έως που ο δυστυχής πραγματευτής να τελειώση τους θρήνους του, και λέγει του· όλα αυτά τα θλιβερά λόγια σου δεν αξίζουν τίποτε, εσύ εσκότωσες τον υιόν μου, πρέπει εγώ να σε σκοτώσω, έτσι απεφάσισα... Τελειώνοντας τούτους τους λόγους η Χαλιμά και ηξεύροντας ότι ο βασιλεύς συνηθίζει να σηκώνεται ενωρίς να προσκυνήση και ύστερα να υπάγη εις το συμβούλιόν του εσιώπησε. Τότε λέγει της η Μεδινά· ω τι θαυμαστή διήγησις, αδελφή μου. Απεκρίθη η Χαλιμά· ήξευρε ότι η ακόλουθος διήγησις είνε πολύ θαυμασιωτέρα· και αν ο βασιλεύς με αφήση να ζήσω ακόμη σήμερον, την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή και το επίλοιπον με το θέλημά του. Ο βασιλεύς που την είχεν ακούσει με όρεξιν, είπεν εις τον εαυτόν του· την αφίνω ακόμη σήμερον να ζήση έως αύριον και όταν ακούσω το τέλος του μύθου, τότε την αποφασίζω εις θάνατον χωρίς άλλο· η διήγησίς της όμως και η ωραιότης της μου αρέσουν υπερβολικά.

Αποφασίζοντας λοιπόν ο βασιλεύς να μη την θανατώση εσηκώθη από την κλίνην διά να κάμη το προσκύνημά του και να υπάγη εις το συμβούλιον διά τας υποθέσεις της βασιλείας του· Εκείνην την νύκτα ο βεζύρης επέρασε με μεγάλην αδημονίαν και θλίψιν, θρηνώντας την κακήν τύχην της θυγατρός του· και μάλιστα οπού αυτός ο ίδιος έμελλε να την αποκεφαλίση· και την αυγήν, όταν επρόσμενε τον βασιλέα διά να του δώση την θλιβεράν απόφασιν του θανάτου της θηγατρός του, βλέποντάς τον να πηγαίνη εις τον συμβούλιον χωρίς να του δώση καμμίαν προσταγήν, έμεινε θαυμασμένος με κάποιαν ελπίδα και χαράν.

Την ερχομένην νύκτα επήγεν ο βασιλεύς εις το κρεββάτι του μαζί με την Χαλιμάν. Την αυγήν προς το ξημέρωμα η Μεδινά λέγει της Χαλιμάς· αγαπητή μου αδελφή, σε παρακαλώ να ακολουθήσης την χθεσινήν διήγησιν. Τότε ο βασιλεύς χωρίς να καρτερήση να του ζητήση άδειαν, λέγει της Χαλιμάς· εξηκολούθει την διήγησιν σου την χθεσινήν, διότι είμαι περίεργος να ακούσω το τέλος· και έτσι ήρχισεν η Χαλιμά κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Όταν ο δυστυχής πραγματευτής είδεν ότι το Τελώνιον χωρίς άλλο έπρεπε να τον αποκεφαλίση, άρχισε να θρηνή μεγαλοφώνως, και λέγει του· σε παρακαλώ, άκουσε ακόμη ένα λόγον, λάβε ταύτην την καλωσύνην να περιμένης ολίγον καιρόν, διά να υπάγω να αποχαιρετήσω την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, και τακτοποιήσω τα υπάρχοντά μου κάμνοντας διαθήκην διά να μη γεννηθούν σκάνδαλα, κρίσεις και διχόνοιαι αναμεταξύ εις τους υιούς μου μετά τον θάνατόν μου, και έπειτα θέλω έλθει εδώ εις τον ίδιον τόπον διά να με αποκεφαλίσης. Λέγει του το Τελώνιον αν εγώ σου δώσω την άδειαν αυτήν, εσύ δεν γυρίζεις πλέον και πώς έχω να βεβαιωθώ; Λέγει ο Πραγματευτής εγώ σου κάμνω όρκον εις τον μέγαν Προφήτην, ότι θα γυρίσω χωρίς καμμίαν πρόφασιν. Τότε λέγει το Τελώνιον· πόσον καιρόν θέλεις να σου χαρίσω; Απεκρίθη ο πραγματευτής· ένα μόνον χρόνον, διά να ημπορέσω να ετοιμασθώ και να τακτοποιήσω τας υποθέσεις του σπιτιού μου, και από δω και ένα χρόνον έρχομαι να σε εύρω εδώ. Λέγει το Τελώνιον ορκίζεσαι εις τον Προφήτην να σταθής εις τον λόγον σου; ναίσκε, λέγει ο Πραγματευτής. Τον δέχεσαι διά μάρτυρα και εγγυητήν; Λέγει το Τελώνιον. Τον δέχομαι, λέγει ο Πραγματευτής, και να είσαι βέβαιος ότι θέλω φυλάξει την υπόσχεση μου. Μετά ταύτα τα λόγια τον αφήκε το Τελώνιον σιμά εις την βρύσιν και έγινεν άφαντον.

Αφού συνήλθεν ο Πραγματευτής από τον φόβον του εκαβαλίκευσε το άλογον του και φεύγοντας από εκείνον τον τόπον ηκολούθησε την στράταν του· αλλ' εάν έπρεπε να χαρή διά τον κίνδυνον που απέφυγεν, ελυπείτο υπερβολικά διά τον όρκον που έκαμε. Και φθάνοντας εις το σπίτι του τον εδέχθησαν τα παιδιά του και η γυναίκα του μετά χαράς μεγάλης· αλλά βλέποντάς τον έτσι λυπημένον συνεπέραναν ότι θα του συνέβη κάτι εις το ταξείδι του· και όταν έμαθον παρά του ιδίου τα όσα του συνέβησαν με το Τελώνιον έπεσαν όλοι εις μεγάλην λύπην και θρήνον απαρηγόρητον, και μάλιστα διά τον όρκον, που ήτο αδύνατον να τον παραβή, όθεν και το συμβάν εφαίνετο αθεράπευτον.

Ο Πραγματευτής λοιπόν άρχισε να διατάξη τα υπάρχοντά του με την διαθήκην του, να τα μοιράση εις τους υιούς του, να αφήση επιτρόπους εις τα ανήλικα παιδιά, να διορίση τον μερίδιον της γυναικός του, και άλλα παρόμοια· έπειτα ελευθέρωσεν όλους τους σκλάβους και σκλάβες του, διεμοίρασεν ελεημοσύνας εις τους πτωχούς· και τέλος πάντων εφιλοδώρησε τους φίλους του και τους απεχαιρέτησεν. Ως τόσον έφθασε και ο διωρισμένος καιρός να πληρώση τον όρκον του· όθεν αποχαιρετώντας τους συγγενείς και οικιακούς του εν μέσω κλαυθμών και οδυρμών ανεχώρησε διά το θανατηφόρον ταξείδι. Όταν έφθασεν εις τον διωρισμένον τόπον, εκάθισε σιμά εις την βρύσιν με λύπην μεγάλην και αναστεναγμόν θανάτου, προσμένων το Τελώνιον.

Εις τούτο το αναμεταξύ, ιδού βλέπει και διαβαίνει απεκεί ένας σεβάσμιος γέρων, με μίαν έλαφον σύροντάς την· πλησιάζει εις αυτόν και τον ερωτά ο γέρων την αιτίαν πως ήλθεν εις ένα τέτοιον έρημον τόπον, όπου κατοικούν τα εναέρια και πονηρά Τελώνια. Ο Πραγματευτής του διηγήθη όλον το αξιοθρήνητον συμβάν. Τότε ο γέρων του λέγει· θέλω να προσμένω και εγώ εδώ διά να ιδώ το Τελώνιον και να γίνω μάρτυς εις τέτοιον συμβάν, και εκάθισε σιμά του συνομιλώντας παρόμοια. Και μετ' ολίγον ιδού έρχεται ένας άλλος γέρων με δυο σκυλλιά μαύρα συντροφεμένος, επλησίασεν αυτούς, τους εχαιρέτησε και τους ηρώτησε πώς ευρέθησαν εις ένα τέτοιον έρημον τόπον. Τότε ο γέρων που είχε την έλαφον, τον επληροφόρησε δι' όσα συνέβησαν μεταξύ του Πραγματευτού και του Τελωνίου. Απεκρίθη εκείνος· είμαι περίεργος να προσμείνω διά να ιδώ το αποβησόμενον· και εκάθισε σιμά εις τους άλλους. Και εν τω αναμεταξύ που συνωμιλούσαν οι τρεις, ιδού φθάνει ένας τρίτος γέρων, και αυτός πλησιάζοντας τους ηρώτησε διατί ο πραγματευτής ήτο έτσι λυπημένος και αδημονών. Και αυτοί τον επληροφόρησαν δι' όσα του συνέβησαν και ότι επρόσμεναν το Τελώνιον. Τότε και ο τρίτος γέρων με την γνώμην των άλλων έμεινε να ιδή το αποβησόμενον. Και μετ' ολίγην ώραν παρετήρησαν μακράν και είδον εις εκείνες τις πεδιάδες ωσάν ένα σκοτεινόν καπνόν, ήγουν ωσάν ένα σύγνεφον από κονιορτόν που το σηκώνει ο άνεμος και όταν επλησίασεν εις αυτούς με μεγάλην βοήν και ταραχήν, άνοιξε το σύγνεφον και βγήκε το Τελώνιον και τρέχοντας αρπάζει τον Πραγματευτήν από το χέρι με το σπαθί ξεγυμνωμένον και του λέγει· σηκώσου· θέλω να σε αποκεφαλίσω καθώς εσύ εσκότωσες τον υιόν μου. Ο δυστυχής Πραγματευτής ομού και οι τρεις γέροντες έμειναν τρέμοντες και κλαίοντες· έλαβεν όμως ολίγον θάρρος ο πρώτος γέρων και πίπτοντας εις τους πόδας του Τελωνίου και καταφιλώντάς τους έλεγεν· Ω ηγεμών και αρχηγέ των Τελωνίων, σε παρακαλώ να λάβης ολίγην υπομονήν, κάμνοντάς μου την χάριν να ακούσης την ιστορίαν μου και αυτής της ελάφου· και αν μεν την εύρης πλέον αξιάκουστον και θαυμαστήν από το συμβάν τούτου του πραγματευτού, ημπορώ να επιτύχω παρά σου ταύτην την χάριν, να συγχωρήσης ένα τρίτον από το έγκλημα του Πραγματευτού. Το Τελώνιον εστάθη ολίγον, ωσάν να εστοχάζετο τι έχει να αποφασίση· έπειτα λέγει· ας γίνη το ζήτημά σου ως είπες.

Ιστορία του πρώτου γέροντος και της ελάφου.

Αυτή η έλαφος που βλέπετε, λέγει ο γέρων, ήτον εξαδέλφη μου και την εστεφανώθηκα ως γυναίκα μου όντας 12 χρόνων και έζησα μαζί της τριάντα χρόνους χωρίς να αποκτήσωμεν κανένα τέκνον. Αλλ' εγώ έχοντας επιθυμίαν διά τέκνα αγόρασα μίαν σκλάβαν με την οποίαν απέκτησα υιόν, τον οποίον αγαπούσα ολοψύχως· και όταν ο υιός μου έφθασεν εις χρόνους δώδεκα της ηλικίας του, εγώ διά κάποιες μου αναγκαίας υποθέσεις μέλλοντας να αναχωρήσω εις ένα ταξείδι μακρινόν, άφησα τον υιόν μου και την μητέρα του εις την επίβλεψιν ταύτης της γυναικός μου, συσταίνοντάς τους εις την αγάπην της και εις την περιποίησίν της, έως που να επιστρέψω από το ταξείδι· αλλ' η γυναίκα μου που είχε λάβει φθόνον, μίσος και ζήλειαν εναντίον του υιού μου και της μητρός του, μετά την αναχώρησίν μου αυτή εύρε τον τρόπον να εκπληρώσει την επιθυμίαν της. Επεδόθη εις την μαγικήν τέχνην και εις ολίγον καιρόν την έμαθεν, εις τόσον που με αυτήν την μαγείαν μετεμόρφωσε, τον μεν υιόν μου εις μοσχάρι, την δε μητέρα του εις αγελάδαν· έπειτα κράζει τον ζευγίτην και του λέγει· ιδού σου παραδίδω ταύτην την αγελάδαν με το μοσχάρι της, διά να τα φυλάξης έξω εις το χωρίον διά χρείαν του σπιτιού, κατά την παραγγελίαν του αυθέντου μου.

Όταν εγύρισα από το ταξείδι μου, ερεύνησα και ερώτησα τον υιόν μου, και διά την μητέρα του την σκλάβαν μου πού είναι. Μου απεκρίθη η γυναίκα μου, ότι η μεν σκλάβα απέθανεν, ο δε υιός σου έχει δύο ή τρείς σχεδόν μήνες, που εχάθη από το σπίτι χωρίς να ηξεύρη ούτε αυτή τι έγιναν. Εγώ εις τέτοιαν είδησιν έλαβα μεγάλην λύπην διά τον θάνατον της σκλάβας· διά δε τον υιόν μου έλαβον κάποιαν ελπίδα παρηγορίας, μήπως και τον ξαναϊδώ· αλλά μετά έξ μήνας έφθασε και το Μπαϊράμι, χωρίς να λάβω καμμίαν είδησιν διά τον υιόν μου. Τότε παρήγγειλα του ζευγίτου μου να μου φέρη την πλέον παχυτέραν αγελάδαν διά να την θυσιάσω εις το Κορμπάνι. Ο ζευγίτης εξεπλήρωσε την προσταγήν μου και μου έφερε την αγελάδαν, η οποία ήτον η σκλάβα μου εις εκείνην την μορφήν· βλέπω την αγελάδαν να κλαίη και να κάνη κάποια κινήματα, που με παρεκίνησαν εις ευσπλαγχνίαν διά να μη την θυσιάσω αλλ' η γυναίκα μου που ήτον παρούσα μετεχειρίσθη κάθε τρόπον και πανουργίαν, εις τόσον που με κατέπεισε να προστάξω τέλος πάντων τον ζευγίτην να την θυσιάση· το οποίον και έκαμεν ο ζευγίτης· αλλ' αφού την έσφαξεν έμεινε το πετσί μόνον και τα κόκκαλα, αν και εφαίνετο πολύ παχειά. Όταν λοιπόν την είδα έτσι αχαμνήν, επρόσταξα τον ζευγίτην να μου φέρη ένα καλόν και παχύ μοσχάρι να θυσιάσω· και αυτός μου έφερε τον υιόν μου εις το σχήμα του μοσχαρίου. Τούτο, ότε με είδεν, ευθύς ώρμησε και έπεσεν εις τους πόδας μου μουγκρίζοντας και κλαίοντας, ωσάν να ήθελε να μου φανερώση πως είναι υιός μου, και να μη τον θανατώσω· εγώ από μίαν εσωτερικήν κίνησιν του αίματος έλαβον τόσην συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν, που απεφάσισα να μη το θυσιάσω· τόσον η φύσις μου εκίνησε την καρδίαν εις έλεος, που επρόσταξα τον ζευγίτην να το γυρίση οπίσω εις το ζευγάρι και να μου φέρη ένα άλλο. Η γυναίκα μου μετεχειρίσθη τόσους τρόπους διά να με καταπείση να το θυσιάσω τότε, όμως εγώ πάντοτε σταθερός εις την γνώμην μου της υπεσχέθην διά το ερχόμενον Μπαϊράμι, διά να παύση.

Την ερχομένην ημέραν από την αυγήν ήλθεν ο ζευγίτης μου και με εζητούσε διά να μου ομιλήση και να μου φανερώση ένα μυστικόν, και λέγει μου· αυθέντη, εγώ έχω μίαν θυγατέρα, που καταλαμβάνει την μαγείαν, και εχθές όταν είδεν ότι που εγύρισα οπίσω το μοσχάρι καθώς με επρόσταξες, πρώτον εγέλασε και ύστερα έκλαυσε· και την ερώτησα την αιτίαν και μου είπεν, ότι τούτο το μοσχάρι είναι ο υιός του αυθέντου μας, που η γυναίκα του η κυρά μας το μετέβαλεν εις μοσχάρι, και την μητέρα του εις αγελάδαν και εγέλασα χαρούμενη, επειδή το είδα ζωντανόν· έπειτα έκλαυσα διά την μητέρα του, που εθυσιάσθη.

Εγώ ακούοντας τέτοια λόγια από τον ζευγίτην έτρεξα ευθύς να ιδώ τον υιόν μου· τον αγκαλιάζω, τον φιλώ, όμως αυτός δεν ηδύνατο να μου αποκριθή· κράζω ευθύς την θυγατέρα του ζευγίτου, την παρακαλώ και της τάζω όλα μου τα υπάρχοντα, αν ημπορή να μεταμορφώση τον υιόν μου εις την πρώτην του μορφήν. Και αυτή μου απεκρίθη, ότι ημπορεί και είναι έτοιμη να το κάμη, όμως με δύο υποσχέσεις τοιαύτας, ήγουν να της δώσω τον αυτόν μου υιόν διά άνδρα, και να της δώσω ελευθερίαν διά να τιμωρήση εκείνην που τον εμεταμόρφωσεν εις τέτοιον σχήμα· και εγώ της υποσχέθηκα και τα δύο ζητήματα.

Τότε αυτή έλαβεν ένα αγγείον γεμάτο νερόν, επάνω εις το οποίον είπε κάποια λόγια μυστικά, έπειτα γυρίζοντας προς το μοσχάρι του είπεν· ω μοσχάρι αν ίσως και είσαι φυσικά αληθινόν τέτοιον, καθώς τώρα φαίνεσαι, να απομείνης πάντοτε τέτοιον, ειδέ μη και είσαι άνθρωπος μεταμορφωμένος εις μοσχάρι από τέχνην μαγικήν, σε προστάζω με τούτο το νερόν να λάβης την φυσικήν σου μορφήν και το είδος σου· και λέγοντας αυτά τα λόγια του έχυσεν επάνω το νερόν· ω του θαύματος! ευθύς μετεμορφώθη εις την πρώτην του ανθρωπίνην μορφήν. Βλέποντας εγώ τον αγαπητόν μου υιόν τον αγκάλιασα, τον εφίλησα και από την χαράν μου έγινα άλλος εξ άλλου· έπειτα ευθύς μετεμόρφωσε την γυναίκα μου εις ταύτην την έλαφον, που βλέπετε· και τούτο της το εζήτησα εγώ διά να μην είναι τόσον άσχημα. Μετά ταύτα υπάνδρευσα τον υιόν μου με την κόρην του ζευγίτου κατά την υπόσχεση μου και μετ' ολίγον καιρόν που συνέβη του υιού μου και εχήρευσεν, αυτός απήλθεν εις ταξείδι, και έως τώρα επέρασαν τόσοι χρόνοι και καμμίαν είδησιν μη λαμβάνοντας δι' αυτόν απεφάσισα να διαβώ εις διαφόρους τόπους εις αναζήτησίν του· και μην εμπιστευόμενος εις άλλον ταύτην την γυναίκα μου την έλαφον την φέρω μαζί μου όπου πηγαίνω. Αυτή λοιπόν είνε η ιστορία μου και ταύτης της ελάφου· πώς σας φαίνεται; δεν είνε μία ιστορία θαυμαστή και παράδοξος; Λέγει το Τελώνιον έχεις όλον το δίκαιον· ιδού λοιπόν διά χάριν σου χαρίζω ένα τρίτον από το έγκλημα του πραγματευτού.

Η κόρη του ζευγίτου επαναφέρει το μοσχάρι εις την πρώτη του ανθρωπίνην μορφήν
Η κόρη του ζευγίτου επαναφέρει το μοσχάρι εις την πρώτη του ανθρωπίνην μορφήν

Ευθύς ο δεύτερος γέρων που είχε τα δύο σκυλλιά εγύρισε προς το Τελώνιον και του λέγει· θέλω να σου διηγηθώ εκείνο που συνέβη μεταξύ εμού και τούτων των δύο σκύλλων, και είμαι βέβαιος ότι θέλει φανή πλέον θαυμασιωτέρα από εκείνην που ήκουσες, αλλ' όταν σου αρέση μου χαρίζεις το δεύτερον τρίτον της συμπαθείας του πραγματευτού; Λέγει το Τελώνιον θέλω σου κάμει ό,τι ζητείς. Και άρχισεν ο δεύτερος γέρων κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Αλλ' η Χαλιμά όταν είδε ότι επλησίαζε η ώρα, που ο βασιλεύς έμελλε να υπάγη εις το προσκύνημά του και έπειτα εις το συμβούλιον, άφησε την διήγησιν, η οποία τόσον εκίνησε την περιέργειαν του βασιλέως, ώστε επιθυμόντας να ακούση το τέλος ανέβαλε τον καιρόν έως εις την ερχομένην αύριον ημέραν. Βλέποντας ο βεζύρης τον βασιλέα, που δεν τον προστάζει κατά νόμον να θανατώση την Χαλιμάν, ευρίσκετο εις μίαν υπερβολικήν χαράν, ομοίως και η φαμελιά του, όλοι του παλατιού, και όλος ο λαός κοινώς έχαιρον και εθαύμαζον την μεταβολήν μη ηξεύροντες την αιτίαν.

Ιστορία του δευτέρου γέροντος και των δύο μαύρων σκύλλων

Όταν ενύκτωσε, επήγεν ο Βασιλεύς εις την κλίνην του μαζί με την βασίλισσαν Χαλιμάν διά να αναπαυθούν. Αλλ' η Μεδινά επιμελητική, κατά την παραγγελίαν της αδελφής της, προς την αυγήν την εξυπνά διά να της διηγηθή την ιστορίαν του δευτέρου γέροντος· όθεν η Χαλιμά με το θέλημα του βασιλέως άρχισε την διήγησιν ως εξής :

Ω αρχηγέ και ηγεμών των εναερίων πνευμάτων, λέγει ο γέρων προς το Τελώνιον· ήξευρε, ότι εγώ και αυτά τα δύο σκυλλιά είμεθα τρία αδέλφια, και πώς άκουσον· Μετά τον θάνατον του πατρός μας κατά την διαθήκην του εμοιράσαμεν την πατρικήν μας περιουσίαν, και έτυχαν του καθενός από χίλια φλωριά· εγώ έχων εργαστήριον εις την πατρίδα μου και μεταχειριζόμενος την συνηθισμένην πραγματείαν του πατρός μου εις ολίγον καιρόν εξαπλασίασα το μερίδιόν μου· οι άλλοι δύο αδελφοί μου, ψωνίσαντες πραγματείας δι άλλους τόπους, ηθέλησαν να ταξειδεύσουν, με ελπίδα να κερδίσουν περισσότερα, αλλ' η εναντία των τύχη τούς κατήντησεν εις άκραν δυστυχίαν και μετά τρεις χρόνους εγύρισαν εις την πατρίδα πάμπτωχοι και ζητούντες ελεημοσύνην διά τον επιούσιον άρτον.

Αλλ' όταν τους είδα εις τέτοιαν δυστυχίαν και τους εγνώρισα ότι ήσαν οι αδελφοί μου τους έβαλα εις το σπίτι μου, τους ένδυσα με φορέματα όμοια με τα ιδικά μου και τέλος πάντων διά να τους παρηγορήσω εμέτρησα χίλια φλωριά του καθενός δωρεάν, νουθετώντας τους διά να τα πραγματευθούν με φρονιμάδα εις την πατρίδα. Αυτοί, αφού έλαβον τα χίλια φλωριά ο καθείς, επραγματεύθησαν κατά μέρος των και μετά δύο χρόνους έρχονται και οι δύο και με παρακινούν να ψωνίσωμεν πραγματείας και να κάμωμεν ένα ταξείδι· εγώ εναντιώθηκα εις την γνώμην των, μάλιστα λέγοντάς τους· δεν ενθυμείσθε εις ποίαν κατάστασιν δυστυχίας σάς έφερε το ταξείδι σας και τώρα παρακινείτε και εμένα διά να πάθω τα ίδια, όχι, μη γένοιτο, δεν θέλω ταξείδια. Αυτοί με όρκους και πολλά ταξίματα κέρδους τέλος με κατέπεισαν και έκλινα εις την γνώμην των.

Τότε εξεκαθάρισα τους λογαριασμούς μου και ηύρα την περιουσίαν μου έξ χιλιάδας φλωριά μετρητά· έπειτα ερωτώ και αυτούς πόσον είνε το κέρδος των, και μου απεκρίθησαν ότι τα εζημιώθησαν όλα, μόνον να λάβω ευσπλαχνίαν να τους κυβερνήσω. Εγώ πάλιν κινηθείς από αδελφικήν αγάπην τους είπα· ιδού αφού έχω έξ χιλιάδες φλωριά να πάρη ο καθένας, από χίλια και να ψωνίσωμεν διά το ταξείδι μας και τας άλλας τρεις χιλιάδας ας τας κρύψωμεν εδώ εις το σπίτι διότι, αν εις το ταξείδι μας ήθελε μας συμβή η δυστυχία, γυρίζοντας καν να έχωμεν ταύτα διά να ζήσωμεν εις το εξής· και ούτω κρύψαντες αυτά εις ένα μέρος του σπιτιού και ψωνίσαντες καθένας διά το μερίδιόν του ανεχωρήσαμεν με ένα πλεούμενον διά το διωρισμένο μας ταξείδι· και μετά τρεις μήνας εφθάσαμεν εις την διωρισμένην πολιτείαν και πουλήσαντες τας πραγματείας μας εγώ εκέρδισα δεκαπλάσια από την ποσότητα που είχα, οι δε αδελφοί μου ολίγον τι κέρδος έλαβον.

Έπειτα εψωνίσαμεν πραγματείας από εκείνην την πολιτείαν διά την πατρίδα μας, και ετοιμάσθημεν διά να αναχωρήσωμεν. Και όντας εγώ μίαν ημέραν εις το περιγιάλι βλέπω και έρχεται προς με μία ωραία ευγενική γυναίκα, όμως ενδυμένη πενιχρά, και με παρεκάλει να την στεφανωθώ ως γυναίκα μου νόμιμον τάζοντάς μου ότι θέλω ευχαριστηθή κατά πολύ από την συντροφιάν της. Εγώ ακούοντας την ευγλωττίαν της και βλέποντας την ευμορφιά της έκλινα εις το ζήτημά της και την εστεφανώθηκα, και ευθύς ανεχωρήσαμεν με το ίδιον πλοίον. Αλλ' οι αδελφοί μου βλέποντας την ευτυχίαν μου τόσον εις το κέρδος, όσον και εις το συνοικέσιον, με εφθόνησαν και εζητούσαν τρόπον να με θανατώσουν. Όθεν μίαν νύκτα όπου εκοιμώμουν με την νέαν μου σύζυγον εις το κρεββάτι, μας έρριψαν και τους δύο εις την θάλασσαν διά να πνιγούμεν· αλλ' η γυναίκα μου που ήτο μία Εξωτική, ευθύς με έπιασεν από το χέρι και με έβγαλε αβλαβή εις ένα πλησίον νησί· κατ' άλλον τρόπον εγώ βέβαια ήθελα πνιγή. Τότε η γυναίκα μου λέγει· ήξευρε ότι εγώ είμαι μία εξωτική· ιδού που σου εφύλαξα την ζωήν, διά την αγάπην και περιποίησιν που έδειξες εις εμένα, και ήξευρε ότι έχω θυμόν και οργήν ακατάπαυστον εναντίον των αδελφών σου, και θέλω κάμει παντοίους τρόπους διά να τους καταβυθίσω εις την άβυσσον της θαλάσσης μαζί με το πλοίον τους. Εγώ την παρεκάλεσα να τους τιμωρήση με άλλον τρόπον, όμως να μη τους θανατώση.

Αναμεταξύ εις ταύτα τα λόγια, με έπιασεν από το χέρι και εις μίαν στιγμήν καιρού ευρέθημεν επάνω εις το δώμα του σπιτιού· και τότε με αγκάλιασε, με εφίλησε και ευχαριστώντας με διά την αγάπην οπού προς αυτήν έλαβα μου εφανέρωσε τον τόπον, οπού εις το εξής ημπορώ να έχω είδησιν περί αυτής, και ούτως ευθύς έγιναν άφαντος. Εγώ έπειτα κατέβην εις το σπίτι, έλαβα τας τρεις χιλιάδας φλωριά, που είχα κρύψει διά καιρόν ανάγκης, και άνοιξα το εργαστήριόν μου κατά την πρώτην μου συνήθειαν. Τότε έτρεξαν όλοι να με χαιρετήσουν και να με συγχαρούν διά την επιστροφήν από το ταξείδιον. Ωστόσον ημέραν παρ' ημέραν άρχισα να βάνω εις καλήν τάξιν το σπίτι μου, το εργαστήριον και τας υποθέσεις μου, ότε μετά δέκα ημέρας βλέπω και μου παρασταίνονται εις το σπίτι μίαν ημέραν δύο σκυλλιά μαύρα και κινούντα την ουράν με την κεφαλήν σκυπτήν μου έδειχναν αγάπην και ταπεινότητα, και από το σχήμα των και τα κινήματά των έδειχναν ότι ζητούν συμπάθειαν. Εγώ μήτε τα σκυλλιά εγνώριζα μήτε το αίτιον εκαταλάμβανα και ευρισκόμουν εις απορίαν.

Τότε αιφνιδίως παρουσιάσθη η γυναίκα μου η Εξωτική και μου εφανέρωσε την αιτίαν, ότι μία αδελφή της Εξωτική, οπού αυτή επρόσταξεν, έτρεξεν εις την θάλασσαν και φθάνοντας το μεν πλοίον κατεβύθισε με όλας τας πραγματείας, τους δε αδελφούς μου μετεμόρφωσεν εις την μορφήν που βλέπεις, διά τιμωρίαν των έως δέκα χρόνους· και αγκαλά να εχάθη και η ιδική σου πραγματεία, μου είπε, μαζί με το καράβι, εγώ όμως από το άλλο μέρος θέλω σου τα αναπληρώσει πολλαπλασίως. Και λέγοντας αυτά τα λόγια έγινεν άφαντη. Όθεν κατά το παρόν συνεπληρώθησαν οι δέκα χρόνοι, και εγώ πηγαίνω εις αναζήτησιν της γυναικός μου της Εξωτικής· και περνώντας από εδώ συναπάντησα τούτος τον πραγματευτήν με τον σεβάσμιον αυτόν γέροντα, που φέρει την έλαφον, και έμεινα εις συντροφιάν των. Αυτή λοιπόν είνε η ιστορία μου και των δύο σκύλλων που βλέπεις, ω αρχηγέ των εναερίων Τελωνίων· δεν σου φαίνεται θαυμαστή και αξιοδιήγητος; Λέγει το Τελώνιον· εύγε, ω γέρον· ας είνε χαρισμένον και το δεύτερον τρίτον από το σφάλμα του πραγματευτού.

Ευθύς άρχισε και ο τρίτος γέρων να προβάλλη το ίδιον ζήτημα εις το Τελώνιον ότι αν τυχόν δηλαδή η ιστορία που θέλει του διηγηθή φανή θαυμασιωτέρα και πλέον λαμπρά από τας άλλας των δύο γερόντων, να του χαρίση το τελευταίον τρίτον του εγκλήματος του πραγματευτού· και το Τελώνιον απεκρίθη, ότι θέλει γίνει το ζήτημά του, αν η ιστορία είνε καθώς του υπεσχέθη.

Τότε ο τρίτος γέρων του διηγήθη μίαν ιστορίαν (την οποίαν εγώ, ω βασιλεύ, λέγει η Χαλιμά, δεν δύναμαι να σου την διηγηθώ, διότι δεν έφθασεν εις την ακοήν μου) τόσον θαυμασιωτέραν από τας άλλας δύο, διά τα διάφορα συμβάντα που την επερίπλεκαν και τόσον αξιάκουστος διά τα παράδοξα και τεράστια έργα των προσώπων, που εσύνθετον την ιστορίαν, ώστε το Τελώνιον ευθύς που ήκουσε το τέλος εφώναξεν. Ενίκησες, ενίκησες, ω γέρον, έχε διά την χάριν σου το τρίτον μέρος, χάρισμα της ζωής του πραγματευτού· πρέπει λοιπόν ο πραγματευτής να σας ευχαριστήση οπού με το μέσον των ιστοριών σας του ελευθερώσατε την ζωήν από τον κίνδυνον, και λέγοντας αυτά τα λόγια το Τελώνιο έγινεν άφαντον. Τότε ο πραγματευτής από την χαράν του έπεσε εις τους πόδας των αυτών γερόντων, καταφιλώντάς τους και ομολογώντας τους απείρους χάριτας· και αποχαιρετηθέντες αναμεταξύ των, ανεχώρησεν έκαστος προς την οδοιπορίαν. Ο βασιλεύς έμεινε πολύ ευχαριστημένος διά την περιέργειαν των τοιούτων συμβάντων και παρεκίνησε την Χαλιμάν να του διηγηθή και άλλας παροιμίας, αν ηξεύρη.

Αλλ' ω κράτιστε βασιλεύ, λέγει η Χαλιμά, όσον θαυμάσιες και περίεργες ήσαν οι ιστορίες που σου διηγήθην έως τώρα, η ιστορία όμως του ψαρά υπερέχει κατά πολύ ταύτας. Τότε άρχισεν η Χαλιμά με το θέλημα του βασιλέως κατά την ακόλουθον τάξιν.

Ιστορία του ψαρά.

Ένας ψαράς βγαίνοντας ένα πρωί με το πλοιάριόν του να ψαρεύση κατά την συνήθειάν του, και φθάνοντας εις ένα κόλπον της θαλάσσης έρριψε τα δίκτυά του, με ελπίδα διά να εύρη πράγμα· αλλά ματαίως εκοπίασεν ο δυστυχής επειδή τρεις φοράς οπού τα έρριψε δεν έβγαλε άλλο παρά ένα σκέλεθρον ζώου, κόκκαλα από πίννες και αχιβάδια ξηρά και άδεια, και ευρίσκετο εις μεγάλην λύπην ο δυστυχής μη έχοντας άλλον τρόπον να βγάλη την ζωοτροφίαν του σπιτιού του· μάλιστα είχε κάμει όρκον να μη ρίχνη τα δίκτυά του πλέον παρά τέσσερες φορές την ημέραν· όθεν δεν του έμενεν άλλη ελπίδα παρά να τα ρίψη και τετάρτην φοράν. Αλλά όντας καλός Μουσουλμάνος και φοβούμενος τον Θεόν έκαμε πρώτον το προσκύνημά του· έπειτα έρριξε τα δίκτυα και σέρνοντάς τα, αγροικούσε μεγάλον βάρος, νομίζοντας ότι έκαμε καλήν επιτυχίαν· όταν τα έβγαλεν έξω τέλος πάντων, ευρίσκει ένα αγγείον βουλλωμένον· όθεν τρόπον τινά παρηγορήθη, ελπίζοντας ότι θα εύρη μέσα κανένα πολύτιμον πράγμα· τότε στοχαζόμενος καταλεπτώς την βούλλαν εις το στόμα του αγγείου βλέπει εις μολύβιν τυπωμένην την Πενταλφάν του Σολομώντος· και με το μαχαίρι του βγάζοντας την μολυβένιαν βούλλαν διά να ιδή τι έχει μέσα βλέπει ευθύς και βγαίνει ένας καπνός με μεγάλην ταραχήν και δυσωδίαν, εις τόσον που εβιάσθη να απομακρυνθή ολίγον.

Αυτός ο καπνός εξηπλώθη εις τον αέρα, επάνω εις το περιγιάλι· και όταν εβγήκεν όλος από το αγγείον, πρώτον εσχημάτισεν ένα σύγνεφον πυκνόν και μαύρον, και ύστερα ολίγον κατ' ολίγον μετεμορφώθη το σύγνεφον εις ένα φοβερόν και τερατώδες εναέριον Τελώνιον. Ο δυστυχής ψαράς βλέποντας ένα τέτοιον φοβερόν θέαμα ηθέλησε να φύγη, αλλ' από τον φόβον του έμεινεν ακίνητος και εκστατικός. Τότε το Τελώνιον εφώναξε· Σολομών, Σολομών, μέγιστε Προφήτα, έλεος ζητώ και ευσπλαγχνίαν· δεν εναντιώνομαι πλέον εις την θέλησίν σου, υπακούω εις τας προσταγάς σου. Ο ψαράς που ακούει αυτά τα λόγια έλαβεν ολίγον θάρρος και λέγει· πνεύμα άλαλον και πονηρόν, τι φωνάζεις τον Σολομώντα που αφ' ότου απέθανεν έως την σήμερον είνε περασμένοι σχεδόν χίλιοι οκτακόσιοι χρόνοι; Σε εξορκίζω εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, να μου δηγηθής διά ποίαν αιτίαν ήσουν κλεισμένον μέσα εις τούτο το αγγείον.

Το Τελώνιον θυμωμένον λέγει· πώς ομιλείς με τόσην αυθάδειαν, ονομάζοντάς με πονηρόν και άλαλον; ετοιμάσου διότι θέλω να σε θανατώσω. Απεκρίθη ο δυστυχής ψαράς· και τι σε έβλαψα διά να με θανατώσης, δεν ενθυμείσαι καν την καλωσύνην, οπού σε ελευθέρωσα από το αγγείον; Αυτή είνε η ανταμοιβή της ευεργεσίας που εγώ έπραξα προς σε; Λέγει το Τελώνιον· δεν ενθυμούμαι ούτε ευεργεσίαν ούτε ανταμοιβήν, ταύτην την χάριν μόνον σου δίδω, να μου ζητήσης με όποιον τρόπον θέλεις να σε θανατώσω. Λέγει του ο ψαράς· μα διά ποίαν αφορμήν; τι σου έπταισα; Απεκρίθη το Τελώνιον· άκουγε την αιτίαν διά να βεβαιωθής από την ιστορίαν μου, ότι πρέπει να σε θανατώσω.

Εγώ είμαι ένα από εκείνα τα δύο εναέρια Τελώνια που δε ηθέλησαν να υπακούσουν εις τας προσταγάς του Σολομώντος· και αυτός διά να μας εκδικηθή έστειλεν έναν από τους μεγιστάνας του, τον Ασσάφ υιόν Βαραχίου, ο οποίος με έλαβεν εις την εξουσίαν του και με παρουσίασεν έμπροσθεν εις τον θρόνον του Σολομώντος. Ο Σολομών με επρόσταξε να τον υπακούω εις το εξής και να πείθωμαι εις τας προσταγάς του. Εγώ του τ' αρνήθηκα· και αυτός διά να με παιδεύση με έκλεισεν εις τούτο το χάλκινον αγγείον σφραγίζοντάς το με την βούλλαν του και επρόσταξε να ρίξουν το αγγείον εις την θάλασσαν διά παντοτεινά· και όντας εγώ μέσα εις ταύτην μου την φυλακήν ώμοσα μεθ' όρκου, ότι όποιος ήθελε με ελευθερώσει, προτού να τελειώση ο πρώτος αιώνας της φυλακής μου, να τον πλουτίσω επί ζωής του και μετά θάνατον· και πέρασεν ο πρώτος αιώνας χωρίς να ενεργήση κανείς προς με αυτήν την ευεργεσίαν· εις το αναμεταξύ του δευτέρου αιώνος ώμοσα, ότι οποίος με ελευθερώση να του ανοίξω τους θησαυρούς της γης, αλλ' επέρασε και ο δεύτερος χωρίς να ιδώ φως ελευθερίας. Εις τον τρίτον αιώνα έταξα μεθ' όρκου να κάμω μέγαν και ισχυρόν μονάρχην τον ελευθερωτήν μου και να του χαρίσω καθ' ημέραν τρία ζητήματα της ορέξεώς του εφ' όρου ζωής του και να στέκω πάντοτε εις συντροφιάν του πρόθυμος να εκπληρώνω κάθε θέλησίν του· όμως παρήλθε και ο τρίτος αιώνας παρομοίως με τους άλλους ανωφελώς και εγώ έμενα εις την αυτήν φυλακήν.

Τέλος πάντων ευρισκόμενος εις αδημονίαν, και θυμωθείς ώμοσα ότι εις το εξής, εάν τις με ήθελεν ελευθερώσει, να τον θανατώσω αλύπητα, χωρίς να του δώσω άλλην άδειαν ειμή ελευθερίαν να εκλέξη αυτός ό,τι λογής θάνατον του αρέση. Όθεν επειδή και συ ήλθες σήμερον εδώ και με ελευθέρωσες, έκλεξε όποιον θάνατον σου φανή εύλογος, διά να σε θανατώσω. Ο πανάθλιος ψαράς ακούοντας τέτοιαν απάνθρωπον αχαριστίαν, με όλες τις παρακλήσεις που του έκαμε, με την ξαναθύμησιν της ευεργεσίας, και με άλλας πολλάς υποσχέσεις, μη δυνάμενος να καταπείση το Τελώνιον διά να αλλάξη μίαν τέτοιαν άλογον και παράνομον απόφασιν έπεσεν εις μεγάλην λύπην βλέποντας τον κίνδυνον της ζωής του· εστοχάσθη όμως μίαν πανουργίαν διά να τον αποφύγη διότι η ανάγκη εφευρίσκει τέχνας· λέγει προς το Τελώνιον· προτού να εκλέξω το είδος του θανάτου μου, σε εξορκίζω εις το όνομα του μεγάλου προφήτου Μαχάονος, που ήτον εσφραγισμένον εις την βούλλαν του Σολομώντος να μου ειπής την αλήθειαν, αν ήσουν συ μέσα εις αυτό το αγγείον· και αν μεν ούτως έχη κάμε όρκον εις το όνομα του μεγάλου αυτού Προφήτου, και τότε θέλω πιστεύσει. Το Τελώνιον ακούοντας τούτο το όνομα άρχισε να τρέμη, και λέγει· ομνύω εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, ότι ήμουν μέσα εις τούτο το αγγείον, και τούτο είναι αληθέστατον διά τον όρκον μου.

Απεκρίθη ο ψαράς· το πράγμα μου φαίνεται απίστευτον, πώς ήτον δυνατόν ένα τόσον μικρόν αγγείον που δεν χωρεί ούτε το ποδάρι σου, να χωρέση όλον σου το σώμα; Τότε το Τελώνιον, διά να τον βεβαιώση, διαλύεται εις ένα σύγνεφον, και ύστερα εις καπνόν, και έπειτα ολίγον κατ' ολίγον όλος εκείνος ο καπνός εμβήκεν μέσα εις το αγγείον χωρίς απομείνη τελείως έξω· και ευθύς βγήκε μία φωνή λέγουσα. Ιδού λοιπόν που είμαι μέσα εις το αγγείον με πιστεύεις τώρα, ολιγόπιστε;

Ο ψαράς, αντί να αποκριθή εις την φωνήν, έλαβε γρήγορα το μολυβένιον σκέπασμα με την σφραγίδα του Σολομώντος, και εστούππωσε το αγγείον· έπειτα λέγει. Ω πονηρόν Τελώνιον, ζήτησε τώρα συ όποιον θάνατον θέλεις να σου δώσω· θέλεις να σε ρίψω εις το βάθος της θαλάσσης, όπου ήσουν και πρωτήτερα, και να παραγγείλω όλους τους ψαράδες να προσέχουν να μη ψαρεύουν εις τούτο μέρος, διά να μη ελευθερώσουν ένα τέτοιον αχάριστον και αδιάκριτον, Τελώνιον, που θέλει να ανταμείβη την ευεργεσίαν με αχαριστίαν δίδοντας κακόν αντί καλού;

O ψαράς 'ελαβε αμέσως το μολυβένιο σκέπασμα και εστούππωσε το αγγείον
O ψαράς 'ελαβε αμέσως το μολυβένιο σκέπασμα και εστούππωσε το αγγείον

Τότε το Τελώνιον θυμωθέν από τοιαύτα λόγια ετάραξε το αγγείον και επάσχισε με κάθε τρόπον να έβγη, αλλά το σημείον της σφραγίδος του Σολομώντος το εμπόδιζε· και άρχισε να προσποιήται και να κολακεύει με λόγια τον ψαράν, λέγοντάς του· φυλάξου να μη κάμης αυτά που είπες διότι εγώ δεν είχα γνώμην να σε θανατώσω. Απεκρίθη ο ψαράς· ω Τελώνιον πονηρόν, γνώριζε ότι οι πανουργίες σου δεν χρησιμεύουν πλέον, δεν εμπιστεύομαι πλέον εις τα λόγια σου· εις το βάθος της θαλάσσης σου τυχαίνει να υπάγης και να μείνης εκεί έως το τέλος του κόσμου.

Το Τελώνιον πάλιν τον παρακαλεί· άνοιξέ μου, ελευθέρωσέ με, και θέλεις μείνει ευχαριστημένος από εμένα. Ο ψαράς επαναλαμβάνει· όχι, όχι δεν σε εμπιστεύομαι· διότι όταν ελευθερωθής, εσύ θέλεις με μεταχειρισθή καθώς ένας βασιλεύς των Ελλήνων εφέρθη προς τον ιατρόν του τον Δαβάν και άκουσε την ιστορίαν του.

Ιστορία του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν.

Εις μίαν επαρχίαν της Περσίας λεγομένην Ζουμάν εξουσίαζεν ένας βασιλεύς, του οποίου οι υπήκοοι κατήγοντο από το γένος των Ελλήνων. Ούτος ο βασιλεύς ήτον όλος γεμάτος λέπραν· οι ιατροί του παλατίου του μετεχειρίσθησαν όλην τους την ιατρικήν τέχνην, εδοκίμασαν όλας τας δυνάμεις των χόρτων διά να θεραπεύσουν τούτο το πάθος, αλλά ματαίως εκοπίασαν, έως που έφθασεν εκεί από τα μέρη της Ελλάδος ένας εμπειρότατος ιατρός, ονομαζόμενος Δαβάν, ο οποίος πληροφορηθείς διά το ανίατον πάθος του βασιλέως προσεπάθησε με επιτήδειον τρόπον διά να παρουσιασθή εις τον βασιλέα, και παρουσιασθείς λέγει προς αυτόν· ισχυρότατε βασιλεύ, έμαθον ότι οι ιατροί απεφάσισαν έως τώρα ότι το πάθος σου είναι ανίατον. Όθεν, εάν η βασιλεία σου ορίση να δεχθή την θεραπείαν παρά του δούλου της, εγώ υπόσχομαι να σε ελευθερώσω από τοιούτον πάθος χωρίς ιατρικά και χωρίς αλειφές.

Λέει ο βασιλεύς· εάν συ έχης τέτοιαν εμπειρότητα διά να θεραπεύσης το πάθος μου, εγώ σου υπόσχομαι να πλουτίσω και εσένα και τους απογόνους σου, και θέλω σε έχει εις τον πρώτον βαθμόν των μεγιστάνων μου, αν, ως λέγεις, χωρίς φάρμακον και αλειφήν θέλης με ιατρεύσει. Απεκρίθη ο ιατρός· γαληνότατε βασιλεύ, αύριον χωρίς αναβολήν καιρού θέλω βάλει εις πράξιν την υπόσχεση μου. Και λαμβάνοντας την άδειαν ο ιατρός ανεχώρησεν εις την κατοικίαν του και εκεί κατεσκεύασεν ένα δακτυλίδι πολυσύνθετον από διάφορα μέταλλα αναλυμένα και καπνισμένα με διάφορα ιατρικά χόρτα, το οποίον μέταλλον είχε την ιδιότητα να ιατρεύη την λέπραν κατεσκευασμένον εις δακτυλίδι διά να το φορή ο λεπρώδης· ομοίως κατεσκεύασε και ένα ραβδί εις σχήμα σκήπτρου από το δένδρον του λιβάνου, του οποίου το χερούλι το περιετύλιξε με μίαν πλάκαν από το άνωθεν μέταλλον. Και την ερχομένην αυγήν παρουσιάσθη εις τον βασιλέα, λέγοντάς του· ιδού κατά την υπόσχεση μου ετοίμασα τα ιατρικά, πρέπει όμως η βασιλεία σου να διορίσει ευθύς ένα ιπποδρόμιον σήμερον μαζί με τους άρχοντας και μεγιστάνας του παλατίου σου· και λάβε τούτο το δαχτυλίδι και φόρεσέ το εις το μεσαίον δάχτυλον της χειρός σου, και τούτο το σκήπτρον όταν ευρίσκεσαι εις το ιπποδρόμιον να το κρατής πάντοτε από το χερούλι που έχει το μέταλλον, και γυμναζόμενος εις το ιπποδρόμιον έως που να ιδρώσωσι τα χέρια σου και όλον το σώμα σου, και τότε το μέταλλον αυτό ζεσταινόμενον μεταδίδει την ενέργειάν του διά μέσον του ιδρώτος και των χυμών εις όλον το σώμα· έπειτα ευθύς έτσι ιδρωμένος να τρέξης εις το λουτρόν, και να λουσθής καλά, αλλάζοντας άλλα φορέματα, και ευθύς με το λούσιμον θέλει καθαρισθή το σώμα σου από την λέπραν, και θέλει ασπρίσει και τρυφερώσι ωσάν των τρυφερών παιδίων.

Τότε ο βασιλεύς επρόσταξε να γίνουν όλες οι ετοιμασίες κατά την διάταξιν του ιατρού· επήγεν εις το ιπποδρόμιον, εγυμνάσθη έως που ίδρωσε, και τότε εκατάλαβεν ότι το ιατρικόν άρχισε και ενεργούσε εις το σώμα του και έτσι ιδρωμένος εμβαίνει εις το λουτρόν και λουσθείς αμέσως έπεσεν όλον εκείνο το λεπρώδες δέρμα και έμεινε το σώμα του λευκόν και τρυφερόν ωσάν να ανεγεννήθη εκ δευτέρου. Ύστερον ενεδύθη άλλα φορέματα και προς το εσπέρας της ημέρας μετά το δείπνον ανεπαύθη εις την κλίνην ήσυχος όλην την νύκτα· την δε αυγήν στοχαζόμενος τον εαυτόν του υγιή έκραξε τους άρχοντας του παλατίου του, και εις όλους έδειξε την θαυμασίαν ιατρείαν που έλαβεν, οι οποίοι με μεγάλην αγαλλίασιν τον εσυγχάρηκαν, και επαίνεσαν όλοι κοινώς την εμπειρότητα του ιατρού. Και ιδού έρχεται και ο ιατρός εμπρός εις τον βασιλέα· ευθύς ο βασιλεύς τον αγκαλιάζει, τον φιλεί και τον καθίζει εις τα δεξιά του, και του έκαμεν όλους τους επαίνους εκείνους των οποίων είναι άξιος ένας τέτοιος ιατρός, εμπρός εις τον βεζύρην του και εις τους μεγιστάνας· διώρισεν να τον ενδύσωσι με καυτάνι βασιλικόν και άλλα φορέματα παρόμοια· την ώραν δε του γεύματος τον εκάθισεν εις την βασιλικήν τράπεζαν να γευθή μαζί του, και όλοι οι μεγιστάνες έστεκαν ορθοί με τα χέρια σταυρωμένα· έπειτα του έκαμε μεγάλα και πολύτιμα χαρίσματα, και μεγάλας τιμάς, και καθ' ημέραν σχεδόν τον είχεν εις την συναναστροφήν του.

Ούτος ο βασιλεύς είχε ένα βεζύρην, φθονερόν, φιλάργυρον και φυσικά πονηρόν να πράξη κάθε παρανομίαν· ούτος φθονόντας την ευτυχίαν και την τιμήν του ιατρού επροσπάθησε να του σηκώση την υπόληψιν σιμά εις τον βασιλέα. Όθεν μίαν ημέραν παρουσιάσθη εις τον βασιλέα, προφασιζόμενος ότι θέλει να του ξεμυστηριευθή μίαν υπόθεσιν πολύ αναγκαίαν προς φύλαξιν της ζωής του, που ευρίσκετο εις κίνδυνον. Ο βασιλεύς ακούοντας τοιαύτα λόγια εφοβήθη τρόπον τινά, διότι είχεν ολίγον πνεύμα και με ευκολίαν δεν εκαταλάμβανε τας πανουργίας των πονηρών, ως απλούς και απαίδευτος. Τότε ο βεζύρης του λέγει, ισχυρότατε βασιλεύ, όταν η ζωή της βασιλείας σου είναι ποθητή εις τους υπηκόους σου, και μάλιστα εις εμένα τον δούλον σου, που έχω χρέος να αγρυπνώ προς φύλαξιν της βασιλείας σου, τόσον κατά το παρόν υπόκειται εις ένα κίνδυνον πολύ φοβερόν, και είναι η συναναστροφή του ιατρού Δαβάν· διότι, ως είμαι καλά πληροφορημένος, αυτός είναι ένας πλάνος, μάγος, προδότης και επίβουλος της βασιλείας σου· όθεν παρακαλώ την βασιλείαν σου να ακούσης την συμβουλήν του δούλου σου, και το ταχύτερον να ελευθερωθής από μίαν επιβουλήν τόσον κινδυνώδη, διά να μη συμβή καμμία αξιοθρήνητος τραγωδία· και όταν θα θέλης δεν θα είναι πλέον καιρός θεραπείας.

Ο βασιλεύς ακούοντας τοιούτον μήνυμα φοβερού κινδύνου έμεινεν εκστατικός και εις απορίαν, μη ηξεύροντας τι να αποφασίση, και λέγει του βεζύρη· πώς είναι δυνατόν να μου επιβουλευθή την ζωήν εκείνος που με εθεράπευσε και μου εχάρισε την ζωήν; Εάν είχεν τέτοιαν γνώμην, αυτός δεν θα με ιάτρευε· όχι, όχι, μη γένοιτο, δεν πείθομαι εις τους λόγους σου· όλα είναι συκοφαντίαι και φθόνος εναντίον ενός αναιτίου και αθώου ανθρώπου· όθεν εγώ δεν ημπορώ να αποφασίσω εις θάνατον ένα δίκαιον και μάλιστα ευεργέτην μου. Απεκρίθη ο βεζύρης, και λέγει· λοιπόν η βασιλεία σου προτιμά καλύτερον την ζωήν ενός επιβούλου παρά την ιδίαν της; Παρακαλώ την βασιλείαν σου να με ακούση χωρίς αγανάκτησιν· δεν είναι φθόνος βασιλέα μου, που με κινεί να σου προβάλω τέτοιαν υπόθεσιν, αλλά ο ζήλος και το χρέος που έχω προς φύλαξιν της ζωής σου· επειδή και μικρά υποψία διά την ζωήν του βασιλέως γίνεται μεγάλη υπόθεσις· και οι πολιτικοί νόμοι διορίζουν εις τέτοιαν υποψίαν της ζωής του βασιλέως να θυσιάζεται καλύτερον ο άπταιστος, παρά με την πρότασιν της αθωότητος να φυλαχθή ο επίβουλος και πταίστης ατιμώρητος, και ας βεβαιωθή εις τους λόγους μου η βασιλεία σου, ότι δεν είναι υποψία, αλλ' επιβουλή κατασκευασμένη και προμελετημένη διά να σου σηκώση την ζωήν· όθεν πρέπει χωρίς αναβολήν να τον αποφασίσης εις θάνατον, διότι δεν ηξεύρομεν τι τέξεται η επιούσα, προτού δηλαδή να βάλη εις έργον αυτός την επιβουλήν του· και υπόσχομαι την ζωήν μου, αν αυτοί οι λόγοι μου είναι ψευδείς.

Και αν τυχόν δεν φυλαχθής, ω βασιλεύ, το θάρρος που δίδεις του αυτού ιατρού τέλος πάντων θέλει σου γίνει θρήνος αξιοδάκρυτος, ίσως η ιατρεία που φαίνεται να σου έκαμε, να είναι κατά φαντασίαν και κατ' επιφάνειαν, και όχι βεβαία, και ενδέχεται εις το μέλλον να σου προξενήση κανένα θανατηφόρον αποτέλεσμα.

Ο βασιλεύς, που φυσικά είχεν ολίγον πνεύμα, και δεν εκαταταλάμβανε την κακότροπον πανουργίαν του βεζύρη, επίστευσεν εις τα λόγια του· και λέγει του· έχεις όλον το δίκαιον διότι αυτός δύναται να μου σηκώση την ζωήν με μόνην την μυρωδιάν κανενός βοτάνου θανατηφόρου· όθεν στοχάσου τι πρέπει να ενεργήσωμεν εις τέτοιαν περίστασιν. Λέγει του ο βεζύρης· να στείλης βασιλεύ, ευθύς να τον αποκεφαλίσης. Ο βασιλεύς κράζει ευθύς ένα του στρατιώτην, και τον προστάζει ευθύς να υπάγη να εύρη τον ιατρόν και να τον παρουσιάση έμπροσθέν του. Ο στρατιώτης κατά την βασιλικήν προσταγήν ευθύς επαρουσίασε τον ιατρόν έμπροσθεν εις τον βασιλέα ως κατάδικον.

Ο βασιλεύς με θυμωμένον βλέμμα λέγει προς τον ιατρόν· επληροφορήθην αρκετά, ότι συ είσαι ένας προδότης και επίβουλος της βασιλείας μου και της ζωής μου, και διά τούτο είσαι ένοχος θανάτου, και πρέπει να πεθάνης αποκεφαλιζόμενος από τον δήμιόν μου.

Ο δυστυχής ιατρός, ακούοντας τέτοιαν άδικον και παράνομον απόφασιν, από τον φόβον του και δειλίαν έμεινεν ημιθανής και άρχισε να θρηνή απαρηγόρητα και να παρακαλά τον βασιλέα να τον ευσπλαχνισθή δείχνοντας πως είναι αθώος, και πως δεν έχει κανένα πταίσιμον άξιον θανάτου, λέγοντάς του· ότι αυτή είναι η ανταμοιβή που του δίδει διά την θεραπείαν της λέπρας του; αλλ' ο βασιλεύς ισχυρογνώμων εις την απόφασίν του και αμετάβλητος προστάζει τον διωρισμένον στρατιώτην να τον αποκεφαλίση. Τότε οι μεγιστάνες του βασιλέως που ευρίσκοντο παρόντες ηξεύροντες τον ιατρόν αθώον, μη ηξεύροντες όμως την συκοφαντίαν του βεζύρη, εμεσίτευσαν εις τον βασιλέα διά να μη τον αποκεφαλίση αδίκως, λέγοντες ότι δεν έπταιε και ότι ήτον δίκαιος και καλός· αλλ' ο βασιλεύς σταθερός εις την απόφασίν του προστάζει και δεύτερον διά να τον αποκεφαλίσουν.

Ο πανάθλιος ιατρός, βλέποντας ότι δεν ήτον δυνατόν να αποφύγη τον θάνατον, προσπίπτει εις τους πόδας του βασιλέως και τον παρακαλεί να του χαρίση τρεις ώρες καιρόν, λέγοντας προς τον βασιλέα· επειδή η απόφασις της βασιλείας σου είναι αμετάθετος διά να με αποκεφαλίση, σε παρακαλώ δι' όνομα του μεγάλου Προφήτου να μου χαρίσης ολίγον καιρόν, έως που να υπάγω εις το σπίτι μου, να διατάξω τα υπάρχοντά μου, να αποχαιρετήσω τα παιδιά μου και να αφήσω τα βιβλία μου εις υποκείμενα άξια να επωφεληθούν από αυτά· μάλιστα σιμά εις τα άλλα έχω ένα βιβλίον πολύτιμον, το οποίον περιέχει πολλά αξιόλογα και θαυμάσια πράγματα, και αυτό θέλω να χαρίσω εις την βασιλείαν σου, και να το φυλάξης εις το θησαυροφυλάκιόν σου, ως πολύτιμον λίθον.

Του λέγει ο βασιλεύς· και τι αξιοθαύμαστον πράγμα ημπορεί να περιέχη ένα βιβλίον; Απεκρίθη ο ιατρός· το εξαιρετώτερον που περιέχει είναι τούτο, ότι, όταν με αποκεφαλίσουν, αν τυχόν η βασιλεία σου ανοίξης το βιβλίον εις το έκτον φύλλον και αναγνώσης τον τρίτον στίχον εις το αριστερόν μέρος, το νεκρόν κεφάλι μου θέλει σου αποκριθή εις όσας ερωτήσεις του προβάλλης. Ο βασιλεύς, περίεργος να ίδη ένα τέτοιον περίεργον πράγμα του έδωσε καιρόν έως εις την ερχομένην ημέραν, και τον έστειλεν εις το σπίτι του με αρκετήν φύλαξιν στρατιωτών.

Εις εκείνο το αναμεταξύ του καιρού, ο ιατρός ετακτοποίησε τας υποθέσεις του. Ως τόσον εφημίσθη εις όλην την πολιτείαν, ότι μετά τον θάνατον του ιατρού μέλλει να ακολουθήση ένα θαύμα ανήκουστον· όθεν την ερχομένην ημέραν εσυνάχθησαν όλοι οι άρχοντες του παλατίου και πολύ πλήθος λαού διά να ιδούν το αποβησόμενον· και ιδού έρχεται ο ιατρός με το βιβλίον εις τας χείρας και εσίμωσε έως εις τον θρόνον του βασιλέως· και εζήτησε να του φέρουν ένα δίσκον, εις τον οποίον άπλωσε το μανδήλι με το οποίον εκρατούσε το βιβλίον τυλιγμένον, και απλώνοντας το βιβλίον εις τας χείρας του βασιλέως του λέγει· ευθύς οπού κοπή η κεφαλή μου, να την θέσουν επάνω εις τούτο το μανδήλι εις τον δίσκον, και θέλει σταματήσει ευθύς το αίμα, και ύστερα θέλεις ανοίξει το βιβλίον, και το κεφάλι θέλει αποκριθή εις όλα τα ερωτήματά σου.

Αλλ' ω κραταιότατε βασιλεύ, παρακαλώ σε να με σπλαγχνισθής διότι είμαι αθώος, και μη με θανατώσης άδικα. Λέγει του ο βασιλεύς· αι παρακλήσεις σου είνε ανωφελείς, πρέπει να αποθάνης, μάλιστα διά να ιδώ πώς θα ομιλήση η κεφαλή σου ύστερα· και λαμβάνοντας το βιβλίον από τας χείρας του ιατρού επρόστασε τον δήμιον ευθύς να τον αποκεφαλίση.

Τότε ο δήμιος με επιδεξιότητα απεκεφάλισε τον ιατρόν, και έθεσε την κεφαλήν του επάνω εις τον δίσκον, και ευθύς εσταμάτησε το αίμα και έμειναν εκστατικοί, ό,τε βασιλεύς και οι παρεστώτες, βλέποντες την κεφαλήν ν' ανοίγη τα μάτια, και αρχίζοντας να ομιλήση είπε· βασιλεύ άνοιξε το βιβλίον. Και ο βασιλεύς το άνοιξε και ευρίσκοντας το πρώτον φύλλον με το δεύτερον κολλημένον έβρεξε το δάκτυλόν του εις το στόμα του διά να το γυρίση με ευκολίαν, έκαμε το ίδιον έως εις το έκτον φύλλον, και πάντοτε έβρεχε το δάκτυλον εις το στόμα διά να γυρίζη τα φύλλα, αλλά γράμματα δεν έβλεπε, και λέγει εις την κεφαλήν· εγώ δεν βλέπω γράμματα διατί; Του απεκρίθη η κεφαλή γύρισε ακόμη μερικά φύλλα.

Ο δήμιος έθεσεν την κεφαλήν του ιατρού εις τον δίσκον
Ο δήμιος έθεσεν την κεφαλήν του ιατρού εις τον δίσκον

Ο βασιλεύς εξηκολούθησε να γυρίζη φύλλα, βρέχοντας πάντοτε το δάκτυλον εις το στόμα του, έως που άρχισε το φαρμάκι ολίγον κατ' ολίγον να κάμνη την ενέργειάν του εις το στόμα· αιφνιδίως ο βασιλεύς άρχισε να τρέμη και να παραλαλή ως σεληνιασμένος· του εσκοτίσθησαν τα μάτια, και τέλος πάντων εκρημνίσθη από τον θρόνον εις την γην. Όταν ο ιατρός Δαβέν, ή να είπω καλύτερα η κεφαλή του Δαβάν, είδεν ότι το φάρμακον έκαμε την τελείαν ενέργειαν, και η ζωή του βασιλέως ήτον εις τα λοίσθια και μετ' ολίγας στιγμάς έπρεπεν εξ ανάγκης να δώση το έσχατον τέλος, εβόησεν η κεφαλή· ω τύραννε, άφρον, ιδού το ελεεινόν τέλος εκείνων, οι οποίοι κακώς μεταχειριζόμενοι την εξουσίαν που έχουν εις τους λοιπούς ανθρώπους, ασπλάγχνως θανατώνουν τους αθώους και δικαίους, και το αίμα των δικαίων βοά προς τον ουρανόν και ζητεί εκδίκησιν· όθεν η θεία δίκη, ή γρήγορα ή αργά τιμωρεί δικαίως την παρανομίαν και σκληροκαρδίαν των τοιούτων. Μόλις η κεφαλή ετελείωσε ταύτα τα λόγια, έδωκε το έσχατον τέλος της ζωής του ο βασιλεύς· και επομένως ενεκρώθη και η κεφαλή . . . Τοιαύτη είναι η ιστορία του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν (λέγει η Χαλιμά προς τον Αϊδήν βασιλέα της Ινδίας όντας μαζί του εις το κρεββάτι) και έπρεπε να ακολουθήση την συνέχειαν της ιστορίας του ψαρά και του εναερίου Τελωνίου· αλλ' επειδή είδεν ότι επλησίασεν η διωρισμένη ώρα, όπου ο βασιλεύς εσυνήθιζε να πηγαίνη εις το προσκύνημα και έπειτα εις το συμβούλιον, λέγει εάν η βασιλεία σου, κατά την συνηθισμένην σου συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν, θέλει μου χαρίσει την ζωήν έως την αύριον, θέλω σου διηγηθή και το ακόλουθον της ιστορίας. Τότε ο βασιλεύς παρήγγειλε εις της Χαλιμάς την ερχομένην ημέραν να του διηγηθή το επίλοιπον της ιστορίας του ψαρά, διότι είχε μέγαν πόθον και περιέργειαν να ακούση το τέλος.

Η Μεδινά παρακαλεί την επομένην την Χαλιμάν να εξακολουθήση την διήγησιν του ψαρά· η δε Χαλιμά λαμβάνοντας άδειαν από τον βασιλέα άρχισεν εις τον ακόλουθον τρόπον. Όταν ο ψαράς ετελείωσε την ιστορίαν του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν, ομιλώντας πάντοτε με το Τελώνιον, που εκρατούσε κλεισμένον μέσα εις το χάλκινον αγγείον, του λέγει· εάν εκείνος ο βασιλεύς ελάμβανεν ευσπλαγχνίαν προς τον ιατρόν και δεν τον εθανάτωνεν αδίκως, ούτε αυτός θα ελάμβανεν εκείνο το κακόν τέλος της ζωής του με το φαρμάκι, μάλιστα διά την αχαριστίαν που έδειξε προς τον ιατρόν, αφού τον ελευθέρωσεν από το πάθος της λέπρας· παρομοίως και συ, ω Τελώνιον, ήθελες να με θανατώσης ασπλάγχνως, εις καιρόν που σε ηλευθέρωσα από μίαν παντοτεινήν σου φυλακήν, χωρίς να σου κάμω κανένα κακόν, και μάλιστα σε παρεκάλεσα τόσον διά να μου αφήσης την ζωήν, αλλά συ πάντοτε ισχυρογνώμων και ανελεήμων ήθελες να με θανατώσης, τώρα και εγώ γίνομαι ανελεήμων προς εσένα· θέλω σε αφήσει κλεισμένον εις τούτο το αγγείον έως εις το τέλος των αιώνων, να μη έχης ποτέ σου ελευθερίαν· αυτή η εκδίκησις σου γίνεται από την κακήν σου γνώμην.

Απεκρίθη το Τελώνιον σε παρακαλώ, αγαπητέ μου φίλε, και σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην να μη πράξης ένα έργον τόσον σκληρόν· δεν είναι ίδιον των καλών ανθρώπων να ανταποδίδουν κακόν αντί κακού, και απεναντίας είναι άξιος πολλών επαίνων οποίος αποδίδει καλόν αντί κακού· εγώ σου είπα ότι δεν είχα σκοπόν να σε θανατώσω· όθεν τώρα σε παρακαλώ να με ελευθερώσης, και σου υπόσχομαι μεθ' όρκου όχι μόνον να μη σου κάνω κανένα κακόν, αλλά μάλιστα να σε ευεργετήσω και να σου δείξω τον τρόπον να γίνης πλουσιώτατος. Ο ψαράς ακούοντας ότι θα πλουτίση διά να ελαφρωθή από το βάρος της φτώχιας με αυτήν την ελπίδα άρχισε να κλίνη εις τας παρακλήσεις του Τελωνίου, και λέγει του· πώς ημπορώ να βεβαιωθώ εις την υπόσχεσίν σου; φοβούμαι να μη με γελάσης· κάμε όρκον πρώτον εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, ότι θα φυλάξης όσα μου έταξες, και εγώ είμαι έτοιμος να ανοίξω το αγγείον, και στοχάσου καλά να μην αυθαδιάσης και παραβής ένα τέτοιον όρκον, διότι η παράβασίς σου θέλει σε παιδεύσει χειρότερα.

Τότε το Τελώνιον έκαμεν όρκον εις τον μέγαν Προφήτην να φυλάξη τα όσα έταξε του ψαρά· και αυτός ευθύς άνοιξε το αγγείον, και εβγήκε καπνός ως και πρώτον, και έλαβε το Τελώνιον την μορφήν και το είδος του ως πρότερον και ύστερα εκτύπησε το αγγείον με το ποδάρι του, και το έρριψεν εις την θάλασσαν. Βλέποντας τούτο ο ψαράς εφοβήθη, και του λέγει· διατί έτσι; δεν φυλάττεις πλέον τον όρκον σου; Το Τελώνιον βλέποντας τον ψαράν φοβισμένον εγέλασε και του λέγει· ας είσαι βέβαιος ότι φυλάττω την υπόσχεση μου, και έρριξα το αγγείον διά να ιδώ, αν συ φοβείσαι· και ιδού ο καιρός να σε ευεργετήσω· λάβε τα δίκτυα σου, και ακολούθει με.

Λέγοντας αυτά τα λόγια εκίνησεν εμπρός το Τελώνιον και ο ψαράς ακολουθούσε κατόπιν, και περιπατώντες έφθασαν επάνω εις ένα λόφον ολίγον διάστημα μακράν από την πολιτείαν και καταβαίνοντες από την ράχην εις μίαν ευρύχωρον παιδιάδα έφθασαν τέλος πάντων εις μίαν μεγάλην λίμνην, περικυκλωμένην από τέσσαρας λόφους. Και λέγει το Τελώνιον προς τον ψαράν· ρίξε τα δίκτυά σου και πιάσε τέσσαρα ψάρια από αυτά. Ο ψαράς ευθύς βλέποντας τόσον πλήθος ψάρια έρριξε τα δίκτυά του, και έβγαλε μόνον τέσσαρα· και όταν τα είδεν, εθαύμασεν διά τέτοιον παράδοξον φαινόμενον, ότι ήσαν δηλαδή τεσσάρων λογιών χρώματα τα ψάρια, ήγουν άσπρα, κόκκινα, γαλάζια και κίτρινα και τα τέσσαρα που έπιασαν ήτον το καθένα από αυτά τα χρώματα· και καθώς αυτός δεν είχεν ιδεί ποτέ παρόμοια ψάρια, όσον τα εστοχάζετο τόσον και ελάμβανε καλάς ελπίδας να κερδίση αρκετήν ποσότητα από αυτά. Τότε γυρίζει το Τελώνιον και του λέγει· πήγαινε και πρόσφερε αυτά τα τέσσαρα ψάρια εις τον βασιλέα σου ως δώρον και θέλει σου χαρίσει τόσα άσπρα, όσα δεν είδες ποτέ εις την ζωήν σου, και ημπορείς εις το εξής να έρχεσαι καθ' ημέραν να ψαρεύης εδώ εις αυτήν την λίμνην όμως σου παραγγέλλω μίαν και μόνην φοράν την ημέραν να ρίχνης τα δίκτυά σου, και όχι περισσότερον, διατί ημπορεί να σου συμβή κανένα μεγάλον κακόν, και φύλαξε με μεγάλην προσοχήν όσα σου παραγγέλλω, και θέλεις εύρει το κέρδος σου και την ευτυχίαν σου. Και λέγοντας αυτά το Τελώνιον ευθύς έγινεν άφαντον.

Ο ψαράς απεφάσισε να φυλλάξη την παραγγελίαν του Τελωνίου απαράλλακτα· και κινώντας προς την πολιτείαν έκαμε διαφόρους στοχασμούς εις όσα του συνέβησαν και φθάνοντας εις την πόλιν επήγε κατ' ευθείαν εις το παλάτι το βασιλικόν, διά να προσφέρη εις τον βασιλέα ως δώρον τα ψάρια του νέου κυνηγίου του. Όταν εκείνος ο βασιλεύς είδε τέτοια ψάρια, εθαύμασεν διά τα ωραία χρώματά των. Και αφού τα εκύτταξεν αρκετά, επρόσταξε τον βεζύρην του διά να τα δώση εις τον αρχιμάγειρόν του να τα μαγειρεύση.

Ο βεζύρης ευθύς έβαλε την προσταγήν του εις έργον, και επήγεν ο ίδιος εις τον αρχιμάγειρον· έπειτα εγύρισεν εις τον βασιλέα, ο οποίος του λέγει να φιλοδωρήση τον ψαράν πλουσιοπάροχα. Τότε ο βεζύρης κράζει τον ψαράν κατά μέρος, και του εμέτρησε πεντακόσια χρυσά φλωρία. Εις τον ψαράν, που ποτέ του δεν είχεν ιδεί τόσην ποσότητα εις την εξουσίαν του, το πράγμα εφαίνετο όνειρον αλλ' εβεβαιώθη μετέπειτα, όταν εξωδίαζε με ελευθερίαν διά τας ανάγκας της φαμελιάς του. Αφίνοντας εδώ τον ψαράν θέλω αφηγηθή το τι συνέβη εις τον αρχιμάγειρον εκείνου του βασιλέως. Αυτός ως έλαβε τα ψάρια κατά την παραγγελίαν του βεζύρη, τα επάστρεψε καλά διά να τα τηγανίση και τα έβαλεν εις το τηγάνι επάνω εις την φωτιάν.

Όταν εστοχάζετο ότι εψήθησαν από το ένα μέρος, ηθέλησε να τα γυρίση και από το άλλο, και ευθύς που τα εγύρισεν αιφνηδίως έγινε μία ταραχή μεγάλη και, ω τέρας αξιοθαύμαστον! άνοιξεν ο τοίχος του μαγειρείου, και εβγήκεν έξω μία κόρη θαυμαστή εις την ωραιότητα και εις το κάλλος, ενδεδυμένη με χρυσά και πολύτιμα φορέματα· εκρατούσεν εις το χέρι της μίαν βέργαν από μύρτον, και πλησιάζοντας εις το τηγάνι εκτύπησεν ένα από τα ψάρια με την βέργαν, και λέγει· «ω ψάρι, ψάρι, κάμνεις εσύ το χρέος σου ως σου τυχαίνει;» και επειδή το ψάρι δεν απεκρίνετο αυτή πάλιν είπε τα ίδια λόγια· τότε και τα τέσσαρα ψάρια ομού σηκώνοντας τα κεφάλια των απεκρίθησαν μεγαλοφώνως ταύτα τα λόγια·

«Ναίσκε, ναίσκε, εάν εσύ μετράς, και ημείς μετρούμεν· εάν εσύ πληρώνεις τα χρέη σου, και ημείς πληρώνομεν τα δικά μας· εάν εσύ φεύγης, ημείς νικώμεν, και είμεθα ευχαριστημένοι».

Ενώ ετελείωναν αυτά τα λόγια, η κόρη εκείνη αναποδογυρίζοντας το τηγάνι εμβήκε πάλιν εις το άνοιγμα του τοίχου και έκλεισεν ο τοίχος ευθύς ως ήτον και πρώτερον. Ο αρχιμάγειρος από τον φόβον του έμεινεν εκστατικός και άφωνος· και όταν συνήλθεν εις τον εαυτόν του επλησίασε διά να σηκώση τα ψάρια που είχαν πέσει εις την στάκτην, και τα ευρίσκει μαύρα ωσάν κάρβουνα, οπού δεν εχρησίμευον πλέον δια την τράπεζαν του βασιλέως.

Τότε ο ταλαίπωρος μάγειρος άρχισε να θρηνή και να μαγουλοδένεται απαρηγόρητα, λέγοντας· αλλοίμονον εις εμένα· όταν διηγηθώ το τερατώδες συμβάν του βασιλέως είμαι βέβαιος ότι δεν θέλει με πιστεύσει και θέλει οργισθή εναντίον μου. Εις εκείνο το αναμεταξύ που αυτός εθλίβετο εις τέτοιον τρόπον, ιδού έρχεται ο βεζύρης προς αυτόν και τον ερωτά αν τα ψάρια είναι έτοιμα και αυτός του διηγήθη όλον εκείνο που του συνέβη με τα ψάρια.

Το τοιούτον συμβεβηκός έβαλεν εις έκστασιν και θαυμασμόν τρόπον τινά και τον βεζύρην και γυρίζοντας πάλιν ο βεζύρης προς τον βασιλέα εύρε κάποιαν πρόφασιν, και τον ανάπαυσε χωρίς να του διηγηθή το τι συνέβη· και από το άλλο μέρος έστειλε κρυφίως διά να εύρη τον ψαράν· και όταν ήλθεν ο ψαράς του λέγει· θέλω να μου φέρης ευθύς άλλα τέσσαρα ψάρια παρόμοια ωσάν τα πρώτα· επειδή εκείνα διά κάποιον περιστατικόν που συνέβη δεν χρησιμεύουν πλέον διά την τράπεζαν του βασιλέως.

Ο ψαράς χωρίς να του είπη ότι εκείνην την ημέραν δεν δύναται να ψαρεύση δύο φορές, του επροφασίσθη το μάκρος της στράτας, όμως διά την αύριον χωρίς αμφιβολίαν την αυγήν θέλει του τα φέρει παρόμοια. Και ευθύς ο ψαράς εκείνην την νύκτα επήγεν εις την λίμνην εκείνην με τα δίκτυά του, και εψάρευσε τέσσαρα παρόμοια ψάρια, και την αυγήν ενωρίς τα έφερεν εις τον βεζύρην κατά την υπόσχεση του· και ο βεζύρης λαμβάνοντας τα ψάρια επήγε μόνος του εις τον αρχιμάγειρον, και εκλείσθησαν οι δύο μόνοι εις το μαγειρείον. Τότε ο μάγειρος παστρεύοντάς τα τά έβαλεν εις το τηγάνι ωσάν τα πρώτα, και όταν τα εγύρισεν από το άλλο μέρος, ιδού ακούεται μία βροντή εις τον τοίχον, ανοίγει ο τοίχος και βγαίνει εκείνη η ίδια ωραιοτάτη κόρη παρομοίως στολισμένη, και με την βέργαν εις το χέρι της εκτύπησεν ένα με την βέργαν, και είπε τα ίδια λόγια που είπε πρωτύτερα, ομοίως και τα ψάρια απεκρίθησαν τα ίδια· έπειτα με την βέργαν της αναποδογύρισε το τηγάνι, και έπεσαν τα ψάρια εις την χόβολην και αυτή εγύρισεν εις τον ίδιον τόπον από όπου βγήκεν.

Ο βεζύρης εθαύμασε το φαινόμενον, και λέγει· τούτο βέβαια είναι πράγμα μυστηριώδες, και πρέπει να το φανερώσω καταλεπτώς εις τον βασιλέα· και ευθύς επρόσδραμεν εις τον βασιλέα και του διηγήθη όλον το τερατώδες φαινόμενον καταλεπτώς. Ο βασιλεύς, ακούοντας τοιαύτην παράδοξον διήγησιν, έλαβεν μεγάλην περιέργειαν να ιδή οφθαλμοφανώς το συμβεβηκός, και παρευθύς έπεμψεν εις αναζήτησιν του ψαρά· και όταν επαρουσιάσθη έμπροσθέν του λέγει του· ημπορείς να μου φέρης άλλα τέσσαρα ψάρια παρόμοια με τα πρώτα; και θέλω σε φιλοδωρήσει αρκετά· απεκρίθη ο ψαράς είμαι έτοιμος εις τας προσταγάς της βασιλείας σου· όμως πρέπει να μου δώσης τρεις ημέρας διορίαν· και λαμβάνοντας άδειαν επήρε τα δίκτυά του, και ανεχώρησε διά νυκτός προς την λίμνην και ψαρεύοντας παρομοίως ως και πρότερον εγύρισεν ευθύς με τα ψάρια προς τον βασιλέα.

Βλέποντάς τα ο βασιλεύς έλαβε πολλήν χαράν, εις τόσον ώστε διώρισεν ευθύς να τον φιλοδωρήσουν τετρακόσια φλωρία χρυσά, και επρόσταξε τον βεζύρην του να φέρη όλα τα χρειαζόμενα διά να μαγειρεύσουν τα ψάρια εις τον ίδιον του θάλαμον, και εκλείσθησαν ομού με τον βεζύρην και αρχιμάγειρον. Τότε ο αρχιμάγειρος ετοίμασε τα ψάρια και τα έβαλεν εις το τηγάνι, και όταν εψήθησαν από το ένα μέρος, τα εγύρισε και από το άλλο παρόντος του βασιλέως και του βεζύρη και αιφνιδίως άνοιξεν ο τοίχος του βασιλικού ταμείου, και εβγήκεν ένας αράπης μεγαλόσωμος και γιγαντιαίος, αντί της ωραιοτάτης γυναικός, όπου πρωτύτερα εφάνη εις το μαγειρείον· αυτός ο αράπης ήτον ενδεδυμένος παρόμοια ως ένας σκλάβος, και εκρατούσεν εις το χέρι του ένα ραβδί πράσινον, και πλησιάζοντας εις το τηγάνι, άγγιξε τα ψάρια με το ραβδί, και είπε τα ίδια λόγια, που είχεν ειπή πρωτύτερα και εκείνη η γυναίκα· και τα ψάρια πάλιν σηκώνοντάς τα κεφάλια τους απεκρίθησαν τα ίδια λόγια ως άνωθεν και μόλις τα ψάρια ετελείωσαν τα λόγια τους, ο αράπης αναποδογύρισε το τηγάνι, και έρριξε τα ψάρια εις την μέσην του θαλάμου, και έγιναν μαύρα ως τα κάρβουνα.

Τούτου γενομένου ο αράπης με άγριον βλέμμα κυττάζοντας τους παρεστώτας ανεχώρησε, και εμβήκεν εις τον ίδιον τοίχον, και έκλεισεν ο τοίχος ως και πρότερον. Μετά ταύτα λέγει ο βασιλεύς προς τον βεζύρην· βέβαια αυτά τα ψάρια, κατά το φαινόμενον, κάποιο σημειώνουν μυστηριώδες απόκρυφον, και είμαι περίεργος να μάθω τούτο το σημείον όθεν γρήγορα φέρετέ μου εδώ τον ψαράν· και όταν παρουσιάσθη, τον ερώτησε· πού τα εψάρευσες αυτά τα ψάρια; Λέγει ο ψαράς· γαληνότατε βασιλεύ, τα εψάρευσα εις μίαν λίμνην, που είναι αναμεταξύ εις τέσσαρας λόφους, από το βουνόν οπού φαίνεται αντίκρυ. Ο βασιλεύς ερωτά τον βεζύρην αν ηξεύρει αυτήν την λίμνην και ο βεζύρης του είπεν, ότι δεν άκουσε ποτέ να υπάρχη λίμνη εκεί, μάλιστα εις διάστημα πενήντα και εξήντα χρόνων κατά συνέχειαν πηγαίνω εις το κυνήγι προς εκείνο το μέρος, αλλά λίμνην ποτέ δεν είδα.

Έπειτα λέγει εις τον ψαράν· ως πόσον διάστημα είναι από τούτο το παλάτι έως την λίμνην; Και ο ψαράς του είπεν· έως τρεις ώρες δρόμος. Και ευθύς επρόσταξεν ο βασιλεύς να ετοιμάσουν τα άλογα και εκαβαλλίκευσε με αρκετήν παράταξιν, έχοντας οδηγόν τον ψαράν και φθάνοντες εις το αντίκρυ βουνόν, από το όπισθεν μέρος είδον μίαν ευρυχωροτάτην πεδιάδα, και εθαύμασαν διότι δεν την είχεν ιδεί ποτέ κανένας· και τέλος πάντων έφθασαν εις την λίμνην της οποίας το νερόν ήτο καθαρώτατον τόσον, ώστε τα ψάρια όλα που εφαίνοντο μέσα ήσαν παρόμοια με εκείνα τα οποία ο ψαράς είχε προσφέρει του βασιλέως.

Αφού ο βασιλεύς με θαυμασμόν εθεώρησεν εκείνα τα ψάρια αρκετήν ώραν, στρέφεται προς τους μεγιστάνας του, και τους λέγει· αν είναι δυνατόν να μην ήξευραν αυτοί εκείνην την λίμνην τόσον πλησίον της πολιτείας· και όλοι απεκρίθησαν ομοφώνος ότι ούτε ήκουσαν ποτέ τέτοιον πράγμα. Τότε διώρισεν ο βασιλεύς να ξεπεζεύσουν εκεί, και να στήσουν τας σκηνάς σιμά εις την λίμνην λέγοντας ότι δεν θέλω γυρίσει εις το παλάτι μου, έως που να πληροφορηθώ πώς ευρέθη εδώ αυτή η λίμνη, και διατί τα ψάρια της έχουν τέσσαρα διάφορα χρώματα.

Εκείνην δε την νύκτα ο βασιλεύς κράζει τον βεζύρην εις την σκηνήν του και του παραγγέλλει μυστικά να προσμείνη εκεί με όλην την παράταξιν, έως που να γυρίση αυτός οπίσω· διότι δεν ησυχάζει το πνεύμα μου, έως που να μάθω την αιτίαν του φαινομένου· έτσι λέγει του βεζύρη.

Όθεν ενδύθη στρατιωτικά και έλαβεν άρματα ικανά προς προφύλαξίν του, εάν κατά τύχην συναπαντήση εχθρόν και όταν απεκοιμήθησαν όλοι του οι άνθρωποι, αυτός μόνος κρυφίως ανεχώρησε, και περιπατώντας όλην την νύκτα με το φως της σελήνης δεν εύρε κανένα πράγμα. Την αυγήν, όταν ανέτειλεν ο ήλιος, βλέπει μίαν μεγάλην οικοδομήν ολίγον διάστημα ξέμακρα, και πλησιάζοντας εκεί είδεν ένα μεγαλοπρεπέστατον παλάτι, το οποίον ήτον οικοδομημένον από μάρμαρον διαφανές, σκεπασμένον όλον με κρυστάλλιον, οπού όλον εφαίνετο ένας καθρέπτης· και αφού το εθεώρησεν αρκετά έξωθεν, επλησίασεν εις την θύραν, την οποίαν, αν και ήτον ανοικτή, αυτός ενόμισεν εύλογον να κτυπήση· και αν και την εκτύπησε μίαν και δύο και τρεις φοράς και πολλάκις, ούτε φωνή ούτε ακρόασις.

Έμεινεν έκπληκτος μη βλέποντας κανένα, και έλεγε καθ' εαυτόν· ένα τέτοιον ωραιότατον παλάτι πώς είναι δυνατόν να το άφησαν έρημον; και αν μεν δεν είναι κανείς, δεν πρέπει να φοβηθώ, αν δε πάλιν συναπαντήσω κανένα, έχω τον τρόπον να προφυλαχθώ, Και εμβαίνοντας έσωθεν της θύρας εις την αυλήν λέγει μεγαλοφώνως· δεν είναι κανείς εδώ να δεχθή έναν οδοιπόρον, που έχει χρείαν να αναπαυθή ολίγον; Και αν και επανέλαβε δις και τρις τον αυτόν λόγον, δεν εφάνη κανένας· και τούτο τον έκαμε να εκπλαγή περισσότερον.

Τότε ο βασιλεύς εκείνος επροχώρησε μέσα εις τους θαλάμους του παλατίου, οι οποίοι ήσαν στρωμένοι με τάπητας μεταξωτούς και ολόγυρα με στρώματα και προσκέφαλα χρυσοΰφαντα της Ινδίας· επέρασεν έπειτα εις ανώγειον μεγαλοπρεπές, εις την μέσην του οποίου ήτον μία χρυσή τετράγωνος λεκάνη, και εις κάθε γωνίαν είχεν ένα λεοντάρι χρυσούν. Αυτά τα τέσσαρα λεοντάρια έχυναν από το στόμα των ένα κρυσταλλένιον νερόν, το όποιον πίπτοντας εσχηματίζετο εις ωραιότατα πετράδια και μαργαριτάρια, οπού έπλεον εις εκείνο το ανώγειον. Τούτο το Παλάτι ήτο περικυκλωμένον από τα τρία του μέρη από ένα τερπνότατον περιβόλι, του οποίου το έδαφος ήτο στολισμένον με πολυποίκιλες πρασινάδες, με διάφορα νερά, που εσχημάτιζον διάφορα παιγνίδια, με δάση πολυειδών δένδρων και ανθέων, και το πλέον ωραιότερον του περιβολίου ήσαν τα πολυάριθμα διαφόρων ειδών πουλιά, τα οποία με το εναρμόνιόν τους λάλημα εσχημάτιζον ένα επίγειον παράδεισον. Ο βασιλεύς ήτον όλος εκστατικός θεωρών τοιαύτα αξιοθαύμαστα της φύσεως και της τέχνης, ότε αιφνιδίως ακούει μίαν φωνήν θρηνητικήν συνοδευομένην με θλιβερά λόγια. Τότε εστάθη με προσοχήν και ήκουσε καθαρά ταύτα τα λόγια:

«Ω σκληρά και ανελεήμων τύχη, που δεν με άφησες να χαρώ καν μίαν ώραν εις ευτυχίαν, και με κατήντησες εις την πλέον εσχάτην δυστυχίαν, αθλιέστερον από όλον το ανθρώπινον γένος, παύσε μίαν φοράν να με καταδιώκης, και δώσε μου ένα γρήγορον θάνατον διά να ελευθερωθώ από τόσους πόνους. Αλλοίμονον εις εμένα πως ευρίσκομαι ζωντανός, αφού υπέμεινα τόσας βασάνους και τυραννίας».

Ο βασιλεύς ακούοντας τους τοιούτους θρήνους, κινηθείς εις ευσπλαγχνίαν, επροχώρησε προς εκείνο το μέρος όπου ηκούετο η θρηνητική φωνή· και όταν επρόβαλεν εις την θύραν ενός μεγαλοπρεπούς θαλάμου είδεν έναν νέον επί θρόνου καθήμενον, ενδεδυμένον πολυτελώς, ευγενικόν εις την θεωρίαν, αλλ' είχε ζωγραφισμένην την λύπην εις το πρόσωπον με πολλήν σκυθρωπότητα. Πλησιάζοντας ο βασιλεύς τον εχαιρέτησεν, ομοίως και ο αγνώριστος νέος του ανταπεκρίθη εις τον χαιρετισμόν με ταπεινόν προσκύνημα της κεφαλής, και λέγει προς τον βασιλέα· Κύριε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης που δεν εσηκώθηκα διά να σε υποδεχθώ και να σε περιποιηθώ κατά την τάξιν της φιλοξενίας, και μάλιστα καθώς υποθέτω να είσαι υποκείμενον μεγάλου αξιώματος· και όταν μάθης την αιτίαν που με εμποδίζει, θέλεις λάβει ευσπλαγχνίαν δι' εμέ.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings