← Table of contents
Οιδίπους επί Κολωνώ

Front matter (continued 2)

El. P.‏ (Elias P.) Voutierides translation

ως αυτίκ' Άργος ή το Καδμείων πέδον τιμή καθέξον ή προς ουρανόν βιβών.

Πολλοί ερμηνευταί το «προς ουρανόν βιβών» εξηγούν «να καταστρέψη με πυρ», αναμιγνύουν δε όλως ακαίρως και το όνομα του Καπανέως. Ο αρχαίος σχολιαστής, τον οποίον ακολουθούν και άλλοι νεώτεροι, ερμηνεύει: «να υψώση δια της ευκλείας», ήτοι το Άργος να δοξάση τας Θήβας με την καταστροφήν του στρατού του. Επροτίμησα την ερμηνείαν ταύτην, έχων υπ' όψιν μου την ανάλογον δημοτικήν φράσιν «ανεβάζω στα ουράνια» επί της σημασίας του «δοξάζω».↩

. . . . ανοίξης τας σας, πέπον, έργ' αναιδή.

Τα χειρόγραφα έχουν «α πέπονθ' αναιδή», όπερ και επροτίμησα. Το επίθετον «αναιδή» διορθούν τινες εις «δεινά ή άναυδα». Εκράτηοα την λέξιν με την σημασίαν «σκληρά», διότι αύτη ανταποκρίνεται εις το προηγούμενον «δειλαίας αλγηδόνος» και διότι ο Οιδίπους παντού περί της σκληρότητος μάλλον ή της αισχρότητος των παθημάτων του ομιλεί.↩

αύται γαρ απόγονοι τεαί;

Άλλοι διορθώνουν άλλως. Τα χειρόγραφα έχουν: «σαι τάρ' εισίν απόγονοί τε και; . .» όπερ επροτίμησα ως ζωηρότερον· προ πάντων ο κατά το τέλος του στίχου και είναι απαραίτητος διά το εναγώνιον του διακοπτομένου διαλόγου. ↩

. . . χώς τις πλείστ' ανήρ ήθλησα κτλ

Πάντες οι ερμηνευταί εξηγούν: «εκινδύνευσα, ως τις άλλος ανήρ κινδυνεύσας κτλ». Νομίζω, ότι η ερμηνεία αυτή είναι λίαν εξεζητημένη. Το «ως τις ανήρ» ενταύθα σημαίνει «σαν άντρας» ως λέγομεν σήμερον. Ο προσδιορισμός τον «ανήρ» διά του αοριστολογικού τις επιτείνει την σημασίαν του = γενναίος, αληθινός άντρας.↩

αεί δ' αλήτην . . . . βιοστερή

Δεν εδίστασα να μεταχειρισθώ εις την μετάφρασιν τας λαϊκωτάτας λέξεις: ― «αλανιάρης και νηστικός». Το «αλανιάρης» ο Αθηναϊκός λαός το μεταχειρίζεται δι' ανθρώπους μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι ή διά τους ζώντας την ζωήν των κατά Γάλλον; «bohèmes». Αξία δε σημειώσεως είναι και η ταυτότης της ρίζης του «αλανιάρης» προς την τον «αλάομαι ― ώμαι ― πλανώμαι». «Νηστικόν» ο Ελληνικός λαός λέγει όχι μόνον τον μη φαγόντα άπαξ κατά την ωρισμένην ώραν, αλλά και τον διαρκώς στερούμενον τα του βίου.↩

ή μην συ κάνευ τούδε λυπηθείς έσει.

Τα χειρόγραφα έχουν «τώνδε». Κατά την ερμηνείαν όμως του αρχαίου σχολιαστού ο Musgave διώρθωσεν εις «τούδε», όπερ και επροτίμησα. Κατά την γραφήν των χειρογράφων πρέπει να μεταφράσωμεν:↩

Κι' όμως εσύ θα λυπηθής κι' ας μη το θέλουν τούτοι (δηλαδή ο Χορός).

θείεν μ' άφωνον τήσδε της αράς έτι

Τα χειρόγραφα έχουν «τήσδε γης, αράς έτι». Η διόρθωσις, ην παρεδέχθη ο Dindorf, εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν. Ο Schneidewin διώρθωσεν ούτω: «θείεν γ' άφωνον τήσδε γ' ες σ' αράς έτι». Η διόρθωσις αύτη, την οποίαν δέχονται και άλλοι, δεν δύναται να είναι ορθή, διότι ο γε ( = τουλάχιστον) περιορίζει, ενώ τουναντίον εδώ ο Οιδίπους ομιλεί με περισσοτέραν οργήν και εύχεται να έχη φωνήν, όπως είπη και άλλην κατάραν κατόπιν των όσων είπεν εις τους στίχους 787 ― 790.↩

ος μ', ω κάκιστε, ψιλόν όμμ' αποσπάσας προς όμμασι τοις πρόσδεν κτλ.

Ικανοί ερμηνευταί διαφωνούν πού ν' αποδώσουν το επίθετον «ψιλόν». Εις το με (τον Οιδίποδα) ή εις το όμμα; Τούτον ένεκα μερικοί κάμνουν διαφόρους διορθώσεις. Λέγων ο Οιδίπους «όμμα» εννοεί την Αντιγόνην, η οποία έβλεπεν αντ' αυτού και τον ωδήγει· ορθώς λοιπόν το «ψιλόν» αποδίδεται υπό τινων εις το «όμμα» με την σημασίαν όμως του μόνον (μοναχό). Ήτοι «με στερείς το μόνον φως, που μου έμεινε μετά την τύφλωσίν μου». Το χωρίον τούτο μετέφρασα κατ' έννοιαν μάλλον ή κατά λέξιν.↩

Τα γ' ον τελεί, υ ― (τονούμενο) υ-.

Ενταύθα λείπουν πέντε συλλαβαί. Το κενόν οι εκδόται πληρούν διαφοροτρόπως. Ο Spengel έγραψε: «σαφώς εγώδα», όπερ επροτίμησα.↩

. . . ούτ' άβουλον, ως συ φης . . .

Ανωτέρω (στ. 917) ο Θησεύς είπεν, ότι ο Κρέων εξέλαβε την πόλιν του κένανδρον ή δούλην τινά. Ενταύθα ο Κρέων λέγει άβουλον, προσθέτων «ως συ (ο Θησεύς) φης». Προφανώς υπάρχει διαφθορά τον χωρίου. Διά τούτο μετέφρασα ως να είχε γραφή «ούτε δούλην».↩

. . . προς δε τας πράξεις όμως κτλ

Ο Κρέων λέγει εις τον Θησέα, ότι θα υπερασπισθή κατά πάσης εναντίον του πράξεως, έχων υπ' όψιν του τους προηγουμένους λόγους του Θησέως, «δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι». Δια τούτο την λέξιν «πράξεις» μετέφρασα περιφραστικώς: «ανίσως βάλης χέρι σ' εμένα». Τοιαύτην τινά περίπου ερμηνείαν της λέξεως κάμνει και ο Bellerman.↩

. . . τούδε χρη κλύειν, πάτερ, και σοι τε τούργον τούτ' εμοί τ' έσται βραχύ.

Τα χειρόγραφα έχουν «και σοι τε τούργον τουμόν έσται βραχύ». Ο Elmsley διώρθωσεν ως ανωτέρω. Ο Wex διορθώνει: εις «ου κάστι τούργον· τουμόν ώδ' έσται βραχύ», όπερ δέχονται πολλοί εκδόται. Επροτίμησα την διόρθωσιν τον Elmsley, διότι και της γραφής των χειρογράφων δεν απέχει και διότι παρουσιάζει την φράσιν λογικωτέραν.↩

. . . σκόπει μη σοι πρόνοια ή του θεού φυλακτέα.

Οι ερμηνευταί συνήθως εξηγούν: να δείξης ευλάβειαν προς τον θεόν ή όπως λάβης πρόνοιαν περί τον θεού και τα παρόμοια. Την λέξιν «πρόνοια» μετέφρασα «θέλημα»· την σημασίαν ταύτην έχει πολλαχού η λέξις. Ούτω δε έχομεν φράσιν συνηθεστάτην και σήμερον παρ' ημίν.↩

Αλλ' έασον . . .

Τα χειρόγραφα έχουν: «αλλ' αυτόν», όπερ εις πάντας σχεδόν τους κριτικούς δεν φαίνεται ορθόν· ένεκα τούτου δε έγιναν διάφοροι διορθώσεις, περιέχουσαι πάσαι την έννοιαν «άφησέ τον». Ουδόλως απίθανον η φράσις «αλλ' αυτόν» να είναι η ορθή, αν λάβωμεν υπ' όψιν, ότι ο Σοφοκλής ενίοτε εις τοιαύτας εκφράσεις παραλείπει το ευκόλως εννοούμενον ρήμα. Η διόρθωσις «αλλ' έασον» εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν του 1772. Μετέφρασα «συχώρεσέ τον», ορμηθείς εις τούτο εκ των αμέσως επομένων λόγων της Αντιγόνης, οι οποίοι έρχονται ως δικαιολογία της αιτήσεως συγγνώμης υπέρ του αδελφού της. Η Αντιγόνη είχεν ήδη παρακαλέσει τον Οιδίποδα ν' αφήση τον Πολυνείκην να πλησιάση· επομένως νομίζουσα, ότι έπεισε πλέον τον πατέρα εις τούτο, ως ομολογεί ο Οιδίπους αμέσως κατωτέρω, ηθέλησε να ζητήση και την υπέρ αυτού συγγνώμην.↩

του θέλοντος· ο δ' επίκουρος ισοτέλεστος, Άιδος ότε Μοίρ' ανυμέναιος, άλυρος, άχορος αναπέφηνε, θάνατος ες τελευτάν.

Το χωρίον τούτο παρουσιάζει πολλάς δυσκολίας κατά τε την γραφήν και την ερμηνείαν. Τα χειρόγραφα έχουν: «του θέλοντος ουδ' έπι κόρος ισοτέλεστος Άιδος, ότε μοίρα κτλ». Η εν τω υπ' όψιν κειμένω διόρθωσις οφείλεται εις τον Hermann, ην και επροτίμησα. Άλλοι κάμνουν άλλας διορθώσεις, κυρίως περί την στίξιν. Κατά την παραδεχθείσαν γραφήν η έννοια του χωρίου γίνεται ευκρινής, φρονώ, αν υπονοήσωμεν έξωθεν ρήμα τι σημαίνον «φαίνεται» και λαμβανόμενον εκ τον υπάρχοντος αναπέφηνε. Η δε φυσική σειρά των λέξεων έχει, κατ' εμέ, ούτω: «ότε δ' αναπέφηνεν Άιδος μοίρα ανυμέναιος, άλυρος, άχορος, (αναφαίνεται) επίκουρος (=σωτήρ) ο ισοτέλεστος ες τελευτάν θάνατος.↩

. . . ούτε νικήσας λόγω

Συνήθως οι ερμηνευταί εξηγούν: «χωρίς να με πείση ή να με νικήση εις αγώνα λόγων». Επειδή όμως μου εφάνη κάπως ανάρμοστον προς τον χαρακτήρα τον Πολυνείκους να παραδεχθή, όπως αφήση την βασιλείαν και αν ενικάτο εις αγώνα λόγων ― πράγμα άλλως τε μη στηριζόμενον ουδαμού ― εξήγησα «χωρίς δικαιολογίαν», ενισχυθείς εις την ερμηνείαν αυτήν και από τους αμέσως κατωτέρω λόγους τον Πολυνείκους, «πόλιν δε πείσας». ↩

ίν' αξιώτον τους φυτεύσαντας σέβειν.

Μετά τον στίχον τούτον ακολουθούν οι δύο στίχοι «και μη ξατιμάζετον κτλ.» τους οποίους δεν μετέφρασα, παραδεχόμενος την γνώμην του Spengel ότι είναι νόθοι.↩

. . . ος σφων θάνατον εξ αμφοίν θροεί.

Εις τους κριτικούς και ερμηνευτάς φαίνεται περίεργος η χρήσις τον «εξ αμφοίν», και δια τούτο προτείνουν διαφόρους αντικαταστάσεις της λέξεως. Υποθέτω, ότι η φράσις έχει ορθώς και δεν υπάρχει ανάγκη άλλης λέξεως, αν λάβωμεν το «αμφοίν» ως προσωπικόν αντικείμενον του «θροεί» και το «εκ σφων» ως ποιητικόν αίτιον του «θάνατον». Συμφώνως προς ταύτα έκαμα και την μετάφρασιν.↩

. . . αλλ' εμοί μεν ήδ' οδός έσται μέλουσα δύσποτμός τε και κακή.

Την φράσιν αυτήν οι ερμηνευταί εξηγούν συνήθως «εγώ θα φροντίσω διά την στρατείαν» ή κάπως αναλόγως. Φρονώ, ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή, διότι ο Πολυνείκης δεν πρόκειται να φροντίση τώρα δια την εκστρατείαν αυτήν, αφού ο στρατός των Αργείων, ως είπεν ανωτέρω, περικυκλώνει το Θηβαϊκόν πεδίον. Ο Πολυνείκης, κατ' εμέ, λέγει ενταύθα περί του αποτελέσματος της εκστρατείας· ότι δηλαδη θα είναι δι' αυτήν δύσποτμος και κακή. Διά τούτο νομίζω, ότι την δεικτικήν αντωνυμίαν «ήδε» πρέπει να την εκλάβωμεν ως το απλούν άρθρον η, όπερ λίαν σύνηθες εις τους Αττικούς, το δε «μέλουσα» να γραφή «μέλλουσα», ήτοι: «η μέλλουσα οδός έσται μοι δύσποτμος και κακή»· ούτω δε και μετέφρασα. ↩

. . . στάς του τε Θορικίου πέτρου.

Εις πάντας τους κριτικούς η λέξις «Θορικίου» φαίνεται ύποπτος, διότι δεν υπάρχει τι γνωστόν περί του «Θορικίου πέτρου». Ο Meineke προτείνει να διορθωθή «του τ' Ερικείου πέτρου», όπερ μάλλον απίθανον. Είς τινα χειρόγραφα υπάρχει η γραφή «τούθ' ορικίου πέτρου», άνωθεν δε του «τούθ'» η λέξις τε. Ο αντιγραφεύς ηθέλησε να δείξη ότι το τούθ' είναι δύο λέξεις: του τε. Κατόπιν τούτων νομίζω, ότι κάλλιστα δυνάμεθα ν' αναγνώσωμεν «του θ' οριαίου πέτρου». Η γραφή «οριαίου» απέχει των χειρογράφων κατά έν μόνον γράμμα. Η λέξις είναι μεν σπανία, αλλ' ουχί και αδόκιμος. Την διόρθωσιν ταύτην καθιστούν πιθανωτέραν και άλλοι λόγοι. Ο Οιδίπους εστάθη εις μίαν των ατραπών πλησίον του κοίλου κρατήρος, όστις ευρίσκετο κατά το μέσον της αχέρδου, του λαΐνου τάφου και του θορικίου (ή οριαίου) πέτρου. Αλλά ποίος ο πέτρος ούτος; Εις τον στίχον 192 υπάρχει η φράσις «τούδ' αντιπέτρου βήματος» όπου ο αρχαίος σχολιαστής σημειώνει: «του αντιπέτρου βήματος του κατ' ίσον βεβηκότος πέτρου, όπερ είπε χαλκούν οδόν. Τούτον δε τον πέτρον υποτίθεται του αβάτου όριον». Αν ενθυμηθώμεν, ότι ο Οιδίπους εις την αρχήν της τραγωδίας εκάθισεν επί αξέστου πέτρου εντός τον ιερού χώρου, ον μετ' ολίγον ο Ξένος απεκάλεσε «χαλκόπουν οδόν», και ότι εις τον στίχον 1590 λέγεται: «τον καταρράκτην οδόν χαλκοίς βάθροισι γήθεν ερριζωμένον», πλησίον του οποίου ο «κοίλος κρατήρ», ουχί απιθάνως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, ότι ο «άξεστος πέτρος», ο κατά τον σχολιαστήν «του αβάτου όριον» και ο Θορίκιος ή οριαίος πέτρος είναι έν και το αυτό. Μετά τα ανωτέρω, φρονώ ότι η διόρθωσίς μου «οριαίου» είναι λίαν πιθανή, διό και μετέφρασα: «κι' από την πέτρα που σύνορο είναι». Δηλαδή σύνορον του ιερού χώρου.↩

κουκ ην έτ' αργόν ουδέν ων εφίετο.

Τα χειρόγραφα έχουν: «ουκ ην έτ' κτλ». Τον στίχον αυτόν θεωρώ νόθον, διότι δεν είναι η επανάληψις τον προηγουμένου. Εκ της γραφής των χειρογράφων φαίνεται ότι τον παρενέθεσεν ως επεξήγησιν αντιγραφεύς τις, οι δε κριτικοί δια να τον συνδέσουν προς τον προηγούμενον προσέθεσαν τον και. ↩

ω παίδε, τλάσας χρη το γενναίον φρενί.

Ο Λαυρεντιανός κώδιξ έχει: «το γενναίον φέρειν»· ο Dindorf σημειώνει, ότι η γραφή «φρενί» είναι αβεβαία εικασία, ληφθείσα εξ απογράφου τινός. Οι κριτικοί προσκρούοντες εις την λέξιν κάμνουν διαφόρους διορθώσεις. Νομίζω, ότι δυνάμεθα να διορθώσωμεν «το γε νέον φέρον», ότε το φέρον σημαίνει τύχην, μοίραν. Την λέξιν «φέρον» υπό την αυτήν σημασίαν απαντώμεν και κατωτέρω εις τον στίχον 1694 «το φέρον εκ θεού καλώς φέρειν χρη».↩

Χάρις η χθονία ξύν' απόκειται.

Τα χειρόγραφα έχουν «χάρις η χθονία ξυναπόκειται». Αλλ' επειδή εις πάντας τους κριτικούς το χωρίον εφάνη κατεστραμμένον, προέβησαν πολλοί εις διαφόρους διορθώσεις. Επροτίμησα την διόρθωσιν του Martin «χάρις η χθονία νυξ απόκειται», διότι η συμβουλή του Θησέως προς τας κόρας να μη θρηνούν δύναται να έχη ως αιτιολογίαν «ότι είναι αμαρτία να θρηνή τις εκεί όπου ο θάνατος (η χθονία νυξ) επήλθεν ως ευεργεσία. Αι δε κόραι του Οιδίποδος εθρήνουν κυρίως δια τον θάνατον του πατρός, όστις θάνατος ήτον αληθής ευεργεσία διά τον Οιδίποδα, τον τόσον παρακαλέσαντα τας Ευμενίδας να του δώσουν το τέλος των δεινών του. ↩

* * *

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Οιδίπους επί Κολωνώ. Το τελευταίο από τα δράματα του Σοφοκλέους. Πααρουσιάζει τις τελευταίες περιπέτεις του Οιδίποδος και κλείνει με τον θάνατό του στον Κολωνό. Η γενική έξαρση, ο λυρισμός, η εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείον του ήρωα που πεθαίνει, αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα του παγκοσμίου θεάτρου.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings