Ο ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ Ή ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔIΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ (continued 2)
Reading edition
Ο Γεροστάθης ενθυμήθη τότε τους τριάκοντα τυράννους των Αθηνών, την αρετήν του Σωκράτους, και την δικαιοσύνην του Αριστείδου. Ιδού δε όσα περί αυτών μας είπεν.
ΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ.
Μετά τον δυστυχή Πελοποννησιακόν πόλεμον οι Αθηναίοι, απολέσαντες την αρχαίαν των αρετήν, συναπώλεσαν και την ελευθερίαν των, υπό τον ζυγόν τριάκοντα σκληρών τυράννων υποβληθέντες.
Άπας σχεδόν ο λαός των Αθηνών είχε τότε εξαχρειωθή· αλλ' ο ενάρετος Σωκράτης ανεφάνη διαμαρτύρησις ζώσα και κατά της διαφθοράς των συγχρόνων του, και κατά της απανθρωπίας των τριάκοντα.
Θέλοντες οι τύραννοι να συλλάβωσι και να φονεύσωσιν αδίκως μεταξύ άλλων καί τινα Λέοντα Σαλαμίνιον, διέταξαν τον Σωκράτην και άλλους τέσσαρας Αθηναίους να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα προς εκτέλεσιν της παρανόμου συλλήψεως του Λέοντος.
Και οι μεν τέσσαρες Αθηναίοι υπείκοντες μετέβησαν αμέσως· αλλ' ο ενάρετος Σωκράτης δεν ηθέλησε να συνεργήση εις παρανόμους πράξεις, καταφρονήσας γενναίως και την οργήν και τας απειλάς των αιμοβόρων τυράννων· επροτίμησε δε να διακινδυνεύση και αυτήν την ύπαρξίν του παρά να γίνη όργανον αδικίας και παρανομίας.
Τοιαύτην μεγαλοψυχίαν και αυταπάρνησιν εμπνέει εις τας ευγενείς ψυχάς το ιερόν αίσθημα της δικαιοσύνης!
Την αυτήν δε μεγαλοψυχίαν ανέδειξεν ο φιλοδίκαιος Σωκράτης και ότε, ων μέλος της Βουλής των Πεντακοσίων, επρόκειτο να δικάση τους στρατηγούς των Αθηνών, οίτινες είχον κατατροπώσει τον εχθρικόν στόλον των Λακεδαιμονίων εις τας Αργινούσας πλησίον της Μυτιλήνης.
Ο παράφορος όχλος, εξαπτόμενος υπό των ραδιούργων και κακοηθεστάτων δημαγωγών, απήτει την θανατικήν καταδίκην των στρατηγών, επί τη προφάσει ότι δεν εφρόντισαν να διασώσωσι μετά την ναυμαχίαν τους πεσόντας εις την θάλασσαν.
Εις μάτην οι στρατηγοί επεκαλούντο την τρομεράν τρικυμίαν, ήτις είχε καταστήσει αδύνατον την διάσωσιν των πεσόντων. Οι Βουλευταί έντρομοι υπέκυψαν εις την παραφοράν και εις τας απειλάς του όχλου. Μόνος ο βουλευτής Σωκράτης ατρόμητος ανέκραξεν ότι ενόσω ζη βεβαίως δεν θέλει μολύνει διά της αδικίας την συνείδησίν του, διακινδυνεύσας και πάλιν την ζωήν του χάριν της δικαιοσύνης.
Οι στρατηγοί εντούτοις κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου· αλλά μετά τινας χρόνους, μετανοήσαντες οι Αθηναίοι διά την άδικον καταδίκην, εδικαίωσαν τον Σωκράτην, τιμωρήσαντες τους κατηγόρους των θανατωθέντων στρατηγών.
Τοιουτοτρόπως μετανοήσαντες κατεδίωξαν και τους κατηγόρους του Σωκράτους, αφού και αυτόν εν τη φυλακή επότισαν το κώνειον του θανάτου.
Αλλ' αι τοιαύται παράκαιροι και ανωφελείς μετάνοιαι δεν αποπλύνουν το αιώνιον αίσχος των πολιτικών αδικημάτων. Το κυριώτερον χαρακτηριστικόν της φρονήσεως είναι η πρόνοια· η δε μετάνοια δεν αποδεικνύει ειμή την παρελθούσαν αφροσύνην.
Αλλ' εάν η τότε αφροσύνη, η τότε διαφθορά των Αθηναίων κατεπίκρανε τα σπλάγχνα της Ελλάδος, η εμφάνισις όμως του Σωκράτους επί του Ελληνικού ορίζοντος παρηγόρησε την Πατρίδα, και συνεκάλυψε την αδοξίαν αυτής.
Περί δε του δικαίου Αριστείδου μας διηγήθη τα εξής·
Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ.
Ο Αριστείδης εκ νεαράς ηλικίας ανέδειξε χαρακτήρα σεμνόν και σταθερόν, αγάπην ένθερμον προς την αρετήν και την δικαιοσύνην, και αποστροφήν κατά της ψευδολογίας, της απάτης, και της κολακείας. Ούτε χάριν αστεϊσμού δεν κατεδέχετο, ως λέγει ο Πλούταρχος, να προσφύγη ποτέ εις τα δυσειδή ταύτα ελαττώματα.
Το πολιτικόν αξίωμα, το οποίον καθ' όλην την διάρκειαν του βίου του σταθερώς ησπάσθη, ήτο ότι ο αγαθός πολίτης πρέπει να λέγη και να πράττη μόνον τα χρηστά και τα δίκαια. Τοιουτοτρόπως δε ηξιώθη της θείας επωνυμίας του Δικαίου.
Διηγούνται ότι ενήγαγε ποτέ τινα ενώπιον του δικαστηρίου. Ο δε δικαστής, άμα ακούσας τον Αριστείδην, γνωρίζων την φιλαλήθειαν και το φιλοδίκαιον αυτού, ηθέλησεν αμέσως να καταδικάση τον αντίδικόν του άνευ τινός απολογίας. Αλλ' ο Αριστείδης θερμώς παρεκάλεσε τον δικαστήν να μη εκδώση απόφασιν, πριν ή ακούση και τους λόγους του αντιδίκου του. Τοιαύτη ήτο η προς την δικαιοσύνην αγάπη του! Δεν ανείχετο να ενεργηθή ούτε παρ' αυτού, ούτε παρ' άλλων αδικία και κατ' αυτών των εναντίων του· αδικία δε μεγίστη βεβαίως ήθελεν είσθαι να καταδικάση ο δικαστής άνθρωπον χωρίς προηγουμένως ν' ακούση αυτόν.
«Τίμιος μεν και ο μηδέν αδικών, είπεν ο Πλάτων, αλλ' ο μη επιτρέπων τοις αδικούσιν αδικείν, πλέον ή διπλασίας τιμής άξιος εκείνου.» Διπλασίας τιμής άξιος ήτο λοιπόν και ο Αριστείδης, διότι και αυτός δεν ηδίκει, και τους άλλους απέτρεπεν από τας αδικίας.
Τόσην δε υπόληψιν και σέβας έτρεφον προς αυτόν οι συμπολίταί του διά τον φιλοδίκαιον χαρακτήρα του, ώςτε, αντί να προσφεύγωσιν εις τα δικαστήρια, έτρεχον εις τον Αριστείδην προς διάλυσιν των διαφορών των.
Ενώ δε ημέραν τινά εδίκαζε δύο πολίτας, ο είς εξ αυτών, όπως τον ερεθίση κατά του αντιδίκου του, ανέφερεν ότι πολλάκις ο αντίδικός του ηδίκησε και τον Αριστείδην. Αλλ' αυτός, κατασιγάζων ενώπιον της δικαιοσύνης παν ιδιαίτερον αυτού πάθος, είπε προς τον δικαζόμενον «Αντί ν' αναφέρης τας προς εμέ αδικίας του αντιδίκου σου, ειπέ κάλλιον ποίαν αδικίαν έπραξεν αυτός προς σε, διότι σήμερον ο αντίδικός σου δεν δικάζεται μετ' εμού, αλλά μετά σου.»
Δικαίως λοιπόν, ότε εις το θέατρον των Αθηνών παριστάνετο η τραγωδία των επτά επί Θήβας του ποιητού Αισχύλου, και είς των υποκριτών είπεν ότι ο Αμφιάραος
«Ου γαρ δοκείν δίκαιος, αλλ' είναι θέλει,» πάντες έστρεψαν τα βλέμματα προς τον Αριστείδην, δεικνύοντες ούτως ότι εις αυτόν μάλιστα ήρμοζεν ο στίχος του Αισχύλου.
Το φιλοδίκαιον του Αριστείδου ανεφάνη και ότε ο Θεμιστοκλής επρότεινεν εις τους Αθηναίους ότι συνέλαβε σχέδιον, το οποίον, αν τω επέτρεπον να εκτελέση, ήθελεν αποβή ωφελιμώτατον εις τας Αθήνας.
Ο Αριστείδης, μαθών παρά του Θεμιστοκλέους ότι το σχέδιον τούτο συνίστατο εις το να καύσωσιν εξαίφνης τους στόλους όλων των άλλων Ελληνίδων πόλεων, και ούτω να μείνωσιν οι Αθηναίοι θαλασσοκράτορες και κύριοι της Ελλάδος όλης, είπε προς τους Αθηναίους, ότι _το σχέδιον φαίνεται μεν ωφελιμώτατον, αλλ' είναι αδικώτατον. Οι δε Αθηναίοι, ενάρετοι τότε όντες και φιλοδίκαιοι, αποστρεφόμενοι δε τας εξ αδικιών ωφελείας και τα επί αδικημάτων στηριζόμενα μεγαλεία, απέκρουσαν αμέσως το σχέδιον του Θεμιστοκλέους.
Η δικαιοσύνη ανυψοί τα έθνη, είπεν ο σοφός Σολομών, και η αδικία καταστρέφει αυτά. Είθε η μεγάλη αύτη αλήθεια να οδηγή πάντοτε και λαούς και κυβερνώντας!
Δι' αδικιών, δι' αρπαγών, διά δολιοτήτων δύνανται βεβαίως να ωφεληθώσι και να μεγαλυνθώσι προς ώραν και άτομα και έθνη· αλλά της κακίας η τιμωρία δεν βραδύνει. Η αδικία γεννά τύψεις συνειδότος, εχθρούς, απομόνωσιν, αντεκδικήσεις, και επί τέλους καταστροφήν. Μόνα τα διά της φιλοπονίας, της αγαθοεργίας, και της δικαιοσύνης αποκτώμενα ωφελήματα και μεγαλεία είναι αληθή, διαρκή και ευάρεστα.
Διά τούτο και ο μέγας διδάσκαλος της αρετής, ο Σωκράτης, εδίδασκεν ότι ποτέ πράξις άδικος δεν δύναται να ήναι και αληθώς ωφέλιμος, αλλ' ότι μόνον το δίκαιον είναι και πραγματικώς ωφέλιμον. Ενόσω οι Αθηναίοι ηκολούθουν τας αναλλοιώτους ταύτας αρχάς της αρετής, και ως κόρην οφθαλμού εφύλαττον τους νόμους του Σόλωνος, η ελευθερία συνεβασίλευε μετά της ευνομίας και της αρετής. Αλλ' ότε η αρετή εξέλιπε, τότε και η ελευθερία εξέκλινεν εις ακολασίαν, η δε τυραννία διεδέχθη την ελευθερίαν, και η αδικία την δικαιοσύνην· τότε δε και τους νικηφόρους στρατηγούς των αδίκως κατεδίκαζον εις θάνατον, και τον ενάρετον Σωκράτην και τον χρηστόν Φωκίωνα απανθρώπως επότιζον το κώνειον.
Έκτοτε, παιδία μου, επρόσθεσε τεθλιμμένος ο γέρων, ημέραν καλήν δεν είδε πλέον η δυστυχής Ελλάς, συμποτισθείσα και αυτή μετά των φιλτάτων της τέκνων Σωκράτους και Φωκίωνος το κώνειον της κακοδαιμονίας.
Προσπαθήσατε λοιπόν σεις, τα νέα τέκνα της, αι νέαι ελπίδες της, ανατρεφόμενοι και ζώντες χριστιανικώς και εναρέτως, να φέρητε εις τους κόλπους αυτής την αρετήν, την δικαιοσύνην, και την αγάπην, όπως ζήση πάλιν ένδοξος και ευδαίμων η σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.
Εγχαράξατε επομένως εις τα βάθη της καρδίας σας τους ακολούθους στίχους
«Αγάπα τον πλησίον σου, ποτέ μη αδικήσης, « Και έσο ευεργετικός, διά να ευτυχήσης.» ~~~~~~~~~~
« Ούτε αντιδικείν δει, ούτε κακώς ποιείν ουδένα, ουδ' αν οτιούν πά- σχω υπ' αυτών. » (Σωκράτους.).
ΕΝΩ ημέραν τινά ήμεθα όλοι συνηγμένοι εις την αυλήν του σχολείου, και εγυμναζόμεθα, παρόντων των διδασκάλων και του αγαθού Γεροστάθου, συνέβησαν τα ακόλουθα μεταξύ του συμμαθητού μας Παύλου και της αδελφής του Ευφροσύνης.
Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ.
Ο οκταετής Παύλος ήτο έξυπνος και ζωηρός, είχε δε καλήν και ευαίσθητον καρδίαν, αλλ' ενίοτε ως εκ της ζωηρότητός του παρεξετρέπετο εις πράξεις ατόπους, διά τας οποίας ακολούθως έχυνε δάκρυα μετανοίας και λύπης.
Η αδελφή του Ευφροσύνη, νεάνις δεκαετής, γλυκεία και φιλάδελφος, ήρχετο τακτικώτατα κατά την ώραν της γυμναστικής, όπως μετά την σωμασκίαν του αδελφού της συνοδεύη αυτόν εις την πατρικήν των οικίαν.
Ενώ δε επερίμενεν ημέραν τινά εις την αυλήν του σχολείου, θεωρούσα τας διαφόρους γυμνάσεις, ο Παύλος, αποτυχών είς τινα επί του μονοζύγου στροφήν, έπεσεν επί της άμμου. Η αποτυχία και η πτώσις του επροκάλεσαν τον γέλωτα όλων ημών, τον οποίον συνεμερίσθη και η αδελφή του.
Αλλ' ο Παύλος, εντραπείς διά την αποτυχίαν του, και θυμώσας διά τον γέλωτα, πλησιάζει την Ευφροσύνην εισέτι γελώσαν, και οργίλως καταφέρει κατά του προσώπου της σφοδρόν γρόνθον, όστις και πόνον και αιμορραγίαν τη επροξένησεν.
Κρατούσαν τότε το αιμοσταγές πρόσωπόν της, τρέχει κατόπιν του φεύγοντος Παύλου διά να κτυπήση αυτόν.
Αλλ' ο Γεροστάθης προφθάνει, και συλλαμβάνων αυτήν από την χείρα λέγει προς αυτήν — Αν θέλης να τιμωρήσης, κόρη μου, τον Παύλον, και να εκδικηθής, πρέπει να φιλήσης, και ουχί να κτυπήσης αυτόν.
Η Ευφροσύνη, στρέφουσα με απορίαν και θαυμασμόν τα βλέμματα προς τον Γεροστάθην — Να τον φιλήσω! λέγει, ενώ αυτός τόσον δυνατά μ' εκτύπησε!
— Ναι! να τον φιλήσης, επαναλαμβάνει ο γέρων. Αν τον κτυπήσης, θ' αναφανής και συ κακή ως αυτός· αντί δε να τον διορθώσης διά του κτυπήματος, θέλεις τον εξάψει έτι μάλλον, και εις την έξαψίν του ίσως σε κακοποιήση έτι περισσότερον. Αν τον κτυπήσης, αντί να τον κάμης να σ' αγαπήση και να φέρηται αδελφικώς προς σε, θέλεις αυξήσει την αποστροφήν του, και θέλεις χειροτερεύσει την κακήν του διαγωγήν.
Αν όμως, Ευφροσύνη μου, τον φιλήσης, θ' αναφανής συ καλλιτέρα εκείνου· διά του καλού σου παραδείγματος θέλεις τον σωφρονίσει, διά της πραότητος και γλυκύτητός σου θέλεις τον κάμει να συναισθανθή το σφάλμα του, να μετανοήση, και να σε αγαπήση, γινόμενος και εκείνος γλυκύς και πράος. Ιδέ τον με πόσην λύπην παρατηρεί το αιματωμένον πρόσωπόν σου! ήρχισεν ήδη να μετανοή! τρέξε λοιπόν και φίλησέ τον, δος καλόν αντί κακού, φίλημα αντί κτυπήματος, και ούτω θέλεις θριαμβεύσει.
Ενόσω ο Γεροστάθης ωμίλει, ο θυμός της μικράς Ευφροσύνης βαθμηδόν επραΰνετο· μόλις δε ο γέρων ετελείωσε, και η Ευφροσύνη τρέχει, εναγκαλίζεται, και καταφιλεί τον αδελφόν της.
Το αγαθόν αυτό φίλημα προκαλεί εις τους οφθαλμούς του Παύλου δάκρυα μετανοίας, και συγχρόνως αδελφικώτατον αντιφίλημα· η δε Ευφροσύνη, σπογγίζουσα τα δάκρυά του, παρεκάλει αυτόν να μη κλαίη, λέγουσα ότι δεν πονεί πλέον.
Ο Γεροστάθης τότε ένιψε το πρόσωπον της Ευφροσύνης διά ψυχρού ύδατος, όπως παύση το στάζον αίμα· η δε Ευφροσύνη, λαβούσα την δεξιάν του άδελφού της, διευθύνθη μετ' αυτού εις την οικίαν των. Άπαντες δε εθαυμάσαμεν, ιδόντες ιδίοις οφθαλμοίς πόσην δύναμιν, πόσον ύψος, και πόσον ωραία αποτελέσματα έχει η ανταπόδοσις καλού αντί κακού.
Ότε δε μετά την γυμναστικήν εξήλθομεν εις περίπατον μετά του Γεροστάθου, είς εξ ημών τω είπεν ότι πολύ ωραίον ήτο το προς την Ευφροσύνην μάθημά του· ο δε αγαθός γέρων απήντησε τα εξής.
ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΜΑΘΗΜΑ.
— _Το καλόν αντί κακού δεν είναι ιδικόν μου μάθημα· είναι μάθημα σωτήριον του Σωτήρος ημών, είναι η θειοτέρα παραγγελία αφ' όσας μας έδωκεν ο θεάνθρωπος Ιησούς. Και όμως πόσοι, ονομαζόμενοι χριστιανοί, τυφλωμένοι από τα πάθη, λησμονούν και παραβιάζουν την θείαν ταύτην εντολήν, την οποίαν ο Χριστός μας έδωκεν!
«Εγώ λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, αγαθοποιείτε τους μισούντας υμάς, και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και καταδιωκόντων υμάς. Εάν αγαπάτε μόνον τους αγαπώντας υμάς, ποίος θέλει είσθαι ο μισθός υμών; Αγαπάτε και ευεργετείτε τους εχθρούς υμών, όπως γίνητε τέλειοι ως ο Θεός, ο Πατήρ υμών.»
Τους δε θείους αυτούς λόγους επεσφράγισεν ο Ιησούς και δια του θείου αυτού παραδείγματος· διότι, ότε ο όχλος των Ιουδαίων εν τη μανιώδει παραφορά του κατεδίωξε τον Σωτήρα ημών, τον εσυκοφάντησε, τον ενέπαιξε, και επί του Γολγοθά τον εσταύρωσε, δεν ηγανάκτησεν ο θεάνθρωπος κατά των θανασίμων αυτών εχθρών του, δεν επεθύμησεν εκδίκησιν, δεν επεκαλέσθη την τιμωρίαν των φονέων του παρά του παντοδυνάμου Πατρός του· αλλ' εν τη θεία αυτού αγαθότητι παρεκάλεσε τον Ύψιστον να συγχωρήση τους φονείς του, διότι δεν εξεύρουν τι κάμνουν. «Πάτερ, είπεν, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν.»
Ιδού η υπερτάτη αρετή, την οποίαν μας διδάσκει η γλυκυτάτη θρησκεία μας. Προσπαθήσατε εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας σας να αισθανθήτε το θείον κάλλος της αρετής ταύτης, και επομένως να εγκολπωθήτε αυτήν καθ' όλον το στάδιον του βίου σας.
Τα αποτρόπαια πάθη του μίσους και της εκδικήσεως είναι όλως ασυμβίβαστα με την θρησκείαν του χριστιανού και με την ευδαιμονίαν του ανθρώπου. Γλυκεία ίσως, αλλά βραχυτάτη είναι η ηδονή της εκδικήσεως· πικρόταται όμως, διαρκείς, και ακαταλόγιστοι είναι αι συνέπειαι αυτής.
«Εάν πεινά ο εχθρός σου ψώμιζε αυτόν· εάν διψά πότιζε αυτόν,» μας είπε και ο σοφός Σολομών.
Αλλά και υπό το κράτος της ειδωλολατρείας και της πολυθεΐας ανεφάνησαν άνδρες γλυκείς, πράοι, και αμνησίκακοι, οίτινες ανταπέδωκαν καλόν αντί κακού.
Μας διηγήθη δε τότε ο γέρων διάφορα Ελληνικά ανέκδοτα, εξ ων θέλω εκθέσει ενταύθα όσα διετήρησεν η μνήμη μου.
Ο ΛΥΚΟΥΡΓ0Σ ΚΑΙ Ο ΑΛΚΑΝΔΡΟΣ.
Ενώ ο νομοθέτης της Σπάρτης Λυκούργος ευρίσκετο ημέραν τινά εις την αγοράν, νεανίας οξύθυμος και αυθάδης, Άλκανδρος καλούμενος, επιπίπτει κατ' αυτού και διά της βακτηρίας του εξορύττει ένα των οφθαλμών του.
Δεν εξήφθη ο έμφρων Λυκούργος, δεν ηγανάκτησεν, ουδέ την βακτηρίαν του ύψωσε διά ν' ανταποδώση κτύπημα αντί κτυπήματος, οφθαλμόν αντί οφθαλμού· αλλ' ατάραχος, παρουσιασθείς ενώπιον του λαού, έδειξε το καθημαγμένον πρόσωπόν του και το τυφλωμένον όμμα του.
Η αταραξία αύτη και η πραότης του Λυκούργου συνεκίνησαν και αυτούς τους εχθρούς του· όθεν παρεδόθη αμέσως εις τας χείρας του ο νέος Άλκανδρος, όπως τιμωρήση αυτόν κατ' αρέσκειαν.
Ευχαρίστως ο Λυκούργος παρέλαβεν εις την οικίαν του τον Άλκανδρον· αλλά, καθώς μας βεβαιόνει ο Πλούταρχος, ουχί μόνον δεν εκακοποίησεν αυτόν, αλλ' ουδέ λόγον ψυχρόν τω απεύθυνεν. Απ' εναντίας, καταστήσας τον εχθρόν του φίλον επιστήθιον διά των περιποιήσεων και συμβουλών του, απέδωκεν αυτόν εις την πατρίδα πολίτην ενάρετον και σωφρονέστατον.
Ιδού αμνησικακία, ιδού αρετή! Αλλ' αν ο Λυκούργος, ων εκδικητικός, ηγανάκτει κατά του αυθάδους Αλκάνδρου και εκτύπα αυτόν, ο Άλκανδρος βεβαίως ήθελε κατασταθή αυθαδέστερος, ο δε Λυκούργος ίσως έχανε και τον έτερον οφθαλμόν ή και αυτήν την ζωήν του. Η πραότης όμως, και η ανταπόδοσις καλού αντί κακού και τον Άλκανδρον εσωφρόνισε, και τον Λυκούργον ανέδειξεν αξιαγάπητον και αξιοσέβαστον.
Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ.
Ότε εις τον Πελοπίδαν, τον στρατηγόν των Θηβαίων, κατεμήνυσαν ότι εχθρός του στρατιώτης εκακολόγει αυτόν, αντί ν' αγανακτήση και να τιμωρήση τον υβριστήν, ιδού τι απήντησεν.
— « Ούτε τας κακολογίας, ούτε τας κατ' εμού ύβρεις του στρατιώτου ήκουσά ποτε διά να τιμωρήσω αυτόν· αλλά τας υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίας αυτού είδον ιδίοις οφθαλμοίς εις το πεδίον της μάχης, και επομένως δεν δύναμαι παρά να θαυμάζω και ν' αγαπώ τοιούτον στρατιώτην. »
Διά της γενναίας δε ταύτης απαντήσεώς του, ανταποδόσας έπαινον αντί ύβρεως, και την αγάπην και το σέβας του στρατιώτου προσείλκυσε, και τας κακολογίας αυτού διά παντός κατέπαυσεν.
Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΥΒΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.
Ημέραν τινά εις την αγοράν των Αθηνών, ενώ ο Περικλής κατεγίνετο εις τα έργα του, άνθρωπος κακοήθης ήρχισε να εξυβρίζη αυτόν· αλλ' ο Περικλής, αταράχως και σιωπηλώς ακούων τας ύβρεις, εξηκολούθησεν εργαζόμενος.
Ότε δε ενύκτωσε, και ο Περικλής επέστρεφεν εις την οικίαν του, ο αυθάδης εκείνος παρηκολούθησεν αυτόν υβρίζων και κακολογών. Αλλ' ο Περικλής δεν εθύμωσεν, ούτε την τιμωρίαν του υβριστού επροκάλεσεν. Απ' εναντίας, εισελθών εις την οικίαν του, παρήγγειλεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύση τον υβριστήν μέχρι της κατοικίας του, ίνα μη κακοπάθη εις το σκότος της νυκτός.
«Συγγνώμη τιμωρίας αμείνων· το μεν γαρ ημέρου φύσεως, το δε θηριώδους,» είπεν ορθότατα ο σοφός Πιττακός· η δε φύσις του Περικλέους, ούσα τω όντι ημερωτάτη και ουχί θηριώδης, επροτίμησε την συγγνώμην από την εκδίκησιν.
Προσπαθήσατε, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, διά της φιλεργίας, της τιμιότητος, και της αρετής να κατασταθήτε άτρωτοι από τα βέλη της κακολογίας, της ύβρεως, και της διαβολής· τότε δε και η γενναιότης, και η αμνησικακία, και η συγγνώμη, και η ανταπόδοσις καλού αντί κακού ευκολώτερα θέλουν στολίσει τον βίον σας.
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΡΟΑΠΟΣΤΟΛΟΣ.
Και ο Σωκράτης εδίδασκεν ότι ποτέ δεν πρέπει ν' ανταποδίδωμεν κακόν αντί κακού, αδικίαν αντί αδικίας, βλάβην αντί βλάβης. — Όταν κακοποιής τον πλησίον σου είσαι άδικος, έλεγεν ο Σωκράτης, οποιονδήποτε κακόν ή αδικίαν και αν υπέφερες παρ' αυτού.
Αλλ' ο Σωκράτης, όσα διά των λόγων του εδίδασκε, και διά των έργων του πάντοτε επεσφράγιζε.
Η κακή τύχη τω έδωκε σύζυγον την Ξανθίππην, γυναίκα εις άκρον οξύθυμον και διεστραμμένην, πολλάκις αυθαδιάζουσαν και βαναύσως φερομένην κατά του σεβασμίου εκείνου ανδρός· αλλά μετά πραότητος υποφέρων τα πάντα ο Σωκράτης, ουδέποτε ηθέλησε να εκδικηθή κατ' αυτής, και ν' ανταποδώση ύβριν αντί ύβρεως, κακόν αντί κακού.
Ημέραν τινά, ενώ η παράφορος γυνή μανιωδώς εκραύγαζε και βροντοφώνως εξύβριζε τον αγαθόν σύζυγόν της, αυτός ατάραχος εξήρχετο της οικίας. Η Ξανθίππη τότε, λαβούσα αγγείον πλήρες, εκένωσεν αυτό επί της κεφαλής του συζύγου της. Αλλ' ο Σωκράτης, αντί ν' αγανακτήση, γελών είπε «μετά τας βροντάς επέρχεται βροχή,» διδάσκων ούτω την υπομονήν, την πραότητα, την αμνησικακίαν.
Άλλοτε κακοήθης τις εκτύπησε σφοδρώς τον Σωκράτην κατά πρόσωπον, ώστε και κατεπληγώθη και εξωγκώθη το πρόσωπόν του· ο δε Σωκράτης, αφού αταράχως υπέφερε την προσβολήν, έγραψεν επί του προσώπου του το όνομα του κακοήθους εκείνου, ως επί των ανδριάντων γράφεται το όνομα του γλύπτου, και αυτή ήτο η μόνη εκδίκησις του εναρέτου ανδρός.
Ότε δε ο κωμικός Ποιητής των Αθηνών Αριστοφάνης, θέλων να εμπαίξη τους σοφιστάς, εισήγαγε το πρόσωπον του Σωκράτους εις την κωμωδίαν του την επιγραφομένην Νεφέλας, ο Σωκράτης, παρευρεθείς εις το θέατρον, ουχί μόνον αταράχως εθεώρει το πρόσωπόν του αδίκως εμπαιζόμενον υπό του κωμικού, αλλ' άμα εννοήσας ότι ξένοι τινές θεαταί επεθύμουν να γνωρίσωσι προσωπικώς τον επί της σκηνής κωμωδούμενον Σωκράτην, ηγέρθη εις την θέσιν του, όπως ευκολώτερα τον ίδωσιν οι περίεργοι ξένοι, αποδείξας τοιουτοτρόπως ότι η αληθής αρετή είναι ανωτέρα πάσης ύβρεως και παντός εμπαιγμού.
Ότε δε οι διεφθαρμένοι συμπολίταί του, μη ανεχόμενοι αυτόν στηλιτεύοντα την κακίαν και διδάσκοντα την αρετήν, τον κατεδίκασαν να πίη το κώνειον, «ουδέν πάθος, είπεν ο Σωκράτης, ουδέν αίσθημα εκδικήσεως αισθάνομαι κατά των κατηγόρων και δικαστών μου· ούτε ν' αντιδικώμεν, ούτε να κακοποιώμεν πρέπει τινά, ό,τι δήποτε και αν πάσχωμεν υπ' αυτών.» Και διά των χριστιανικωτάτων αυτών λόγων επεσφράγισεν εν τη φυλακή τον ενάρετον αυτού βίον.
Όρθότατα λοιπόν είπον ότι, αν ο Σωκράτης δεν ευτύχησε να γεννηθή χριστιανός, ανεφάνη όμως αληθής προαπόστολος του χριστιανισμού, διότι διά της εναρέτου διδασκαλίας και διαγωγής του προητοίμασε τα πνεύματα προς ευκολωτέραν παραδοχήν των θείων του χριστιανισμού αρχών.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΟΣ.
Το κώνειον του Σωκράτους, μας είπε τότε ο Γεροστάθης, μ' ενθυμίζει το κώνειον του Φωκίωνος· διότι και αυτός ο χρηστός πολίτης των Αθηνών διά του κωνείου απέθανεν εις την φυλακήν.
Ποτέ ο Φωκίων δεν εκακοποίησε συμπολίτην του, αλλ' ούτε εθεώρησέ ποτέ τινα ως εχθρόν του· πολλάκις μάλιστα, ως βεβαιόνει ο Πλούταρχος, εβοήθησε και γενναίως επροστάτευσεν ανθρώπους, οίτινες τον είχον βλάψει.
Ότε εις τας Αθήνας έφθασεν η είδησις του θανάτου του Φιλίππου, βασιλέως της Μακεδονίας, ο λαός των Αθηνών τόσον εχάρη, ώστε ητοιμάζετο να προσφέρη θυσίας εις τους θεούς. Αλλ' ο έμφρων Φωκίων τους εμπόδισεν, ειπών ότι είναι αγενές να επιχαίρωσιν εις τον θάνατον ενός εχθρού.
Πιστός δε οπαδός του Σωκράτους ηγάπα να λέγη εις τους συμπολίτας του την αλήθειαν, όσον πικρά και αν ήτο αύτη. Ενώπιον δε της αληθείας και αυτήν την ζωήν του προθύμως εθυσίαζε.
Συμβουλεύων ποτέ τους Αθηναίους και βλέπων αυτούς δυσαρεστουμένους και θορυβούντας, είπε προς αυτούς «Δύνασθε μεν, ω Αθηναίοι, να με βιάσητε να πράξω ό,τι δεν θέλω· αλλά ποτέ δεν θέλετε δυνηθή να με αναγκάσητε να σας ομιλήσω εναντίον της πεποιθήσεώς μου.»
Ότε δε ο ρήτωρ των Αθηνών Υπερίδης ηρώτησε δημοσίως τον ειρηνικόν Φωκίωνα, πότε θέλει αποφασίσει να συμβουλεύση εις τους Αθηναίους τον πόλεμον, ο Φωκίων μ' όλην την παρρησίαν απήντησεν «Όταν ίδω τους μεν νέους ανδρείους και φίλους της πειθαρχίας, τους δε πλουσίους προθύμως συνεισφέροντας υπέρ πατρίδος, και τους πολιτικούς μη κλέπτοντας τα δημόσια.»
Ο Φωκίων συνήνονε την γλυκύτητα και ημερότητα του χαρακτήρος με ύφος αυστηρόν κατά των διεφθαρμένων συμπολιτών του· ευφυώς δε λέγει ο Πλούταρχος ότι ωμοίαζε γλυκύν αλλά δυνατόν οίνον, όστις και ευαρεστεί και ωφελεί τους πίνοντας· ενώ οι γλυκείς και αδύνατοι οίνοι συνήθως είναι επιβλαβείς, ως οι κόλακες και οι δημαγωγοί.
Αλλά καθώς οι μεθύοντες δεν αισθάνονται εν τη μέθη των την ποιότητα του οίνου, τον οποίον πίνουν, τοιουτοτρόπως και οι Αθηναίοι τότε, εν τη μέθη της διαφθοράς των, δεν ηδύναντο να εκτιμήσωσι την φρόνησιν των συμβουλών του Φωκίωνος. Αι αλήθειαι μάλιστα, τας οποίας έλεγε προς αυτούς, παρώξυνον κατ' αυτού τους διεφθαρμένους συμπολίτας του, απαράλλακτα καθώς το μέλι παροξύνει τας πληγάς, το δε φως τους πάσχοντας οφθαλμούς.
Όθεν οι Αθηναίοι, κακώς διατεθειμένοι κατά του χρηστού Φωκίωνος, και ραδιουργούμενοι υπό των εγχωρίων και ξένων εχθρών του, οίτινες ούτε την αρετήν ούτε την φιλαπατρίαν του ανδρός ανείχοντο, κατεδίκασεν επί τέλους αυτόν εις την ποινήν του θανάτου.
Ότε δε επρόκειτο να πίη το κώνειον και ν' αποθάνη, ερωτηθείς ποία ήτο η τελευταία αυτού παραγγελία προς τον υιόν του Φώκον, είπε «Να μη μνησικακήση ποτέ κατά των Αθηναίων διά τον άδικον θάνατόν μου,» και διά της χρηστής ταύτης παραγγελίας ετελείωσε τον ένδοξον βίον του.
Τοιαύτη ήτο η χρηστότης και η φιλοπατρία του, ώστε ουχί μόνον αυτός δεν αγανάκτησε κατά των φονέων του, αλλά και προς τον υιόν του αποθνήσκων αμνησικακίαν εσύστησε.
Τα αισχρά, τα ολέθρια, τα αντιχριστιανικά πάθη της μνησικακίας, του μίσους, και της εκδικήσεως, τα οποία ποτέ δεν εμόλυναν την ωραίαν ψυχήν του Φωκίωνος, ποτέ, παιδία μου, μας είπε ζωηρώς ο Γεροστάθης, ποτέ ας μη μολύνωσι και τας ιδικάς σας καρδίας, ό,τι δήποτε και αν υποφέρητε από την κακίαν των ανθρώπων.
Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΟΝ ΓΑΛΑ
Μετά τινα διακοπήν ο Γεροστάθης μας είπεν ότι ο Φωκίων τον ενθύμισε τον σύγχρονόν του Δημοσθένην, τον μέγαν ρήτορα των Αθηνών, όστις πλήρης ζωηράς φιλοπατρίας, ενδόξως ηγωνίσθη διά της ανδρικής αυτού ευγλωττίας υπέρ της ελληνικής ελευθερίας κατά των κατακτητικών σχεδίων του Φιλίππου.
Κατηγορηθείς και ο Δημοσθένης υπό των εχθρών του και καταδικασθείς, ηναγκάσθη να φύγη από τας Αθήνας και να ζη εις τα ξένα.
Αλλ' αν και το σώμα του ήτο μακράν της πατρίδος του, ο νους όμως και η καρδία του ήσαν πάντοτε εις τας Αθήνας. Πολλάκις δε, ως βεβαιόνει ο Πλούταρχος, εκ της Τροιζήνος και της Αιγίνης, όπου έζη εξόριστος, έστρεφε τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων προς την καταδικάσασαν αυτόν πατρίδα.
Ενώ διήρκει η εξορία του, έφθασεν εις τας Αθήνας η είδησις του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ενθαρρυνθέντες δε εκ της ειδήσεως ταύτης οι Αθηναίοι ηθέλησαν ν' αναστατώσωσι τας ελληνικάς πόλεις κατά της Μακεδονικής δυναστείας, και προς τον σκοπόν τούτον έστειλαν πρέσβεις εις διαφόρους πόλεις.
Ο δε φιλόπατρις Δημοσθένης, λησμονών την κατ' αυτού καταφοράν των συμπολιτών του, έτρεξε προθύμως προς ενίσχυσιν των πρέσβεων της πατρίδος του.
Εις την Αρκαδίαν τότε ο Πυθέας αντικρούων τους πρέσβεις των Αθηνών είπε μεταξύ άλλων ότι «καθώς είναι αξιολύπητος οικία τις, εις την οποίαν βλέπομεν εισαγόμενον το γάλα της όνου, το οποίον προς τροφήν των φθισιώντων δίδεται, επίσης αξιολύπητοι είναι και αι πόλεις, εις τας οποίας βλέπομεν εισερχομένους τους πρέσβεις εξ Αθηνών.»
Ο δε εξόριστος Δημοσθένης, απαντών εις τον Πυθέαν, και υπερασπιζόμενος τους συμπολίτας του, ευφυώς και πατριωτικώτατα είπε τα εξής, «καθώς το όνειον γάλα εισάγεται εις τας οικίας προς θεραπείαν των ασθενούντων, τοιουτοτρόπως και οι πρέσβεις των Αθηναίων εισέρχονται εις τας ελληνικάς πόλεις προς σωτηρίαν αυτών.»
Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθον τους πατριωτικούς αυτούς λόγους, αμέσως απεφάσισαν την ανάκλησίν του, και έστειλαν επίτηδες τριήρη, διά να επαναφέρη αυτόν εις την πατρίδα του.
Καθ' ην δε ημέραν ο εξόριστος εφθασεν εις Πειραιά, όλη η πόλις των Αθηνών κατέβη εις τον λιμένα προς υποδοχήν του Δημοσθένους· ανατείνας δε τας χείρας εις τον ουρανόν, ανέκραξεν ότι «η ημέρα εκείνη ήτο η ευτυχεστέρα της ζωής του.»
Ιδού η αμοιβή, η δόξα, και ο θρίαμβος της αμνησικακίας και της φιλοπατρίας!
Εν τούτοις η ώρα είχε παρέλθει, και ο Γεροστάθης ηθέλησε να επανέλθωμεν εις την κωμόπολιν. Ενώ δε επεστρέφομεν μας διηγήθη και τα εξής περί Αριστείδου και Κίμωνος.
Η ΑΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ.
Ωραίον παράδειγμα αμνησικακίας και πραότητος παρουσιάζει, παιδία μου, και ο βίος του δικαίου Αριστείδου.
Ο Αριστείδης διά της δικαιοσύνης, της αφιλοχρηματίας, της φρονήσεως, και της φιλοπατρίας του μεγίστην υπόληψιν και επιρροήν είχεν αποκτήσει εντός των Αθηνών· αλλά τινες παρέστησαν ως επικίνδυνον εις το δημοκρατικόν πολίτευμα την τοιαύτην του Αριστείδου υπεροχήν, και ούτω κατέπεισαν τον λαόν να εξοστρακίση τον δίκαιον αυτόν άνδρα επί δεκαετίαν μακράν των Αθηνών.
Ότε δε οι επιθυμούντες την εξορίαν του έγραφον επί των οστράκων το όνομά του, διά να δώσωσι την κατ' αυτού ψήφον των, χωρικός τις αγράμματος επλησίασεν αυτόν, και παρουσιάσας το όστρακόν του, τον παρεκάλεσε να γράψη επ' αυτού το όνομα Αριστείδης.
— Και τι κακόν έπαθες υπό του Αριστείδου ; ηρώτησε τότε τον χωρικόν ο Αριστείδης·
— Ουδέν, απεκρίθη ο χωρικός, ουδέ γνωρίζω τον άνθρωπον· αλλ' ενοχλούμαι ακούων απανταχού ονομαζόμενον αυτόν Δίκαιον.
Ο Αριστείδης δεν ηγανάκτησε κατά του χωρικού· ουδέ να μεταβάλη την γνώμην αυτού κατεδέχθη· αλλά σεβασθείς την ελευθερίαν της ψήφου, έγραψεν αμέσως επί του οστράκου το όνομά του, και επέστρεψεν αυτό εις τον χωρικόν.
Εξερχόμενος δε εξόριστος από τας Αθήνας, ύψωσε τας χείρας εις τον ουρανόν, ουχί διά να επικαλεσθή την οργήν των θεών κατά των αχαρίστων συμπολιτών του, αλλά διά να ευχηθή διαρκή και μόνιμον ευτυχίαν εις την εξορίζουσαν αυτόν πατρίδα. « Είθε, είπεν, οι συμπολίται μου, ευτυχούντες πάντοτε, να μη αναγκασθώσι ποτέ να ενθυμηθώσι τον Αριστείδην!_»
Τοιαύται χριστιανικαί τωόντι ευχαί μόνον από καρδίας ευγενείς, αμνησικάκους, και φιλοπάτριδας δύνανται να εξέλθωσιν.
Αν και ημείς, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, δεν μορφώσωμεν τοιαύτας τας καρδίας, οι μεν εχθροί δικαίως θέλουν μας αποκαλεί αναξίους απογόνους των ενδόξων προγόνων μας, η δε πατρίς ματαίως θέλει περιμένει ημέρας νέας δόξης και ευτυχίας.
Ουχί δε μόνον διά των λόγων και των ευχών του, αλλά και δι' έργων απέδειξεν ο Αριστείδης την αμνησικακίαν της εναρέτου ψυχής του·
Ότε, ευρισκόμενος εξόριστος εις Αίγιναν, είδεν εκείθεν τον Περσικόν στόλον πλησιάζοντα εις την Σαλαμίνα, φοβηθής μήπως οι συμπολίται του, κατακλειόμενοι εξαίφνης, καταστραφώσιν, αποφασίζει αμέσως να διακινδυνεύση και αυτήν την ιδίαν του ζωήν προς σωτηρίαν των Αθηναίων, και του αντιπάλου του Θεμιστοκλέους. Εμβαίνει λοιπόν εις πλοιάριον, και βοηθούμενος υπό του σκότους της νυκτός, ατρόμητος διαπλέει εν τω μέσω του εχθρικού στόλου· φθάνων δε εις την Σαλαμίνα ανακοινόνει αμέσως προς τον εχθρόν του Θεμιστοκλέα την προσέγγισιν του Περσικού στόλου και τον επικείμενον κίνδυνον, όπως ως ναύαρχος διατάξη τα δέοντα.
Ότε δε ο Θεμιστοκλής εξήγησε προς αυτόν ότι η προσέγγισις των Περσών ήτο ίδιον αυτού στρατήγημα, όπως αναγκάση αυτούς να πολεμήσωσιν εντός των στενών, ο Αριστείδης παρεδέχθη ως ορθότατον το σχέδιον του Θεμιστοκλέως, αν και σχέδιον του αντιζήλου και αντιπάλου του, και υπεστήριξεν αυτό όλαις δυνάμεσιν ενώπιον των Ελλήνων. Τα ποταπά και ολέθρια αισθήματα της αντιζηλίας, της ψευδοφιλοτιμίας, και του φθόνου ήσαν όλως άγνωστα εις την ευγενή ψυχήν του Αριστείδου.
Τείνας δε τότε την δεξιάν του προς τον Θεμιστοκλέα, είπε τους εκείνους λόγους, τους οποίους πας αληθής Έλλην πρέπει να διατηρή ζωηρούς εις την μνήμην του, οσάκις περί πατρίδος πρόκηται· «Ας αφήσωμεν κατά μέρος, ω Θεμιστόκλεις, τας ματαίας και νεανικάς αντιζηλίας· ας σωφρονισθώμεν· ας θυσιάσωμεν προθύμως τα πάθη μας ενώπιον της πατρίδος, και ας φιλοτιμηθώμεν να συντελέσωμεν αμφότεροι εις την σωτηρίαν αυτής, συ μεν στρατηγών εγώ δε προθύμως υπακούων και συμβουλεύων.»
Ο Θεμιστοκλής συγκινηθείς ησπάσθη τον αντίπαλόν του, και ωφεληθείς από την ανδρίαν, από την ειλικρινή συνδρομήν, και από τας φρονίμους συμβουλάς του, κατώρθωσε την λαμπράν εκείνην ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, ήτις και την Ελλάδα έσωσε, και τον Θεμιστοκλέα απηθανάτισεν.
Ο εξόριστος λοιπόν Αριστείδης, ουχί μόνον κακόν αντί κακού δεν ανταπέδωκεν, αλλά και αυτήν την ζωήν του διεκινδύνευσε, και ανδρείως ηγωνίσθη προς σωτηρίαν της πατρίδος του και προς δόξαν του εχθρού του Θεμιστοκλέους.
Αν δεν αποκτήσωμεν και ημείς, επρόσθεσεν ο γέρων, τοιούτους εναρέτους, φιλοπάτριδας, και αμνησικάκους άνδρας, θυσιάζοντας προθύμως τα ιδιαίτερα πάθη των εις τον βωμόν της πατρίδος, ας μη ελπίζωμεν, παιδία μου, εθνικήν αναγέννησιν και εθνικήν ευημερίαν
Η ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ ΚΙΜΩΝΟΣ.
Καθώς ο Αριστείδης εξωρίσθη υπό των Αθηναίων διά την αρετήν και την δικαιοσύνην του, τοιουτοτρόπως μετά τινας χρόνους εξωρίσθη και ο ένδοξος Κίμων επί λόγω ότι ήτο φίλος των Σπαρτιατών, και επομένως επικίνδυνος εις τας Αθήνας.
Καθώς δε ο Αριστείδης, ουχί μόνον δεν ηγανάκτησε κατά της πατρίδος του εξορισθείς, αλλ' ηυχήθη, ηγωνίσθη, και διεκινδύνευσε προς σωτηρίαν αυτής, τοιουτοτρόπως και ο Κίμων, μιμούμενος το αξιότιμον παράδειγμα του εναρέτου εκείνου ανδρός και προσωπικού φίλου του, δεν εμνησικάκησε κατά των συμπολιτών του, αλλά και αυτός καλόν αντί κακού ηθέλησε να τοις ανταποδώση.
Ενώ ήτο εξόριστος, μάχη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών επρόκειτο να συγκροτηθή εις την Βοιωτίαν.
Ιδού περίστασις αρμοδία προς εκδίκησιν είπεν ο Κίμων· και ενδυθείς αμέσως την πανοπλίαν του, τρέχει εις το στρατόπεδον, ουχί των φίλων του Σπαρτιατών, αλλά των εχθρών του Αθηναίων, όπως συναγωνισθή και θυσιασθή μετ' αυτών υπέρ πατρίδος.
Οι Αθηναίοι όμως απέκρουσαν την αυθόρμητον ταύτην και γενναίαν συνδρομήν του εξορίστου Κίμωνος, και διέταξαν αυτόν ν' απομακρυνθή του στρατοπέδου.
Αλλά και τότε ο Κίμων δεν αγανακτεί κατά των δυσπίστων συμπολιτών του· απ' εναντίας παρακαλεί θερμώς εκατόν πιστούς και αφοσιωμένους εις αυτόν φίλους του ν' αγωνισθώσι γενναίως, όπως η πατρίς θριαμβεύση
Οι εκατόν αυτοί φίλοι του, υπακούσαντες εις την φωνήν του Κίμωνος, και αγωνισθέντες ανδρείως, έπεσαν άπαντες εις την μάχην θύματα ένδοξα της φιλοπατρίας των.
Οι δε Αθηναίοι αμέσως τότε διέταξαν την εις Αθήνας επάνοδον του Κίμωνος, εννοήσαντες ότι, αν ο Κίμων ηγάπα την αρετήν και τα αυστηρά ήθη των Σπαρτιατών, την πατρίδα του όμως ελάτρευεν υπέρ παν άλλο επίγειον αγαθόν.
Οποία διαφορά μεταξύ Κίμωνος, Αριστείδου, Φωκίωνος, και Δημοσθένους, καί τινων εκδικητικών ανδραρίων, τα οποία, τυφλωμένα από φιλαρχίαν, φιλοχρηματίαν, και φθόνον, διά να ευχαριστήσωσι τα μοχθηρά των πάθη, εξυβρίζουν εν τη παραφορά των, συκοφαντούν, προδίδουν, ληστεύουν, και δολοφονούν ουχί μόνον τους αντιπάλους, αλλά και ολόκληρον το έθνος αυτών!
Διά του ακολούθου δε διστίχου μας εκαλονύκτισεν ο γέρων κατά την εσπέραν εκείνην.
»Έσο γενναίος πάντοτε, μνησίκακος μη είσαι. » Δίδε καλόν αντί κακόν, και όντως εκδικείσαι.» ~~~~~~~~~~
Ο ΙΕΡΩΤΕΡΟΣ ΕΡΩΣ. « Και μείζον' όστις αντί της « αυτού πάτρας φίλον νομίζει, « τούτον ουδαμού λέγω. » (Σοφοκλέους.)
ΚΑΤΑ την εικοστήν πέμπτην Μαρτίου 1820, ημέραν του Ευαγγελισμού, προσεκάλεσεν ο Γεροστάθης μετά την θείαν λειτουργίαν εις το γεύμα του τους δέκα μεγαλυτέρους μαθητάς του σχολείου· μεταξύ δε αυτών συνηριθμείτο ευτυχώς και ο γράφων τας παρούσας αναμνήσεις.
Πολλά διηγήθη κατά την ημέραν εκείνην ο αγαθός γέρων, και μάλιστα περί του ενδόξου παρελθόντος, της παρακμής, και της θλιβεράς πτώσεως του έθνους ημών.
Η αρετή και η φιλοπατρία, μας είπεν, εδόξασαν και ανύψωσαν την αρχαίαν Ελλάδα. Η πολυτέλεια, η φιλοπρωτία, και η διαφθορά επέφεραν την παρακμήν της. Η διχόνοια και οι εμφύλιοι σπαραγμοί επροκάλεσαν τας εξωτερικάς επεμβάσεις, και επομένως την υπό τους Ρωμαίους υποδούλωσιν αυτής.
Ο Ελληνισμός όμως κατέκτησε βαθμηδόν τους Ρωμαίους κατακτητάς, και εξελληνίσας την εν Κωνσταντινουπόλει συσταθείσαν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν, Ελληνικήν επί τέλους ανέδειξεν αυτήν.
Αλλά δυστυχώς η Ελληνική Αυτοκρατορία, παραμελήσασα και των εθνικών δυνάμεων την εξάσκησιν, και του εθνικού φρονήματος την ανύψωσιν, και της φιλοπατρίας τα ζώπυρα, παρήκμασεν, εξησθένησε, και κατεστράφη.
— Αλλ' η πατρίς, παιδία μου, είπεν ο γέρων, είναι μήτηρ φιλόστοργος, την οποίαν και δούλην και ελευθέραν και ευτυχούσαν και δυστυχούσαν οφείλομεν ν' αγαπώμεν, το παν προθύμως υπέρ αυτής θυσιάζοντες,
«Αυτήν ας έχωμεν 'ς τον νουν, αυτήν ας αγαπώμεν, «Και όπου αν υπάγωμεν, ας μη την λησμονώμεν.»
Γλυκύτατον και εκφραστικώτατον είναι τω όντι το όνομα της πατρίδος. Η αρχή της λέξεως ταύτης μας ενθυμίζει τον πατέρα, η δε κατάληξις, θηλυκή ούσα, μας υπενθυμίζει την μητέρα. Εάν λοιπόν οφείλωμεν ν' αγαπώμεν και τον πατέρα και την μητέρα μας, διπλασίαν αγάπην οφείλομεν προς την πατρίδα, ήτις εντός εαυτής συνενόνει αμφοτέρους τους γονείς, και μετ' αυτών όλους τους προγόνους, όλους τους συγγενείς, όλους τους φίλους, όλους τους συμπολίτας, όλον το παρελθόν, και όλον το μέλλον ημών.
Αλλ' όταν λέγω πατρίδα, επρόσθεσεν ο γέρων, δεν εννοώ την κωμόπολιν, ή το χωρίον, ή την πόλιν, ή την επαρχίαν, εις την οποίαν εγεννήθημεν. Τα μήλα της μηλέας δεν είναι προϊόντα τούτου ή εκείνου του κλώνου ή του κλάδου αυτής· είναι καρποί ενός και του αυτού δένδρου, όσον πολλαί και αν ήναι αι ρίζαι, αίτινες τα τρέφουν, όσον διάφοροι και αν ήναι οι κλάδοι ή οι κλώνοι, οίτινες τα φέρουν. Τοιουτοτρόπως και άπαντες οι Έλληνες είναι καρποί ενός και του αυτού δένδρου, τέκνα μιας και της αυτής μεγάλης μητρός, και επομένως αδελφοί αδιάσπαστοι.
Η προς την κοινήν δε ταύτην μητέρα, η προς την μεγάλην πατρίδα αφοσίωσις και αγάπη αποτελεί την ευγενή και υψηλήν αρετήν της φιλοπατρίας.
Αλλά καθώς δεν είναι αληθής χριστιανός όστις, πιστεύων εις Χριστόν, δεν αποδεικνύει την πίστιν του ταύτην διά των χριστιανικών του έργων, τοιουτοτρόπως ούτε φιλόπατρις είναι όστις, λέγων ότι αγαπά την πατρίδα, δεν προσπαθεί διά πατριωτικών έργων ν' αποδείξη την αγάπην του ταύτην.
Ο αληθώς φιλόπατρις χρεωστεί ουχί μόνον να μη βλάπτη την πατρίδα του διά της κακοηθείας και των παθών του, αλλά και διά της αρετής, των κόπων, των αγώνων, και των θυσιών του χρεωστεί ν' αποκαθίσταται πάντοτε ωφέλιμος εις αυτήν.
Οι ένδοξοι πρόγονοί μας εκληροδότησαν εις ημάς παραδείγματα αξιοθαύμαστα και αξιομίμητα αληθούς φιλοπατρίας.
Διά να θαυμάσητε δε το ύψος και το κάλλος της φιλοπατρίας των, θέλω σας διηγηθή τινα εκ των παραδειγμάτων τούτων, εύελπις ότι το ιερόν πυρ, το οποίον εθέρμανε τας καρδίας των προγόνων μας προς δόξαν της αρχαίας Ελλάδος, θέλει θερμάνει και τας ιδικάς σας καρδίας προς παρηγορίαν της φίλης πατρίδος.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΔΡΟΥ.
Κατά τους αρχαίους χρόνους οι Αθηναίοι, πριν ή δημοκρατηθώσιν, έζων υπό βασιλείς. Ότε δε εβασίλευεν εις Αθήνας ο Κόδρος, οι Δωριείς, εισβαλόντες εκ της Πελοποννήσου και κυριεύσαντες τα Μέγαρα, επαπείλουν και τας Αθήνας. Ο δε χρησμός υπέσχετο εις αυτούς επιτυχίαν και θρίαμβον κατά των Αθηναίων, αν ήθελον διαφυλάξει την ζωήν του βασιλέως Κόδρου.
Ο Κόδρος, μαθών τον χρησμόν, αποφασίζει αμέσως να θυσιάση και θρόνον και ζωήν προς σωτηρίαν της φίλης πατρίδος του.
Όθεν ενδυθείς ως χωρικός προσέρχεται άγνωστος εις το στρατόπεδον των εχθρών· εκεί δε διερεθίζων και προκαλών τους στρατιώτας, κατορθόνει επί τέλους να πληγωθή καιρίως υπ' αυτών, και ούτω ν' αποθάνη τον υπέρ πατρίδος θάνατον, τον ενδοξότερον και γλυκύτερον παντός άλλου θανάτου.
Οι Δωριείς, άμα πληροφορηθέντες ότι ο φονευθείς χωρικός ήτο ο βασιλεύς Κόδρος, και ότι ο κατά τον χρησμόν όρος της επιτυχίας των εματαιώθη, απηλπίσθησαν και ανεχώρησαν, αι δε Αθήναι εσώθησαν.
Μεγίστη είναι, παιδία μου, επρόσθεσεν ο γέρων, η δύναμις του καλού παραδείγματος! Και διά τούτο πιστεύω ότι την ευγενή φιλοπατρίαν του Κόδρου και την υπέρ πατρίδος γενναίαν θυσίαν της ζωής του επροκάλεσεν η προ αυτού πατριωτική θυσία της Αγραύλου.
Τις ήτο η Άγραυλος, και ποία η πατριωτική της θυσία ; ηρωτήσαμεν τότε τον Γεροστάθην. Αυτός δε μας απεκρίθη τα εξής
Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΑΥΛΟΥ.
Η Άγραυλος ήτο θυγάτηρ του Κέκροπος, του πρώτου θεμελιωτού και βασιλέως των Αθηνών. Ενώ δε αύτη έζη εις τας Αθήνας, εχθροί κατεπολέμουν την πόλιν οι δε Αθηναίοι κινδυνεύοντες ηρώτησαν το μαντείον τι πρέπει να πράξωσιν όπως νικήσωσι και σωθώσι.
Το δε μαντείον απήντησεν ότι τότε μόνον θέλουν νικήσει και σωθή οι Αθηναίοι, όταν αυθορμήτως θυσιασθή τις εξ αυτών υπέρ πατρίδος.
Η ευγενής βασιλόπαις Άγραυλος, συναισθανομένη σφοδρόν τον έρωτα της πατρίδος, γενναίως αποφασίζει να εκπληρώση τον ειρημένον χρησμόν, και να θυσιάση αυθορμήτως την ζωήν της προς σωτηρίαν της κινδυνευούσης πατρίδος. Αναβαίνει λοιπόν επί της Ακροπόλεως των Αθηνών, και εκ του ύψους αυτής αφόβως κατακρημνίζεται, όπως διά του θανάτου της δώση ζωήν και νίκην εις την φίλην πατρίδα της.
Ευγνωμονούντες οι Αθηναίοι διά την ηρωικήν ταύτην θυσίαν της Αγραύλου, και επιθυμούντες να διαιωνίσωσι την μνήμην της, εσύστησαν και εώρταζαν έκτοτε εις τας Αθήνας εορτήν δημόσιον, Αγραύλια καλουμένην. Ανήγειραν δε προς τιμήν της φιλοπάτριδος ηρωίδος εν τη Ακροπόλει και ναυν, εντός του οποίου όλοι οι νέοι των Αθηνών ωρκίζοντο ότι θέλουν υπερασπίζει μέχρι τελευταίας αναπνοής τους συμπολίτας των, την θρησκείαν των, την πατρίδα των, και τους νόμους αυτής.
Ο ΟΡΚΟΣ ΤΟΝ ΝΕΩΝ.
Ο Γεροστάθης τότε, λαβών εκ της βιβλιοθήκης του βιβλίον, μας ανέγνωσεν ελληνιστί, και ακολούθως μας εξήγησε τον όρκον, τον οποίον εις τας Αθήνας οι παίδες, γινόμενοι έφηβοι, ωρκίζοντο. ιδού δε καθ' όσον ενθυμούμαι τα διαλαμβανόμενα εντός του όρκου τούτου·
«Δεν θέλω ποτέ καταισχύνει τα όπλα της πατρίδος. Δεν θέλω ποτέ εγκαταλείψει εις την μάχην την τάξιν και τον παραστάτην μου. Θέλω αγωνίζεσθαι πάντοτε υπέρ του μεγαλείου και της βελτιώσεως της πατρίδος. Θέλω τιμά και υπερασπίζει τα ιερά και τα όσια της πατρίδος. Θέλω υπακούει προθύμως εις τους εμφρόνως κρίνοντας, και θέλω είσθαι ευπειθής εις της πατρίδος τους νόμους, καταδιώκων πάντα παραβάτην αυτών. Οι δε Θεοί έστωσαν μάρτυρες τούτων!_»
Τοιούτον όρκον, τοιαύτας ιεράς υποσχέσεις χρεωστείτε εις την πατρίδα και υμείς, φίλτατοι νέοι, μας είπεν ο Γεροστάθης. Υποσχέθητε και σεις ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι θέλετε αγαπά πάντοτε την πατρίδα και την θρησκείαν υμών. Υποσχέθητε ότι προς υπεράσπισιν αυτών προθύμως θέλετε θυσιάσει και αυτήν την ζωήν υμών. Ύποσχέθητε ότι προθύμως θέλετε και σεις υπακούει εις τους ικανωτέρους υμών. Έστε δε βέβαιοι ότι εάν τηρήσητε τας υποσχέσεις σας ταύτας, δεν θέλει βραδύνει να ευδαιμονήση και να δοξασθή η σήμερον τεθλιμμένη πατρίς.
Μετά τους λόγους αυτούς μεγαλοφώνως τον όρκον των νέων ωρκίσθημεν πάντες, και την γενναιότητα της Αγραύλου δεν επαύσαμεν θαυμάζοντες.
Ο δε Γεροστάθης επρόσθεσεν ότι και άλλαι Ελληνίδες, εμπνεόμεναι υπό του ευγενούς και υψηλού αισθήματος της φιλοπατρίας, και την αρχαίαν Ελλάδα και το γυναικείον φύλον ετίμησαν και εδόξασαν. Μας διηγήθη δε τα εξής περί της Τελεσίλλας, της Αρχιδαμίας, και της Κρατησικλείας.
Η ΑΡΓΕΙΑ ΤΕΛΕΣΙΛΛΑ.
Η Τελέσιλλα, λυρική ποιήτρια εξ Άργους, είχε καρδίαν ευαίσθητον, εξευγενισθείσαν διά της αρετής και της μαθήσεως· έχουσα δε τοιαύτην καρδίαν ηγάπα θερμώς την πατρίδα της. Όθεν, ότε οι Αργείοι είχον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών, η Τελέσιλλα κατώρθωσε να σχηματίση τάγμα εξ Αργείων γυναικών, και τεθείσα επί κεφαλής αυτού, συνηγωνίσθη ανδρείως μετά των συμπολιτών της, εξάπτουσα την φιλοπατρίαν και την γενναιότητα αυτών διά τε της ποιητικής λύρας και διά του ιδίου αυτής παραδείγματος.
Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται ενικήθησαν, και εις την Τελέσιλλαν προσεφέρθη ο στέφανος της νίκης. Εντός δε του ναού της Αφροδίτης ανήγειραν οι Αργείοι το άγαλμα της ηρωίδος, φέρον τα εμβλήματα της ποιήσεως και της ηρωικής φιλοπατρίας.
Ορθότατα έλεγεν ο σοφός Σόλων, ότι «εκείναι αι πόλεις ευδαιμονούν, εις τας οποίας οι μεν αγαθοί τιμώνται, οι δε κακοί τιμωρούνται.» Ενόσω οι Έλληνες ετίμων την αρετήν και την φιλοπατρίαν, απαθανατίζοντες δι' εικόνων και ανδριάντων τας Τελεσίλλας και τους άλλους ευεργέτας της πατρίδος, η Ελλάς ηυτύχει και εδοξάζετο· παρήκμασε δε και κατεστράφη ότε οι μεν μοχθηροί και διεφθαρμένοι, οι αμαθείς και οι άρπαγες Κλέωνες και Δημάδαι ετιμήθησαν, οι δε ενάρετοι Σωκράται και Φωκίωνες έπινον εν τω δεσμωτηρίω το κώνειον.
ΑΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ.
Ο Πύρρος, όστις εβασίλευεν εις την Ήπειρον περί τα 300 έτη προ Χριστού, ανεφάνη ο μεγαλύτερος στρατιωτικός ανήρ της εποχής του. Δις ενίκησε τους Μακεδόνας, και επί της Μακεδονίας εβασίλευσε.
Μεταβάς δε μετά των στρατών του εις την Ιταλίαν, εις διαφόρους μάχας κατετρόπωσε τους Ρωμαίους· αλλ' επί τέλους ηναγκάσθη να επανέλθη εις την Ήπειρον, και τότε εξεστράτευσεν εις την Πελοπόννησον· πολιορκήσας δε την Σπάρτην, επαπείλει έφοδον κατ' αυτής.
Τότε αι γυναίκες της Σπάρτης, μαθούσαι ότι η Γερουσία επρόκειτο να διασώση αυτάς εις την Κρήτην, όλαι μετ' αγανακτήσεως απέκρουσαν την τοιαύτην απόφασιν. Η δε Αρχιδαμία επί κεφαλής αυτών, και ξίφος κρατούσα, παρουσιάσθη ενώπιον της Γερουσίας, και εβεβαίωσεν αυτήν ότι, εάν η Σπάρτη πρόκηται να χαθή, ουδεμία Σπαρτιάτις θέλει να επιζήση. Αμέσως δε μικραί και μεγάλαι, παρθένοι και σύζυγοι μετέβησαν εις τα προχώματα της Σπάρτης, όπου οι στρατιώται είχον αρχίσει να κατασκευάζωσι τάφρον μεγάλην προς αντίκρουσιν της περιμενομένης εφόδου του Πύρρου· εργασθείσαι δε καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός δραστηρίως, απεπεράτωσαν αυταί την τάφρον, όπως δώσωσιν εις τους άνδρας καιρόν αναπαύσεως προς ανάκτησιν των δυνάμεων των κατά την ώραν της εφόδου.
Ότε δε την αυγήν η έφοδος ήρχισεν, αι Σπαρτιάτιδες, μένουσαι εις την μάχην πλησίον των στρατιωτών, υπηρέτουν αυτούς, προσφέρουσαι βέλη, ακόντια, τροφήν, και ύδωρ· συγχρόνως δε επεριποιούντο τους πληγωμένους, και ενεψύχονον τους μαχομένους, λέγουσαι προς αυτούς. « Ένδοξος θέλει είσθαι η νίκη σας, εάν μαχόμενοι νικήσητε ενώπιον της Σπάρτης, υπό τους οφθαλμούς της πατρίδος· γλυκύτατος δε θέλει είσθαι ο θάνατός σας, εάν μαχόμενοι υπέρ πατρίδος πέσητε εις τας αγκάλας των μητέρων, των γυναικών, και των θυγατέρων σας.»
Τοιουτοτρόπως η Σπάρτη εσώθη διά της μεγαλοψυχίας και της φιλοπατρίας των γυναικών της· ο δε Πύρρος αποκρουσθείς ηναγκάσθη ν' αναχωρήση.
Τόσον θαυμάσια είναι η δύναμις της φιλοπατρίας, ώστε και αυτάς τας γυναίκας αναδεικνύει ανδρείας, μεγαλοψύχους, και της πατρίδος σωτείρας!
Μετά τα ανωτέρω διηγήθη ο γέρων και τα εξής·
Η ΚΡΑΤΗΣΙΚΛΕΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟΝ.
Ότε η Σπάρτη επολέμει κατά της Αχαϊκής συμμαχίας και κατά του Αντιγόνου, βασιλέως της Μακεδονίας, ο βασιλεύς της Σπάρτης Κλεομένης ηναγκάσθη να επικαλεσθή την συμμαχίαν του Πτολεμαίου, βασιλέως της Αιγύπτου.
Ο δε Πτολεμαίος υπεσχέθη μεν βοήθειαν εις τον Κλεομένην, αλλ' υπό τον όρον του να τω στείλη εις την Αίγυπτον ομήρους τα τέκνα και την μητέρα του Κρατησίκλειαν.
Εσυστέλλετο επί τινα καιρόν ο Κλεομένης να κοινοποιήση εις την γραίαν μητέρα του την πρότασιν του Πτολεμαίου. Πολλάκις εισήλθεν εις το δωμάτιον της Κρατησικλείας διά να τη ανακοινώση οποίαν θυσίαν απαιτεί παρ' αυτής το συμφέρον της Σπάρτης· αλλ' η προς την μητέρα του αγάπη τω επέβαλλε σιωπήν.
Επί τέλους όμως ο έρως της πατρίδος υπερίσχυσε, και ο Κλεομένης εκοινοποίησεν εις την Κρατησίκλειαν την πρότασιν του Πτολεμαίου.
Η δε φιλόπατρις Σπαρτιάτις απήντησεν « Εάν αυτό το σώμα μου, στελλόμενον εις την Αίγυπτον ή αλλαχού, δύναται να ωφελήση την Σπάρτην, στείλε το, στείλε το το ταχύτερον, πριν ή διαλυθή υπό του γήρατος, μένον ενταύθα άχρηστον και ανωφελές εις την πατρίδα του._»
Ότε δε η Κρατησίκλεια, μεταβάσα εις την Αίγυπτον, επληροφορήθη ότι ο Κλεομένης δεν ετόλμα να συμβιβασθή μετά των Αχαιών, φοβούμενος μήπως η μήτηρ και τα τέκνα του κακοποιηθώσιν υπό του Πτολεμαίου, έγραψεν αμέσως προς τον Κλεομένην τα αξιοθαύμαστα ταύτα λόγια « Πράξον τα πρέποντα και τα συμφέροντα εις την Σπάρτην· μη καταδεχθής δε ποτέ να βλαφθή η πατρίς χάριν μιας γραίας καί τινων παιδαρίων._»
Τοιαύται ήσαν αι αρχαίαι Ελληνίδες! Έχοντες δε οι προπάτορες ημών τοιαύτας μητέρας, δικαίως διεκρίθησαν υπέρ παν άλλο έθνος διά την μεγίστην φιλοπατρίαν των.
Αι μητέρες, ουχί μόνον νήπια τρέφουν τα τέκνα των, αλλά και πρώτοι διδάσκαλοι, και πρώτοι παιδαγωγοί αυτών είναι. Αι δε πρώται εντυπώσεις, τας οποίας εις την τρυφερωτέραν ηλικίαν λάβωσι τα παιδία, κανονίζουν ολόκληρον τον βίον αυτών.
Ευτυχείς λοιπόν αι κοινωνίαι, εις τας οποίας αι μητέρες, αφού με το γλυκύ γάλα του στήθους των θρέψωσι τα τέκνα των, ποτίζουσιν ακολούθως αυτά και με το έτι γλυκύτερον γάλα της αρετής, της χριστιανικής αγάπης και της φιλοπατρίας!
Ακολούθως διηγήθη τα εξής περί του Θρασυβούλου και Πελοπίδου.
Ο ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ.
Ενθυμείσθε βεβαίως από το μάθημα της Ελληνικής Ιστορίας πώς ετελείωσεν ο ολέθριος Πελοποννησιακός πόλεμος.
Ο στρατηγός της Σπάρτης Λύσανδρος, αφού κατέστρεψε τον Αθηναϊκόν στόλον, εκυρίευσε τον Πειραιά, κατηδάφισε τα μακρά τείχη, και καταλύσας το ελεύθερον πολίτευμα των Αθηναίων, καθυπέταξεν αυτούς υπό τον σκληρόν ζυγόν των Τριάκοντα Τυράννων.
Αλλ' ο Θρασύβουλος, μη ανεχόμενος να έχη πατρίδα δούλην και υπό αιμοβόρων τυράννων κατασπαραττομένην, αποφασίζει γενναίως την απελευθέρωσιν αυτής.
Όθεν συνεννοείται μυστικώς μετ' άλλων φυγάδων, και συγχρόνως μετά των εν Αθήναις συμπολιτών του· προσελκύσας δε και την αγάπην και την συνδρομήν Θηβαίων τινών, κυριεύει εξαίφνης την Φυλήν, χωρίον οχυρόν της Αττικής. Αποκρούων δε γενναίως τους μισθωτούς στρατιώτας των Τριάκοντα, μεταβαίνει εις τον Πειραιά και οχυρόνεται εις την Μουνυχίαν, επαπειλών εκείθεν τους Τριάκοντα Τυράννους. Αλλ' οι Τύραννοι, ως επί το πλείστον θρασύδειλοι, φεύγουν τότε έντρομοι μακράν των Αθηνών, και ούτως ο Θρασύβουλος επαναφέρει την αυτονομίαν και την ελευθερίαν εις την πατρίδα του, απαλλάττων αυτήν από τα δεινά και τα βάσανα της τυραννίας.
Ο ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝΩΝ ΤΑΣ ΘΗΒΑΣ.
Το αξιομίμητον παράδειγμα του φιλοπάτριδος Θρασυβούλου εμιμήθη και ο μέγας πολίτης των Θηβών Πελοπίδας.
Δοξομανής, αλλ' αφιλότιμος, ο Θηβαίος Λεοντίδας εθυσίασεν ενώπιον της φιλαρχίας του την τιμήν της πατρίδος του και δια προδοσίας αισχράς παρέδωκε το φρούριον των Θηβών, την Καδμίαν, εις Σπαρτιατικήν φρουράν.
Στηριζόμενος δε επί της Σπαρτιατικής ταύτης κατοχής, εκυβέρνα ατίμως και παρανόμως την πατρίδα του.
Ο Πελοπίδας καί τινες άλλοι φιλοπάτριδες Θηβαίοι, μη υποφέροντες το αίσχος τούτο της Σπαρτιατικής κατοχής, εγκατέλιπον τας Θήβας και προσέφυγον εις τας Αθήνας.
Αν και νέος τότε ο Πελοπίδας, φλεγόμενος όμως υπό του ιερού της πατρίδος έρωτος, απεφάσισε το παν να διακινδυνεύση προς απελευθέρωσιν των Θηβών.
Όθεν, ποτέ μεν υπενθυμίζων εις τους συμπολίτας του το ένδοξον του Θρασυβούλου ανδραγάθημα, ποτέ δε λέγων προς αυτούς ότι αισχρόν και ανόσιον είναι να παραμελή ο πολίτης την πατρίδα του ατιμαζομένην υπό ξένων όπλων, και άλλοτε ότι προτιμότερος ο έντιμος θάνατος παρά την άτιμον ζωήν, δεν έπαυε προετοιμάζων και εξάπτων καθ' ημέραν τους Θηβαίους προς απελευθέρωσιν της δούλης πατρίδος των.
Ότε δε τα πατριωτικά του σχέδια ωρίμασαν, μεταβάς μετά των φίλων του εις τας Θήβας, κατώρθωσε και τον αισχρόν προδότην Λεοντίδαν να καταστρέψη, και την Σπαρτιατικήν φρουράν ν' αποδιώξη, και την τιμήν και την ελευθερίαν να επαναφέρη εις την φίλην πατρίδα του.
Δικαίως λοιπόν οι Έλληνες ωνόμαζον την λαμπράν ταύτην και πατριωτικήν πράξιν του Πελοπίδου αδελφήν της του Θρασυβούλου.
Έκτοτε ο Πελοπίδας δεν έπαυσεν αγωνιζόμενος και διακινδυνεύων μετά του επιστηθίου φίλου του Επαμεινώνδου υπέρ της δόξης και της ευδαιμονίας της φιλτάτης πατρίδος του.
Τοιαύτη δε ήτο η φιλοπατρία και η αυταπάρνησίς του, ώστε ότε ποτέ η σύζυγός του μετά δακρύων παρεκάλει αυτόν, εξερχόμενον εις εκστρατείαν, να προσέχη την ζωήν του, «ω γύναι, είπε προς αυτήν, χρέος των αρχηγών είναι να φροντίζωσι περί της ζωής των άλλων και ουχί περί της ιδικής των.»
Ακολούθως ο Γεροστάθης μας ωμίλησε και περί του θανάτου του Σωκράτους, τον οποίον τοσούτω μάλλον πατριωτικόν εθεώρει, καθ' όσον ο ενάρετος ούτος ανήρ δεν απέθανεν εις τον ενθουσιώδη βρασμόν μάχης τινός, αλλ' ησύχως και εσκεμμένως εντός της φυλακής επροτίμησε να πίη το κώνειον, παρά να βλάψη την φιλτάτην πατρίδα του, δίδων παράδειγμα ασεβείας προς τους νόμους αυτής διά της δραπετεύσεώς του.
Ιδού δε όσα περί αυτού διηγήθη.
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΩ.
Ενώ ο Σωκράτης, καταδικασμένος εις θάνατον, επερίμενεν αταράχως εν τω δεσμωτηρίω την ημέραν, καθ' ην επρόκειτο να πίη το θανατηφόρον κώνειον, οι φίλοι και μαθηταί του, μη υποφέροντες να ίδωσι τον ενάρετον διδάσκαλόν των αποθνήσκοντα αδίκως, προητοίμασαν εν αγνοία του όλα τα μέσα της δραπετεύσεώς του, και της εις την Θεσσαλίαν ασφαλούς διασώσεως αυτού.
Αυγήν τινα εγειρόμενος ο Σωκράτης εν τη φυλακή από τον ήσυχον ύπνον, τον οποίον μόνον οι ενάρετοι και ευσυνείδητοι άνδρες και κατ' αυτήν την παραμονήν του θανάτου των δύνανται να κοιμώνται, βλέπει καθήμενον πλησίον της κλίνης του τον φίλτατον μαθητήν του Κρίτωνα, όστις από τα χαράγματα είχεν εισέλθει εις το δεσμωτήριον, διά να κοινοποιήση εις τον διδάσκαλόν του ότι την επιούσαν επρόκειτο να τω δώσωσι το κώνειον, και συγχρόνως διά να καταπείση αυτόν να φύγη εκ της φυλακής, καθόσον τα πάντα ήσαν ήδη προς τούτο έτοιμα.
Αλλ' ο Σωκράτης, ενώ αφ' ενός ακούει με αταραξίαν την αγγελίαν του επικειμένου θανάτου του, αποκρούει αφ' ετέρου την ιδέαν της δραπετεύσεως και τας παρακλήσεις του Κρίτωνος.
Η ευπείθεια εις τους νόμους της πατρίδος και εις τας αποφάσεις των δικαστηρίων ήτο, κατά τον Σωκράτην, το ιερώτερον χρέος παντός πολίτου, αγαπώντος αληθώς την πατρίδα του· επροτίμησε λοιπόν να μείνη εν τη φυλακή και να θυσιάση την ζωήν του, παρά να δραπετεύση παραβιάζων ούτω τους νόμους της πατρίδος και το καθήκον του αγαθού πολίτου.
Διά να καταπείση δε περί τούτου και τον φίλον του Κρίτωνα, όστις επέμενεν επιθυμών την διάσωσιν του διδασκάλου του, είπε προς αυτόν τα εξής·
«Εάν, φίλε Κρίτων, ήθελον αποφασίσει να δρεπετεύσω εκ της φυλακής, οι Νόμοι και η Πατρίς ήθελον παρουσιασθή ενώπιόν μου και ήθελον με ειπεί
« Τι κάμνεις, ω Σώκρατες; Απεφάσισας να μας καταστρέψης ; Δεν γνωρίζεις ότι είναι αδύνατον να υπάρξη πόλις, όταν οι νόμοι της δεν φυλάττωνται, όταν αι αποφάσεις των δικαστηρίων της δεν εκτελώνται; Φρονείς ίσως ότι σε ηδικήσαμεν, και δι' αυτό θέλεις να μας παραβιάσης ; Αλλ' ελησμόνησας την διδασκαλίαν σου μη κακόν αντί κακού; Η Πατρίς, ω Σώκρατες, διά τον νόμων της και διά των φροντίδων της εγέννησεν, έθρεψεν, εξεπαίδευσε και σε και τους γονείς σου και τους προγόνους σου. Είσαι τέκνον μου, είσαι θρέμμα μου· πώς λοιπόν τολμάς να με βλάψης; Εάν ο πατήρ σου ή ο διδάσκαλός σου σε ραπίσωσιν, ή άλλως πως σε κακοποιήσωσιν, έχεις ποτέ δικαίωμα να επιστρέψης κατ' αυτών το ράπισμα ή την κακοποιίαν; Ουχί βεβαίως. _Αλλά δεν γνωρίζεις ότι η Πατρίς είναι πολύ τιμιώτερον και σεμνότερον και αγιώτερον και από την μητέρα και από τον πατέρα και από όλους τους προγόνους σου· ότι πρέπει να σέβησαι και να περιποιήσαι αυτήν, καί τοι θυμωμένην και άδικον, και ότι ευπειθώς χρεωστείς να πράττης παν ό,τι η Πατρίς διατάττει, και να πληγωθής εις την μάχην, ή και ν' αποθάνης υπέρ αυτής ; Δεν γνωρίζεις ότι, εάν δεν ήναι όσιον να παραβιάζη τις τους γονείς και τας διαταγάς αυτών, πολύ ολιγώτερον όσιον είναι να παραβιάζη τις την πατρίδα και τους νόμους αυτής ; »
— Τι ηδυνάμην, ω φίλε Κρίτων, ν' απαντήσω εις τας σοβαράς αυτάς ερωτήσεις της πατρίδος ; επρόσθεσεν επί τέλους ο Σωκράτης. Ο δε Κρίτων, μη έχων τι ν' απαντήση, παρεδέχθη, αν και λυπούμενος, ως ορθήν την απόφασιν του διδασκάλου του, και έπαυσε παρακαλών αυτόν να δραπετεύση.
Τοιουτοτρόπως δε ο φιλόπατρις Σωκράτης έπιε την επιούσαν το κώνειον, και μετέβη εις την άλλην ζωήν μάρτυς της αρετής, της φιλονομίας, και της φιλοπατρίας του.
Ακολούθως διηγήθη ο γέρων εκ της Ρωμαϊκής Ιστορίας το εξής ωραιότατον παράδειγμα πολιτικής αρετής και αληθούς φιλοπατρίας.
Ο ΜΑΡΚΟΣ ΡΗΓΟΥΛΟΣ.
Περί τα 256 προ Χριστού, ότε διήρκει ο πρώτος πόλεμος μεταξύ Ρωμαίων και Καρχηδονίων, ο Μάρκος Ρήγουλος, ων ύπατος της Ρώμης, εξεστράτευσεν επί κεφαλής μεγάλων στρατών εις την Αφρικήν κατά της Καρχηδόνος.
Κατ' αρχάς ενίκησεν εις διαφόρους μάχας τους εχθρούς της Ρώμης· αλλ' ότε οι Καρχηδόνιοι έκλεξαν ως στρατηγόν των Λακεδαιμόνιόν τινα, Ξάνθιππον καλούμενον, κατώρθωσαν και τον στρατόν του Μάρκου να καταστρέψωσι, και αυτόν μετ' άλλων πεντακοσίων Ρωμαίων να αιχμαλωτίσωσι.
Πέντε ολόκληρα έτη έμεινεν αιχμάλωτος ο Ρήγουλος εντός της Καρχηδόνος. Ότε δε οι Καρχηδόνιοι, νικηθέντες υπό του Μετέλλου, έστειλαν πρέσβεις εις την Ρώμην διά να προτείνωσιν ειρήνην και την ανταλλαγήν των αιχμαλώτων, συναπέστειλαν και τον Ρήγουλον, λαβόντες παρ' αυτού υπόσχεσιν ότι θέλει επανέλθει εις τα δεσμά της αιχμαλωσίας του, αν η Ρώμη απορρίψη τας προτάσεις των. Συναποστέλλοντες δε και τον Ρήγουλον, ήλπιζον ότι ήθελεν υποστηρίξει τας προτάσεις των πρέσβεών των, όπως ελευθερωθή και αυτός από τα δεινά της αιχμαλωσίας.
Αλλ' οποία η έκπληξις και των Καρχηδονίων πρέσβεων και αυτών των Ρωμαίων, ότε, παρουσιασθείς ενώπιον της Ρωμαϊκής Γερουσίας, αντί να υποστηρίξη τας Καρχηδονικάς προτάσεις, κατεπολέμησεν ενθέρμως αυτάς, ως αντιβαινούσας εις τα αληθή συμφέροντα της Ρώμης, θυσιάζων ούτως ενώπιον του ιερού έρωτος της πατρίδος του παν ατομικόν αυτού συμφέρον.
Η Γερουσία της Ρώμης, πεισθείσα υπό των λόγων του φιλοπάτριδος Μάρκου, απέρριψεν όλας τας προτάσεις των Καρχηδονίων, και παρεδέχθη την εξακολούθησιν του πολέμου.
Τότε δε οι φίλοι του Ρηγούλου επροσπάθησαν να κρατήσωσιν αυτόν εις την Ρώμην, προβλέποντες ότι, αν κατά την υπόσχεσίν του ήθελεν επανέλθει εις την Καρχηδόνα, ο θάνατός του ήθελεν είσθαι βέβαιος.
Αλλά φιλοπατρία αληθής άνευ μεγάλης αρετής δεν δύναται να υπάρξη. Ο δε Ρήγουλος, ων φιλόπατρις, αναγκαίως ήτο και ενάρετος, φίλος της τιμής, και επομένως φύλαξ πιστός των υποσχέσεών του. Όθεν, αποκρούσας τας παρακλήσεις και προτροπάς των συμπολιτών του, επανήλθε μετά των πρέσβεων εις την Καρχηδόνα, όπου μαρτυρικός θάνατος επεσφράγισε τον βίον του ενδόξου τούτου πολίτου της αρχαίας Ρώμης.
Έθνη, των οποίων οι πολίται δεν είναι άξιοι ν' αποθάνωσι γενναίως υπέρ πατρίδος, είναι έθνη χαμερπή και χαύνα, ανάξια ελευθερίας, ανάξια ευγενούς υπάρξεως.
Η ελευθερία και η πολιτική ευδαιμονία δεν δύνανται ν' αποκτηθώσι, και πολύ ολιγώτερον να διατηρηθώσιν, εάν έκαστος πολίτης δεν ήναι πάντοτε ικανός και έτοιμος να θυσιασθή υπέρ πατρίδος.
Δεν είναι δε, μας είπεν ο γέρων, ούτε αδύνατον, ούτε δύσκολον να μορφωθώσι τοιούτοι οι πολίται. Ο Σόλων εις τας Αθήνας, και ο Λυκούργος εις την Σπάρτην μας απέδειξαν πόσον θαυματουργός είναι η παιδιόθεν έμφρων και σκόπιμος ανατροφή των πολιτών.
Διατηρήσατε λοιπόν, φίλοι μου, κατά το παράδειγμα των αρχαίων Ελληνοπαίδων, ζωηράν και ακμαίαν την υγείαν σας διά της εγκρατείας, της λιτότητος, και της σωφροσύνης.
Ενισχύσατε, ως εκείνοι, διά της τακτικής σωμασκίας και των κόπων τας σωματικάς σας δυνάμεις.
Ασπάσθητε εκ νεαράς ηλικίας την φιλοτιμίαν, τα γράμματα, την αρετήν, την σεμνότητα, και την εργασίαν.
Αγαπήσατε, ως τέκνα του χριστιανισμού, την γλυκυτάτην θρησκείαν των γονέων σας, και εκτελείτε πάντοτε τα θεία αυτής παραγγέλματα.
Εμπνεύσθητε δε, ως οι πρόγονοί σας, υπό ευγενούς φιλοπατρίας. Και τότε μη αμφιβάλλετε ότι θέλετε αναφανή και υμείς πολίται άξιοι μεγάλης και ενδόξου πατρίδος.
Βεβαίως το πολυτιμότερον κτήμα του ανθρώπου μετά την τιμήν είναι η ζωή. Όσοι λοιπόν, εκφωνούντες μετ' ενθουσιασμού
«Θάνατος υπέρ πατρίδος είν' αθάνατος ζωή, » Είναι, δόξα αιωνία και ηρωική τιμή,»
θυσιάζουν την ύπαρξίν των εις τον βωμόν της πατρίδος, είναι αναντιρρήτως τα πολυτιμότερα τέκνα αυτής· αλλ' ουχ ήττον φιλοπάτριδες είναι και όσοι δι' αγάπην της πατρίδος υποκύπτουν προθύμως εις άλλας θυσίας.
Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΕΚΟΥΣΙΩΣ ΕΞΟΡΙΖΟΜΕΝΟΣ.
Ο Λυκούργος, ερωτήσας το μαντείον περί της νομοθεσίας του, ευχαρίστως ήκουσε παρ' αυτού ότι οι νόμοι του ήσαν καταλληλότατοι όπως προαγάγωσι την αρετήν και την δόξαν της Σπάρτης, αν οι Σπαρτιάται εξακολουθήσωσι τηρούντες αυτούς.
Την απόκρισιν ταύτην του μαντείου απέστειλεν αμέσως εις την Σπάρτην· αποχαιρετίσας δε και συγγενείς και φίλους, απεφάσισε να μη επανέλθη ποτέ εις την φίλην πατρίδα του, φοβούμενος μη λυθή διά της επανόδου του ο όρκος των συμπολιτών του, και καταργηθώσιν οι νόμοι του προς βλάβην της Σπάρτης· διότι οι Σπαρτιάται είχον ορκισθή ότι θέλουν φυλάξει αυτούς μέχρι της επιστροφής του.
Τοιαύτη ήτο η φιλοπατρία του μεγάλου τούτου ανδρός! Αν και κατά τον Ευριπίδην ουδέν φίλτερον της πατρώας γης, μακάριος δε όστις ευτυχών μένει εν τη ιδία αυτού πατρίδι, ο Λυκούργος όμως διά την αγάπην της Σπάρτης εθυσίασε την γλυκυτάτην ταύτην μακαριότητα, και εκουσίως υπεβλήθη εις όλας τας στερήσεις και τας πικρίας, τας οποίας η ξενητεία καθ' ημέραν ποτίζει τους ξένους.
Διά της θυσίας του δε ταύτης οι Σπαρτιάται, διατηρήσαντες τας σοφάς αυτού διατάξεις πεντακόσια ολόκληρα έτη, εξηκολούθησαν ζώντες ευτυχείς και ένδοξοι. Προς ανάμνησιν δε του μεγάλου τούτου πολίτου ανήγειραν ιερόν, εντός του οποίου κατ' έτος εθυσίαζον, τιμώντες τον Λυκούργον ως άλλον ευεργέτην θεόν.
Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΤΑΞΕΡΞΗΣ.
Ο Ιπποκράτης, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης, ο μέγας ιατρός της αρχαίας Ελλάδος, εγεννήθη εις την νήσον Κω, επωνομάσθη δε πατήρ της ιατρικής, καθώς ο Όμηρος πατήρ της ποιήσεως, και ο Ηρόδοτος πατήρ της ιστορίας.
Διηγούνται δε ότι ο Αρταξέρξης, γνωρίζων εκ φήμης την μεγάλην ιατρικήν ικανότητα του Έλληνος ιατρού Ιπποκράτους, προσεκάλεσεν αυτόν εις την Ασίαν, προσφέρων πλουσιώτατα δώρα και θησαυρούς μεγάλους. Αλλ' ο Ιπποκράτης απέβαλε και τα δώρα και τους θησαυρούς του βασιλέως της Περσίας, και ευχαρίστως εθυσίασε το ατομικόν του συμφέρον, προτιμήσας να τρέξη εις τας Αθήνας προς βοήθειαν των ομοεθνών του, καταμαστιζομένων περί τας αρχάς του Πελοποννησιακού πολέμου υπό θανατηφόρου λοιμού.
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΓΕΙΡΑ.
Παρομοίαν ευγενή θυσίαν των ατομικών αυτού συμφερόντων χάριν της καταστραφείσης πατρίδος του έκαμε και ο εκ Σταγείρων της Μακεδονίας Φιλόσοφος Αριστοτέλης.
Ότε ο βασιλεύς Φίλιππος, θέλων ν' ανταμείψη αυτόν διά τους υπέρ του Αλεξάνδρου κόπους του, ηρώτησεν αυτόν ποίον δώρον, ποίαν χάριν επιθυμεί; «ουδεμίαν άλλην, απεκρίθη ο φιλόπατρις Αριστοτέλης, παρά την ανάστασιν της πατρίδος μου.»
Κατά το παράδειγμα δε του σοφού Αριστοτέλους, επρόσθεσεν ο Γεροστάθης, η πρωτίστη των επιθυμιών μας, η μεγίστη των ευτυχιών μας ας ήναι η ανάστασις, η ευδαιμονία, η δόξα της πατρίδος. Πάσα δε άλλη επιθυμία ας ήναι δευτερεύουσα και υποτελής εις εκείνην.
ΘΥΣΙΑ ΠΑΘΩΝ.
Αλλά δεν είναι φιλοπάτριδες μόνον οι θυσιάζοντες την ζωήν ή την περιουσίαν των ή τα συμφέροντά των εις τον βωμόν της πατρίδος. Φιλοπάτριδες θέλετε ονομασθή, μας είπεν ο γέρων, αν θυσιάζητε και τα πάθη σας επ' αγαθώ της πατρίδος.
Ψυχή εμπαθής και κακοήθης δεν δύναται να αισθανθή τον ιερόν της πατρίδος έρωτα. Άνθρωποι υπό παθών κυριευόμενοι, ουχί μόνον ανωφελείς, αλλά και ολέθριοι εις την πατρίδα αποκαθίστανται· μόνον μετά της αρετής δύναται να συζήση η φιλοπατρία!
Εάν ο Θεμιστοκλής μετά το Μαραθώνιον τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν εθυσίαζε τα προς τας ηδονάς και τας διασκεδάσεις νεανικά του πάθη, βεβαίως δεν ήθελεν αναφανή ευεργέτης της Ελλάδος. Εάν εις την Σαλαμίνα δεν εκυρίευε τον θυμόν του, και δεν εθυσίαζε γενναίως την κατά του Ευρυβιάδου αγανάκτησίν του, βεβαίως δεν ήθελεν αναδειχθή σωτήρ της Ελλάδος.
Ο δε Αριστείδης, θυσιάζων ευγενώς παν αίσθημα φιλοπρωτίας και εγωισμού, εις μεν τον Μαραθώνα εδόξασε τας Αθήνας, παραχωρήσας την αρχηγίαν εις τον Μιλτιάδην, εις δε την Σαλαμίνα μεγάλως συνετέλεσεν εις την σωτηρίαν της Ελλάδος, τεθείς αυθορμήτως υπό τας διαταγάς του αντιζήλου του Θεμιστοκλέους, εις δε τας Πλαταιές επεσφράγισε την Ελληνικήν ελευθερίαν, παραχωρήσας εις τους Τεγεάτας την θέσιν της τιμής.
Αλλ' ο Αλκιβιάδης ο Αθηναίος, κυριευόμενος υπό του πάθους της δοξομανίας, επροκάλεσε την κατά της Σικελίας παράφρονα εκστρατείαν, και δι' αυτής κατέστρεψε την δόξαν της πατρίδος του.
Ο δε Παυσανίας, υποχωρών εις τα αισχρά πάθη της φιλοχρηματίας και φιλαρχίας, κατήντησεν αισχρός της Ελλάδος προδότης, και απέθανεν άξιον της προδοσίας του θάνατον.
Ο δε Άνυτος και Μίλητος και Λύκων, αυτοί οι τρεις κατήγοροι του Σωκράτους, όντες πολίται εμπαθείς, φθονεροί, και εκδικητικοί, επροκάλεσαν την θανατικήν καταδίκην του εναρέτου ανδρός, και εστέρησαν την πατρίδα των από το πολυτιμότερον και ωφελιμώτερον τέκνον της.
Εάν λοιπόν τα πάθη ήναι όλως ασυμβίβαστα με την φιλοπατρίαν, προσπαθήσατε, αγαπητοί μου φίλοι, εξ αυτής της τρυφεράς ηλικίας σας να ελευθερωθήτε από παν ελάττωμα, από πάσαν κακήν έξιν, από πάσαν αξιοκατάκριτον διάθεσιν, την οποίαν τυχόν ανακαλύπτετε εις την ψυχήν σας. Τα παραμικρότερα ελαττώματα παραμελούμενα, αυξάνουν, προχωρούν, και επί τέλους καταντώσι πάθη τρομερά και εις την πατρίδα ολέθρια· απαράλλακτα ως τα μικρά και ήσυχα ρυάκια, τα οποία προχωρούντα αυξάνουν και μεγαλύνονται, μεταβαλλόμενα επί τέλους εις πλατυτάτους, ορμητικούς, και επικινδύνους ποταμούς.
Εάν δε, ως τέκνα φιλόστοργα, αισθάνησθε από τούδε πόθον του ν' αναφανήτε χρήσιμα και ωφέλιμα εις τους γέροντας γονείς σας, τον αυτόν ευγενή πόθον προσπαθήσατε από τούδε να αισθάνηται η ψυχή σας και προς την μεγάλην μητέρα, την φίλην πατρίδα σας. Και ο Θεός τότε θέλει ευλογήσει τους αγώνας, τας σπουδάς, τους κόπους, και τα έργα σας· ο δε ευγενής πόθος της ψυχής σας θέλει βεβαίως εκπληρωθή.
Όστις δε αγαπά την πατρίδα του, ας ομονοή, μετά των συμπολιτών του, ενθυμούμενος τον Αριστείδην εις την Σαλαμίνα, προσφέροντα φιλικήν την δεξιάν του εις τον εχθρόν του Θεμιστοκλέα.
Ας μη φθονώμεν, ας μη αντιπράττωμεν ποτέ τους ικανωτέρους, τους εμπειροτέρους, τους εμφρονεστέρους ημών· αλλά προθύμως συντρέχοντες αυτούς, ας ωφελώμεθα και ημείς και η πατρίς υπό της ικανότητος και της πείρας αυτών.
Τους δε κατωτέρους ας μη περιφρονώμεν, αλλά φιλικήν και ενθαρρυντικήν χείρα ας τείνωμεν προς αυτούς.
Καθώς δε πρέπει να ήμεθα πάντοτε πρόθυμοι προς γενναίαν αντίκρουσιν παντός εξωτερικού εχθρού της πατρίδος, τοιουτοτρόπως οφείλομεν προθύμως να καταπολεμώμεν και πάντας τους εσωτερικούς εχθρούς αυτής.
Οι εσωτερικοί δε ούτοι εχθροί είναι, παιδία μου, η οκνηρία, η κακοήθεια, η πολυτέλεια, η διαφθορά, η αδικία, και το έγκλημα.
Οσάκις δε έργον τι αγαθόν και κοινωφελές προτείνεται ή εκτελείται υπό τινος των συμπολιτών μας, ας μη ζηλεύωμεν, ας μη φθονώμεν, ας μη αντενεργώμεν, ας μη συκοφαντώμεν· αλλ' ολοψύχως ας υποστηρίζωμεν αυτό, και υπ' αυτού του ασπονδοτέρου εχθρού μας αν έγινεν η πρότασις ή η πράξις. Τοιουτοτρόπως και την πρόοδον της πατρίδος δεν εμποδίζομεν, και ημείς μετ' αυτής συνωφελούμεθα και τιμώμεθα.
« Όταν η μήτηρ ευτυχή, όλοι συνευτυχούμεν, » Και όταν ήναι ένδοξος, όλοι συνευδοξούμεν. » Αλλ' όταν πέση εις αυτήν σκότος και δυστυχία, » Φευ! άδοξα και δυστυχή είναι και τα παιδία! »
Η δόξα λοιπόν των συμπολιτών μας αντί να φαρμακεύη, απ' εναντίας ας ευφραίνη την καρδίαν ημών· διότι συνήθως η δόξα ολίγων ατόμων αποτελεί την δόξαν και την ευδαιμονίαν ολοκλήρου του έθνους. Εντός δε της εθνικής δόξης και ευδαιμονίας επαναπαύεται η φιλοτιμία, και ανευρίσκεται η ευτυχία εκάστου πολίτου.
Ο Αριστείδης συντελέσας εις την δόξαν του αντιπάλου του, υποστηρίξας τα ορθά σχέδιά του, και συναγωνισθείς υπ' αυτόν, δεν εδόξασε μόνον τον Θεμιστοκλέα, αλλά και εαυτόν συνεδόξασε, και ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος εις την Σαλαμίνα διέσωσεν.
Ο ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΠΟΝΟΣ.
Φιλοπατρία άνευ φιλοπονίας δεν δύναται να υπάρξη, μας είπεν ακολούθως ο Γεροστάθης. Ουδείς δύναται να ονομασθή φιλόπατρις, αν διά των αγώνων, διά της παιδείας, διά των χρημάτων ή διά της αρετής του δεν αναφανή ωφέλιμος εις την πατρίδα· αλλ' ούτε η στρατιωτική πείρα, ούτε τα χρήματα και η παιδεία, ούτε η αρετή δύνανταί ποτε ν' αποκτηθώσιν εις τους κόλπους της αργίας και της οκνηρίας.
Πολίται διάγοντες βίον άεργον και οκνηρόν, άνευ τινός ωφελίμου ενασχολήσεως, και επομένως αναιδώς επιβαρύνοντες και συμπολίτας και πατρίδα, βεβαίως ουχί μόνον ανωφελείς, αλλά και επικίνδυνοι και αποτρόπαιοι και επιβλαβείς εις την πατρίδα αποκαθίστανται.
Διά την αγάπην λοιπόν της πατρίδος κοπιάσατε, φίλοι μου, ενόσω είσθε νέοι, ουχί μόνον τον νουν και την καρδίαν διά των γραμμάτων όπως καλλιεργήσητε, αλλά και πόρον ζωής σταθερόν όπως αποκτήσητε.
Αισχρόν και άτοπον θέλει είσθαι, αν ημέραν τινά παρουσιασθήτε ενώπιον της μεγάλης μητρός, ουχί προσφέροντες εις αυτήν ως φιλόστοργα τέκνα τας απαρχάς των κόπων σας, αλλά ζητούντες παρ' αυτής, ως οκνηροί ή άσωτοι υιοί, τροφήν και περίθαλψιν.
Ασυγκρίτως δ' αισχρότερον και αναιδέστερον θέλει είσθαι αν, ο μη γένοιτο, δι' έλλειψιν ιδίων καταντήσητέ ποτε σφετεριζόμενοι τα της πατρίδος.
Η εργασία, καθώς και άλλοτε σας είπον, ούτε τους σοφούς, ούτε τους πολιτικούς, ούτε τους στρατιωτικούς δύναταί ποτε ν' ατιμάση.
Ο Σωκράτης ήτο αγαλματοποιός. Ο Σόλων, ο Θαλής, ο Πλάτων μετήλθον την εμπορίαν. Ο Κιγκινάτος, ο σωτήρ της Ρώμης, και ο Φιλοποίμην, ο τελευταίος ένδοξος στρατηγός της Ελλάδος, ιδίαις χερσίν εκαλλιέργουν τους αγρούς των. Ιδίαις χερσί και ο Φωκίων ήντλει το ύδωρ, ενώ η ενάρετος σύζυγός του εζύμονε τον άρτον του οίκου της.
Εάν αγαπάτε λοιπόν την πατρίδα, αγαπήσατε εκ νεότητός σας και την εργασίαν. Αποστράφητε δε την αργίαν, δια να μη αποστραφή υμάς η πατρίς.
ΑΜΟΙΒΑΙ ΚΑΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ
Εάν δέ ποτε υπό του ιερού έρωτος της πατρίδος εμπνεόμενοι, εξακολούθησε λέγων ο Γεροστάθης, υποκύψητε εις αγώνας και θυσίας, μη καταδεχθήτε να ζητήσητε αμοιβάς και τιμάς.
Αι αμοιβαί και αι τιμαί, χορηγούμεναι δικαίως και αυθορμήτως υπό της πατρίδος, στολίζουν βέβαια και ενθαρρύνουν τα αγαθά τέκνα αυτής· αλλά ζητούμεναι αμαυρόνουν και εξευτελίζουν και τους επαιτούντας αυτάς, και τα έργα αυτών.
Η μόνη ωραία αμοιβή των υπέρ πατρίδος θυσιών και αγώνων σας ας ήναι η γλυκυτάτη συναίσθησις της εκπληρώσεως των προς αυτήν υικών καθηκόντων σας.
Ο Μιλτιάδης, ο Κίμων, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Σωκράτης, ο Φωκίων, ο Επαμεινώνδας, και ο Πελοπίδας, ουχί διά τιμών και ανδριάντων, αλλά διά των έργων αυτών ενδόξως απηθανατίσθησαν. «Ει υπό της Ελλάδος πάσης επ' αρετή θαυμάζεσθαι επιθυμείς, την Ελλάδα πειρατέον ευ ποιείν» έλεγεν η Αρετή προς τον νέον Ηρακλέα.
Αν δέ ποτε η πατρίς, καί τοι ευεργετηθείσα παρ' υμών, φανή αχάριστος, μη αδημονήσητε, μη αγανακτήσητε· αλλ' ενθυμήθητε τον Αριστείδην εξοριζόμενον, και όμως ευχόμενον υπέρ της πατρίδος του· τον Κίμωνα εξωστρακισμένον, αλλά τρέχοντα προθύμως όπως συναγωνισθή μετά των συμπολιτών του· τον Δημοσθένην εις την εξορίαν του, αγορεύοντα υπέρ των Αθηνών· τον Σωκράτην και τον Φωκίωνα εις την φυλακήν πίνοντας το κώνειον, αλλ' ευπείθειαν εις τους νόμους και αμνησικακίαν υπέρ των φονέων των συνιστώντας.
Ποτέ δε μη ταυτίσητε τους προσωπικούς αντιπάλους και τους ατομικούς εχθρούς σας με το ιερόν πρόσωπον της πατρίδος· και επομένως ποτέ μη ανεχθήτε ως εκ των ατομικών παθών σας να βλαφθή οπωςδήποτε η πατρίς.
Αυτά, καθ' όσον ενθυμούμαι, μας είπε κατά την ημέραν εκείνην του Ευαγγελισμού ο αγαθός γέρων.
Οι δε οφθαλμοί του ήστραπτον, αι παρειαί του εφλόγιζον, αι χειρονομίαι του ήσαν εκφραστικώταται, και η φωνή του μελωδική.
Σέβας και ενθουσιασμός εκυρίευον τον Γεροστάθην οσάκις περί της φιλοπατρίας των προγόνων μας επρόκειτο· λύπη δε και μελαγχολία εζωγραφίζοντο επί του προσώπου του, ότε περί των δεινών της πατρίδος ανέφερεν. Αλλ' ότε περί του μέλλοντος αυτής ωμίλει, γλυκύ μειδίαμα εφαίνετο εις τα χείλη του, και ακτίνες ελπίδος έλαμπον επί του μεγάλου μετώπου του.
Ποτέ, ποτέ δεν θέλω λησμονήσει τον Γεροστάθην της ημέρας εκείνης! ήτο θείος! και θείον αίσθημα ενεφύσησεν εις τας νεανικάς μας καρδίας.
Ότε προς την εσπέραν απεχωρίσθημεν, μας έδωκε τους ακολούθους στίχους, γεγραμμένους ιδιοχείρως επί τεμαχίου χάρτου, το οποίον εισέτι διατηρώ ως το πολυτιμότερον των κειμηλίων μου.
»Των τέκνων σου αι αρεταί και η φιλοπατρία »Πάλαι ποτέ σ' εδόξασαν, Πατρίς μου σεβασμία! »Αυτάς λοιπόν ας ασπασθώ ως τέκνον γνήσιόν σου, »Και ας προσφέρω πρόθυμος το παν εις τον βωμόν σου!»
Η ΔΥΣΙΣ.
« Ουκ έστιν ανδρί αγαθώ ουδέν κακόν ούτε ζώντι ούτε τελευτήσαντι. » (Πλάτωνος.)
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΝ τινα εσπέραν του 1820 έτους, διά να μας δείξη ο Γεροστάθης την μεγαλοπρεπή δύσιν του ηλίου, μας ωδήγησεν επί του λόφου εκείνου, όπου προ δύο περίπου ετών είχομεν θαυμάσει μετ' αυτού τον ήλιον μεγαλοπρεπώς ανατέλλοντα.
Οποία παράδοξος σύμπτωσις! Επί του λόφου, όπου πρώτην φοράν είδομεν τον ήλιον ανατέλλοντα, ανέτειλαν και αι πρώται ευεργετικαί ακτίνες της μετά του γέροντος φιλίας ημών.
Ότε δε επί του ιδίου λόφου είδομεν μετ' αυτού τον ήλιον δύοντα, έδυσαν και αι γλυκείαι ακτίνες, τας οποίας η αγαθότης του ανδρός εις τας ψυχάς μας απέπεμπεν.
Έκτοτε πλέον δεν συνεπεριδιαβάσαμεν μετ' αυτού! εκείνος ήτο ο τελευταίος μετά του Γεροστάθου περίπατος!
Ο λόφος ήτο υψηλός και ανωφερής· ο δε γέρων πολύ εκοπίασε και εθερμάνθη αναβαίνων αυτόν.
Η ημέρα ήτο μάλλον δροσερά ως εκ του πνέοντος βορείου ανέμου· επί της κορυφής δε του λόφου ο βορέας εφύσα μάλλον ψυχρός, και την προσέγγισιν του χειμώνος αισθαντικώς υπενθύμιζεν.
Ότε επί του λόφου εφθάσαμεν, ο λαμπρός δίσκος του ηλίου επλησίαζε να κρυφθή υπό τον ορίζοντα, ο δε Γεροστάθης επροκάλεσε την προσοχήν μας επί του μεγαλοπρεπούς τούτου φαινομένου.
Βραδέως και βαθμηδόν κατήρχετο το μεγαλοπρεπές άστρον της ημέρας· λαμπρός δε και αξιοθαύμαστος ήτο ο ποικίλος χρωματισμός των πέριξ συννέφων· άλλα εξ αυτών εφαίνοντο ολόχρυσα, άλλα κατακόκκινα και φλογώδη, και άλλα ιοειδή· ωραιοτάτη δε ήτο και η λεπτή επιχρύσωσις, την οποίαν αι δύουσαι ακτίνες επροξένουν εις τας κορυφάς των πέριξ ερυθριώντων βουνών.
Μετ' ολίγον ο ήλιος εχάθη υπό τον ορίζοντα, η επιχρύσωσις εσβέσθη, η ποικιλία των ουρανίων χρωμάτων βαθμηδόν εξηλείφθη, και σοβαρά μελαγχολία εκάλυψεν άπασαν την φύσιν.
— Τοιουτοτρόπως, μας είπε τότε ο γέρων, έδυσε και το λαμπρόν άστρον της αρχαίας Ελλάδος, και μετ' αυτού εσβέσθη επί του Ελληνικού ορίζοντος και ο πολιτισμός, και η σοφία, και η αρετή, και η ελευθερία, και η δόξα. Υπό την αχλύν δε της απαιδευσίας σκότος και αθυμία περιεκάλυψαν άπασαν την Ελληνικήν φυλήν.
Αλλ' ο ήλιος, όστις ήδη έδυσεν, επρόσθεσεν ο γέρων, λαμπρός πάλιν θέλει ανατείλει αύριον, διά να φωτίση και ζωογονήση και ημάς και όλην την φύσιν. Τις εξεύρει αν εις τας βουλάς του Υψίστου δεν ήναι αποφασισμένον ώστε και το Ελληνικόν άστρον ν' ανατείλη πάλιν, και μετ' αυτού να επανέλθωσιν επί του Ελληνικού ορίζοντος η ελευθερία, η ευνομία, τα γράμματα, και τέχναι, αι προγονικαί αρεταί, και άπασα η αρχαία δόξα και λαμπρότης ;
Την ποθητήν ταύτην ανατολήν του Ελληνικού αστέρος ας ευχώμεθα πάντες από καρδίας, παιδία μου, οσάκις αυγήν και εσπέραν προς ανατολάς εστραμμένοι απευθύνωμεν προς τον ελεήμονα Θεόν τας παρακλήσεις ημών.
Εκ των χριστιανικών αρετών μία είναι και η ελπίς· ως χριστιανοί λοιπόν ας ελπίζωμεν την ανατολήν ταύτην. Αλλά προς πραγματοποίησιν της γλυκυτάτης αυτής ελπίδος, ας μη παύωμεν και την αρετήν σταθερώς εργαζόμενοι, και διά της παιδείας και της φιλοπονίας εξασκούντες και αυξάνοντες τας δυνάμεις ημών επ' αγαθώ της φίλης πατρίδος.
Εν τούτοις ο βορέας εξηκολούθει πνέων σφοδρότερος, και το ψύχος εγίνετο δριμύτερον. Συναισθανθείς δε αυτό ο Γεροστάθης συνεκαλύφθη, και ήρχισε να καταβαίνη τον λόφον, ημείς δε ηκολουθήσαμεν τον γέροντα μέχρι της οικίας του, όπου τω ηυχήθημεν καλήν νύκτα, και απεχωρίσθημεν.
Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ.
Αλλ' αι καλονυκτικαί ευχαί μας δυστυχώς δεν εισηκούσθησαν, διότι ο Γεροστάθης διήλθε νύκτα κακίστην. Την επιούσαν δεν είδομεν αυτόν· εμάθομεν δε ότι, έχων θέρμην και βήχα σφοδρότατον, προσεκάλεσε προς επίσκεψίν του τον ιατρόν της κωμοπόλεως.
Ατυχώς η κωμόπολις δεν είχεν εισέτι παρά ένα και μόνον ιατρόν και αυτόν εμπειρικόν. Το δε ζεστόν χαμαίμηλον και η θερμολουσία, τα οποία διέταξε, δεν απήλλαξαν τον Γεροστάθην από τα δεινά του, αν και προς ώραν ελάφρωσαν ολίγον αυτόν. Την επιούσαν η θέρμη επανήλθε σφοδροτέρα, και υπό του σκληρού του βηχός έτι μάλλον ηνωχλήθη.
Ολόκληρον την κωμόπολιν κατετάραξεν η ασθένεια αύτη του αγαθού γέροντος. Οι δε προεστώτες, βλέποντες την χειροτέρευσιν του ασθενούς, έστειλαν αμέσως εις Ιωάννινα έφιππον, διά να προσκαλέσωσιν εκείθεν τον επιστήμονα και ευυπόληπτον ιατρόν Ι. Τ.
Ο ιατρός Ι. Τ., όστις εκ φήμης εγνώριζε τον αξιότιμον Γεροστάθην, έσπευσεν άνευ αναβολής να έλθη. Η δε εμφάνισις αυτού ενέπλησεν όλους χαράς και ελπίδος.
Ματαία όμως και διαβατική ανεφάνη και η ελπίς και η χαρά μας. Κατηφής και περίλυπος εξελθών εκ του δωματίου του ασθενούς ο ιατρός, είπε προς τους προεστώτας — Λυπούμαι, διότι πολύ αργά έφθασα· η ασθένεια είναι σφοδρά περιπνευμονία, η φλόγωσις εκορυφώθη, και μικροτάτη ελπίς θεραπείας μένει πλέον εις την επιστήμην.
Απόπληκτοι εμείναμεν όλοι, ότε ηκούσαμεν τους απελπιστικούς αυτούς λόγους του ιατρού.
Το Σχολείον κατά τας ημέρας εκείνας είχεν ερημώσει. Από τα χαράγματα δε μέχρι της νυκτός περίλυποι και σκυθρωποί εσυσσωρευόμεθα έμπροσθεν της οικίας του ασθενούς, περιμένοντες να μάθωμεν ευχάριστόν τι περί της υγείας αυτού.
Οι δε πατέρες και αι μητέρες ημών, εγκαταλιπόντες και τας οικίας και τα έργα των, δεν έπαυον ημέραν και νύκτα περιποιούμενοι φιλοφρόνως τον ασθενή.
Αξιοθαύμαστος ήτο η αγάπη και η αφοσίωσις, την οποίαν είχεν εμπνεύσει εις τας ψυχάς όλων ανεξαιρέτως η αγαθότης του σεβασμίου ανδρός. Μεγίστη τω όντι και μαγική η δύναμις της αρετής και της αγαθοεργίας!
Εν τούτοις ο ιατρός, άμα επισκεφθείς τον Γεροστάθην, διέταξε διπλήν φλεβοτομίαν και επίθεσιν αφθόνων βδελλών, τω έδωκε δε καί τινα ιατρικά, τα οποία μεθ' εαυτού είχε φέρει εξ Ιωαννίνων.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ.
Την επιούσαν ευχαρίστως εμάθομεν ότι ο Γεροστάθης, ων ολίγον καλλίτερα, επεθύμει να μας ίδη· σιωπηλοί λοιπόν εισήλθομεν εις τον κοιτώνα του ασθενούς.
— Καλώς ήλθετε, μικροί μου φίλοι, με φωνήν βραγχνήν και αδύνατον μας είπεν ο γέρων, πολύ επεθύμουν να σας αποχαιρετίσω πριν διά παντός σας αποχωρισθώ· ευχαριστώ τον Πανάγαθον, όστις εισήκουσε και την τελευταίαν ταύτην ευχήν μου.
Υπό σφοδρού βηχός διεκόπη η ομιλία του γέροντος· Ημείς δε, ακούσαντες περί αποχωρισμού, ηρχίσαμεν να οδυρώμεθα, ενώ εκείνος αγωνιών έβηχε.
— Μη κλαίετε, παιδία μου, επανέλαβε μετ' ολίγον ο γέρων, όλοι εγεννήθημεν διά ν' αποθάνωμεν· ευτυχής δε ο αποθνήσκων εν τω μέσω τόσων φίλων. Μη κλαίετε, φίλοι μου, μη φοβείσθε τον θάνατον. Διά του θανάτου ο ελεήμων Θεός πολλάκις παρηγορεί τους δυστυχούντας, πολλάκις δε και από μελλούσας δυστυχίας απαλλάττει τα αγαπητά πλάσματά του. Του χριστιανού ο θάνατος δεν είναι καταστροφή, δεν είναι εξόντωσις· είναι ελπίς ιλαρωτέρου φωτός, είναι αρχή νέας υπάρξεως, είναι αθανασία ατελεύτητος, ή, καθώς έλεγεν ο Σωκράτης, ο θάνατος είναι μετοίκησις της ψυχής από την επίγειον εις την ουρανίαν ζωήν. Όλοι αργά ή ογλίγωρα θέλομεν υποβληθή εις την μετοίκησιν ταύτην.
Εις την παρούσαν δε πρόσκαιρον επί της γης ύπαρξιν εισερχόμεθα, όπως δοκιμασθώσιν αι ψυχαί ημών. Ευτυχείς δε και μακάριαι όσαι δυνηθώσι να εξέλθωσιν ακηλίδωτοι και ανεπηρέαστοι από τους πειρασμούς της φθαρτής ταύτης ύλης, των παθών, και των υλικών συμφερόντων.
Εάν εν κακίαις και αμαρτίαις ήθελον διέλθει τον βίον, εν τη εσχάτη μου ταύτη ώρα βεβαίως ήθελον θρηνεί, αναλογιζόμενος την δικαιοσύνην του Υψίστου· και σεις δε τότε δικαίως ηθέλετε κλαίει μετ' εμού.
Αλλ' όστις, παιδία μου, αποθνήσκει με την γλυκυτάτην συναίσθησιν ότι εξεπλήρωσε κατά δύναμιν τα προς τον Θεόν και τον πλησίον καθήκοντά του· όστις, αφίνων την γην, αφίνει συγχρόνως επ' αυτής μνήμην αγαθήν, αυτός δεν πρέπει να τρέμη, ουδέ να λυπήται μεταβαίνων εις την αιωνιότητα· απ' εναντίας ας χαίρη και ας αγάλληται, διότι προς αυτόν ο δίκαιος Κριτής φωνάζει «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ, είσελθε εις την αιώνιον χαράν τον Κυρίου σου.»
Η ΛΥΣΙΣ.
Μη κλαίετε λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι· αν τα φθαρτά σώματά μας πρόκηται ν' αποχωρισθώσιν, αι αθάνατοι όμως ψυχαί μας ποτέ δεν θέλουν αποχωρισθή. Η ιδική μου, μεταβαίνουσα εις την άλλην ζωήν, θέλει καθικετεύει τον Ύψιστον όπως σας φωτίζη και καθοδηγή πάντοτε εις την οδόν της αρετής και του καθήκοντος, και τοιουτοτρόπως θέλει είσθαι πάντοτε μεθ' υμών. Σεις δε θέλετε είσθαι επίσης μετ' εμού, εάν, ως ελπίζω, εξακολουθήσητε πάντοτε αγαπώντες και ενθυμούμενοι τον φίλον της νεότητός σας, τους λόγους του, τας διηγήσεις του, συλλογιζόμενοι εις παν βήμα της ζωής σας τι ήθελεν ειπεί περί αυτού ο γέρων Γεροστάθης.
Οι λόγοι αυτοί, αντί να καταπαύσωσιν, ηύξησαν έτι μάλλον τα δάκρυα και τους οδυρμούς ημών, και καταφιλούντες τας θερμάς χείρας του γέροντος, κατεβρέχομεν αυτάς με τα θερμότερα δάκρυά μας.
Συνεκινήθη τότε και ο γέρων, εδάκρυσε, μας ησπάσθη, και μας ηυλόγησεν· η δε συγκίνησις αύτη τω επέβαλεν επί τινα ώραν σιωπήν, την οποίαν επί τέλους διέκοψε διά των ακολούθων λόγων, οίτινες βαθέως έμειναν εντυπωμένοι εις την ψυχήν μου, και ζωηροί πάντοτε επανέρχονται εις τα ώτα μου.
— Ζήσετε, φίλοι μου, πιστοί πάντοτε εις των πατέρων σας την θρησκείαν· αυτή εν τω μέσω των δεινών της πολυχρονίου δουλείας μας παρηγόρησεν· αυτή μας εδίδαξε με καρτερίαν και με ελπίδα να υποφέρωμεν τα δεινά μας· αυτή διετήρησε την εθνικήν ενότητά μας, την ωραίαν μας γλώσσαν, και τον ένδοξον ελληνισμόν μας. Υπό οποιαςδήποτε περιστάσεις, υπό οποιουςδήποτε καταδιωγμούς ή σατανικάς ξένων ραδιουργίας και αν ευρεθήτε, μείνατε πάντοτε πιστοί, ηνωμένοι και ακράδαντοι υπό την αγίαν σημαίαν της, όπως διατηρηθή ούτω το πολυπαθές Εθνος ημών πάντοτε έν και αδιαίρετον.
Μετά Θεόν δε αγαπήσατε την πατρίδα και τους γονείς σας· διά της φιλοπονίας δε, της αρετής, και της ευγενούς θυσίας των παθών σας αναδείχθητε προσφιλή τέκνα και της πατρίδος και των γονέων υμών.
Προσέχετε επομένως την υγείαν σας, φωτίζετε την ψυχήν σας, εξευγενίζετε την καρδίαν σας, ασπάσθητε τας χριστιανικάς και προγονικάς αρετάς, και αποφεύγετε παν αισχρόν και άτιμον. Έχοντες δε κατά νου ότι το μεν γήινον σώμα σας θέλει επανέλθει εις την γην, η δε αθάνατος ψυχή σας θέλει μεταβή εις την αιωνιότητα, μη παύσητε αγωνιζόμενοι και επί της γης μνήμην αγαθήν ν' αφήσητε, και εις τον ουρανόν ενώπιον του Πλάστου φαιδροί να παρουσιασθήτε.
Εις τον λαβύρινθον του κόσμου εμβαίνοντες, πολλάς κακίας και πάθη δυσειδή θέλετε απαντήσει, παιδία μου· εις πολλάς δε δυστυχίας απροσδοκήτως ίσως θέλετε εκτεθή.
Και τας μεν δυστυχίας γενναίως υπομείνατε, αναλογιζόμενοι ότι υπάρχουν και άλλαι ασυγκρίτως μεγαλήτεραι, τας οποίας μη έχοντες ευχαριστείτε και δοξάζετε τον Θεόν.
Ενώπιον δε της κακίας και των αισχρών παθών μη απελπισθήτε, διά να μη καταντήσητε μισάνθρωποι, και επομένως όντα περιττά και άχρηστα επί της γης. Μη δειλιάσητε δε, διά να μη καταστραφήτε υπ' αυτών· αλλά γενναίως και εμφρόνως παλαίσατε, όπως η αρετή αναφανή νικηφόρος.
Ουδείς Ολυμπιονίκης άνευ αγώνων· αγώνων δε και μαχών στάδιον είναι δυστυχώς το στάδιον του βίου. Ευτυχείς αν εξέλθητε νικηταί και τροπαιούχοι, ως εκ του λαβυρίνθου της Κρήτης εξήλθε ποτέ ο Θησεύς.
Μη παραμελήσητε δε το παρόν, επηρεαζόμενοι από το παρελθόν, ή επαναπαυόμενοι εις το μέλλον. Το παρελθόν παρήλθε, το δε μέλλον άδηλον και αβέβαιον.
Μη παύετε λοιπόν εργαζόμενοι πάντοτε εντός του παρόντος, ωφελούμενοι από τα μαθήματα του παρελθόντος, και την βελτίωσιν του μέλλοντος προσπαθούντες.
Τοιουτοτρόπως η αύριον θέλει σας ευρίσκει πάντοτε καλλιτέρους και ευτυχέστερους. Όταν δε από την παρούσαν μεταβήτε εις την άλλην ζωήν, είθε ν' αφήσητε επί της γης ίχνη τινά διακεκριμένα, άτινα θέλουν καθοδηγήσει και παρηγορήσει όσους κατόπιν υμών εισέλθωσιν εις τον κινδυνώδη του βίου λαβύρινθον.
Υπάγετε τώρα, παιδία μου, ησυχάσατε… μη κλαίετε πλέον… θέλομεν ανταμωθή πάλιν… αν όχι επί της γης… βεβαίως όμως εις τον ουρανόν. »
Ταύτα ειπών εσιώπησεν· ημείς δε οδυρόμενοι επέσαμεν επί της κλίνης του, καταφιλούντες τας χείρας του· ο δε γέρων και πάλιν μας ησπάζετο και μας ηυλόγει.
Αλλ' εισελθών ο ιατρός, και ιδών την συγκινητικήν εκείνην σκηνήν, μας προσεκάλεσε να εξέλθωμεν.
Εκείνη ήτο η τελευταία μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας· έκτοτε πλέον δεν ηκούσαμεν την γλυκείαν φωνήν του!
ΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΣΤΙΓΜΑΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΣΤΑΘΟΥ.
Η πρωινή μετά του Γεροστάθου συνέντευξίς μας συνετάραξεν αυτόν, και εχειροτέρευσε την ασθένειάν του. Ο ιατρός επανέλαβε τας φλεβοτομίας· αλλά μικρά βελτίωσις ανεφάνη. Ο γέρων εζήτησε τότε ν' αποχαιρετίση και ευχαριστήση τους προεστώτας διά τας υπέρ αυτού φροντίδας των. Ακολούθως εζήτησε τους διδασκάλους, και μετ' αυτούς τον ιερέα διά να εξομολογηθή και κοινωνήση των αχράντων μυστηρίων.
Μετά την εκπλήρωσιν δε και του τελευταίου τούτου χριστιανικού καθήκοντος συνωμίλησε μετά των διδασκάλων και του ιερέως περί των θείων καλλονών του χριστιανισμού, και ιδίως περί της αγαλλιάσεως, την οποίαν αισθάνεται ο αληθής χριστιανός κατά τε την διάρκειαν του βίου του, και κατά τας ώρας του θανάτου του.
Ηθέλησε τότε ν' αποχαιρετίση και τον αγαπητόν του κήπον. Ότε δε ήνοιξαν το παραπέτασμα του παραθύρου, βλέμμα μελαγχολικόν έρριψεν ο γέρων εις τα άνθη και εις τα δένδρα του κήπου του.
Και τα μεν άνθη μαραμμένα παρουσιάσθησαν εις τους οφθαλμούς του· κατάχλωμα δε τα φθινοπωρινά φύλλα το έν μετά το άλλο έπιπτον κατά γης.
Ούτως, είπε τότε ο γέρων, πίπτουν και οι άνθρωποι από το δένδρον της ζωής, σήμερον ο είς και αύριον ο άλλος. Και τα άνθη του κήπου μου εμαράνθησαν και παρήλθον! αλλ' οι σπόροι, τους οποίους εις τας απαλάς καρδίας των μικρών μου φίλων επροσπάθησα να ενσπείρω, είθε να μη μαρανθώσι ποτέ! Είθε ημέραν τινά να βλαστήσωσι, και αμάραντον δόξαν εις την πατρίδα να καρποφορήσωσιν! Αύτη είναι η θερμότερα ευχή της ψυχής μου. Εις Σε δε, πάτερ αγαθέ, και εις τους συναδέλφους σου διδασκάλους αναθέτω την πραγματοποίησιν της εγκαρδίου μου ταύτης ευχής.
Εξακολουθήσατε φωτίζοντες μετά ζήλου δι' ωφελίμων και βιοτικών γνώσεων τον νουν των μικρών μαθητών σας. Γυμνάζετε και ενισχύετε ιδίως την κρίσιν, την καλλιαισθησίαν, και το προς την αρετήν αίσθημά των. Συνειθίζετε αυτούς εις την σεμνότητα, το σέβας, την υπομονήν, και την φιλοπονίαν και μη επιτρέπετέ ποτε εις αυτούς ν' αγαπώσι το φθαρτόν σώμα των περισσότερον της αθανάτου ψυχής των. Η κατά Χριστόν και επ' αγαθώ της πατρίδος διάπλασις των Ελληνοπαίδων ας ήναι ο κύριος και τελικός σκοπός όλων των αγώνων και όλων των διδασκαλιών σας.
Αυτά αγωνιών και πυρέσσων είπεν ο Γεροστάθης, διακοπτόμενος υπό σφοδροτάτου βηχός, ως ακολούθως μας έλεγον οι διδάσκαλοι. Μετά τινα δε διακοπήν έστρεψε πάλιν προς τον κήπον τους θνήσκοντας οφθαλμούς του, υψώσας δ' έπειτα προς τον ουρανόν μελαγχολικόν βλέμμα, «Θεέ μου, είπε, πόσα δένδρα ηξιώθην να ίδω ανεστημένα!… αλλά την ανάστασιν της πατρίδος..» Και με της πατρίδος το γλυκύτατον όνομα εις τα χείλη μετέβη από την επίγειον εις την ουρανίαν ζωήν.
Περί την δύσιν της ημέρας εκείνης έδυσε και ο βίος του αγαθού γέροντος. Η δε ψυχή του, εξαγιασθείσα διά της θρησκείας και της αρετής, αφήκε τα γήινα δεσμά της, και αγαλλομένη επανήλθεν εις τας αγκάλας του Πλάστου.
Η ΔΙΑΘΗΚΗ
Οι προεστώτες, οι διδάσκαλοι, και ο ιερεύς συνήλθον μετά τον θάνατον του Γεροστάθου εις την οικίαν αυτού, διά να εξετάσωσιν αν αφήκε διαθήκην, και συγχρόνως διά να εξασφαλίσωσιν όλα τα της οικίας του.
Και κατά πρώτον ήνοιξαν το συρτάριον της τραπέζης, επί της οποίας συνήθως έγραφε. Μεταξύ δε διαφόρων εγγράφων, τα οποία εντός αυτού υπήρχον, εύρον περικάλυμμα, φέρον την επιγραφήν «Η διαθήκη μου.»
Ο ιερεύς, ανοίξας το περικάλυμμα, ανέγνωσε μεγαλοφώνως το εν αυτώ έγγραφον, το οποίον πραγματικώς ήτο η ιδιόχειρος διαθήκη του γέροντος.
Της διαθήκης ταύτης ούτε το πρωτότυπον διεσώθη, ούτε αντίγραφον αυτής ελήφθη ποτέ· ώστε μη δυνάμενος να καταχωρήσω αυτήν ενταύθα, θέλω αναφέρει όσας εκ των διατάξεών της διετήρησεν η μνήμη μου.
Κατ' αρχάς εζήτει συγχώρησιν παρά πάντων, όπως και ο πολυεύσπλαχνος Θεός συγχωρήση τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα αυτού.
Ακολούθως έλεγεν ότι, μη έχων ίδια τέκνα, ουδέ συγγενείς, υιοθετεί και κληρονόμους του αποκαθιστά, όλα τα παρόντα και μέλλοντα τέκνα της πατρίδος του.
Αλλ' επειδή, επρόσθετεν, εκτός της αρετής και της παιδείας τα πάντα επί της γης είναι φθαρτά, διέταττε να μένωσι τα χρήματά του διαρκώς είς τινα Τράπεζαν· διά δε των ετησίων τόκων να εξακολουθή η διατήρησις του σχολείου, όπως εξ αυτού οι κληρονόμοι του απολαμβάνωσι τα μόνα άφθαρτα και αληθώς πολύτιμα κτήματα της αρετής και παιδείας.
Την επιμέλειαν και επικαρπίαν του κήπου του ανέθεσεν εις τον συμμαθητήν μας Ιωάννην· διέταττε δε όταν επανέλθη εξ Ιταλίας ο αποσταλείς παρ' αυτού προς εκμάθησιν της ιατρικής, να μεταβή αντ' αυτού ο Ιωάννης όπως σπουδάση την γεωπονίαν, και επανερχόμενος εις την πατρίδα διδάσκη αυτήν εις τα τέκνα των κτηματιών.
Προς αμοιβήν δε των υπέρ αυτού κόπων και υπηρεσιών του συμμαθητού μας Κωνσταντίνου προσδιώριζε ποσόν χρηματικόν, όπως μεταβή και ο νέος αυτός είς τι Ευρωπαϊκόν οπλουργείον προς εκμάθησιν της οπλοποιίας και των άλλων σιδηρουργικών τεχνών.
Την υπέρ του Κωνσταντίνου διάταξίν του ετελείονεν εκφράζων λύπην ενδόμυχον διά την ανάγκην των όπλων· Ηύχετο δε να μη βραδύνη η θεία εποχή, καθ' ην εν χριστιανική αγάπη και αρετή άπαντες ως αδελφοί φιλάδελφοι ζώντες, θέλουν αποτελέσει επί της γης μίαν ποίμνην υπό ένα ποιμένα.
Ακολούθως η διαθήκη προσδιώριζε χρηματικάς χορηγήσεις προς περίθαλψιν δυστυχών τινων γερόντων, ορφανών, και αδυνάτων χηρών.
Επί τέλους ωνόμαζεν εκτελεστάς της διαθήκης του ταύτης άνδρας ακεραίους και αξιοσεβάστους, και επρόβλεπεν όσον ένεστι προνοητικώτερον περί της διαρκούς υπάρξεως τοιούτων εκτελεστών προς ακριβή εκτέλεσιν της τελευταίας θελήσεώς του.
Ότε δε εγένοντο γνωστά εις την κωμόπολιν τα της διαθήκης, έτι μάλλον αξιαγάπητος κατέστη η μνήμη του αγαθού Γεροστάθου· διότι εκ της διαθήκης αυτού ανεφάνη ότι ουχί μόνον ζων, αλλά και μετά θάνατον ηθέλησε να εξακολουθήση ευεργετών τους συμπολίτας αυτού.
Η ΚΗΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ
Την κηδείαν του Γεροστάθου δεν συνώδευσαν ούτε τύμπανα και μουσικαί, ούτε αρχιερείς και ιερέων στίφη, ούτε στρατιώται και νεκρικοί πυροβολισμοί.
Γενική όμως κατήφεια, βαθυτάτη θλίψις, στεναγμοί, και δάκρυα συνώδευσαν τον νεκρόν εις το τελευταίον κατοικητήριόν του.
Μαθηταί, χήραι, γέροντες, πτωχοί, ορφανά, και πάντες εν γένει οι κάτοικοι της κωμοπόλεως θρηνούντες παρηκολούθουν το λείψανον του ευεργέτου αυτών.
Και οι μεν θλιβεροί παλμοί των καρδιών μας ήσαν οι νεκρώσιμοι της κηδείας τυμπανισμοί, ο δε θρήνος των παρακολουθούντων ήτο η κατανυκτική μελωδία, δι' ης του παραδείσου αι πύλαι ηνοίγοντο εις την ψυχήν του Γεροστάθου.
Τοιαύτας κηδείας μόνον οι ενάρετοι, οι φιλάνθρωποι, και οι φιλοπάτριδες απολαμβάνουν επί της γης, ενώ αι ψυχαί των αγαλλόμεναι αναβαίνουν εις τους ουρανούς.
Εις τον ναόν του Υψίστου ο διδάσκαλος των Ελληνικών εξεφώνησε λόγον επιτάφιον γλαφυρόν και διδακτικώτατον· είχε δε και το μέγα αλλά σπάνιον προτέρημα της συντομίας, ώστε, ότε ο ρήτωρ έπαυσεν, οι ακροαταί, αντί να ευχαριστηθώσιν, ελυπήθησαν, παύσαντες ακροαζόμενοι έργα ωραία κομψώς εξιστορούμενα.
Το ρητόν, διά του οποίου ο διδάσκαλος επροοιμίασεν, ήτο το του Ευαγγελίου «ος δ' αν ποιήση και διδάξη ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών.»
Διατηρήσας δε αντίγραφον του επιτυμβίου, του χαραχθέντος επί του τάφου του γέροντος, ευχαρίστως καταχωρώ τούτο ενταύθα είχε δε ούτως·
ΕΝΤΑΥΘΑ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΡΟΣΤΑΘΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΝΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝ ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ ΟΣ ΚΥΡΙΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΞ ΟΛΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΩΣ ΕΑΥΤΟΝ ΑΓΑΠΗΣΑΣ, ΑΥΤΟΣ ΤΕ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΗΝ, ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΕΠΙ ΚΑΛΟΚΑΓΑΘΙΑΝ ΗΓΕΝ
Οι συντάξαντες το επιτύμβιον τούτο συνένωσαν εντός αυτού τα δύο μεγάλα παραγγέλματα του Ευαγγελίου μετά των περί Σωκράτους λόγων του Ξενοφώντος. Φαίνεται δε ότι ηθέλησαν ούτω ν' αποδείξωσιν ότι εις την καρδίαν του Γεροστάθου συνηνούτο ο Χριστιανισμός μετά του Ελληνισμού, ως συνήνονεν αυτούς το επί του τάφου του μάρμαρον.
Μετά πολυχρόνιον αποδημίαν περιηγηθείς εσχάτως την Ήπειρον, μετέβην και εις την κωμόπολιν του Γεροστάθου, όπου τόσαι γλυκείαι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας θερμώς μ' επροσκάλουν.
Αλλά την μεν κωμόπολιν εύρον σχεδόν έρημον ζητήσας δε με πάλλουσαν καρδίαν το σχολείον και την οικίαν του γέροντος, δεν εύρον ειμή ερείπια.
Περίλυπος μετέβην τότε από το κοιμητήριον αυτό των ζώντων εις το κοιμητήριον των αποθανόντων, όπως ασπασθώ τον τάφον του ευεργέτου μου, και επ' αυτού κλαύσω την ερήμωσιν της πατρίδος. Αλλ' ουδέ ίχνος του τάφου του υπήρχε πλέον!
Δυστυχεστάτη πατρίς! ανέκραξα τότε στενάζων βαθέως, δεν θέλει λοιπόν παρέλθει η οργή του Κυρίου από σου,
Αλλ' όχι! χριστιανισμός και απελπισία είναι αντίφασις, είναι αμάρτημα. Ας εξακολουθώμεν λοιπόν ελπίζοντες πάντοτε· διά της παιδείας δε, της φιλοπονίας, και αρετής ας ενισχύωμεν, ας αναπτύσσωμεν, ας πολλαπλασιάζωμεν τας δυνάμεις ημών, και αι γλυκείαι ημών ελπίδες βεβαίως θέλουν πραγματοποιηθή.
Το τρόπαιον του Μιλτιάδου δεν άφινε να κοιμηθή τον νέον Θεμιστοκλέα· τοιουτοτρόπως και η προγονική εύκλεια ας μη αφίνη τους νέους ημάς Έλληνας να κοιμώμεθα ήσυχον ύπνον αλλ' αδιαλείπτως ας αγωνιζώμεθα όπως αξιωθώμεν ν' αποτινάξωμεν την εθνικήν κακοδαιμονίαν, επαναφέροντες άπασαν την Ελληνικήν φυλήν εις την χορείαν των ευδαιμόνων εθνών!
Κατά την θλιβεράν δ' εκείνην ημέραν απεφάσισα να εκδώσω τας αναμνήσεις μου ταύτας, όπως διά των ιδίων έργων και λόγων του αγαθού Γεροστάθου ανεγείρω εις αυτόν, αντί του καταστραφέντος, μνημείον άλλο διαρκέστερον ίσως εκείνου, σύμφωνον δε με τας ευγενείς του ανδρός διαθέσεις.
« Γαίαν έχοις ελαφράν, φίλτατε φίλων! »
Τ Ε Λ Ο Σ.
ΠΙΝΑΞ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
Η πρώτη αγάπη……. Ο πάππος, ο υιός, και ο μικρός Θωμάς Ο Αινείας και ο πατήρ του.. Η Σπαρτιάτις Χειλωνίς…. Ο Επαμεινώνδας και οι γονείς του Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ολυμπιάς Ο κήπος και η καρδία… Ο Κοριολάνος και η μήτηρ του Ο Βάσιγκτων και η μήτηρ του Μία ψυχή εις δύο σώματα Ο κλώνος και το δεμάτιον. Οι δύο μικροί φίλοι… Ο Σωκράτης, ο Αλκιβιάδης, και ο Ξενοφών Η φιλία του Επαμεινώνδου και Πελοπίδου Δάμων και Φιντίας… Ηδονή γλυκυτάτη… Ο Πέτρος και ο πτωχός μαθητής του Ο κατά το Ευαγγέλιον τέλειος άνθρωπος Η ελεημοσύνη της τυφλής Ο ιερεύς της Μόσχας Η ελευθεριότης του Κίμωνος Ο Θείος νόμος Η φιλανθρωπία του Θησέως Το αληθές προτέρημα του Περικλέους Ο εφημέριος της κωμοπόλεως Η προς τον πλησίον αγάπη Ο χωρικός, ο επονομασθείς Σωτήρ Ο χωρικός και ο αυτοκράτωρ Ιβάν Ο λέων και ο Ανδροκλής Ο αγαθός Τίτος Οι τριάκοντα Τύραννοι και ο Σωκράτης Ο δίκαιος Αριστείδης Η υπερτάτη αρετή Ο Παύλος και η Ευφροσύνη Σωτήριον μάθημα Ο Λυκούργος και ο Άλκανδρος Ο Πελοπίδας και ο στρατιώτης Ο Περικλής υβριζόμενος Ο Σωκράτης προαπόστολος Η τελευταία παραγγελία του Φωκίωνος Ο Δημοσθένης και το όνειον γάλα Η αμνησικακία του Αριστείδου Η εκδίκησις του εξορίστου Κίμωνος Ο ιερώτερος έρως Ο θάνατος του Κόδρου Η θυσία της Αγραύλου Ο όρκος των νέων Η Αργεία Τελέσιλλα Αι Σπαρτιάτιδες κατά του Πύρρου Η Κρατησίκλεια εις την Αίγυπτον Ο Θρασύβουλος κατά των τριάκοντα Τυράννων Ο Πελοπίδας ελευθερόνων τας Θήβας Ο Σωκράτης εν τω δεσμωτηρίω Ο Μάρκος Ρήγουλος Ο Λυκούργος εκουσίως εξοριζόμενος Ο Ιπποκράτης και ο Αρταξέρξης Ο Αριστοτέλης και τα Στάγειρα Θυσία παθών Ο φιλόπατρις και φιλόπονος Αμοιβαί και αχαριστία Η δύσις Η ασθένεια Η τελευταία επίσκεψις Αι τελευταίαι στιγμαί του Γεροστάθου Η διαθήκη Η κηδεία και το επιτύμβιον