ΑΡΙΘ. 56 — AΥΓOYΣTOΥ 1904 (continued 2)
Reading edition
Ο θρίαμβος ούτος ήτο βεβαίως ο ενδοξότατος, και δικαιότατος όλων των από της ιδρύσεως του κράτους του Βυζαντίου τελεσθέντων.
Από τούδε το μέγα και φοβερόν κράτος των Περσών, των προαιωνίων εχθρών του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, εταπεινώθη. Οι ολίγοι βασιλείς, όσοι μετά τον Χοσρόην εβασίλευσαν, ανήρχοντο εις τον θρόνον διά της προστασίας του εν Κωσταντινουπόλει βασιλέως. Οι Πέρσαι βασιλείς, οι μέχρι τούδε διεξάγοντες πόλεμον εξολοθρεύσεως κατά του χριστιανισμού, ανεγνώριζαν τώρα την υπεροχήν του. Ιδίως ο διά της προστασίας του Ηρακλείου ανελθών μετέπειτα εις τον θρόνον στρατηγός Σαρβαραζάς, ωνόμασε τον υιόν του Νικήταν, ως να ήτο χριστιανός και Έλλην. Ο Νικήτας ούτος, πρώτος εκ των Περσών έλαβε παρά του αυτοκράτορος Ηρακλείου την τιμητικήν προσωνυμίαν πατρικίου Ρωμαίου. Είχε δε ο Πέρσης ούτος βασιλεύς και κόρην, Νίκην ονομαζομένην, η οποία, αφού εβαπτίσθη χριστιανή, έγινε σύζυγος του βασιλόπαιδος Θεοδοσίου. Και οι Σέρβοι και οι Κροάται υπετάχθησαν τότε εις το κράτος και εδέχθησαν τον χριστιανισμόν.
Αλλ' η δόξα και η φήμη του Ηρακλείου εξηπλώθη και πέρα των ορίων του κράτους του και του Περσικού κράτους. Πάσα η Ανατολή και η Δύσις μετά θαυμασμού ητένιζαν προς τον ήρωα βασιλέα. Έν έτος μετά την επιστροφήν του εις Κωνσταντινούπολιν, το 629, ήλθαν πρέσβεις του βασιλέως των εν Γαλλία Φράγκων Δαγοβέρτου να συγχαρούν τον Ηράκλειον. διά τας νίκας του και να ζητήσουν την φιλίαν του. Ήλθαν δε πρέσβεις και από τας Ινδίας προς τον αυτόν σκοπόν. Εν μέσω του μεγαλείου τούτου και της δόξης και της αγάπης του λαού εμετριάζετο και η οδύνη, την οποίαν ως πατήρ ησθάνθη βεβαίως ο Ηράκλειος, όταν, επανελθών μετά πενταετή απουσίαν, δεν εύρε πλέον δύο θυγατέρας και δύο υιούς, αποθανόντας κατά την απουσίαν του.
ΙΔ'. — Η ύψωσις του Σταυρού.
Ο αυτοκράτωρ συνεπλήρωσεν ηθικώς και θρησκευτικώς τον μέγαν θρίαμβόν του, μεταβάς το επόμενον έτος κατά την άνοιξιν εις την Ιερουσαλήμ μετά του ξύλου του Σταυρού.
Εκεί αποκατέστησεν εις τον πατριαρχικόν θρόνον τον μετά δέκα και τεσσάρων ετών αιχμαλωσίαν επιστρέψαντα Πατριάρχην Ζαχαρίαν, εις κατανυκτικήν δε τελετήν έφερεν ο ίδιος αυτοκράτωρ επί των ώμων τον Τίμιον Σταυρόν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρος, και τον παρέδωκεν εις τον πατριάρχην. Τότε δε έγινε, την 14 Σεπτεμβρίου του 629, η μέχρι της σήμερον υπό της Εκκλησίας εορταζομένη την ημέραν εκείνην ύψωσις του Σταυρού, εν μέσω ασμάτων και δοξολογιών.
_Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα.
Σταυρός ο φύλαξ πάσης της Οικουμένης· Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός βασιλέων κραταίωμα και των πιστών στήριγμα._
Ολόκληρος η Ιερουσαλήμ, όπως το παρελθόν έτος η βασιλεύουσα, εσκίρτα από χαράν και αγαλλίασιν διά τα μεγάλα και ένδοξα, όσα μετά τας καταστροφάς, τας συμφοράς και τα δεινοπαθήματα έβλεπε τώρα τελούμενα υπό του Θεού διά του βασιλέως.
Καθώς είδαμεν, τας μεγαλειτέρας κακουργίας εναντίον της Αγίας Πόλεως και των Χριστιανών της Παλαιστίνης διέπραξαν οι Ιουδαίοι. Αλλ' ο αυτοκράτωρ ουδεμίαν αντεκδίκησιν επέτρεψεν εναντίον τούτων. Απηγόρευσεν όμως εις τους Ιουδαίους να κατοικούν εντός της Ιερουσαλήμ και εις τα περίχωρά της μέχρις αποστάσεως ενός μιλίου.
Από την Ιερουσαλήμ μετέβη ο αυτοκράτωρ εις την Συρίαν και έμεινεν εις την Ιεράπολιν και την Αντιόχειαν και εις άλλας πόλεις πέντε ολόκληρα έτη διά να διευθετήση εκκλησιαστικάς τινας έριδας. Αλλ' ενώ ευρίσκετο ακόμη εκεί, εφάνη νέος εχθρός νέας επιφέρων συμφοράς εις το κράτος. Ο νέος πολέμιος δεν επήρχετο εξ Ανατολών, αλλ' εκ Μεσημβρίας.
IE'. — Οι κατά των Αράβων πόλεμοι του Ηρακλείου.
Ενώ ο Ηράκλειος έκαμνεν έναρξιν της ενδόξου και αθανάτου εκστρατείας του εναντίον του Χοσρόου, ακριβώς το έτος 622 μ.Χ. εγίνετο εις την Αραβίαν από Μέκκας εις Μεδινάν η λεγομένη Χίδζρα ή Εγίρα, ήτοι η φυγή του Μωάμεθ, του ιδρυτού της απ' αυτού Μωαμεθανικής καλουμένης θρησκείας.
Η φυγή αυτή, η απαλλάξασα τον προφήτην των Μωαμεθανών από την μελετωμένην κατ' αυτού εις Μέκκαν επιβουλήν και από τον θάνατον, θεωρείται ως αληθής αρχή της Μωαμεθανικής θρησκείας ή της θρησκείας της μουσουλμανικής ή θρησκείας του Ισλάμ (= αφοσιώσεως εις τον Θεόν). Ούτως ωνόμασεν ο Μωάμεθ την υπ' αυτού κηρυχθείσαν πίστιν, εντεύθεν δε και οι του Ισλάμ οπαδοί ωνομάσθησαν και Μοσλέμ ή Μουσουλμάνοι, ήτοι οι πιστοί εις το Ισλάμ.
Κατ' αξιοσημείωτον σύμπτωσιν, το έτος κατά το οποίον ο Μωάμεθ παρέστη εν μέσω των Αράβων ως προφήτης και εκήρυξε το πρώτον την διδασκαλίαν του, ήτοι το 610 μ.Χ., είναι το αυτό έτος, κατά το οποίον ο Ηράκλειος ανήλθεν εις τον θρόνον. Μετά την Χίδζραν, ήτοι μετά το 622, ο Μωάμεθ κατά μικρόν διέδωκε το κήρυγμά του εις όλην την Αραβίαν, έπεμψε δε απεσταλμένους και προς τον Χοσρόην, προσκαλών αυτόν να δεχθή την νέαν πίστιν, αλλ' ο Χοσρόης υβριστικώς απέπεμψεν ή και εφόνευσε τους απεσταλμένους. Ο Μωάμεθ τον κατηράσθη και επροφήτευσε την πτώσιν του και την καταστροφήν του Περσικού κράτους. Το αληθές είναι ότι μετά την Χίδζραν ο Μωάμεθ, ενώ ακόμη ο Χοσρόης εφαίνετο νικητής, προείδε και ενέγραψεν εις το Κοράνιον ότι η νίκη έμελλε να επανέλθη εις τας σημαίας των Ρουμ ή Ελλήνων. Έπεμψε δε ύστερον, πιθανώς το 629, και εις τον Ηράκλειον πρεσβείαν προσκαλών αυτόν να προσέλθη εις την πίστην του Ισλάμ. Ο αυτοκράτωρ εδέχθη μεν ευγενώς τους πρέσβεις και έπεμψε δώρα, αλλ' έδωκεν αρνητικήν απάντησιν.
Ο Ηράκλειος εφάνη εις τον Μωάμεθ ως όργανον του θεού πεμφθέν προς τιμωρίαν του ασεβούς Χοσρόου, και η υπό του στρατού του Ηρακλείου το 623 γενομένη απόσβεσις του ιερού πυρός εις την πόλιν του Ζωροάστρου συνεδέθη κατόπιν με την δοξασίαν ότι το πυρ εκείνο εσβέσθη την ημέραν της γεννήσεως του Μωάμεθ.
Ζώντος του Μωάμεθ ο εναντίον του Ηρακλείου πόλεμος περιωρίσθη εις μικράς τινας επιδρομάς εις τα προς την Αραβίαν σύνορα του κράτους. Αλλ' επί των πρώτων διαδόχων του Μωάμεθ (αποθανόντος το 632 μ.χ.), του Αβού Βεκρ (632 — 634), του Ωμάρ (634 — 644) και του Οσμάν (644 — 655) έγιναν μεγάλοι και φοβεροί πόλεμοι εναντίον του Ελληνορωμαϊκού και του Περσικού κράτους. Και το μεν Περσικόν κράτος ευθύς μετά δύο μάχας κατεστράφη εντελώς και οι Πέρσαι απηρνήθησαν την πυρολατρείαν και ησπάσθησαν τον Μωαμεθανισμόν. Κατά δε του Ελληνορωμαϊκού κράτους έγιναν πόλεμοι δεινοί εις την Παλαιστίνην και την Συρίαν.
Ο Ηράκλειος ευρίσκετο ακόμη εις την Συρίαν, ότε απειράριθμα στίφη Αράβων διεχύθησαν εις την Παλαιστίνην και κατέκλυσαν την χώραν. Ο Ηράκλειος απέστειλε κατά των επιδρομέων όλον τον υπάρχοντα εις την Συρίαν στρατόν υπό διαφόρους αρχηγούς πεπειραμένους. Αλλά τα ησκημένα εκείνα και εμπειροπόλεμα και τελειότερον οπλισμόν έχοντα στρατεύματα ενικώντο από τους νέους πολεμίους. Εις την νίκην των Αράβων συνετέλει, πλην του ότι ήσαν πολυπληθέστεροι, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός. Οι αρχηγοί των Αράβων έλεγαν έτι της μάχης προς τους στρατιώτας: «Εμπρός, δηλαδή εις την συμπλοκήν και τον πόλεμον, είναι ο παράδεισος και ο Θεός, οπίσω δε, δηλαδή εις την φυγήν, είναι η κόλασις και ο διάβολος.»
Οι Άραβες ενικώντο ενίοτε, αλλά νικώμενοι ουδέποτε ετρέποντο εις φυγήν, θεωρούντες τούτο ως μέγα αμάρτημα, και εκ τούτου καθίσταντο κινδυνωδέστατοι πολέμιοι.
Ο Ηράκλειος βλέπων την ακατάσχετον πρόοδον των Αράβων επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν διά να ενεργήση νέας πολεμικάς ετοιμασίας και να στείλη στόλον και στρατόν. Αλλ' εν τω μεταξύ οι Άραβες εκυρίευσαν πολλάς πόλεις της Συρίας, ιδίως την Δαμασκόν, εισέβαλαν δε και εις την Αίγυπτον. Και ο νέος στρατός, ο πεμφθείς από τον Ηράκλειον, ενικήθη, τότε δε εκυριεύθησαν και η Ιερουσαλήμ και η Αντιόχεια. Ούτως όλη σχεδόν η Συρία εντός τεσσάρων ή πέντε ετών κατελήφθη υπό των Αράβων, κατελήφθη δε και η Αίγυπτος πλην της Αλεξανδρείας, η οποία, ενόσω έζη ο Ηράκλειος, υπεστηρίζετο διά του στόλου. Αλλ' εν μέσω των φοβερών τούτων επιδρομών ο Ηράκλειος απέθανε την 11 Φεβρουαρίου 641, άγων το 66 έτος της ηλικίας και βασιλεύσας επέκεινα των 30 ετών, και ετάφη εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου εθάπτοντο συνήθως οι βασιλείς.
Ο Ηράκλειος είναι μία των μεγαλοπρεπεστάτων μορφών του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Καθ' όλον τον βίον του ανέδειξεν εις ύψιστον βαθμόν ανεπτυγμένας τας ποικίλας αρετάς του ηρωικού χαρακτήρος του. Ακατάβλητος εις τας αποτυχίας, μεγαλόφρων προς τους νικωμένους εχθρούς, προπορευόμενος του στρατού εις τας μάχας και ανυψώνων το φρόνημά του με ποοσλαλιάς πλήρεις ηθικής και πολεμικής εξάρσεως, ανεδεικνύετο εφάμιλλος των ηρώων βασιλέων του Ομήρου. Όσον δε ανυπέρβλητος ήτο η ανδρεία του, τόσον είναι αξιοθαύμαστος διά την αφοσίωσίν του εις το καθήκον, διά την ηρωικήν του αυταπάρνησιν και, υπεράνω τούτων πάντων, διά το αγνόν θρησκευτικόν αίσθημα το διαπνέον ολόκληρον τον βίον του.
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ
Α'. Εισαγωγή…………………………………….. 3 Β'. Ο Ηράκλειος μέχρι της εις τον Θρόνον αναβάσεως του.. 8 Γ'. Τα μέχρι της πρώτης εκστρατείας του Ηρακλείου…… 13 Δ'. Η πρώτη εκστρατεία του Ηρακλείου (622 — 623 μ. Χ.)..31 Ε'. Δευτέρα εκστρατεία (623 — 624 μ. Χ.)…………….38 ς'. Η τρίτη εκστρατεία…………………….. …….43 Ζ'. Η τετάρτη εκστρατεία του Ηρακλείου (625 μ.Χ.)…… 50 Η'. Η πέμπτη εκστρατεία του Ηρακλείου (626) ……….. 52 Θ'. Η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Αβάρων (626 μ. Χ.)…………………………………. 60 Ι'. Ο Ηράκλειος εις την Περσίαν (626)……………… 69 ΙΑ'. Η εκστρατεία του 627 μ. Χ…………………….. 70 ΙΒ'. Το τέλος του πολέμου…………………………. 76 ΙΓ'. Επιστροφή του αυτοκράτορος……………………. 79 ΙΔ'. Η ύψωσις του Σταυρού ………………………… 82 ΙΕ'. Οι κατά των Αράβων πόλεμοι του Ηρακλείου……….. 83