Front matter (continued 2)
Kyriakos Zambas translation
Και λοιπόν ας προχωρήσωμεν εις την ουσίαν του ζητήματος, δηλαδή πώς εμάθαμεν αρίθμησιν. Εμπρός. Δηλαδή δεν εδόθη άραγε από κάποιον μέρος αφορμή, διά να εννοήσωμεν το έν και το δύο, αφού έχομεν αυτήν την φυσικήν ικανότητα από ολόκληρον το σύμπαν να αντιληφθώμεν αυτό; Και όμως πολλά άλλα ζώα ούτε εις αυτό δεν τα εβοήθησε η φύσις των, δηλαδή να ημπορέσουν να μάθουν από τον πατέρα των αρίθμησιν, εις ημάς όμως αυτά ακριβώς ενεφύτευσε ο θεός, ώστε να είμεθα ικανοί, όταν μας τους δεικνύουν, να τους διακρίνωμεν, έπειτα μας τους έδειξε και τους δεικνύει τακτικά, και από όλα τα πράγματα τι ωραιότερον ημπορεί κανείς να ιδή με τους οφθαλμούς του παρά την γενεάν των ημερών; Έπειτα ημπορεί να έλθη εις το μέρος της νυκτός, ενώ έχει την όρασίν του, οπότε θα του φανή όλως το αντίθετον. Και λοιπόν ανταλλάσσει αυτάς τας αντιλήψεις πολλάς νύκτας και πολλάς ημέρας, με τας οποίας ο ουρανός ποτέ δεν παύει να διδάσκη εις τους ανθρώπους το έν και τα δύο, έως ότου πλέον και ο δυσμαθέστατος να μάθη αρκετά την αρίθμησιν. Διότι έκαστος από ημάς ημπορεί κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήση και τα τρία και τα τέσσαρα και τα πολλά, όταν βλέπη αυτά. Διά τούτο μεταξύ άλλων εδημιούργησε ο θεός και την σελήνην, η οποία άλλοτε μεν φαίνεται μεγαλιτέρα και άλλοτε μικροτέρα και παρουσιάζει πάντοτε διάφορον ημέραν, έως τας δέκα πέντε ημέρας και νύκτας.
Αυτή δε διαγράφει κύκλον, εάν θελήση κανείς να θεωρήση ως έν ολόκληρον την κυκλικήν τροχιάν της, ώστε, διά να εκφρασθώμεν ούτω πως, να ημπορή να τα μάθη και το βλακωδέστερον ζώον από όσα ο θεός έδωκε ικανότητα εκ φύσεως να μανθάνουν.
Και έως εδώ μεν και με αυτά τα μέσα παν ζώον επιδεκτικόν μαθήσεως έγινε υπερβολικά αριθμητικόν, δηλαδή ως προς το να παρατηρή χωριστά το καθέν πράγμα μόνον του. Το να υπολογίζη όμως τας σχέσεις των αριθμών μεταξύ των νομίζω ότι έχει ανωτέραν αιτίαν, και διά τούτο, καθώς είπαμεν, έκαμε την σελήνην να αυξάνη και να φθίνη και απετέλεσε το έτος με μήνας (7) και ήρχισε να συγκρίνη πάντα αριθμόν προς μεγάλην ευτυχίαν. Από αυτά δε παρήχθησαν οι καρποί και εκυοφόρησε η γη, ώστε να υπάρχη τροφή δι' όλα τα ζώα, με την ύπαρξιν ανέμων και βροχών όχι υπερβολικών ούτε υπερμέτρων. Αλλ' εάν κανέν από αυτά συμβαίνη κάπως άσχημα, δεν πρέπει να προφασιζώμεθα την θείαν φύσιν, αλλά την ανθρωπίνην, η οποία δεν τακτοποιεί με δικαιοσύνην τον βίον της.
Όσον όμως αφορά εις ημάς, ενώ εξετάζαμεν το ζήτημα των νόμων, σχεδόν μας εφάνη ότι τα μεν άλλα όσα ωφελούν τους ανθρώπους είναι και εύκολον να γνωρίσωμεν, και έκαστος είναι ικανός να εννοήση τα λεγόμενα και να τα εκτελέση, εάν εννοήση ποίον είναι εκείνο το οποίον είναι λογικόν να συμφέρη και ποίον όχι. Λοιπόν μας εφάνη και ακόμη και τόρα μας φαίνεται, ότι αι μεν άλλαι ασχολίαι δεν είναι υπερβολικά δύσκολοι, με ποίον όμως τρόπον πρέπει να γίνωνται χρηστοήθεις οι άνθρωποι είναι δυσκολώτατον. Και όσον μεν διά τα άλλα, το να τα αποκτήση κανείς χρησίμως είναι, καθώς λέγει η παροιμία, και δυνατόν και όχι δύσκολον, δηλαδή πόσην περιουσίαν πρέπει να έχη και πόσην όχι και ποίου είδους σώμα πρέπει και ποίου όχι. Επίσης και ψυχήν ότι μεν πρέπει να έχωμεν αγαθήν, συμφωνεί έκαστος με οποιονδήποτε, αλλά με ποίον τρόπον αγαθήν; Και πάλιν ότι μεν πρέπει να έχωμεν δικαίαν ψυχήν και σώφρονα και ανδρείαν, και εις αυτά συμφωνεί, ότι όμως σοφήν, έκαστος μεν λέγει ότι πρέπει, αλλά ποίου είδους σοφίαν, καθώς είπαμεν προ ολίγου, κανείς απολύτως με κανένα δεν συμφωνεί από τους περισσοτέρους.
Τόρα λοιπόν ακριβώς έξω από όλας τας προηγουμένας σοφίας ευρίσκομεν κάποιαν σοφίαν όχι μηδαμινήν ως προς αυτά ακριβώς, δηλαδή ως προς το να φαίνεται σοφός όστις έμαθε όσα εξετάσαμεν. Αν όμως είναι πραγματικώς σοφός ο επιστήμων εις αυτά και αγαθός, ως προς τούτο πρέπει να ζητήσωμεν εξηγήσεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ξένε, πόσον ευλόγως είπες ότι σκοπεύεις να ειπής μεγάλους λόγους περί μεγάλων ζητημάτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως δεν είναι μικρά, φίλε, το δε σοβαρώτερον είναι ότι είναι εντελώς και απολύτως αληθή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Υπερβολικά βεβαίως, Ξένε μου, αλλά μην αποκάμης να ειπής ό,τι διισχυρίζεσαι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα και λοιπόν και σεις μην αποκάμετε να ακούετε.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό να γίνη, εγώ σου απαντώ και διά τους δύο μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Λοιπόν πρέπει, καθώς φαίνεται, να ειπούμεν από την αρχήν, και κυρίως μεν, εάν ημπορούμεν να συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα ποία είναι η σοφία την οποίαν παραδεχόμεθα, εάν δε εις τούτο ήμεθα υπερβολικά ανίκανοι, τότε το δεύτερον ζήτημα, δηλαδή ποίαι είναι αι ιδιότητες και πόσαι, τας οποίας όταν αποκτήση κανείς θα γίνη σοφός συμφώνως με τον ιδικόν μας λόγον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε, αν αγαπάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν τόρα δεν θα μισηθή ο νομοθέτης, αν ομιλή περί των θεών καλλίτερα παρά προηγουμένως και με καλλιτέραν παρομοίωσιν, ως να χρησιμοποιή ωραίαν διασκέδασιν τιμών τους θεούς και γεραίρων αυτούς με ύμνους και μακαριστούς εις όλην του την ζωήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πολύ καλά ομιλείς, Ξένε μου. Και είθε αυτό το τέλος να θέσης εις τους νόμους σου, δηλαδή, αφού κανείς πανηγυρίση τους θεούς και ζήση καθαρωτέραν την ζωήν του, να επιτύχη συγχρόνως τέλος κάλλιστον και ωραιότατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς λοιπόν το λέγομεν αυτό, φίλε Κλεινία; Άραγε φρονείς ότι πρέπει να υμνούμεν υπερβολικά και να τιμώμεν τους θεούς, ευχόμενοι να μας φωτίζουν να λέγωμεν τα καλλίτερα και ωραιότερα λόγια δι' αυτούς; Αυτό εννοείς ή πώς αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως καταπληκτικά ούτω πως. Αλλά, αξιοθαύμαστε φίλε, βασιζόμενος εις τους θεούς προσεύχου και λέγε την συνέχειαν του λόγου σου περί των αρμοζόντων εις τους θεούς και τας θεάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό θα γίνη, αν ο ίδιος ο θεός μας οδηγήση. Αλλά και συ προσεύχου και μη σε μέλει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής τα κατόπιν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς φαίνεται λοιπόν, πρέπει πρώτον την θεογονίαν και την ζωογονίαν, την οποίαν οι προηγούμενοι την παρωμοίασαν κακώς, εγώ να την παρομοιάσω (ερμηνεύσω) καλλίτερον συμφώνως με τον προηγούμενον λόγον, επαναλαμβάνων τον λόγον τον οποίον απέτεινα προς τους ασεβείς και εξηγών εις αυτούς ότι υπάρχουν θεοί φροντίζοντες δι' όλα μικρά και μεγάλα και είναι σχεδόν αμετάπειστοι ως προς τα δίκαια, εάν βεβαίως ενθυμήσθε, φίλε Κλεινία. Διότι ελάβατε και υπομνήσεις δι' αυτά. Και βεβαίως όσα ελέχθησαν τότε ήσαν πολύ αληθή. Το εξής δε ήτο το σπουδαιότερον από αυτά, ότι η ψυχή ολόκληρος είναι αρχαιοτέρα του σώματος ολοκλήρου.
Άραγε δεν το ενθυμείσθε; Ή ασφαλώς ενθυμείσθε αυτό τουλάχιστον; Δηλαδή όποιον είναι καλλίτερον και παλαιότερον και θεοειδέστερον, αυτό φαίνεται ότι είναι ως προς το κατώτερον και νεώτερον και προστυχότερον, και γενικώς ότι το κυρίαρχον είναι σεβασμιώτερον από το κυριαρχούμενον, και απολύτως το φέρον από το φερόμενον. Λοιπόν ας αναγνωρίσωμεν αυτό, ότι η ψυχή είναι αρχαιοτέρα του σώματος. Αφού δε τούτο είναι ούτω πως, τότε θα είναι πιθανώτερον σχεδόν ότι από το πρώτον της δημιουργίας προηγήθη άλλο πρώτον. Και λοιπόν ας δεχθώμεν ότι η αρχή της αρχής (8) είναι ωραιοτέρα, και μας προβιβάζει ορθότατα εις τα υψηλότερα ζητήματα της σοφίας περί της γενέσεως των θεών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ας δεχθώμεν ότι αυτά ορθώς είναι ειπωμένα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν. Βεβαίως ζώον θα ειπούμεν ότι λέγεται πολύ ορθώς, όταν γίνη μία συνένωσις ψυχής και σώματος και γεννήση μίαν μορφήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν δικαιότατα δεν ονομάζεται ζώον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν στερεά σώματα, από τα οποία ημπορεί κανείς κάλλιστα και ωραιότατα να πλάση κάτι, πρέπει λογικώς να θεωρούνται πέντε, ολόκληρος δε η άλλη τάξις έχει μίαν μορφήν (της ψυχής). Δηλαδή ασώματον δεν ημπορεί να υπάρξη κανέν άλλο, το οποίον να μην έχη ποτέ κανέν χρώμα, παρά μόνον το θειότατον γένος της ψυχής. Αυτό δε είναι εκείνο, εις το οποίον αρμόζει να πλάττη και να δημιουργή, εις δε το σώμα, καθώς είπαμεν, αρμόζει να πλάττεται και να δημιουργήται και να είναι ορατόν. Αλλά — ας επαναλάβωμεν πάλιν. Διότι δεν πρέπει μίαν φοράν να το ειπούμεν — εις αυτήν αρμόζει να είναι αόρατος και μόνον εις τον εννοοούντα καταληπτή, και να μετέχη της μνήμης και των υπολογισμών με συνδυασμόν των περιττών και των αρτίων αριθμών. (9) Λοιπόν από τα πέντε σώματα που υπάρχουν πρέπει να δεχθώμεν ότι έν είναι το πυρ και έν το ύδωρ και τρίτον ο αήρ, τέταρτον δε η γη και πέμπτον ο αιθήρ. Με την κυριαρχίαν δε εκάστου από αυτά σχηματίζονται πολλά και ποικίλα ζώα. Πρέπει να μάθωμεν το καθέν ως εξής.
Ας παραδεχθώμεν το πρώτον ως γήινον, δηλαδή όλους τους ανθρώπους και όλα τα πολύποδα και άποδα και όσα βαδίζουν και όσα είναι στάσιμα, κρατούμενα με ρίζας. Ως ενότητα δε όλων αυτών πρέπει να θεωρούμεν το εξής, ότι δηλαδή όλα αυτά αποτελούνται από όλα τα γένη, αλλά το περισσότερον μέρος αυτών αποτελείται από χώμα και στερεάν φύσιν. Άλλο δε γένος ζώου πρέπει να θεωρήσωμεν κατόπιν εκείνο, το οποίον διαρκώς σχηματίζεται και είναι δυνατόν να βλέπεται. Διότι το περισσότερον μέρος του το έχει από το πυρ, έχει όμως και μέρος από την γην και από τον αέρα, επίσης δε και από όλα τα άλλα στοιχεία έχει ολίγα μέρη. Διά τούτο λοιπόν πρέπει να δεχθώμεν ότι αυτά γίνονται ζώα πολυποίκιλα και ορατά. Και πρέπει πάλιν να πιστεύωμεν εις τα γένη των ζώων του ουρανού, και τούτο να δεχθώμεν ότι είναι το θείον γένος των άστρων, το οποίον επέτυχε σώμα μεν ωραιότατον, ψυχήν δε καλλίστην και ευτυχεστάτην. Εκ των δύο δε μοιρών την μίαν τουλάχιστον πρέπει να αποδώσωμεν εις αυτό με την γνώμην μας. Δηλαδή ή ότι είναι άφθαρτον ή και αθάνατον έκαστον από αυτά και απολύτως θείον κατά λογικήν ανάγκην, ή έχει έκαστον κάπως μακροχρόνιον βίον αρκετόν διά την ζωήν εκάστου, η οποία δεν έχει ποτέ πλέον καμμίαν περισσοτέραν ανάγκην.
Πρώτον λοιπόν ας εννοήσωμεν αυτό που λέγομεν, δηλαδή ότι δύο είναι τα τοιαύτα ζώα. Και επαναλαμβάνομεν ότι είναι και τα δύο μεν ορατά, το έν μεν από πυρ, ολόκληρον, καθώς φαίνεται, το δε άλλο από γην. Και το μεν γήινον ευρίσκεται εις αταξίαν, το δε πύρινον κινείται με απόλυτον τάξιν. Και λοιπόν εκείνο μεν που κινείται με αταξίαν πρέπει να το θεωρούμεν ανόητον, και τούτο ως επί το πλείστον κάμνουν τα πέριξ ημών ζώα, το δε άλλο που κινείται με τάξιν και εις τον ουρανόν πρέπει να το λάβωμεν ως σπουδαίαν απόδειξιν ότι είναι νοήμον. Διότι, αφού προχωρεί συμφώνως με τους ιδίους όρους και ομοίως πάντοτε ενεργεί και πάσχει, δίδει αρκετήν απόδειξιν ότι ζη φρονίμως. Η δε απαίτησις της ψυχής, η οποία έχει νουν, είναι ισχυροτέρα από όλους τους εξαναγκασμούς. Διότι κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται εις το να νομοθετή. Η δε κανονικότης της ψυχής, όταν αποφασίση το καλλίτερον συμφώνως με τον καλλίτερον νουν, αποβαίνει το τέλειον και το πραγματικώς σύμφωνον με τον νουν, και τότε ούτε ο αδάμας δεν είναι ισχυρότερος αυτού· ούτε περισσότερον άκαμπτος, αλλά πρέπει να πιστεύσωμεν ότι αι τρεις Μοίραι το κρατούν και το φυλάττουν διά να είναι τέλειον ό,τι εσχεδιάσθη με την καλλιτέραν απόφασιν από έκαστον θεόν. Διά δε τους ανθρώπους έπρεπε να χρησιμεύση ως απόδειξις περί του ότι έχουν νουν τα άστρα και όλη εκείνη η περιφορά, το ότι εκτελούν πάντοτε τας ιδίας κινήσεις, διότι εκτελούν αποφάσεις ληφθείσας προ απείρως πολλού χρόνου, και δεν μετατοπίζονται άνω κάτω, ώστε άλλοτε άλλας κινήσεις εκτελούντα να πλανώνται και να αντιστρέφωνται. Τούτο εξηγήθη από τους περισσοτέρους όλως αντιθέτως, ότι δηλαδή, επειδή εκτελούν τας ιδίας κινήσεις και ομοίως, δεν έχουν ψυχήν. Και ηκολούθησεν αυτούς τους ανοήτους ο λαός, ώστε να νομίση ότι το μεν ανθρώπινον ζώον είναι νοήμον και ζωντανόν, ως κινούμενον, το δε θείον είναι ανόητον ως μένον εις τας ιδίας περιφοράς. Ήτο όμως δυνατόν εις τον άνθρωπον, εάν παραδεχθή τα καλλίτερα και ωφελιμώτερα και αγαπητότερα, να εννοήση ότι διά τούτο πρέπει να νομίζη νοήμον εκείνο το οποίον ενεργεί υπό τους ιδίους όρους και ομοίως και διά τους ιδίους λόγους. Αυτό δε ότι είναι η φύσις των άστρων, η οποία εις την όρασιν μεν είναι ωραιοτάτη, διότι αυτά χορεύουν και διαγράφουν τον ωραιότατον και μεγαλοπρεπέστατον χορόν από όλους και εκτελούν τα χρήσιμα δι' όλα τα ζώα.
Και πρώτον προς εξήγησιν του λόγου, διά τον οποίον θεωρούμεν αυτά έμψυχα, ας σκεφθώμεν το μέγεθος αυτών, δηλαδή δεν είναι τόσον μικρά, όσον μας φαίνονται πραγματικώς, αλλά έκαστον από αυτά είναι ανυπολόγιστον κατά τον όγκον. Πρέπει δε να το πιστεύσωμεν. Διότι αυτό γίνεται αντιληπτόν με πολλάς αποδείξεις. Δηλαδή ολόκληρον τον ήλιον είναι δυνατόν να εννοήσωμεν ορθώς ως μεγαλίτερον από ολόκληρον την γην και βεβαίως και όλοι οι μετακινούμενοι αστέρες (πλανήται) έχουν κάπως θαυμαστόν μέγεθος. Ας σκεφθώμεν όμως ποίος τρόπος υπάρχει, ώστε να περιφέρη τόσον μεγάλον όγκον — κάποια δηλαδή φύσις εις τον ίδιον χρόνον εις όσον και σήμερον ακόμη περιφέρονται. Λοιπόν εγώ φρονώ ότι ο θεός είναι ο αίτιος και ποτέ δεν είναι δυνατόν αλλέως. Δηλαδή ποτέ δεν είναι δυνατόν να υπάρξη έμψυχον πράγμα αλλέως παρά από θεόν, καθώς ημείς φρονούμεν. Αφού δε αυτό είναι ικανός να το εκτελέση ο θεός, ήτο εντελώς εύκολον πρώτον μεν να γίνη εντελώς ζωντανόν ολόκληρον το σώμα και ολόκληρος ο όγκος, έπειτα δε να το μετακινή με τον τρόπον, τον οποίον εθεώρησε καλλίτερον. Τόρα λοιπόν περί όλων αυτών ένα λόγον ημπορούμεν να ειπούμεν αληθινόν. Δεν είναι δυνατόν η γη και ο ουρανός και όλοι οι αστέρες και όλοι οι αποτελούμενοι από αυτούς όγκοι, εάν δεν εδόθη πλησίον των ή εντός εκάστου από αυτούς ψυχή, να μετακινούνται με ακρίβειαν έκαστον έτος συμφώνως με τους μήνας και τας ημέρας, και να γίνονται εις όλους μας αγαθά όλα, όσα εδημιουργήθησαν. Πρέπει δε όσον μηδαμινόν πράγμα είναι ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον να μη φλυαρή, αλλά να φαίνεται ότι ομιλεί σαφώς.
Και λοιπόν, εάν κανείς θεωρήση ως αιτίας τα ορμέμφυτα των σωμάτων ή τας φύσεις ή κανέν παρόμοιον, δεν λέγει τίποτε σαφές. Αυτό όμως που ελέχθη από ημάς πρέπει να το επαναλάβωμεν, διά να ιδούμεν αν έχει λογικήν ο λόγος μας ή εντελώς καθυστερεί ως προς αυτήν, πρώτον μεν ότι τα όντα είναι δύο, το έν μεν ψυχή, το δε άλλο σώμα, και ότι είναι πολλά όντα εκάστου από τα δύο αυτά είδη, όλα όμως είναι διάφορα και μεταξύ των και του ενός είδους προς το άλλο, και έπειτα ότι δεν υπάρχει τρίτον τι ανάμικτον από τα δύο εις κανέν. Έχει δε μεγάλην διαφοράν η ψυχή από το σώμα. Διότι αυτήν μεν θα την θεωρήσωμεν νοήμονα, αυτό δε ανόητον, και εκείνην κυρίαρχον, αυτό δε εξουσιαζόμενον, και εκείνην μεν αιτίαν όλων, αυτό δε αναίτιον παντός παθήματος. Επομένως το να δεχθώμεν ότι τα επουράνια προέρχονται από άλλο τίποτε και ότι δεν είναι κατ' αυτόν τον τρόπον γεννήματα της ψυχής και του σώματος θα ήτο μεγάλη μωρία και παρολογισμός. Εάν λοιπόν πρόκειται να υπερισχύσουν οι λόγοι περί όλων αυτών και να φαίνωνται όλα αυτά πιστευτά ως θεία, πρέπει να τα θεωρήσωμεν ως έν από τα δύο. Δηλαδή ή πρέπει πολύ ορθώς να τα εξυμνούμεν ως να είναι οι ίδιοι οι θεοί, ή να τα θεωρήσωμεν ομοιώματα των θεών ωσάν αγάλματα, τα οποία κατεσκεύασαν οι ίδιοι οι θεοί.
Διότι βεβαίως δεν είναι έργα ανοήτων ούτε μικράς αξίας, αλλά, καθώς είπαμεν, έν από τα δύο αυτά πρέπει να δεχθώμεν, και τα πιστευθέντα ως τοιαύτα να τα τιμώμεν περισσότερον από όλα τα αγάλματα. Διότι είναι αδύνατον να παρουσιασθούν ποτε ωραιότερα και παγκοσμιώτερα αγάλματα εις όλην την ανθρωπότητα ούτε υψωμένα εις υπεροχωτέρους τόπους από αυτά, (10) υπερέχοντα κατά την καθαρότητα και σεμνότητα και όλην την ζωήν όσον έγιναν όλα αυτά τελείως.
Τόρα λοιπόν ας δοκιμάσωμεν τούτο μόνον διά τους θεούς, δηλαδή, αφού παρετηρήσαμεν τα δύο ορατά εις ημάς ζώα, εκ των οποίων λέγομεν ότι το έν μεν είναι αθάνατον, όλα δε τα γήινα ότι είναι θνητά, ας προσπαθήσωμεν να εξηγήσωμεν σαφώς τα άλλα τρία τα διάμεσα των πέντε πώς επλάσθησαν συμφώνως με την πιθανωτέραν γνώμην. Δηλαδή ας δεχθώμεν τον αιθέρα κατόπιν από το πυρ, και ότι η ψυχή τούτου έχει την ικανότητα να πλάττη ζώα έχοντα δύναμιν συνάμα δε και άλλα γένη, ως επί το πολύ μεν εκ της ιδικής του φύσεως, τα δε μικρότερα μέρη των από τα άλλα γένη χάριν συνδέσεως.
Κατόπιν δε από τον αιθέρα η ψυχή πλάττει από τον αέρα άλλο γένος ζώων και τρίτον από το ύδωρ. Αφού δε εδημιούργησε όλα αυτά η ψυχή, είναι επόμενον ότι εγέμισε όλον τον ουρανόν από ζώα, μεταχειρισθείσα όλα τα γένη, όσον ήτο δυνατόν, αφού όλα έγιναν μέτοχα της ζωής. Τα δε δεύτερα και τρίτα και τέταρτα και πέμπτα αρχίζουν από τους ορατούς θεούς και τελειώνουν εις ημάς τους ανθρώπους.
Και τόρα λοιπόν όσον διά τους θεούς, δηλαδή τον Δία και την Ήραν και όλους τους άλλους, όπως θέλει έκαστος, ας τους παραδέχεται συμφώνως με τον ίδιον νόμον και ας έχη στερεωμένην αυτήν την γνώμην. Αλλά τους ορατούς θεούς πρέπει να τους θεωρούμεν ως τους ανωτέρους και τιμιωτέρους (11) και οξυδερκεστέρους και πρώτους, δηλαδή αυτούς οι οποίοι αποτελούν την φύσιν των άστρων και όσοι αντιλαμβανόμεθα ότι εδημιουργήθησαν μαζί με αυτά, κατόπιν δε από αυτούς εις την σειράν και κατά δεύτερον λόγον τους δαίμονας. Έπειτα το αέριον γένος, το οποίον κατέχει την τρίτην θέσιν και την μεσαίαν, το οποίον είναι αίτιον της διερμηνείας (διαισθήσεως) (12) πρέπει να το τιμώμεν καθ' υπερβολήν δε των δύο τούτων ζώων, δηλαδή του αερίου και του αιθερίου, δεν είναι ούτε ορατόν ολόκληρον το καθέν.
Δι' αυτό ενώ λοιπόν παρευρίσκεται πλησίον μας, δεν είναι εντελώς αισθητόν. Μετέχουν δε θαυμασίας νοημοσύνης, αφού ανήκουν εις ευφυές γένος και μνημονικόν, και πρέπει να φρονούμεν ότι γνωρίζουν την ιδικήν μας διανόησιν και ότι θαυμασίως συμπαθούν τον καλόν και αγαθόν από ημάς και μισούν τον πολύ κακόν, τούτο δε διότι προηγουμένως απέκτησαν την αίσθησιν της λύπης. Και βεβαίως ο θεός ο οποίος έλαβε τελείως θείαν μοίραν ευρίσκεται έξω από αυτά, δηλαδή από την λύπην και την ηδονήν, της δε φρονήσεως και γνώσεως είναι καθ' όλα μέτοχος. (13) Και αφού ολόκληρος ο ουρανός είναι γεμάτος από ζωντανά όντα διαμηνύουν μεταξύ των και αυτοί οι εις μεγίστην απόστασιν ευρισκόμενοι θεοί όλοι όλα, διότι τα μεσάζοντα ζώα μετακινούνται προς την γην και τον όλον ουρανόν με ελαφράν έλξιν. Εκείνο δε που συνίσταται από ύδωρ ημπορεί μεν ορθώς να το παρομοιάση κανείς προς ημίθεον και να ειπή δι' αυτό ότι άλλοτε μεν είναι ορατόν, άλλοτε δε κρύπτεται και γίνεται άφαντον (ατμός) και παρουσιάζει θαυματουργίαν εις την αμυδράν όρασιν.
Δι' αυτά λοιπόν τα πέντε ιδανικώς τέλεια ζώα, οτιδήποτε μερικοί από ημάς εγνώρισαν ή εις τον ύπνον μέσα εις τα όνειρά των, ή εις τας διαδόσεις και μαντείαι ήκουσαν λεγόμενον εις ακοάς υγιείς ή νοσηράς ή κατά τα τέλη της ζωής των έτυχε να ακούσουν ιδιωτικώς ή δημοσίως τοιαύται γνώμας, από τας οποίας ιδρύθησαν διάφορα προσκυνήματα πολλών θεών, ως προς όλα αυτά, ο νομοθέτης, όστις έχει και τον ελάχιστον νουν ποτέ δεν θα τολμήση να νεωτερίση και να ωθήση την πόλιν του εις θεοσέβειαν, η οποία έχει κάτι τι ασαφές. Αλλά πάλιν και από τας θυσίας, τας οποίας ορίζει ο πατροπαράδοτος νόμος, δεν θα θελήση να τους αποτρέψη, αφού δεν γνωρίζει τίποτε, και αφού δεν είναι δυνατόν απολύτως εις την θνητήν φύσιν να γνωρίζη περί των τοιούτων. Διά δε τους αληθώς φανερούς εις ημάς θεούς άραγε δεν επιβάλλει ο ίδιος λόγος να θεωρούνται κακοί, όσοι δεν τολμούν να μας τους γνωρίζουν και να τους φανερώνουν, αφού μένουν αλειτούργητοι και δεν απολαμβάνουν τας ανηκούσας εις αυτούς τιμάς;
Τώρα λοιπόν συμβαίνει αυτό ωσάν να έβλεπε κάποιος από ημάς τον ήλιον και την σελήνην ότι υπάρχουν και επιθεωρούν όλους ημάς και δεν το εφανέρωνε, ενώ ήτο κάπως ικανός να το φανερώση, και ενώ είναι αμέτοχοι τιμής να προσπαθήση όσον εξαρτάται από αυτόν να τους φέρη εις έντιμον τόπον φανερά και να ιδρύση δι' αυτούς εορτάς και θυσίας και να χωρίση το καταλαμβανόμενον από έκαστον χρονικόν διάστημα της μεγαλιτέρας (ηλιακής) ή μικροτέρας (σεληνιακής) διαρκείας του έτους. Άραγε αυτός δεν ήτο δίκαιον να θεωρηθή κακός και διά τον εαυτόν του και δι' άλλον όστις γνωρίζει αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι, καλέ Ξένε; κάκιστος μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν, φίλε Κλεινία, γνώριζε σαφώς ότι τόρα συμβαίνει εις εμέ.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάθετε ότι υπάρχουν οκτώ δυνάμεις των ουρανίων σωμάτων, αδελφικαί μεταξύ των, τας οποίας είδα εγώ καθαρά. Και δεν έκαμα κανέν μέγα κατόρθωμα. Διότι αυτό είναι εύκολον και εις άλλον. Από αυτάς δε τρεις είναι αι εξής. Μία μεν του ηλίου, άλλη μία της σελήνης και άλλη μία των απλανών αστέρων, τους οποίους ανεφέραμεν ολίγον προηγουμένως. Ακόμη δε άλλαι πέντε. Όλας αυτάς λοιπόν και αυτούς που βαδίζουν με αυτάς είτε και μεταφέρονται εντός αυτών ως εις οχήματα, κανείς ας μη νομίση από εσάς ότι άλλοι μεν είναι θεοί, άλλοι όμως όχι, ούτε ότι άλλοι μεν είναι γνήσιοι, άλλοι δε τοιούτοι ώστε να μην είναι συγχωρημένον εις κανένα από ημάς να το ειπούμεν. Και λοιπόν όλοι όλους ας τους θεωρούμεν αδελφούς και με αδελφωμένας μοίρας, και ας μη αποδίδωμεν ως τιμάς εις άλλον μεν το έτος, εις άλλον δε τον μήνα, εις άλλους δε ας μη ορίζωμεν ούτε μερίδιον ούτε χρόνον, εις τον οποίον διατρέχουν την τροχιάν των και συναποτελούν τον κόσμον τον οποίον ετακτοποίησε και έκαμε ορατόν ο θειότερος λόγος από όλους. Τον οποίον ο μεν ευτυχής πρώτον με θαυμάζει, έπειτα δε επιθυμεί να σπουδάση όσα είναι δυνατά εις την ανθρωπίνην φύσιν, διότι φρονεί ότι ούτω πως θα ζήση άριστα και ευτυχέστατα όσον ζη, και όταν αποθάνη θα έλθη εις τόπους αρμοδίους διά τους εναρέτους και πραγματικώς μεμυημένος, αποκτήσας φρόνησιν όσην ουδείς άλλος, και εις τον υπόλοιπον χρόνον του εμβαθύνων εις τα ωραιότερα, από όσα υποπίπτουν εις την όρασίν μας.
Τόρα λοιπόν μας μένει να ειπούμεν πόσοι είναι και ποίοι. Διότι δεν υπάρχει ποτέ φόβος να φανώμεν ψευδείς. Λοιπόν ασφαλώς διισχυρίζομαι αυτό τουλάχιστον. Δηλαδή λέγω πάλιν ότι είναι οκτώ αι τροχιαί, και από αυτάς τας οκτώ αι μεν τρεις εξετάσθησαν, μένουν δε άλλαι πέντε. Η δε τετάρτη κίνησις και τροχιά και η πέμπτη σχεδόν είναι ίση με τον ήλιον ως προς την ταχύτητα και ούτε βραδυτέρα είναι ούτε ταχυτέρα. Πρέπει δε όστις έχει νουν αρκετόν να εντυπώση ότι εν συνόλω αυταί είναι τρεις. Ας δεχθώμεν δε ότι είναι μία του ηλίου και άλλη μία του εωσφόρου και η τρίτη όσον μεν διά το όνομά της δεν ημπορούμεν να το ειπούμεν, διότι δεν είναι γνωστόν, εις τούτο δε πταίει ο πρώτος παρατηρητής αυτών, ο οποίος ήτο βάρβαρος. Διότι βεβαίως κάποιος παλαιός τόπος ανέθρεψε τους πρώτους εννοήσαντας αυτά τα ζητήματα ένεκα του ωραίου θερινού κλίματός του, (14) οποίον αληθώς έχει η Αίγυπτος και η Συρία, διότι εκεί ημπορούμεν να ειπούμεν ότι έβλεπαν ολοφάνερα πάντοτε τους αστέρας, επειδή οι κάτοικοι εκεί ήσαν πάντοτε εις μέρος της γης απηλλαγμένον από τα σύννεφα και τας βροχάς. Από εκεί δε και εις όλα τα άλλα μέρη και εδώ ήλθαν αυτά, εξακριβωθέντα με χρόνον πολυετή και άπειρον. Διά τούτο πρέπει με θάρρος αυτά να τα συμπεριλάβωμεν εις τους νόμους. Διότι το να μη είναι τιμητά τα θεία, ή το να μη θεωρούνται αυτά θεία δεν είναι φρόνιμος πράξις. Το ότι δε δεν απέκτησαν ονόματα (15), πρέπει βεβαίως να αναφέρωμεν την αιτίαν, έλαβον όμως ονομασίαν διαφόρων θεών. Δηλαδή ο μεν εωσφόρος, ο οποίος είναι ο ίδιος και έσπερος, σχεδόν έχει δικαιολογίαν να καθιερωθή εις την Αφροδίτην, το οποίον είναι πολύ εύλογον δι' ένα Σύριον νομοθέτην, ο δε σύντροφος του ηλίου και αυτός ομοίως έχει λόγον σχεδόν να λάβη το όνομα του Ερμού. Ακόμη δε τρεις τροχιάς ας αναφέρωμεν πλανητών κινουμένων προς τα δεξιά μαζί με την σελήνην και τον ήλιον. Ένα δε πρέπει να θεωρήσωμεν ως όγδοον, τον οποίον κυρίως ημπορεί κανείς να τον ονομάση επάνω κόσμον, ο οποίος κινείται αντιθέτως προς όλους τους προηγουμένους, οδηγών τους άλλους καθώς θα εφαίνετο εις ανθρώπους γνωρίζοντας ολίγα πράγματα περί αυτών, αλλά βεβαίως όσα γνωρίζομεν είναι ανάγκη να τα λέγωμεν. Δηλαδή η αληθής σοφία εις αυτά κάπως φανερώνεται διά τον μετέχοντα έστω και ολίγον της ορθής και θείας νοήσεως. Λοιπόν μένουν να εξετασθούν οι τελευταίοι τρεις αστέρες, εκ των οποίων ο είς μεν είναι ευδιάκριτος από την μεγάλην βραδύτητά του, και εις τούτον μερικοί αποδίδουν το όνομα του Κρόνου. Ο δε δεύτερος κατόπιν αυτού ως προς την βραδύτητα πρέπει να λάβη το όνομα του Διός, ο δε κατόπιν αυτού ερχόμενος το όνομα του Άρεως. Αυτός δε είναι ο ερυθρότερος από όλους εις το χρώμα. Δεν είναι δε διόλου δύσκολον να τους εννοήση έκαστος, όταν τους εξηγήση εις αυτόν κανείς, αλλά πρέπει, αφού τους μάθη, να τους παραδέχεται.
Πρέπει δε να σκεφθή το εξής έκαστος Έλλην, ότι ημείς έχομεν τον τόπον της Ελλάδος σχεδόν καλλίτερον από όλους ως προς την τελειοποίησίν μας, ως πρώτον δε αξιέπαινον αυτού προσόν πρέπει να θεωρούμεν το ότι έχει μέσον κλίμα μεταξύ της χειμερινής και καλοκαιρινής φύσεως, αλλά η φύσις αυτού ως προς την καλοκαιρίαν υστερούσα εκείνων των τόπων, καθώς είπαμεν, έκαμε να λάβωμεν αργότερον την αντίληψιν αυτών των θεών του σύμπαντος. Ας παραδεχθώμεν όμως ότι παν ό,τι δεχθούν οι Έλληνες από τους βαρβάρους, το τελειοποιούν καλλίτερον. Και ωρισμένως ως προς το ζήτημά μας πρέπει να δεχθώμεν αυτό το ίδιον, ότι δηλαδή είναι δύσκολον όλα τα τοιαύτα να τα ανακαλύπτωμεν ασφαλώς, υπάρχει όμως μεγάλη ελπίς και καλή να επιμεληθούν όλους αυτούς τους θεούς οι Έλληνες πολύ καλλίτερον και αληθώς δικαιότερον από ό,τι αξίζει η παράδοσις και η επιμέλεια, η οποία μας ήλθε από τους βαρβάρους, μεταχειριζόμενοι τα διδάγματα και τας μαντείας των Δελφών και όλην την νόμιμον επιμέλειαν. Το εξής όμως ας μη φοβηθή ποτε κανείς εκ των Ελλήνων, ότι τάχα δεν πρέπει να ερευνώμεν τα θεία, αφού είμεθα θνητοί, αλλά να σκεφθή όλως το αντίθετον, ότι δηλαδή ούτε ανόητον είναι το θείον ούτε αγνοεί την φύσιν του ανθρώπου, αλλά γνωρίζει, ότι από την ιδικήν του διδασκαλίαν αυτός θα παρακολουθήση και θα μάθη τα διδασκόμενα. Ότι δε μας διδάσκει το θείον, και ότι ημείς μανθάνομεν τους αριθμούς και την αρίθμησιν, βεβαίως το γνωρίζει. Διότι θα ήτο το ανοητότερον ον, αν δεν εγνώριζε αυτό. Δηλαδή, καθώς λέγει η παροιμία, πραγματικώς δεν θα εγνώριζε τον ίδιον τον εαυτόν του, εάν ωργίζετο με τον ικανόν να μανθάνη και αν δε τον συνέχαιρε χωρίς φθόνον, αφού γίνεται αγαθός εξ αιτίας του θεού.
Και βεβαίως έχει σπουδαίαν και ορθήν δικαιολογίαν το ότι, όταν μεν διά πρώτην φοράν επήλθε εις τους ανθρώπους να σκεφθούν περί θεών και πώς παρήχθησαν και οποίοι έγιναν και από πού και ποίας πράξεις εξετέλουν, ταύτα να μη λέγωνται καθώς τα παραδέχονται οι σώφρονες ούτε καθώς αρέσει εις αυτούς, ούτε καθώς αρέσει εις τους δευτερεύοντας, οπότε αρχαιότατον μεν εθεωρείτο το πυρ και το ύδωρ και τα άλλα σώματα, μεταγενεστέρα δε η αξιοθαύμαστος ψυχή. Και εθεωρείτο καλλιτέρα και τιμιωτέρα αυτή η περιφορά, την οποίαν επλάσθη να διαγράφη το σώμα, όταν μετακινή τον εαυτόν του με ποικίλην θερμότητα και ψύχος και με όλα τα παρόμοια, όχι δε η κίνησις που δίδει η ψυχή εις το σώμα και τον εαυτόν της. Τόρα όμως που λέγομεν ημείς ότι η ψυχή, όταν τοποθετηθή μέσα εις σώμα, δεν είναι διόλου παράδοξον να μετακινή και μεταφέρη και αυτό και τον εαυτόν της, ούτε εις ημάς δεν απιστεί η ψυχή μας με κανένα λόγον ότι δεν ημπορεί να μετακινή κανέν βάρος. Διά τούτο τόρα διισχυριζόμεθα ημείς ότι η ψυχή είναι αιτία του σύμπαντος και ότι από όλα τα αγαθά τα οποία είναι αυτής της φύσεως και όλα τα ποταπά τα οποία είναι αντίθετα, πάσης μεν περιφοράς και κινήσεως αιτία είναι η ψυχή, αλλά η προς το αγαθόν περιφορά και κίνησις ανήκει εις την καλλιτέραν ψυχήν, η δε αντίθετος πάλιν της αντιθέτου και διά τούτο πρέπει να είναι νικήτρια, και τα αγαθά να νικούν τα ποταπά.
Όλα αυτά ελέχθησαν από ημάς συμφώνως με την δικαιοσύνην την τιμωρούσαν τους ανοσίους. Ως προς το εγκρινόμενον όμως δεν μας επιτρέπεται να δυσπιστούμεν, ότι δηλαδή δεν πρέπει τον αγαθόν να τον θεωρούμεν σοφόν. Διά δε την σοφίαν αυτήν, την οποίαν εξετάζομεν προ πολλού, ας ιδούμεν αν θα την εύρωμεν εις καμμίαν εκπαίδευσιν ή τέχνην, που εάν δεν την γνωρίζωμεν θα είμεθα αμαθείς ως προς την δικαιοσύνην. Λοιπόν εγώ νομίζω ότι την ευρίσκομεν και πρέπει να το ειπούμεν. Δηλαδή εγώ ερευνών άνω και κάτω, καθώς την ενόησα, θα προσπαθήσω να την εξηγήσω τελείως προς υμάς.
Δηλαδή αιτία τούτου είναι ότι το σπουδαιότερον μέρος της αρετής δεν εκτελείται καλώς, καθώς νομίζω ότι εξηγείται από όσα είπαμεν. Δηλαδή ανωτέρα αρετή από την ευσέβειαν (16) κανείς ας μη προσπαθήση να μας πείση ότι υπάρχει διά το θνητόν γένος. Αυτό όμως ότι από την μεγαλειτέραν αμάθειαν δεν εδημιουργήθη εις τας καλλιτέρας ψυχάς, πρέπει να λεχθή. Αι καλλίτεραι δε είναι όσαι ημπορούν να φανούν δύστροποι, αλλά επιδέχονται μεγάλην ωφέλειαν. Διότι και τας ιδιότητας της βραδυκινήτου φύσεως και τας αντιθέτους όταν τας αποκτά κανονικώς η ψυχή και με ημερότητα, ημπορεί να θεωρηθή ευκολομεταχείριστος, δηλαδή όταν, εκτιμά την ανδρείαν, και είναι ευπειθής εις την σωφροσύνην, είναι δε ικανή να μάθη το σπουδαιότερον προσόν που υπάρχει εις αυτάς τας φύσεις και έχουσα μνημονικόν να ευχαριστήται πολύ με αυτά ώστε να είναι φιλομαθής.
Διότι αυτά δεν είναι εύκολον να δοθούν εκ φύσεως, και όταν δοθούν και επιτύχουν ανατροφήν και εκπαίδευσιν καθώς πρέπει, θα ημπορούν να συγκρατούν τους περισσοτέρους και τους χειροτέρους από τους κατέχοντας αυτά, ώστε να είναι πολύ συνετοί και όταν πρέπη, και εις τας θυσίας και τους καθαρμούς τους σχετικούς με τους θεούς και τους ανθρώπους, να μη υποκρίνωνται με τύπους εξωτερικούς, αλλά με αλήθειαν να τιμούν την αρετήν, το οποίον μάλιστα είναι το σπουδαιότερον από όλα δι' όλην την πόλιν. Αυτό λοιπόν το μέρος διισχυριζόμεθα ότι είναι εκ φύσεως σπουδαιότατον και ικανόν να μάθη όσον το δυνατόν τα ωραιότερα και καλλίτερα πράγματα, εάν τα διδάξη κανείς. Αλλά δεν είναι εύκολον και να τα διδάξη κανείς, εάν δεν τον φωτίση ο θεός. Έπειτα δε, και αν τα διδάσκη, αλλά δεν τα εφαρμόζη καθώς πρέπει, είναι καλλίτερον να μην τα μάθη έκαστος.
Και όμως από όσα είπαμεν τόρα είναι ανάγκη να μάθη έκαστος αυτά και εγώ να εκθέσω την τοιαύτην και την καλλίστην φύσιν. Λοιπόν ας προσπαθήσωμεν να εξετάσωμεν εις τον λόγον μας, ποία είναι αυτά και ποίου είδους και πώς πρέπει να τα μανθάνη κανείς αναλόγως και της δυνάμεως εμού, ο οποίος ομιλώ, και της δυνάμεως εκείνων, οι οποίοι ημπορούν να ενωτιτισθούν την θεοσέβειαν, δηλαδή με ποίον τρόπον ημπορεί κανείς, να την εννοήση. Και λοιπόν το πράγμα είναι παράλογον εις τον ακούοντα. Και ημείς αναφέρομεν το όνομα αυτού ότι λέγεται αστρονομία, πράγμα το οποίον ποτέ δεν θα το εφαντάζετο κανείς, διότι δεν έχει ιδέαν του ζητήματος, και διότι δεν γνωρίζει ότι πρέπει να είναι σοφώτατος ο αληθής αστρονόμος, και όστις δεν αστρονομεί καθώς εννοεί ο Ησίοδος και όλοι οι τοιούτοι, που προσέχουν λόγου χάριν εις τας δύσεις και τας ανατολάς, αλλά όστις παρακολουθεί από τας οκτώ τροχιάς τας επτά, αι οποίαι διατρέχουν έκαστη τον ίδιον κύκλον. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον (τον οποίον υποδεικνύομεν) δεν είναι εύκολον να ημπορή να ερευνά πάσα φύσις, εάν δεν λάβη θείον τάλαντον. Και αυτό το εξετάσαμεν, και θα εξετάσωμεν καθώς φρονούμεν πως πρέπει να το μάθωμεν. Και πρώτον ας είπωμεν το εξής:
Η σελήνη εκτελεί την τροχιάν της πολύ ταχέως, συμπληρούσα τον μήνα και την πανσέληνον. Δεύτερον δε πρέπει να παρακολουθήσωμεν τον ήλιον, ο οποίος εκτελεί τας τροπάς εις ολόκληρον την τροχιάν του, έπειτα τους συντρόφους του. Και διά να μη επαναλαμβάνωμεν πολλάκις τα ίδια περί των ιδίων πραγμάτων, τας άλλας κινήσεις τούτων, τας οποίας εξετάσαμεν προηγουμένως, δεν είναι εύκολον να αντιληφθή κανείς, αλλά πρέπει δι' αυτά να προετοιμάζωμεν τας προνομιούχους φύσεις, διά τας οποίας το πράγμα είναι δυνατόν, και να τας προπαιδεύσωμεν εις πολλά και να τας συνηθίσωμεν να εξασκηθούν εν όσω είναι παιδιά και πολύ νέοι: Διά τούτο χρειάζονται μηθήματα. Το δε κυριώτερον και πρώτον είναι το μάθημα των αριθμών, ουχί των συγκεκριμένων επί σωμάτων, αλλά όλης (της αφηρημένης) φύσεως του περιττού και του αρτίου ως προς την γένεσιν και την δύναμιν αυτών, την οποίαν προξενούν εις την φύσιν των όντων.
Μετά την μάθησιν δε αυτών έρχεται κατόπιν εκείνο το μάθημα, το οποίον ονομάζεται με πολύ γελοίον όνομα γεωμετρία, και το οποίον είναι παρομοίωσις των αριθμών, οι οποίοι δεν είναι εκ φύσεως όμοιοι μεταξύ των, φαινομένη αύτη καθαρά εις το σχήμα των επιπέδων σωμάτων. Αυτό δε είναι όχι ανθρώπινον θαυματούργημα αλλά θείας δημιουργίας, καθώς ημπορεί να εννοήση όστις είναι ικανός. Κατόπιν δε από αυτήν έρχεται να εξετάσουν το τριχή διαστατόν των αριθμών και τους ομοιάζοντας προς την στερεάν φύσιν, και πάλιν τους ανομοίους να τους εννοήσουν με άλλην τέχνην ομοίαν με αυτήν, την οποίαν ακριβώς ωνόμασαν γεωμετρίαν, όσοι την μετεχειρίσθησαν πρώτοι.
Το θείον δε και αξιοθαύμαστον προσόν διά τους εμβαθύνοντας και σκεπτομένους, είναι ότι εις την δύναμιν, η οποία διαρκώς μεταβάλλεται εις το διπλάσιον ως ανιούσα και ως κατιούσα αποτυπούται ολόκληρος η φύσις ως είδος και γένος εις εκάστην αναλογίαν (17).
Και λοιπόν η μεν πρώτη (τετραγωνική) δύναμις της αναλογίας, η οποία έχει ως λόγον το δύο, είναι το έν προς δύο, του οποίου το διπλάσιον είναι η δευτέρα δύναμις. Η δε στερεά και απτή (κυβική) δύναμις διπλασιάζει πάλιν το ποσόν και από το έν μεταπηδά εις το οκτώ. Η δευτέρα δύναμις του αριθμού δύο αποτελεί το μέσον μεταξύ αυτών των δύο και εξ ίσου είναι μεγαλειτέρα του μικροτέρου όσον και μικροτέρα του μεγαλειτέρου και ο μέσος όρος κατά την ιδίαν αναλογίαν είναι μεγαλείτερος από τον ένα άκρον και μικρότερος από τον άλλον. Εις το μέσον δε του έξ και του δώδεκα κείται ο ημιόλιος (9 = 6 + 6/2) και ο επίτριτος (8 = 6 + 6/3). Εις το μέσον αυτών των αριθμών ακριβώς περιστρεφομένη η φύσις κατά δύο διευθύνσεις εδώρισε εις τους ανθρώπους αρμονικήν και συμμετρικήν χρήσιν χάριν διασκεδάσεως από ρυθμόν και αρμονίαν χαριζομένην υπό της ευτυχούς χορείας των Μουσών.
Αυτά λοιπόν ας γίνουν και ας είναι ούτω πως όλα. Αλλά εις το τέλος όλων αυτών πρέπει να ανυψωθούμεν εις την θείαν γένεσιν και συγχρόνως την ωραιοτάτην από όσα βλέπομεν και καλλίστην και θειοτάτην φύσιν, όσην επέτρεψε ο θεός εις τους ανθρώπους να εννοήσουν, την οποίαν είναι αδύνατον χωρίς αυτά που είπαμεν να καυχηθή κανείς ότι κατώρθωσε να εννοήση. Εκτός δε τούτων πρέπει να παραβάλλωμεν έκαστον άτομον με το είδος (18) εις την συζήτησίν μας και να ερωτώμεν και να εξελέγχωμεν όσα δεν ελέχθησαν καλώς.
Διότι ωρισμένως είναι η ωραιοτέρα διά τους ανθρώπους και πρώτη η εξέλεγξις (19) και πολύ ορθώς. Όσα δε δεν είναι, αλλά κατά προσποίησιν παρουσιάζονται ως όντα, αποτελούν την μεγαλειτέραν ματαιοπονίαν. Ακόμη δε πρέπει να εννοήσωμεν την ακρίβειαν του χρόνου, δηλαδή ότι ακριβώς συμπληρούνται όλα όσα συμβαίνουν εις τον ουρανόν, ούτως ώστε όστις πιστεύση ότι εκείνος ο διισχυρισμός απεδείχθη αληθής, ότι δηλαδή η ψυχή είναι αρχαιοτέρα και συγχρόνως θεϊκωτέρα από το σώμα, να πιστεύση ότι ωραιότατα και λογικώς ελέχθη η γνώμη ότι όλα τα πράγματα είναι μεστά από θεότητας και ποτέ δεν πρέπει να παραμελούμεν τα ανώτερα ούτε από λήθην και αμέλειαν.
Πρέπει δε γενικώς δι' όλα αυτά να εννοήσωμεν το εξής, ότι, εάν μεν κανείς αντιλαμβάνεται ορθώς έκαστον από αυτά, μεγάλη ωφέλεια του σύμπαντος συμβαίνει, ειδεμή είναι ανάγκη να επικαλούμεθα τον θεόν πάντοτε. Ο δε τρόπος είναι ο εξής. Δηλαδή είναι ανάγκη τούτο τουλάχιστον να εξηγήσωμεν. Πάσα γεωμετρική σειρά σχημάτων και παν σύστημα αριθμητικόν και μουσικόν πρέπει να αποδειχθή εις τον εννοούντα ορθώς ότι συμφωνεί με το όλον της τροχιάς των περιφερομένων άστρων, θα αποδειχθή δε, εάν, καθώς λέγομεν, ορθώς αντιλαμβάνεται κανείς, όταν προσέχη εις το έν. Διότι τότε θα παρουσιασθή εις τον νουν του σκεπτομένου ένας κοινός σύνδεσμος μεταξύ όλων αυτών. Εάν όμως αλλέως πως χρησιμοποιήση κανείς αυτά, αυτό πρέπει να το ονομάσωμεν τύχην, καθώς και το είπαμεν. Διότι χωρίς αυτά είναι αδύνατον να ευτυχήση μία προνομιούχος φύσις μέσα εις τας πόλεις, αλλά αυτός είναι ο τρόπος, αυτή είναι η ανατροφή, αυτά είναι τα μαθήματα, και είτε είναι δύσκολα είτε εύκολα, με αυτά πρέπει να προχωρήσωμεν. Δεν είναι δε συγχωρημένον να παραμελήσωμεν τους θεούς, αφού ενοήσαμεν την ευτυχή παράδοσιν περί αυτών, η οποία λέγεται από όλους ορθώς. Εκείνον όμως όστις όλα, αυτά ενόησε κατ' αυτόν τον τρόπον, ακριβώς εγώ θεωρώ πραγματικώς σοφώτατον.
Και διισχυρίζομαι αστειευόμενος και σοβαρευόμενος συγχρόνως ότι ο τοιούτος, όταν με τον θάνατόν του συμπληρώση την μοίραν του, και σχεδόν αφού αποθάνη, δεν θα μετέχη πλέον πολλών αισθήσεων καθώς τόρα, αλλά μίαν μοίραν θα αποκτήση μόνον και μεταξύ πολλών άλλων μόνος αυτός θα αναδειχθή ευτυχής, συγχρόνως δε σοφώτατος και αξιομακάριστος, και είτε τυχόν κανείς ζήση μακάριος εις τας ηπείρους είτε εις τας νήσους, και αυτός θα απολαύση την τοιαύτην τύχην, και ότι είτε κανείς εκτελεί αυτά δημοσίως καθ' όλην του την ζωήν είτε ιδιωτικώς, τα ίδια ομοίως θα απολαύση εκ μέρους των θεών.
Εκείνο δε που ελέγαμεν εις την αρχήν το ίδιον έρχεται να ειπούμεν τόρα, το οποίον είναι πραγματικώς αληθές, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν εις τους ανθρώπους να γίνουν εντελώς αξιομακάριστοι και ευτυχείς, και αυτό είναι αληθές. Δηλαδή εις όσους είναι θείοι και σώφρονες και μετέχουν συγχρόνως εκ φύσεως και όλης της άλλης αρετής, εκτός δε τούτου απέκτησαν όλα τα μαθήματα, όσα σχετίζονται με την μακαριότητα, — και είπαμεν ποία είναι αυτά — μόνον εις αυτούς εδόθησαν εκ τύχης επαρκώς όλα μαζί τα θεϊκά δώρα και τα έχουν. Λοιπόν εις όσους τα εξετέλεσαν αυτά ούτω πως εις αυτούς λέγομεν ιδιωτικώς και θέτομεν δημοσίως τον νόμον, ότι, όταν φθάσουν εις το αξίωμα της γεροντικής ηλικίας, πρέπει να παραδοθούν τα ανώτερα αξιώματα, οι δε άλλοι μιμούμενοι αυτούς να ευλογούν όλους τους θεούς, και αφού ούτω πως διακρίνωμεν και δοκιμάσωρεν επαρκώς τον νυκτερινόν σύλλογον (νυκτερινήν συγκέντρωσιν) των αρχόντων, να προσκαλέσωμεν όλους να μετάσχουν αυτής της σοφίας.
ΤΕΛΟΣ ΕΠΙΝΟΜΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Νόμοι και Επινομίς Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια, διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια, κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Επινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγησή τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
1) Ομήρου Ιλιάδ. Ξ.
2) Ιδέα αντισωκρατική ωριμάσασα εις το γήρας του Πλάτωνος, καθόσον και η ειρωνεία είναι έν είδος απάτης.
3) Ετυμολογεί το ν ό μ ο ς εκ του ν ο υ ς. Η ετυμολογία αυτή είναι νεωτέρα του Κρατύλου, καθώς και πλείσται άλλαι.
4) Ο τίτλος «νυχτερινός σύλλογος» ( = νυκτερινή συγκέντρωσις των αρχόντων) προανηγγέλθη εις το βιβλίον ΙΑ' (Τόμ. 2 σελ. 160 και 162) και ιδίως εις το τέλος των νόμων. Περί δε του τίτλου «φιλόσοφος» ίδε σημείωσιν σελίδος 230.
5) Η απόπειρα αυτή προς ταξινόμησιν των επαγγελμάτων αποτελεί το προσχέδιον του Σοφιστή Πολιτικού του Φιλοσόφου· (ίδε πρόλογον των διαλόγων τούτων).
6) Πρόβλεψις της μεγάλης προόδου των αφηρημένων επιστημών.
7) Ο αρχικός μην είναι ο σεληνιακός, ως δεικνύει και η παραγωγή του ονόματος μην εκ της μήνης, την οποίαν υπαινίττεται εδώ ο Πλάτων.
8) Τελειοτέρα διατύπωσις από πάσαν άλλην διά το πρώτον αίτιον, η οποία και μόνη θα ήρκει να πείση περί της σπουδαιότητος της Επινομίδος.
9) Ο Πλάτων εις τον Τίμαιον παρουσιάζει την ψυχήν ως αριθμόν παραγόμενον εις συνδιασμούς αρτίων και περιττών αριθμών συμφώνως με τους Πυθαγορείους.
10) Μοναδική διατύπωσις του μεγαλοπρεπούς κάλλους τον ουρανίων σωμάτων.
11) Εδώ ο Πλάτων σαφέστατα δεν υποχρεώνει τον ακροατήν να έχη ασάλευτον πίστιν εις την αρχαίαν θρησκείαν, αλλά εισάγει την ιδικήν του.
12) Η Ερμηνεία του Πλάτωνος ισοδυναμεί προς την νεωτέραν λέξιν διαίσθησις.
13) Η γνώμη αυτή αποτελεί ολόκληρον το θέμα του Φιλήβου.
14) Ο Κικέρων de divinat. 1.1. εμιμήθη το χωρίον τούτο.
15) Εννοεί όνομα ιδιαίτερον της γης, της σελήνης και όχι θεότητος.
16) Η προσθήκη της ευσεβείας εις την αρετήν αφορά εις την ανωτέραν τελειοποίηοιν αυτής κατά τας προκειμένας θεωρίας του Πλάτωνος.
17) Κατά τους Πυθαγορείους το έν αντιστοιχεί προς το γεωμετρικόν σημείον, το δύο προς την γραμμήν, το τέσσαρα προς επιφάνειαν και το οκτώ προς κύβον.
18) Και εις τον Σοφιστήν ο Ξένος πολλάκις διατείνεται ότι ο σοφιστής δεν θα κατορθώση να διαφύγη από την ελεγκτικήν δύναμιν της διαιρέσεως.
19) Και εις τον Σοφιστήν ο Ξένος πολλάκις διατείνεται ότι ο σοφιστής δεν θα κατορθώση να διαφύγη από την ελεγκτικήν δύναμιν της διαιρέσεως.