Front matter (continued 2)
Kyriakos Zambas translation
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν όμως μερικά πράγματα δεν επιδέχωνται ούτε άκραν σφοδρότητα ούτε ηρεμίαν, αλλά μόνον μερικά επιδέχονται, όχι όμως και τα άλλα, συ δε όλα τα θεωρείς τοιαύτα, πώς νομίζεις ότι ευρίσκεσαι ως προς αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως άσχημα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά πάλιν; Διά το μήκος και το πλάτος προς το βάθος, ή διά το πλάτος και μήκος μεταξύ των, τάχα όλοι οι Έλληνες δεν φρονούμεν το ίδιον, ότι δηλαδή είναι δυνατόν να καταμετρηθούν το έν με το άλλο κατά τινα τρόπον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν όμως πάλιν δεν είναι δυνατόν με κανένα τρόπον απολύτως να καταμετρηθούν μεταξύ των, όλοι όμως, καθώς είπα, οι Έλληνες τα θεωρούμεν δυνατά, τάχα δεν αξίζει να εντραπώμεν διά λογαριασμόν όλων και να ειπούμεν εις αυτούς: Αγαπητοί Έλληνες, ιδού αυτό είναι έν από εκείνα διά τα οποία είπαμεν ότι είναι εντροπή να μην τα γνωρίζωμεν, και ότι το να γνωρίζη κανείς τα αναγκαιούντα δεν είναι τόσον ένδοξον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εκτός όμως αυτών υπάρχουν και άλλα συγγενή με αυτά, εις τα οποία μας συμβαίνουν λάθη όμοια με εκείνα τα λάθη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τα συμμετρικώς μετρητά μεταξύ των και τα ασύμμετρα, πώς επλάσθησαν εκ φύσεως. Διότι αυτά όστις τα εξετάζει πρέπει να τα εννοήση τελείως, ειδεμή θα είναι ολότελα μηδαμινός, και πρέπει πάντοτε να τα προτείνη εις τον κύκλον των φίλων, και να περνά την ώραν του γεροντικά με πολύ περισσοτέραν ευχαρίστησιν από τους κύβους και να συζητή εις τοιαύτα άξια του κόπου διαλείμματα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως. Τουλάχιστον φαίνεται ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των κύβων και αυτών των μαθημάτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτά λοιπόν εγώ μεν, φίλε Κλεινία, φρονώ ότι πρέπει να τα μανθάνουν οι νέοι. Διότι δεν είναι ούτε βλαβερά ούτε δύσκολα, επειδή δε εξ άλλου μανθάνονται ως παιγνίδια, θα ωφελήσουν, αλλά δεν θα βλάψουν διόλου την πόλιν. Εάν όμως κανείς φρονή αλλέως, πρέπει να τον ακούσωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως, εάν αποδειχθούν τοιαύτα, είναι φανερόν ότι θα τα εγκρίνωμεν, εάν όμως δεν αποδειχθούν, θα τα αποκηρύξωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως είναι φανερόν. Αμέ τι; Λοιπόν, Ξένε μου, ας δεχθώμεν ότι αυτά είναι από τα αναγκαιούντα μαθήματα, διά να μη αφήνωμεν χάσματα μεταξύ των νόμων μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας είναι δεκτά ωσάν ενέχυρα, τα οποία θα τα ελευθερώση το υπόλοιπον πολίτευμα, εάν δεν αρέσουν διόλου ή εις εμέ τον νομοθετήσαντα ή εις σας τους δεχθέντας αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δίκαιος είναι ο τρόπος της νομοθετήσεως, τον οποίον προτείνεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν λοιπόν από αυτά σκέψου την μάθησιν των άστρων διά τους νέους, αν σας αρέσει καθώς θα την ειπώ ή όχι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως ως προς αυτά υπάρχει ένα πολύ παράδοξον πράγμα, το οποίον δεν πρέπει να το υποφέρωμεν με κανένα τρόπον απολύτως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τον μέγιστον θεόν και ολόκληρον το σύμπαν νομίζομεν ότι δεν πρέπει ούτε να τον εξετάζωμεν, ούτε να σκοτιζώμεθα ερευνώντες τας αιτίας του. Διότι δεν είναι ούτε ευσεβές. Και όμως φαίνεται ότι όλως διόλου το αντίθετον αν γίνη, θα είναι ορθόν. (6)
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι παράδοξον αυτό που λέγω και ίσως νομίση κανείς ότι δεν αρμόζει αυτό εις γέροντας. Αλλά όταν κανείς νομίση ότι ένα μάθημα είναι καλόν και αληθές και συμφέρον εις την πόλιν και όλως αγαπητόν εις τον θεόν, τότε πλέον δεν υπάρχει κανείς τρόπος διά να ημπορέση να μη το ειπή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ομιλείς πολύ λογικά. Αλλά διά τα άστρα ποίον μάθημα θα εύρωμεν να είναι τοιούτον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αγαπητοί μου, ημπορώ να ειπώ ότι οικτρώς απατώμεθα όλοι οι Έλληνες διά τους μεγάλους θεούς, δηλαδή τον ήλιον και την σελήνην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία είναι η απάτη;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Νομίζομεν ότι αυτά ποτέ δεν διαγράφουν τον ίδιον δρόμον, καθώς και μερικά άλλα άστρα, τα οποία ονομάζομεν πλανήτας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μα τον Δία, Ξένε μου, αυτό που λέγεις είναι αληθές. Διότι εις όλην μου την ζωήν και εγώ ο ίδιος είδα πολλάκις και τον αυγερινόν και τον έσπερον και μερικούς άλλους αστέρας να μη διαγράφουν ποτέ τον ίδιον δρόμον, αλλά να περιπλανώνται εντελώς. Τον ήλιον όμως βεβαίως και την σελήνην γνωρίζομεν όλοι ότι κάμνουν πάντοτε τον ίδιον δρόμον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτά λοιπόν, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, φρονούμεν ότι πρέπει να μάθουν περί όλων των ουρανίων θεών οι πολίται και οι νέοι ημών έως εις το σημείον να μη λέγουν βλασφημίας ως προς αυτά, αλλά να ευφημούν όταν κάμνουν θυσίας και να προσεύχωνται ευσεβώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι ορθόν, εάν βεβαίως πρώτον είναι δυνατόν αυτό που λέγεις, έπειτα, και αν τόρα δεν λέγωμεν κανέν από αυτά ορθώς, αφού όμως το μάθωμεν, θα το λέγωμεν, και συμφωνώ και εγώ ότι πρέπει αυτό που είναι τόσον σπουδαίον να το μάθωμεν. Αυτά λοιπόν ως να είναι καθώς τα λέγεις, προσπάθησε και συ να τα εξηγήσης τελείως και ημείς θα προσπαθήσωμεν να σε παρακολουθήσωμεν μανθάνοντες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι εύκολον βεβαίως να μάθη κανείς αυτό που λέγω, ούτε και εντελώς δύσκολον, ούτε και απαιτεί παρά πολύν καιρόν. Απόδειξις δε είναι το εξής: Εγώ περί αυτών δεν είχα ακούσει, ούτε όταν ήμην νέος, ούτε προ πολλών ετών, και εν τούτοις θα ημπορούσα να σας τα εξηγήσω όχι εις πολύν καιρόν. Και όμως, αν ήσαν δύσκολα, βεβαίως δεν θα ημπορούσα να σας τα εξηγήσω, αφού είμαι τόσον γέρων και είσθε και σεις τόσον γέροντες.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγεις την αλήθειαν. Αλλά ποίον να είναι αυτό το μάθημα, το οποίον θεωρείς θαυμάσιον, αλλά πάλιν αρμόδιον διά να το μάθουν οι νέοι, και τo οποίον ημείς δεν το γνωρίζομεν; Προσπάθησε να μας εξηγηθής ως προς τούτο τουλάχιστον καθαρά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας προσπαθήσω. Δηλαδή, αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι ορθή η επικρατούσα εδώ γνώμη περί της σελήνης και του ηλίου και των άλλων αστέρων, ότι τάχα περιπλανώνται, αλλά όλως το αντίθετον από αυτό. Διότι έκαστον από αυτά διατρέχει την ιδίαν τροχιάν και όχι πολλάς αλλά μίαν πάντοτε κυκλικώς, φαίνεται δε απλώς ότι διαγράφει πολλάς. Επίσης το ταχύτερον από αυτά ουχί ορθώς θεωρείται ως το βραδύτερον, και το αντίθετον αντιθέτως. Αυτά λοιπόν, εάν μεν επλάσθησαν ούτω πως, ημείς όμως δεν φρονούμεν ούτω πως, είναι ωσάν να σκεπτώμεθα ομοίως διά τους ίππους τους τρέχοντας εις την Ολυμπίαν ή τους άνδρας τους διανύοντας τον δόλιχον και τον ταχύτερον να τον χαρακτηρίζωμεν ως βραδύτερον, τον δε βραδύτερον ως τον ταχύτερον από όλους, και συνθέτοντες εγκώμια να ψάλλωμεν τον νικημένον ως νικητήν, το οποίον, νομίζω, δεν είναι ούτε ορθός ούτε ευχάριστος τρόπος διά να αποδίδωμεν τα εγκώμια εις τους αγωνιστάς, όσον και αν είναι άνθρωποι. Αλλά τόρα, αφού εις τους ιδίους τους θεούς τα ίδια σφάλματα κάμνομεν, τάχα φρονούμεν ότι εκείνο που είναι γελοίον εκεί και απρεπές, τόρα εδώ, και εμπρός εις αυτούς δεν είναι διόλου γελοίον ουδέ θεάρεστον μάλιστα όταν ημείς εγκωμιάζωμεν περί θεών ψευδείς δοξασίας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές, εάν αυτά είναι ούτω πως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, εάν μεν αποδείξωμεν ότι αυτά είναι ούτω πως, δεν πρέπει να μανθάνωμεν έως εις αυτό το σημείον τουλάχιστον, εάν δε δεν τα αποδείξωμεν, να τα αφήσωμεν; Συμφωνήτε να τα παραδεχθώμεν και αυτά ούτω πως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν πρέπει να ειπούμεν ότι ετελείωσαν οι νόμοι ως προς την εκπαίδευσιν. Πρέπει δε το ίδιον να σκεφθώμεν και διά το κυνήγιον και δι' όλα τα παρόμοια. Διότι βεβαίως σχεδόν ο νομοθέτης έχει ανώτερον καθήκον παρά απλώς να θέση τους νόμους και να απαλλαχθή, και υπάρχει και κάτι άλλο εκτός των νόμων, το οποίον είναι μεταξύ συμβουλής και νομοθεσίας, το οποίον μάλιστα πολλάκις συνέπεσε να το αναφέρωμεν εις την συζήτησίν μας, καθώς διά την ανατροφήν των πολύ μικρών παιδιών. Δηλαδή δεν θέλομεν να τα αφήσωμεν ανεξήγητα, αλλά πάλιν να νομίζωμεν ότι τα θέτομεν ως νόμους θα ήτο μεγάλη ανοησία. Αφού όμως καταγραφούν κατ' αυτόν τον τρόπον οι νόμοι και ολόκληρος η πολιτεία, δεν είναι τέλειος ο έπαινος του υπερτερούντος πολίτου διά την αρετήν, όταν ειπή κανείς ότι αγαθός πολίτης είναι όστις υπηρετεί καλλίτερον εις τους γραπτούς νόμους και υπακούει εις αυτούς. Καλλίτερον είναι να λέγεται ως εξής, ότι δηλαδή αγαθός είναι όστις συμμορφώνεται με την νομοθεσίαν του νομοθέτου και ως προς τους επαίνους και τας αποδοκιμασίας και ζη τέλειον βίον. Αυτός ο λόγος είναι ορθότατος προς έπαινον του πολίτου, και ο νομοθέτης οφείλει όχι μόνον να γράφη νόμους, αλλά εκτός των νόμων να παρενείρη μεταξύ των νόμων και όσα του φαίνονται καλά και όσα άσχημα, ο δε τέλειος πολίτης όχι ολιγώτερον αυτά να φυλάττη, παρά όσα προλαμβάνονται από τους νόμους με τιμωρίας, ως μαρτυρίαν δε φέρομεν αυτό το ζήτημά μας. Και πραγματικώς αυτό καλλίτερα εκφράζει εκείνο το οποίον θέλομεν να ειπούμεν. Δηλαδή το κυνήγιον είναι ένα ζήτημα πολύπλοκον, αλλά περιλαμβάνεται τόρα σχεδόν εις μίαν λέξιν. Διότι πολλών ειδών είναι το κυνήγιον των ενύδρων και πολλών ειδών των πτηνών, περισσοτέρων δε ακόμη και το κυνήγιον της ξηράς, και δεν πρέπει να εννοούμεν μόνον το κυνήγιον των ζώων, αλλά και των ανθρώπων και το γινόμενον εις τον πόλεμον, αλλά και το φιλικόν, το οποίον άλλοτε είναι αξιέπαινον και άλλοτε αξιοκατάκριτον. Ακόμη δε και αι κλοπαί και καταδιώξεις των ληστών και των στρατοπέδων είναι κυνήγια. Όταν δε ο νομοθέτης νομοθετή περί κυνηγίου, ούτε να μη ορίση όλα αυτά είναι δυνατόν, ούτε πάλιν να θέση εις όλα διατάξεις και πρόστιμα και να κάμνη νόμους απειλητικούς.
Τι πρέπει λοιπόν να κάμνη ως προς αυτά; Ο μεν νομοθέτης οφείλει να επαινέση και να κατακρίνη τα κυνηγετικά εν σχέσει προς τας κοπώσεις και τας ασχολίας των νέων, ο δε νέος πάλιν, αφού τα ακούση, να υπακούη, και ούτε η ηδονή ούτε ο κόπος να τον παραπλανά, από όσα δε επεβλήθησαν απειλητικώς με πρόστιμα εις την νομοθεσίαν ώστε να προτιμά τα λεχθέντα και επιβληθέντα επαινετικώς και να τα εκτελή. Αφού λοιπόν είπαμεν αυτά ως προοίμιον, τόρα ίσως γίνη κατάλληλος ο έπαινος και η κατάκρισις του κυνηγίου, εάν επαινή εκείνο το οποίον κάμνει καλλιτέρας τας ψυχάς των νέων και κατακρίνη εκείνο που τας κάμνει χειροτέρας. Λοιπόν ας ειπούμεν την συνέχειαν προσφωνούντες τους νέους με μίαν ευχήν: Αγαπητοί φίλοι, είθε ποτέ να μη σας κυριεύση ούτε επιθυμία ούτε μανία του θαλασσινού κυνηγίου, ούτε του αγκίστρου ούτε γενικώς των ενύδρων ζώων, ούτε άγρυπνοι ούτε κοιμώμενοι να εκτελήτε με καλαμωτήν αργόν κυνήγιον. Ούτε πάλιν προς σύλληψιν ανθρώπων εις την θάλασσαν και προς ληστείαν να σας κυριεύση πόθος και να σας κάμη κυνηγούς σκληρούς και παρανόμους. Κλοπάς δε εις τους αγρούς και εις την πόλιν ας μη αξιωθή να φαντασθή ούτε ο τελευταίος. Μήτε πάλιν των πτηνών ο αγαπητός πόθος ο όχι πολύ φιλελεύθερος να καταλάβη κανένα από τους νέους. Τότε λοιπόν μόνον των πεζών το κυνήγιον και η παγίδευσις μένει εις τους αθλητάς, μεταξύ υμών, από τα οποία πάλιν το κυνήγιον των μεν κοιμωμένων επιτοπίως, το οποίον ωνομάσθη νυκτέρι, και είναι έργον των αργών ανθρώπων, δεν είναι άξιον επαίνου, ούτε εκείνο που έχει διαλείμματα των κοπώσεων, και γίνεται με δόκανα και με παγίδας και όχι ενώ νικάται με την φιλόπονον ψυχήν η αγρία ρωμαλεότης των θηρίων. Επομένως υπολείπεται μόνον ως καλλίτερον από όλα το κυνήγιον των τετραπόδων, με ίππους και με σκύλλους και με τα ιδικά των σώματα, τα οποία όλα τα νικούν με το τρέξιμον και με κτυπήματα και με βολάς και με τα χέρια των οι κυνηγοί, όσοι φροντίζουν διά την θείαν ανδρείαν.
Λοιπόν δι' όλα αυτά έπαινος και κατάκρισις είναι ο λεπτολογημένος λόγος μας, νόμος δε είναι ο εξής. Αυτούς τους πραγματικώς ιερούς κυνηγούς ας μη τους εμποδίζη κανείς, οπουδήποτε και οπωσδήποτε θέλουν να κυνηγούν. Τον δε ξενύχτην, ο οποίος βασίζεται εις τα δόκανα και εις τα καλάθια, ποτέ να μη τον αφήση κανείς να κυνηγήση εις κανέν μέρος. Τον δε κυνηγόν των πτηνών εις μεν τα ακαλλιέργητα μέρη και εις τα βουνά ας μη τον εμποδίζη· εις τα καλλιεργημένα όμως και εξοχικά προσκυνήματα ας τον εμποδίζη όστις τον συναντά. Ο δε ψαράς, εκτός των λιμένων και των ιερών ποταμών και των τελμάτων και των λιμνών, εις όλα τα άλλα ας επιτρέπεται να ψαρεύη, αρκεί να μη μεταχειρίζεται φράξεις των οπών. Τόρα λοιπόν πρέπει να θεωρήσωμεν ότι έλαβαν τέλος όλοι οι νόμοι περί εκπαιδεύσεως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως ομιλείς πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Συνέχεια λοιπόν με αυτά είναι να τακτοποιήσωμεν και να νομοθετήσωμεν τας εορτάς μαζί με τας μαντείας των Δελφών, ποίαι θυσίαι και εις ποίους θεούς είναι καλόν και ωφέλιμον να γίνωνται από την πόλιν. Πότε δε να γίνωνται και πόσαι ως προς τον αριθμόν, σχεδόν ίσως είναι ιδικόν μας έργον να νομοθετήσωμεν μερικά από αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ως προς τον αριθμόν (!) πολύ πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν τον αριθμόν ας λέγωμεν πρώτον. Δηλαδή, ας μην είναι διόλου ολιγώτεραι από τριακοσίας εξήντα πέντε, ούτως ώστε μία τουλάχιστον αρχή να κάμνη θυσίαν κάθε ημέραν εις ένα θεόν ή δαίμονα υπέρ της πόλεως και των πολιτών και των κτημάτων των. Δι' αυτά δε ας συνέλθουν εις συνέλευσιν οι ερμηνευταί και οι ιερείς και αι ιέρειαι και οι μάντεις μαζί με τους νομοφύλακας και ας τακτοποιήσουν όσα είναι επόμενον να παραλείψη ο νομοθέτης. Μάλιστα δε αυτοί οι ίδιοι πρέπει να είναι οι τελεσίδικοι αρμόδιοι και δι' αυτά τα παραλειπόμενα. Δηλαδή ο μεν νόμος θα ορίση δώδεκα εορτάς διά τους δώδεκα θεούς, όσοι εδώκαν το όνομα εις εκάστην από τας φυλάς, διά να θυσιάζουν εις αυτούς μηνιαίας θυσίας και να εκτελούν χορούς και αγώνας μουσικούς και αθλητικούς, διαμοιράζοντες αυτάς καθώς αρμόζει και εις αυτούς τους θεούς και εις εκάστην ώραν του έτους, και ορίζοντες και γυναικείας εορτάς, όσαι πρέπει να εορτάζωνται χωρίς άνδρας και όσαι όχι. Ακόμη δε και να μη συγχέωνται οι υποχθόνιοι θεοί με τους θεούς, τους οποίους πρέπει να ονομάσουν επουρανίους, και με τους ακολούθους αυτών, αλλά να τους αποχωρίσουν εις τον μήνα του Πλούτωνος τον δωδέκατον συμφώνως με τον νόμον και δεν πρέπει να δυσαρεστήσουν τον θεόν αυτόν, αφού είναι πολιτικοί άνθρωποι, διότι αυτός είναι πάντοτε ο καλλίτερος διά το ανθρώπινον γένος. Διότι, καθώς εγώ ημπορώ να ειπώ σοβαρώς, η σύνδεσις της ψυχής με το σώμα δεν είναι με κανένα τρόπον ανωτέρα της διαλύσεως αυτών. Εκτός δε τούτου όσοι θέλουν να ορίσουν αυτά τελείως πρέπει να σκεφθούν ότι η πόλις μας αυτή όσον καμμία άλλη από τας σημερικάς έχει μεγάλην σχόλην και αφθονίαν των απολύτως αναγκαίων, και πρέπει να ζη καλά ως ενιαίον άτομον.
Αλλά όσοι ζουν με ευτυχίαν πρέπει πρώτον να έχουν το προσόν να μη αδικούν άλλους ούτε να αδικώνται οι ίδιοι από άλλους. Από αυτά δε τα δύο το πρώτον δεν είναι πολύ δύσκολον, διά να μη αδικούνται όμως είναι πολύ δύσκολον να αποκτήσουν την απαιτουμένην δύναμιν και δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουν αυτό, τελείως παρά εάν γίνουν τελείως αγαθοί. Αυτό λοιπόν το ίδιον είναι δυνατόν να υπάρχη και διά την πόλιν, δηλαδή, εάν μεν γίνη αγαθή, ο βίος της θα είναι ειρηνικός, αν όμως είναι κακή, θα είναι πολεμικός και εξωτερικώς και εσωτερικώς. Αφού δε αυτά είναι σχεδόν καθώς τα είπαμεν, δεν πρέπει έκαστος εν καιρώ πολέμου να γυμνάζεται διά τον πόλεμον, αλλά εν καιρώ ειρήνης. Λοιπόν η πόλις η οποία έχει νουν πρέπει έκαστον μήνα να επιστρατεύεται όχι ολιγώτερον από μίαν ημέραν, και περισσοτέρας δε, όταν εγκρίνουν και οι άρχοντες, χωρίς να φοβούνται τας κακοκαιρίας και τους καύσωνας, και οι ίδιοι και αι γυναίκες και οι παίδες, όταν εγκρίνουν οι άρχοντες να τους επιστρατεύουν πανδήμως, άλλοτε δε χωριστά έκαστον μέρος.
Και πρέπει να επινοούνται πάντοτε μερικά παιγνίδια μαζί με τας θυσίας, διά να γίνωνται μάχαι κάπως πανηγυρικαί, όσον το δυνατόν τελείως απομιμούμεναι τας πολεμικάς μάχας. Πρέπει δε να μοιράζωνται βραβεία και δώρα, και να λέγουν μεταξύ των με εγκώμια και με κατακρίσεις ποίους είδους ανεδείχθη έκαστος και εις τους αγώνας και εις όλας τας περιστάσεις του βίου και όστις αποδεικνύεται ο καλλίτερος να τον υπολήπτωνται, όστις δε όχι, να τον κατακρίνουν (7). Ποιητής δε διά τα τοιαύτα ας μη γίνεται παραδεκτός οποιοσδήποτε, αλλά όστις πρώτον μεν έχει ηλικίαν όχι κατωτέραν των πενήντα ετών, όχι όμως πάλιν από εκείνους οι οποίοι ποίησιν μεν και φιλομουσίαν απέκτησαν αρκετήν, καλόν όμως έργον και διάσημον δεν έκαμαν ποτέ κανέν. Αλλά μόνον όσοι και οι ίδιοι είναι αγαθοί και ευυπόληπτοι εις την πόλιν και συγχρόνως είναι εργάται καλών έργων (!), αυτών τα ποιήματα ας ψάλλωνται, και αν δεν είναι αριστουργήματα συνθέσεως.
Η δε κρίσις περί αυτών ας ανατεθή εις τον παιδαγωγόν και εις τους άλλους νομοφύλακας, και ας αποδώσουν τούτο μόνον το βραβείον εις αυτούς, δηλαδή εις αυτούς μόνον να υπάρχη άδεια μουσικής παραστάσεως, εις δε τους άλλους να μη δίδεται καμμία άδεια, ούτε να τολμά κανείς να ψάλη μουσικήν ανέγκριτον από τους νομοφύλακας, ούτε ακόμη και αν είναι γλυκυτέρα από τους ύμνους του Θαμύρου και του Ορφέως, μόνον δε όσα ποιήματα εθεωρήθησαν ιερά και αφιερώθησαν εις τους θεούς και όσα είναι έργα αγαθών ανδρών ως κατάκρισις ή έπαινος μερικών προσώπων και ενεκρίθησαν ως κατάλληλα, αυτά να έχουν αυτό το δικαίωμα. Αυτά τα ίδια δε και περί της εκστρατείας και περί της αδείας ποιημάτων λέγω ότι πρέπει να εφαρμόζωνται και εις τας γυναίκας καθώς εις τους άνδρας. Πρέπει δε να ερωτά ο ίδιος ο νομοθέτης τον εαυτόν του ενδομύχως: Ας προσέξω, τι είδους πολίτας ανατρέφω, αφού ίδρυσα ολόκληρον την πόλιν; Άραγε όχι αθλητάς των σπουδαιοτέρων αγώνων, εις τους οποίους υπάρχουν αμέτρητοι ανταγωνισταί;
— Βεβαιότατα, θα απαντήση κανείς, πολύ ορθώς ομιλών.
— Και λοιπόν, εάν επροετοιμάζαμεν πυγμάχους ή παγκρατιαστάς ή αθλητάς διά κανέν παρόμοιον αγώνισμα, άραγε κατ' ευθείαν θα επηγαίναμεν εις τον αγώνα χωρίς προηγουμένως να γυμνασθώμεν καμμίαν ημέραν; Ή μήπως ως πύκται βεβαίως έπρεπε πάρα πολλάς ημέρας προ του αγώνος να διδαχθώμεν το αγώνισμα και να ασκηθώμεν, απομιμούμενοι όλας εκείνας τας κινήσεις, τας οποίας θα ημπορούσαμεν να χρησιμοποιήσωμεν τότε αγωνιζόμενοι διά την νίκην; Και, διά να πλησιάσωμεν περισσότερον εις την πραγματικότητα, δεν θα εθέταμεν εις τας πυγμάς αντί ιμάντων πιλήματα, ώστε τα κτυπήματα και ο τρόπος της αποφυγής των κτυπημάτων να μελετηθούν όσον το δυνατόν επαρκώς; Ακόμη δε, εάν ετύχαινε έλλειψις περισσοτέρα συγγυμναστών, τάχα θα εφοβούμεθα μήπως μας περιγελάσουν οι ανόητοι και δεν θα ετολμούσαμεν να κρεμάσωμεν άψυχον ανδρείκελον και να αγωνιζώμεθα εναντίον αυτού; Ακόμη περισσότερον δε, εάν λάβωμεν έλλειψιν όλων απολύτως, και των εμψύχων και των αψύχων, και μη έχοντες συγγυμναστάς τάχα δεν θα ετολμούσαμεν να σκιαμαχήσωμεν κυριολεκτικώς με τον εαυτόν μας; Ή τότε πώς άλλως πρέπει να θαυμάση κανείς την γύμνασιν εις τας χειρονομίας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν, Ξένε μου, τίποτε άλλο δεν θα εκάμναμεν παρά αυτό που είπες τόρα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε οι μάχιμοι της πόλεώς μας πρέπει να προγυμνασθούν χειρότερα από αυτούς τους αγωνιστάς, διά να παρουσιασθούν εις τον σπουδαιότερον από όλους τους αγώνας, δηλαδή διά να πολεμήσουν υπέρ της σωτηρίας της ιδικής των ψυχής και των παίδων και των χρημάτων των και ολοκλήρου της πόλεως; Και τάχα θα φοβηθή ο νομοθέτης μήπως φανούν γελοία αυτά τα μεταξύ των γυμνάσια και δεν θα νομοθετήση να επιστρατεύωνται κυρίως μεν εκάστην ημέραν τουλάχιστον οι μικροί χωρίς όπλα, και δεν θα ενισχύση εις αυτά συγχρόνως τους χορούς και ολόκληρον την γυμναστικήν; Τα δε κάπως εις μεγαλιτέραν κλίμακα γυμνάσια θα διατάξη να γίνονται όχι ολιγώτερα από μίαν φοράν τον μήνα και να διαγωνίζωνται μεταξύ των εις όλην την χώραν, γυμναζόμενοι εις κατάληψιν οχυρωμάτων και εις ενέδρας, και μιμούμενοι ολόκληρον την πολεμικήν τέχνην να σφαιρομαχούν και να εκτελούν κτυπήματα ομοιότατα προς τα αληθινά με επικίνδυνους βολάς, διά να μην είναι εντελώς άφοβον αυτό το μεταξύ των παιγνίδιον, αλλά να προξενή φόβους και με κάποιον τρόπον να φανερώνη και τον θαρραλέον και τον δειλόν και εις εκείνον μεν να αποδίδη τιμάς, εις αυτόν δε προσβολάς, διά να καθιστά χρήσιμον όλην την πόλιν εις τον αληθινόν αγώνα ισοβίως. Και ωρισμένως, αν αποθάνη και κανείς με αυτόν τον τρόπον, να θεωρηθή ο φόνος ότι έγινε ακουσίως, και να γίνη παραδεκτόν ο φονεύς να καθαρθή συμφώνως με τους νόμους και να είναι αμόλυντος εις τας χείρας, με την σκέψιν ότι, όταν αποθάνουν όχι πολλοί άνθρωποι, θα γεννηθούν πάλιν άλλοι όχι κατώτεροι, όταν όμως αποθάνη ο ίδιος ο φόβος, διά να ειπώ ούτω πως, εις όλα αυτά, δεν θα ευρεθή έλεγχος των καλλιτέρων και των χειροτέρων, το οποίον δεν είναι διά την πόλιν ολίγον μεγαλίτερον κακόν από εκείνο.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Συμφωνούμεν ημείς, Ξένε μου, ότι πρέπει όλη η πόλις και να νομοθετήση και να εκτελή τα τοιαύτα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε γνωρίζομεν διά ποίαν αιτίαν τόρα σχεδόν εις καμμίαν πόλιν δεν υπάρχει αυτού του είδους ο χορός και οι αγώνες, εκτός πολύ ολίγων εξαιρέσεων; Ή να ειπούμεν ότι αιτία είναι η αμάθεια του λαού και των νομοθετών αυτού;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διόλου δεν είναι αυτή, αξιομακάριστε Κλεινία. Αλλά πρέπει να δεχθώμεν δύο αιτίας αυτών και πολύ μάλιστα, δικαιολογημένας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίας;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η μία είναι ότι η μανία προς τον πλούτον δεν τους αφήνει καιρόν διά να ασχοληθούν εις άλλα εκτός των κτημάτων των. Όταν δε ολόκληρος η ψυχή όλων των πολιτών είναι κρεμασμένη από αυτά, δεν είναι δυνατόν να λάβη φροντίδα δι' άλλα εκτός του καθημερινού κέρδους. Και παν μάθημα ή ασχολίαν, η οποία οδηγεί εις τούτο — αυτά είναι έκαστος έτοιμος ιδιαιτέρως να τα μάθη και να ασκηθή, όλα δε τα άλλα τα περιγελά. Και αυτό μεν πρέπει να ειπούμεν ότι είναι έν και μία αιτία διά να μη θέλη η πόλις να επιδιώκη ούτε τούτο ούτε κανέν άλλο καλόν έργον, αλλά από απληστίαν διά τον χρυσόν και τον άργυρον είναι πρόθυμος έκαστος άνθρωπος να ανέχεται πάσαν τέχνην και εφεύρεσιν είτε έντιμον είτε άτιμον, εάν πρόκειται να γίνη πλούσιος, και να εκτελή πάσαν πράξιν είτε ευσεβή είτε ασεβή και όλως αισχράν, χωρίς να στενοχωρήται διόλου, αρκεί μόνον να έχη τα μέσα καθώς το ζώον διά να φάγη πολλών ειδών φαγητά και να πίη επίσης και να απολαύση όλας τας ηδονάς των αφροδισίων.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας δεχθώμεν ότι αυτή που είπα είναι μία από τας αιτίας που εμποδίζει τας πόλεις και τας κάμνει να μη γυμνάζωνται ούτε εις κανέν άλλο καλόν ούτε εις τα πολεμικά, αλλά κάμνει εμπόρους και εμποροπλοιάρχους και υπηρέτας εντελώς τους εκ φύσεως αξιοπρεπείς ανθρώπους, τους δε ανδρείους, τους κάμνει ληστάς και διαρρήκτας και ιεροσύλους και φιλοπολέμους και τυραννικούς, ενώ πολλάκις δεν είναι διόλου αδικημένοι από την φύσιν, αλλά μόνον από την κακήν των τύχην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς αυτό;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς ημπορώ βεβαίως εγώ να μη θεωρήσω εντελώς δυστυχείς εκείνους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να περάσουν όλην των την ζωήν με πειναλέαν ψυχήν;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Τότε λοιπόν αυτή είναι μία αιτία. Αλλά δευτέραν αιτίαν ποίαν θεωρείς, καλέ Ξένε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά μου ενθύμισες.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγεις λοιπόν συ ότι αυτή μεν είναι μία ακόρεστος δίψα εις όλην την ζωήν, η οποία κάμνει έκαστον πολυάσχολον και εμποδίζει έκαστον να μη γυμνάζεται καλώς εις τα πολεμικά. Έστω. Τόρα λοιπόν ειπέ μας την δευτέραν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν φρονείτε ότι δεν ομιλώ, αλλά αργοπορώ από στενοχωρίαν;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Όχι, αλλά μας φαίνεσαι ως να τιμωρής από μίσος αυτήν την συνήθειαν περισσότερον από όσον πρέπει μέσα εις την τυχαίαν σειράν της συζητήσεως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ωραία, καλοί μου ξένοι, μου εκάματε παρατηρήσεις. Και δι' αυτό θα ακούσετε, καθώς φαίνεται, τόρα την συνέχειαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ φρονώ ότι πταίουν τα ανάξια πολιτεύματα, τα οποία ανέφερα εις τας προηγουμένας συζητήσεις, δηλαδή η οχλοκρατία και η ολιγαρχία και η τυραννίς. Διότι από αυτά κανέν δεν είναι πολίτευμα, αλλά έκαστον είναι ορθόν να λέγεται φατρίευμα. Δηλαδή κανέν από αυτά δεν κυριαρχεί εκουσίως εις εκουσίους, αλλά ακουσίως εις ακουσίους πάντοτε με κάποιον εκβιασμόν. Όταν δε φοβήται ο άρχων τον αρχόμενον, δεν θα τον αφήση ποτέ να γίνη ούτε καλός ούτε πλούσιος ούτε ισχυρός ούτε ανδρείος ούτε απολύτως πολεμικός. Αυτά τα δύο λοιπόν είναι σχεδόν πρωτίστη αιτία όλων των κακών, κυρίως όμως αυτών εδώ είναι η κυριωτέρα αιτία. Αλλά η πολιτεία, την οποίαν νομοθετούμεν τόρα με την συζήτησίν μας, απέφυγε και τα δύο αυτά. Διότι και σχόλην έχει όσον το δυνατόν περισσοτέραν, και οι πολίται είναι ανεξάρτητοι μεταξύ των, και έπειτα πολύ ολίγοι, νομίζω, ημπορούν να γίνουν φιλάργυροι με αυτούς τους νόμους. Ώστε πρεπόντως και λογικώς μόνον η εγκατάστασις τοιούτου πολιτεύματος από όλα τα σημερινά θα δεχθή το είδος των παιγνιδίων και της εκπαιδεύσεως, τα οποία εξετάσαμεν τελείως εις την συζήτησιν μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν δεν είναι συνέχεια με αυτά να ενθυμηθώμεν τέλος πάντων όλους τους γυμνικούς αγώνας, ότι δηλαδή όσα μεν αγωνίσματα χρησιμεύουν διά τον πόλεμον αυτά πρέπει να συνηθίζωμεν και να ορίζωμεν βραβεία της νίκης, όσα δε δεν χρησιμεύουν να τα αφήσωμεν κατά μέρος; Ποία δε είναι αυτά, είναι καλόν να λεχθούν από την αρχήν και να νομοθετηθούν. Και πρώτον δεν πρέπει άραγε να νομοθετήσωμεν τα περιστρεφόμενα εις το τρέξιμον και εν γένει εις την ταχύτητα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πρέπει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον είναι βέβαιον ότι το καταλληλότερον από όλα διά τον πόλεμον είναι ευκινησία του σώματος, εν μέρει μεν των ποδών, εν μέρει δε των χειρών. Διά την φυγήν μεν και την σύλληψιν η ευκινησία των ποδών, διά την συμπλοκήν όμως και την μάχην εκ του συστάδην είναι ανάγκη της δυνάμεως και ρωμαλεότητος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι άλλο;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως καμμία από τας δύο χωρίς όπλα δεν αποκτά την μεγαλιτέραν χρησιμοποίησιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εις την ιδικήν μας πολιτείαν πρώτον διά τον δρόμον ενός σταδίου προσκαλεί εις τους αγώνας ο κήρυξ, ο δε αγωνιστής εισέρχεται κρατών τα όπλα. Δι' άοπλον δε αγωνιστήν δεν θα ορίσωμεν αγωνίσματα. Πρώτος δε εισέρχεται όστις θα αγωνισθή εις το στάδιον με τα όπλα, δεύτερος ο αγωνιστής του διαύλου, τρίτος του ιππικού διαύλου και μάλιστα τέταρτος του δολίχου και πέμπτος ο τελείως ωπλισμένος διά μήκος εξήντα σταδίων έως εις κάποιον ναόν του Άρεως, και κατόπιν άλλος βαρύτερον ωπλισμένος, ο οποίος θα αγωνισθή εις ομαλώτερον δρόμον, ο δε τελευταίος θα είναι τοξότης φορών όλην την τοξικήν στολήν, θα διατρέξη δε εκατόν στάδια έως εις τον ναόν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, διά μέσου βουνών και ανωμάλου εδάφους. Και, αφού κηρύξωμεν την έναρξιν του αγώνος, θα περιμένωμεν αυτούς έως ότου να έλθουν, και εις τον νικητήν θα δώσωμεν έν έκαστον από τα βραβεία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τόρα ας τα φαντασθώμεν τριών ειδών αυτά τα αγωνίσματα, έν μεν είδος των παίδων, έν δε των αγενείων νέων, και έν των ανδρών. Και διά μεν τους αγενείους θα ορίσωμεν τα δύο τρίτα του μήκους του δρόμου, διά δε τους παίδας τα μισά, είτε με τόξα είτε με όπλα αγωνίζονται. Διά δε τας γυναίκας και τα κοράσια τα ανήλικα να αγωνίζωνται γυμνά, εις το στάδιον και τον δίαυλον και τον ιππικόν δίαυλον και τον δόλιχον, εις το ίδιον τρέξιμον ανταγωνιζόμεναι. Αι δε έχουσαι ηλικίαν δεκατριών ετών μέχρι του γάμου των, ο οποίος δεν αναβάλλεται ούτε περισσότερον του εικοστού ούτε ολιγώτερον του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας των, πρέπει να καταβαίνουν εις τον ανταγωνισμόν αυτού του δρόμου με ευπρεπή στολήν.
Και τα μεν σχετικά με τους δρόμους των ανδρών και των γυναικών ας είναι αυτά. Εις δε τα σχετικά με την σωματικήν δύναμιν αντί μεν της πάλης και όλων των ομοίων όσα είναι βαρέα, να ανταγωνίζωνται εις την ένοπλον μάχην εις προς ένα και δύο προς δύο και ομάδες έως δέκα προς δέκα μεταξύ των. Όσον δε διά το ζήτημα ποίας νίκας πρέπει να κερδίση όστις απέκρουσε ή προσέβαλε, καθώς τόρα διά την πάλην εθέσπισαν οι ειδικοί εις την πάλην, ποίον κατόρθωμα χαρακτηρίζει τον καλόν παλαιστήν και ποίον τον αδέξιον, κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον και εδώ πρέπει να προσκαλέσωμεν τους τελειοτάτους εις την οπλομαχίαν και να τους αναθέσωμεν να νομοθετήσουν μαζί όλοι, ποίος πρέπει να θεωρήται νικητής εις αυτάς τας μάχας, δηλαδή τι αν αποκρούση ή πώς αν προσβάλη, και τον νικημένον ομοίως ποία τάξις τον διακρίνει. Τα ίδια δε ας είναι νομοθετημένα και διά τα θήλεα μέχρι του γάμου των. Έπειτα πρέπει ολόκληρον την πελταστικήν να την αντικαταστήσωμεν εις την θέσιν του παγκρατίου, διά να αγωνίζωνται εις τα τόξα και εις τας πέλτας και εις τα ακόντια και εις το ρίψιμον λίθων με τας χείρας και με τας σφενδόνας ορίζοντες πάλιν δι' αυτά νόμους, ώστε να αποδίδωνται τα βραβεία και αι νίκαι εις τους εκτελούντας καλλίτερον όσα λέγει ο νόμος ως προς αυτά.
Κατόπιν είναι η σειρά να τεθούν νόμοι περί ιππικών αγώνων. Λοιπόν εδώ εις την Κρήτην (8) βεβαίως δεν χρησιμοποιούνται πολλοί ίπποι ούτε τόσον συχνά. Επομένως είναι ανάγκη και αι μελέται αυτών να γίνωνται ολιγώτεραι ως προς την ανατροφήν και την άσκησιν.
Δι' άρμα λοιπόν ούτε υπάρχει απολύτως εις ημάς συντηρητής, ούτε μεγάλη αφοσίωσις από κανενός εις αυτά, επομένως δεν είναι κατάλληλον διά τον τόπον να θέσωμεν αγωνίσματα δι' αυτό και να μην έχωμεν νουν ούτε να φαινώμεθα ότι έχομεν. Εις ίππους δε μόνον ορίζοντες βραβεία και εις πωλάρια θηλάζοντα και μεσαία και εντελή θα εγκαταστήσωμεν παιγνίδια σύμφωνα προς την φύσιν της χώρας. Και λοιπόν μεταξύ όλων αυτών ας υπάρχη ανταγωνισμός και φιλοδοξία, εις δε τους φυλάρχους και ιππάρχους ας ανατεθή κοινώς η κρίσις όλων, δηλαδή και των δρόμων και των αγωνιζομένων ενόπλως. Εις τους στερουμένους δε όπλα ούτε εις τους γυμνικούς αγώνας ούτε εδώ είναι ορθόν να νομοθετήσωμεν αγωνίσματα. Τοξότης δε έφιππος Κρης δεν είναι άχρηστος, ούτε ακοντιστής, ώστε ας υπάρχη χάριν διασκεδάσεως και μεταξύ αυτών άμιλλα και ανταγωνισμός. Διά τα θήλεα δε δεν είναι ανάγκη με νόμους και διατάξεις να ορίσωμεν υποχρεωτικώς την συμμετοχήν εις αυτά. Εάν όμως από την προηγουμένην των μόρφωσιν συνηθίσουν, και αν επιδέχεται η φύσις των και δεν δυσκολεύωνται τα κοράσια και αι παρθένοι να λαμβάνουν μέρος, να το επιτρέπωμεν και να μην κατακρίνωμεν αυτάς.
Λοιπόν τόρα πλέον η αγωνιστική και η μάθησις της γυμναστικής, δηλαδή και όσα μελετούμεν εις τους αγώνας και όσα κάθε ημέραν εις τα σχολεία, έλαβαν τέλος. Και μάλιστα και της μουσικής τα μεν περισσότερα εξετάσθησαν, τα δε περιστρεφόμενα εις τους ραψωδούς και τα σχετικά με αυτούς, και πόσοι διαγωνισμοί χορών πρέπει να γίνωνται εις τας πανηγύρεις, όταν διά τους θεούς και τους κατόπιν των θεών ερχομένους ορισθούν οι μήνες και αι ημέραι και τα έτη, τότε θα τακτοποιηθούν, είτε κάθε τρία έτη είτε κάθε πέντε είτε αλλέως όπως μας φωτίσουν οι θεοί ως προς την διάταξιν των ημερών. Και τότε πλέον θα περιμένωμεν να γίνουν αγώνες και της μουσικής τακτοποιούμενοι εις τας λεπτομερείας από τους αθλοθέτας και τον παιδαγωγόν των νέων και τους νομοφύλακας, αφού συνεδριάσουν όλοι μαζί δι' αυτούς και οι ίδιοι γίνουν νομοθέται, περί του πότε και ποίος και με ποίους θα αγωνίζωνται εις όλους τους χορούς. Οποίον δε πρέπει να είναι έκαστον από αυτά ως προς τας λέξεις και τους στίχους και τας αρμονίας μαζί με τους ρυθμούς και τα χοροπηδήματα, πολλάκις τα είπε ο πρώτος νομοθέτης και συμφώνως με αυτά πρέπει οι κατόπιν του να νομοθετούν και αφού κατατάξουν τους αγώνας, καθώς πρέπει εις κατάλληλον καιρόν δι' εκάστην εορτήν, ας αφήσουν την πόλιν να πανηγυρίζη εις αυτάς.
Αυτά λοιπόν και άλλα παρόμοια δεν είναι δύσκολον να κρίνη κανείς με ποίον τρόπον πρέπει να λάβουν νόμιμον διάταξιν, ούτε πάλιν αν μετακινηθούν εδώ ή εκεί ημπορούν να φέρουν μέγα κέρδος ή ζημίαν εις την πόλιν. Όσα όμως δεν έχουν μικράν διαφοράν και δεν είναι εύκολον να επιβάλη κανείς την γνώμην του ως προς αυτά, κυρίως μεν είναι έργον του θεού, εάν υπήρχε τρόπος να έλθουν αυτά ως εντολαί από εκείνον, τόρα όμως σχεδόν απαιτείται κάποιος τολμηρός άνθρωπος, ο οποίος εκτιμά υπερβολικά την ελευθεροστομίαν και θα ειπή όσα του φαίνονται ως καλλίτερα διά την πόλιν και τους πολίτας, επιβάλλων εις διεφθαρμένας ψυχάς το πρέπον και σύμφωνον εις έκαστον πολίτευμα, ομιλών δε πολεμικώς εναντίον των μεγαλιτέρων επιθυμιών και μη έχων κανένα άνθρωπον βοηθόν, και μόνον αυτός ακολουθών τον ορθόν λόγον (!).
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον λόγον εννοούμεν (!) τόρα πάλιν, καλέ Ξένε; Διότι ακόμη ημείς δεν το εννοούμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ φυσικά. Και λοιπόν εγώ θα προσπαθήσω να σας εξηγηθώ σαφέστερον. Δηλαδή, όταν έφθασα εις το ζήτημα της εκπαιδεύσεως, είδα με την φαντασίαν μου νέους και νέας να σχετίζωνται μεταξύ των φιλικώς. Μου επήλθε δε, καθώς, είναι επόμενον, να φοβηθώ συλλογισθείς τι να την κάμη κανείς μίαν τοιαύτην πόλιν, εις την οποίαν οι νέοι και αι νέαι είναι καλοζωιμένοι, ευτραφείς και ελευθερωμένοι από κοπώσεις υπερβολικάς και δουλοπρεπείς, αι οποίαι πάρα πολύ καταπνίγουν την υπερηφά[νειαν] και όλοι σκέπτονται διά θυσίας και εορτάς και χορούς εις όλην των την ζωήν. Με ποίον λοιπόν τρόπον μέσα εις αυτήν την πόλιν θα απέχουν από τας επιθυμίας, αι οποίαι τόσον πολλούς και πολλάς ώθησαν εις τα έσχατα, τας οποίας ήθελε διατάξει ο λόγος να αποφεύγουν, προσπαθών να επιβληθή ως νόμος; Και τας μεν άλλας επιθυμίας δεν είναι παράδοξον να νικούν οι προηγούμενοι νόμοι. Δηλαδή η απαγόρευσις του πλουτισμού, η οποία είναι υπερόχως αγαθή και συντελεί μεγάλως εις την σωφροσύνην, και ολόκληρος η μόρφωσις απέκτησε ως προς αυτά καλούς νόμους, εκτός δε τούτων το βλέμμα των αρχόντων υπεχρεώθη να μη βλέπη αλλού, αλλά να προσέχη πάντοτε τους νέους. Λοιπόν ως προς τας άλλας επιθυμίας, όσον είναι δυνατόν εις ανθρώπους, ετέθησαν ορθώς οι νόμοι. Τόρα όμως ακριβώς διά τους έρωτας προς παίδας άρρενας και θήλεις, και των γυναικών προς τους άνδρας και των ανδρών προς τας γυναίκας, από τους οποίους ωρισμένως αμέτρητα δυστυχήματα συνέβησαν και ιδιωτικώς εις τους ανθρώπους και εις ολοκλήρους πόλεις, πώς ημπορεί κανείς να λάβη τα μέτρα του, και ποίον φάρμακον πρέπει να εύρη δι' όλους αυτούς, διά να αποφύγουν τον τοιούτον κίνδυνον;
Βεβαίως δεν είναι εύκολον, Κλεινία μου. Διότι, και αν εις πολλά άλλα όλη η Κρήτη και η Λακεδαίμων δεν μας δίδουν μικράν βοήθειαν τόρα που νομοθετούμεν νόμους διαφορετικούς από τας συνηθείας των περισσοτέρων, όμως περί των ερώτων, καθώς το γνωρίζομεν και οι ίδιοι, είναι εντελώς αντίθετοι. Διότι, εάν κανείς ακολουθήση την φύσιν και θέση τον προ του Λαΐου νόμον, λέγων ότι είναι ορθόν να μη συνευρίσκωνται με άρρενας και νέους αφροδισιακώς καθώς με τα θήλεα, και φέρων ως μάρτυρα την φύσιν των ζώων και αποδεικνύων ως προς αυτά ότι δεν εγγίζει ο άρρην το άρρεν, διότι τούτο δεν είναι φυσικόν, θα έλεγε ίσως παραδεκτόν διισχυρισμόν, αλλά συγχρόνως δεν θα ήτο σύμφωνος με τας ιδικάς σας πόλεις. Εκτός τούτου όμως εκείνο το οποίον είπαμεν ότι πρέπει πάντοτε να προσέχη ο νομοθέτης, τούτο δεν συμβιβάζεται με αυτά. Δηλαδή πάντοτε ημείς ερευνώμεν ποίον πράγμα συντελεί εις την αρετήν των δεχομένων τους νόμους και ποίον όχι. Λοιπόν, εάν το παραδεχθώμεν αυτό ως καλόν ή όχι αισχρόν, διά να νομοθετηθή τόρα, ας εξετάσωμεν κατά πόσον θα συντελέση εις την αρετήν. Άραγε εις την ψυχήν του παραδιδομένου θα εμπνευσθή το ήθος της ανδροπρεπείας (!), ή εις την ψυχήν του παιδεραστού θα γεννηθή το ιδεώδες της σωφροσύνης; Ή μήπως αυτά μεν δεν είναι δυνατόν να παραδεχθή κανείς ποτέ, μάλλον δε όλως το αντίθετον, εις τον υποχωρούντα εις τας ηδονάς και μη δυνάμενον να αντέχη θα κατακρίνη κανείς την μαλθακότητα; Αλλά τότε εις τον προσπαθούντα να μιμηθή τας γυναίκας τάχα δεν θα κατακρίνη την αντιγραφήν του γυναικείου προτύπου; Λοιπόν ποίος άνθρωπος θα θεσπίση τούτο ως νόμον, αφού είναι τοιούτον; Σχεδόν κανείς, όταν βεβαίως κρατή εις τον νουν του αληθινόν νόμον. Πώς λοιπόν θα αποδείξωμεν ότι αυτό είναι αληθές; Είναι ανάγκη να ερευνήσωμεν την φύσιν της φιλίας και της επιθυμίας και των λεγομένων ερώτων, εάν θέλωμεν να τα εννοήσωμεν αυτά καλώς. Δηλαδή αυτά είναι δύο, και από τα δύο ομού σχηματίζεται τρίτον είδος με ιδιαίτερον όνομα και προξενεί όλην την δυσκολίαν και το σκότος εις το ζήτημα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλον βεβαίως ονομάζομεν το όμοιον με το όμοιον κατά την αρετήν και το ίσον με το ίσον, επίσης δε φίλον και το έχον ανάγκην του πλουσίου, το οποίον είναι το αντίθετον ως προς το γένος (πτωχόν). Όταν όμως το καθέν από τα δύο αυτά γίνεται ορμητικόν, το ονομάζομεν έρωτα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν η μεν φιλία των αντιθέτων είναι φοβερά και αγρία και σπανίως είναι αμοιβαία, η δε των ομοίων είναι ήμερος και αμοιβαία εις όλην την ζωήν. Ανάμικτος δε από αυτάς τας δύο εάν γίνη, πρώτον μεν δεν είναι εύκολον να γνωρισθή τι άραγε επιδιώκει να κερδίση όστις έχει τον τρίτον τούτον έρωτα· έπειτα, επειδή σύρεται από τους δύο αντιθέτως, ευρίσκεται εις απορίαν, διότι ο μεν είς τον παρορμά να δοκιμάση το κάλλος, ο δε άλλος του το απαγορεύει. Δηλαδή εκείνος μεν ερωτεύεται το σώμα και την ακμήν της ωραιότητος ως να νοστιμεύεται κανέν οπωρικόν και παρακινεί τον εαυτόν του να το απολαύση, χωρίς να δίδη καμμίαν εκτίμησιν εις την ψυχήν του αγαπωμένου. Αυτός δε θεωρεί πάρεργον την σωματικήν επιθυμίαν και μάλλον με την ψυχήν οραματιζόμενος αυτόν παρά ερωτευόμενος, εκτιμών δε την ψυχήν όσον πρέπει θεωρεί προσβολήν την σωματικήν απόλαυσιν από το σώμα εκείνου, εντρεπόμενος δε και σεβόμενος την σωφροσύνην και ανδρείαν και μεγαλοπρέπειαν και φρόνησιν θέλει να μένη αγνός πάντοτε με αγνόν αγαπητόν. Αυτός δε είναι ο μικτός εκ των δύο ειδών τρίτος έρως, τον οποίον είπαμεν τόρα. Αφού δε τόσων ειδών είναι αυτοί, άραγε όλους πρέπει να τους απαγορεύη ο νόμος, εμποδίζων να υπάρχουν εις τον τόπον μας, ή είναι προφανές ότι τον μεν έρωτα της αρετής, ο οποίος επιθυμεί να γίνη ο νέος όσον το δυνατόν καλλίτερος, θα τον επιτρέψωμεν να υφίσταται εις την πόλιν, τους δε άλλους δύο, εάν είναι τούτο δυνατόν, θα τους απαγορεύσωμεν; Ή πώς αλλέως να ειπούμεν, φίλε Μέγιλλε;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Βεβαίως εντελώς ορθά ωμίλησες αυτήν την φοράν (!) περί αυτών, Ξένε μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φαίνεται, καθώς το υπέθετα, ότι επέτυχα την επιδοκιμασίαν σου, καλέ μου φίλε. Τι όμως εννοεί ο ιδικός σας νόμος ως προς αυτά, δεν είναι ανάγκη να το εξετάσω εγώ, αλλά αρκεί να δεχθώ την επιδοκιμασίαν των λόγων μου. Τον δε Κλεινίαν και άλλην φοράν κατόπιν θα προσπαθήσω να τον ψάλλω και να τον καταπείσω δι' αυτά τα ίδια. Τόρα δε ας ακολουθήσω την ανατεθείσαν εις εμέ εντολήν σας και ας εξετάσωμεν εντελώς τους νόμους.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν έχω τόρα πάλιν μίαν εφεύρεσιν ως προς την θέσπισιν αυτού του νόμου, εν μέρει μεν εύκολον, εν μέρει όμως δυσκολωτάτην.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πώς δηλαδή εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Γνωρίζομεν βεβαίως ότι και σήμερον οι περισσότεροι άνθρωποι, αν και είναι παράνομοι, πολύ καλά και άγια αποτρέπονται από την συνεύρεσιν των ωραίων όχι ακουσίως, αλλά όσον ημπορείς να φαντασθής εκουσίως.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πότε εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όταν υπάρχη αδελφός ή αδελφή ωραία. Και περί υιού δε και θυγατρός ο ίδιος άγραφος νόμος υπάρχει, και όσον το δυνατόν ασφαλέστατα προφυλάττει να μη κοιμούνται μαζί, ούτε φανερά ούτε κρυφίως, ή με κανένα άλλον τρόπον να εγγίζουν ερωτικώς αυτούς. Ακόμη δε ουδέ επιθυμία της τοιαύτης συνευρέσεως εισέρχεται διόλου εις τον νουν των περισσοτέρων.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Λέγεις την αλήθειαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και μόνον μία λέξις δεν καταπαύει όλας αυτάς τας ηδονάς;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Ποία δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αν ειπούμεν ότι αυτά δεν είναι διόλου θεάρεστα, αλλά θεομίσητα και των αισχρών αίσχιστα. Και αιτία τούτου δεν είναι τάχα, ότι κανείς δεν τα λέγει διαφορετικά αυτά, αλλά εξ αρχής, μόλις γεννηθή έκαστος από ημάς, ακούει πάντοτε, και παντού να τα λέγουν αυτά, και πολλάκις τα βλέπει εις τας κωμωδίας και εις τας τραγωδίας, όταν παριστάνουν Θυέστας ή Οιδίποδας ή Μακαρέας συνευρεθέντας με τας αδελφάς των κρυφίως, και ανακαλυφθέντας και επιβάλοντας θάνατον εις τον εαυτόν των ως τιμωρίαν διά το αμάρτημά των;
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά το λέγεις, αυτό τουλάχιστον, ότι δηλαδή η διάδοσις έχει μίαν θαυμασίαν δύναμιν, αφού κανείς δεν θα ημπορέση ούτε να αναπνεύση έξω από τον νόμον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν είναι ορθόν το λεχθέν προ ολίγου, ότι, αν ο νομοθέτης θέλη να δαμάση καμμίαν επιθυμίαν από εκείνας αι οποίαι υποδουλώνουν υπερβολικά τους ανθρώπους, είναι, εύκολον να εννοήση με ποίον τρόπον ημπορεί να τας υποδουλώση. Δηλαδή ότι πρέπει να καθιερώση την φήμην εις όλους τους δούλους και ελευθέρους παίδας και γυναίκας και όλην την πόλιν ομοίως, και ούτω πως θα εκτελεσθή το ασφαλέστερον πράγμα ως προς αυτόν τον νόμον.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ καλά. Αλλά πώς θα ημπορέσωμεν πάλιν να κάμωμεν όλους να θέλουν να διαδώσουν το τοιούτον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά με επρόλαβες. Διότι αυτό εσήμαινε ο ιδικός μου λόγος, ότι εγώ έχω να μεταχειρισθώ μίαν μέθοδον χάριν αυτού του νόμου, την φυσικήν χρήσιν της συνουσίας προς τεκνοποίησιν, δηλαδή να απέχουν μεν από το άρρεν και να μη δολοφονούν το ανθρώπινον γένος εκ προμελέτης, ούτε να σπείρουν επάνω εις βράχους και εις πέτρας, όπου δεν είναι δυνατόν να ριζώση και να γονιμοποιηθή, να απέχουν δε από τον θηλυκόν αγρόν, εντός του οποίου δεν επιθυμεί κανείς να φυτρώση ο σπόρος του. Ο νόμος λοιπόν αυτός, αν μεν γίνη γενικός και κυριαρχήση, καθώς τόρα, υπερισχύει διά τας συνουσίας με τους γονείς, και εάν υπερισχύση, θα φέρη άπειρα αγαθά. Διότι πρώτον μεν υπάρχει συμφώνως με την φύσιν, και μας κάμνει να απέχωμεν από την ερωτικήν λύσσαν και μανίαν και όλας τας μοιχείας και από ποτά και τροφάς υπερμέτρους, και μας κάμνει να είμεθα με τας γυναίκας μας σχετικοί και φίλοι, και άλλα πολλά αγαθά ημπορούν να προκύψουν, εάν κανείς ημπορούσε να τον διατηρή.
Αλλά τόρα ίσως παρουσιασθή κανείς ορμητικός και νέος άνθρωπος, φορτωμένος από σπέρμα, και ακούων περί του θεσπιζομένου νόμου, μας κακολογήση ότι θεσπίζομεν ανοήτους και απραγματοποιήτους νόμους, και αρχίζει να φωνάζη. Αυτά λοιπόν έλαβα και εγώ υπ' όψιν μου και είπα αυτήν την λέξιν, ότι δηλαδή έχω κάποιαν μέθοδον, εν μέρει μεν ευκολωτέραν από όλας, εν μέρει δε δυσκολωτέραν, ώστε, αφού τεθή ο νόμος αυτός, να διατηρηθή. Διότι είναι ευκολώτατον να εννοήσωμεν ότι είναι δυνατόν τούτο και πώς. Δηλαδή φρονούμεν ότι, εάν καθιερωθή αυτός ο νόμος επαρκώς, θα δαμάση πάσαν ψυχήν και θα την κάμη να πείθεται με φόβον τελείως εις τους τεθέντας νόμους. Αλλά βεβαίως τόσον επροχώρησε τόρα το κακόν, ώστε φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή, καθώς διά την συνήθειαν των συσσιτίων δεν πιστεύεται ότι είναι δυνατόν ολόκληρος πόλις εις όλην της την ζωήν να διατηρή αυτά, και ενώ απεδείχθη και εμπράκτως εφηρμόσθη εις τον τόπον σας, πάλιν όμως διά τας γυναίκας ούτε εις τον τόπον σας δεν νομίζεται εκ φύσεως κατάλληλον να πραγματοποιηθή. Δι' αυτήν λοιπόν και εγώ την επιμονήν εις την απιστίαν είπα ότι είναι πολύ δύσκολον να διατηρηθούν συμφώνως με τον νόμον.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι δε δεν είναι ανώτερον από τας δυνάμεις του ανθρώπου, αλλά ημπορεί να πραγματοποιηθή, θέλετε να προσπαθήσω να σας διηγηθώ κάποιαν διήγησιν, η οποία είναι πειστική;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, άραγε ευκολώτερον ημπορεί κανείς να απέχη από τα αφροδισιακά και να εκτελή ορθώς τα οριζόμενα νομίμως ως προς αυτά, όταν έχη υγιές σώμα και όχι ατελές, ή όταν το έχη μηδαμινόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πολύ περισσότερον δύσκολον είναι, όταν δεν το έχη ατελές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν δεν γνωρίζομεν τάχα εκ φήμης τον Ταραντίνον Ίκκον, ο οποίος ηγωνίσθη εις την Ολυμπίαν καθώς και τους άλλους ότι από φιλοτιμίαν και τέχνην και διότι, καθώς λέγουν, είχε εις την ψυχήν του την σώφρονα ανδρείαν, ούτε καμμίαν γυναίκα ήγγισε ποτέ του ούτε παιδί, εις όλην την διάρκειαν των γυμνασίων του; Και ακριβώς και διά τον Κρίσωνα και τον Αστύλον και τον Διόπομπον και άλλους πάρα πολλούς δεν υπάρχει η ιδία διάδοσις; Και όμως από τους ιδικούς μου και από τους ιδικούς σου συμπολίτας, φίλε Κλεινία, βεβαίως ήσαν πολύ χειρότερα μορφωμένοι ως προς τας ψυχάς, ως προς δε τα σώματα ήσαν πολύ περισσότερον σφριγηλοί.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτά είναι αληθή, δηλαδή πολύ διέδιδαν οι παλαιοί περί αυτών των αθλητών ότι συνέβησαν αυτά πραγματικώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Εκείνοι μεν χωρίς αμφιβολίαν χάριν της πάλης και των δρόμων και των τοιούτων κατώρθωσαν να αποφύγουν πράγμα το οποίον οι περισσότεροι το θεωρούν ευτυχίαν, οι δε ιδικοί μας παίδες δεν θα ημπορέσουν να καρτερήσουν διά πολύ ωραιοτέραν νίκην, την οποίαν ημείς παριστάνοντες ωραιοτάτην από την μικράν των ηλικίαν εις τους μύθους και εις τας φράσεις μας και εις τα άσματα που ψάλλομεν θα την επιβάλωμεν μαγευτικώς εις αυτούς, καθώς είναι επόμενον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίαν νίκην;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το να είναι εγκρατείς των ηδονών, διά να ζουν με ευτυχίαν, ενώ, εάν νικώνται, θα συμβή όλως το αντίθετον. Εκτός δε τούτου ο φόβος, ότι αυτό δεν είναι ποτέ με κανένα τρόπον όσιον, δεν θα μας δώση την δύναμιν να νικήσωμεν όσα ενίκησαν άλλοι, ενώ είναι χειρότεροι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αφού λοιπόν ευρισκόμεθα εις αυτό το σημείον ως προς αυτόν τον νόμον, από την κακίαν όμως των περισσοτέρων ευρέθημεν εις στενοχωρίαν, φρονώ ότι ο μεν ιδικός μας νόμος πρέπει κυριολεκτικώς να περιοδεύη και να ομιλή περί αυτών, ότι δεν πρέπει να είναι οι συμπολίται μας χειρότεροι από τα όρνεα και από άλλα πολλά ζώα, τα οποία γεννώνται εις μεγάλας αγέλας και έως ότου να τεκνοποιήσουν μένουν παρθένα και αμίαντα και αγνά από γάμους, όταν δε έλθουν εις αυτήν την ηλικίαν, συνδυάζεται προθύμως το άρρεν με το θήλυ και το θήλυ με το άρρεν και ζουν εις το υπόλοιπον της ζωής των ευσεβώς και νομίμως, εμμένοντα ασφαλώς εις τας πρώτας συνθήκας της φιλίας. Και πρέπει από τα ζώα αυτοί να είναι καλλίτεροι. Εάν όμως διαφθείρωνται από την πλειονοψηφίαν των άλλων Ελλήνων και βαρβάρων, διότι ακούουν ότι έχει μεγάλην ισχύν μεταξύ αυτών η λεγομένη άτακτος Αφροδίτη, και ούτω πως δεν είναι ικανοί να συγκρατούνται, τότε πρέπει να εφεύρωμεν δεύτερον νόμον δι' αυτούς οι νομοφύλακες και να γίνουν αυτοί νομοθέται.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον νόμον λοιπόν συμβουλεύεις εις αυτούς να νομοθετούμεν, εάν τους διαφύγη αυτός που νομοθετούμεν τόρα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Προφανώς τον ερχόμενον δεύτερον κατόπιν από αυτόν, φίλε Κλεινία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Να αφήνουν όσον το δυνατόν αγύμναστον την ορμήν των ηδονών, μετατοπίζοντες εις άλλα μέρη του σώματος τον χυμόν και την τροφήν αυτής της ορμής. Τούτο δε ημπορεί να συμβή, εάν δεν επιτρέπεται αναίδεια εις την χρήσιν των αφροδισίων. Δηλαδή, όταν πάλιν εκτελούν αυτά σπανίως από εντροπήν, θα την έχουν εις την ράχιν των αδυνατώτερον κυρίαρχον. Και λοιπόν ας υπάρχη ως συνήθεια και άγραφος νόμος δι' αυτά να θεωρήται καλόν το να μένουν μυστικά, το δε να μη μένουν μυστικά αισχρόν, όχι όμως πάλιν και να μη τα εκτελούν διόλου. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα ορισθή εις τους νόμους ως κατά δεύτερον λόγον καλόν και αισχρόν το τοιούτον, έχον δευτερεύουσαν ορθότητα, και τους διεφθαρμένους εις τας φυσικάς κλίσεις, όσους ονομάζομεν ακρατείς, θα συμπεριλάβωμεν εις έν γένος και θα επιβάλωμεν να μη παρανομούν εις αυτά τα τρία είδη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία δηλαδή είναι τα δύο άλλα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρώτον το ευσεβές και αξιοπρεπές και έπειτα εκείνο το οποίον επιθυμεί όχι τα σώματα αλλά τους καλούς τρόπους της ψυχής. Αυτά λοιπόν είναι τόρα ωσάν ευχαί και ως παρηγορίαι, θα ήσαν όμως πολύ καλλίτερα, εάν επραγματοποιούντο εις τας πόλεις. Ίσως όμως ακόμη ως προς τον έρωτα επιβάλωμεν έν από τα δύο, ή κανείς να μη τολμά να χειρονομή εις κανένα από τους ευγενείς και ελευθέρους εκτός της νομίμου συζύγου του, και να μη σπείρη χωρίς ευλογίαν τέκνα παλλακίδων ούτε άγονον σποράν αρρένων παρά φύσιν, ή άλλως διά μεν τα άρρενα θα το εξαλείψωμεν τελείως, διά δε τας γυναίκας, εάν συνευρεθή κανείς με καμμίαν εκτός εκείνων που ήλθαν εις την οικίαν του με την ευλογίαν των θεών και με ιερούς γάμους, δηλαδή με αγορασμένας ή με κάποιον άλλον τρόπον κατακτηθείσας, χωρίς να αποκρυφθή από όλους τους άνδρας και τας γυναίκας (9), ίσως είναι ορθόν να θεωρήσωμεν αυτόν εις την νομοθεσίαν μας στερημένον των δικαιωμάτων του πολίτου ωσάν κάποιον ξενότροπον. Αυτός λοιπόν ο νόμος είτε τον θεωρήσωμεν ένα είτε δύο, ας υπάρχη διά τα αφροδίσια και όλα τα ερωτικά, όσα εκτελούμεν συναναστρεφόμενοι ο είς τον άλλον με τοιαύτας επιθυμίας είτε ορθώς είτε όχι ορθώς.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Και λοιπόν, φίλε Ξένε, εγώ μεν, σε βεβαιώ, πάρα πολύ θα εδεχόμην αυτόν τον νόμον, ο δε Κλεινίας τόρα ας ειπή μόνος του, τι φρονεί δι' αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό θα γίνη, φίλε Μέγιλλε, όταν νομίσω κατάλληλον την στιγμήν. Τόρα όμως ας αφήσωμεν τον Ξένον να προχωρήση εις τους νόμους.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τόρα βεβαίως ευρισκόμεθα εις το σημείον της ιδρύσεως συσσιτίων, τα οποία φρονούμεν ότι εις άλλον μεν τόπον είναι δύσκολον να ιδρυθούν, εις την Κρήτην όμως ουδείς θα εναντιωθή ότι πρέπει να γίνη αλλέως. Ως προς τον τρόπον όμως, αν δηλαδή θα γίνουν καθώς εδώ ή καθώς εις την Λακεδαίμονα, ή αν είναι έξω από αυτά τα δύο καλλίτερον τρίτον είδος συσσιτίων, αυτό δεν μου φαίνεται δύσκολον να το εύρωμεν, ούτε ημπορεί να φέρη κανέν μέγα αγαθόν, εάν εφαρμοσθή. Διότι και τόρα είναι αρμονικώς τακτοποιημένα.
Τόρα έρχεται εις την σειράν η προμήθεια των εφοδίων της ζωής κατά ποίον τρόπον θα γίνεται. Αλλά η προμήθεια εις μεν τας άλλας πόλεις ίσως είναι ποικίλη και από πολλά μέρη και μάλιστα από διπλάσια μέρη παρά εις αυτήν εδώ. Διότι και από την γην και από την θάλασσαν προμηθεύονται τα τρόφιμα οι περισσότεροι των Ελλήνων, ενώ αυτοί εδώ μόνον από την γην. Διά τον νομοθέτην λοιπόν τούτο είναι ευκολώτερον. Διότι χρειάζονται όχι πλέον οι μισοί νόμοι (10), αλλά πολύ ολιγότεροι, και εκτός τούτου περισσότερον αρμόζοντες εις ελευθέρους ανθρώπους. Δηλαδή από τα εμποροπλοιαρχικά και εμπορικά και καπηλικά και ξενοδοχικά και τελωνιακά και μεταλλειακά και δανειστικά και τα σχετικά με τα επιτόκια των τόκων πράγματα και άπειρα άλλα είναι ελευθερωμένος κατά το πλείστον και τα άφησε κατά μέρος ο νομοθέτης αυτής της πόλεως, απλώς δε διά γεωργούς και ποιμένας και μελισσοκόμους και διά τας αποθηκεύσεις αυτών και διά τους κατασκευαστάς των εργαλείων των θα νομοθετήση, αφού πλέον ενομοθέτησε τα σπουδαιότερα διά τους γάμους και τας γεννήσεις παίδων και ανατροφάς, ακόμη δε και διά την εκπαίδευσιν και διά την εγκατάστασιν των αρχών της πόλεως. Τόρα δε είναι ανάγκη να προχωρήση εις τους παραγωγείς της τροφής και τους βοηθούς αυτών.
Και πρώτον λοιπόν ας έχουν αυτοί οι νόμοι το όνομα γεωργικοί. Και πρώτον ο νόμος του συνοριακού Διός ας ορισθή ούτω πως. Ας μη μετακινή κανείς τα σύνορα μήτε του ιδικού του συμπολίτου γείτονος μήτε του συνορεύοντος εις τα μεθόρια ξένου γείτονος, φρονών ότι αυτό είναι κυριολεκτικώς το να κινή τα ακίνητα. Ας προτιμήση δε έκαστος και τον μεγαλίτερον βράχον να μετακινήση παρά τον μικρόν λίθον, ο οποίος ορίζει την φιλίαν και την έχθραν με ένορκον εγγύησιν των θεών. Δηλαδή το έν μεν εγγυάται ο ομόφυλος Ζευς, το δε άλλο ο Ξένιος, αυτοί δε οργιζόμενοι επιφέρουν πολέμους αμειλίκτους. Και όστις μεν υπακούση εις τον νόμον δεν θα δοκιμάση τας βλάβας της παραβάσεως αυτού, όστις όμως τον περιφρονήση ας είναι ένοχος εις διπλάς τιμωρίας, μίαν μεν και πρώτην από τους θεούς, δευτέραν δε από τον νόμον. Δηλαδή κανείς ας μη μετακινή αυθαιρέτως τα σύνορα των γειτόνων. Αν δε κανείς τα μετακινήση, ας τον καταγγέλλη όστις θέλει εις τους ιδιοκτήτας, αυτοί δε ας τον προσκαλέσουν εις το δικαστήριον. Εάν δε κανείς χάση τοιαύτην δίκην, ας θεωρήση το δικαστήριον ότι προσπαθεί κρυφίως και βιαίως να κάμη αναδασμόν της γης ο καταδικασθείς και ας του επιβάλη ό,τι είναι ορθόν να πάθη ή να πληρώση.
Κατά δεύτερον δε λόγον συμβαίνουν πολλαί και μικραί βλάβαι των γειτόνων, διότι συχνά συναντώνται και μεγαλώνουν την εχθροπάθειαν και κάμνουν την γειτονίαν δύσκολον και πολύ πικράν. Διά τούτο πρέπει να προσέχη πολύ ο γείτων να μη κάμνη εις τον γείτονα τίποτε το έκτροπον, και ως προς τα άλλα και προ πάντων να προσέχη πολύ από πάσαν επέκτασιν της καλλιεργείας του.
Διότι το να βλάψη κανείς δεν είναι δύσκολον, αλλά το κάμνει ο καθείς, το να ωφελήση όμως δεν ημπορεί να το κάμνη ο καθείς. Όστις δε καλλιεργεί έδαφος του γείτονος υπερπηδών τα σύνορα, την μεν βλάβην ας την πληρώνη, διά να θεραπευθή δε από την αναίδειάν του και την φιλαργυρίαν του ας πληρώση και το διπλάσιον της ζημίας εις τον παθόντα. Δι' αυτά δε και όλα τα παρόμοια ας διορισθούν πραγματογνώμονες και δικασταί και εκτιμηταί οι αγρονόμοι, και εις μεν τα μεγαλίτερα, καθώς είπαμεν προηγουμένως, όλη η τάξις του δωδεκατημορίου, εις δε τα μικρότερα μόνον οι φρούραρχοι. Και αν κανείς βόσκη ποίμνια εντός ξένων κτημάτων, ας παρατηρήσουν τας βλάβας και ας κρίνουν και ας ορίσουν την ποινήν, και εάν κανείς οικειοποιήται μελίσσια ξένα ευρίσκων τέρψιν εις αυτά και προσελκύων αυτά με την χαλκοκρουσίαν, ας πληρώνη την ζημίαν. Και εάν καίων ξυλείαν δεν προφυλάξη την γειτονικήν, ας τιμωρηθή με το πρόστιμον το οποίον θα αποφασίσουν οι άρχοντες. Επίσης δε και εάν φυτεύων δεν αφήνη ανάλογον απόστασιν από τα χωράφια του γείτονος, καθώς και πολλοί νομοθέται είπαν λεπτομερώς, των οποίων τους νόμους πρέπει να τους χρησιμοποιούμεν συμπληρωματικώς και να μην έχωμεν απαίτησιν όλα και τα πολύπλοκα και τα μικρά ζητήματα, τα οποία εθέσπισε και ο τυχών νομοθέτης, να τα νομοθετήση όλα ο νομοθέτης της πόλεως.
Λόγου χάριν, υπάρχουν περί των υδάτων εις τους γεωργούς παλαιοί και καλοί νόμοι, τους οποίους δεν πρέπει να μετακινήσωμεν εις την συζήτησίν μας, αλλ' όστις θελήση να φέρη νερόν εις τον ιδικόν του τόπον, ας αρχίση να το μετακομίζη από τα κοινά ρεύματα χωρίς να αποκόπτη πηγάς γνωστάς κανενός ιδιώτου, ας τα διοχετεύη δε από όποιον μέρος θέλει εκτός των οικιών και των διαφόρων ιερών και των μνημείων, χωρίς να σκάπτη άλλο μέρος εκτός των αυλάκων. Εάν δε εις μερικά μέρη είναι φυσική έλλειψις νερού, από μέσα από την γην η οποία καταπίνει τα βρόχινα νερά και δεν έχει τας απαραιτήτους πηγάς, ας ανοίξη πηγάδι εις το χωράφι του έως εις το στρώμα της αργίλου, και αν εις αυτό το βάθος δεν επιτύχη διόλου νερόν, ας λαμβάνη νερόν από τους γείτονας, όσον είναι απαραίτητον διά τους εργάτας. Εάν δε και οι γείτονες το έχουν μετρημένον με ακρίβειαν, ας ζητήση από τους αγρονόμους να προσδιορίσουν ωρισμένην σειράν της ημέρας και τότε ας πηγαίνη καθ' ημέραν να λαμβάνη νερόν από τους γείτονας.
Εάν δε εις τα βρόχινα νερά ο υψηλότερον καλλιεργών ή και ο ομότοιχος ζημιώνει τους χαμηλοτέρους, διότι δεν επιτρέπει την εκροήν, ή αντιθέτως ο υψηλότερα ευρισκόμενος αφήνη όπως τύχη τα ρεύματα και βλάπτη τον κάτω, και ως προς αυτά δεν δέχωνται να συνεννοηθούν μεταξύ των, εις μεν την πόλιν ας προσκαλέση όστις θέλει τον αστυνόμον, εις δε τον αγρόν τον αγρονόμον και ας ορίση αυτός τι πρέπει να κάμη ο καθείς από τους δύο. Όστις δε δεν τηρεί την τάξιν ας υποστή τιμωρίαν φθονεράς ψυχής και συγχρόνως κακεντρεχούς, και, αν καταδικασθή, ας πληρώση διπλασίως την ζημίαν εις τον παθόντα, εάν δεν θελήση να υπακούση εις τους άρχοντας.
Των δε οπωρικών πρέπει να κάμνουν χρήσιν όλοι ως εξής. Δύο ειδών δώρα μας χαρίζει η θεά της γεωργίας· το έν είναι ο αθησαύριστος καρπός του Διονύσου, το δε άλλο ο κατάλληλος εκ φύσεως διά να αποθηκευθή. Λοιπόν ας υπάρχη διά τα οπωρικά ο εξής νόμος. Όστις γευθή άωρα οπωρικά, είτε σταφύλια είτε σύκα, πριν να φθάση ο καιρός του τρύγου, ο οποίος συμπίπτει με τον Αρκτούρον, είτε εις τα ιδικά του χωράφια είτε εις ξένα, ας πληρώνη ιερόν πρόστιμον εις τον Διόνυσον πενήντα δραχμάς, όταν κόπτη από τα ιδικά του, όταν δε κόπτη από τα γειτονικά, μίαν μναν, εάν δε από άλλα χωράφια, δύο τρίτα της μνας. Όστις δε θελήση να δοκιμάση το σταφύλι το οποίον εσχάτως ήρχισαν να το ονομάζουν γενναίον (11) και τα γενναία σύκα, εάν μεν δρέπη από τα ιδικά του, ας τα απολαμβάνη όπως θέλει και όταν θέλη, εάν όμως από κτήματα άλλου χωρίς να τον πείση συμφώνως με τον νόμον (12) ότι δεν πρέπει να σηκώνη ό,τι δεν ετοποθέτησε, ας τιμωρήται. Εάν δε δούλος χωρίς να πείση τον ιδιοκτήτην δρέπη κανέν από αυτά, εις κάθε ράγα σταφυλίου και εις κάθε σύκον της συκής ας τρώγη ισαρίθμους ξυλιές. Ο δε μέτοικος ας αγοράζη τα ώριμα οπωρικά, αν του αρέσουν να τρώγη τοιαύτα. Εάν δε κανείς ξένος νεοφερμένος επιθυμήση να φάγη οπωρικά, όταν περνά από τον δρόμον, τα μεν γενναία ας τα δρέπη, εάν θέλη, ο ίδιος και είς υπηρέτης του χωρίς πληρωμήν απολαμβάνων φιλοξενίαν, από τα άωρα όμως και τα παρόμοια ας εμποδίζη ο νόμος τους ξένους να δρέπουν. Εάν όμως από αμάθειαν εγγίση, κανείς ή ο δούλος του, ο μεν δούλος να τιμωρήται με ξύλον, ο δε ελεύθερος να εκδιώκεται με συμβουλάς και ας οδηγήται να δρέπη, τα άλλα οπωρικά, τα οποία δεν χρησιμεύουν ως αποθηκευμένη σταφίς και ως οίνος και ως ξηρά σύκα. Όσον δε διά τα απίδια και τα μήλα και τα ρώδια και όλα τα παρόμοια, ας μην είναι εντροπή να δρέπη κρυφίως κάτι, αλλά όστις συλληφθή, εάν είναι ηλικίας κάτω των τριάντα ετών, ας κτυπάται και ας αποκρούη τα κτυπήματα χωρίς τραύματα, δίκη όμως να μην υπάρχη δι' αυτά εις τον ελεύθερον. Εις δε τον ξένον καθώς εις τα οπωρικά ας επιτραπή και από αυτά να δρέπη. Εάν δε κανείς γεροντότερος δρέπη από αυτά, όταν το φάγη επιτοπίως και δεν μετακομίζη τίποτε, καθώς ο ξένος ας μετέχη όλων αυτών, εάν όμως δεν υπακούη εις τον νόμον, ας κινδυνεύη να αποκλεισθή από τον αγώνα της αρετής, εάν έως τότε υπενθυμίση κανείς αυτά εις τους τότε κριτάς.
Το δε νερόν είναι δι' όλα τα κηπουρικά η απαραίτητος τροφή, αλλά ευκόλως νοθεύεται. Δηλαδή ούτε η γη ούτε ο ήλιος ούτε οι άνεμοι, οι οποίοι με το νερόν ζωογονούν τα προϊόντα της γης, δεν είναι εύκολον να νοθευθούν με δηλητήρια ή με μετακινήσεις ή κλοπάς, εις την φύσιν όμως του νερού όλα αυτά είναι δυνατόν να γίνουν. Διά τούτο βεβαίως απαιτείται υπερασπιστής νόμος. Λοιπόν ας υπάρχη ο εξής νόμος περί αυτού. Αν κανείς νοθεύη εκ προαιρέσεως ξένον νερόν είτε της πηγής είτε και αποθηκευμένον με φάρμακα ή με σκαψίματα ή με κλοπάς, τότε όστις ζημιώνεται ας τον εγκαλή εμπρός εις τους αστυνόμους, και ας ορίζη την αξίαν της βλάβης· εάν δε κανείς καταδικασθή ότι βλάπτει κάποιον με δηλητηριάσεις, εκτός του προστίμου, ας καθαρίση τας πηγάς ή το αγγείον του νερού, όπως ορίζουν οι νόμοι των ερμηνευτών ότι πρέπει να γίνεται η κάθαρσις από τον καθένα.
Όσον δε διά την συγκομιδήν όλων των προϊόντων, ας επιτρέπεται εις τον επιθυμούντα να μετακομίζη διά παντός τόπου τα ιδικά του, όταν ή διόλου δεν ζημιώνη κανένα, ή κερδίζη ο ίδιος τριπλάσιον κέρδος από την ζημίαν του γείτονος. Εις αυτά δε πραγματογνώμονες να είναι οι άρχοντες και δι' όλα τα άλλα όσα κανείς εκ προθέσεως βλάπτει άλλον άνευ της αδείας του διά της βίας ή κρυφίως ή τον ίδιον ή κάτι τι ιδικόν του με τα ιδικά του κτήματα. Όλα τα παρόμοια αφού τα αποδείξη εις τους άρχοντας, ας τον τιμωρήση, αν η βλάβη είναι έως τρεις μνας. Εάν όμως υπάρχη καμμία μεγαλιτέρα καταγγελία του ενός κατά του άλλου, ας παρουσιάση την δίκην εμπρός εις τα κοινά δικαστήρια και ας τιμωρήση τον αδικούντα. Εάν δε κανείς από τους άρχοντας φανή ότι με άδικον γνώμην αποφασίζει τας τιμωρίας, ας είναι υπόδικος του ζημιωθέντος διά τα διπλάσια. Τα δε αδικήματα των αρχόντων εις εκάστην δίκην όστις θέλει ας τα εφεσιβάλλη εις τα κοινά δικαστήρια. Επειδή δε είναι χιλιάδες των χιλιάδων και μικροί οι νόμοι, συμφώνως με τους οποίους πρέπει να γίνωνται αι τιμωρίαι, και ως προς την έναρξιν της δίκης και ως προς τας προσκλήσεις και τους κλητήρας, είτε με δύο είτε με οσουσδήποτε είναι ανάγκη να προσκληθούν, και ως προς όλα τα παρόμοια, ούτε ανομοθέτητα είναι δυνατόν να μείνουν, ούτε όμως άξια γέροντος νομοθέτου είναι αυτά, αλλά οι νέοι ας νομοθετήσουν αυτά συμφώνως με τα προηγούμενα νομοθετήματα, μιμούμενοι με τα μικρά τα μεγάλα και γνωρίζοντες την υποχρεωτικήν αυτών ανάγκην έως ότου να φανούν ότι είναι αρκετοί οι νόμοι. Τότε δε πλέον ας τους καταστήσουν αμετακινήτους και ας ζουν πλέον έχοντες αυτούς ως μέτρον.
Ως προς δε τους άλλους τεχνίτας πρέπει να γίνη το εξής. Πρώτον μεν κανείς εντόπιος ας μη καταγίνεται εις τα τεχνικά επαγγέλματα, ούτε δούλος ανδρός εντοπίου. Διότι έχει αρκετήν τέχνην και έχουσαν ανάγκην πολλής ασκήσεως και πολλής διδασκαλίας συγχρόνως ο πολίτης όστις προσπαθεί να διασώση την κοινήν διακόσμησιν της πόλεως και να την αποκτήση, πράγμα το οποίον δεν πρέπει να εκτελήται παρέργως. Δύο όμως επιτηδεύματα ή δύο τέχνας να εκτελή με ακρίβειαν σχεδόν δεν είναι ικανή καμμία ανθρωπίνη φύσις, ούτε πάλιν την μίαν να εκτελή ο ίδιος επαρκώς, διά δε την άλλην να επιθεωρή άλλον ο οποίος την εκτελεί. Αυτό λοιπόν πρέπει πρώτον να υπάρχη εις την πόλιν. Δηλαδή κανείς σιδηρουργός ας μην είναι συγχρόνως και κτίστης ούτε πάλιν κτίστης να επιστατή εις άλλους σιδηρουργούς περισσότερον παρά εις την ιδικήν του τέχνην, προφασιζόμενος ότι, επειδή επιστατεί εις πολλούς δούλους, οι οποίοι εργάζονται δι' αυτούς, ευλόγως φροντίζει περισσότερον δι' αυτούς, διότι από αυτούς έχει περισσότερα εισοδήματα παρά από την τέχνην του, αλλά μίαν τέχνην να έχη έκαστος πολίτης και από αυτήν να αποκτά τα προς το ζην. Αυτόν λοιπόν τον νόμον ας τον λεπτουργήσουν και ας τον διαφυλάττουν οι αστυνόμοι, και τον μεν εντόπιον, εάν έχη περισσοτέραν κλίσιν εις καμμίαν τέχνην παρά εις την άσκησιν της αρετής, ας τον τιμωρούν με προσβολάς και με στερήσεις τιμών, έως ότου να λάβη ευθύν δρόμον, εάν δε κανείς από τους ξένους επαγγέλλεται δυο τέχνας, να τον τιμωρούν με δεσμά και με πρόστιμα χρηματικά και με εξορίας από την πόλιν και ας τον αναγκάζουν να έχη μίαν ιδιότητα και όχι πολλάς. Διά δε τον μισθόν αυτών και τας εργολαβίας και εάν άλλος κανείς αυτούς ή αυτοί κανένα άλλον προσπαθήσουν να αδικήσουν, διά ποσόν μεν έως πενήντα δραχμών ας τους δικάζουν οι αστυνόμοι, διά περισσότερα όμως από αυτό ας δικάζουν τα κοινά δικαστήρια συμφώνως με τον νόμον.
Φόρον δε κανείς να μη πληρώνη εις την πόλιν ούτε διά τα εξαγόμενα πράγματα ούτε διά τα εισαγόμενα. Διά δε το θυμίαμα και όσα άλλα είναι αποικιακά αρωματικά και την πορφύραν και όλα τα χρώματα διά την βαφήν όσα δεν παράγει ο τόπος, ή διά καμμίαν άλλην τέχνην, η οποία έχει ανάγκην εισαγωγής πραγμάτων του εξωτερικού, χωρίς καμμίαν επείγουσαν ανάγκην ούτε να εισάγη κανείς ούτε καλόν να εξάγη τίποτε από όσα είναι ανάγκη να μείνουν εντός του τόπου. Δι' όλα δε αυτά πάλιν να είναι πραγματογνώμονες και επιμεληταί από τους νομοφύλακας, αφού αφαιρεθούν οι πέντε γεροντότεροι, οι άλλοι δώδεκα. Διά δε τον πόλεμον και διά τα πολεμικά όργανα, εάν χρειάζεται ή καμμία τέχνη να εισαχθή ή κανέν φυτόν ή μεταλλικόν αντικείμενον, ή δεσμευτικόν ή κανέν ζώον κατάλληλον εις τοιαύτην χρήσιν, ας είναι πληρεξούσιοι διά την εισαγωγήν και εξαγωγήν τούτων οι ίππαρχοι και οι στρατηγοί, συγχρόνως όμως θα τους δίδη την άδειαν και θα τα παραδέχεται η πόλις, νόμους δε αρμοδίους δι' αυτά θα θεσπίσουν αρκετούς οι νομοφύλακες. Καπηλεία όμως προς κερδοσκοπίαν ούτε αυτού του πράγματος ούτε άλλου κανενός να μη γίνεται ούτε εις την χώραν ούτε εις την πόλιν.
Διά την τροφήν δε και την διανομήν των προϊόντων της χώρας εάν ορισθή το ορθόν συμφώνως κάπως με τον Κρητικόν νόμον, θα είναι καλόν. Δηλαδή το όλον της παραγωγής των δώδεκα τμημάτων της χώρας πρέπει να το μοιρασθούν όλοι καθώς και θα εξοδεύεται.
Έκαστον δε από αυτά τα δωδέκατα, λόγου χάριν του σίτου και της κριθής και συμφώνως με αυτά και όλα τα άλλα διανεμόμενα προϊόντα και όλα τα ζώα όσα έχει έκαστος προς πώλησιν, ας διαιρεθούν εις τρία ίσα μέρη, και το έν μεν μέρος ας προορισθή διά τους ελευθέρους, το άλλο διά τους δούλους αυτών και το τρίτον διά τους εργάτας και γενικώς τους ξένους, και αν κανείς από τους διαμένοντας προσωρινώς χρειάζεται τροφήν και όσοι έρχονται διά καμμίαν υπόθεσιν της πόλεως ή κανενός ιδιώτου, από όλα τα αναγκαιούντα το έν τρίτον μόνον ας είναι υποχρεωτικώς προς πώλησιν, από δε τα άλλα δύο τρίτα τίποτε να μην είναι υποχρεωτικόν να πωληθή. Πώς λοιπόν ημπορούν αυτά να μοιρασθούν όσον το δυνατόν ορθότερον; Πρώτον είναι βεβαίως φανερόν ότι άλλοτε μοιράζομεν ίσα και άλλοτε όχι ίσα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως είναι επόμενον άλλα από αυτά να τα παράγη η γη καλλίτερα και άλλα χειρότερα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν από αυτά τα τρία μέρη κανέν ας μην είναι μεγαλίτερον ούτε το διδόμενον εις τους κυρίους ή εις τους δούλους ούτε πάλιν το προωρισμένον διά τους ξένους, αλλά η διανομή ας αποδίδη εις όλους την ισότητα της ομοιότητος. Αφού όμως έκαστος πολίτης λάβη τα δύο τρίτα, ας είναι πληρεξούσιος πώς θα μοιράση εις τους δούλους και τους ελευθέρους, δηλαδή ας μοιράζη όσα θέλει και όποια θέλει. Το δε πλεόνασμα τούτων πρέπει να μοιράζεται με μέτρα και με αριθμόν κατά τον εξής τρόπον, δηλαδή αφού γίνουν ίσα με τον αριθμόν όλων των ζώων όσα τρέφονται από την γην, να τα μοιράζωμεν. Κατόπιν δε πρέπει δι' έκαστον να ορισθούν χωρισταί κατοικίαι. Αρμόζει δε εις αυτά η εξής τάξις.
Πρέπει να υπάρχουν δώδεκα προάστια ανά έν εις το μέσον εκάστου δωδεκατημορίου, εις έκαστον δε προάστιον πρώτον μεν να χωρισθούν τα ιερά και η αγορά των θεών και των ακολούθων των θεών δαιμόνων, είτε αυτοί είναι κάποιοι εντόπιοι των Μαγνήτων (13) είτε ιδρύματα κανενός άλλου λαού αναφερομένου από την ιστορίαν, αποδίδοντες εις αυτούς τας τιμάς των παλαιών ανθρώπων. Της δε Εστίας και του Διός και της Αθηνάς και όστις θεός από τους άλλους είναι αρχηγός του σχετικού δωδεκατημορίου, να ιδρυθούν παντού ιερά. Πρώτον δε να κτισθούν κατοικίαι πλησίον αυτών των ιερών, όπου είναι υψηλότερον το μέρος, διά να είναι όσον το δυνατόν ασφαλής καταφυγή των φρουρών. Όλην δε την άλλην χώραν να την μοιράσουν εις τους τεχνίτας διαιρουμένους εις δεκατρία μέρη. Και το μεν έν μέρος να κατοικήση εντός της πόλεως, αφού και αυτό μοιρασθή πάλιν εις τα δώδεκα μέρη της πόλεως, εγκαθιστάμενον απ' έξω και κυκλικώς, εις έκαστον δε προάστιον να συνοικισθούν τα κατάλληλα διά τους γεωργούς γένη των τεχνιτών. Επιμεληταί δε αυτών θα είναι οι άρχοντες εκ των αγρονόμων, και θα φροντίζουν πόσους και ποίους χρειάζεται έκαστος τόπος και πού αν κατοικήσουν θα είναι ολιγώτερον οχληροί και περισσότερον ωφέλιμοι εις τους γεωργούς. Εντός δε της πόλεως θα έχουν την ανάλογον επιμέλειαν οι άρχοντες εκ των αστυνόμων.
Τόρα δε εις τους αγορανόμους ανήκει να φροντίζουν διά τα καθέκαστα της αγοράς. Η δε δευτέρα φροντίς αυτών κατόπιν από την επιθεώρησιν των ιερών της αγοράς μήπως τα έβλαψε κανείς, θα είναι να επιθεωρούν τας πράξεις των ανθρώπων επιβλέποντες την σωφροσύνην και την υβριστικότητα και τιμωρούντες τον έχοντα ανάγκην τιμωρίας.
Από δε τα οψώνια πρώτον μεν να προσέχουν αν, όσα ωρίσθησαν να πωλούν οι πολίται εις τους ξένους, γίνονται συμφώνως με τον νόμον. Ο δε νόμος είναι, την πρώτην εκάστου μηνός όποιον μέρος είναι προωρισμένον να πωληθή εις τους ξένους να το εξάγουν όσοι αντιπρόσωποι υπάρχουν διά τους πολίτας ξένοι ή δούλοι, και πρώτον το δωδεκατημόριον του σίτου. Οι δε ξένοι δι' όλον τον μήνα θα αγοράσουν τον σίτον και όσα πωλούνται εις την αγοράν του σίτου την πρώτην του μηνός. Την δε δεκάτην του μηνός ας κάμνουν διά τα υγρά εκείνοι μεν πώλησιν, αυτοί δε αγοράν αρκετήν δι' όλον τον μήνα. Την δε εικοστήν ας γίνεται αγορά των ζώων όσα έχει ανάγκην έκαστος να πωλήση ή να αγοράση ο ίδιος, και όσα σκεύη ή πράγματα οι μεν γεωργοί θα τα πωλήσουν, λόγου χάριν δέρματα ή οποιαδήποτε ενδύματα, ή πλέγματα, ή συμπιλήματα, ή άλλα παρόμοια, οι δε ξένοι να τα αγοράσουν από άλλους που έχουν.
Καπηλικαί δε πωλήσεις τούτων ή της κριθής ή του σίτου, τα οποία εμοιράσθησαν ως τροφή, και όλης της άλλης τροφής των αστών ας μη γίνωνται εις τους δούλους, ούτε να αγοράζωνται από κανένα τοιούτον, εις δε τας αγοραπωλησίας των ξένων ο ξένος ας πωλή εις τους τεχνίτας και τους δούλους αυτών, και ας πωλούν λιανικώς τον οίνον και τον σίτον, το οποίον ακριβώς οι περισσότεροι το ονομάζουν καπηλείαν, και από τα διαμοιρασθέντα ζώα οι κρεοπώλαι ας πωλούν εις τους ξένους και τους τεχνίτας και τους δούλους αυτών. Όλην δε την καύσιμον ύλην ας αγοράζη ο ξένος όταν θέλη καθ' ημέραν εις μεγάλα μεν ποσά από τους αντιπροσώπους των προαστίων, αυτός δε ας πωλή εις τους ξένους, όσον θέλει και όταν θέλη. Όλα δε τα άλλα πράγματα και σκεύη όσα χρειάζεται έκαστος, να τα πωλούν μετακομίζοντες εις την κοινήν αγοράν εκάστου τόπου, και όπου νομίσουν κατάλληλον οι νομοφύλακες και οι αγορανόμοι μαζί με τους αστυνόμους ας ορίσουν θέσεις καταλλήλους διά τα οψώνια. Και εις αυτά τα μέρη να ανταλλάσσουν νόμισμα με πράγμα και πράγμα με νόμισμα, χωρίς κανείς να κάμη την ανταλλαγήν με πίστωσιν.
Όστις δε κάμνει πίστωσιν, είτε εισπράξη είτε όχι, να μένη ευχαριστημένος, διότι δεν υπάρχει δίκη διά τοιαύτας συναλλαγάς. Το δε αγορασθέν ή πωληθέν αν είναι περισσότερον και με περισσοτέραν τιμήν από την οριζομένην από τον νόμον, ο οποίος ορίζει τα όρια και διά τα δύο αυτά, τότε πλέον ας αναγραφή εις τα βιβλία των νομοφυλάκων το πλεόνασμα και ας εξαλείφεται το έλλειμμα.
Τα ίδια δε ας γίνωνται και ως προς την καταγραφήν της περιουσίας των μετοίκων. Ας προβαίνη δε εις την μετοίκισιν όστις θέλει με τας ρητάς συμφωνίας, ότι δηλαδή επιτρέπεται εις τον επιθυμούντα και δυνάμενον από τους ξένους να μετοικίση, εάν έχη τέχνην και μένη εις τον τόπον όχι περισσότερα από είκοσι έτη, αφ' ότου εγγραφή. Μετοίκιον δε να μη πληρώνη ούτε το ελάχιστον, παρά μόνον να είναι σώφρων, ούτε πάλιν άλλον φόρον διά καμμίαν αγοράν ή πώλησιν. Όταν δε συμπληρωθούν τα έτη, να λάβη την περιουσίαν του και να φύγη. Εάν δε εις αυτά τα έτη τού συμβή να κριθή ως εξυπηρετήσας καλώς τα συμφέροντα της πόλεως, και έχη πεποίθησιν ότι θα καταπείση την βουλήν και την συνέλευσιν του λαού και ζητήση ή να εγκριθή κάποια προθεσμία διά την αναχώρησίν του ή εντελώς να μείνη εις όλην του την ζωήν, ας παρουσιασθή και ας πείση την πόλιν εις ό,τι ζητεί και τότε αυτά ας εκτελεσθούν. Εις δε τους παίδας των μετοίκων, οι οποίοι είναι τεχνίται και έφθασαν εις το δέκατον πέμπτον έτος της ηλικίας των, της μεν μετοικίας ο χρόνος ας αρχίζη από αυτό το δέκατον πέμπτον έτος, κατόπιν δε, αφού διαμείνη (ο μέτοικος) είκοσιν έτη, ας υπάγη όπου αγαπά, εάν δε θέλη να μείνη, ας μείνη με τους ιδίους όρους. Όστις δε απέρχεται ας εξαλείφη την καταγραφήν της περιουσίας του, η οποία υπάρχει προηγουμένως εις τα βιβλία των αρχόντων.
ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατόπιν δε από αυτά συμφώνως με όλας τας προηγουμένας πράξεις είναι φυσικόν να τακτοποιηθούν διά νόμων αι δίκαι. Και λοιπόν όσον διά τα ζητήματα, διά τα οποία πρέπει να γίνωνται δίκαι, άλλα μεν ελέχθησαν, δηλαδή ως προς την γεωργίαν και τα συναφή με αυτήν, τα δε σπουδαιότερα δεν ελέχθησαν ακόμη, αλλά ποίαν τιμωρίαν πρέπει να λαμβάνη το καθέν χωριστά και εις ποίους δικαστάς να υπάγεται, δι' αυτά τόρα πλέον θα ομιλήσωμεν κατόπιν εκείνων.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως είναι κάπως εντροπή όλα να τα ορίζωμεν νομοθετικώς, όσα πρόκειται να νομοθετήσωμεν τόρα διά την τοιαύτην πόλιν, η οποία φρονούμεν ότι θα κατοικηθή καλώς και θα απολαύση όλην την ορθότητα εις την εξάσκησιν της αρετής. Διότι εις τοιαύτην πόλιν και κατ' αρχήν ακόμη είναι κάπως εντροπή, καθώς είπα, να υποθέσωμεν ότι ημπορεί να γεννηθή κανείς μετέχων της μοχθηρίας των πολιτών των άλλων πόλεων, ώστε να χρειασθή προληπτική και απειλητική νομοθεσία, εάν ευρεθή κανείς, ως να υπάρχη φόβος να γεννηθή κανείς τοιούτος, και διά να τον αποτρέψωμεν και διά να τιμωρήσωμεν τας εκτελεσθείσας παρανομίας. Επειδή όμως ημείς δεν νομοθετούμεν καθώς οι παλαιοί νομοθέται ενομοθέτουν διά τους παίδας των θεών, δηλαδή τους ήρωας, καθώς λέγει η παράδοσις, οι οποίοι κατήγοντο από θεούς, ούτε δι' άλλους γεννηθέντας από θεούς, αλλά είμεθα άνθρωποι και εις ανθρώπων σπέρματα νομοθετούμεν προς το παρόν, δεν είναι βλασφημία να φοβούμεθα, μήπως γεννηθή κανείς μεταξύ των συμπολιτών μας κάπως αιμοβόρος, ο οποίος να είναι εις τοιούτον βαθμόν σκληρός, ώστε να μη κάμπτεται και καθώς εκείνα τα γνωστά σπέρματα δεν λυώνουν εις το πυρ ομοίως και αυτός να μην αναλύεται εις δάκρυα από τους νόμους, οι οποίοι είναι τόσον αυστηροί. Δι' αυτούς λοιπόν θα ορίσω ίσως όχι ευχάριστον νόμον πρώτον περί της ιεροσυλίας, αν κανείς τολμήση να πράξη τούτο. Και διά τον πολίτην μεν όστις ανετράφη ορθώς ούτε επιθυμούμεν, ούτε είναι πιθανόν τόσον πολύ να πάθη αυτήν την ασθένειαν, ίσως όμως οι δούλοι αυτού και οι ξένοι και οι δούλοι των ξένων δοκιμάσουν πολλά τοιαύτα. Διά τούτους λοιπόν κυρίως, ουχ ήττον όμως και φοβούμενος την αδυναμίαν όλης της ανθρωπίνης φύσεως θα ειπώ τον νόμον περί της ιεροσυλίας και των ομοίων άλλων όσα είναι δυσκολοθεράπευτα και ανίατα νοσήματα.
Αλλά πρέπει να ειπούμεν προοίμια όσον το δυνατόν σύντομα εις όλους αυτούς τους νόμους συμφώνως προς την προηγηθείσαν εξήγησιν. Τα εξής δε ημπορεί κανείς να ειπή προς τον τοιούτον συνομιλών και συμβουλεύων αυτόν, τον οποίον σκανδαλίζει κακή επιθυμία όλην την ημέραν και τον εξυπνά την νύκτα και τον παρακινεί να υπάγη εις κάποιον ναόν διά να ιεροσυλήση: Αγαπητέ μου, δεν είναι ανθρώπινον κακόν ούτε θείον αυτό το οποίον σε προτρέπει να υπάγης εις την ιεροσυλίαν, αλλά κάποιον μικρόβιον λύσσης εμφυτευόμενον εις τους ανθρώπους κληρονομικώς αλιτήριον από παλαιάς και ανεξιλεώτους παρανομίας, το οποίον πρέπει να προσέχη έκαστος με όλην την δύναμίν του. Αλλά ποία είναι η αποφυγή αυτού; Άκουσε. Όταν σου έρχεται καμμία τοιαύτη σκέψις, τρέξε εις τους εξορκισμούς. Πήγαινε ικέτης εις τους ναούς των αποτρεπτικών θεών, πήγαινε εις τας συναναστροφάς των ανδρών των φημιζομένων εις την πόλιν μας ως αγαθών, και άλλα μεν άκουε, άλλα δε προσπάθησε να τα ειπής ο ίδιος, ότι δηλαδή πρέπει έκαστος να τιμά τα καλά και τα δίκαια. Τας δε συναναστροφάς των κακών απόφευγε ανεπιστρεπτί. Και όταν κάμης αυτά, εάν μεν ελαφρύνεται η ασθένειά σου, καλά, ειδεμή, θεωρήσας καλλίτερον τον θάνατον, ελευθερώσου από την ζωήν.
Εις αυτά τα προοίμια που ψάλλομεν ημείς διά τους συλλογιζομένους όσα είναι έργα ανόσια και πολιτοφθόρα, όταν μεν κανείς υπακούη, ο νόμος πρέπει να σιωπήση, όταν όμως δεν υπακούη, τότε πρέπει να του φωνάξη δυνατά. Όστις όμως συλληφθή ιερόσυλος, εάν μεν είναι δούλος ή ξένος, ας γραφή εις το πρόσωπον και εις τας χείρας του το έγκλημά του και ας δαρή όσον κρίνουν οι δικασταί και ας διωχθή έξω από τα σύνορα της χώρας γυμνός. Διότι είναι πιθανόν, εάν τιμωρηθή ούτω πως, να γίνη καλλίτερος, σωφρονιζόμενος. Διότι δεν γίνεται καμμία καταδίκη προς το κακόν, όταν γίνεται συμφώνως με τον νόμον, αλλά κατορθώνει έν από τα δύο. Ή δηλαδή κάμνει καλλίτερον τον υφιστάμενον την καταδίκην ή ολιγώτερον κακόν. Εάν δε κανείς πολίτης ευρεθή να πράξη ποτέ κανέν τοιούτον, δηλαδή προς τους θεούς ή προς τους γονείς του ή προς την πόλιν να κάμη καμμίαν από τας ακατονομάστους παρανομίας, αυτόν πλέον ας τον θεωρή ο δικαστής ως αθεράπευτον, λαμβάνων υπ' όψιν ποίαν εκπαίδευσιν και ανατροφήν από την παιδικήν του ηλικίαν έλαβε και όμως δεν απέφυγε τα μέγιστα κακά. Ως καταδίκη λοιπόν δι' αυτόν ο θάνατος είναι το μικρότερον κακόν, τους άλλους όμως θα ωφελήση το παράδειγμά του, εάν δυσφημισθή και εξαφανισθή έξω από τα σύνορα της χώρας. Εις τα τέκνα του δε και εις την γενεάν του, εάν μεν παραιτήσουν τας πατρικάς των έξεις, ας υπάρχη δόξα και διάδοσις έντιμος, ότι καλώς και ανδροπρεπώς από το κακόν έφυγαν εις το αγαθόν.
Να δημευθούν δε τα πράγματα κανενός από αυτούς διά την πόλιν δεν είναι ορθόν, εις την οποίαν πρέπει οι ίδιοι και ίσοι κλήροι να διατηρούνται διαρκώς. Δι' αυτό, όταν κανείς θεωρηθή άξιος να καταδικασθή εις πρόστιμον, το πληρώνη όσον υπάρχει κανέν περίσσευμα εις τον επιδικασθέντα εις αυτόν κλήρον, όχι όμως περισσότερον. Την δε ακρίβειαν ως προς αυτά ας την προσέχουν οι νομοφύλακες από τας καταγραφάς και ας πληροφορούν περί της πραγματικής καταστάσεως τους δικαστάς, διά να μη στερηθή κανείς τον κλήρον του από έλλειψιν χρημάτων. Εάν δε κανείς θεωρηθή άξιος μεγαλιτέρου προστίμου, εάν τυχόν δεν είναι πρόθυμοι κάποιοι φίλοι του να εγγυηθούν και να συμπληρώσουν το ποσόν, διά να τον ελευθερώσουν, ας τιμωρηθή με δεσμά πολυετή και επιδεικτικά και με προπηλακισμούς.
Κανείς όμως πολίτης να μη στερήται ποτέ τα πολιτικά δικαιώματα διά καμμίαν παρανομίαν ούτε να εξορίζεται, αλλά εις θάνατον να καταδικάζεται ή εις δεσμά ή εις ξυλοκόπημα ή εις καθίσματα προσβλητικά ή στάσεις ή εξωκλησιασμούς ή χρημάτων πληρωμάς, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Δικασταί δε ας είναι διά τον θάνατον οι νομοφύλακες και το κατ' εκλογήν εκ των περυσινών αρχόντων αποτελούμενον δικαστήριον. Τας δε καταγγελίας τούτων και τας προσκλήσεις μαρτύρων και όσα παρόμοια πρέπει να γίνωνται, αυτά πρέπει να τα φροντίσουν οι νεώτεροι νομοθέται.
Ιδικόν μας όμως έργον είναι να νομοθετήσωμεν την χρήσιν της ψήφου. Εκάστη λοιπόν ψήφος πρέπει να δίδεται φανερά, έμπροσθεν δε, του κατηγόρου και του κατηγορουμένου, ακριβώς εις το στόμα των, ας κάθηνται οι δικασταί κατά σειράν ηλικίας, όλοι δε οι πολίται όσοι έχουν σχόλην ας είναι προσεκτικοί ακροαταί των τοιούτων δικών. Να εκφωνή δε ένα λόγον πρώτον ο κατήγορος και έπειτα ο κατηγορούμενος. Κατόπιν δε από αυτούς τους λόγους να αρχίζη να ερωτά ο γεροντότερος, εισερχόμενος λεπτομερώς εις την εξέτασιν των λεχθέντων, κατόπιν δε του γεροντοτέρου όλοι οι άλλοι κατά σειράν ηλικίας να ερωτήσουν δι' οτιδήποτε περί των δύο αντιδίκων έχουν απορίαν από όσα ελέχθησαν ή δεν ελέχθησαν. Όστις δε δεν έχει απορίαν ας παραδίδη εις άλλον την σειράν. Από δε τας ερωτήσεις αφού επισφραγίσουν όσας νομίσουν ως κυριωτέρας, θέτοντες εις το έγγραφον τας σφραγίδας όλων των δικαστών, να το τοποθετήσουν εις την εστίαν και πάλιν την επομένην ημέραν να συνεδριάσουν και ομοίως ανακρίνοντες να τελειώσουν την δίκην και να θέσουν πάλιν τας σφραγίδας εις τα λεχθέντα. Και, αφού το εκτελέσουν αυτό τρεις φοράς και αποκτήσουν αποδείξεις και μαρτυρίας αρκετάς, να δώση έκαστος ιεράν ψήφον και να υποσχεθή εμπρός εις την Εστίαν όσον είναι δυνατόν ότι θα δικάση δικαίως και ούτω πως να δώση τέλος εις αυτήν την δίκην.
Κατόπιν δε από τους θεούς έρχονται τα εγκλήματα προς κατάλυσιν του πολιτεύματος. Δηλαδή όστις διά να αναδείξη άρχοντα ένα άνθρωπον υποδουλώνει τους νόμους και κάμνει την πόλιν να παρασύρεται από σωματεία, και ακριβώς εκτελεί τούτο εκβιαστικώς και διεγείρει φατριασμούς παρανόμως, αυτόν πρέπει να τον θεωρούμεν ως τον μεγαλίτερον εχθρόν της πόλεως. Όστις δε δεν μετέχει μεν κανενός τοιούτου, κατέχει όμως ανώτερα αξιώματα εις την πόλιν και, είτε είναι εν γνώσει είτε εν αγνοία, δεν έχει το θάρρος να υπερασπισθή την πατρίδα του, αυτόν πρέπει να τον θεωρούμεν κατά δεύτερον λόγον κακόν πολίτην. Πας δε ανήρ οσονδήποτε και αν είναι μικρός, ας καταγγέλλη εις τας αρχάς και ας εγκαλή εις δίκην εκείνον όστις σχεδιάζει κρυφίως την βιαίαν και παράνομον μεταβολήν του πολιτεύματος. Δικασταί δε ας γίνουν εις αυτούς καθώς και εις τους προηγουμένους, η δε πλειονοψηφούσα γνώμη ας επιβάλλη τον θάνατον. Με μίαν δε λέξιν τα αίσχη του πατρός και αι καταδίκαι των παίδων να μην επιβαρύνουν κανένα, εκτός εάν κανενός και ο πατήρ και ο πάππος και ο πατήρ του πάππου κατεδικάσθησαν εις θάνατον. Αυτούς δε η πόλις με όλην των την περιουσίαν εκτός μόνον όσον στοιχίζει ο κλήρος των, ας τους αποστέλλη εις την παλαιάν των πατρίδα και πολιτείαν. Όσοι δε πολίται έχουν τέκνα περισσότερα του ενός όχι κατώτερα των δέκα ετών, να εκλέξουν με κλήρον δέκα από αυτά, όσα κρίνει ο πατήρ ή ο πάππος ή από τον πατέρα ή από την μητέρα, και των κληρωθέντων τα ονόματα να τα στείλουν εις τους Δελφούς. Όποιον δε εκλέξη ο θεός, αυτόν να εγκαταστήσουν κληρονόμον εις τον ορφανικόν οίκον με αισιωτέραν τύχην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τρίτον δε ας υπάρχη όμοιος νόμος και ως προς το ποίοι θα είναι δικασταί, και ποίος ο τρόπος της διαδικασίας, δι' όσους κανείς εγκαλεί εις το δικαστήριον διά προδοσίαν. Ας είναι δε όμοιος αυτός ο νόμος με τους προηγουμένους και ως προς την διαμονήν των εγγόνων των ή την εκδίωξιν αυτών από την πατρίδα εξ ίσου και διά τον προδότην καθώς διά τον ιερόσυλον και τον ανατρέποντα διά της βίας τους νόμους της πατρίδος.
Διά δε τον κλέπτην είτε κλέπτει τίποτε σπουδαίον είτε κανέν μικρόν πράγμα, είς νόμος ας είναι και μία καταδίκη δι' όλους. Δηλαδή το κλοπιμαίον πρώτον πρέπει να το πληρώση εις το διπλάσιον, εάν καταδικασθή κανείς εις την τοιαύτην δίκην, και αν έχη αρκετήν άλλην περιουσίαν έξω από τον κλήρον του διά να πληρώση, εάν δε δεν έχη, να δεθή έως ότου να πληρώση ή να συμβιβασθή με τον αντίδικόν του. Εάν δε κατεδικάσθη δημοσία διά κλοπήν, εάν καταπείση την πόλιν ή πληρώση το κλοπιμαίον εις το διπλάσιον, ας ελευθερωθή από τα δεσμά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς δηλαδή εννοούμεν, Ξένε μου, ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν διά τον κλέπτην αν έκλεψε μεγάλο ή μικρό πράγμα και αν έκλεψε από τα ιερά και όσια και όσα άλλα είναι ανόμοια ως προς την κλοπήν, διά τα οποία, ακριβώς διότι είναι ανόμοια, πρέπει ο νομοθέτης να εφαρμόζη όχι ομοίας τιμωρίας;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ λαμπρά, φίλε Κλεινία, σχεδόν ως υπνοβάτην με προσέκρουσες και με εσταμάτησες, και μάλιστα μου ενθύμισες πράγματα, τα οποία και εγώ προηγουμένως τα εσκέφθην, ότι δηλαδή τα διάφορα νομοθετήματα ποτέ δεν έγιναν με ορθόν τρόπον, διά να εκφρασθώμεν ούτω πως. Αλλά τόρα πώς το εννοούμεν και αυτό; Δεν ήτο κακή η παρομοίωσίς μας, όταν παρωμοιάσαμεν τους σήμερον δεχομένους νομοθεσίας προς δούλους ιατρευομένους από δούλους. Δηλαδή πρέπει να γνωρίζωμεν καλά, ότι, αν κάποτε κανείς ιατρός από τους μεταχειριζομένους εμπειρικά φάρμακα χωρίς να δίδουν εξηγήσεις συναντήση ελεύθερον ιατρόν εξηγούμενον εις ελεύθερον ασθενή, και ιδή ότι σχεδόν μεταχειρίζεται φιλοσοφίαν ολόκληρον εις τας οδηγίας του, και ότι αρχίζει από την αρχήν την ιστορίαν της ασθενείας και ερευνά ολόκληρον την φυσιολογίαν του σώματος, γρήγορα και δυνατά θα γελάση και δεν θα ειπή άλλο τίποτε παρά αυτά που έχουν πάντοτε πρόχειρα οι περισσότεροι από αυτούς τους θεωρουμένους ως ιατρούς. Δηλαδή θα ειπή, μωρέ άνθρωπε, συ δεν ιατρεύεις τον ασθενή, αλλά σχεδόν τον διδάσκεις, ως να έχη ανάγκην να γίνη ιατρός και όχι υγιής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λοιπόν, εάν τα ειπή αυτά, δεν θα έχη δίκαιον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ πιθανόν, αλλά μόνον εάν συγχρόνως σκεφθή ότι όστις συζητεί περί νόμων, καθώς ημείς τόρα, αυτός εκπαιδεύει τους πολίτας, αλλά δεν νομοθετεί. Και λοιπόν άραγε και αυτό δεν θα είχαμεν δίκαιον να το ειπούμεν ημείς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ
Ίσως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ημείς όμως έχομεν έν ευτύχημα προς το παρόν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το ότι δεν έχομεν καμμίαν απόλυτον ανάγκην να νομοθετήσωμεν πραγματικώς, αλλά απλώς να σκεφθώμεν περί όλου του πολιτεύματος και να προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν ποίον είναι το καλλίτερον και το αναγκαιότερον, και με ποίον τρόπον ημπορεί να εφαρμοσθή καλλίτερον. Και ακριβώς τόρα, καθώς φαίνεται, εάν θέλωμεν, έχομεν καιρόν να εξετάσωμεν το καλλίτερον, ειδεμή, το αναγκαιότερον ως προς τους νόμους. Λοιπόν ας προτιμήσωμεν όποιο μας αρέσει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Γελοία, καλέ Ξένε, είναι η προβαλλομένη εκλογή μας, και κυριολεκτικώς θα εγινόμεθα όμοιοι προς νομοθέτας, τους οποίους εκυρίευσε κάποια υπερβολική μανία πλέον διά να τελειώσουν την νομοθεσίαν, ως να μην είναι δυνατόν να την αναβάλλουν διά την αύριον. Και όμως ημείς δόξα τω θεώ έχομεν καιρόν καθώς οι λιθολόγοι (πετράδες) ή όσοι αρχίζουν κάποιαν άλλην συλλογήν ύλης, να ξεφορτώσωμεν άφθονα υλικά, και από αυτά να εκλέξωμεν τα κατάλληλα διά το σύστημα το οποίον πρόκειται να κατασκευάσωμεν, και μάλιστα να εκλέξωμεν με την ησυχίαν μας. Λοιπόν τόρα ας θεωρήσωμεν τον εαυτόν μας ότι είμεθα όχι υποχρεωτικώς οικοδόμοι, αλλά με την ησυχίαν μας ακόμη άλλα μεν ξεχωρίζομεν, άλλα δε τακτοποιούμεν. Ώστε είναι ορθόν πλέον διά τους νόμους μας να ειπούμεν ότι άλλους μεν ορίζομεν, άλλους δε ξεχωρίζομεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως, φίλε Κλεινία, τουλάχιστον θα γίνη φυσικωτέρα η συζήτησίς μας περί των νόμων. Δηλαδή ας εξετάσωμεν, δι' όνομα των θεών, το εξής περί των νομοθετών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Γράμματα βεβαίως, είναι και οι συγγεγραμμένοι λόγοι άλλων πολλών συγγραφέων εις τας διαφόρους πόλεις, αλλά γράμματα είναι και οι λόγοι του νομοθέτου.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς δεν είναι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν άρα γε εις μεν τα συγγράμματα των ποιητών και όλων εν γένει όσοι χωρίς μέτρα ή με μέτρα συνέγραψαν τας αναμνήσεις και τας απεταμίευσαν ως συμβουλάς διά τον βίον πρέπει να προσέχωμεν, εις δε τα συγγράμματα των νομοθετών να μη προσέχωμεν; Ή πολύ περισσότερον εις αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ βεβαίως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και τάχα δεν αρμόζει αποκλειστικώς μάλιστα εις τον νομοθέτην από όλους τους γράφοντας να διδάσκη συμβουλευτικώς περί καλών και αγαθών και δικαίων, ποία είναι και πώς πρέπει να τα εκτελούν όσοι θέλουν να γίνουν ευτυχείς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τότε βεβαίως δεν είναι εντροπή ο Όμηρος και ο Τυρταίος και οι άλλοι ποιηταί να θεσπίζουν εκτενέστερον τον τρόπον της ζωής και των ασχολιών, οι οποίοι τα έγραψαν κακώς, ο δε Λυκούργος και ο Σόλων και όσοι εν γένει ανεδείχθησαν νομοθέται και έγραψαν γραπτούς νόμους να τα θεσπίσουν συντομώτερον; Ή μήπως από όλα τα συγγράμματα εις μίαν πόλιν οι νόμοι πρέπει να αναπτύσσωνται εκτενέστερον καλώς και εξόχως, τα δε συγγράμματα των άλλων να ακολουθούν εκείνους, ειδεμή να είναι καταγέλαστα; Θέλεις να φρονούμεν ούτω πως περί του τρόπου της συγγραφής των νόμων εις τας πόλεις, δηλαδή ως άλλοι πατέρες και μητέρες αγαπώντες αυτούς και νοήμονες να φαίνωνται οι γραπτοί νόμοι, και όχι ωσάν τύραννοι και σατράπαι, δίδοντες διαταγάς και απειλάς, και αφού τους γράψουν εις τους τοίχους να απαλλάσσωνται; Λοιπόν και ημείς τόρα ας σκεφθώμεν αν άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον πρέπει να αποφασίσωμεν να ομιλήσωμεν περί των νόμων, είτε έχομεν την ικανότητα είτε όχι, αλλά τουλάχιστον φαινόμενοι πρόθυμοι. Και όταν βαδίσωμεν με αυτόν τον δρόμον, αν γίνη ανάγκη να πάθωμεν και τίποτε, ας το πάθωμεν. Αλλά είθε να είναι αγαθόν, και, αν θέλη ο θεός, είθε να γίνη κατ' αυτόν τον τρόπον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλά το είπες, και ας κάμωμεν καθώς λέγεις.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν πρώτον καθώς αρχίσαμεν, με ακρίβειαν περί των ιεροσύλων και περί πάσης κλοπής και όλων των αδίκων αποκτημάτων, και δεν πρέπει να δυστροπήσωμεν, εάν εις την σειράν της νομοθεσίας μας άλλα μεν τα εθεσπίσαμεν, άλλα δε τα συζητούμεν ακόμη. Διότι ημείς τόρα γινόμεθα νομοθέται, και δεν είμεθα ακόμη, ίσως όμως να γίνωμεν γρήγορα. Εάν λοιπόν συμφωνήτε δι' όσα είπα να εξετάσωμεν, καθώς είπα, ας τα εξετάσωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είμεθα εντελώς σύμφωνοι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν περί των καλών και των δικαίων, και όλων εν γένει ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν καλά το εξής, δηλαδή πόσον συμφωνούμεν τόρα και πόσον διαφωνούμεν και ημείς μεταξύ μας, οι οποίοι μάλιστα διισχυριζόμεθα, αν όχι άλλο τίποτε, τουλάχιστον ότι διαφέρομεν από τους περισσοτέρους, καθώς και οι περισσότεροι πάλιν μεταξύ των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίας διαφοράς μας σκέπτεσαι λέγων αυτά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ θα προσπαθήσω να σου τας εξηγήσω. Εν γένει ως προς την δικαιοσύνην και τους δικαίους, είτε ανθρώπους είτε πράγματα και πράξεις, όλοι κάπως συμφωνούμεν ότι όλα αυτά είναι καλά, εις τρόπον ώστε διά τους δικαίους ανθρώπους και αν τύχη να είναι σωματικώς άσχημοι, εάν διισχυρίζετο κανείς ως προς το δίκαιον ήθος των τουλάχιστον ότι είναι ωραιότατοι, σχεδόν δεν είναι δυνατόν να φανή ότι ομιλεί δυσαρμονικώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν ορθώς ομιλεί;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ίσως. Ας ιδούμεν όμως, αφού είναι καλά όλα όσα σχετίζονται με την δικαιοσύνην, αν όλων αυτών και τα παθητικά αποτελέσματα είναι ίσα προς τα ενεργητικά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η ενέργεια, όταν είναι δικαία, σχεδόν καθ' όσον μετέχει της δικαιοσύνης, τόσον μετέχει και του καλού.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν και το πάθος, όταν μετέχη του δικαίου, εάν δεχθώμεν ότι γίνεται αναλόγως καλόν, δεν θα είναι σύμφωνος η απάντησίς μας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν όμως παραδεχώμεθα έν πάθημα ότι είναι δίκαιον, αλλά συγχρόνως και ότι είναι άσχημον, δεν θα διαφωνήσουν το δίκαιον και το καλόν, αφού έγιναν δεκτά τα δίκαια ως ασχημότατα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το είπες αυτό;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι δύσκολον να το εννοήσης. Δηλαδή οι ολίγον προηγουμένως θεσπισθέντες από ημάς νόμοι ημπορούν να νομισθούν ότι συμβουλεύουν όλως διόλου τα αντίθετα από όσα λέγομεν τόρα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είπαμεν νομίζω ότι ο ιερόσυλος είναι δίκαιον να θανατωθή, ομοίως δε ο εχθρός των καλώς θεσπισμένων νόμων, και ακριβώς ενώ επρόκειτο να θέσωμεν πολλούς τοιούτους νόμους εσταματήσαμεν, διότι είδαμεν ότι αυτά είναι αμέτρητα παθήματα διαφόρου μεγέθους, είναι όμως και δικαιότερα από όλα τα παθήματα, αλλά και ασχημότερα συγχρόνως. Μήπως τυχόν δεν φανούν κατ' αυτόν τον τρόπον τα δίκαια με τα καλά άλλοτε μεν ως το ίδιον πράγμα, άλλοτε δε ως δύο αντίθετα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν οι μεν περισσότεροι με τοιαύτην ασυμφωνίαν χαρακτηρίζουν απροσέκτως τα καλά και τα δίκαια.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται τουλάχιστον, Ξένε μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν την ιδικήν μας γνώμην, καλέ Κλεινία, ας εξετάσωμεν πάλιν τι φρονεί περί της συμφωνίας αυτών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίας συμφωνίας και από ποίαν γνώμην;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Νομίζω ότι εις τας προηγουμένας μας συζητήσεις εγώ το είπα ρητώς, αλλά, και αν δεν το είπα προηγουμένως, ειπέτε ότι το λέγω τόρα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι όλοι οι κακοί εις όλα είναι ακουσίως κακοί. Αφού δε τούτο είναι ούτως πως, έπεται λογικώς το εξής συμπέρασμα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι ο μεν άδικος είναι βεβαίως κακός, αλλά ο κακός είναι ακουσίως τοιούτος. Αλλά το εκούσιον δεν είναι δυνατόν να εκτελήται ακουσίως. Επομένως δι' εκείνον ο οποίος θεωρεί την αδικίαν ακούσιον, θα φανή ότι ακουσίως αδικεί ο αδικών. Και ακριβώς τόρα πρέπει να συμφωνήσετε μαζί μου. Δηλαδή εγώ λέγω συμφώνως με σας ότι όλοι αδικούν ακουσίως. Και αν δε κανείς χάριν φιλονικίας ή επιμονής λέγει ότι είναι ακουσίως άδικοι, αλλά εκουσίως αδικούν οι περισσότεροι, ο ιδικός μου διισχυρισμός παραδέχεται το πρώτον, όχι όμως το δεύτερον. Τότε λοιπόν με ποίον τρόπον εγώ θα είμαι σύμφωνος με τους λόγους μου, εάν σεις, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, με ερωτήσετε: Αφού λοιπόν, Ξένε μου, αυτά είναι ούτω πως, τι μας συμβουλεύεις διά την νομοθεσίαν της πόλεως των Μαγνήτων; Να νομοθετήσωμεν ή όχι; — Πώς όχι; θα ειπώ εγώ. Λοιπόν θα χωρίσης δι' αυτούς τα ακούσια και τα εκούσια αδικήματα, και των μεν εκουσίων πραγμάτων και αδικημάτων θα ορίσωμεν μεγαλιτέρας τας τιμωρίας, των δε άλλων μικροτέρας; Ή δι' όλα εξ ίσου, ως να μην υπάρχουν διόλου αδικήματα εκούσια;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς πραγματικώς, Ξένε μου. Και ακριβώς τι θα κάμωμεν δι' αυτά που λέγεις τόρα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλά με ερώτησες. Λοιπόν πρώτον ας κάμωμεν το εξής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ενθυμηθώμεν ότι προηγουμένως μόλις τόρα δα ελέγαμεν ορθώς ότι ως προς τα δίκαια επικρατεί μεταξύ μας μεγάλη ταραχή και ασυμφωνία. Αφού δε σκεφθώμεν αυτό, ας ερωτήσωμεν πάλιν τον εαυτόν μας. Άραγε χωρίς να εύρωμεν ούτε να ορίσωμεν ποίαν διαφοράν έχουν αυτά μεταξύ των, τα οποία ωρισμένως εις όλας τας πόλεις από όλους τους ανέκαθεν διαπρέψαντας νομοθέτας θεωρούνται ως δύο είδη αδικημάτων, δηλαδή εκούσια και ακούσια και συμφώνως με αυτά κανονίζονται οι νόμοι, ημείς εδώ θα αποφανθώμεν ως εμπνευσμένοι από θεόν με ολίγας λέξεις και θα ελευθερωθώμεν, χωρίς να δώσωμεν καμμίαν εξήγησιν, ότι ορθώς έγινε η οριστική τρόπον τινά νομοθεσία; Αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλ' είναι ανάγκη προ της νομοθεσίας να εξηγήσωμεν ότι είναι δύο και την διαφοράν μεταξύ των, ώστε, όταν κανείς εφαρμόζη την δικαιοσύνην εις έκαστον από τους δύο, να ακολουθή τα λεγόμενα και να είναι ικανός να κρίνη κάπως και το ορθώς νομοθετημένον και το όχι ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μας φαίνεσαι ότι ομιλείς ορθώς, καλέ Ξένε. Δηλαδή ημείς έν από τα δύο πρέπει να κάμωμεν, ή να μη λέγωμεν ότι όλα αυτά τα αδικήματα είναι ακούσια, ή πρώτον να εξηγήσωμεν ότι αυτό ελέχθη ορθώς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Από αυτά τα δύο λοιπόν το πρώτον δεν είναι δυνατόν εντελώς να γίνη από εμέ, δηλαδή να λέγω ότι δεν έχει ούτω πως, ενώ φρονώ ότι κατέχω την αλήθειαν. Διότι αυτό δεν θα ήτο ούτε νόμιμον ούτε όσιον. Λοιπόν κατά ποίον τρόπον είναι δύο αυτά, εάν δεν διαφέρουν μεταξύ των ως προς το ακούσιον και εκούσιον, αλλά κατ' άλλον τρόπον, αυτό πρέπει να εξηγήσωμεν κάπως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα, καλέ Ξένε, αυτό τουλάχιστον δεν ημπορούμεν ημείς να το φαντασθώμεν αλλέως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό θα γίνη. Λοιπόν, καθώς φαίνεται, βλάβαι εις τας σχέσεις και συναναστροφάς των πολιτών συμβαίνουν πολλαί, και εις αυτά βεβαίως το εκούσιον και τα ακούσιον παίζει σπουδαίον μέρος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας μη θεωρήση κανείς όλας τας βλάβας ως αδικίας, και ας μη νομίζη ούτω πως διπλάσια τα άδικα τα συμβαίνοντα δι' αυτών, και άλλα μεν ότι είναι εκούσια, άλλα δε ακούσια. Διότι εις όλα τα πράγματα αι ακούσιαι βλάβαι δεν είναι κατώτεραι των εκουσίων ούτε εις το μέγεθος ούτε εις τον αριθμόν. Προσέξετε δε να ίδητε αν λέγω τίποτε σπουδαίον εις όσα πρόκειται να ειπώ, ή όλως διόλου τίποτε. Δηλαδή εγώ, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, εάν κανείς αδική κάποιον χωρίς να θέλη και ακουσίως, δεν παραδέχομαι ότι τον αδικεί μεν, αλλά ότι ακουσίως τον αδικεί, και επομένως να νομοθετήσω εις την νομοθεσίαν ότι τούτο είναι ακούσιον αδίκημα, αλλά όλως διόλου ούτε ως αδικίαν θα θεωρήσω την τοιαύτην βλάβην, εάν συμβή εις κανένα είτε μεγαλιτέρα είτε μικροτέρα. Πολλάκις μάλιστα, εάν συμβή ωφέλεια όχι αρμοδία, θα θεωρήσωμεν ότι είναι άδικος ο αίτιος της ωφελείας, εάν βεβαίως υπερισχύση η ιδική μου ψήφος. Διότι σχεδόν, φίλοι μου, ούτε εάν κανείς δίδη κάτι εις κάποιον από τα υπάρχοντά του, ούτε εάν αντιθέτως του αφαιρή κάτι, δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απολύτως δίκαιον ή άδικον το τοιούτον, αλλά μόνον αν με δίκαιον ήθος και τρόπον ωφελεί κανείς κάποιον ή βλάπτει, αυτά μόνον πρέπει να λάβη υπ' όψιν του ο νομοθέτης και να προσέχη εις αυτά τα δύο, εις την αδικίαν και την βλάβην, και όσον μεν είναι δυνατόν να επανορθώνη με τους νόμους του την βλάβην, σώζων το καταστραφέν και σηκώνων επάνω το ριφθέν κάτω από κάποιον και επαναφέρων εις την υγείαν το δολοφονηθέν ή πληγωθέν, τέλος δε διά δώρων να εξιλεώση εμπρός εις τους δράστας και τους παθόντας εκάστην βλάβην και από εχθρούς να προσπαθήση να τους κάμη φίλους με τους νόμους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά είναι αυτά τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν από τας αδίκους βλάβας και τα άδικα κέρδη, όταν λόγου χάριν κανείς με αδικίας κάμνη να κερδίση κάποιος, όσα μεν είναι ευκολοθεράπευτα, ως να είναι ασθένεια της ψυχής, πρέπει να τα θεραπεύη. Η δε θεραπεία της αδικίας φρονούμεν ότι πρέπει να τείνη εις το εξής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ
Πού;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δηλαδή οτιδήποτε άδικον και αν κάμη κανείς, είτε μέγα είτε μικρόν, ο νόμος θα τον διδάξη και θα τον αναγκάση γενικώς άλλην φοράν το τοιούτον ή να μη τολμήση ποτέ εκουσίως να το κάμη ή πάρα πολύ ολιγώτερον, έξω από την πληρωμήν της βλάβης. Δι' αυτό είτε με έργα ή λόγους, είτε με ηδονάς ή λύπας, είτε με τιμάς ή ατιμίας, είτε με χρηματικά πρόστιμα ή δώρα, είτε γενικώς με οποιονδήποτε τρόπον θα κατορθώση κανείς να τον κάμη να μισήση την αδικίαν και να αγαπά ή να μη μισή την φύσιν του δικαίου, αυτό ακριβώς είναι το καθήκον των καλλιτέρων νόμων. Όποιον δε αντιληφή ως αθεράπευτον ως προς αυτό ο νομοθέτης, θα ορίση τιμωρίαν και νόμον διά τους τοιούτους, επειδή γνωρίζει βεβαίως ότι δι' όλους αυτούς και οι ίδιοι δεν είναι προτιμότερον να ζουν, και τους άλλους διπλασίως θα ωφελήσουν, αν απαλλαχθούν από την ζωήν, γινόμενοι παράδειγμα εις τους άλλους διά να μη αδικούν, κάμνοντες δε έρημον την πόλιν από κακούς άνδρας. Και λοιπόν διά τα τοιαύτα ο νομοθέτης πρέπει να αποδίδη θάνατον προς τιμωρίαν των εγκλημάτων, αλλέως όμως όχι ποτέ.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Οι λόγοι σου φαίνονται πάρα πολύ ορθοί, αλλά θα ήτο πλέον ευχάριστον να ακούσωμεν να μας αναπτύξης σαφέστερον την διαφοράν μεταξύ αδικίας και βλάβης και ποίαν τροποποίησιν λαμβάνουν εις αυτάς τα εκούσια και τα ακούσια.
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Νόμοι και Επινομίς Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια, διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια, κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Επινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγησή τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
***
1) Σήμερον ένεκα της εξελίξεως της ανθρωπότητος εις τα παιδία των πόλεων το διάστημα αυτό δεν είναι ανώτερον των δύο ετών.
2) Οι ιερείς της Ρέας, όμοιοι προς τους Κορύβαντας. Ούτοι εκτός των ενόπλων χορών των εμιμούντο διά του χορού και τας πανουργίας, τας οποίας μετεχειρίσθη η Ρέα, διά να δώση τον υιόν της τον Δία, τον εθνικόν θεόν των Κρητών, από τον τεκνοφάγον Κρόνον. (Ησιόδ. Θεογ. 617).
3) Ομ. Οδυσσείας Γ. 26.
4) Ομοία σύγκρισις υπάρχει και εις τον «μείζονα Ιππίαν»
5) Εις την Επινομίδα.
6) Σαφέστατα εδώ επικρίνεται ο Σωκράτης, όστις δεν εφρόντιζε διά τα ουράνια σώματα καθώς το δηλοί εις την Απολογίαν.
7) Ως εις την Σπάρτην, όπου αι κόραι εις τον χορόν εγκωμίαζαν τους ανδρείους νέους και επερίπαιζαν τους δειλούς.
8) Ασφαλής απόδειξις ότι οι νόμοι δεν είναι θεωρία γενική αλλά αποβλέπει εις την πραγματικότητα.
9) Εις τας γραμμάς αυτάς υποδηλούται η και αλλαχού διατυπωθείσα γνώμη του Πλάτωνος περί ιδιωτικού βίου.
10) Άλλη καλλιτέρα απόδειξις ότι δεν πρόκειται περί γενικής και θεωρητικής νομοθεσίας, αλλά ειδικής και εφηρμοσμένης.
11) Η λέξις γενναίος εις την εποχήν αυτήν έλαβε πιθανώς νεοτερίζουσαν χρήσιν διά τους ωρίμους καρπούς, καθώς περίπου σήμερον εις το τρώγη — γενναία. Τούτο δεικνύει ότι ο Πλάτων ηκολούθει την εξέλιξιν της γλώσσης του λαού.
12) Νόμος του Σόλωνος.
13) Λαός της Κρήτης αποτελών την νομοθετουμένην υπό του Πλάτωνος αποικίαν ιδέ αρχήν, βιβλίον Δ.