← Table of contents
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

Front matter (continued 3)

Ioannes Kondylakes translation

ΠΟΣΕΙΔΩΝ. Είνε δίκαιον, Ερμή, να λάβη θέσιν τιμητικωτέραν από εμέ αυτός ο σκυλοπρόσωπος Αιγύπτιος, από εμέ τον Ποσειδώνα;

ΕΡΜ. Τι να γίνη, γαιωσείστα; Εσένα σε έκαμεν ο Λύσιππος χάλκινον και πτωχόν, διότι κατά την εποχήν εκείνην οι Κορίνθιοι δεν είχαν χρυσόν· αυτός δε είνε ολόκληρον μεταλλείον χρυσού. Πρέπει λοιπόν να ανεχθής τον παραγκωνισμόν σου και να μη αγανακτής εάν άλλος ο οποίος έχει χρυσήν μύτην τόσο μεγάλην προτιμάται από σε.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ. Λοιπόν, Ερμή, κ' εμένα να μου δώσης μίαν από τας πρώτας θέσεις, αφού είμαι χρυσή.

ΕΡΜ. Αυτό δεν το βλέπω, Αφροδίτη· αν πρέπη να έχω πεποίθησιν εις τα μάτια μου, νομίζω ότι εκόπης από λευκόν πεντελίσσιον μάρμαρον και έπειτα ο Πραξιτέλης σε κατεσκεύασεν Αφροδίτην και σε παρέδωκεν εις τους Κνιδίους.

ΑΦΡ. Και όμως έχω να σου παρουσιάσω ένα αξιόπιστον μάρτυρα, τον Όμηρον, ο οποίος εις διάφορα μέρη των ποιημάτων του με αποκαλεί χρυσήν Αφροδίτην.

ΕΡΜ. Και τον Απόλλωνα ο ίδιος λέγει πολύχρυσον και πλούσιον αλλά τώρα θα τον δης και αυτόν να λάβη θέσιν μεταξύ των ζευγιτών (66) , χωρίς στεφάνους, διότι τους έκλεψαν οι λησταί, και με κιθάραν χωρίς στρηφτάρια, διότι και αυτά τα εσύλησαν ώστε να είσαι ευχαριστημένη ότι δεν θα καταταχθής μεταξύ των πολύ πτωχών.

ΚΟΛΟΣΣΟΣ. Και σ' εμένα ποίος θα τολμήση να διαφιλονεικήση τα πρωτεία, που είμαι Ήλιος και τόσον μεγαλοπρεπής;

Εάν οι Ρόδοιοι δεν απεφάσιζαν να με κατασκευάσουν τόσον γιγάντειον και με αναλογίας τόσον υπερφυσικάς, με την δαπάνην την οποίαν έκαμαν θα ηδύναντο να κατασκευάσουν δέκα έξ χρυσούς θεούς· ώστε αναλόγως πρέπει να θεωρούμαι ως πολυτελέστερος· άλλως τε δε εκτός του μεγέθους έχω και την τέχνην και την τελειότητα της εργασίας.

ΕΡΜ. Τι πρέπει να κάμωμεν, ω Ζευ; διότι μου φαίνεται δύσλυτον και το ζήτημα τούτο· κατά την ύλην είνε χάλκινος, αλλ' εάν τον λογαριάσωμεν κατά την δαπάνην η οποία έγινε διά την κατασκευήν του υπερβαίνει τους πεντακοσιομεδίμνους (67) .

ΖΕΥΣ. Τι ήθελε και αυτός να έλθη, διά να καταστήση καταφανή την σμικρότητα των άλλων και να μας φέρη εις δύσκολον θέσιν με τας αξιώσεις του; Αλλά τέλος πάντων, μεγαλοπρεπέστατε Ρόδοιε, μολονότι πρέπει να προτιμηθής από τους χρυσούς, πώς είνε δυνατόν να λάβης την πρωτοκαθεδρίαν; Πρέπει να μείνουν όλοι όρθιοι διά να καθήσης μόνος συ και να καταλάβης ολόκληρον την Πνύκα μόνον με τον ένα σου γλουτόν. Ώστε καλά θα κάμης να μείνης όρθιος και να σκυφτής ν' ακούς τι λέγεται εις την συνέλευσιν.

ΕΡΜ. Ιδού και άλλο ζήτημα επίσης δύσλυτον. Αυτοί εδώ, ο Διόνυσος και ο Ηρακλής, είνε και οι δύο χάλκινοι και της ιδίας τέχνης, έργα και οι δύο του Λυσίππου και το σπουδαιότερον ίσοι κατά την ευγένειαν της καταγωγής, διότι και οι δύο είνε τέκνα σου, ω Ζευ. Ποίος λοιπόν εκ των δύο θα λάβη την τιμητικωτέραν θέσιν; διότι ως βλέπεις φιλονεικούν περί τούτου.

ΖΕΥΣ. Άδικα χάνομεν τον καιρόν μας, Ερμή, ενώ έπρεπε προ πολλού να έχη αρχίση η σύσκεψις· ώστε ας καθήσουν όπως τύχη και όπου έκαστος θέλει· άλλοτε δε θα γίνη ειδική περί τούτου συνευρίασις και σύσκεψις και τότε θα σκεφθώ πώς να κανονισθή η τάξις εκάστου.

ΕΡΜ. Τι θόρυβο κάνουν και πώς φωνάζουν, ως όχλος, και ζητούν διανομάς! Πού είνε το νέκταρ; φωνάζουν· θέλομεν νέκταρ. Η αμβροσία εσώθη, δεν υπάρχει πλέον αρκετή αμβροσία. Πού είνε αι εκατόμβαι; θέλομεν να γίνωνται κοιναί αι θυσίαι.

ΖΕΥΣ. Να επιβάλης σιωπήν, Ερμή, διά να παύσουν αυτάς τας φωνασκίας και ν' ακούσουν τον σκοπόν διά τον οποίον τους εκαλέσαμεν.

ΕΡΜ. Δεν εννοούν όλοι, ω Ζευ, Ελληνικά, και εγώ δεν είμαι γλωσσομαθής ώστε να ομιλώ προς Σκύθας και Πέρσας, προς Θράκας και Κελτούς και να μ' εννοούν. Αλλά θα προσπαθήσω να επιβάλω σιωπήν διά νευμάτων.

ΖΕΥΣ. Αυτό να κάμης.

ΕΡΜ. Ιδού εσιώπησαν· ώστε καιρός ν' αγορεύσης, διότι ως βλέπεις, περιμένουν ν' ακούσουν τι θα ειπής.

ΖΕΥΣ. Μου συμβαίνει κάτι τι δυσάρεστον, Ερμή, το οποίον δεν δυσκολεύομαι να σου ομολογήσω αφού είσαι παιδί μου. Γνωρίζεις πόσον θάρρος και πόσην ευφράδειαν είχα πάντοτε εις τας συνελεύσεις.

ΕΡΜ. Το ξέρω και έτρεμα όταν σε ήκουα να αγορεύης και μάλιστα όταν εφοβέριζες να ανασύρης εκ των θεμελίων της την γην και την θάλασσαν και να την σηκώσης μαζί με όλους τους θεούς διά της χρυσής εκείνης αλυσίδας.

ΖΕΥΣ. Τώρα όμως, παιδί μου, δεν ξέρω πώς, είτε ένεκα του μεγέθους των επικειμένων κινδύνων, είτε ένεκα του πλήθους των συνηγμένων — διότι βλέπεις πόσον πολύθεος είνε η συνέλευσις — έχουν ταραχθή αι σκέψεις μου, είμαι συγκεκινημένος και η γλώσσα μου παραλύει. Τόσον τεταραγμένος είμαι, ώστε ελησμόνησα και το προοίμιον το οποίον είχα ετοιμάση διά να κάμω εντύπωσιν και επιβληθώ ευθύς εξ αρχής.

ΕΡΜ. Αλλά τότε καταστρέφεις τα πάντα. Από τώρα δε η σιωπή σου αρχίζει να εμπνέη υποψίας ότι πρόκειται περί πολύ μεγάλων δεινών και διά τούτο διστάζεις να ομιλήσης.

ΖΕΥΣ. Τι λες; να επαναλάβω το Ομηρικόν προοίμιον;

ΕΡΜ. Ποίον;

ΖΕΥΣ. Κέκλυτέ μευ πάντες τε θεοί πάσαί τε θέαιναι. — (Ακούσατε με πάντες οι θεοί και αι θεαί).

ΕΡΜ. Αρκετά μας το έχεις κοπανίση αυτό εις το παρελθόν. Αν θέλης άφησε την ποιητικήν μεγαληγορίαν και έκλεξε ένα από τους Φιλιππικούς λόγους του Δημοσθένους, οποίον θέλεις, και προσάρμοσε τον εις την περίστασιν με ολίγας μεταβολάς. Έτσι κάνουν σήμερον οι περισσότεροι ρήτορες.

ΖΕΥΣ. Καλά λέγεις· αυτός είνε εύκολος τρόπος διά να φανή κανείς ρήτωρ και να εξέλθη από την αμηχανίαν.

ΕΡΜ. Άρχισε λοιπόν επί τέλους.

ΖΕΥΣ. Υποθέτω, άνδρες θεοί, ότι η περιέργειά σας είνε ζωηρά, και ανυπόμονος διά να μάθετε τον σκοπόν διά τον οποίον συνεκλήθητε. Αφού λοιπόν ούτως έχει το πράγμα επόμενον είνε και πρέπει να με ακούσετε με προθυμίαν και προσοχήν. Η παρούσα περίστασις, ω θεοί, μόνον ότι δεν εκπέμπει φωνήν διά να μας συμβουλεύση ότι πρέπει να σκεφθώμεν σοβαρώς περί των συμφερόντων μας, ενώ ημείς πολύ αμελώς φροντίζομεν περί αυτών. Και τώρα — επειδή αι αναμνήσεις μου από τον Δημοσθένην εξηντλήθησαν — θα σας είπω τους λόγους οι οποίοι με ηνάγκασαν να σας συγκαλέσω εις αυτήν την συνέλευσιν. Χθες, ως γνωρίζετε, ο Μνησίθεος ο πλοίαρχος ετέλεσε θυσίαν διά την σωτηρίαν του πλοίου του, το οποίον εκινδύνευσε να ναυαγήση εις τον Καφηρέα. Μετέβην επομένως εις τον Πειραιά διά να παρακαθήσω εις την εστίασιν μετά των άλλων εξ υμών τους οποίους ο Μνησίθεος εκάλεσεν εις την θυσίαν· έπειτα μετά τας σπονδάς σεις μεν ανεχωρήσατε προς διαφόρους διευθύνσεις, εγώ δε — διότι ήτον ενωρίς ακόμη — ανέβηκα εις τας Αθήνας, διά να περιπατήσω κατά το δειλινόν εις τον Κεραμεικόν. Καθ' οδόν εσκεπτόμην διά την γλισχρότητα του Μνησιθέου, ο οποίος εκάλεσεν εις γεύμα δέκα έξ θεούς και εθυσίασε μόνον ένα πετεινόν, και αυτόν γέρικον και πάσχοντα από κόριζαν, και τέσσαρα κομμάτια λιβάνι, και αυτά μουχλιασμένα, ούτως ώστε έσβυσαν αμέσως και ο καπνός των δεν επρόφθασε να φθάση εις την μύτην μας. Όταν όμως εκινδύνευε το πλοίον και ευρίσκετο μεταξύ των υφάλων και ωθείτο προς τους βράχους υπό της τρικυμίας υπέσχετο να μας προσφέρη ολοκλήρους εκατόμβας. Ταύτα σκεπτόμενος έφθασα μέχρι της Ποικίλης Στoάς, όπου βλέπω μέγα πλήθος ανθρώπων συνηθροισμένων· και άλλοι μεν ήσαν εντός της στoάς, πολλοί δε έξω. Διέκρινα και άλλους τινάς οι οποίοι καθήμενοι επί εδρών εφιλονείκουν και εκραύγαζαν· συνεπέρανα λοιπόν ότι θα ήσαν φιλόσοφοι από τους συζητητικούς εκείνους και φιλονείκους και απεφάσισα να πλησιάσω και ν' ακούσω τι έλεγαν. Και επειδή ήμουν περιτυλιγμένος με παχείαν νεφέλην, έδωκα εις το εξωτερικόν μου φιλοσοφικόν σχήμα και απλώσας τα γένεια μου έγινα ομοιότατος προς φιλόσοφον. Διαγκωνίσας δε το πλήθος εισήλθα χωρίς να εννοηθώ ποίος ήμουν και ευρήκα τον φαυλότατον Επικούρειον Δάμιν και τον Τιμοκλήν τον Στωικόν, ένα εξαίρετον άνθρωπον, οι οποίοι εφιλονείκουν με πολλήν ζωηρότητα. Και ο μεν Τιμοκλής είχεν ιδρώση και η φωνή του ήτο εξησθενημένη εκ των κραυγών, ο δε Λάμις εγέλα εμπαικτικώς, πράγμα το οποίον παρώξυνεν έτι περισσότερον τον Τιμοκλήν. Η συζήτησίς των ήτο περί ημών. Ο επικατάρατος Δάμις διετείνετο ότι ούτε φροντίζομεν διά τους ανθρώπους, ούτε επιτηρούμεν τα συμβαίνοντα επί της γης και με άλλους λόγους έλεγεν ότι ούτε καν υπάρχομεν· τα λεγόμενά του τουλάχιστον τούτο εσήμαινον. Ήσαν δε καί τινες μεταξύ των ακροατών οι οποίοι επεδοκίμαζον και επευφήμουν τους λόγους του. Ο άλλος, ο Τιμοκλής ήτο με το μέρος μας, μας υπερήσπιζε και ηγανάκτει και με πάντα τρόπον συνηγόρει υπέρ ημών, eπαινών την επιμέλειάν μας και προσπαθών να δείξη ότι με σοφίαν και με την προσήκουσαν τάξιν διευθύνομεν και κανονίζομεν τα πάντα. Είχε δε και αυτός μεταξύ των ακροατών ομόφρονάς τινας οι οποίοι τον ενεθάρρυναν αλλ' είχεν ήδη καταπονηθή και η φωνή του ήτο εξησθενημένη και το πλήθος εφαίνετο ότι απέκλινε προς τον Δάμιν. Εννοήσας δε εγώ τον κίνδυνον, διέταξα την νύκτα να διαχύση το σκότος και να διαλύση την συνάθροισιν.

Ανεχώρησαν λοιπόν αφού συνεφώνησαν να συνεχίσουν την επιούσαν την συζήτησιν. Εγώ δε αναμιχθείς εις το πλήθος ήκουα τους επιστρέφοντας να επαινούν τα λεχθέντα υπό του Δάμιδος και ν' αποκλίνουν προς τας ιδέας αυτού. Ήσαν όμως και άλλοι, οι οποίοι επερίμεναν ν' ακούσουν την συνέχειαν της συζητήσεως και εκείνα τα οποία θα έλεγε την επιούσαν ο Τιμοκλής, διά να σχημαΤιςουν οριστικήν γνώμην.

Αυτά είνε διά τα οποία σας συνεκάλεσα και δεν είνε ασήμαντα, ω θεοί, εάν σκεφθήτε ότι πάσα τιμή και πρόσοδος και δόξα ημών από τους ανθρώπους προέρχεται. Εάν δε ούτοι πεισθούν ή ότι είμεθα εντελώς ανύπαρκτοι ή ότι υπάρχομεν, αλλ' ουδόλως φροντίζομεν περί αυτών, θα παύση πάσα θυσία και προσφορά και λατρεία εκ μέρους αυτών και εις μάτην θα καθήμεθα εις τον ουρανόν να λιμώττωμεν και να στερούμεθα εορτών, πανηγύρεων, αγώνων και θυσιών, ολονυκτιών, και λιτανειών. Αφού λοιπόν περί τόσο σπουδαίων συμφερόντων ημών πρόκειται, πρέπει να σκεφθώμεν όλοι διά να εύρωμεν μέσον σωτηρίας εκ των κινδύνων τούτων και να νικήση μεν ο Τιμοκλής και να φανή ότι υποστηρίζει τα αληθέστερα, να γίνη δε καταγέλαστος ο Δάμις· διότι εγώ δεν έχω πολλήν πεποίθησιν εις τον Τιμοκλήν ότι θα νικήση, αν αφεθή μόνον εις τας δυνάμεις του και δεν λάβη συνδρομήν εκ μέρους ημών. Λοιπόν, Ερμή, κάλεσε τους δικαιουμένους κατά τον νόμον να εγερθούν και να εκφράσουν γνώμην.

ΕΡΜ. Να γίνη ησυχία, να παύση πας θόρυβος (68) . Προσοχή. Τις θέλει να λάβη τον λόγον εκ των τελείων θεών (69) , οίτινες έχουν το δικαίωμα τούτο; Αλλά τι συμβαίνει; Δεν εγείρεται κανείς; Τόσον σας κατέπληξε το μέγεθος των κινδύνων τους οποίους ηκούσατε;

ΜΩΜΟΣ. Στάκτη να γίνετε όλοι (70) . Εγώ αν μου δοθή άδεια να ομιλήσω ελεύθερα, έχω πολλά να είπω, ω Ζευ,

ΖΕΥΣ. Λέγε, Μώμε, άφοβα· φαίνεσαι ότι κάτι θα πης με την συνήθη σου ειλικρίνειαν προς το κοινόν συμφέρον.

ΜΩΜ. Λοιπόν ακούσετε, ω θεοί, να σας ομιλήσω με όλην την ειλικρίνειαν. Εγώ προ πολλού επερίμενα ότι τα πράγματά μας θα έφθαναν μίαν ημέραν εις αυτήν την αμηχανίαν και ότι πολλοί τοιούτοι αυθάδεις σοφισταί θα εφύτρωναν, οι οποίοι από ημάς θα ελάμβανον την αφορμήν και το θάρρος της τόλμης των· και μα την Θέμιν ούτε κατά του Επικούρου είνε δίκαιον να θυμόνωμεν, ούτε κατά των οπαδών και διαδόχων της διδασκαλίας του, διότι τοιαύτην γνώμην εσχημάτισαν περί ημών. Τι θέλετε να φρονούν όταν βλέπουν τόσην αδικίαν εις τον κόσμον και οι μεν δίκαιοι παραμελούνται και βασανίζονται εις πενίαν και νοσήματα και δουλείαν, φαυλότατοι δε και μωροί άνθρωποι κατέχουν τα πρωτεία και γίνονται υπέρπλουτοι και εξουσιάζουν τους εναρέτους; Και οι μεν ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται, αλλά διαφεύγουν, ανασκολοπίζονται δε και μαστιγούνται οι αθώοι. Επόμενον λοιπόν είνε όταν βλέπουν τοιαύτα να υποπτεύωνται ότι ουδόλως υπάρχομεν και μάλιστα όταν ακούουν χρησμούς ως εκείνος ο οποίος έλεγεν ότι αν περάση ο Κροίσος τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να εξηγή αν επρόκειτο περί του ιδικού του κράτους ή περί του εχθρικού και όπως ο άλλος ο οποίος έλεγεν :

«Ω θεία Σαλαμίς, θα καταστρέψης τέκνα γυναικών».

Και οι Πέρσαι δε και οι Έλληνες μου φαίνεται ότι ήσαν τέκνα γυναικών. Όταν πάλιν ακούουν από τους ποιητάς ότι και ερωτευόμεθα και πληγωνόμεθα και δεσμευόμεθα και γινόμεθα δούλοι και στασιάζομεν και εις πλείστα αλλά πάθη υποκείμεθα, ενώ θέλομεν να θεωρούμεθα αθάνατοι και πανευτυχείς, δεν έχουν δίκαιον να μας περιγελούν και να μας γράφουν εις τα παληά των τα παπούτσια; Και έπειτα αγανακτούμεν εάν ευρίσκωνται μερικοί άνθρωποι όχι πολύ ανόητοι, οι οποίοι εξετάζουν αυτά τα πράγματα και αρνούνται την πρόνοιάν μας, ενώ έπρεπε να είμεθα ευχαριστημένοι διότι υπάρχουν ακόμη ολίγοι τινες, οι οποίοι μας προσφέρουν θυσίας, μεθ' όλα τα καθημερινά μας σφάλματα.

Και τώρα σε παρακαλώ, ω Ζευ — αφού είμεθα μόνοι και δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος εις την συνέλευσιν, εκτός ολίγων παρείσακτων, του Ηρακλέους, του Διονύσου, του Γανυμήδης και του Ασκληπιού — να μου 'πης με ειλικρίνειαν εάν ποτέ εσκοτίσθης τόσον διά τα συμβαίνοντα εις την γην ώστε να εξετάσης ποίοι εκ των ανθρώπων είνε φαύλοι και ποίοι ενάρετοι. Αλλά δεν έχεις ν' απαντήσης. Εάν ο Θησεύς, όταν επήγαινε από την Τροιζήνα εις τας Αθήνας, δεν εφρόντιζεν από καλωσύνην του να ξεπαστρέψη τους κακούργους και εξηρτάτο το πράγμα από σε και από την πρόνοιάν σου, ο Σκύρων, ο Πιτυοκάμπτης, ο Κερκυών και οι άλλοι λησταί θα εξηκολούθουν να ζουν και να διασκεδάζουν, θανατόνοντες τους διαβάτας. Και αν ο Ευρυσθεύς, άνθρωπος παλαιικός και προνοητικός, ο οποίος εγνώριζε τα συμβαίνοντα εις τους διαφόρους τόπους κακά, δεν εσκέπτετο από φιλανθρωπίαν ν' αποστείλη αυτόν εδώ τον δούλον του (71) , άνθρωπον δυνατόν και πρόθυμον εις τους κόπους, συ ο Ζευς ολίγον θα εφρόντιζες περί της Ύδρας, διά τα όρνεα της Στυμφαλίας, διά τους ίππους της Θράκης και διά την θηριωδίαν και την ακολασίαν των Κενταύρων. Η αλήθεια είνε ότι καθήμεθα και παρατηρούμεν μόνον αν γίνη καμμία θυσία και αν από κανένα βωμόν αναδίδεται κνίσα. Τα άλλα αφήνονται εις την τύχην.

Επομένως δίκαια πάσχομεν, θα πάθωμεν δε ακόμη περισσότερα όταν οι άνθρωποι ολίγον κατ' ολίγον θ' ανοίξουν τα μάτια των και θα βλέπουν ότι ουδέν όφελος έχουν αν προσφέρουν θυσίας και αν μας κάνουν λιτανείας. Και εντός ολίγου θα ίδης τους Επικούρους, τους Μητροδώρους (72) και τους Δάμιδας να μας εμπαίζουν, να νικώνται δε και ν' αποστομόνωνται απ' αυτούς οι συνήγοροί μας. Ώστε σεις οίτινες εφέρατε τα πράγματα εις αυτήν την κατάστασιν, πρέπει και να τα θεραπεύσετε και να παύσετε των ανθρώπων την δυσπιστίαν. Διά τον Μώμον ο κίνδυνος δεν είνε μέγας, αν παύση η λατρεία των ανθρώπων· διότι και πριν δεν ήτο από εκείνους οίτινες ετιμώντο· σεις είσθε οι ευτυχείς και μόνοι σας απολαμβάνετε τας θυσίας.

ΖΕΥΣ. Ας αφήσωμεν αυτόν να φλυαρή. Είνε γνωστή η κακή του γλώσσα και το φιλοκατήγορον· αλλ' ως ο θαυμάσιος Δημοσθένης είπε, το να κατηγορή κανείς και να επικρίνη είνε εύκολον εις πάντα βουλόμενον· να συμβουλεύση όμως πώς η παρούσα κατάστασις θα βελτιωθή μόνον φρόνιμος πραγματικώς σύμβουλος δύναται να το πράξη, αυτό δε ελπίζω ότι θα πράξετε οι άλλοι, ενώ αυτός θα σιωπά.

ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ, ως γνωρίζετε, ζω εντός του ωκεανού και διαμένω μόνος εις τα βάθη, καταγινόμενος όσον δύναμαι να σώζω τους ταξειδεύοντας, να βοηθώ τα πλοία και να κατευνάζω τους ανέμους. Αλλ' όμως — διότι ενδιαφέρομαι και διά τα εδώ — είμαι της γνώμης ότι αυτός ο Δάμις πρέπει να ξεπαστρευθή είτε διά του κεραυνού, είτε κατ' άλλον τρόπον, πριν να επανέλθουν εις την συζήτησιν και υπερισχύση διά του λόγου — διότι ως είπες, ω Ζευ, είνε, φαίνεται, πολύ πειστικός. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα δείξωμεν συγχρόνως εις τους ανθρώπους πώς τιμωρούμεν αυτούς οι οποίοι ομιλούν κατά τοιούτον τρόπον περί ημών.

ΖΕΥΣ. Αστειεύεσαι Ποσειδών, ή ελησμόνησες ότι ουδόλως εξαρτώνται από ημάς τα τοιαύτα, αλλ' αι Μοίραι ορίζουν εις έκαστον ν' αποθάνη με κεραυνόν ή με ξίφος, από πυρετόν ή από φθίσιν; Αν ήτο εις την εξουσίαν μου, νομίζεις ότι θ' άφηνα προ ολίγου καιρού να φύγουν ακεραυνοβόλητοι από την Πίσαν οι ιερόσυλοι που μου έκοψαν δύο πλοκάμους, εκ των οποίων έκαστος είχε βάρος έξ μνων; Ή και συ θα παρέβλεπες εκείνον τον εξ Ωρεού αλιέα, ο οποίος εις την Γεραιστόν (73) σου έκλεψε την τρίαιναν; Άλλως τε ούτω θα φανούμεν ότι ταρασσόμεθα και φοβούμεθα τους λόγους του Δάμιδος και διά τούτο εφροντίσαμεν να τον θέσωμεν εκτός μάχης πριν ή συναγωνισθή με τον Τιμοκλήν. Δεν θα φανούμεν ούτω ότι μόνον ερήμην του αντιπάλου ενικήσαμεν;

ΠΟΣΕΙΔ. Εγώ ενόμισα ότι αυτός ήτο ο συντομώτερος τρόπος διά να φθάσωμεν εις αποτέλεσμα.

ΖΕΥΣ. Α μπα, η γνώμη σου είνε πολύ απλοϊκή, Ποσειδών, και εντελώς χονδροειδής, να φονευθή προκαταβολικώς ο ανταγωνιστής και ν' αποθάνη χωρίς να νικηθή πραγματικώς, αλλά να καταλίπη αμφίβολον και άκριτον την συζήτησιν.

ΠΟΣΕΙΔ. Λοιπόν σκεφθήτε σεις τίποτε καλλίτερον, αφού τα δικά μου σας φαίνονται τόσον ανόητα.

ΑΠΟΛΛΩΝ. Εάν και εις ημάς τους νέους και αγενείους επέτρεπεν ο νόμος να λαμβάνωμεν τον λόγον, ίσως θα είχα να προσθέσω κάτι τι συμφέρον εις την διάσκεψιν.

ΜΩΜ. Πρόκειται περί τόσων σπουδαίων συμφερόντων, ώστε δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν η ηλικία, αλλά όλοι αδιακρίτως να εκφράσουν γνώμην. θα ήτο αστείον, ενώ διατρέχομεν τους μεγίστους κινδύνους, να χανώμεθα εις λεπτολόγους ερμηνείας των νόμων. Αλλά συ προ πολλού ήδη έχεις το δικαίωμα να δημηγορής, διότι προ πολλού εξήλθες εκ της εφηβικής ηλικίας και ενεγράφης εις το ληξιαρχικόν βιβλίον των δώδεκα θεών και παρ' ολίγον να είσαι από το συμβούλιον του Κρόνου· ώστε μη μας κάνης το παιδί, αλλά λέγε με θάρρος την γνώμην σου και μη διστάζης να ομιλήσης διότι είσαι αγένιος, αφού έχεις υιόν με γενειάδα μεγάλην και ωραίαν, τον Ασκληπιόν. Άλλως τε η περίστασις είνε κατάλληλος διά να δείξης την σοφίαν σου, εκτός αν άδικα κάθεσαι και φιλοσοφής με τας Μούσας εις τον Ελικώνα.

ΑΠΟΛ. Αλλά δεν ανήκει εις εσέ, Μώμε, να δίδης τοιαύτην άδειαν· είνε δικαίωμα του Διός και αν αυτός επιτρέπη, ίσως θα είπω κάτι τι όχι ανόητον, αλλ' άξιον της διατριβής μου εις τον Ελικώνα.

ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου· έχεις την άδειαν.

ΑΠΟΛ. Ο Τιμοκλής είνε μεν έντιμος και ευσεβής και γνωρίζει κατά βάθος την σοφίαν των Στωικών· διά τούτο και πολλοί τον έχουν διδάσκαλον και πολλάς αποδοχάς έχει εκ τούτου, είνε δε πολύ πειστικός, ιδίως όταν ομιλή προς τους μαθητάς του. Αλλ' όταν πρόκειται να ομιλήση προς το πλήθος είνε ατολμότατος και ομιλεί τοιουτοτρόπως ώστε να φαίνεται αμαθής και σχεδόν βάρβαρος. Διά τούτο εις τας δημοσίας διαλέξεις προκαλεί τον γέλωτα με την ακρισίαν, τους τραυλισμούς και την ταραχήν του και μάλιστα όταν με αυτά του τα ελαττώματα προσπαθή να επιδείξη και καλλιλογίαν. Έχει μεν οξυτάτην την αντίληψιν και λεπτήν την κρίσιν, ως λέγουν οι καλλίτερα γνωρίζοντες την διαλεκτικήν των Στωικών, αλλ' η ομιλία και η απαγγελία του είνε τόσον ασθενείς, ώστε καταστρέφει και συγχέει τας ιδέας του και δεν εκφράζει σαφώς ό,τι θέλει, αλλ' αι μεν ερωτήσεις του ομοιάζουν με αινίγματα, αι δε απαντήσεις του είνε ακόμη ασαφέστεραι· και οι ακροαταί μη εννοούντες γελούν εις βάρος του. Νομίζω δε ότι οι ομιλούντες πρέπει προ πάντων να είνε σαφείς και να φροντίζουν κυρίως ώστε να τους εννοούν οι ακροαταί.

ΜΩΜ. Πολύ σωστά το είπες αυτό και δικαίως επαινείς τους ομιλούντας σαφώς, αν και δεν το εφαρμόζεις εις τους χρησμούς, αλλ' είσαι λοξός και αινιγματώδης και τα περισσότερα αφήνεις αμφίβολα, ούτως ώστε όσοι ζητούν την γνώμην σου να έχουν ανάγκην άλλου Πυθίου Απόλλωνος διά να εξηγή τας απαντήσεις σου. Αλλά τέλος πάντων τι συμβουλεύεις διά το ζήτημα περί του οποίου πρόκειται; Ποίαν θεραπείαν προτείνεις διά την ρητορικήν δύναμιν του Τιμοκλέους;

ΑΠΟΛ. Αν είνε δυνατόν να του δώσωμεν ένα συνήγορον εκ των δεινών ρητόρων, ο οποίος να λέγη όσα εκείνος θα του υπαγορεύη αφού τα σκεφθή.

ΜΩΜ. Αυτό το οποίον είπες είνε αληθώς άξιον παιδιού αγενείου, το οποίον έχει ανάγκην παιδαγωγού. Προτείνεις να παρουσιαστή εις μίαν φιλοσοφικήν συζήτησιν ο Τιμοκλής με συνήγορον και ενώ ο Δάμις θα ομιλή αυτοπροσώπως και μόνος του, ο Τιμοκλής θα μεταχειρίζεται ηθοποιόν, εις τον οποίον θα χρησιμεύη ως υποβολεύς και θα του ψιθυρίζη εις το ους τας γνώμας του, εκείνος δε θα τας απαγγέλλη, χωρίς ίσως και να εννοή όσα εκείνος θα του λέγη και αυτός θα επαναλαμβάνη. Αυτά δύνανται να μη κινήσουν τον γέλωτα του πλήθους; Όχι, άλλο τι πρέπει να σκεφθώμεν. Συ δε ο οποίος λέγεις ότι είσαι και μάντις και εκ τούτου έχεις μεγάλας αποδοχάς, ώστε και πλίνθους χρυσάς έλαβες μιαν φοράν, ιδού έχεις ενώπιόν σου κατάλληλον ευκαιρίαν διά να επιδείξης την μαντικήν σου τέχνην. Διατί λοιπόν δεν μας προλέγεις ποίος εκ των δύο φιλοσόφων θα νικήση; Διότι βέβαια γνωρίζεις από τούδε το αποτέλεσμα, αφού είσαι μάντις.

ΑΠΟΛ. Πώς είνε δυνατόν, Μώμε, να μαντεύσω, αφού ούτε τρίποδα έχω εδώ, ούτε θυμιάματα, ούτε πηγήν μαντικήν, όπως η Κασταλία;

ΜΩΜ. Αυτά είνε προφάσεις και υπεκφυγαί, διότι δεν μπορείς να πης τίποτε βέβαιον.

ΖΕΥΣ. Λέγε, παιδί μου, ό,τι έχεις να πης και μη δίδης αφορμάς εις αυτόν τον συκοφάντην να διαβάλλη και να χλευάζη την δύναμίν σου ως εξαρτωμένην από τρίποδα και νερόν και λιβανωτόν και ότι άνευ αυτών η τέχνη σου δεν έχει καμμίαν δύναμιν.

ΑΠΟΛ. Είνε καλλίτερον να γίνωνται αυτά, πατέρα, εις τους Δελφούς ή εις τον Κολοφώνα, όπου έχω όλα μου τα χρειώδη· αλλά και χωρίς αυτά, χωρίς τα μέσα της τέχνης, θα προσπαθήσω να προείπω ποίος εκ των δύο θα νικήση. θα μου επιτρέψετε δε να σας τα είπω έμμετρα.

ΜΩΜ. Λέγε, αρκεί μόνον να είνε σαφή, να μη έχουν δε και αυτά ανάγκην εξηγητού ή διερμηνέως· διότι τώρα δεν πρόκειται περί κρεάτων αμνού και χελώνης, τα οποία ψήνονται ομού εις την Λυδίαν, αλλά γνωρίζεις περί τίνος συσκεπτόμεθα.

ΖΕΥΣ. Τι θα πης, τέκνον μου; Αλλ' από τούδε τα σημεία του χρησμού φαίνονται φοβερά· το χρώμα σου μετεβλήθη, οι οφθαλμοί σου περιστρέφονται, τα μαλλιά σου ανωρθώθησαν και αι κινήσεις σου είνε Κορυβαντιώδεις· εντελώς ευρίσκεσαι υπό το κράτος της προφητικής εμπνεύσεως και όλον σου το ήθος είνε φοβερόν και μυστηριώδες.

ΑΠΟΛ. Του μαντικού θεού Απόλλωνος ακούσετε τι προφητεύει διά την έριδα την φοβεράν δυο φωνακλάδων, όπου με λόγους μάχονται πυκνούς, ωσάν με δόρατα και βέλη. Κι' από τα δυο τα μέρη γίνεται αντάρα του πολέμου και κακό μεγάλο. Αλλ' όταν τ' όρνεον τ' αρπακτικόν αρπάση την ακρίδα, τότε το ύστερον θα κράξουν τα κοράκια που φέρνουν την βροχήν. Και θα νικήσουν οι ημίονοι, κι' ο όνος τα παιδιά του τα γληγορόποδα θα κουτουλήση (74) .

ΖΕΥΣ. Διατί γελάς, Μώμε; Δεν βλέπω τίποτε το γελοίον. Παύσε, ταλαίπωρε· θα σε πνίξουν τα γέλοια.

ΜΩΜ. Είνε δυνατόν, ω Ζευ, να μη γελώ, όταν ακούω ένα χρησμόν τόσω σαφή και τόσω ευεξήγητον;

ΖΕΥΣ. Λοιπόν να εξήγησης και εις ημάς τι λέγει.

ΜΩΜ. Είνε πολύ ευκολονόητα, ώστε να μην έχωμεν ανάγκην του Θεμιστοκλέους διά να μας τα εξηγήση. Λέγει καθαρά ότι ο μεν Απόλλων είνε αγύρτης, ημείς δε οι άλλοι που τον πιστεύομεν είμεθα γαίδούρια και μουλάρια ξέστρωτα που δεν έχομεν ούτε μιας ακρίδας μυαλό.

ΗΡΑΚΛΗΣ. Εγώ, πατέρα, αν και είμαι ξένος εδώ και παρείσακτος, θα τολμήσω να είπω την γνώμην μου. Όταν οι δύο φιλόσοφοι θα συναντηθούν εκ νέου και αρχίσουν να συζητούν, εάν μεν ο Τιμοκλής υπερτερή, ν' αφήσωμεν να προχωρήση η συζήτησις, ενόσω θα είνε υπέρ ημών· αν όμως ίδωμεν ότι στρέφεται εναντίον μας, τότε εγώ αναλαμβάνω, αν θέλετε, να διασείσω την στοάν και να την ρίξω επάνω εις τον Δάμιν, διά να παύση ο αχρείος να μας υβρίζη.

ΖΕΥΣ. Τι ανοησία είνε αυτή που λες; Να φονεύσης μαζί με ένα κακόν άνθρωπον τόσους άλλους και προσέτι να καταστρέψης την στοάν ομού με τους Μαραθωνομάχους, τον Μιλτιάδην και τον Κυναίγειρον! Και άμα χαθούν οι Μαραθωνομάχοι, πώς θα ρητορεύουν πλέον οι ρήτορες, αφού θα χάσουν το σπουδαιότερον εφόδιον των λόγων των; Άλλως τε εφόσον ήσουν εις την ζωήν, ίσως θα ηδύνασο να κάμης τοιούτον ανδραγάθημα· αλλ' αφότου έγινες θεός, θα έμαθες υποθέτω ότι μόνον από τας Μοίρας εξαρτώνται τα τοιαύτα και ημείς χωρίς την θέλησιν αυτών δεν δυνάμεθα να κάμωμεν τίποτε.

ΗΡΑΚ. Λοιπόν και όταν εφόνευα τον λέοντα ή την ύδραν, αι Μοίραι έκαναν τα κατορθώματα εκείνα;

ΖΕΥΣ. Εννοείται.

ΗΡΑΚ. Και τώρα αν κανείς με υβρίζη ή συλή τον ναόν μου ή ανατρέπη το άγαλμα μου, εάν δεν το έχουν αποφασίση αι Μοίραι, δεν θα τον συντρίψω;

ΖΕΥΣ. Καθόλου.

ΗΡΑΚ. Λοιπόν άκουσε, ω Ζευ, να σου ομιλήσω με ειλικρίνειαν, διότι εγώ, ως ο κωμικός ποιητής είπε, είμαι αγροίκος και λέγω την σκάφην, σκάφην· εάν τοιαύτη είνε η δύναμις των θεών, θα σας αφήσω να χαίρεσθε μόνοι σας τας τιμάς του ουρανού, την κνίσαν και των σφαγείων το αίμα και θα φύγω εις τον Άδην, όπου τουλάχιστον θα με φοβούνται αι σκιαί των θηρίων τα οποία έχω φονεύση, όταν θα με βλέπουν γυμνόν, αλλά και ωπλισμένον με τόξον.

ΖΕΥΣ. Εύγε. Ο Δάμις δεν θα ήθελε καλλίτερον μάρτυρα από σένα διά να μας αποτελειώση. Αλλά ποίος είνε αυτός που έρχεται βιαστικός, ο χάλκινος, με τας ωραίας γραμμάς και τας αρμονικάς αναλογίας, ο οποίος έχει την κόμην αναδεμένην κατά τον αρχαίον τρόπον; Φαίνεται ότι είνε ο αδελφός σου, Ερμή, ο οποίος μένει εις την αγοράν πλησίον της Ποικίλης Στοάς. Είνε καταλερωμένος από πίσσαν, διότι καθ' εκάστην του παίρνουν εκμαγεία οι αγαλματοποιοί. Γιατί μας έρχεσαι τόσον βιαστικός, παιδί μου; μήπως μας φέρεις καμμίαν είδησιν από την γην;

ΕΡΜΑΓΟΡΑΣ. Πολύ σπουδαίαν, ω Ζευ, και πρέπει να προσέξετε πολύ εις αυτό το οποίον θα σας πω.

ΖΕΥΣ. Λέγε. Μήπως έγινε καμμία στάσις χωρίς να πάρωμεν είδησιν;

ΕΡΜΑΓ. Με είχαν προ ολίγου πασαλείψη με πίσσαν εις το στήθος και τις πλάτες οι κατασκευασταί των χαλκίνων αγαλμάτων, διά να λάβουν εκτυπώματα· και περιέβαλε το σώμα μου θώραξ γελοίος, τον οποίον μου εφόρεσε η μιμητική τέχνη, διά να λάβη του σχήματός μου πιστόν αποτύπωμα, ότε βλέπω πλήθος να συναθροίζεται και δύο ωχρούς φωνακλάδες, πυγμάχους των σοφισμάτων, τον Δάμιν και ...

ΖΕΥΣ. Παύσε, παιδί μου, να μας ομιλής με στίχους. Γνωρίζω ποίους λέγεις. Να μου πης μόνον αν προ πολλού έχει αρχίση η συζήτησίς των.

ΕΡΜΑΓ. Όχι, ήσαν ακόμη εις τους ακροβολισμούς και εξ αποστάσεως εξεσφενδόνιζον ύβρεις κατ' αλλήλων.

ΖΕΥΣ. Δεν μας μένει λοιπόν τίποτε άλλο να πράξωμεν παρά να σκύψωμεν εκ του ουρανού και να παρακολουθήσωμεν την συζήτησιν ώστε ας αφαιρέσουν αι Ώραι τον μοχλόν και απομακρύνουσαι τα νέφη ας ανοίξουν τας πύλας του ουρανού. Θεέ μου, πόσοι έχουν συναχθή διά να τους ακούσουν! Αλλ' αυτός ο Τιμοκλής δεν μου αρέσει· όπως τρέμει και συγκινείται, θα μας πάρη στο λαιμό του· πολύ το φοβούμαι· είνε φανερόν ότι δεν μπορεί ν' αντιπαραταχθή προς τον Δάμιν. Αλλ' ας ευχώμεθα υπέρ αυτού. το μόνον το οποίον δυνάμεθα να κάμωμεν· σιγά όμως διά να μη ακούση ο Δάμις (75) .

ΤΙΜΟΚΛΗΣ. Τι λέγεις, ιερόσυλε Δάμι; ότι δεν υπάρχουν θεοί και ότι δεν προνοούν περί των ανθρώπων;

ΔΑΜΙΣ. Δεν είπα τούτο· αλλά συ να μου είπης πώς επείσθης ότι υπάρχουν.

ΤΙΜ. Όχι συ να μου αποκριθής, ασεβέστατε.

ΔΑΜ. Όχι συ.

ΖΕΥΣ. Έως εδώ ο δικός μας τα καταφέρει καλλίτερα και δυνατώτερα φωνάζει και θυμώνει. Εύγε, Τιμοκλή· μη φείδεσαι ύβρεων· εις αυτάς θα νικήσης, ενώ εις τα αλλά φοβούμαι ότι θα σε αποστομώση και θα σε κάμη άφωνον ως ιχθύν.

ΤΙΜ. Μα την Αθηνάν δεν θ' απαντήσω πριν από σε.

ΔΑΜ. Λοιπόν ερώτα, Τιμοκλή. Με αυτόν τον όρκον ενίκησες (76) . Θα σε παρακαλέσω μόνον να συζητής χωρίς ύβρεις.

ΤΙΜ. Καλά· ειπέ μου λοιπόν, δεν πιστεύεις, κατηραμένε ότι οι θεοί προνοούν περί των θνητών;

ΔΑΜ. Καθόλου.

ΤΙΜ. Τι λέγεις; Όλα λοιπόν γίνονται χωρίς πρόνοιαν εκ μέρους των θεών;

ΔΑΜ. Ναι.

ΤΙΜ. Και κανείς θεός δεν έχει την διεύθυνσιν των πάντων;

ΔΑΜ. Όχι.

ΤΙΜ. Ώστε όλα τρέχουν τυχαίως και ασκόπως;

ΔΑΜ. Ναι.

ΤΙΜ. Και ακούετε αυτά, άνθρωποι, χωρίς να λιθοβολήτε τον αλιτήριον;

ΔΑΜ. Διατί εξερεθίζεις εναντίον μου τους ανθρώπους, Τιμοκλή; Και ποίος είσαι συ και αγανακτείς υπέρ των θεών, ενώ οι ίδιοι δεν αγανακτούν; Με ακούουν προ πολλού να υποστηρίζω αυτάς τας ιδέας και όμως δεν μου έκαμαν τίποτε κακόν, εκτός εάν είνε κωφοί και δεν ακούουν.

ΤΙΜ. Σε ακούουν, Δάμι, σε ακούουν, αλλά θα σε τιμωρήσουν βραδύτερον.

ΔΑΜ. Και πού θα εύρουν καιρόν ν' ασχοληθούν δι' εμέ, αφού, ως λέγεις, έχουν τόσας ασχολίας και φροντίζουν να τακτοποιούν τόσην απειρίαν πραγμάτων εις τον κόσμον; Ούτω δεν ετιμώρησαν και σε διά τας τόσας σου επιορκίας και τας άλλας σου πράξεις, τας οποίας δεν θ' αναφέρω διά να μη αναγκασθώ να υβρίσω παρά την συμφωνίαν μας. Αλλά νομίζω ότι δεν ηδύναντο να δώσουν καλλιτέραν απόδειξιν της προνοίας των παρά τιμωρούντες τας κακίας σου. Φαίνεται όμως ότι έχουν ταξειδεύση μακράν, πέραν του ωκεανού εις την χώραν των αγαθών Αιθιόπων· διότι συνειθίζουν να πηγαίνουν εκεί συχνά, προσκαλούμενοι εις ευωχίας ή και αυθορμήτως.

ΤΙΜ. Τι να απαντήσω, Δάμι, εις την τόσην σου αναισχυντίαν;

ΔΑΜ. Εκείνο, Τιμοκλή, το οποίον προ πολλού επιθυμώ να μου εξηγήσης, πώς επείσθης ότι οι θεοί προνοούν.

ΤΙΜ. Πρώτον η τάξις η επικρατούσα εις το σύμπαν· ο ήλιος ο οποίος ακολουθεί πάντοτε την αυτήν οδόν και η σελήνη ομοίως, αι τροπαί των ωρών του έτους, τα φυόμενα φυτά και τα γεννώμενα ζώα, αλλά και η ευφυία μεθ' ης έχουν ταύτα δημιουργηθή, ώστε να τρέφωνται, να σκέπτωνται, να κινούνται και να βαδίζουν, να κτίζουν και να ράπτουν και τα τοιαύτα. Αυτά δεν σου φαίνονται ότι είνε έργα προνοίας;

ΔΑΜ. Εκλαμβάνεις ως απόδειξιν αυτό το ζήτημα· διότι δεν είνε αποδεδειγμένον και φανερόν ότι έκαστον εκ τούτων έγινεν εκ προνοίας· ότι τοιαύτα είνε τα γινόμενα το ομολογώ και εγώ· αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι γίνονται και υπό προνοίας τινός, διότι δύναται και να υποτεθή ότι αφού έγιναν κατ' αρχάς εκ τύχης εξακολουθούν να γίνωνται ομοίως και κατά τους αυτούς νόμους· συ δε ονομάζεις τάξιν την ανάγκην και αγανακτείς έπειτα κατ' εκείνων οι οποίοι δεν παραδέχονται την γνώμην σου, ότι τα φαινόμενα τα οποία αριθμείς και εκθειάζεις αποτελούν και απόδειξιν ότι όλα έγιναν με πρόνοιαν και τάξιν. Κατά τον κωμικόν ποιητήν, αυτό δεν περνά και λέγε μας άλλο (77) .

ΤΙΜ. Εγώ το νομίζω αρκετόν, αλλ' όμως θα σε ερωτήσω και θέλω να μου αποκριθής. Φρονείς ότι ο Όμηρος είνε άριστος ποιητής;

ΔΑΜ. Βέβαια.

ΤΙΜ. Λοιπόν εις εκείνον επείσθην εξηγούντα και διηγούμενον την πρόνοιαν των θεών.

ΔΑΜ. Αλλ', ω λαμπρέ άνθρωπε, περί του Ομήρου όλοι θα συμφωνήσουν ότι ήτο ποιητής, αλλά μάρτυς αψευδής περί των τοιούτων ούτε εκείνος, ούτε άλλος ποιητής δύναται να θεωρηθή· διότι οι ποιηταί δεν φροντίζουν τόσον περί της αληθείας, όσον διά να τέρπουν τους ακούοντας τα ποιήματα, και διά τούτο τα στολίζουν με μέτρα και τα παραγεμίζουν με μύθους και όλαι αι προσπάθειαί των ως σκοπόν έχουν την τέρψιν. Αλλ' εν τοσούτω θα ήθελα να ακούσω οποία πράγματα από τον Όμηρον σε έπεισαν. Μήπως εκείνα τα οποία λέγει περί του Διός, ότι συνώμοσαν να τον δέσουν η κόρη του, ο αδελφός του και η σύζυγός του; Και αν δεν ενόει τα τεκταινόμενα η Θέτις και εκάλει εις βοήθειαν τον Βρυάρεων, θα ηχμαλώτιζαν τον καλό σου τον Δία ή και θα τον έρριπταν εις τα δεσμά. Διά τούτο και ευγνωμονών προς την Θέτιδα, εξηπάτησε τον Αγαμέμνονα και του έστειλε ψευδές όνειρον ότι πολλοί εκ των Αχαιών θα απέθνησκον. Βλέπεις; Του ήτο αδύνατον να ρίξη κεραυνόν και να κατακαύση τον Αγαμέμνονα, αντί να φανή απατεών; Ή σε έκαμαν να πιστεύσης τα άλλα, τα οποία διηγείται, ότι ο Διομήδης ετραυμάτισε την Αφροδίτην και έπειτα κατά παρακίνησιν της Αθηνάς και αυτόν τον Άρην; Έπειτα δε ότι συμπλακέντες οι θεοί εμονομάχησαν αρσενικοί και θηλυκοί ανακατωμένοι και η Αθηνά ενίκα τον Άρην, ίσως διότι ούτος είχεν ήδη εξασθενήση εκ του τραύματος το οποίον έλαβε παρά του Διομήδους,

Λητοί δ' αντέστη σώκος ερυούνιος Ερμής (78) ;

ή σου εφάνησαν αξιόπιστα όσα διηγείται περί της Αρτέμιδος, ότι εχωλώθη διότι δεν εκλήθη εις γεύμα υπό του Οινέως και διά τούτο απέλυσεν εις την χώραν αυτού αγριόχοιρον τρομερόν; Με αυτάς τας διηγήσεις σε έπεισεν ο Όμηρος;

ΖΕΥΣ. Πωπώ! με ποίαν βοήν το πλήθος επεδοκίμασε τους λόγους του Δάμιδος· ο δε δικός μας φαίνεται ότι περιέπεσεν εις αμηχανίαν· φαίνεται ότι τα έχει χάση, είνε φοβισμένος, τρέμει. Έτοιμος να ρίψη την ασπίδα, παρατηρεί γύρω διά να ιδή από πού να φύγη.

ΤΙΜ. Ώστε και ο Ευριπίδης σου φαίνεται ότι δεν λέγει τίποτε ορθόν όταν παρουσιάζη τους θεούς επί της σκηνής και σώζουν τους αγαθούς εκ των ηρώων, τους κακούς δε και ασεβείς, όπως συ, συντρίβουν;

ΔΑΜ. Αλλ' αν αυτά τα οποία γράφουν οι τραγικοί ποιηταί σε έπεισαν, σοφώτατε Τιμοκλή, πρέπει έν εκ των δύο, ή τον Πώλον και τον Αριστόδημον και τον Σάτυρον να νομίζης πραγματικούς θεούς, ή τα προσωπεία, τους κοθόρνους, τους ποδήρεις χιτώνας· τας χλαμύδας και τας χειρίδας και τους θώρακας, με τα οποία εκείνοι στολίζουν την τραγωδίαν, νομίζεις ως αποτελούντα τους θεούς, πράγμα το οποίον θα ήτο γελοιωδέστατον, μου φαίνεται.

Διότι όταν αφ' εαυτού ομιλή ο Ευριπίδης και εκφράζη τας σκέψεις του, χωρίς ν' αναγκάζεται υπό της ανάγκης των δραμάτων, άκουσέ με ποίαν παρρησίαν αποφαίνεται:

Οράς τον υψού τόνδ' άπειρον αιθέρα και γην πέριξ έχονθ' υγραίς εν αγκάλαις; τούτον νόμιζε Ζήνα, τον δ' ηγού θεόν (79) .

και αλλαχού,

Ζευς, όστις ο Ζευς, ου γαρ οίδα, πλην λόγω κλύων (80) .

Και αλλά τοιαύτα.

ΤΙΜ. Λοιπόν όλοι οι άνθρωποι και όλα τα έθνη, τα οποία πιστεύουν και λατρεύουν θεούς, πλανώνται;

ΔΑΜ. Ευχαριστώ, Τιμοκλή, διότι μου ενθύμισες τας δοξασίας των διαφόρων εθνών, εκ των οποίων καθαρώτατα φαίνεται ότι δεν υπάρχει τίποτε βέβαιον εις την περί των θεών ιδέαν· διότι υπάρχουν πολλαί αντιθέσεις και άλλοι άλλα πιστεύουν. Οι Σκύθαι προσφέρουν θυσίας εις τον ακινάκην, οι Θράκες εις τον Ζάμολξιν, ένα φυγάδα άνθρωπον, όστις κατέφυγεν εις αυτούς εκ Σάμου, οι Φρύγες εις τον θεόν Μήνην, οι Αιθίοπες εις την Ημέραν, οι Κυλήνιοι εις τον Φάλητα (81) , οι Ασσύριοι εις την περιστεράν, οι Πέρσαι εις το πυρ και οι Αιγύπτιοι εις το ύδωρ. Και εις όλους μεν τους Αιγυπτίους είνε κοινή η λατρεία του ύδατος, αλλ' εκάστου διαμερίσματος οι κάτοικοι έχουν ιδιαιτέρους θεούς· οι Μεμφίται λατρεύουν το ρόδι, οι Πηλουσιώται το κρομμύδι, άλλοι τον Ίβιν ή τον κροκόδειλον και άλλοι τον κυνοκέφαλον, τον γάτον ή τον πίθηκον, υπάρχουν δε και χωρία εις τα οποία θεωρείται θεός ο δεξιός ώμος, ενώ οι κατοικούντες επί της άλλης όχθης του Νείλου θεωρούν ως θεόν τον αριστερόν ώμον. Άλλοι λατρεύουν ως θεόν το ήμισυ της κεφαλής και άλλοι ποτήρι πήλινον ή πινάκιον. Δεν είνε αυτά γελοία, καλέ Τιμοκλή;

ΜΩΜ. Δεν σας το έλεγα, ω θεοί, ότι όλα αυτά θα αποκαλυφθούν και θα κριθούν αυστηρώς και λεπτομερώς;

ΖΕΥΣ. Βέβαια το έλεγες, Μώμε, και είχες δίκαιον, εγώ δε θα προσπαθήσω να τα διορθώσω, αν διαφύγωμεν τον σημερινον κίνδυνον.

ΤΙΜ. Αλλά δεν μου λέγεις συ, εχθρέ των θεών, τους χρησμούς και τας προρρήσεις των μελλόντων εις ποίον τους αποδίδεις παρά εις τους θεούς και εις την πρόνοιαν αυτών;

ΔΑΜ. θα κάμης καλά, φίλε μου, να μη ομιλής περί των χρησμών, διότι θα με αναγκάσης να σ' ερωτήσω ποίον εξ αυτών θέλεις να αναφέρης ως επιχείρημα της γνώμης σου. Μήπως εκείνον τον οποίον έδωκεν ο Πύθιος Απόλλων εις τον Λυδόν βασιλέα και ο οποίος ήτο εντελώς αμφίβολος και διπρόσωπος, οποία είνε τινά εκ των αγαλμάτων του Ερμού, διττά και όμοια οπόθεν και αν τα παρατηρήσης; Ποίον κράτος θα κατέλυεν ο Κροίσος αν διέβαινε τον Άλυν, το ιδικόν του ή την επικράτειαν του Κύρου; Και όμως ο διεφθαρμένος εκείνος βασιλεύς επλήρωσε τον αμφίβολον τούτον χρησμόν με όχι ολίγα τάλαντα.

ΜΩΜ. Ακούετε, θεοί, ότι αυτός ο φιλόσοφος λέγει ακριβώς εκείνα τα οποία εγώ εφοβούμην. Πού είνε τώρα ο ωραίος μας κιθαριστής; Ας κατέβη να του δώση απάντησιν.

ΖΕΥΣ. Το ξέρεις, Μώμε, ότι μας παρασκότισες με τας ακαίρους σου επικρίσεις;

ΤΙΜ. Πρόσεξε, αλιτήριε Δάμι, διότι με αυτά που λέγεις σχεδόν κατεδαφίζεις τους ναούς και τους βωμούς των θεών.

ΔΑΜ. Όχι όλους τους βωμούς, Τιμοκλή. Διότι δεν βλέπω να προέρχεται τίποτε κακόν απ' αυτών, αφού είνε πλήρεις από θυμιάματα και ευωδίας. Αλλά θα έβλεπα ευχαρίστως να ανατραπούν εκ βάθρων οι βωμοί της Αρτέμιδος εις την Ταυρίδα, επί των οποίων τοιαύτας ευωχίας δέχεται ευχαρίστως η παρθένος εκείνη (82) .

ΖΕΥΣ. Τι κακό είνε αυτό που μας ήλθε; Βλέπετε ότι δεν φείδεται κανενός εκ των θεών, αλλ' εις όλους κατά σειράν ψάλλει τα εξ αμάξης και

Μάρπτει εξείης, ος τ' αίτιος ος τε και ουκί (83) .

ΜΩΜ. Και όμως ολίγους δύνασαι να εύρης μεταξύ ημών, ω Ζευ, οι οποίοι να μη είνε άξιοι κατηγορίας. Ίσως δε μετ' ολίγον θα θίξη και κανένα από τους μεγαλειτέρους μας.

ΤΙΜ. Ουδέ όταν βροντά ο Ζευς δεν ακούεις, θεομάχε Δάμι;

ΔΑΜ. Πως δεν ακούω τας βροντάς, Τιμοκλή; Αλλ' εάν εκείνος ο οποίος βροντά είνε ο Ζευς, συ θα το γνωρίζης καλλίτερα ο οποίος μας ήλθες από την διαμονήν των θεών· διότι εκείνοι τουλάχιστον οι οποίοι έρχονται από την Κρήτην άλλα μας διηγούνται· μας λέγουν ότι εκεί δεικνύουν ένα τάφον και επ' αυτού στήλην της οποίας η επιγραφή λέγει ότι δεν βροντά πλέον ο Ζευς, διότι προ πολλού απέθανεν.

ΜΩΜ. Αυτό επερίμενα ότι θα το είπη. Αλλά διατί ωχρίασες, ω Ζευ, και τα δόντια σου συγκρούονται εκ του τρόμου; Πρέπει να δείξης θάρρος και να περιφρονήσης αυτούς τους ανθρωπίσκους.

ΖΕΥΣ. Τι λέγεις, Μώμε; Να περιφρονήσω; Δεν βλέπεις πόσοι τον ακούουν και πώς πείθονται εις όσα λέγει καθ' ημών και φαίνονται ως να κρέμωνται από τα χείλη του;

ΜΩΜ. Αλλά συ, ω Ζευ, όταν θελήσης, ρίπτεις χρυσήν αλυσίδα και δύνασαι όλους αυτούς ν' ανασύρης ομού με την γην και την θάλασσαν.

ΤΙΜ. Ειπέ μου, κατηραμένε, εταξείδευσες ποτέ σου;

ΔΑΜ. Πολλάκις, Τιμοκλή.

ΤΙΜ. Λοιπόν όταν εταξείδευες, σας ωδήγει ο άνεμος, ο οποίος εφούσκωνε τα πανιά, και η κωπηλασία ή ο κυβερνήτης ο οποίος ήτο είς και μόνος διηύθυνε και έσωζε το πλοίον;

ΔΑΜ. Ο κυβερνήτης βέβαια.

ΤΙΜ. Ώστε το πλοίον αν δεν εκυβερνάτο δεν θα ηδύνατο να ταξειδεύση, και νομίζεις ότι το σύμπαν αυτό το οποίον βλέπεις κινείται χωρίς κυβερνήτην και χωρίς να το διευθύνη κανείς;

ΖΕΥΣ. Εύγε, Τιμοκλή, το παράδειγμά σου είνε πολύ δυνατόν.

ΔΑΜ. Αλλά, θεοφιλέστατε Τιμοκλή, ξέρεις ότι ο κυβερνήτης ενός πλοίου φροντίζει πάντοτε δι' ό,τι συμφέρει το πλοίον του, προ πολλού παρασκευάζεται και δίδει οδηγίας εις τους ναύτας, τίποτε δε ανωφελές και παράλογον δεν υπάρχει εις το πλοίον, αλλά μόνον ό,τι είνε χρήσιμον και αναγκαίον διά τα ταξείδια. Ο ιδικός σου όμως ο κυβερνήτης, ο οποίος ως διατείνεσαι διευθύνει, αυτό το μέγα πλοίον, και οι σύντροφοί του δεν έχουν τακτοποιήση τίποτε κατά το πρέπον και την ανάγκην, αλλ' ο μεν πρότονος συμβαίνει ενίοτε να είνε παραριμμένος εις την πρύμνην, οι δε ποδεώνες εις την πρώραν και οι δύο· έστιν ότε δε αι άγκυραι είνε χρυσαί και ο χηνίσκος (84) μολύβδινος· και τα μεν ύφαλα του πλοίου είνε καταστόλιστα, τα δε έξω του ύδατος τελείως αστόλιστα. Και εκ των ναυτών δε βλέπεις τον μεν αργόν και αμαθή και άτολμον εις το έργον του να λαμβάνη διπλούν και τριπλούν μισθόν, εις εκείνον δε ο οποίος είνε άριστος κολυμβητής και ευκολώτερα αναβαίνει εις τας κεραίας και γνωρίζει παν ό,τι απαιτεί το έργον του, είνε ανατεθειμένον να αντλή το νερόν το οποίον εισχωρεί εις το κύτος του πλοίου. Τα αυτά συμβαίνουν και με τους επιβάτας· βλέπομεν ένα άξιον μαστιγώσεως να κάθηται εις την καλλιτέραν θέσιν και πλησίον του κυβερνήτου ο οποίος του κάμνει παντοίας περιποιήσεις και άλλον κακοηθέστατον ή πατροκτόνον ή ιερόσυλον ν' απολαμβάνη μεγάλας τιμάς και να κατέχη τα επιφανέστερα μέρη του πλοίου, πολλούς δε ευγενείς ανθρώπους συστιβαγμένους και στενοχωρουμένους εις το βάθος του σκάφους και καταπατουμένους υπό των πραγματικώς υποδεεστέρων. Ενθυμίσου πώς ο Σωκράτης και ο Αριστείδης και ο Φωκίων εταξείδευσαν· ούτε άρτον είχαν πάντοτε και τοποθετημένοι επί των γυμνών σανίδων εις το κύτος, ούτε να εκτείνουν τους πόδας των είχον χώρον· με πόσα δε αγαθά εταξείδευσαν ο Καλλίας, ο Μειδίας και ο Σαρδανάπαλλος, διασκεδάζοντες και πτύοντες επί εκείνων οίτινες ευρίσκοντο κάτω από αυτούς.

Αυτά γίνονται εις το πλοίον σου, σοφώτατε Τιμοκλή, και διά τούτο τα ναυάγια είνε απειράριθμα. Εάν όμως υπήρχε κανείς κυβερνήτης ο οποίος να επιβλέπη και να κανονίζη πάντα τα καθέκαστα, πρώτον δεν θα ηγνόει ποίοι είνε οι καλοί και ποίοι οι φαύλοι εκ των επιβατών του πλοίου του, και έπειτα εις έκαστον θα έδιδε θέσιν κατά την αξίαν του και εις μεν τους καλλιτέρους θα έδιδε την καλλιτέραν θέσιν επάνω, και πλησίον του, την κάτω δε εις τους χειροτέρους και θα προσελάμβανεν ομοτραπέζους και συμβούλους τους καλλιτέρους· εκ δε των ναυτών ο μεν πρόθυμος θα διωρίζετο επόπτης της πρώρας ή μιας εκ των πλευρών του πλοίου και πάντως θα είχε θέσιν ανωτέραν των άλλων, ο δε οκνηρός και αμελής θα εμαστιγόνετο πεντάκις της ημέρας με το καραβόσχοινον. Ώστε, λαμπρέ μου άνθρωπε, το παράδειγμα του πλοίου κινδυνεύει να ναυαγήση, διότι του έτυχε κακός κυβερνήτης.

ΜΩΜ. Τα πράγματα διά τον Δάμιν πηγαίνουν λαμπρά και πλησίστιος προχωρεί προς την νίκην.

ΖΕΥΣ. Δυστυχώς, Μώμε, αι εικασίαι σου θα επαληθεύσουν. Αυτός ο Τιμοκλής δεν δύναται να επινοήση κανέν ισχυρόν επιχείρημα, αλλ' επαναλαμβάνει τα κοινά και τετριμμένα, όλα ευκόλως ανατρεπόμενα.

ΤΙΜ. Λοιπόν αφού το παράδειγμα του πλοίου δεν σου εφάνη πολύ ισχυρόν, άκουσε τώρα και εκείνο το οποίον δύναται να ονομασθή ιερά άγκυρα, διότι δεν θα δυνηθής με κανένα τρόπον να το συντρίψης.

ΖΕΥΣ. Τι άρα γε θα είπη;

ΤΙΜ. θα ίδης εάν αυτός ο συλλογισμός μου είνε ανακόλουθος και αν δύνασαι να τον ανατρέψης. Εάν υπάρχουν βωμοί, υπάρχουν και θεοί· αλλ' υπάρχουν βωμοί, άρα υπάρχουν και θεοί. Τι έχεις ν' απαντήσης εις αυτά;

ΔΑΜ. Άφησε να γελάσω πρώτον όσον αξίζει ο συλλογισμός σου και έπειτα σου απαντώ.

ΤΙΜ. Αλλά φαίνεται ότι δεν θα παύσης ποτέ να γελάς. Δεν μου λέγεις τι το γελοίον βλέπεις εις αυτό το οποίον είπα;

ΔΑΜ. Γελώ διότι δεν εννοείς ότι εκρέμασες την άγκυράν σου και μάλιστα την ιεράν από λεπτήν κλωστήν. Ενόμισες ότι αν συνδέσης την ύπαρξιν των θεών με την ύπαρξιν των βωμών θα κάμης δυνατώτερον το σχοινί και όμως το αποτέλεσμα είνε αντίθετον, ώστε εάν δεν έχης άλλο τίποτε λογικώτερον να είπης, καιρός να φύγωμεν.

ΤΙΜ. Ομολογείς λοιπόν ότι ηττήθης και αποφασίζεις ν' απέλθης πρώτος;

ΔΑΜ. Ναι, Τιμοκλή· διότι συ όπως οι καταδιωκόμενοι κατέφυγες εις τους βωμούς. Ώστε, μα την ιεράν άγκυραν, θέλω να συνάψω συνθήκην μετά σου επ' αυτών των βωμών ότι δεν θα συζητήσωμεν πλέον περί τοιούτων θεμάτων.

ΤΙΜ. Με ειρωνεύεσαι, τυμβωρύχε και μιαρέ και κατάπτυστε και κάθαρμα άξιον μαστιγώσεως. Νομίζεις ότι δεν γνωρίζομεν τίνος πατρός είσαι τέκνον, πως η μητέρα σου επορνεύετο, πως έπνιξες τον άδελφόν σου και μοιχεύεις και τους νέους διαφθείρεις, λαιμαργότατε και αναισχυντότατε; Αλλά διατί φεύγεις; Περίμενε, διότι θέλω και να σε δείρω· θα σε σφάξω με αυτό το κεραμίδι, φαυλότατε.

ΖΕΥΣ. Ο Δάμις φεύγει και γελά, ο δε άλλος τον ακολουθεί και τον υβρίζει· τον ερεθίζει τόσον η ευθυμία του Δάμιδος, ώστε φαίνεται ότι και θα τον κτυπήση εις την κεφαλήν με το κεραμίδι το οποίον κρατεί. Ημείς δε τι πρέπει να πράξωμεν τώρα;

ΕΡΜ. Μου φαίνεται ορθόν εκείνο το οποίον είπεν ένας κωμικός ποιητής,

Ουδέν πέπονθας δεινόν, αν μη προσποιή (85) .

Διότι τι τόσον μέγα κακόν είνε εάν ολίγοι άνθρωποι επίστευσαν εις αυτά τα οποία είπεν ο Δάμις; Είνε πολύ περισσότεροι όσοι πιστεύουν τα εναντία, οι περισσότεροι εκ των Ελλήνων, ο πολύς και αμαθής όχλος και όλοι οι βάρβαροι.

ΖΕΥΣ. Και όμως, Ερμή, εκείνο το οποίον είπε περί του Ζωπύρου ο Δαρείος μου φαίνεται πολύ ορθόν ώστε και εγώ θα επροτίμων να έχω ένα σύμμαχον οποίος ο Δάμις παρά μυρίας Βαβυλώνας.

ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑ (86)

ΖΕΥΣ. Συ τακτοποίησε τα θρανία και συγύρισε την αίθουσαν δι' εκείνους οίτινες θα έλθουν. Συ έπειτα φέρε και τοποθέτησε κατά σειράν τους φιλοσόφους, αφού προηγουμένως τους στολίσης διά να κάνουν εντύπωσιν και να προσελκύσουν περισσοτέρους αγοραστάς. Συ δε, Ερμή, διαλάλει και συγκάλεσε υπό αισίους οιωνούς τους αγοραστάς να προσέλθουν εις το δημοπρατήριον. Θα εκπλειστηριάσωμεν φιλοσοφικούς βίους παντός είδους και πάσης κατηγορίας. Εάν δε κανείς δεν έχη να καταβάλη αμέσως το χρήμα, ας λάβη προθεσμίαν ενός έτους, αφού δώση εγγυητήν.

ΕΡΜΗΣ. Πολλοί εμαζεύτηκαν, ώστε δεν πρέπει ν' αργοπορούμεν και να τους αφήνωμεν να περιμένουν.

ΖΕΥΣ. Ας αρχίση λοιπόν η δημοπρασία.

ΕΡΜ. Ποίον θέλεις να εκθέσωμεν πρώτον εις πώλησιν;

ΖΕΥΣ. Αυτόν με την μακράν κόμην τον εξ Ιωνίας, ο οποίος φαίνεται από τους σοβαρωτέρους.

ΕΡΜ. Συ ο Πυθαγορικός κατέβα και στάσου να σε εξετάσουν οι αγορασταί.

ΖΕΥΣ. Λοιπόν διαλάλησε.

ΕΡΜ. Πωλείται ο άριστος βίος και ο σεμνότατος. Ποιος θέλει να γίνη υπεράνθρωπος; Ποιος θέλει να γνωρίση την αρμονίαν του σύμπαντος και να αναζήση μετά θάνατον εις νέαν ζωήν;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ. Το εξωτερικόν του δεν είνε άσχημον, αλλά τι κυρίως γνωρίζει;

ΕΡΜ. Αριθμητικήν, αστρονομίαν, θαυματοποιίαν, γεωμετρίαν, μουσικήν και μαγείαν. Έχεις ενώπιόν σου ένα εξαίρετον μάντιν.

ΑΓΟΡ. Επιτρέπεται να του κάμω μερικάς ερωτήσεις;

ΕΡΜ. Ελεύθερα.

ΑΓΟΡ. Από πού είσαι;

ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ. Σάμιος.

ΑΓΟΡ. Και πού εσπούδασες;

ΠΥΘ. Εις την Αίγυπτον κοντά εις τους εκεί σοφούς (87) .

ΑΓΟΡ. Λοιπόν, εάν σε αγοράσω, τι θα με διδάξης;

ΠΥΘ. Δεν θα σε διδάξω τίποτε, αλλά θα σε ενθυμήσω.

ΑΓΟΡ. Πώς θα μ' ενθυμήσης;

ΠΥΘ. Αφού σου εξαγνίσω πρώτον την ψυχήν και της αποπλύνω τον ρύπον.

ΑΓΟΡ. Υπόθεσε ότι τώρα είμαι καθαρός· κατά ποίον τρόπον θα μου φέρης τις αναμνήσεις;

ΠΥΘ. Κατ' αρχάς θα υποβληθής εις ησυχίαν μακράν και σιωπήν και επί πέντε ολόκληρα έτη δεν θα εκστομίσης λέξιν.

ΑΓΟΡ. Να πας, φίλε μου, να γίνης παιδαγωγός εις το παιδί του Κροίσου (88) · εγώ είμαι φλύαρος και δεν θέλω να μεταβληθώ εις άγαλμα. Αλλά τέλος πάντων μετά την σιωπήν και την πενταετίαν τι θα γίνη;

ΠΥΘ. Θα εξασκηθής εις την μουσικήν και την γεωμετρίαν.

ΑΓΟΡ. Νόστιμο αυτό· διά να γίνω σοφός είνε ανάγκη προηγουμένως να γίνω κιθαριστής.

ΠΥΘ. Μετά τούτο θα μάθης ν' αριθμής.

ΑΓΟΡ. Και τώρα ξέρω να μετρώ.

ΠΥΘ. Πώς μετράς;

ΑΓΟΡ. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.

ΠΥΘ. Βλέπεις; Εκείνα που νομίζεις τέσσερα είνε δέκα και τρίγωνον τέλειον, εις το οποίον ημείς ορκιζόμεθα (89) .

ΑΓΟΡ. Μα το τέσσαρα, τον μέγαν αυτόν όρκον, πρώτην φοράν ακούω λόγους τόσον θείους και τόσον ιερούς (90) .

ΠΥΘ. Έπειτα, φίλε μου, θα μάθης τι είνε η γη, ο αήρ, το ύδωρ και το πυρ, ποία η κίνησίς των και ποία η μορφή των εν τη κινήσει.

ΑΓΟΡ. Πώς; Έχουν μορφήν το πυρ, ο αήρ και το νερόν;

ΠΥΘ. Και πολύ ορατήν· διότι εάν δεν είχον μορφήν και σχήμα, δεν θα ηδύναντο να κινούνται. Μετά ταύτα θα μάθης ότι και ο θεός είνε αριθμός, νους και αρμονία.

ΑΓΟΡ. Θαυμάσια αυτά που λέγεις.

ΠΥΘ. Εκτός δε των ειρημένων, θα μάθης και περί του εαυτού σου ότι είσαι άλλος παρ' ό,τι νομίζεις και ό,τι φαίνεσαι.

ΑΓΟΡ. Τι λες; Άλλος είμαι και όχι εγώ που ομιλώ τώρα με σένα;

ΠΥΘ. Τώρα είσαι συ, άλλοτε όμως παρουσιάζεσο με άλλο σώμα και άλλο όνομα· πάλιν δε μετά τινα καιρόν θα μεταβής εις άλλην ύπαρξιν.

ΑΓΟΡ. Θέλεις να πης ότι θα μένω αθάνατος και ότι θα μεταλλάσσω μορφάς διαφόρους; Αλλ' αρκετά είπαμεν δι' αυτά. Δεν μου λες και ποίαν δίαιταν ακολουθείς;

ΠΥΘ. Δεν τρώγω τίποτε το οποίον να έχη ζωήν και εκ των άλλων αποφεύγω τους κυάμους.

ΑΓΟΡ. Διατί; Ή μήπως δεν σ' ερέσουν τα κουκκιά;

ΠΥΘ. Όχι, αλλ' οι κύαμοι είνε ιεροί και θεία η φύσις των. Εν πρώτοις ολόκληρος ο κύαμος είνε σπέρμα ζωής και αν ξεφλουδίσης κύαμον χλωρόν, θα ίδης ότι ομοιάζει πολύ προς τα γεννητικά όργανα του ανδρός· εάν δε αφού ψηθή τον αφήσης υπό την σελήνην επί ωρισμένας νύκτας μεταβάλλεται εις αίμα. Αλλά το σπουδαιότερον είνε ότι οι Αθηναίοι διά κυάμων εκλέγουν τους άρχοντάς των.

ΑΓΟΡ. Ωραία τα είπες όλα και θαυμάσια. Αλλά τώρα γδύσου, διότι θέλω να σε ίδω και γυμνόν. Μπα, ο μηρός του είνε χρυσός! Φαίνεται ότι δεν είνε άνθρωπος, αλλά θεός. Εξάπαντος θα τον αγοράσω. Πόσον θέλεις δι' αυτόν;

ΕΡΜ. Δέκα μνας.

ΑΓΟΡ. Τον αγοράζω εις αυτήν την τιμήν.

ΖΕΥΣ. Γράψε το όνομα του αγοραστού και την πατρίδα του.

ΕΡΜ. Φαίνεται ότι είνε Ιταλιώτης, ω Ζευ, από τα μέρη της εκεί Ελλάδος, τον Κρότωνα ή την Τάραντα. Δεν είνε όμως ένας, αλλά τριακόσιοι σχεδόν έκαμαν εταιρικώς την αγοράν.

ΖΕΥΣ. Ας τον πάρουν και ας έλθη άλλος.

ΕΡΜ. Θέλεις να φέρωμεν αυτόν τον ακάθαρτον τον καταγόμενον από τον Πόντον;

ΖΕΥΣ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Συ με την σακκούλα, που έχεις γυμνούς τους ώμους, έλα και φέρε ένα γύρο διά να σε ιδούν όλοι. Πωλείται βίος ανδροπρεπής, βίος άριστος και θαρραλέος, βίος ελεύθερος. Ποιος θέλει να τον αγοράση;

ΑΓΟΡ. Πώς είπες, κήρυξ; Πωλείς άνθρωπον ελεύθερον;

ΕΡΜ. Μάλιστα.

ΑΓΟΡ. Και δεν φοβείσαι να καταδιωχθής ως εξανδραποδιστής και εναχθής εις τον Άρειον Πάγον;

ΕΡΜ. Αυτός δεν σκοτίζεται διά την πώλησίν του· διότι νομίζει ότι είνε τελείως ελεύθερος.

ΑΓΟΡ. Και εις τι μπορεί να χρησιμεύση άνθρωπος τόσο ρυπαρός και εις τοιαύτην αθλίαν κατάστασιν; Το πολύ πολύ μόνον ως σκαφτιάν δύναται κάνεις να τον χρησιμοποιήση ή διά να κουβαλή νερόν.

ΕΡΜ. Και θυρωρόν εάν τον κάμης θα είνε πολύ πιστότερος από ένα σκύλον. Άλλως τε και αυτός κύων ονομάζεται.

ΑΓΟΡ. Και από πού είνε και τι επαγγέλλεται;

ΕΡΜ. Ρώτησε τον ίδιον· αυτό είνε το καλλίτερον.

ΑΓΟΡ. Είνε τόσον κατσουφιασμένος και άγριος, ώστε φοβούμαι να μη με γαυγίση ή και να με δαγκάση, αν πλησιάσω. Δεν βλέπεις πως εσήκωσε το ραβδί και συνεφρυώθη και κυτάζει κατά τρόπον άγριον και απειλητικόν;

ΕΡΜ. Μη φοβάσαι· είνε ημερωμένος.

ΑΓΟΡ. Δεν μου λες, καλέ μου άνθρωπε, από πού είσαι;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Απ' όπου θέλεις.

ΑΓΟΡ. Τι εννοείς;

ΔίΟΓ. Έχεις ενώπιόν σου ένα πολίτην του κόσμου.

ΑΓΟΡ. Και ποιον ακολουθείς και μιμείσαι; ΔΙΟΓ. Τον Ηρακλέα.

ΑΓΟΡ. Κατά το ξύλον που κρατείς του ομοιάζεις· αλλά διατί δεν φορείς και την λεοντήν;

ΔΙΟΓ. Η λεοντή μου είνε αυτός ο τρίβων. Το έργον μου δε είνε να πολεμώ, όπως εκείνος, τας ηδονάς, όχι κατά διαταγήν άλλου, αλλ' εκουσίως. Ο σκοπός μου είνε να καθαρίσω από αυτάς τον κόσμον.

ΑΓΟΡ. Ευγενής σκοπός. Αλλά τέλος πάντων εις τι συνίστανται κυρίως αι γνώσεις σου και ποίαν τέχνην μετέρχεσαι;

ΔΙΟΓ. Είμαι ελευθερωτής των ανθρώπων και ιατρός των παθών· εν γένει δε θέλω να είμαι της αληθείας και του θάρρους ο κήρυξ.

ΑΓΟΡ. Και αν σ' ερωτήσω, στόμα της αληθείας, κατά ποίον τρόπον θα με εξασκήσης;

ΔΙΟΓ. Αφού σε παραλάβω θα σε γδύσω πρώτον από την καλοπέρασιν, θα σε αναγκάσω έπειτα να ζης με στερήσεις και θα σου φορέσω τρίβωνα όπως αυτόν που φορώ, κατόπιν δε θα σε υποβάλλω εις κόπους και κακοπαθείας, θα κοιμάσαι κατά γης, θα πίνης μόνον νερόν και θα τρέφεσαι με ό,τι τύχη. Αν έχης χρήματα θα σε συμβουλεύσω να πας να τα ρίψης εις την θάλασσαν, θ' αδιαφορήσης διά γυναίκα, τέκνα και πατρίδα και όλα αυτά θα τα θεωρής σαχλαμάρες, θ' αφήσης το σπίτι του πατέρα σου και θα κατοικήσης εις κανένα τάφον ή ερημόπυργον ή και πίθον. θα έχης την σακκούλαν γεμάτην από λούπινα και από βιβλία ολόγραφα (91) και εις την κατάστασιν αυτήν θα θεωρής τον εαυτόν σου ευδαιμόνέστερον από τον βασιλέα των Περσών. Εάν δε κανείς σε δείρη ή σε βασανίση, να μη το θεωρής δυσάρεστον.

ΑΓΟΡ. Τι λες; Να μη πονώ όταν με δέρνουν; Δεν έχω το δέρμα της χελώνης ή του κάβουρα.

ΔΙΟΓ. Ν' ακολουθής με μικράν παραλλαγήν εκείνο που είπεν ο Ευριπίδης.

ΑΓΟΡ. Τι;

ΔΙΟΓ. Το πνεύμα σου θα πονέση αλλ' η γλώσσα θα μείνη ανάλγητος (92) . Προ πάντων όμως πρέπει να είσαι αυθάδης και θρασύς και να υβρίζης τους πάντας αδιακρίτως, βασιλείς και ιδιώτας, διότι ούτω ο κόσμος θα σε προσέξη και θα σε νομίση άφοβον. Η γλώσσα σου να είνε χυδαία και βάρβαρος και η φωνή σου δυνατή και εντελώς ομοία προς το γαύγισμα του σκύλου. Το πρόσωπόν σου να είνε αγριωπόν και το βάδισμα ανάλογον προς την τοιαύτην του προσώπου έκφρασιν. Εν γένει δε όλα σου να είνε θηριώδη και άγρια. Η εντροπή, η μετριοπάθεια και η πραότης ας είνε μακράν σου· και το ερύθημα να το αποξύσης εντελώς από το πρόσωπόν σου. Να συχνάζης κατά προτίμησιν εις τα πολυανθρωπότερα μέρη και εις αυτά πάλιν να ζης μόνος και ακοινώτητος, χωρίς κανένα να πλησιάζης και κανένα να έχης φίλον διότι αυτά είνε εναντίον των αρχών μας. Ενώπιον δε όλων να πράττης με θάρρος εκείνα τα οποία οι άλλοι και ιδιαιτέρως εντρέπονται να πράττουν. Και εις τας ηδονάς της Αφροδίτης να εκλέγης τους γελοιωδεστέρους τρόπους. Και τέλος, όταν θελήσης, να φάγης ένα κταπόδι ωμό ή σουπιά και ν' αποθάνης. Αυτή είνε η ευτυχία την οποίαν θα σου δώσω.

ΑΓΟΡ. Να την κρατήσης για τον εαυτό σου. Αυτά που μου λες είνε απάνθρωπα και συχαμερά.

ΔΙΟΓ. Εύκολα όμως και όλοι δύνανται να τα βάλλουν εις πράξιν. Δεν θα έχης ανάγκην από μάθησιν και σοφίαν γελοίαν, αλλ' η οδός που θα σε φέρη εις την δόξαν θα είνε σύντομος· διότι και κοινός άνθρωπος εάν είσαι, όπως βυρσοδέψης ή παστοπώλης, μαραγκός ή αργυραμοιβός (93) , τούτο δεν θα σε εμποδίση να γίνης περίφημος, αρκεί να έχης αναίδειαν και θράσος και να μάθης καλά να υβρίζης.

ΑΓΟΡ. Δι' αυτά δεν σε χρειάζομαι· ναύτης όμως ή κηπουρός δύνασαι εν ανάγκη να γίνης, εάν θέλουν να σε δώσουν το πολύ για δυο οβολούς.

ΕΡΜ. Πάρε τον. Ευχαρίστως θα τον ξεφορτωθούμε, διότι μας ζαλίζει με τας κραυγάς του και όλους αδιακρίτως υβρίζει και κακολογεί.

ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον, εκείνον τον Κυρηναίον, ο οποίος φορεί πορφύραν και έχει στέφανον επί της κεφαλής του. (94)

ΕΡΜ. Παρακαλώ να γίνη ησυχία, διότι το αντικείμενον είνε πολυτελές και έχει ανάγκην πλουσίων αγοραστών. Πρόκειται περί βίου ευχαρίστου, βίου τρισευτυχούς. Ποιος θέλει μίαν ζωήν ηδυπαθή; Ποιος θέλει ν' αγοράση αυτό το αβρότατον υποκείμενον;

ΑΓΟΡ. Πλησίασε και λέγε τι γνωρίζεις και θα σε αγοράσω αν δύνασαι να μου είσαι χρήσιμος.

ΕΡΜ. Μη τον ενοχλής, φίλε μου, και μη χάνης τα λόγια σου, διότι είνε μεθυσμένος και δεν θα σου απαντήση· ως βλέπεις, τραυλίζει.

ΑΓΟΡ. Και ποιος έχασε τα μυαλά του ν' αγοράση ένα δούλον τόσον διεφθαρμένον και ακόλαστον; Αλλά και τι μυρωδιές έχει πάνω του! Και πώς τρικλίζει και φαίνεται έτοιμος να πέση! Αλλά λέγε μου τουλάχιστον συ, ω Ερμή, τι γνωρίζει και ποίαν τέχνην επαγγέλεται.

ΕΡΜ. Κυρίως είνε καλός φίλος και ευχάριστος συμπότης και χορευτής· θα είνε πολύ διασκεδαστικός εις ένα αφέντην ο οποίος ρέπει εις τους έρωτας και εις την ασωτείαν. Αλλ' είνε και τέλειος σοφός εις την παρασκευήν των φαγητών και των γλυκυσμάτων και εν γένει είνε επιστήμων εις την καλοπέρασιν. Εσπούδασε εις τας Αθήνας και υπηρέτησεν έπειτα τους τυράννους της Σικελίας και εξετιμάτο πολύ παρ' αυτών. Το κυριώτερον δόγμα του είνε να καταφρονή τα πάντα και συγχρόνως να επωφελήται τα πάντα και να λαμβάνη την ηδονήν όπου την ευρίσκει.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν ν' αποταθής εις άλλον από αυτούς τους πλουσίους που έχουν πολλά χρήματα· εγώ δεν είμαι κατάλληλος ν'αγοράσω ένα τέτοιον γλεντζέν.

ΕΡΜ. Φαίνεται ότι θα μας μείνη απώλητος αυτός.

ΖΕΥΣ. Ας αποσυρθή και φέρε άλλον. Ας έλθουν αυτοί οι δύο, αυτός από τα Άβδυρα που γελά και ο άλλος από την Έφεσον που κλαίει, θέλω να τους πωλήσωμεν και τους δύο ομού.

ΕΡΜ. Κατεβήτε εις το μέσον. Πωλούνται δύο άριστοι βίοι, οι σοφώτατοι εξ όλων.

ΑΓΟΡ. Τι αντίθετοι που είνε! Ο ένας δεν παύει να γελά. Ο άλλος φαίνεται ως να κλαίη τον πατέρα του. Δεν μου λες εσύ, γιατί γελάς;

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ. Ερωτάς; Διότι όλα όσα κάνετε μου φαίνονται γελοία και σεις γελοίοι.

ΑΓΟΡ. Πώς είπες; Μάς εμπαίζεις όλους και περιφρονείς τα πράγματα εις τα οποία ασχολούμεθα;

ΔΗΜ. Αυτό είνε· δεν βλέπω τίποτε το σπουδαίον εις αυτά και τα πάντα είνε κενά και ατόμων φορά και απειρία.

ΑΓΟΡ. Όχι δα· συ είσαι αληθινά κενός και άπειρος του κόσμου. Αλλά δεν θα παύσης να γελάς; Τι αυθάδεια είνε αυτή; Και συ, φίλε μου, διατί κλαίεις; Μου φαίνεται ότι είνε προτιμότερον να ομιλή κανείς με σένα.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ. Τα ανθρώπινα πράγματα μου φαίνονται, ξένε, θλιβερά και αξιοδάκρυτα και τίποτε εξ αυτών δεν τρέχει προς το καλόν. Σας λυπούμαι λοιπόν και οδύρομαι· και τα μεν παρόντα δεν θεωρώ σπουδαία, τα δε μέλλοντα προβλέπω τρομερά· εννοώ την πυρπόλησιν και την καταστροφήν του σύμπαντος. Δι' αυτά κλαίω και διότι τίποτε δεν είνε στερεόν και όλα συστρέφονται εις ένα κυκεώνα και είνε το αυτό η τέρψις και η θλίψις, η γνώσις και η άγνοια, το μέγα και το μικρόν. Όλα περιστρέφονται και συναλλάσσονται εις το παιγνίδι των αιώνων.

ΑΓΟΡ. Και τι είνε ο αιών;

ΗΡΑΚΛ. Ένα παιδί το οποίον παίζει πεσσούς (95) και φιλονεικεί.

ΑΓΟΡ. Και οι άνθρωποι;

ΗΡΑΚΛ. Θεοί θνητοί.

ΑΓΟΡ. Οι δε θεοί;

ΗΡΑΚΛ. Άνθρωποι αθάνατοι.

ΑΓΟΡ. Αινίγματα μου λέγεις, φίλε μου, ή γρίφους συνθέτεις; Οι λόγοι σου είνε σκοτεινοί όπως οι χρησμοί του Λοξίου Απόλλωνος.

ΗΡΑΚΛ. Διότι δεν έχετε καμμίαν σημασίαν δι' εμέ.

ΑΓΟΡ. Αλλά τότε δεν θα σ' αγοράση κανείς που τα έχει σωστά.

ΗΡΑΚΛ. Και εγώ σας περιφρονώ εξ ίσου και τους αγοράζοντας και τους μη αγοράζοντας.

ΑΓΟΡ. Αυτός μου φαίνεται ότι δεν είνε καλά στα μυαλά του. Ούτε τον ένα, ούτε τον άλλον θ' αγοράσω.

ΕΡΜ. Και αυτοί θα μείνουν απώλητοι.

ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον.

ΕΡΜ. Θέλεις να καλέσω τον Αθήναιον εκείνον τον πολύλογον;

ΖΕΥΣ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Έλα λοιπόν συ. Πωλείται βίος αγαθός και συνετός. Ποιος θ' αγοράση ένα τόσον αξιοσέβαστον πρόσωπον;

ΑΓΟΡ. Δεν μου λες τι κυρίως ξέρεις εσύ;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Είμαι παιδεραστής και σοφός εις τα του έρωτος.

ΑΓΟΡ. Ωραία! Και θέλεις να σε αγοράσω εγώ και να σε πάρω παιδαγωγόν εις το παιδί μου, που είνε καλοκαμωμένο;

ΣΩΚΡ. Και ποιος από εμένα είνε καταλληλότερος να συναναστρέφεται ένα ωραίον νέον; Διότι δεν είμαι των σωμάτων εραστής αλλά των ωραίων ψυχών, θα τους ακούσης να λέγουν ότι και όταν συνέβη να κοιμηθούν μαζή μου υπό το αυτό σκέπασμα δεν έπαθαν τίποτε κακόν εκ μέρους μου (96) .

ΑΓΟΡ. Αυτά να τα λες αλλού, ότι είσαι παιδεραστής και περιορίζεσαι μόνον εις την ψυχήν των παιδιών, ενώ δύνασαι να πας και πάρα πέρα, αφού κοιμάσθε υπό το αυτό σκέπασμα.

ΣΩΚΡ. Σου ορκίζομαι εις τον σκύλον και εις τον πλάτανον ότι αυτή είνε η αλήθεια (97) .

ΑΓΟΡ. Τι θεοί είνε αυτοί εις τους οποίους ορκίζεσαι;

ΣΩΚΡ. Γιατί; Δεν νομίζεις ότι είνε θεός ο σκύλος; Δεν γνωρίζεις ότι ο Άνουβις ο θεός των Αιγυπτίων είνε κυνοκέφαλος, επίσης δε ο Σείριος εις τον ουρανόν και ο Κέρβερος εις τον Άδην;

ΑΓΟΡ. Καλά λες, το λάθος είνε δικό μου. Αλλά κατά ποίον τρόπον ζης;

ΣΩΚΡ. Κατοικώ εις μίαν πόλιν την οποίαν κατεσκεύασα διά τον εαυτόν μου, μεταχειρίζομαι δε πολίτευμα εντελώς ιδιαίτερον και νόμους δικούς μου.

ΑΓΟΡ. Ήθελα ν' ακούσω κανένα από τους νόμους σου.

ΣΩΚΡ. Άκουσε ένα από τους κυριωτέρους, ο οποίος αφορά τας γυναίκας. Κατά τους νόμους μου, καμμία εκ των γυναικών δεν πρέπει να ανήκη εις ένα και μόνον άνδρα, αλλά να παραδίδεται εις πάντα βουλόμενον.

ΑΓΟΡ. Τι είνε αυτά που λες; Καταργείς τους περί μοιχείας νόμους;

ΣΩΚΡ. Βέβαια και όλας τας περί των τοιούτων μικρολογίας.

ΑΓΟΡ. Και τι φρονείς περί των ωραίων παιδιών;

ΣΩΚΡ. Η αγάπη των πρέπει να είνε η αμοιβή των εναρέτων ανδρών και των ανδραγαθούντων.

ΑΓΟΡ. Ωραία αμοιβή. Η δε σοφία σου εις τι κυρίως συνίσταται;

ΣΩΚΡ. Εις τας ιδέας και εις τα παραδείγματα των όντων· διότι πάντα όσα βλέπεις, η γη και τα υπάρχοντα επί της γης, ο ουρανός και η θάλασσα, έχουν εικόνας αι οποίαι στέκονται αόρατοι έξω των όλων.

ΑΓΟΡ. Και πού στέκονται;

ΣΩΚΡ. Πουθενά. Διότι αν ήσαν κάπου, δεν θα ήσαν.

ΑΓΟΡ. Αυτάς τας εικόνας και τα παραδείγματα που λέγεις δεν τα βλέπω.

ΣΩΚΡ. Επόμενον είνε, διότι είσαι τυφλός την ψυχήν. Εγώ όμως βλέπω εικόνας, βλέπω το δικό σου το αόρατον αντίτυπον, όπως και το δικό μου και εν γένει όλα τα βλέπω διπλά.

ΑΓΟΡ. Πρέπει να σε αγοράσω, διότι βλέπω ότι είσαι σοφός και οξυδερκής. Τι ζητείς δι' αυτόν συ ο κήρυξ;

ΕΡΜ. Δόσε δύο τάλαντα.

ΑΓΟΡ. Τον αγόρασα εις αυτήν την τιμήν, αλλά τα χρήματα θα τα πληρώσω αργότερα.

ΕΡΜ. Το όνομά σου;

ΑΓΟΡ. Δίων ο Συρακούσιος (98) .

ΕΡΜ. Να τον χαίρεσαι. Έλα τώρα συ ο Επικούρειος. Ποιος τον θέλει αυτόν; Είνε μαθητής εκείνου που γελά και του άλλου του μεθυσμένου, τους οποίους προ ολίγου είχαμεν εκθέση εις δημοπρασίαν. Διαφέρει μόνον από αυτούς ότι είνε ασεβέστερος. Κατά τα άλλα είνε και αυτός ευχάριστος και καλοφαγάς.

ΑΓΟΡ. Και η τιμή;

ΕΡΜ. Δύο μναι.

ΑΓΟΡ. Λάβε τις· αλλά θέλω να μάθω ποία φαγητά του αρέσουν περισσότερον.

ΕΡΜ. Αγαπά τα γλυκά και τα μελιτώδη, προ πάντων δε τα σύκα.

ΑΓΟΡ. Δεν θα είνε δύσκολον να τον τρέφωμεν θα του αγοράσω κάμποσες τσαπέλες σύκα της Καρίας.

ΖΕΥΣ. Άλλον κάλεσε, εκείνον που είνε κουρεμμένος σύρριζα και σκυθρωπός, τον Στωικόν.

ΕΡΜ. Καλά λέγεις, διότι πολλοί από τους αγοραστάς αυτόν περιμένουν. Πωλείται η προσωποποίησις της αρετής, η τελειωτάτη ζωή. Ποιος θέλει να γνωρίζη τα πάντα μόνος εξ όλων των ανθρώπων;

ΑΓΟΡ. Πώς το είπες αυτό;

ΕΡΜ. Αυτός είνε ο μόνος σοφός, ο μόνος ωραίος, ο μόνος δίκαιος, ανδρείος, βασιλεύς, ρήτωρ, πλούσιος, νομοθέτης και ό,τι άλλο θέλετε (99) .

ΑΓΟΡ. Λοιπόν θα είνε και μάγειρος και βυρσοδέψης και ξυλουργός και τα τοιαύτα.

ΕΡΜ. Φαίνεται.

ΑΓΟΡ. Πλησίασε, φίλε μου, και λέγε μου ποίος είσαι και εν πρώτοις εάν λυπήσαι διότι πωλείσαι ως δούλος.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Παντάπασι, διότι αυτά τα πράγματα δεν εξαρτώνται από ημάς και όσα δεν εξαρτώνται από ημάς είνε αδιάφορα (100) .

ΑΓΟΡ. Δεν σ' εννοώ.

ΧΡΥΣ. Δεν ξέρεις ότι εκ των τοιούτων άλλα μεν είνε προηγμένα, άλλα δε εξ εναντίας αποπροηγμένα;

ΑΓΟΡ Ούτε τώρα σ' εννοώ.

ΧΡΥΣ. Δεν είνε παράδοξον, διότι δεν είσαι συνειθισμένος εις τους ημετέρους όρους, ούτε έχεις την καταληπτικήν φαντασίαν. Οι σπουδαίοι όμως οι οποίοι εδιδάχθησαν την λογικήν θεωρίαν, όχι μόνον αυτά γνωρίζουν αλλά και το σύμβαμα και παρασύμβαμα και την διαφοράν η οποία υπάρχει μεταξύ των.

ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω εις την σοφίαν σου να μου εξηγήσης τουλάχιστον τι είνε το σύμβαμα και τι το παρασύμβαμα, διότι δεν ξέρω πώς ο ρυθμός αυτών των λέξεων μου έκαμεν εντύπωσιν.

ΧΡΥΣ. Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν· αν ένας χωλός σκοντάψη με το κουτσό του το πόδι εις πέτραν και πληγωθή, το μεν προηγούμενον δυστύχημα το οποίον τον έκαμε να χωλαίνη είνε σύμβαμα, η δε δευτέρα πληγή παρασύμβαμα.

ΑΓΟΡ. Θαυμάζω την σοφίαν σου. Και τι άλλο ξέρεις;

ΧΡΥΣ. Τας πλεκτάνας των λόγων εις τας οποίας συλλαμβάνω και δεσμεύω εκείνους οι οποίοι συζητούν μετ' εμού και τους αποστομόνω ως με φίμωτρον· η δύναμις δε αύτη είνε ο περίφημος συλλογισμός.

ΑΓΟΡ. Πολύ δυνατόν όπλον και επίφοβον, μα τον Ηρακλήν.

ΧΡΥΣ. Ορίστε εν παράδειγμα· έχεις παιδί;

ΑΓΟΡ. Γιατί ρωτάς;

ΧΡΥΣ. Διά να υποθέσωμεν ότι περιπλανάται πλησίον του ποταμού και το αρπάζει ένας κροκόδειλος, ο οποίος έπειτα σου υπόσχεται να σου το αποδώση εάν του είπης τι ακριβώς σκέπτεται, να σου δώση ή να μη σου δώση το παιδί. Λοιπόν τι θα πης ότι σκέπτεται;

ΑΓΟΡ. Δύσκολη απάντηση μου ζητάς. Δεν γνωρίζω τι να πω διά να σώσω το παιδί μου. Λοιπόν πες μου συ, σε παρακαλώ, πώς να το σώσω πριν προφθάση και το καταπιή.

ΧΡΥΣ. Μη φοβάσαι, (101) θα σου μάθω και άλλα πολύ θαυμαστότερα πράγματα.

ΑΓΟΡ. Ποία;

ΧΡΥΣ. Τον θεριστικόν και τον κυριεύοντα (102) συλλογισμόν, εκτός δε τούτων την Ηλέκτραν και τον εγκεκαλυμμένον.

ΑΓΟΡ. Τι εννοείς με αυτόν τον εγκεκαλυμμένον και ποιά είνε αυτή η Ηλέκτρα;

ΧΡΥΣ. Είνε η περίφημος Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονος, η οποία τα αυτά πράγματα εγνώριζε και δεν εγνώριζε· διότι όταν ευρίσκετο ενώπιόν της ο Ορέστης, ο οποίος δεν την εγνώριζεν, αυτή εγνώριζε μεν τον Ορέστην ότι ήτο αδελφός της, αλλ' ότι εκείνος ήτο ο Ορέστης το ηγνόει. Τώρα θα σου εξηγήσω και τον εγκεκαλυμμένον συλλογισμόν, ο οποίος είνε εκ των πλέον Θαυμαστών. Ειπέ μου, γνωρίζεις τον πατέρα σου;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Λοιπόν εάν σου παρουσιάσω ένα άνθρωπον σκεπασμένον θα τον γνωρίσης; Τι θα πης;

ΑΓΟΡ. Βέβαια θα πω ότι δεν τον γνωρίζω.

ΧΡΥΣ. Αλλ' όμως αυτός είνε ο πατέρας σου· ώστε εάν τον αγνοής, επόμενον είνε ότι αγνοής τον πατέρα σου.

ΑΓΟΡ. Όχι δα, διότι θα τον ξεσκεπάσω και θα μάθω την αλήθειαν. Δεν μου λες τώρα και τον σκοπόν της σοφίας σου και τι θα πράξης όταν θα φθάσης εις την κορυφήν της αρετής; (103)

ΧΡΥΣ. θα απολαύσω εκείνα τα οποία ως εκ της φύσεώς των κατέχουν την πρώτην θέσιν εις την ευτυχίαν, εννοώ τον πλούτον, την υγείαν και τα τοιαύτα. Αλλά προ τούτου είνε ανάγκη να κοπιάση κανείς, πολύ, σκυμμένος επί βιβλίων ψιλογραμμένων, να συναθροίζη σχόλια και να παραγεμίζη την μνήμην του από σολοικισμούς και ανοήτους λέξεις (104) · και το σπουδαιότερον είνε ότι δεν επιτρέπεται να γίνης σοφός εάν δεν πίης τρις κατά σειράν ελλέβορον.

ΑΓΟΡ. Πολύ ευγενή αυτά και εξόχως ανδροπρεπή. Αλλά το να γίνη κανείς, Γνίφων (105) και τοκογλύφος — διότι και αυτό, βλέπω, το προσόν το έχεις — πώς πρέπει να το θεωρήσωμεν δι' άνθρωπον ο οποίος ήδη κατέπιε τον ελλέβορον και κατέστη τέλειος διά την αρετήν;

ΧΡΥΣ. Μόνον εις τον σοφόν αρμόζει να δανείζη με τόκον διότι αφού ο συλλογισμός είνε η κυριωτέρα αυτού ασχολία, τα δε δάνεια και οι λογαριασμοί φαίνονται συγγενή προς τους συλλογισμούς, μόνον εις τους σπουδαίους ανήκει και τούτο όπως εκείνο, και δεν πρέπει μόνον να λαμβάνη απλούς, όπως οι άλλοι, τους τόκους, αλλά διπλούς, τόκους των τόκων. Δεν πιστεύω ν' αγνοής ότι είνε δύο ειδών τόκοι, οι πρώτοι και οι δεύτεροι, οι οποίοι είνε ως απόγονοι των πρώτων. Αλλά και κατά τον φιλοσοφικόν συλλογισμόν, ο λαμβάνων τον πρώτον τόκον θα λάβη και τον δεύτερον· αλλά θα λάβη τον πρώτον, άρα θα λάβη και τον δεύτερον.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν και περί των μισθών, τους οποίους συ λαμβάνεις παρά των νέων διά να τους διδάσκης την σοφίαν σου, πρέπει το αυτό να είπωμεν και πρέπει να συμπεράνωμεν ότι μόνον οι σοφοί πρέπει να αμοίβωνται με χρήματα διά την αρετήν των;

ΧΡΥΣ. Αυτό ακριβώς· διότι δεν λαμβάνω την αμοιβήν χάριν του εαυτού μου, αλλά χάριν του δίδοντος. Επειδή εκ των ανθρώπων άλλοι μεν πρέπει να εκχύνουν τον πλούτον, άλλοι δε να δέχωνται, εγώ φροντίζω να γίνωμαι δεκτικός, τον δε μαθητήν διδάσκω να εκχύνη.

ΑΓΟΡ. Και όμως το εναντίον έπρεπε να γίνεται, ο νέος να είνε δεκτικός συ δε ο οποίος είσαι ο μόνος πλούσιος να εκχύνης.

ΧΡΥΣ. Εμπαίζεις, αλλά πρόσεξε μήπως σου εκσφενδονίσω κανένα αναπόδεικτον συλλογισμόν.

ΑΓΟΡ. Και τι έχω να φοβηθώ από τοιούτον κτύπημα;

ΧΡΥΣ. θα περιπέσης εις αμηχανίαν και σιωπήν και θα περιέλθη εις σύγχυσιν το πνεύμα σου. Και το σοβαρώτερον είνε ότι, αν θέλω, θα σε αποδείξω εις μίαν στιγμήν λίθον.

ΑΓΟΡ. Πώς λίθον; Διότι δεν μου φαίνεσαι να είσαι ο Περσεύς, αγαπητέ.

ΧΡΥΣ. Ιδού πώς· ο λίθος είνε σώμα;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Το δε ζώον δεν είνε σώμα;

ΑΓΟΡ. Είνε.

ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι ζώον;

ΑΓΟΡ. Φαίνεται.

ΧΡΥΣ. Άρα είσαι λίθος, αφού είσαι σώμα.

ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω μη μ' αφήσης να μείνω λίθος, αλλ' ανάλυσε με και κάμε με εκ νέου άνθρωπον.

ΧΡΥΣ. Δεν είνε δύσκολον θα γίνης πάλιν άνθρωπος. Λοιπόν ειπέ μου, παν σώμα είνε ζώον;

ΑΓΟΡ. Όχι.

ΧΡΥΣ. Ο δε λίθος είνε ζώον;

ΑΓΟΡ. Όχι.

ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι σώμα;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Αφού δε είσαι σώμα, είσαι ζώον;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Επομένως δεν είσαι λίθος, αφού είσαι ζώον.

ΑΓΟΡ. Ευχαριστώ, αδελφέ, διότι είχαν αρχίση τα πόδια μου να ξεπαγιάζουν και ν' απολιθούνται, όπως της Νιόβης. Τέλος πάντων θα σ' αγοράσω. Αλλά δεν μου λες, πόσον θα πληρώσω;

ΕΡΜ. Δώδεκα μνας.

ΑΓΟΡ. Λάβε.

ΕΡΜ. Μόνος σου τον αγόρασες;

ΑΓΟΡ. Όχι, αλλ' όλοι αυτοί που βλέπεις.

ΕΡΜ. Είνε πολλοί και με ώμους δυνατούς και άξιοι του θεριστικού συλλογισμού.

ΖΕΥΣ. Μη χρονοτριβής, αλλά κάλεσε εκείνον τον Περιπατητικόν.

ΕΡΜ. Έλα συ ο ωραίος και πλούσιος. Ποιος θέλει ν' αγοράση τον σοφώτατον αυτόν, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα;

ΑΓΟΡ. Και ποίας ιδιότητας έχει;

ΕΡΜ, Είνε μετριοπαθής, πράος, καλόβολος και, το σπουδαιότερον, διπλούς.

ΑΓΟΡ. Δηλαδή;

ΕΡΜ. Άλλος ο φαινόμενος και άλλος ο εσωτερικός· ώστε, αν τον αγοράσης, να ενθυμήσαι να διακρίνης εις αυτόν τον εσωτερικόν και τον εξωτερικόν άνθρωπον.

ΑΓΟΡ. Ποία δε είνε η κυριωτέρα γνώσις του;

ΕΡΜ. Ότι τα αγαθά είνε τρία, τα ψυχικά, τα σωματικά και τα έξω τούτων.

ΑΓΟΡ. Λογικά είνε αυτά. Και η τιμή του;

ΕΡΜ. Είκοσι μνας.

ΑΓΟΡ. Πολλά ζητάς.

ΕΡΜ. Όχι, φίλε μου, διότι αυτός φαίνεται ότι έχει χρήματα και καλά θα κάμης να τον αγοράσης το ταχύτερον. Εκτός δε των άλλων θα μάθης παρ' αυτού πόσον καιρόν ζη το κουνούπι, εις πόσον δε βάθος της θαλάσσης φθάνει το φως του ήλιου και τι είνε η ψυχή των στρειδιών.

ΑΓΟΡ. Πολύ λεπτολόγος.

ΕΡΜ. Και τι θα πης αν ακούσης άλλα πράγματα πολύ λεπτότερα, περί σπέρματος και γονιμοποιήσεως και περί σχηματισμού του εμβρύου εντός της μήτρας, και ότι ο μεν άνθρωπος είνε ον γελαστικόν, ο δε όνος όχι γελαστικόν, ούτε γνωρίζει να οικοδομή ή να ταξειδεύη.

ΑΓΟΡ. Πολύ θαυμάσια αυτά τα μαθήματα και πρακτικά (106) , ώστε τον αγοράζω είκοσι μνας.

ΕΡΜ. Καλά.

ΖΕΥΣ. Ποίος μας μένει ακόμη;

ΕΡΜ. Αυτός ο Σκεπτικός. Έλα συ, Πυρρία (107) , πλησίασε και κάνε γλίγορα να τελειώνωμεν. Οι περισσότεροι επωλήθησαν και δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν. Ποιος θέλει ν' αγοράση αυτόν εδώ;

ΑΓΟΡ. Εγώ· αλλά πες μου πρώτον τι ξέρεις εσύ;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ουδέν.

ΑΓΟΡ. Πώς είπες;

ΦΙΛ. Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτε απολύτως.

ΑΓΟΡ. Ώστε ούτε ημείς υπάρχομεν;

ΦΙΛ. Ούτε αυτό το γνωρίζω.

ΑΓΟΡ. Ούτε ότι συ υπάρχεις;

ΦΙΛ. Ακόμη περισσότερον αγνοώ τούτο.

ΑΓΟΡ. Τι άγνοια είνε αυτή; Και τι τις θέλεις αυτές τις ζυγαριές;

ΦΙΛ. Ζυγίζω εις αυτάς τας σκέψεις και τας εξισώνω· όταν δε τας εύρω εντελώς ομοίας και ισοβαρείς, τότε προ πάντων δεν γνωρίζω ποία είνε η αληθεστέρα.

ΑΓΟΡ. Και από τα άλλα εις τι προ πάντων καταγίνεσαι επιτυχώς;

ΦΙΛ. Πράττω τα πάντα και αποφεύγω μόνον να καταδιώκω φυγάδα (108) .

ΑΓΟΡ. Και διατί τούτο σου είνε αδύνατον;

ΦΙΛ. Διότι, φίλε μου, δεν δύναμαι να τον συλλάβω.

ΑΓΟΡ. Αυτό το εννοώ, διότι φαίνεσαι βραδύς και νωθρός. Αλλ' ο σκοπός της επιστήμης σου ποιος είνε;

ΦΙΛ. Η άγνοια και ούτε ν' ακούω ούτε να βλέπω.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν θέλεις να πης ότι είσαι τυφλός και κωφός συγχρόνως;

ΦΙΛ. Και άκριτος προσέτι και αναίσθητος και εν γένει ουδόλως διαφέρω από τον σκώληκα.

ΑΓΟΡ. Δι' όλα αυτά αξίζεις να σε αγοράσω. Πόσον πωλείται αυτός εδώ;

ΕΡΜ. Μίαν μναν αττικήν.

ΑΓΟΡ. Λάβε την. Ήκουσες; Σε αγόρασα.

ΦΙΛ. Αυτό δεν είνε βέβαιον.

ΑΓΟΡ. Πώς δεν είνε βέβαιον, αφού εμέτρησα τα χρήματα;

ΦΙΛ. Διστάζω δι' αυτό και σκέπτομαι (109) .

ΑΓΟΡ. Και όμως πρέπει να με ακολουθήσης αφού είσαι δούλος μου.

ΦΙΛ. Ποίος γνωρίζει αν αυτά τα οποία λέγεις είνε αληθή;

ΑΓΟΡ. Το γνωρίζουν ο κήρυξ, η μνα που έδωκα και οι παρόντες.

ΦΙΛ. Υπάρχουν και άλλοι εδώ;

ΑΓΟΡ. Μετ' ολίγον θα σε βάλω να γυρίζης τον μύλον κι' εκεί θα πεισθής με δυσάρεστα επιχειρήματα ότι είμαι ο αφέντης σου.

ΦΙΛ. Να είσαι διστακτικός δι' αυτό.

ΑΓΟΡ. Το απεφάσισα ήδη.

ΕΡΜ. Παύσε ν' αντιτείνης και ακολούθησε τον αγοραστήν σου. Εσάς δε τους άλλους θα σας καλέσωμεν αύριον, όταν θα εκθέσωμεν εις δημοπρασίαν τα λαϊκά και βάναυσα και αγοραία επαγγέλματα.

ΑΛΙΕΥΣ Ή ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κτυπάτε, κτυπάτε τον αχρείον με λίθους πολλούς, κτυπάτε τον με βώλους και κεραμίδια, κτυπάτε τον με ξύλα, διά να μη μας ξεφύγη. Εμπρός, Πλάτων, κτύπα· και συ Χρύσιππε, και συ ο άλλος. Όλοι ας ορμήσωμεν εναντίον του,

ως πήρη πήρηφιν αρήγη, βάκτρα δε βάκνροις (110) ·

διότι είνε κοινός εχθρός και δεν αφήκε κανένα εξ ημών ανύβριστον. Συ δε, Διογένη, ιδού σου παρουσιάζεται η καλλιτέρα ευκαιρία διά να μεταχειρισθής το ξύλον. Μη τον αφήνετε· ας τιμωρηθή, αναλόγως των συκοφαντιών του. Τι, εκουρασθήκατε, Επίκουρε και Αρίστιππε; και όμως δεν έπρεπε.

Ανέρες έστε, σοφοί, μνήσασθε δε θούριδος οργής (111) ·

Αριστοτέλη, κάμε πιο γρήγορα. Λαμπρά, συνελήφθη το θηρίον. Επί τέλους σε κρατούμεν, αχρείε, και θα μάθης εντός ολίγου ποίοι είμεθα ημείς τους οποίους εκακολόγεις. Αλλά κατά ποίον τρόπον πρέπει να τον τιμωρήσωμεν; Πρέπει να επινοήσωμεν ένα θάνατον με διαφόρους βασάνους, ώστε να μας ικανοποίηση όλους· διότι δι' όσα έπραξεν εις έκαστον εξ ημών ιδιαιτέρως είνε άξιος θανάτου.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Α'. Κατά τα την γνώμην μου πρέπει να ανασκολοπισθή.

ΦΙΛ. Β'. Αφού όμως μαστιγωθή πρώτα.

ΦΙΛ. Γ'. Να του εξορυχθούν οι οφθαλμοί.

ΦΙΛ. Δ'. Προηγουμένως όμως να του αποκόψωμεν την γλώσσαν.

ΣΩΚΡ. Συ δε, Εμπεδοκλή, ποίαν γνώμην έχεις;

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ. Πρέπει να ριφθή εις τους κρατήρας της Αίτνας, διά να μάθη να μη υβρίζη τους καλλιτέρους του.

ΠΛΑΤΩΝ. Και όμως το καλλίτερον θα ήτο, ως ο Πενθεύς ή ο Ορφεύς,

λακιστόν εν πέτραισιν ευρέσθαι μόρον (112) ,

διά να λάβη έκαστος ένα κομμάτι και να φύγη...

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Όχι σας παρακαλώ· σας εξορκίζω εις τον ικέσιον Δία να με λυπηθήτε.

ΣΩΚΡ. Μη χάνης τα λόγια σου· τώρα πλέον δεν σώζεσαι. Ξέρεις και τι λέγει ο Όμηρος,

ως ουκ έστι λέουσι και ανδράσιν όρκια πιστά (113) .

ΛΟΥΚ. Και εγώ με στίχους του Ομήρου θα σας ικετεύσω και ίσως εκ σεβασμού προς τα Ομηρικά έπη θα φανήτε επιεικείς.

Ζωγρείτ' ου κακόν άνδρα και άξια δέχθε άποινα χαλκόν τε χρυσόν τε, τα δη φιλέουσι σοφοί περ (114) .

ΠΛΑΤΩΝ. Αλλ' ούτε ημείς Θα δυσκολευθώμεν να σου απαντήσωμεν με Ομηρικούς στίχους. Άκουσε λοιπόν:

μη δη μοι φύξιν γε, κακηγόρε, βάλλεο θυμώ χρυσόν περ λέξας, επεί ίκεο χείρας ες αμάς (115) .

ΛΟΥΚ. Ω δυστυχία μου! ο Όμηρος εις τον οποίον είχα τας μεγαλειτέρας μου ελπίδας εις ουδέν με ωφέλησε. Πρέπει να καταφύγω εις τον Ευριπίδην και ίσως εκείνος με σώση.

Μη κτείνε· τον ικέτην γαρ ου θέμις κτανείν (116) .

ΠΛΑΤ. Μήπως ο Ευριπίδης δεν είπε και τα εξής :

Ού δεινά πάσχειν δεινά τοις ειργασμένοις (117) ;

ΛΟΥΚ. Λοιπόν διά τοιούτους ματαίους λόγους Θα με καταδικάσετε εις θάνατον;

ΠΛΑΤ. Διατί όχι; Μήπως ο ίδιος δεν λέγει και το εξής;

Αχαλίνων στομάτων ανόμου τ' αφροσύνας το τέλος δυστυχία (118) .

ΛΟΥΚ. Λοιπόν, αφού απεφασίσθη ο θάνατός μου και δεν υπάρχει τρόπος να τον αποφύγω, σας παρακαλώ τουλάχιστον να μου ειπήτε ποίοι είσθε και τι τόσον μέγα κακόν σας έκαμα, ώστε η οργή σας εναντίον μου να είνε τόσον αμείλικτος και να ζητήτε τον θάνατόν μου.

ΠΛΑΤ. Διά τα κακά τα οποία μας έκαμες να ερωτάς τον εαυτόν σου, κακούργε, και τους ωραίους εκείνους λόγους σου, εις τους οποίους και αυτήν την φιλοσοφίαν εκακολόγεις και ημάς ύβριζες και μας επώλεις εις δημοπρασίαν άνδρας σοφούς και το σπουδαιότερον ελευθέρους. Διά τούτο αγανακτήσαντες εζητήσαμεν άδειαν από τον Πλούτωνα, ο Χρύσιππος αυτός, ο Επίκουρος και ο Πλάτων εγώ και ο Αριστοτέλης εκείνος και αυτός που σιωπά ο Πυθαγόρας, ο Διογένης και όλοι όσους διέσυρες εις τα έργα σου.

ΛΟΥΚ. Ανέπνευσα· διότι δεν θα με θανατώσετε εάν μάθετε ποία αισθήματα έθρεφα προς υμάς. Ώστε πετάξετε τους λίθους, αλλά μάλλον φυλάξετέ τους, διότι θα τους μεταχειρισθήτε κατ' εκείνων που είνε άξιοι λιθοβολισμού.

ΠΛΑΤ. Αυτά να σου λείψουν. Συ πρέπει σήμερον να τιμωρηθής με θάνατον και μάλιστα αμέσως.

Λάϊνον έσσο χιτώνα κακών ένεχ' όσα έοργας (119) .

ΛΟΥΚ. Και όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αν φονεύσετε εμέ θα φονεύσετε εκείνον εις τον οποίον προ πάντων έπρεπε να ευγνωμονήτε, ο οποίος είνε οικείος προς υμάς και φίλος και ομόφρων και, αν μου επιτρέπετε να το είπω, προστάτης και φύλαξ της διδασκαλίας σας και πολύ εκοπίασα εξ αγάπης προς υμάς. Προσέξετε λοιπόν να μη φανήτε όμοιοι με τους σημερινούς φιλοσόφους, δηλαδή αχάριστοι και κακοί προς άνθρωπον ο οποίος σας ευηργέτησε.

ΠΛΑΤ. Τι αναισχυντία! Ώστε χάριν σου οφείλομεν διά τας ύβρεις; Νομίζεις ότι ομιλείς προς κτήνη και θέλεις να θεωρήσωμεν ως ευεργεσίαν τας τόσας ύβρεις και συκοφαντίας;

ΛΟΥΚ. Και πού ή πότε εγώ σας ύβρισα, ο οποίος πάντοτε υπήρξα θαυμαστής της φιλοσοφίας και σας υπερεπαινώ; και τα έργα τα οποία λέγω και γράφω πόθεν άλλοθεν ή από σας έλαβα και ως μέλισσα τα απήνθισα και τα επιδεικνύω εις τους ανθρώπους; Οι δε άνθρωποι επαινούν και αναγνωρίζουν έκαστος το άνθος πόθεν, πώς και εκ τίνος το έδρεψα, και φαίνονται μεν ότι επαινούν εμέ διά την ανθολογίαν, πραγματικώς όμως γνωρίζουν χάριν εις υμάς και τον ανθώνα σας, οι οποίοι τοιαύτα άνθη ποικίλα και πολύχρωμα έχετε παραγάγη, δυνάμενα να χρησιμεύσουν και προς δόξαν εκείνου όστις δύναται να συλλέξη και τα συναρμόση, ούτως ώστε να συμφωνούν μεταξύ των και να σχηματίζουν σύνολον αρμονικόν. Είνε λοιπόν δυνατόν άνθρωπος ο οποίος τοιαύτας ευεργεσίας έλαβε παρ' υμών να κατηγορήση τους ευεργέτας του, εξ αιτίας των οποίων και αυτός φαίνεται τώρα ότι είνε κάτι τι; Εκτός εάν έχη τον χαρακτήρα του Θαμίριδος ή του Ευρύτου, ο οποίος ενώ είχε διδαχθή το άσμα παρά των Μουσών, εφέρετο προκλητικώς προς τας Μούσας και ετάνυεν εναντίον του Απόλλωνος το τόξον του, ενώ παρ' αυτού είχε διδαχθή την τοξευτικήν...

ΠΛΑΤ. Ομιλείς ως ρήτωρ και αυτό το οποίον λέγεις είνε αντίθετον προς το πράγμα και μεγαλείτερον αποδεικνύει το θράσος σου, καθότι εις το αδίκημα προσθέτει και την αχαριστίαν, διότι, ενώ παρ' ημών έμαθες να τοξεύης, εναντίον ημών έστρεψες το τόξον σου και ως μόνον σκοπόν είχες να κακολογής όλους ημάς. Αυτήν την αμοιβήν ελάβομεν παρά σου διά την χάριν την οποίαν σου εκάμαμεν να σου αφήσωμεν ανοικτόν των ανθώνα εκείνον και να μη σ' εμποδίσωμεν να κόψης άνθη και αφού έκαμες άφθονον προμήθειαν ν' απέλθης. Διά τούτο είνε δίκαιον να τιμωρηθής διά θανάτου.

ΛΟΥΚ. Βλέπετε ότι ακούετε περισσότερον την οργήν σας παρά το δίκαιον; Δεν εφανταζόμην ποτέ ότι ηδύνατο η οργή να κυριεύη τον Πλάτωνα, τον Χρύσιππον ή τον Αριστοτέλην ή άλλον από σας, αλλ' ενόμιζα ότι μόνοι σεις είσθε απηλλαγμένοι αυτού του πάθους. Σας παρακαλώ μη με θανατώσετε άκριτον και αδίκαστον, διότι και τούτο ήτο γνώμη σας ότι δεν πρέπει να επικρατή η βία και το δίκαιον του ισχυροτέρου, αλλ' αι διαφοραί να λύωνται κατά το δίκαιον και αφού ακουσθούν και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Ώστε εκλέξατε ένα δικαστήν και απαγγείλλετέ μου κατηγορίαν ή όλοι υμείς ή ένας, τον οποίον θα διορίσετε αντιπρόσωπον οι λοιποί, εγώ δε θα απολογηθώ διά τας κατηγορίας και αν μεν αποδειχθώ ένοχος και το δικαστήριον αναγνωρίση την ενοχήν μου, θα υποστώ την δικαίαν τιμωρίαν· αλλά μη προβήτε εις καμμίαν αυθαιρεσίαν. Εάν δε αποδειχθώ κατά την δίκην αγνός και αθώος, οι δικασταί θα με απολύσουν και σεις τότε θα στρέψετε την οργήν σας εναντίον εκείνων οίτινες σας εξηπάτησαν και σας εξηρέθισαν εναντίον μου.

ΠΛΑΤ. Είνε ως ν' απολύσωμεν τον ίππον εις την πεδιάδα, κατά την παροιμίαν, διά να τον φυλάξωμεν καλλίτερα. Θα γελάσης τους δικαστάς και θα διαφύγης· διότι ως ηκούσαμεν είσαι ρήτωρ και δικηγόρος, πολύ πανούργος εις τους λόγους. Ποίον δικαστήν να βάλωμεν να σε δικάση, τον οποίον να μη δωροδοκήσης, κατά την συνήθειάν σας, και να τον πείσης να ψηφίση υπέρ σου παρά την συνείδησίν του;

ΛΟΥΚ. Δι' αυτό μη ανησυχήτε· δεν θα ζητήσω να γίνη δικαστής κανέν τοιούτον πρόσωπον ύποπτον και αμφιβόλου ακεραιότητος, το οποίον να με αθωώση κατά χάριν ή με δωροδοκίαν. Προτείνω να με δικάση η Φιλοσοφία και σεις μετ' αυτής.

ΠΛΑΤ. Και ποιος θα υποστηρίξη την κατηγορίαν, όταν ημείς θα είμεθα δικασταί;

ΛΟΥΚ. Οι ίδιοι να είσθε κατήγοροι και δικασταί· δεν το φοβούμαι και τούτο. Τόσην πεποίθησιν έχω εις το δίκαιόν μου και εις την δύναμιν των επιχειρημάτων τα οποία θα μεταχειρισθώ εις την απολογίαν μου.

ΠΛΑΤ. Τι λέτε σεις, Πυθαγόρα και Σωκράτη; Μου φαίνεται ότι αι αξιώσεις του δεν είνε παράλογοι.

ΣΩΚΡ. Τι άλλο παρά να πάμε εις το δικαστήριον, να παραλάβωμεν δε και την Φιλοσοφίαν και εκεί ν' ακούσωμεν τι απολογείται αυτός ο άνθρωπος; Να τον τιμωρήσωμεν αδίκαστον δεν αρμόζει εις ημάς, αλλ' εις ανθρώπους αμαθείς και οργίλους, οι οποίοι λύουν τας διαφοράς των με το δίκαιον του ισχυροτέρου. Θα δώσωμεν δε και αφορμάς κατηγοριών εις τους κακοβούλους αν λιθοβολήσωμεν άνθρωπον χωρίς να του επιτρέψωμεν ν' απολογηθή, ενώ καυχώμεθα ότι τόσον αγαπώμεν την δικαιοσύνην. Και τι θα είπωμεν τότε περί του Ανύτου και Μελήτου, των κατηγόρων μου, ή περί των τότε δικαστών, εάν αυτός θανατωθή χωρίς ουδόλως να του επιτρέψωμεν ν' απολογηθή;

ΠΛΑΤ. Πολύ σωστά λέγεις, Σωκράτη· ώστε ας πάμε να εύρωμεν την Φιλοσοφίαν. Αυτή ας δικάση και ημείς ας αποδεχθώμεν τας αποφάσεις της.

ΛΟΥΚ. Εύγε, σοφώτατοι, αυτά τα οποία λέγετε τώρα είνε καλλίτερα και νομιμώτερα. Τους λίθους φυλάξετε, όπως σας είπα, διότι θα τους χρειασθήτε ολίγον αργότερα εις το δικαστήριον. Αλλά πού δύναται κανείς να εύρη την Φιλοσοφίαν; Διότι δεν γνωρίζω πού κατοικεί, καίτοι έχω περιπλανηθή επί πολύ προς αναζήτησίν της διότι επεθύμουν να την γνωρίσω και την συναναστραφώ. Συνήντησα διαφόρους με μανδύας και μεγάλας γενειάδας, οίτινες έλεγον ότι προήρχοντο εξ αυτής και, νομίζων ότι την εγνώριζον πραγματικώς, τους ηρώτων αλλ' αυτοί την ηγνόουν πολύ περισσότερον από εμέ και ή δεν μου έδιδον καμμίαν απάντησιν διά να μη φανερώσουν την άγνοιάν των ή άλλην αντ' άλλης θύραν μου εδείκνυον και ούτω μέχρι σήμερον δεν κατώρθωσα ακόμη να εύρω την κατοικίαν της Φιλοσοφίας. Συνέβη πολλάκις ή μόνος να εικάσω ή οδηγούμενος παρ' άλλου να φθάσω εις μίαν θύραν και να νομίζω ότι επί τέλους ανεκάλυψα την ζητουμένην οικίαν, εσυμπέραινα δε τούτο εκ του πλήθους των εισερχομένων και εξερχομένων, οίτινες όλοι ήσαν σκυθρωποί και σοβαροί το παράστημα και εφαίνοντο βυθισμένοι εις σκέψεις. Ανεμίχθην εις αυτούς και εισήλθα. Αλλ' αντί της αληθινής Φιλοσοφίας ευρήκα γύναιον χωρίς καμμίαν απλότητα, μολονότι εφαίνετο προσπαθούσα να φαίνεται αφελής και απεριποίητος. Εντός ολίγου διέκρινα ότι και την κόμην της ήτις εφαίνετο ατημέλητος δεν άφηνεν ακαλλώπιστον και το ένδυμά της δεν ήτο ανεπιτήδευτον· και ήτο πρόδηλον ότι και την ατημελησίαν εκείνην μετεχειρίζετο ως στολισμόν. Διεκρίνετο δε εις το πρόσωπόν της και ολίγον ψιμύθιον και οι λόγοι της ήσαν όλοι εταίρας λόγοι· και όταν την επαινούσαν διά το κάλλος της οι ερασταί της εφαίνετο ευχαριστημένη και αν της έδιδε κανείς χρήματα και δώρα, προθύμως τα εδέχετο και εκ των εραστών τους μεν πλουσίους εκάλει πλησίον της, τους δε πτωχούς ούτε ητένιζε. Πολλάκις δε συνέβη να φανούν δήθεν ακουσίως τα γυμνά μέλη της και τότε έβλεπα ότι εφόρει περιδέραια χρυσά παχύτερα από τους κλοιούς των φυλακισμένων. Έφυγα λοιπόν αμέσως, οικτείρων τους δυστυχείς εκείνους, οίτινες εσύροντο παρ' αυτής ουχί από την μύτην, αλλ' από τα γένεια, και όπως ο Ιξίων, συνευρίσκοντο με σκιάν νομίζοντες ότι ήτο η Ήρα.

ΠΛΑΤ. Αυτό που είπες είνε αληθές, διότι δεν είνε εις όλους γνωστόν ούτε καθένας δύναται ν' ανακαλύψη την θύραν της. Αλλ' είνε περιττόν να πάμε εις την κατοικίαν της· ας την περιμένωμεν εδώ εις τον Κεραμεικόν, όπου θα έλθη μετ' ολίγον επιστρέφουσα εκ της Ακαδημίας, διά να περιπατήση και εις την Ποικίλην, όπως καθ' εκάστην συνειθίζει. Αλλ' ιδού έρχεται. Βλέπεις εκείνην την σεμνήν γυναίκα με το γλυκύ βλέμμα, η οποία βαδίζει σιγά και σκεπτική;

ΛΟΥΚ. Βλέπω πολλάς ομοίας και κατά το ήθος και κατά το βάδισμα και κατά την ενδυμασίαν. Βέβαια η αληθής Φιλοσοφία, θα είνε μία εξ αυτών.

ΠΛΑΤ. Άμα θα ομιλήση θα εννοήσης ποία είνε.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Μπα! Πώς εδώ πάνω ο Πλάτων, ο Χρύσιππος, ο Αριστοτέλης και όλοι οι άλλοι, οι κορυφαίοι εκ των μαθητών μου; Πώς ήλθατε πάλιν εις την ζωήν; Μήπως δεν είσθε ευχαριστημένοι κάτω; Φαίνεσθε θυμωμένοι. Και ποιος είνε αυτός τον οποίον έχετε μαζή σας ως αιχμάλωτον; Μήπως είνε τυμβωρύχος, φονεύς ή ιερόσυλος;

ΠΛΑΤ. Μα τον Δία, Φιλοσοφία, είνε ο ασεβέστερος εξ όλων των ιεροσύλων. Αυτός ετόλμησε να υβρίση και σε την θειοτάτην και ημάς όλους, όσοι κάτι εδιδάχθημεν παρά σου και το αφήκαμεν εις τας επερχομένας γενεάς.

ΦΙΛΟΣ. Και εθυμώσατε διότι ένας άνθρωπος σας εκακολόγησε, ενώ γνωρίζετε πόσα μου ψάλλει εμένα η Κωμωδία εις τα Διονύσια και όμως την θεωρώ φίλην και ούτε εις το δικαστήριον την εκάλεσα, ούτε επήγα να της παραπονεθώ, αλλά την αφήνω να λέγη τα συνειθισμένα της και τα πρέποντα εις την εορτήν; Διότι γνωρίζω ότι από τα σκώμματα δεν δύναται να προέλθη τίποτε κακόν, αλλ' εξ εναντίας το καλόν, όπως ο χρυσός όταν τρίβεται και καθαρίζεται, γίνεται λαμπρότερος και περισσότερον φαίνεται η αξία του. Δεν εννοώ πώς εγίνατε τόσον ευερέθιστοι και θυμώδεις. Διατί τον έχετε αυτόν δεμένον από τον λαιμόν;

ΠΛΑΤ. Ελάβαμεν την άδειαν επίτηδες να έλθωμεν επάνω και να τον τιμωρήσωμεν κατά τα έργα του· διότι εμανθάναμεν τα όσα έλεγεν εις τα πλήθη εναντίον μας.

ΦΙΛΟΣ. Και χωρίς να δικασθή και ν' απολογηθή θα τον θανατώσετε; Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει να είπη.

ΠΛΑΤ. Όχι, απεφασίσαμεν να αναθέσωμεν την υπόθεσιν εις την κρίσιν σου· και αν θέλης δίκασε τον όπως νομίζεις πρέπον.

ΦΙΛΟΣ. Τι λέγεις εσύ;

ΛΟΥΚ. Αυτό είπα και εγώ, δέσποινα Φιλοσοφία, διότι μόνον συ δύνασαι να εύρης την αλήθειαν. Με πολλάς παρακλήσεις και με πολλήν δυσκολίαν κατώρθωσα να ανατεθή εις εσέ η δίκη.

ΠΛΑΤ. Τώρα, αχρείε, την λέγεις δέσποιναν, προ ολίγων ημερών όμως την εξηυτέλιζες ενώπιον πολυαρίθμων θεατών, διατιμών έκαστον σύστημα αυτής δύο οβολούς.

ΦΙΛΟΣ. Προσέξετε μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν εκακολόγει την Φιλοσοφίαν, αλλά διαφόρους αγύρτας, οίτινες με το όνομά μας πράττουν πολλάς και διαφόρους μυσαράς πράξεις.

ΠΛΑΤ. θα το μάθης παρά του ιδίου, αν μόνον θέλησης ν' ακούσης την απολογίαν του.

ΦΙΛΟΣ. Πηγαίνομεν εις τον Άρειον Πάγον ή μάλλον εις την Ακρόπολιν, διά να βλέπωμεν συγχρόνως και τι γίνεται εις την πόλιν. Σεις δε, αγαπηταί, πηγαίνετε να περιπατήσετε εις την Ποικίλην και θα έλθω να σας εύρω μετά το τέλος της δίκης.

ΛΟΥΚ. Και ποιες είνε αυτές, Φιλοσοφία; Και αυτές φαίνονται πολύ σεμνές.

ΦΙΛΟΣ. Αυτή η ανδροπρεπής είνε η Αρετή, εκείνη δε η άλλη είνε η Σωφροσύνη, και η Δικαιοσύνη αυτή που στέκεται πλησίον της. Αυτή που πηγαίνει μπροστά είνε η Παιδεία, η άλλη δε που μόλις διακρίνεται και έχει το χρώμα αμφίβολον είνε η Αλήθεια.

ΛΟΥΚ. Δεν βλέπω ποίαν λέγεις.

ΦΙΛΟΣ. Δεν βλέπεις εκείνην την αστόλιστη γυναίκα, η οποία διαφεύγει και διολισθαίνει;

ΛΟΥΚ. Τώρα μόλις την διακρίνω. Αλλά διατί δεν παραλαμβάνεις και αυτάς διά να γίνη πλήρες και τέλειον το δικαστήριον; θέλω δε να διορίσω και συνήγορόν μου κατά την δίκην την Αλήθειαν.

ΦΙΛΟΣ. Έχεις δίκαιον, ακολουθήσετε και σεις· δεν θα είνε κοπιώδες να δικάσωμεν μίαν δίκην, αφού μάλιστα θα πρόκειται περί των ιδικών μας υποθέσεων.

ΑΛΗΘΕΙΑ. Φύγετε σεις· εγώ δεν έχω ανάγκην ν' ακούσω πράγματα, τα οποία προ πολλού γνωρίζω.

ΦΙΛΟΣ. Αλλ' ημείς έχομεν ανάγκην να λάβης μέρος εις την δίκην διά να καταγγείλης και τα καθέκαστα.

ΑΛΗΘ. Λοιπόν θα συμπαραλάβω και αυτάς τας δύο θεραπαινίδας, αι οποίαι μου είνε αχώριστοι.

ΦΙΛΟΣ. Και όσας άλλας θέλεις.

ΑΛΗΘ. Ακολουθήτε λοιπόν, Ελευθερία και Παρρησία, διά να προσπαθήσωμεν να σώσωμεν αυτόν τον ταλαίπωρον άνθρωπον, ο οποίος είνε θιασώτης μας και κινδυνεύει χωρίς δικαίαν αφορμήν. Συ δε, Έλεγχε, περίμενε αυτού.

ΛΟΥΚ. Όχι, δέσποινα, αλλ' ας έλθη και αυτός και οιοσδήποτε άλλος· διότι δεν έχω να αγωνισθώ με θηρία συνήθη, αλλά με ανθρώπους αγύρτας και δυσκόλως εξελεγχομένους, οι οποίοι πάντοτε ευρίσκουν υπεκφυγάς· ώστε η παρουσία του Ελέγχου είνε αναγκαία.

ΦΙΛΟΣ. Βέβαια πολύ αναγκαία· το καλλίτερον δε θα ήτο να παραλάβης και την Απόδειξιν.

ΑΛΗΘ. Ακολουθείτε όλοι, αφού θεωρείσθε τόσον αναγκαίοι, διά την δίκην.

ΦΙΛΟΣ. Φοβείσθε λοιπόν ακόμη, συ Πλάτων και Χρύσιππε και Αριστοτέλη, μήπως ο δικαστής μεροληπτήση υπέρ αυτού, αφού δικαστής είνε η Αλήθεια; ΠΛΑΤ. Δεν λέγομεν αυτό, αλλ' είνε πανούργος και κολακευτικός και είνε φόβος μήπως την παραπείση.

ΦΙΛΟΣ. Μη ανησυχήτε και δεν θα γίνη καμμία αδικία, αφού και η Δικαιοσύνη θα συμπαρίσταται εις την δίκην. Ας ανεβαίνωμεν λοιπόν. Αλλά δεν μου λέγεις εσύ πώς ονομάζεσαι;

ΛΟΥΚ. Εγώ ονομάζομαι Παρρησιάδης Αληθίωνος του Ελεγξικλέους.

ΦΙΛΟΣ. Η δε πατρίς σου;

ΛΟΥΚ. Είμαι Σύρος από τα περίχωρα του Ευφράτου. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Γνωρίζω ότι και εκ των αντιδίκων τινές είνε όχι ολιγώτερον εμού βάβαροι την καταγωγήν· αλλ' ο τρόπος και η μόρφωσίς των δεν είνε όπως των Σολέων, των Κυπρίων, των Βαβυλωνίων ή των Σταγειριτών (120) . Άλλως τε εις την ιδικήν σου εκτίμησιν δεν εκπίπτει κανείς αν κατά την γλώσσαν είνε βάρβαρος, αρκεί να έχη ευθύν και δίκαιον χαρακτήρα.

ΦΙΛΟΣ. Βεβαίως, αλλ' η ερώτησίς μου εις άλλο απέβλεπε. Το επάγγελμα σου ποίον είνε; Διότι πρέπει να το γνωρίζω αυτό.

ΛΟΥΚ. Μισώ τους φαντασμένους και τους αγύρτας και τους ψεύστας και τους επηρμένους, μισώ όλα αυτά τα είδη των σιχαμερών ανθρώπων, οι οποίοι, ως γνωρίζεις, είνε πάρα πολλοί.

ΦΙΛΟΣ. Πάρα πολύ μίσος υπάρχει εις το επάγγελμά σου.

ΛΟΥΚ. Είνε αληθές· βλέπεις λοιπόν πόσους αποστρέφομαι και πόσον κινδυνεύω χάριν της επιστήμης μου. Αλλά γνωρίζω πολύ καλά και την αντίθετον τέχνην, η οποία ως βάσιν έχει την αγάπην· αλλά πολύ ολίγοι είνε άξιοι αυτής της τέχνης. Οι άλλοι όμως οι αξιομίσητοι είνε μυριάδες. Κινδυνεύω λοιπόν την μεν μίαν τέχνην να λησμονήσω εξ αχρηστίας, εις δε την άλλην να γίνω καθ' υπερβολήν εντριβής.

ΦΙΛΟΣ. Και όμως έπρεπε να μη παραμελής την μίαν χάριν της άλλης και να μη διαιρής τας τέχνας, διότι ενώ φαίνονται δύο είνε μία.

ΛΟΥΚ. Καλλίτερα τα ξέρεις αυτά συ, Φιλοσοφία. Αλλά τέλος πάντων το έργον μου είνε αυτό, τους μεν κακούς να μισώ, να επαινώ δε και ν' αγαπώ τους καλούς.

ΦΙΛΟΣ. Ελάτε λοιπόν, διότι εφθάσαμεν. Εδώ κάπου εις τον πρόναον της πολιούχου ας γίνη η δίκη. Συ, ιέρεια, τακτοποίησε μας τα καθίσματα, κατά το διάστημα δε τούτο ημείς θα εισέλθωμεν εις τον ναόν να προσκυνήσωμεν την θεάν.

ΛΟΥΚ. Ω Αθηνά, βοήθησε με εις τον αγώνα μου κατά των αγυρτών, ενθυμουμένη τας επιορκίας τας οποίας κάμνουν καθ' εκάστην και όσα άλλα πράττουν συ μόνη τα βλέπεις, η παρακολουθούσα αφ' υψηλού τα πράγματα. Είνε καιρός να τιμωρηθούν. Εάν δε ίδης ότι νικώμαι και ότι αι μαύραι ψήφοι είνε περισσότεραι, συ πρόσθεσε την ιδικήν σου και σώσε με.

ΦΙΛΟΣ. Το δικαστήριον είνε έτοιμον ν' ακούση τους διαδίκους· σεις δε εκλέξετε ένα εξ υμών ο οποίος να δύναται να αναπτύξη καλλίτερα την κατηγορίαν διότι δεν είνε δυνατόν να ομιλήτε όλοι συγχρόνως. Έπειτα δε θα απολογηθής συ, Παρρησιάδη.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Ποίος άλλος εξ ημών είνε καταλληλότερος από σε, Πλάτων; Διότι και ευφυίαν έχεις θαυμαστήν και η γλώσσα σου είνε κομψή και καθαρά Αττική, η δε χάρις και το πειστικόν, η σύνεσις και η ακρίβεια, το θέλγητρον και τα επίκαιρα αποδεικτικά επιχειρήματα τα έχεις άφθονα· ώστε δέξου την αντιπροσωπείαν και ομίλησε υπέρ ημών όλων. Να ενθυμηθής όλα εκείνα τα οποία είπες εναντίον του Γοργίου, του Πώλου, του Ιππίου και του Προδίκου και να τα συνθέσης εις την σημερινήν κατηγορίαν, διότι ο κατηγορούμενος είνε δεινότερος από όλους αυτούς. Επίχυσε εις όλα αυτά την Σωκρατικήν ειρωνείαν και φέρε τον εις αμηχανίαν με τας συνεχείς και ευφυείς εκείνας ερωτήσεις σου, και αν το νομίσης αναγκαίον παράχωσε εις τον λόγον σου και εκείνο το οποίον είπες κάπου ότι ο μέγας Ζευς, ο οποίος διατρέχει τον ουρανόν επί πτερωτού άρματος, θ' αγανακτήση εάν αθωωθή ο κατηγορούμενος (121) .

ΠΛΑΤ. Είνε προτιμότερον να διορίσωμεν ένα εκ των σφοδροτέρων ρητόρων, τον Διογένην τούτον λόγου χάριν ή τον Αντισθένην ή τον Κράτητα ή και σε, Χρύσιππε· διότι εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν χρειάζεται κάλλος και δεινότης συγγραφική, αλλά δικανικά και πειστικά προσόντα, αφού και ο Παρρησιάδης είνε ρήτωρ.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Εγώ θα αναλάβω την κατηγορίαν νομίζω δε ότι δεν έχω ανάγκην να μακρηγορήσω πολύ διά να προκαλέσω την καταδίκην του. Άλλως τε και περισσότερον από κάθε άλλον έχω υβρισθή παρ' αυτού, αφού και προ ολίγων ημερών με επώλησε δύο οβολούς.

ΠΛΑΤ. Ο Διογένης, Φιλοσοφία, θα ομιλήση εξ ονόματος όλων ημών. Αλλά να ενθυμήσαι, φίλε μου, να μη περιορισθής μόνον εις τα αφορώντά σε, αλλά να ομιλήσης γενικώς δι' όλους και αν έχωμεν διενέξεις τινάς εις τας ιδέας, να το λησμονήσης και να μη το λάβης υπ' όψιν, ούτε να εξετάσης τώρα ποίος εξ ημών ευρίσκεται περισσότερον προς το μέρος της αληθείας, αλλά να περιορίσης την αγανάκτησίν σου διά τας ύβρεις και τας συκοφαντίας τας οποίας απευθύνει κατ' αυτής εις τους λόγους του αυτός ο Παρρησιάδης. Ν' αφήσης τα ζητήματα εις τα οποία διαφωνούμεν και να υποστηρίξης το συμφέρον το οποίον έχομεν κοινόν. Βλέπεις ότι σ' επροτιμήσαμεν και εις χείρας σου ανεθήκαμεν όλοι τα συμφέροντά μας και από σου εξαρτάται ή να διατηρηθή η καλή μας υπόληψις ή να πιστευθούν περί ημών όσα ούτος μας απέδωκε.

ΔΙΟΓ. Να είσθε ήσυχοι· δεν θα παραλείψω τίποτε και υπέρ όλων θα ομιλήσω. Και αν η Φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως είνε ήμερος και επιεικής, παραπεισθή υπό των λόγων του και σκεφθή να τον αθωώση, πάλιν εγώ θα φροντίσω ώστε να μη μείνη ατιμώρητος· θα του δείξω ότι δεν φέρομεν την βακτηρίαν χωρίς σκοπόν.

ΦΙΛΟΣ. Αυτά να λείψουν· όχι ξύλον, αλλά λόγον πρέπει να μεταχειρισθής. Αλλά μη χρονοτριβής διότι το νερόν εχύθη εις την κλεψύδραν και το δικαστήριον περιμένει να σε ακούση.

ΛΟΥΚ. Οι λοιποί φιλόσοφοι ας παρακαθήσουν και αυτοί ως δικασταί, και ας ψηφίσουν μαζή σας, Φιλοσοφία. Μόνος ο Διογένης ας αναλάβη την κατηγορίαν.

ΦΙΛΟΣ. Δεν φοβείσαι μήπως σε καταδικάσουν;

ΛΟΥΚ. Ουδόλως· θέλω ν' αθωωθώ με περισσοτέρας ψήφους.

ΦΙΛΟΣ. Εύγε διά το θάρρος σου. Καθήσετε λοιπόν συ δε, Διογένη, έχεις τον λόγον.

ΔΙΟΓ. Οποίοι ημείς υπήρξαμεν και πώς εζήσαμεν, πολύ καλά γνωρίζεις, ω Φιλοσοφία, και δεν είνε ανάγκη να το αναφέρω. Ποιος αγνοεί πόσας ο Πυθαγόρας ούτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Χρύσιππος, διά να μη αναφέρω τον εαυτόν μου, ευεργεσίας, έκαμαν εις την ανθρωπότητα; Θα αναφέρω μόνον τας ύβρεις, τας οποίας εξεστόμισεν εναντίον ημών αυτός ο τρισκατάρατος Παρρησιάδης, ενώ τόσα και τοιαύτα μας οφείλει ο κόσμος. Ήτο ρήτωρ ως λέγεται και αφήσας τα δικαστήρια και τας δικανικάς επιτυχίας έστρεψεν εναντίον ημών όλην την δύναμιν και την τέχνην την οποίαν απέκτησεν εις τους λόγους και δεν παύει να μας κακολογή και να μας αποκαλή αγύρτας και απατεώνας, παρασύρει δε τα πλήθη να μας καταγελούν και να μας περιφρονούν ως ουτιδανούς. Μάλιστα κατώρθωσεν ώστε οι περισσότεροι των ανθρώπων να μισήσουν και ημάς και σε την Φιλοσοφίαν. Τάς σπουδαιοτέρας ιδέας, τας οποίας και εις ημάς εδίδαξες, αποκαλεί φλυαρίας και σαχλαμάρες και τα πάντα διασύρει και χλευάζει, ώστε αυτός μεν χειροκροτείται και επευφημείται υπό τον θεατών, ημείς δε υβριζόμεθα· διότι φύσει τοιούτος είνε ο πολύς λαός· αρέσκεται εις τας ύβρεις και τους χλευασμούς και μάλιστα όταν διασύρωνται τα πλέον σεμνά και σοβαρά πράγματα, όπως και εις τους αρχαίους χρόνους ο όχλος ετέρπετο όταν ο Αριστοφάνης και ο Εύπολις ανεβίβαζαν εις την σκηνήν τον Σωκράτην τούτον και τον διεκωμώδουν αποδίδοντες εις αυτόν αλλοκότους πράξεις και λόγους. Αλλ' εκείνοι απετόλμουν τα τοιαύτα εναντίον ενός ανθρώπου και κατά τας εορτάς του Διονύσου, ο οποίος επιτρέπει τοιαύτας διακωμωδήσεις, και τα σκώμματα εθεωρούντο μέρος της εορτής, ίσως δε και ο θεός εκείνος, ο οποίος είνε φιλόγελως, ετέρπετο εις τα τοιαύτα. Αλλ' ο Παρρησιάδης ούτος, συγκαλών τους επιφανεστέρους, αφού προ πολλού παρεσκεύασε και συνέγραψε ύβρεις εις ογκώδες βιβλίον, τας απαγγέλλει μεγαλοφώνως και υβρίζει τον Πλάτωνα, τον Πυθαγόραν, τον Αριστοτέλην, τον Χρύσιππον και όλους εν γένει, χωρίς ούτε εορτή να είνε, ούτε να του έχωμεν κάμη τίποτε κακόν, ότε θα είχε μίαν δικαιολογείαν, διότι θα είχε θέσιν αμυνομένου και δεν θα είχε δώση αυτός τας πρώτας αφορμάς. Και το σοβαρώτερον εξ όλων είνε, ότι ενώ πράττει ταύτα, τολμά και να σφετερίζεται το όνομά σου, ω Φιλοσοφία, και υποκλέψας τον Διάλογον, ο οποίος ήτο ιδικός μας, τον μεταχειρίζεται ως σύμμαχον και ως όργανον εναντίον μας. Εκτός τούτου και τον Μένιππον, φίλον ημών, έπεισε να τον βοηθή πολλάκις εις τους σατυρισμούς του, διά τούτο δε και μόνος αυτός δεν παρίσταται εδώ και δεν μετέχει εις την κατηγορίαν, αλλ' επρόδωσε τα κοινά συμφέροντα.

Δι' όλα ταύτα είνε δίκαιον να τιμωρηθή. Τι δύναται δε να απολογηθή όταν διέσυρε τα σεπττότερα ενώπιον τόσον μαρτύρων; Και η τιμωρία του θα χρησιμεύη προς σωφρονισμόν και των άλλων διότι αν τον ίδουν να τιμωρηθή, ουδείς άλλος θα τολμήση να περιφρονήση την Φιλοσοφίαν. Το ν' ανέχεται κανείς τας ύβρεις και να μη ταράσσεται δεν θεωρείται ως μετριοπάθεια, αλλ' ευλόγως εξηγείται ως ανανδρία και βλακεία. Αλλ' αι πλέον ανυπόφοροι εκ των πράξεων αυτού του ανθρώπου είνε αι τελευταίαι. Ως δούλους μας ωδήγησεν εις το δημοπρατήριον και με κήρυκα μας επώλησεν, ως λέγεται, άλλους μεν εις μεγάλην τιμήν, άλλους δε αντί μιας μνας αττικής, και εμέ ο αχρειέστατος μόνον αντί δύο οβολών. Και οι παριστάμενοι εγέλων. Δι' αυτά αγανακτήσαντες ήλθαμεν εκ του Άδου και σου ζητούμεν να μας ικανοποιήσης διά τας αισχίστας προσβολάς τας οποίας υπέστημεν.

ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ. Εύγε, Διογένη, ωραία ωμίλησες δι' όλους.

ΦΙΛΟΣ. Παύσετε τους επαίνους και τώρα ας χυθή νερόν διά την απολογίαν. Συ δε, Παρρησιάδη, έχεις τον λόγον το νερόν τρέχει εις την κλεψύδραν, ώστε μη χάνης καιρόν.

ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ο Διογένης εις την κατηγορίαν του, ω Φιλοσοφία, δεν ανέφερεν όλα τα εγκλήματά μου, αλλά τα περισσότερα και τα σοβαρώτερα αγνοώ διατί παρέλειψεν. Εγώ όμως δεν θα τα αρνηθώ, ούτε ήλθα παρεσκευασμένος διά ν' απολογηθώ δι' αυτά, αλλά και όσα αυτοί παρέλειψαν ή εγώ δεν επρόφθασα ήδη να ομολογήσω θα τα είπω σήμερον· διότι ούτω θα μάθης ποίους εξέθηκα εις δημοπρασίαν και εκακολόγουν αποκαλών απατεώνας και αγύρτας. Και να εξετάσης μόνον τούτο, εάν λέγω την αλήθειαν περί αυτών. Εάν δε οι λόγοι μου φαίνωνται ότι έχουν τίποτε τραχύ και υβριστικόν, όχι εγώ ο ελέγχων, αλλ' εκείνοι νομίζω ότι είνε δικαιότερον να κατακριθουύν διότι τοιαύτα πράττουν.

Εγώ άμα ενόησα τας αηδίας και τας κακίας αίτινες συνοδεύουν το επάγγγελμα του ρήτορος, την απάτην και το ψεύδος, την θρασύτητα και τας φωνασκίας και τον συναγωνισμόν και μυρία άλλα, απεσύρθην από το επάγγελμα τούτο και ετράπην προς σε, ω Φιλοσοφία, με τον πόθον να διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου υπό την σκέπην σου· όπως οι καταφεύγοντες μετά τρικυμίαν και ανεμοζάλην εις ήσυχον λιμένα. Όταν δε κατ' αρχάς σε αντίκρυσα, ήμην πλήρης θαυμασμού προς εσέ και όλους αυτούς, οίτινες έδωκαν τους κανόνας του αρίστου τρόπου του ζην και προς εκείνους οίτινες σπεύδουν προς αυτούς τείνουν την χείρα και δίδουν τας καλλιτέρας και ωφελιμωτέρας συμβουλάς, τας οποίας ακολουθών τις δεν φοβείται να ολισθήση, πράγμα το οποίον εκ των σήμερον φιλοσοφούντων ολίγοι κάμνουν. Όταν δε είδα ότι πολλοί εκ τούτων δεν ακολουθούν την Φιλοσοφίαν εξ αγάπης προς αυτήν, αλλά χάριν της εξ αυτής προερχομένης δόξης και κατά μεν τα πρόχειρα, τας φανεράς πράξεις και όσα είνε, εύκολον να μιμηθή πας τις, φαίνονται αγαθοί και σεβάσμιοι άνθρωποι, εννοώ την γενειάδα, το βάδισμα και το ένδυμα, εις δε τον ιδιαίτερον βίον των και εις τα πράγματα διαψεύδουν το εξωτερικόν των και πράττουν τα εναντία και ατιμάζουν την αξιοπρέπειαν του επαγγέλματός των, ήρχισα ν' αγανακτώ. Το πράγμα μου εφάνη όμοιον ως να έβλεπα ηθοποιόν τραγικόν τρυφηλόν και θηλυπρεπή να υποκρίνεται τον Αχιλλέα ή τον Θησέα ή τον Ηρακλήν, χωρίς να έχη τίποτε το ηρωικόν εις το βάδισμα και την φωνήν, αλλά να κάμνη κινήσεις γυναικώδεις υπό τοιούτον προσωπείον. Τον τοιούτον ούτε η Ελένη, ούτε η Πολυξένη θα υπέφερε να υποδυθή το πρόσωπον αυτών και θα τον εθεώρουν καθ' υπερβολήν θηλυπρεπή, πολύ δε μάλλον ο θαυμάσιος ήρως Ηρακλής· το πιθανώτερον είνε ότι ούτος αμέσως θα τον συνέτριβε μετά του προσωπείου του διά του ροπάλου, οργιζόμενος διότι τόσον ατιμωτικώς θα τον εξεθήλυνε.

Βλέπων ότι και υμείς υβρίζεσθε κατά τον αυτόν τρόπον υπό των φιλοσόφων εκείνων, δεν ηδυνήθην να υποφέρω τοιαύτην επαίσχυντον υπόκρισιν και να βλέπω πιθήκους τολμώντας να φορούν προσωπεία ηρώων ή μιμούμενους τον όνον του μύθου, ο οποίος φορέσας λεοντήν εξέπεμπεν ογκυθμόν μεγαλόφωνον και φοβερόν, θέλων να πιστευθή ως λέων, υπό των Κυμαίων, οίτινες δεν εγνώριζον τι είνε λέων, έως ου κάποιος ξένος, ο οποίος είχεν ιδή πολλάκις λέοντα και όνον, τον απεκάλυψε και ήρχισε να τον ξυλοκοπή. Αλλ' εκείνο το οποίον προ πάντων μου εφαίνετο φοβερόν, ω Φιλοσοφία, είνε ότι οι άνθρωποι, οσάκις εβλεπον κανένα εξ αυτών φαύλον και άσεμνον και ασελγή, κατηγόρουν την Φιλοσοφίαν και τον Χρύσιππον, τον Πλάτωνα ή τον Πυθαγόραν ή άλλον οιονδήποτε, του οποίου εκείνος έλεγεν ότι είνε οπαδός και μιμητής. Από τας κακίας εκείνου εσχημάτιζον κακήν ιδέαν και περί υμών των προ πολλού αποθανόντων, διότι δεν ευρίσκεσθε εις την ζωήν, ώστε να δυνηθούν να σας συγκρίνουν· εκείνον δε έβλεπον να πράττη άτιμα και άσεμνα, ώστε ερήμην κατεδικάζεσθε μετ' αυτού και εις την αυτήν κατηγορίαν κατελέγεσθε·

Notes in this chapter

Note 1 · Η τρίτη τάξις των Αθηναίων πολιτών.↩Note 2 · Η πλουσιωτέρα τάξις των Αθηναίων.↩Note 3 · Άκουε, σίγα, μη τάραττε.↩Note 4 · Δηλαδή των δώδεκα θεών. Παρωδία του κηρύγματος των επικλησιών του δήμου των Αθηναίων, κατά τας οποίας εκαλούντο να λάβουν τον λόγον οι «υπέρNote 5 · Ο Μώμος αρχίζει με τον Ομηρικόν στίχον: «αλλ' ημείς μεν πάντες ύδωρ και γαία γένοισθε».↩Note 6 · Τον Ηρακλήν.↩Note 7 · Ο Μητρόδωρος ήτο πυρωνιστής φιλόσοφος Χίος, ο οποίος συνώψιζε την διδασκαλίαν του εις το εξής αξίωμα : «Δεν γνωρίζομεν τίποτε και δεν γνωρίζNote 8 · Πόλις της Ευβοίας, εις την οποίαν υπήρχε ναός του Ποσειδώνος.↩Note 9 · Το έμμετρον κείμενον του χρησμού είνε ούτω συντεθειμένον, ώστε να είνε ακατανόητον και γελοίον προς διακωμώδησιν της ασαφείας των αληθινών χNote 10 · «Σιγή εφ' ημείων, ίνα μη Δαμίς γε πύθηται». Εκ της Ιλιάδος.↩Note 11 · Η Αθηνά ήτο η προστάτις θεά των Αθηνών και οι Αθηναίοι την εσέβοντο εξαιρετικώς. Αφού δε ο Τιμοκλής ωρκίσθη εις την Αθηνάν, ο Δάμις δεν τολμNote 12 · Τουτί μεν υπομόχθηρον, άλλο μοι λέγε.↩Note 13 · Προς την Λητώ δε αντέστη ισχυρώς ο Ερμής.↩Note 14 · Βλέπεις τον υψηλόν και άπειρον αιθέρα, όστις εις τας υγράς του αγκάλας περιβάλλει την γην; Τούτον νόμιζε Δία, τούτον θεώρει θεόν.↩Note 15 · Ο Ζευς, τι είνε ο Ζευς; Διότι μόνον εξ ονόματος τον γνωρίζω.↩Note 16 · Ο Φάλης ήτο ο θεός της γονιμότητος και παρίστατο διά του φαλού.↩Note 17 · Ανθρωποθυσίας. Ίδε τόμ. Α'. σελ. 109.↩Note 18 · Κτυπά αδιακρίτως ενόχους τε και μη. Εκ της «Ιλιάδος».↩Note 19 · Η φιγούρα του πλοίου. Παράβαλλε «Πλοίον ή ευχαί» τόμ. 1 σελ. 27 υποσημ. 2.↩Note 20 · Στίχος του Μενάνδρου : Ουδέν κακόν παθαίνεις εκ της ύβρεως, την οποίαν δεν αποδέχεσαι.↩Note 21 · Ο τίτλος του κειμένου είνε «Βίων πράσις». Η λέξις «βίος» επί του προκειμένου σημαίνει τον τρόπον του ζην κατά τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματNote 22 · Ο Πυθαγόρας ομιλεί εις το κείμενον την Ιονικήν διάλεκτον.↩Note 23 · Ο υιός του Κροίσου ήτο άλαλος.↩Note 24 · Αντί να παραθέτη απλώς τους αριθμούς, ο Πυθαγόρας τους προσέθετε: Το τέλειον τούτο τρίγωνον είνε πρόβλημα του ισοσκελούς τριγώνου, το οποίονNote 25 · Διότι είνε σκοτεινοί.↩Note 26 · Οι αρχαίοι έγραφον επί του ενός μέρους των μακρών περγαμηνών, αίτινες απετέλουν τα βιβλία των. Οι Κυνικοί όμως φαίνεται ότι μετεχειρίζοντο βNote 27 · Ιππόλυτος: «Η μεν γλώσσα ομώμωκεν, η δε φρην ανώμοτο». Ο Διογένης αναστρέφει την φράσιν.↩Note 28 · Ο Διογένης υπήρξεν αργυραμοιβός εις την Σινώπην. Παράβ. «Δις κατηγορούμενος».↩Note 29 · Ο Αρίστιππος, αρχηγός της Σχολής, των Κυρηναϊκών, υπήρξε μαθητής του Σωκράτους, όπως δε ούτος, περιωρίσθη μόνον εις την ηθικήν και παρημέλησNote 30 · Το παιγνίδι της δάμας.↩Note 31 · Υπαινίσσεται τα λεγόμενα υπό του Αλκιβιάδου εις το «Συμπόσιον» του Πλάτωνος.↩Note 32 · Συνήθης όρκος του Σωκράτους.↩Note 33 · Ήτο μαθητής και φίλος του Πλάτωνος,↩Note 34 · Κατά τους χρόνους του Λουκιανού η Στωική φιλοσοφία εξετιμάτο μεγάλως και κατ' αυτής η σάτυρα του Λουκιανού αποτοξεύει συχνότερα και σφοδρότεNote 35 · Το δόγμα τούτο της Στωικής φιλοσοφίας περιέχεται εις το πρώτον αξίωμα του εγχειριδίου του Επικτήτου.↩Note 36 · Εκτός του Λουκιανού και οι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν τον συλλογισμόν του κροκοδείλου, χωρίς όμως και να δίδουν την εξήγησίν του.↩Note 37 · Δεν γνωρίζομεν επίσης σαφή πράγματα περί του θεριστικού και του κυριεύοντος συλλογισμού, των οποίων παραδείγματα αναφέρει ο Διογένης ο ΛαέρτNote 38 · Ως εκ ποοηγουμένων γνωρίζομεν, οι Στωικοί ετοποθέτουν την αρετήν εις την κορυφήν όρους αποκρήμνου εις το οποίον έφερεν οδός δύσβατος. Η ιδέαNote 39 · Ο Χρύσιππος, κατά τον Διογένην τον Λαέρτιον, έγραψε 311 τόμους περί διαλεκτικής, εκτός δε τούτων πολυάριθμα άλλα συγγράμματα, πλήρη ξένων πεNote 40 · Όνομα περιφήμου τινός τοκογλύφου, το οποίον κατόπιν απεδίδετο εις όλους τους τοκογλύφους, όπως το όνομα του Ίρα απεδίδετο εις όλους τους αθλNote 41 · Ο Λουκιανός μεταχειρίζεται την λέξιν ονησιφόρα (ωφέλιμα), διά να γίνη λογοπαίγνιον με όσα προηγουμένως λέγονται περί του όνου.↩Note 42 · Εννοεί τον Πύρρωνα, του οποίου το όνομα μεταβάλλει, ούτως ώστε να γίνη δουλικόν όνομα, διότι το όνομα Πυρρίας ήτο σύνηθες όνομα δούλων.↩Note 43 · Την αλήθειαν.↩Note 44 · Επέχω περί τούτου και διασκέπτομαι. Τούτο ήτο και το κύριον αξίωμα της φιλοσοφίας των Πυρρωνιστών.↩Note 45 · Ούτως ώστε η πήρα να συντρέχη την πήραν και αι ράβδοι τας ράβδους. Παρωδία στίχου της Ιλιάδος. ↩Note 46 · Είσθε σοφοί άνδρες, και πρέπει ο θυμός σας να είνε αχαλίνωτος. Παρωδία επίσης Ομηρικού στίχου.↩Note 47 · Να κατασπαραχθή αφού λιθοβολιθή και κατ' αυτόν τον τρόπον ν' αποθάνη.↩Note 48 · Ότι δεν τηρούνται συνθήκαι μεταξύ ανθρώπων και θηρίων.↩Note 49 · Μη φονεύετε άνθρωπον αγαθόν, αλλά δεχθήτε λίτρα διά την ζωήν του, χαλκόν και χρυσόν, τα οποία κατ' εξοχήν αγαπούν οι σοφοί.↩Note 50 · Μη φαντάζεσαι, υβριστά, αφού έπεσες εις τα χέρια μας, ότι θα διαφύγης, επειδή υπεσχέθης χρυσόν.↩Note 51 · Μη φονεύης, διότι δεν πρέπει να φονεύεται ο ικετεύων.↩Note 52 · Δεν πρέπει οι κακοποιοί να πληρώνωνται με το αυτό νόμισμα;↩Note 53 · Ιδέ «Ψευδολογιστήν» τόμος Γ' σελίς 154.↩Note 54 · θα φορέσης χιτώνα από λίθους, διά να τιμωρηθής δι' όσα κακά έπραξες.↩Note 55 · Ο Άρατος, καίτοι ήτο εκ των Σολών της Κιλικίας, διεκρίθη ως Έλλην φιλόσοφος και συγγραφεύς των «Φαινομένων». Εκ της αυτής πόλεως ησαν οι φιλNote 56 · Ο Λουκιανός σκώπτει τον Πλάτωνα δια τους άγαν εμφαντικούς λόγους τους οποίους μεταχειρίζεται εις τον «Φαίδρον».↩
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings