Front matter (continued 2)
Kyriakos Zambas translation
Ερμογένης. Πώς το εννοείς αυτό;
Σωκράτης. Εγώ θα σου το ειπώ. Γνωρίζεις ότι οι παλαιοί μας πρόγονοι πολύ μεταχειρίζονται το ιώτα και το δέλτα, και προ πάντων αι γυναίκες, αι οποίαι περισσότερον διατηρούν την αρχαίαν γλώσσαν. Τόρα όμως αντί του ιώτα θέτουν έψιλον ή ήτα, αντί δε του δέλτα ζήτα, ως να είναι μεγαλοπρεπέστερα.
Ερμογένης. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Παραδείγματος χάριν οι μεν αρχαιότεροι ωνόμαζαν την ημέραν &ιμέραν&, οι δε κατόπιν &εμέραν&, οι δε σημερινοί ημέραν (9)
Ερμογένης. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Εννόησες λοιπόν ότι μόνον το πρώτον όνομα δεικνύει τι εννοεί εκείνος, ο οποίος έθεσε το όνομα; Δηλαδή διότι το φως ήρχετο ευχάριστον εις τους ανθρώπους μετά το σκότος, δι' αυτό το ωνόμασαν ιμέραν από το &ίμερος& (πόθος).
Ερμογένης. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Τόρα όμως με τον τραγικόν του τύπον δεν ημπορείς να εννοήσης τι σημαίνει η &ημέρα&. Αν και μερικοί νομίζουν, ότι ωνομάσθη &ημέρα&, διότι κάμνει ήμερα τα πράγματα.
Ερμογένης. Συμφωνώ μαζί σου.
Σωκράτης. Και το &ζυγόν& γνωρίζεις ότι οι αρχαιότεροι το έλεγαν &δυογόν&.
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και λοιπόν το μεν &ζυγόν& τίποτε δεν εκφράζει, ενώ το &δυογόν& ωνομάσθη πολύ ορθά, διότι τα &δύο& δένονται διά να σύρουν το &αγώγιον&, αλλά τόρα έγινε &ζυγόν&. Και άλλα πολλά έπαθαν το ίδιον.
Ερμογένης. Πολύ πιθανόν.
Σωκράτης. Λοιπόν συμφώνως προς τα ανωτέρω πρώτον μεν το &δέον& με αυτήν την προφοράν σημαίνει το αντίθετον από όλα τα ονόματα, τα οποία σημαίνουν το αγαθόν. Διότι ενώ το &δέον& φαίνεται ότι είναι είδος &αγαθού&, τόρα αποδεικνύεται ότι είναι &δεσμός& και εμπόδιον της κινήσεως, και ομοιάζει το &βλαβερόν&.
Ερμογένης. Και βέβαια, καλέ Σωκράτη, αυτό αποδεικνύεται.
Σωκράτης. Όχι όμως και όταν μεταχειρισθώμεν το αρχαίον όνομα, το οποίον έχει περισσοτέρους λόγους να είναι βαλμένον ορθώς παρά το σημερινόν. Και θα γίνη σύμφωνον με τα προηγούμενα αγαθά, εάν θέσωμεν το ιώτα αντί του έψιλον, καθώς είναι το αρχαίον, διότι το &Δίον&, και όχι το &δέον&, σημαίνει το αγαθόν, το οποίον επαινεί. Και κατ' αυτόν τον τρόπον δεν ευρίσκεται εις αντίφασιν με τον ίδιον εαυτόν του εκείνος, ο οποίος έθεσε τα ονόματα, αλλά αποδεικνύεται έν και το αυτό πράγμα το &δέον& και το &ωφέλιμον& και το &λυσιτελές& και το &κερδαλέον& και το &αγαθόν& και το &συμφέρον& και το &εύπορον&, και όλα αυτά, με άλλο όνομα, σημαίνουν εκείνο το οποίον τακτοποιεί και διατρέχει παντού και επαινείται, ενώ εκείνο το οποίον εμποδίζει και δένει κατακρίνεται. Και λοιπόν τόρα και το &ζημιώδες& εάν συμφώνως προς την αρχαίαν γλώσσαν θέσωμεν αντί του ζήτα δέλτα, θα εννοήσης ότι το όνομα ετέθη διά να σημαίνη εκείνο το οποίον &δει& (δεσμεύει) το &ιόν& (κινούμενον), και ωνομάσθη κατ' αρχάς &δημιώδες&.
Ερμογένης. Και τι λοιπόν σημαίνει η &ηδονή& και η &λύπη& και η &επιθυμία& και τα όμοια, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Αυτά δεν μου φαίνονται πολύ δύσκολα, Ερμογένη μου, διότι, όσον διά την ηδονήν, μου φαίνεται ότι το όνομα αυτό το έλαβε η πράξις η οποία τείνει προς &όνησιν& (ωφέλειαν) — το δέλτα όμως είναι πρόσθετον, ώστε ονομάζεται &ηδονή& αντί να ονομάζεται &ηονή&. — Και πάλιν η &λύπη& φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από την &διάλυσιν& του σώματος, η οποία συμβαίνει εις αυτό από τούτο το πάθημα. Και βεβαίως η &ανία& είναι το εμπόδιον της κινήσεως (ιέναι). Η &αλγηδών& όμως μου φαίνεται ξενικόν όνομα, και ωνομάσθη από το &αλγεινόν&. Η δε &οδύνη& από το &ενδύω& την &λυπών& φαίνεται ότι ωνομάσθη. Το δε όνομα &αχθηδών& και εις τον τυχόντα φαίνεται ότι παρωμοιάσθη προς το βάρος της μεταφοράς. Η &χαρά& πάλιν φαίνεται ότι ωνομάσθη από την &διάχυσιν& και &ευπορίαν& της &ροής& της ψυχής. Η δε &τέρψις& από το &τερπνόν&, και το &τερπνόν& πάλιν έλαβε κατά παρομοίωσιν το όνομα, διότι &έρπει& (εισδύει) ως &πνοή& εις την ψυχήν, και κυρίως μεν έπρεπε να ονομασθή &έρπνουν&, η πολυκαιρία όμως το μετέτρεψε εις &τερπνόν&. Διά το όνομα ευφροσύνη πάλιν είναι περιττόν να προσθέσωμεν το διατί, διότι και ο τυχών εννοεί ότι ορθώς έλαβε το όνομα τούτο από το ότι &ευ& (καλώς) &συμφέρεται& (συμβαδίζει) με τα πράγματα η ψυχή, και ήτο δίκαιον να λέγεται &ευφεροσύνη&, αλλά την λέγομεν &ευφροσύνην&. Και το όνομα &επιθυμία& όμως δεν είναι δύσκολον, διότι είναι φανερόν ότι το όνομα αυτό απεδόθη εις την δύναμιν η οποία προς τον &θυμόν& (ψυχήν) προχωρεί (&ιούσα&). Ο δε &θυμός& από την &θύσιν& δηλαδή την ζέσιν της ψυχής φαίνεται ότι έλαβε αυτό το όνομα. Αλλά και ο &ίμερος& έλαβε το όνομα με το ρω το οποίον περισσότερον παντός άλλου έλκει την ψυχήν. Δηλαδή επειδή κινούμενος (&ιέμενος) ρέει& και επιζητεί (&εφίεται&) τα πράγματα, και κατ' αυτόν τον τρόπον παρασύρει την ψυχήν εις την ορμήν (&έσιν&) της &ροής& του, δι' όλην αυτήν την δύναμιν ωνομάσθη &ίμερος&. Και ο &πόθος& όμως ορθώς ονομάζεται, διότι σημαίνει ότι δεν προέρχεται από το παρόν αλλά από αλλού &πουθενά&. Δι' αυτό ωνομάσθη και &πόθος&, αυτό το ίδιον, το οποίον όταν είναι παρόν ό,τι επιθυμούμεν, λέγεται &ίμερος&, όταν όμως είναι απόν, το ίδιον πράγμα λέγεται &πόθος&. Ο δε &έρως& ωνομάζετο τον παλαιόν καιρόν &έσρος& από το ρήμα &εσρεί&, διότι &εισρέει& έξωθεν και δεν είναι ατομική του αυτή η &ροή& εις τον έχοντα τον έρωτα — τότε δε η γλώσσα μετεχειρίζετο το όμικρον αντί του ωμέγα — τόρα δε ωνομάσθη έρως διά της μεταβολής του ο εις ω. Αλλά ποίον άλλο όνομα ακόμη θέλεις να εξετάσωμεν;
Ερμογένης. Η &δόξα& και τα όμοια πώς σου φαίνονται;
Σωκράτης. Η &δόξα& βεβαίως ή ωνομάσθη από την καταδίωξιν (&δίωξιν&) την οποίαν εκτελεί η ψυχή, όταν &επιδιώκη& να γνωρίση πώς είναι πλασμένα τα πράγματα, ή από την &βολήν& του &τόξου&. Και φαίνεται μάλλον από το δεύτερον τούτο. Τουλάχιστον η &οίησις& (δοξασία) συμφωνεί με αυτό, διότι σημαίνει κίνησιν (&οίσιν&) της ψυχής προς το πράγμα, καθώς και η &βουλή& σημαίνει κάπως την &βολήν& και το &βούλομαι& σημαίνει &εφίεμαι& (επιθυμώ) και &βουλεύομαι& (σκέπτομαι). Όλα αυτά φαίνονται ως ομοιώματα της &βολής& συμφώνως με την &δόξαν&, καθώς πάλιν αντιθέτως η &αβουλία& φαίνεται ότι είναι ατυχία, ως να μη &έβαλε&, δηλαδή να μην επέτυχε εκείνο εις το οποίον εσημάδευε (&έβαλλε&) και το οποίον ήθελε (&εβούλετο&) και το οποίον εσυλλογίζετο (&εβουλεύετο&) και το επεθύμει (&εφίετο&).
Ερμογένης. Αυτά πλέον μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι τα παρατάσσεις πολύ πυκνά.
Σωκράτης. Διότι τόρα πλέον είναι το τέλος και τω θεώ δόξα. Θέλω όμως ακόμη να ερευνήσω την &ανάγκην& και το &εκούσιον&, διότι είναι συνέχεια με τα προηγούμενα. Και λοιπόν το &εκούσιον& είναι εκείνο το οποίον &υπείκει& (υποχωρεί) και δεν εναντιόνεται, αλλά καθώς είπα υποχωρεί εις το κινούμενον (ιόν). Και ήτο πρέπον να ονομασθή με το όνομα τούτο ό,τι γίνεται κατά βούλησιν, ενώ το &αναγκαίον& και το &αντίτυπον& (αντίθετον), το οποίον γίνεται εναντίον της θελήσεως, φαίνεται ότι ανήκει εις την αποτυχίαν και αμάθειαν και παρομοιάζεται με πορείαν προς τα &άγκη& (χαράδρας), διότι είναι δυσδιάβατα και ανώμαλα και πετρώδη και εμποδίζουν τον δρόμον. Ίσως λοιπόν ωνομάσθη αναγκαίον, διότι παρωμοιάσθη προς διάβασιν διά μέσου &άγκους&. Και εφ' όσον μας βοηθεί η δύναμις, ας μη την αφήσωμεν. Όμως και συ μη την αφίνεις, αλλά ερώτα.
Ερμογένης. Ερωτώ λοιπόν τα σπουδαιότερα και τα ωραιότερα, δηλαδή την &αλήθειαν& και το &ψεύδος& και το &ον& και αυτό ακόμη περί του οποίου ομιλούμεν, δηλαδή το &όνομα&, διά ποίον λόγον λέγεται όνομα.
Σωκράτης. Υπάρχει τι το οποίον ονομάζεις &μαίομαι& (μαιεύω);
Ερμογένης. Μάλιστα, το να ζητώ να συλλάβω.
Σωκράτης. Φαίνεται λοιπόν ότι είναι όνομα απαρτιζόμενον από ολόκληρον λόγον ο οποίος λέγει ότι το όνομα είναι ον του οποίου, υπάρχει ζήτησις. Τούτο δε είναι ευκολώτερον να το εννοήσης εις το &ονομαστόν&, διότι εδώ πλέον λέγει καθαρά ότι τούτο είναι &ον ου μάσμα& (ζήτησις) υπάρχει. Όσον δε διά το όνομα &αλήθεια&, και τούτο ομοιάζει με τα άλλα, διότι φαίνεται ότι εκφράζεται με αυτήν την λέξιν, δηλαδή την αλήθειαν, η θεία περιφορά του όντος, ότι δηλαδή είναι &άλη& (ορμή) &θεία&. Το ψεύδος όμως είναι το αντίθετον της κινήσεως, και ιδού πάλιν ότι κατακρίνεται το εμποδιζόμενον και αναγκαζόμενον να ησυχάζη και παρομοιάζεται προς τα &καθεύδοντα& (κοιμώμενα), επειδή όμως προσετέθη το ψ κρύπτει ολίγον την σημασίαν αυτού του ονόματος. Το δε &ον& και η ουσία συμφωνούν με το αληθές εάν προστεθή το ιώτα, διότι γίνεται &ιόν& (κινούμενον). Τούτο φαίνεται και εις το &ουκ ον&, το οποίον μερικοί το ονομάζουν &ουκί& (ουχί) &ον&.
Ερμογένης. Αυτά μεν, καλέ Σωκράτη, μου φαίνεται ότι τα εξήγησες με πολλήν ικανότητα. Αν όμως σε ερωτήση κανείς δι' αυτό το &ιόν& (κινούμενον) και το &ρέον& και το &δουν& (δένον), ποία είναι η ορθότης αυτών των ονομάτων;
Σωκράτης. Ερωτάς τι άραγε θα απαντήσωμεν εις αυτόν; δεν είναι έτσι;
Ερμογένης. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Και λοιπόν προ ολίγου, επρομηθεύθημεν ένα πράγμα διά να φαινώμεθα ότι λέγομεν κάτι τι, όταν αποκρινώμεθα.
Ερμογένης. Ποίον δηλαδή;
Σωκράτης. Ό,τι δεν γνωρίζομεν, να λέγωμεν ότι είναι βαρβαρικόν. Και πραγματικώς είναι δυνατόν να είναι κάτι τοιούτον, αλλ' επίσης είναι δυνατόν ένεκα της πολυκαιρίας να είναι ανεξερεύνητα τα πρώτα ονόματα. Διότι, επειδή τα ονόματα μετατρέπονται καθ' όλους τους τρόπους, δεν είναι διόλου παράδοξον, εάν η αρχαία γλώσσα σχετικώς με την σημερινήν δεν έχει καμμίαν διαφοράν από την βαρβαρικήν.
Ερμογένης. Ομιλείς πολύ λογικά.
Σωκράτης. Τουλάχιστον λέγω πράγματα ευλογοφανή. Μου φαίνεται όμως ότι δεν επιδέχεται προφάσεις ο αγών, αλλά πρέπει να είμεθα πρόθυμοι να τα ερευνήσωμεν αυτά. Πρέπει δε να λάβωμεν υπ' όψιν τα εξής· άραγε, εάν κανείς μας ερωτά διαρκώς τας προτάσεις από τας οποίας αποτελείται το όνομα, και έπειτα πάλιν τα ονόματα, με τα οποία αποτελούνται εκείναι αι προτάσεις και δεν παύη να κάμνη αυτάς τας ερωτήσεις, δεν θα αναγκασθή εις το τέλος να απαυδήση ο αποκρινόμενος;
Ερμογένης. Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης. Πότε λοιπόν θα απέκαμνε δικαίως, και θα έπαυε; άραγε όχι όταν έφθανε εις εκείνα τα ονόματα, τα οποία είναι στοιχεία των άλλων ονομάτων και λόγων; διότι αυτά πλέον, αν πραγματικώς είναι στοιχεία, δεν είναι δίκαιον να αποδειχθούν ότι αποτελούνται από άλλα. Καθώς παραδείγματος χάριν προ ολίγου ελέγαμεν, ότι το &αγαθόν& αποτελείται από το &αγαστόν& και &θοόν& (ταχύ). Και ίσως πάλιν εύρωμεν ότι το &θοόν& αποτελείται από άλλα και εκείνα πάλιν από άλλα. Όταν όμως εις το τέλος εύρωμεν εκείνο το οποίον δεν αποτελείται από άλλα ονόματα, δικαίως θα ελέγαμεν ότι τόρα πλέον έχομεν ενώπιόν μας στοιχείον, και ότι δεν πρέπει τούτο να το παραμπέμπωμεν εις άλλα ονόματα.
Ερμογένης. Μου φαίνεται ότι λέγεις ορθά.
Σωκράτης. Μήπως λοιπόν και αυτά τα ονόματα, διά τα οποία ερωτάς τόρα, είναι στοιχεία και είναι ανάγκη με άλλον τρόπον να εξετάσωμεν ποία είναι η ορθότης αυτών;
Ερμογένης. Πολύ πιθανόν.
Σωκράτης. Και βέβαια είναι πιθανόν, καλέ Ερμογένη, διότι όλα τα προηγούμενα φαίνονται ότι ανέρχονται εις αυτά. Και αν αυτό είναι ορθόν, καθώς μου φαίνεται ότι είναι, έλα πάλιν πρόσεχε μαζί μου, μήπως ειπώ παραληρήματα εξετάζων ποία πρέπει να είναι η ορθότης των πρώτων ονομάτων.
Ερμογένης. Λέγε και μη σε μέλει, διότι εγώ θα προσέχω με όλας μου τας δυνάμεις.
Σωκράτης. Ότι βεβαίως μία είναι η ορθότης παντός ονόματος και πρώτου και τελευταίου, και δεν έχουν καμμίαν διαφοράν μεταξύ των ως ονόματα, νομίζω ότι και συ συμφωνείς.
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και όμως η ορθότης των ονομάτων, τα οποία εξητάσαμεν προηγουμένως, κυρίως εδείκνυε οποίον είναι έκαστον από τα όντα.
Ερμογένης. Και βέβαια.
Σωκράτης. Επομένως αυτήν την ιδιότητα πρέπει να την έχουν εξ ίσου και τα πρώτα και τα τελευταία, αφού είναι ονόματα.
Ερμογένης. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Αλλά τα μεν τελευταία, καθώς φαίνεται, ήσαν ικανά εις τούτο διά μέσου των πρώτων.
Ερμογένης. Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης. Καλά. Τόρα όμως τα πρώτα, τα οποία δεν έχουν άλλα ως βάσιν, πώς θα καταστήσουν εις ημάς όσον το δυνατόν περισσότερον ευνόητα τα όντα, αφού πρόκειται να είναι ονόματα; Δηλαδή απάντησέ μου εις το εξής: Εάν δεν είχαμεν φωνήν ουδέ γλώσσαν και όμως ηθέλαμεν να εκφράσωμεν μεταξύ μας τα πράγματα άραγε δεν θα εδοκιμάζαμεν, καθώς τόρα οι κωφάλαλοι, να εκφρασθώμεν με τας χείρας και με την κεφαλήν και με το άλλο σώμα;
Ερμογένης. Και βέβαια πώς αλλέως, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης. Και νομίζω ότι εάν ηθέλαμεν να εκφράσωμεν το άνω και το ελαφρόν, θα υψώναμεν την χείρα προς τον ουρανόν μιμούμενοι αυτήν την φύσιν του πράγματος. Εάν δε πάλιν τα κάτω και βαρέα, θα εφέραμεν την χείρα προς την γην. Και αν ηθέλαμεν να εκφράσωμεν ίππον τρέχοντα ή κανέν άλλο ζώον, γνωρίζεις ότι θα εκάμναμεν χειρονομίας και σχήματα με το σώμα μας, όσον το δυνατόν ομοιότατα προς εκείνα.
Ερμογένης. Μου φαίνεται ότι δεν ημπορεί παρά να είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης. Διότι νομίζω ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα εσχηματίζετο σωματική (σχηματική) γλώσσα, διότι το σώμα θα εμιμείτο εκείνο το οποίον ήθελε να εκφράση.
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Τόρα όμως αφού θέλομεν να εκφράσωμεν με την φωνήν και με την γλώσσαν και με το στόμα, δεν σου φαίνεται ότι τότε μόνον θα είναι έκφρασις το σχηματιζόμενον από αυτά, όταν μιμηθώμεν οποιονδήποτε πράγμα με αυτά;
Ερμογένης. Μου φαίνεται ότι είναι ανάγκη.
Σωκράτης. Ώστε, καθώς φαίνεται, το όνομα είναι διά της φωνής μίμησις εκείνου του πράγματος το οποίον απομιμείται. Και ονομάζει κανείς όταν απομιμηθή με την φωνήν εκείνο το οποίον μιμείται.
Ερμογένης. Πιστεύω.
Σωκράτης. Εγώ όμως, μα τον Δία, ακόμη δεν πιστεύω ότι τα λέγομεν καλά.
Ερμογένης. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Εκείνοι οι οποίοι απομιμούνται την φωνήν των προβάτων και των πετεινών και των άλλων ζώων, δεν θα αναγκασθώμεν να παραδεχθώμεν ότι ονομάζουν αυτά τα οποία μιμούνται;
Ερμογένης. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Σου φαίνεται λοιπόν αυτό ορθόν;
Ερμογένης. Όχι σε βεβαιώ. Αλλά τότε πάλιν, καλέ Σωκράτη, τι είδους μίμησις είναι το όνομα;
Σωκράτης. Πρώτον νομίζω ότι δεν είναι μίμησις, καθώς όταν με την μουσικήν μιμούμεθα τα πράγματα, μολονότι και τότε με την φωνήν βεβαίως τα μιμούμεθα. Δεύτερον, όσα μιμείται η μουσική, αν τα μιμούμεθα και ημείς, δεν μου φαίνεται ότι λέγομεν το όνομά των. Εννοώ δε το εξής· υπάρχει εις έκαστον πράγμα ήχος και σχήμα, και χρώμα ακόμη εις πολλά από αυτά;
Ερμογένης. Βεβαίως.
Σωκράτης. Ιδού λοιπόν ότι δεν είναι τέχνη ονομαστική το να μιμήται κανείς αυτά, ουδέ να καταγίνεται εις τοιαύτας μιμήσεις. Διότι τούτο το εκτελεί η μουσική και η ζωγραφική. Δεν είναι έτσι;
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και πώς σου φαίνεται το εξής; δεν σου φαίνεται ότι και την ουσίαν του έχει έκαστον πράγμα καθώς έχει και το χρώμα και τα άλλα τα οποία ελέγαμεν τελευταίως; Πρώτον το ίδιον το &χρώμα& και η &φωνή& δεν έχει το καθέν κάποιαν ουσίαν καθώς και όλα τα άλλα πράγματα, όσα ηξιώθησαν να έχουν την ιδιότητα της υπάρξεως;
Ερμογένης. Μου φαίνεται.
Σωκράτης. Και λοιπόν; εάν ημπορέση κανείς να μιμηθή με τα γράμματα και τας συλλαβάς την ιδίαν την ουσίαν, άραγε δεν θα εξέφραζε τι είναι έκαστον; ή μήπως απατώμαι;
Ερμογένης. Πολύ μάλιστα θα εξέφραζε.
Σωκράτης. Και πώς θα ονομάσης εκείνον ο οποίος έχει αυτήν την ικανότητα, καθώς από τους προηγουμένους τον ένα τον ωνόμασες μουσικόν και τον άλλον ζωγραφικόν; Αυτόν πώς θα τον ονομάσης;
Ερμογένης. Μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι αυτό είναι εκείνο το οποίον ζητούμεν να εύρωμεν εδώ και τόσην ώραν, δηλαδή ότι αυτός είναι ο ονομαστικός.
Σωκράτης. Αφού λοιπόν τούτο είναι αληθές, τόρα νομίζω ότι πρέπει να εξετάσωμεν εκείνα τα ονόματα διά τα οποία συ ερώτησες, δηλαδή την ροήν και την κίνησιν και την στάσιν, αν με τα γράμματα και τας συλλαβάς πλησιάζουν τα ιδικά των όντα, ώστε να μιμούνται την ουσίαν των, ή όχι;
Ερμογένης. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Λοιπόν ας εξετάσωμεν μήπως άραγε μόνον αυτά είναι από τα πρώτα ονόματα ή και άλλα πολλά.
Ερμογένης. Εγώ νομίζω ότι υπάρχουν και άλλα πολλά.
Σωκράτης. Βέβαια είναι λογικόν να υπάρχουν. Αλλά πώς πρέπει να τα διακρίνωμεν, όχι άραγε καθώς αρχίζει την μίμησιν ο μιμούμενος; Επομένως αφού η μίμησις της ουσίας γίνεται με συλλαβάς και με γράμματα, δεν είναι ορθότερον πρώτον να διακρίνωμεν τα στοιχεία; Καθώς οι καταγινόμενοι εις τους ρυθμούς πρώτον διέκριναν τας δυνάμεις των στοιχείων, έπειτα δε των συλλαβών και τότε πλέον έρχονται να εξετάσουν τους ρυθμούς, όχι όμως προηγουμένως;
Ερμογένης. Μάλιστα.
Σωκράτης. Επομένως και ημείς ομοίως πρέπει πρώτον μεν να διακρίνωμεν τα φωνήεντα, έπειτα από τα άλλα να διακρίνωμεν τα &άφωνα& και τα &άφθογγα& (ημίφωνα) — διότι ούτω πως τα ονομάζουν όσοι είναι έμπειροι εις τα τοιαύτα — και πάλιν όσα δεν είναι φωνήεντα ούτε όμως &άφθογγα& (ημίφωνα). Και πάλιν από τα ίδια τα φωνήεντα πόσα είδη υπάρχουν. Και αφού διακρίνωμεν όλα καλώς, τότε πάλιν πρέπει να εξετάσωμεν τα όντα, εις τα οποία πρόκειται να δώσωμεν ονόματα, αν υπάρχουν μερικά εις τα οποία υπάγονται όλα, καθώς είναι τα στοιχεία. Από τα οποία είναι δυνατόν να παρατηρήσωμεν και τα ίδια τα όντα, και αν διαιρούνται εις είδη, καθώς τα στοιχεία. Όλα αυτά αφού τα ερευνήσωμεν καλώς, να προσθέτωμεν επιστημονικώς έκαστον στοιχείον αναλόγως της ομοιότητος, είτε έν μόνον στοιχείον εις έν ον, είτε και αναμιγνύοντες πολλά στοιχεία εις έν ον. Καθώς και οι ζωγράφοι θέλοντες να κατασκευάσουν εικόνα, κάποτε θέτουν μόνον το κόκινον, και κάποτε άλλο οποιονδήποτε χρώμα, πολλάκις όμως αναμιγνύουν πολλά χρώματα, καθώς παραδείγματος χάριν όταν κατασκευάζουν προσωπογραφίαν ή άλλο τίποτε παρόμοιον, αναλόγως, νομίζω, της ανάγκης την οποίαν έχει η εικών από έκαστον χρώμα. Ομοίως λοιπόν και ημείς θα επιθέσωμεν τα στοιχεία εις τα πράγματα, είτε έν εις έν, ό,τι νομίσωμεν ότι χρειάζεται, είτε πολλά ομού και θα κατασκευάσωμεν αυτά τα οποία λέγονται συλλαβαί, και πάλιν θα ενώσωμεν τας συλλαβάς, από τας οποίας σχηματίζονται και τα ονόματα και τα ρήματα. Και πάλιν από τα ονόματα και τα ρήματα θα αποτελέσωμεν πλέον κάτι τι μέγα και ωραίον και ακέραιον, καθώς εκεί διά της ζωγραφικής το ζωντανόν, ομοίως εδώ τον λόγον διά της &ονομαστικής& ή &ρητορικής&, ή οποιαδήποτε είναι αυτή η τέχνη. Ή καλλίτερον όχι ημείς, αλλά απλώς παρεσύρθην από τους λόγους. Διότι τα κατεσκεύασαν, όπως είναι κατασκευασμένα, οι παλαιοί. Εμείς δε πρέπει αν θέλωμεν να τα εννοήσωμεν τεχνικώς, αφού τα διακρίνομεν κατ' αυτόν τον τρόπον, να τα εξετάσωμεν αν είναι τεθειμένα ορθώς και τα πρώτα (πρωτότυπα) και τα τελευταία (παράγωγα) ή μήπως δεν είναι. Αλλέως όμως να τα συγχωνεύωμεν, ίσως είναι κακόν και όχι μεθοδικόν, αγαπητέ μου Ερμογένη.
Ερμογένης. Ίσως μα τον Δία, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Συ βασίζεσαι εις τον εαυτόν σου ότι είσαι ικανός να τα διακρίνης κατ' αυτόν τον τρόπον; Διότι όσον δι' εμέ εγώ δεν είμαι ικανός.
Ερμογένης. Τότε πολύ περισσότερον εγώ δεν είμαι ικανός.
Σωκράτης. Λοιπόν θέλεις να τα αφήσωμεν ή να δοκιμάσωμεν όσον μας είναι δυνατόν, έστω και αν κατορθώσωμεν ολίγον μόνον να τα εννοήσωμεν. Και καθώς εδηλώσαμεν εις τους θεούς ολίγον προηγουμένως, ότι ημείς δεν γνωρίζομεν την αλήθειαν περί αυτών των ιδίων και μόνον τας δοξασίας των ανθρώπων τας οποίας έχουν περί θεών ερευνώμεν, ομοίως και τόρα πριν αποχωρισθώμεν πρέπει να μείνωμεν σύμφωνοι μεταξύ μας, ότι εάν επρόκειτο να τα διαιρέση σκοπίμως αυτά είτε άλλος κανείς είτε ημείς, αυτή η διαίρεσις την οποίαν είπαμεν είναι ορθή, και ότι προς το παρόν πρέπει να καταγίνωμεν εις αυτά κατά τας δυνάμεις μας, καθώς λέγει η παροιμία. Παραδέχεσαι αυτά, ή έχεις άλλην γνώμην;
Ερμογένης. Βεβαίως τα παραδέχομαι.
Σωκράτης. Ομολογώ, Ερμογένη μου, ότι ίσως θα μας φανούν γελοία τα πράγματα, όταν αποδειχθούν ότι είναι διά μιμήσεως, αποτυπωμένα εις γράμματα και συλλαβάς, είναι όμως ανάγκη να γίνη αυτό. Διότι δεν έχομεν άλλο καλλίτερον εις το οποίον να παραπέμψωμεν την έρευναν περί της αληθείας των πρώτων ονομάτων. Εκτός εάν θέλεις, καθώς οι δραματογράφοι οι οποίοι, όταν ευρεθούν εις απορίαν, καταφεύγουν εις τας μηχανάς και αναβιβάζουν θεούς, το ίδιον και ημείς προς ευκολίαν μας να ειπούμεν ότι τα πρώτα ονόματα τα έθεσαν οι θεοί και διά τούτο είναι ορθά. Άραγε αυτός ο λόγος είναι προτιμότερος και εις ημάς; ή ο άλλος εκείνος, ότι δηλαδή αυτά τα ονόματα μας ήλθαν από κάποιους βαρβάρους, και ότι οι βάρβαροι είναι αρχαιότεροι από ημάς; ή ότι ένεκα της πολυκαιρίας είναι αδύνατον να τα ερευνήσωμεν, καθώς και τα βαρβαρικά; Διότι αυταί πάλιν αι υπεκφυγαί είναι πολύ επιτυχημέναι δι' εκείνον, ο οποίος αποφεύγει να δώση λόγον περί των πρώτων ονομάτων, πώς είναι ορθώς βαλμένα. Και όμως αν κανείς δεν γνωρίζη την ορθότητα των πρώτων ονομάτων, είναι βεβαίως αδύνατον να γνωρίση την ορθότητα των τελευταίων, τα οποία κατ' ανάγκην εξηγούνται από εκείνα και περί των οποίων δεν γνωρίζει τίποτε. Επομένως είναι προφανές ότι όστις διισχυρίζεται ότι είναι ειδικός εις τα ονόματα, πρέπει προ πάντων να δύναται να εξηγήση τα πρώτα ονόματα με πολλήν σαφήνειαν, άλλως να είναι βέβαιος ότι διά τα τελευταία (παράγωγα) θα λέγη πλέον φλυαρίας. Ή μήπως συ έχεις άλλην γνώμην;
Ερμογένης. Διόλου, καλέ Σωκράτη, δεν έχω άλλην γνώμην.
Σωκράτης. Και τόρα εξ όσων εννόησα εγώ περί των πρώτων ονομάτων, μου φαίνονται πολύ υβριστικά και γελοία. Αυτά λοιπόν, εάν αγαπάς, θα τα μεταδώσω και εις εσέ. Συ όμως αν δύνασαι να συλλάβης κάτι ορθότερον από άλλο μέρος, προσπάθησε να το μεταδώσης και εις εμέ.
Ερμογένης. Αυτό θα γίνη. Αλλά λέγε με θάρρος.
Σωκράτης. Και πρώτον λοιπόν το ρω μου φαίνεται ότι είναι όργανον πάσης &κινήσεως&, περί της οποίας ελησμονήσαμεν να είπωμεν διατί φέρει αυτό το όνομα. Όμως είναι προφανές ότι έπρεπε να είναι &ίεσις&, διότι η αρχαιοτέρα γλώσσα δεν μετεχειρίζετο ήτα αλλά έψιλον. Το δε αρχικόν κάππα προέρχεται από το &κίω&, το οποίον είναι ξενικόν και σημαίνει πορεύομαι (&ιέναι&). Εάν λοιπόν συνέβαινε να απαντά το αρχαίον αυτής όνομα εις την ιδικήν μας γλώσσαν, κατά πάσαν πιθανότητα θα ήτο ορθόν να λέγεται &ίεσις&. Αλλά τόρα και από το ξενικόν &κίω&, και από την μετατροπήν του ήτα, και από την παρεμβολήν του νυ, ωνομάσθη &κίνησις&, ενώ έπρεπε να ονομασθή &κιείνησις&, ή &είσις&. Η &στάσις& όμως είναι κυρίως άρνησις της κινήσεως και έγινε &στάσις& χάριν κομψότητος. Λοιπόν, επαναλαμβάνω, το στοιχείον ρω ενομίσθη από εκείνον ο οποίος έθεσε τα ονόματα, ότι είναι κατάλληλον όργανον της κινήσεως διά να τα παρομοιάζη προς την &φοράν& (ορμήν). Και απόδειξις είναι ότι το μεταχειρίζεται συχνά προς τούτο. Και πρώτον εις το ίδιον το &ρέω& και την &ροήν& με αυτό το γράμμα απομιμείται την ορμήν, έπειτα εις τον &τρόμον&, κατόπιν εις το &τραχύ& και ακόμη εις παρόμοια ρήματα, καθώς το &κρούω, θραύω, ερείκω& (κοπανίζω) &θρύπτω& (κάμνω θρύμματα), &κερματίζω, ρυμβώ& (στρυφογυρίζω). Όλα αυτά κυρίως με το ρ απομιμούνται τα όντα. Διότι, νομίζω, έβλεπε ότι η γλώσσα εις αυτό το στοιχείον, διόλου δεν μένει στάσιμος, αλλά σείεται υπερβολικά. Δι' αυτό μου φαίνεται ότι μετεχειρίσθη αυτό τόσον πολύ εις αυτά. Το δε ιώτα πάλιν είναι κατάλληλον εις όλα τα λεπτά, τα οποία είναι πολύ επιτήδεια να διαπερνούν τα πάντα. Δι' αυτόν τον λόγον το &ιέναι& (πορεύομαι) και το &ίεσθαι& (ρίπτομαι) το απεμιμήθη με το ιώτα. Καθώς πάλιν επειδή το φι και το ψι και το σίγμα και το ζήτα είναι φυσητικά γράμματα, απεμιμήθη με αυτά όλα τα παρόμοια, καθώς το &ψυχρόν& και το &ζέον& (ζεματιστόν) και το &σείω& και εν γένει τον &σεισμόν&. Και βεβαίως οσάκις απομιμείται το &φύσημα&, τότε ως επί το πλείστον αυτά τα γράμματα μεταχειρίζεται εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα. Και πάλιν την συμπιεστικήν δύναμιν του δέλτα (προφερομένου ως d) και του ταυ και την απόκρουσιν της γλώσσης, φαίνεται ότι την ενόμισε χρήσιμον διά την απομίμησιν του &δεσμού& και της &στάσεως&. Και εννοήσας καλώς ότι πάρα πολύ &ολισθαίνει& (γλυστρά) η γλώσσα εις το λάβδα, ωνόμασε κατά παρομοίωσιν τα &λεία& και αυτό το ίδιον το &ολισθαίνω& και το &λιπαρόν& (παχύ) και το &κολλώδες& και όλα τα όμοια. Και επειδή όταν ολισθαίνει η γλώσσα, την συγκρατεί η δύναμις του γάμμα, με αυτό απεμιμήθη το &γλίστρον& και το &γλυκύ& και το &γλοιώδες&. Και πάλιν επειδή εννόησε ότι είναι εσωτερική η φωνή του νυ, ωνόμασε από αυτό το &ένδον& και το &εντός&, διότι απομιμείται με τα γράμματα τας πράξεις. Έπειτα πάλιν εις το &μέγας& έθεσε το άλφα και εις το &μήκος& το ήτα (=ε ε), διότι αυτά τα γράμματα είναι μεγάλα. Εις δε το &γογγύλον& (ολοστρόγγυλον) επειδή εχρειάζετο το όμικρον ως εκφραστικόν της στρογγυλότητος, το μετεχειρίσθη εις ολόκληρον σχεδόν το όνομα (10). Ομοίως και εις όλα τα άλλα φαίνεται ότι προχωρεί ο νομοθέτης και κατασκευάζει με τα γράμματα και τας συλλαβάς ένα όνομα δι' έκαστον ον, ως γνώρισμα αυτού, και από αυτά πλέον διά της συνθέσεως απομιμείται τα άλλα. Αυτή μου φαίνεται, Ερμογένη μου, ότι είναι κυρίως η ορθότης των ονομάτων, εκτός εάν λέγη άλλο τίποτε ο Κρατύλος απ' εδώ.
Ερμογένης. Και πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, πολύ συχνά ο Κρατύλος με φέρει εις δυσκολίαν, καθώς είπα εις την αρχήν, διότι διισχυρίζεται μεν ότι υπάρχει ορθότης των ονομάτων, δεν λέγει όμως σαφώς ποία είναι αυτή, ώστε εγώ δεν δύναμαι να γνωρίζω, άραγε εν γνώσει του ή χωρίς να θέλη ομιλεί τόσον ασαφώς περί αυτών πάντοτε. Τόρα λοιπόν κύριε Κρατύλε, ειπέ εμπρός εις τον Σωκράτη, άραγε επιδοκιμάζεις όσα λέγει ο Σωκράτης περί των ονομάτων, ή έχεις να ειπής τίποτε καλλίτερον; και αν έχης λέγε, ώστε ή να σε διδάξη ο Σωκράτης ή συ να διδάξης ημάς και τους δύο.
Κρατύλος. Δεν μου λέγεις, καλέ Ερμογένη, μήπως νομίζεις ότι είναι εύκολον, τόσον ταχέως να διδαχθής και να διδάξης οποιονδήποτε πράγμα, πολύ δε περισσότερον εκείνο το οποίον φαίνεται ότι είναι από τα μεγαλείτερα;
Ερμογένης. Μα τον Δία εγώ δεν το νομίζω αυτό. Μου φαίνεται όμως ότι είναι ορθόν εκείνο το οποίον λέγει η παροιμία: φασούλι στο φασούλι γεμίζει το σακούλι. Ώστε και ελάχιστον αν ημπορείς να μας ωφελήσης μη αποκάμνεις αλλ' ευεργέτησε και τον Σωκράτη απ' εδώ και εμέ, καθώς είναι δίκαιον.
Σωκράτης. Και σε βεβαιώ, Κρατύλε μου, ότι και εγώ ο ίδιος εις τίποτε δεν επιμένω από όσα είπα, καθώς μου εφάνησαν τότε. Εγώ απλώς ηρεύνησα μαζί με τον Ερμογένην, ώστε ως προς αυτό με θάρρος λέγε, εάν έχης να ειπής τίποτε καλλίτερον, και γνώριζε ότι εγώ θα το παραδεχθώ. Και δεν μου φαίνεται δύσκολον να είσαι συ εις θέσιν να ειπής τίποτε καλλίτερον από αυτά, διότι μου φαίνεται ότι και συ ο ίδιος εσκέφθης τα τοιαύτα και από άλλους εδιδάχθης. Εάν λοιπόν γνωρίζης τίποτε καλλίτερον θεώρησε και εμέ ένα από τους μαθητάς σου εις το περί ορθότητος των ονομάτων.
Κρατύλος. Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, καθώς είπες, και εφρόντισα έως τόρα δι' αυτά και ίσως να σε κάμω μαθητήν μου. Όμως φοβούμαι μήπως συμβαίνει όλως το αντίθετον από αυτό, διότι κάπως έρχεται εις τον νουν μου να σου ειπώ εκείνο το οποίον λέγει ο Αχιλλεύς προς τον Αίαντα εις τα I της Ίλιάδος. Λέγει δε:
«Αίαντα Τελαμώνιε μεγάλε στρατηλάτη, »εγλύκαναν το στήθος μου τα λόγια σου, σπολλάτη».
Το ίδιον και συ, καλέ Σωκράτη, μου φαίνεσαι ότι προφητεύεις σχεδόν με την γνώμην μου, αδιάφορον αν σε ενέπνευσε ο Ευθύφρων, ή αν υπήρχε προ καιρού εντός σου καμμία άλλη μούσα χωρίς να φαίνεται.
Σωκράτης. Αγαπητέ μου Κρατύλε, και εγώ ο ίδιος τόσην ώρα απορώ με την σοφίαν μου και δυσπιστώ. Δι' αυτό μου φαίνεται ότι πρέπει να εξετάσωμεν εξ αρχής πάλιν, τι είναι αυτά τα οποία είπα. Διότι το να απατά κανείς ο ίδιος τον εαυτόν του, είναι το χειρότερον πράγμα. Και πραγματικώς όταν δεν σε αφίνει ποτέ, αλλά είναι πάντοτε εμπρός σου εκείνος ο οποίος θέλει να σε εξαπατά, πώς δεν είναι τρομερόν πράγμα; Ώστε, καθώς φαίνεται, πρέπει συχνά να επιστρέφωμεν εις τα προηγούμενα και να δοκιμάσωμεν, να βλέπωμεν συγχρόνως εμπρός και οπίσω, καθώς λέγει εκείνος ο ίδιος ποιητής. Λοιπόν και ημείς τόρα ας εξετάσωμεν, τι είπαμεν. Λέγομεν ότι ορθότης του ονόματος είναι εκείνη, η οποία θα μας δείξη ποίου είδους είναι το πράγμα. Θέλεις να δεχθώμεν ότι αυτό είναι ορθόν;
Κρατύλος. Εις εμέ φαίνεται πολύ ορθόν, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Ώστε χάριν διδασκαλίας λέγονται τα ονόματα;
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Λοιπόν και αυτήν δεν θα την θεωρήσωμεν ως τέχνην και ότι υπάρχουν και τεχνίται δι' αυτήν;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Ποίοι;
Κρατύλος. Εκείνοι τους οποίους έλεγες συ εις την αρχήν, δηλαδή οι νομοθέται.
Σωκράτης. Θέλεις να παραδεχθώμεν ότι και αυτή είναι διά τους ανθρώπους, καθώς όλαι αι άλλαι τέχναι, ή όχι: Εννοώ δε το εξής: Από τους ζωγράφους δεν είναι άλλοι χειρότεροι και άλλοι καλλίτεροι;
Κρατύλος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Και λοιπόν οι μεν καλλίτεροι δεν κατασκευάζουν τα έργα των, δηλαδή τας εικόνας, καλλίτερα, οι δε άλλοι κατώτερα; Και οι κτίσται κατά τον ίδιον τρόπον δεν κατασκευάζουν άλλοι μεν καλλιτέρας τας οικίας, άλλοι δε χειροτέρας;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν και από τους νομοθέτας δεν παρουσιάζουν άλλοι μεν καλλίτερα τα έργα των, άλλοι δε ασχημότερα;
Κρατύλος. Αυτό δεν το ενόησα ακόμη.
Σωκράτης. Δηλαδή δεν φρονείς ότι από τους νόμους άλλοι είναι καλλίτεροι και άλλοι κατώτεροι;
Κρατύλος. Όχι σε βεβαιώ.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν ουδέ από τα ονόματα σου φαίνονται ότι άλλα μεν ετέθησαν ολιγώτερον ορθώς, άλλα δε περισσότερον;
Κρατύλος. Όχι είπα.
Σωκράτης. Και λοιπόν όλα τα ονόματα ορθώς είναι τεθειμένα;
Κρατύλος. Ναι, αλλά όσα είναι πραγματικώς ονόματα.
Σωκράτης. Πώς δηλαδή; καθώς και προ ολίγου ελέχθη, θα δεχθώμεν ότι απ' εδώ ο Ερμογένης δεν έχει καν αυτό το όνομα, αφού δεν έχει καμμίαν συγγένειαν με τον Ερμήν, ή ότι το έχει, όχι όμως ορθώς;
Κρατύλος. Εγώ νομίζω, καλέ Σωκράτη, ότι ουδέ το έχει αλλά νομίζεται ότι το έχει, το όνομα όμως τούτο ανήκει εις άλλον, ο οποίος έχει και την φύσιν η οποία εκφράζεται με το όνομα αυτό.
Σωκράτης. Άραγε ουδέ ψεύδεται, όταν κανείς λέγη ότι αυτός είναι ο Ερμογένης; Δηλαδή μήπως ακόμη είναι αδύνατον και να τον ειπή το στόμα μας Ερμογένη, αφού δεν είναι;
Κρατύλος. Πώς εννοείς;
Σωκράτης. Μήπως δηλαδή θέλεις να ειπής κυρίως ότι το να λέγομεν ψευδείς λόγους είναι κατ' αρχήν αδύνατον; Διότι τούτο το διισχυρίζονται πολλοί, αγαπητέ μου Κρατύλε, και τόρα και άλλοτε.
Κρατύλος. Και βέβαια διότι, καλέ Σωκράτη, πώς είναι δυνατόν όταν κανείς λέγη αυτό το οποίον λέγει, να μη λέγη το πραγματικόν; Ή μήπως δεν θεωρείς ψευδείς λόγους, το να μη λέγη κανείς το πραγματικόν;
Σωκράτης. Ομολογώ ότι ομιλείς κομψότερα από ότι συμβιβάζεται με εμέ και με την ηλικίαν μου, καλέ μου φίλε. Όμως απάντησέ μου εις τούτο μόνον. Άραγε μήπως νομίζεις ότι είναι αδύνατον μόνον το να λέγωμεν ψευδείς λόγους, όχι όμως και το να εκφράζωμεν αυτούς;
Κρατύλος. Ούτε να εκφράζωμεν.
Σωκράτης. Ούτε να απαγγέλλωμεν ούτε να προσφωνούμεν; Παραδείγματος χάριν εάν σε συναντήση κανείς εις ξένην χώραν και σου πιάση το χέρι και σου ειπή: Χαίρε, ξένε Αθηναίε, υιέ του Σμικρίωνος Ερμογένη. Τότε φρονείς ότι αυτός μόνον εις σε δεν ημπορεί να τα ειπή αυτά, ή να τα εκφράση, ή να τα απαγγείλη, ή να τα προσφωνήση, ημπορεί όμως εις τον Ερμογένη, απ' εδώ, ή εις κανένα απολύτως;
Κρατύλος. Εγώ νομίζω, Σωκράτη μου, ότι αυτός φωνάζει απλώς.
Σωκράτης. Αρκεί και τούτο. Αλλά πώς εννοείς; την αλήθειαν θα φωνάξη αυτός που φωνάζει αυτά, ή ψέμματα: Ή μήπως ένα μεν μέρος είναι αληθές, το άλλο όμως ψευδές; Διότι και τούτο ακόμη θα ήτο αρκετόν.
Κρατύλος. Εγώ φρονώ ότι αυτός απλώς θορυβεί, εις μάτην θέτων εις κίνησιν τον εαυτόν του, ως να εκτύπα και έθετε εις κίνησιν ένα χάλκινον αγγείον.
Σωκράτης. Ειπέ μου τόρα, καλέ Κρατύλε, ίσως και φθάσωμεν εις ένα συμβιβασμόν. Άραγε δεν νομίζεις ότι άλλο είναι το όνομα και άλλο το πράγμα το οποίον φέρει αυτό το όνομα;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και λοιπόν δεν παραδέχεσαι ότι το όνομα είναι απομίμησις του πράγματος;
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά και τα ζωγραφήματα δεν φρονείς ότι είναι ενός είδους απομιμήσεις των πραγμάτων;
Κρατύλος. Βέβαια.
Σωκράτης. Ειπέ μου λοιπόν — διότι πιθανόν εγώ να μην εννοώ αυτά τα οποία λέγεις, ενώ ίσως συ τα λέγεις ορθώς — είναι δυνατόν να μοιράσωμεν και να αποδώσωμεν αυτάς τας δύο απομιμήσεις, δηλαδή τα ζωγραφήματα και τα ονόματα εις τα πράγματα, τα οποία απεικονίζουν, ή όχι;
Κρατύλος. Είναι δυνατόν.
Σωκράτης. Πρώτον λοιπόν πρόσεξε εις το εξής: Άραγε ημπορεί κανείς να αποδώση την εικόνα του ανδρός εις τον άνδρα και της γυναικός εις την γυναίκα, και ούτω καθ' εξής;
Κρατύλος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Και πάλιν δεν ημπορεί αντιστρόφως να αποδώση την εικόνα του ανδρός εις την γυναίκα και την εικόνα της γυναικός εις τον άνδρα;
Κρατύλος. Γίνεται και αυτό.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε και αι δύο αυταί διανομαί είναι ορθαί, ή μόνον η μία.
Κρατύλος. Μόνον η μία.
Σωκράτης. Εκείνη, υποθέτω, η οποία αποδίδει εις έκαστον το αρμόδιον και το όμοιον.
Κρατύλος. Έτσι μου φαίνεται.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν διά να μη λογομαχούμεν δύο φίλοι εδώ, εγώ και συ, παραδέξου αυτό το οποίον εννοώ. Δηλαδή εγώ, φίλε μου, αυτήν την διανομήν και διά τας δύο απομιμήσεις, δηλαδή και διά τας προσωπογραφίας και διά τα ονόματα την ονομάζω ορθήν, χωριστά όμως πάλιν διά τα ονόματα πλην της ορθής την ονομάζω και αληθή. Την δε άλλην, δηλαδή την απόδοσιν του ανομοίου, την ονομάζω όχι ορθήν, χωριστά δε διά τα ονόματα την ονομάζω και ψευδή ακόμη.
Κρατύλος. Πρόσεξε όμως, καλέ Σωκράτη, μήπως διά μεν τα ζωγραφήματα είναι δυνατόν να γίνη η όχι ορθή διανομή, όχι όμως και διά τα ονόματα, αλλά κατ' ανάγκην δι' αυτά είναι πάντοτε ορθή.
Σωκράτης. Πώς το εννοείς; Ποίαν διαφοράν έχει το έν από το άλλο; Άραγε δεν ημπορώ να πλησιάσω εις ένα άνθρωπον και να του ειπώ: αυτό το σκίτσο είναι ιδικόν σου, συγχρόνως δε να δείξω εις αυτόν εκ τύχης είτε την ιδικήν του εικόνα είτε μίαν εικόνα γυναικός; Να δείξω δε θα ειπή να την πλησιάσω εις το αισθητήριον των οφθαλμών του.
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Δεν ημπορώ πάλιν να πλησιάσω εις αυτόν τον ίδιον και να του ειπώ: αυτό το όνομα είναι ιδικόν σου; Διότι είπαμεν ότι το όνομα είναι απομίμησις, καθώς το ζωγράφημα. Εννοώ δηλαδή το εξής· άραγε δεν ημπορώ να ειπώ εις αυτόν: αυτό το όνομα είναι ιδικόν σου, και κατόπιν να πλησιάσω πάλιν εις το αισθητήριον της ακουής, είτε τυχόν το ιδικόν του απομίμημα και να του ειπώ στο αυτί: &ανήρ&, είτε το απομίμημα του θήλεος του ανθρωπίνου γένους, και να του ειπώ: &γυνή&; Αυτό δεν σου φαίνεται δυνατόν, και ότι συμβαίνει κάποτε;
Κρατύλος. Δέχομαι, καλέ Σωκράτη, να συμφωνήσω μαζί σου και ας είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης. Και βεβαίως κάμνεις πολύ καλά, φίλε μου, αν αυτό είναι ορθόν. Διότι είναι περιττόν να φιλονικούμεν τόσον πολύ δι' αυτό. Οπωσδήποτε, αν γίνη και εδώ μία τοιαύτη διανομή, την μεν πρώτην από αυτάς θα την ονομάσωμεν αληθινήν, την δε δευτέραν ψευδή. Και αφού πάλιν τούτο είναι δυνατόν, δηλαδή αφού είναι δυνατόν να μοιράζωμεν τα ονόματα όχι ορθώς, καθώς και να μη αποδίδωμεν εις έκαστον τα αρμόδια, αλλά κάποτε και τα ανάρμοστα, τότε έπεται ότι είναι δυνατόν και διά τα ρήματα πράξωψεν το ίδιον. Αφού δε πάλιν είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν κατ' αυτόν τον τρόπον τα ρήματα και τα ονόματα, τότε κατ' ανάγκην και τους λόγους, διότι, αν δεν απατώμαι, λόγοι είναι ο συνδυασμός αυτών των δύο. Ει δε μη, συ πώς το εννοείς, καλέ Κρατύλε;
Κρατύλος. Έτσι, διότι μου φαίνεται ότι ομιλείς ορθά.
Σωκράτης. Και τόρα πάλιν αφού παρομοιάζομεν τα πρώτα ονόματα με σκίτσα, άραγε συμβαίνει και εδώ εκείνο το οποίον συμβαίνει εις τα ζωγραφήματα, άλλοτε δηλαδή να αποδίδωμεν όλα τα αρμόδια χρώματα και σχήματα και άλλοτε όχι όλα, αλλά να λείπουν μερικά, μερικά δε να πλεονάζουν και εις αριθμόν και εις μέγεθος; Ή όχι;
Κρατύλος. Συμβαίνει.
Σωκράτης. Παραδέχεσαι λοιπόν ότι εκείνος ο οποίος αποδίδει όλα, κατασκευάζει ωραία σκίτσα και ωραίας εικόνας, ενώ εκείνος ο οποίος προσθέτει ή αφαιρεί κατασκευάζει μεν και αυτός σκίτσα και εικόνας, αλλά αθλίας;
Κρατύλος. Παραδέχομαι.
Σωκράτης. Και λοιπόν τι φρονείς δι' εκείνον ο οποίος απομιμείται με τας συλλαβάς και με τα γράμματα την ουσίαν των πραγμάτων; Άραγε δεν ισχύει και εδώ ο ίδιος λόγος, δηλαδή αν μεν αποδώση όλα τα αρμόδια, θα γίνη ωραία η εικών — τόρα όμως η εικών είναι όνομα — εάν δε παραλείψη ή προσθέση ολίγα κάποτε, θα γίνη μεν εικών, όχι όμως ωραία; Και επομένως δεν θα έχωμεν άλλα μεν ονόματα καλώς κατασκευασμένα, άλλα όμως κακώς;
Κρατύλος. Ίσως.
Σωκράτης. Επομένως ίσως άλλος μεν είναι καλός κατασκευαστής ονομάτων, άλλος δε κακός.
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Και αυτός κατά τα προηγούμενα δεν ονομάζεται νομοθέτης;
Κρατύλος. Ναι.
Σωκράτης. Τότε μα τον Δία ίσως συμβαίνει καθώς και εις τας άλλας τέχνας, δηλαδή και από τους νομοθέτας άλλος μεν είναι καλός, άλλος δε κακός, εάν παραδεχθώμεν όσα είπαμεν προηγουμένως.
Κρατύλος. Έχεις δίκαιον. Αλλ' όμως, καλέ Σωκράτη, όταν αποδίδωμεν εις τα ονόματα αυτά τα γράμματα, δηλαδή το άλφα και το βήτα και τα άλλα στοιχεία συμφώνως με την γραμματικήν, εάν αφαιρέσωμεν ή προσθέσωμεν ή μεταθέσωμεν κανέν από αυτά, τότε δεν θα ειπούμεν ότι εγράφη οπωσδήποτε το όνομα, με την διαφοράν ότι δεν εγράφη ορθώς, αλλ' ότι ουδέ εγράφη διόλου, διότι αμέσως γίνεται διαφορετικόν, μόλις συμβή κανέν τοιούτον λάθος.
Σωκράτης. Ας προσέξωμεν όμως, καλέ Κρατύλε, μήπως δεν είναι ορθός αυτός ο τρόπος της εξετάσεως.
Κρατύλος. Πώς δηλαδή;
Σωκράτης. Δι' όσα η ύπαρξίς των ή η ανυπαρξία των, κατ' ανάγκην εξαρτάται από ένα ορισμένον αριθμόν ίσως να συμβαίνη αυτό το οποίον λέγεις, καθώς και τα ίδια τα δέκα ή άλλος οποιοσδήποτε αριθμός, εάν αφαιρέσης τίποτε ή προσθέσης, αμέσως έγινε διαφορετικός. Όμως διά την ποιότητα ενός μέρους και ολοκλήρου της εικόνος πρόσεξε μήπως δεν είναι ομοία η ορθότης, αλλά απ' εναντίας ουδέ είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αποδοθούν όλα, καθώς τα έχει εκείνο το οποίον απεικονίζει, εάν πρόκειται να είναι εικών. Πρόσεξε δε να ιδής, αν λέγω τίποτε. Ας υποθέσωμεν ότι έχομεν δύο πράγματα τα εξής· παραδείγματος χάριν τον Κρατύλον και την εικόνα του Κρατύλου. Αν κανείς θεός απεμιμείτο όχι μόνον το χρώμα και το σχήμα το ιδικόν σου, καθώς οι ζωγράφοι, αλλά και όλα τα εσωτερικά μέρη τα έκαμνε όμοια, καθώς είναι τα ιδικά σου, και αποδώση με ομοιότητα τας μαλακότητας και τας θερμότητας, και θέση εντός κίνησιν και ψυχήν και φρόνησιν, καθώς είναι η ιδική σου, και με μίαν λέξιν όλα όσα συ έχεις, και άλλην μίαν φοράν κατασκευάση όμοια πλησίον σου, τότε τι νομίζεις, αυτά τα πράγματα θα ήσαν πλέον ο Κρατύλος και η εικών του Κρατύλου, ή δύο Κρατύλοι;
Κρατύλος. Μου φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι θα ήσαν δύο Κρατύλοι.
Σωκράτης. Βλέπεις λοιπόν, φίλε μου, ότι πρέπει να εύρωμεν άλλην ορθότητα διά την εικόνα και δι' όσα ελέγαμεν προηγουμένως και όχι διά της βίας, εάν λείπη ή περισσεύη τίποτε, να λέγωμεν ότι δεν είναι εικών. Ή δεν εννόησες ότι πολύ απέχουν αι εικόνες να έχουν όλα όσα έχουν εκείνα τα οποία εικονίζουν;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Διότι, Κρατύλε μου, θα την επάθαιναν κωμικώτατα από τα ονόματα, εκείνα τα πράγματα εις τα οποία ανήκουν τα ονόματα, εάν εγίνοντο διπλά, και κανέν από τα δύο δεν θα ημπορούσε να λέγη ποίον είναι το ίδιον το πράγμα και ποίον το όνομα.
Κρατύλος. Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης. Με πεποίθησιν λοιπόν, παλλικαρά μου, άφησε και από τα ονόματα άλλο μεν να είναι βαλμένον ορθώς, άλλο δε όχι, και μη απαιτείς να έχει όλα τα γράμματα, διά να γίνη εντελώς όμοιον προς εκείνο το πράγμα, το οποίον ονομάζει, αλλά δέξου να προστεθή και κανέν γράμμα το οποίον δεν αρμόζει εις αυτό. Και αφού δέχεσαι γράμμα, δέξου και όνομα εις ολόκληρον λόγον, και πάλιν αφού δέχεσαι όνομα, δέξου και λόγος να προστεθή εις λόγον, ο οποίος δεν αρμόζει εις τα πράγματα, και μολαταύτα παραδέξου ότι το πράγμα ονομάζεται και λέγεται εφ' όσον ενυπάρχει ο τύπος αυτού του πράγματος περί του οποίου γίνεται λόγος, καθώς εις τα ονόματα των γραμμάτων, αν ενθυμείσαι όσα ελέγαμεν προ ολίγου εγώ και ο Ερμογένης.
Κρατύλος. Μάλιστα ενθυμούμαι.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν έχει καλώς. Διότι όταν ενυπάρχει αυτό, και αν δεν έχει όλα τα αρμόδια πάλιν το πράγμα θα εκφρασθή, αλλά θα εκφρασθή καλώς, όταν τα έχει όλα, κακώς όμως όταν έχει ολίγα. Οπωσδήποτε όμως, αξιομακάριστε φίλε, ας δεχθώμεν ότι εκφράζεται διά να μη πληρώσωμεν πρόστιμον, καθώς εις την Αίγιναν πληρώνουν όσοι περιφέρονται αργά εις τους δρόμους την νύκτα, και ομοίως νομισθώμεν από την ιδίαν την θεάν αλήθειαν ότι και ημείς πολύ αργά εφθάσαμεν εις το συμπέρασμα. Αλλέως ζήτησε να εύρης καμμίαν άλλην ορθότητα του ονόματος και μη παραδέχεσαι ότι είναι έκφρασις του πράγματος με συλλαβάς και με γράμματα. Διότι εάν παραδέχεσαι αυτά και τα δύο, τότε είναι αδύνατον να μείνης σύμφωνος με τον ίδιον εαυτόν σου.
Κρατύλος. Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, μου φαίνεσαι ότι ομιλείς ορθά, και παραδέχομαι αυτό το οποίον λέγεις.
Σωκράτης. Αφού λοιπόν και οι δύο παραδεχόμεθα αυτά, τόρα ας εξετάσωμεν τα εξής· είπαμεν ότι εάν πρόκειται έν όνομα να είναι ορθόν πρέπει να έχει τα αρμόδια γράμματα;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Είναι δε αρμόδια τα όμοια με τα ονόματα;
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Επομένως όσα μεν είναι καλά ετέθησαν κατ' αυτόν τον τρόπον. Αν όμως κανέν δεν ετέθη καλώς, ίσως το περισσότερον μέρος του αποτελείται από αρμόδια χρώματα και όμοια, αφού είναι εικών, έχει όμως και κανέν ανάρμοστον, εξ αιτίας του οποίου δεν είναι καλόν ουδέ καλώς κατασκευασμένον το όνομα. Δέχεσαι κατ' αυτόν τον τρόπον ή αλλέως;
Κρατύλος. Νομίζω, Σωκράτη μου, ότι δεν πρέπει να φιλονικούμεν τόσον πολύ. Αλλά, να σου ειπώ, δεν μ' αρέσει να παραδεχθώ ότι είναι μεν όνομα, όμως δεν ετέθη ορθώς.
Σωκράτης. Τι δηλαδή; δεν σου αρέσει αυτό, ότι το όνομα είναι έκφρασις του πράγματος;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλά το ότι άλλα ονόματα είναι σύνθετα από άλλα προηγούμενα, δηλαδή από τα πρώτα, δεν σου φαίνεται ότι λέγεται καλώς;
Κρατύλος. Μου φαίνεται.
Σωκράτης. Εάν όμως αυτά τα πρώτα είναι έκφρασις πραγμάτων, γνωρίζεις συ κανένα άλλον τρόπον καλλίτερον διά να γίνουν αυτά εκφράσεις, παρά να γίνουν τα ίδια όσον το δυνατόν όμοια προς εκείνα τα οποία εκφράζουν; Ή μήπως σου αρέσει περισσότερον ο τρόπος τον οποίον παραδέχεται ο Ερμογένης και άλλοι πολλοί, ότι δηλαδή τα ονόματα είναι συνθήματα και εκφράζουν τα πράγματα μόνον διά εκείνους οι οποίοι τα έθεσαν κατά συνθήκην, οι οποίοι όμως εγνώριζαν προηγουμένως τα πράγματα; Και ότι αυτή η συνθήκη είναι η ορθότης του ονόματος, ώστε δεν υπάρχει καμμία διαφορά είτε κανείς συμφωνήση καθώς είναι καμωμένη η συνθήκη, είτε και αντιθέτως θελήση εκείνο το οποίον τόρα λέγομεν &μικρόν& αυτός να το ονομάση &μέγα&, το δε μέγα να το ονομάζη &μικρόν&; Ποίος τρόπος από τους δύο σου αρέσει;
Κρατύλος. Έχει πολύ μεγάλην διαφοράν, Σωκράτη μου, να εκφράζωμεν παν ότι εκφράζομεν με το ομοίωμά του και όχι με ό,τι τύχη.
Σωκράτης. Καλά λέγεις. Λοιπόν αφού το όνομα πρέπει να είναι όμοιον με το πράγμα δεν χρειάζεται να είναι εκ φύσεως πλασμένα όμοια με τα πράγματα τα στοιχεία, από τα οποία θα αποτελέση κανείς τα πρώτα ονόματα; Εννοώ δε το εξής· Άραγε ήτο δυνατόν ποτέ κανείς να κατασκευάση αυτό, το οποίον τόρα ονομάζομεν ζωγράφημα όμοιον με κανέν από τα όντα, εάν αι βαφαί από τας οποίας αποτελούνται τα ζωγραφιζόμενα, δεν είχαν πλασθή εκ φύσεως όμοιαι προς εκείνα τα όντα, τα οποία μιμείται η ζωγραφική; Ή ήτο αδύνατον;
Κρατύλος. Αδύνατον.
Σωκράτης. Λοιπόν το ίδιον δεν συμβαίνει και διά τα ονόματα, ότι δηλαδή ποτέ δεν ήτο δυνατόν να γίνουν όμοια με κανέν πράγμα, εάν προηγουμένως εκείνα από τα οποία αποτελούνται τα ονόματα, δεν είχαν κάποιαν ομοιότητα προς τα πράγματα εκείνα, των οποίων μιμήματα είναι τα ονόματα; Και αυτά από τα οποία αποτελούνται τα ονόματα δεν είναι τα στοιχεία;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν και συ λάβε μέρος εις τον λόγον εις τον οποίον έλαβε προηγουμένως ο Ερμογένης. Ειπέ μου, φρονείς ότι ορθώς λέγομεν ότι το ρ ομοιάζει με την &φοράν& και την κίνησιν και την σκληρότητα, ή όχι ορθώς;
Κρατύλος. Ορθώς βεβαίως.
Σωκράτης. Το δε λάβδα ότι ομοιάζει με το λείον και μαλακόν και με τα άλλα, τα οποία ελέγαμεν προ ολίγου;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Γνωρίζεις όμως ότι διά το ίδιον πράγμα ημείς μεν λέγομεν &σκληρότης&, ενώ οι Ερετριείς λέγουν &σκληρότηρ&;
Κρατύλος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Πώς λοιπόν; Το ρω και το σίγμα, και τα δύο μαζί ομοιάζουν με το ίδιον πράγμα, και επομένως το ίδιον όνομα εκφράζει το ίδιον πράγμα εις εκείνους μεν (τους Ερετριείς) με καταληκτικόν γράμμα το ρω, εις ημάς δε με καταληκτικόν γράμμα το σίγμα, ή εις το ένα μέρος από τα δύο δεν το εκφράζει;
Κρατύλος. Βεβαίως και εις τα δύο μέρη το εκφράζει.
Σωκράτης. Πώς άραγε, καθ' όσον είναι όμοια το ρω και το σίγμα, ή καθ' όσον δεν είναι όμοια;
Κρατύλος. Καθ' όσον είναι όμοια.
Σωκράτης. Και λοιπόν είναι όμοια καθ' όλα;
Κρατύλος. Τουλάχιστον όσον διά να εκφράζουν εξ ίσου την &φοράν& (ορμήν).
Σωκράτης. Ε και το λάβδα το οποίον έχει παρεμβληθή; Αυτό δεν εκφράζει το αντίθετον από την σκληρότητα.
Κρατύλος. Πραγματικώς ίσως δεν έχει παρεμβληθή ορθώς, καλέ Σωκράτη. Καθώς και προηγουμένως εξηγούσες εις τον Ερμογένη αφαιρών και παρεμβάλλων γράμματα όπου έπρεπε, και εγώ το εύρισκα ορθόν. Και τόρα πάλιν ίσως αντί του λάβδα πρέπει να προφέρωμεν ρω.
Σωκράτης. Πολύ ορθά. Και λοιπόν; Τόρα καθώς το προφέρομεν, δεν εννοούμεν ο είς το άλλον, όταν λέγη &σκληρόν&, ουδέ συ τόρα εννοείς τι λέγω εγώ;
Κρατύλος. Σε εννοώ βέβαια ως εκ της συνηθείας, αγαπητέ μου.
Σωκράτης. Όταν δε λέγης συνήθεια νομίζεις ότι λέγεις τίποτε διάφορον από την συνθήκην; Ή μήπως άλλο εννοείς λέγων συνήθειαν, παρά ότι εγώ όταν προφέρω τούτο εννοώ εκείνο, και συ εννοείς ότι εγώ εννοώ εκείνο; Δεν λέγεις αυτό;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν αφού το εννοείς, όταν εγώ ομιλώ δεν έρχεται εις εσέ μία έκφρασις από εμέ;
Κρατύλος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Διά μέσου όμως του ανομοίου από εκείνο το οποίον σκέπτομαι όταν ομιλώ, αφού βεβαίως το λάβδα είναι ανόμοιον προς την σκληρότητα καθώς το ομολόγησες. Αφού δε τούτο συμβαίνει κατ' αυτόν τον τρόπον, τι άλλο θα παραδεχθώμεν παρά ότι ο ίδιος συνεφώνησες με τον εαυτόν σου και διά σε η ορθότης του ονόματος καταντά συνθήκη, αφού λέγουν έν πράγμα και τα όμοια και τα ανόμοια γράμματα, αν καθιερωθούν από την συνήθειαν και την συνθήκην; Και το κάτω κάτω, αν δεν είναι η συνήθεια συνθήκη, πάλιν δεν είναι ορθόν να λέγωμεν ότι η ομοιότης είναι έκφρασις αλλά η συνήθεια, διότι, καθώς φαίνεται, η συνήθεια εκφράζει και με τα όμοια και με τα ανόμοια. Και επειδή τα παραδεχόμεθα αυτά, Κρατύλε μου — διότι εγώ θεωρώ την σιωπήν σου ως συγκατάθεσιν — έπεται κατ' ανάγκην ότι και η συνθήκη και η συνήθεια συντελεί προς έκφρασιν εκείνων τα οποία διανοούμεθα όταν ομιλούμεν. Καθ' όσον, αγαπητέ μου φίλε, αν θέλης να εξετάσωμεν τον αριθμόν, από πού νομίζεις ότι θα έχης να θέσης χωριστά ονόματα δι' έκαστον αριθμόν, εάν δεν δεχθής ότι έχει κάποιον κύρος η ιδική σου συγκατάθεσις και συμφωνία ως προς την ορθότητα των ονομάτων; Όσον λοιπόν δι' εμέ επίσης μου αρέσει να είναι όσον το δυνατόν όμοια τα ονόματα με τα πράγματα, αλλά φοβούμαι πραγματικώς μήπως, καθώς λέγει ο Ερμογένης, είναι πολύ μηδαμινή η επέκτασις αυτής της ομοιότητος, και είναι ανάγκη να μεταχειριζόμεθα και αυτήν την ανυπόφορον συνθήκην, εις την ορθότητα των ονομάτων. Άλλως όμως ίσως ήτο το καλλίτερον να λέγωνται ή με όλα όμοια ή με τα περισσότερα, με τούτο δε εννοώ τα αρμόδια, ασχημότερον δε είναι με τα αντίθετα. Αλλά ειπέ μου ακόμη το εξής ύστερα από αυτά, ποίαν δύναμη έχουν δι' ημάς τα ονόματα και τι καλόν θα παραδεχθώμεν ότι εκτελούν.
Ερμογένης. Μου φαίνεται ότι μας διδάσκουν, καλέ Σωκράτη, και ότι είναι πολύ ευνόητον, ότι όποιος γνωρίζει τα ονόματα, αυτός γνωρίζει και τα πράγματα.
Σωκράτης. Ίσως δηλαδή, καλέ Κρατύλε, εννοείς το εξής, ότι όταν κανείς μάθη οποίου είδους είναι το όνομα — τούτο δε είναι όμοιον με το πράγμα — θα γνωρίζη και το πράγμα, αφού είναι όμοιον με το όνομα, επομένως ότι μία και η αυτή είναι η τέχνη δι' όλα όσα ομοιάζουν μεταξύ των. Υπό αυτήν λοιπόν την έποψιν νομίζω ότι λέγεις ότι όποιος μάθη τα ονόματα θα γνωρίζη και τα πράγματα.
Κρατύλος. Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν ας εξετάσωμεν τι είδους είναι αυτός ο τρόπος της διδασκαλίας των πραγμάτων, περί του οποίου τόρα ομιλείς, και μήπως υπάρχει μεν και άλλος, αυτός όμως είναι καλλίτερος, ή δεν υπάρχει άλλος αλλά μόνος αυτός. Ποίον από τα δύο παραδέχεσαι;
Κρατύλος. Εγώ παραδέχομαι ότι σχεδόν δεν υπάρχει άλλος, αλλά αυτός είναι ο μόνος και ο καλλίτερος.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε αυτό το ίδιον είναι και εύρεσις των όντων, δηλαδή οποιοσδήποτες εύρε τα ονόματα εύρε και εκείνα, εις τα οποία ανήκουν τα ονόματα; Ή μήπως άλλος είναι ο τρόπος της ερεύνης και ευρέσεως, μόνον δε της μαθήσεως είναι αυτός ο τρόπος;
Κρατύλος. Βεβαιότατα και της ερεύνης και της ευρέσεως ο τρόπος είναι ο ίδιος με την μάθησιν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν ας σκεφθώμεν το εξής, καλέ Κρατύλε· όταν κανείς, ενώ ερευνά τα πράγματα, παρακολουθή τα ονόματα και εξετάζη έκαστον από αυτά τι θέλει να ειπή, άραγε φαντάζεσαι ότι δεν είναι μικρός ο κίνδυνος μήπως απατηθή;
Κρατύλος. Πώς;
Σωκράτης. Είναι βέβαιον ότι εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα, οποίου είδους ενόμιζε ότι είναι τα πράγματα, τοιούτου είδους και ονόματα έθετε, καθώς παρεδέχθημεν. Δεν είναι έτσι;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Εάν λοιπόν εκείνος δεν είχε ορθήν γνώμην και όμως έθετε τα ονόματα κατά την γνώμην του, τι νομίζεις ότι θα πάθουν όσοι ακολουθούν αυτόν; άλλο τίποτε παρά ότι θα εξαπατηθούν;
Κρατύλος. Πρόσεξε όμως Σωκράτη μου, μήπως δεν συμβαίνει καθώς το λέγεις, αλλ' ότι κατ' ανάγκην γνωρίζει τα πράγματα εκείνος ο οποίος θέτει τα ονόματα. Άλλως, καθώς εγώ προ πολλού επέμενα, αυτά ουδέ είναι καν ονόματα. Η καλλιτέρα δε απόδειξις ότι δεν επλανήθη από την αλήθειαν εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα, είναι η εξής· ότι δηλαδή δεν ήτο δυνατόν ποτέ να τα επιτύχη τόσον αρμονικά όλα. Ή μήπως δεν εννοούσες και συ αυτό, όταν έλεγες ότι όλα τα ονόματα έγιναν κατά τον ίδιον τρόπον και με τον ίδιον σκοπόν;
Σωκράτης. Αλλ' αυτό, καλέ μου Κρατύλε, δεν είναι καλή απάντησις. Διότι εάν έσφαλε εις το πρώτον εκείνος, ο οποίος το έθεσε και κατόπιν συμφώνως με αυτό παρεβίαζε τα άλλα και τα ηνάγκαζε να είναι σύμφωνα με εκείνο, διόλου παράδοξον να συμβή, καθώς εις τα γεωμετρικά σχήματα, όπου όταν εις την αρχήν γίνη ένα μικρόν και ασήμαντον λάθος, όλα τα άλλα κατόπιν, τα οποία είναι πλείστα όσα, εξακολουθούν να συμφωνούν μεταξύ των. Δι' αυτό λοιπόν πας άνθρωπος πρέπει εις κάθε πράγμα την αρχήν του να συζητή και να σκέπτεται πολύ, ετέθη αυτή η βάσις ορθώς ή όχι. Όταν δε εκείνη εξετασθή καλώς, όλα τα άλλα είναι συνέπεια εκείνης. Ουχ ήττον όμως εγώ πάλιν ευρίσκομαι εις απορίαν, αν πραγματικώς τα ονόματα είναι σύμφωνα μεταξύ των. Δηλαδή ας εξετάσωμεν και πάλιν εκείνο το οποίον είπαμεν προηγουμένως. Είπαμεν ότι τα ονόματα εκφράζουν εις ημάς την ουσίαν των πραγμάτων επί τη υποθέσει ότι το παν μετακινείται και μεταφέρεται και ρέει. Δεν φρονείς ότι κατ' αυτόν τον τρόπον τα εκφράζουν;
Κρατύλος. Βεβαιότατα και ορθώς μάλιστα τα εκφράζουν.
Σωκράτης. Ας λάβωμεν λοιπόν πάλιν από όλα αυτά το όνομα &επιστήμη& και ας προσέξωμεν πόσον είναι αμφίβολον και μάλλον φαίνεται να σημαίνη, ότι σταματά την ψυχήν μας εις τα πράγματα παρά ότι κινείται μαζί με αυτά, και είναι ορθότερον να προφέρωμεν την αρχήν του καθώς προφέρομεν τόρα, παρά να αποβάλωμεν το έψιλον και να λέγωμεν &πιστήμην&. Απ' εναντίας μάλιστα αντί να αφαιρέσωμεν το έψιλον, να παρεμβάλωμεν ένα ιώτα (&επιιστήμην&). Έπειτα να προσέξωμεν ότι το &βέβαιον& είναι απομίμησις μιας βάσεως και στάσεως, όχι όμως κινήσεως. Έπειτα η &ιστορία& ακριβώς αυτό εκφράζει, ότι δηλαδή σταματά (&ίστησι&) τον ρoυν. Κατόπιν η μνήμη και εις τον τυχόντα φανερόνει ότι είναι &μονή& (στάσις) με την ψυχήν και όχι κίνησις. Και αν θέλης, η &αμαρτία& και η &συμφορά&, εάν τα προσέξη κανείς ως προς το όνομα, θα αποδειχθούν ότι σημαίνουν το ίδιον με αυτήν την &σύνεσιν& και &επιστήμην& και με όλα τα άλλα ονόματα τα οποία ανήκουν εις τα σπουδαία πράγματα. Ακόμη δε και η &αμάθεια& και η &ακολασία& θα φανούν ότι είναι όμοια προς αυτά. Διότι η μεν πρώτη, η αμάθεια θα αποδειχθή ότι είναι πορεία του κινουμένου ομού με τον θεόν (&άμα θεώ&), η δε &ακολασία& φαίνεται ότι είναι εντελώς &ακολουθία& εις τα πράγματα. Και κατ' αυτόν τον τρόπον όσα ονόματα νομίζομεν ότι εκφράζουν τα χειρότερα πράγματα, θα απεδεικνύοντο εντελώς όμοια, προς όσα εκφράζουν τα καλλίτερα πράγματα. Νομίζω δε ότι και άλλα πολλά ήτο δυνατόν να εύρη κανείς, εάν ασχοληθή να εξετάση την αντίθετον γνώμην, ότι δηλαδή ο νομοθέτης των ονομάτων δεν εκφράζει ότι κινούνται και μεταφέρονται τα πράγματα, αλλ' ότι μένουν.
Κρατύλος. Ναι, αλλά βλέπεις, καλέ Σωκράτη, ότι τα περισσότερα εκφράζει με εκείνον τον τρόπον.
Σωκράτης. Και τι με τούτο καλέ Κρατύλε; ωσάν τους ψήφους θα ξεκαθαρίσωμεν τα ονόματα, και εις τούτο θα συνίσταται η ορθότης; δηλαδή ό,τι αποδειχθή ότι εκφράζουν τα περισσότερα ονόματα τούτο θα είναι αληθές;
Κρατύλος. Βέβαια δεν είναι λογικόν αυτό.
Σωκράτης. Διόλου φίλε μου. Και τόρα ας αφήσωμεν αυτά και ας επανέλθωμεν πάλιν εις το μέρος από το οποίον ήλθαμεν εδώ. Δηλαδή, αν ενθυμείσαι, προ ολίγου είπες ότι εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα κατ' ανάγκην εγνώριζε τα πράγματα εις τα οποία έθετε τα ονόματα. Ειπέ μου λοιπόν ακόμη και τόρα έχεις αυτήν την γνώμην, ή όχι;
Κρατύλος. Και τόρα.
Σωκράτης. Άραγε και εκείνος ο οποίος έθεσε τα πρώτα ονόματα φρονείς ότι εγνώριζε τα πράγματα εις τα οποία τα έθεσε;
Κρατύλος. Εγνώριζε.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν από ποία ονόματα έμαθε ή εύρε τα πράγματα, αφού ακόμη δεν ήσαν τεθειμένα τα πρώτα, και αφού εξ άλλου είπαμεν ότι είναι αδύνατον να μάθωμεν και να εύρωμεν τα πράγματα κατ' άλλον τρόπον παρά αφού μάθωμεν τα ονόματα, ή ημείς οι ίδιοι ανακαλύψωμεν τι σημαίνουν;
Κρατύλος. Μου φαίνεται, Σωκράτη μου, ότι λέγεις κάτι τι σπουδαίον.
Σωκράτης. Λοιπόν πώς θα παραδεχθώμεν ότι αυτοί εν γνώσει των πραγμάτων τα έθεσαν, ή ότι ήσαν νομοθέται, πριν να είναι τεθειμένον κανέν όνομα και να το γνωρίζουν εκείνοι, αφού δεν είναι δυνατόν να μάθη κανείς τα πράγματα αλλέως παρά μόνον με τα ονόματα;
Κρατύλος. Εγώ φρονώ, καλέ Σωκράτη, η καλλίτερα εξήγησις ως προς αυτά είναι, ότι κάποια ανωτέρα δύναμις από την ανθρωπίνην έθεσε τα πρώτα ονόματα εις τα πράγματα, και επομένως κατ' ανάγκην αυτά είναι ορθά.
Σωκράτης. Και έπειτα νομίζεις ότι θα τα έθετε με τόσην αντίφασιν προς τον ίδιον εαυτόν του εκείνος ο οποίος τα έθεσε, αν ήτο κανείς &δαίμων& ή θεός; Ή μήπως φρονείς ότι προ ολίγου δεν ελέγαμεν τίποτε;
Κρατύλος. Ναι, αλλά μήπως η μία μερίς από αυτά δεν είναι ονόματα.
Σωκράτης. Ποία από τα δύο, αξιοθαύμαστε φίλε, όσα σημαίνουν στάσιν, ή όσα σημαίνουν κίνησιν; Διότι καθώς είπαμεν προ ολίγου δεν κρίνομεν από το πλήθος.
Κρατύλος. Βεβαίως δεν είναι δίκαιον, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης. Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι συμβαίνει διαίρεσις μεταξύ των ονομάτων, και το έν μέρος από αυτά λέγει ότι αυτά είναι που ομοιάζουν την αλήθειαν, το δε άλλο μέρος λέγει τον εαυτόν του, τότε πλέον με ποίον μέσον θα τα χωρίσωμεν από την φιλονικίαν, ή εις τι θα καταφύγωμεν; Βεβαίως όχι ως άλλα ονόματα διαφορετικά από αυτά, διότι δεν υπάρχουν, αλλά ασφαλώς πρέπει να ζητήσωμεν άλλα πράγματα έξω από τα ονόματα, τα οποία θα μας φανερώσουν χωρίς ονόματα, ποία από αυτά είναι αληθή, αφού μας δείξουν την αλήθειαν των όντων.
Κρατύλος. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν είναι δυνατόν, καθώς φαίνεται Κρατύλε μου, να μάθωμεν τα όντα χωρίς ονόματα, αν αυτά είναι ορθά.
Κρατύλος. Φαίνεται.
Σωκράτης. Λοιπόν με ποίον άλλο μέσον πλέον περιμένεις να τα μάθης; Άραγε με άλλο μέσον παρά με το λογικόν και δικαιότατον μέσον, δηλαδή το έν διά μέσου του άλλου, αν έχουν κάποιαν συγγένειαν, και διά μέσου αυτών των ιδίων; Διότι παν άλλο πράγμα και διαφορετικόν, θα έχει άλλην και διαφορετικήν σημασίαν, και δεν θα εκφράζει εκείνα.
Κρατύλος. Μου φαίνεται ότι λέγεις αληθή.
Σωκράτης. Πρόσεχε λοιπόν, δι' όνομα θεού. Δεν ωμολογήσαμεν πολλάκις ότι τα ονόματα, τα οποία είναι τεθειμένα ορθώς, ομοιάζουν με τα πράγματα τα οποία ονομάζουν, και ότι είναι εικόνες αυτών των πραγμάτων;
Κρατύλος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Εάν λοιπόν είναι δυνατόν οπωσδήποτε να μάθωμεν τα πράγματα και διά μέσου των ονομάτων και διά μέσου αυτών των ιδίων, ποία από τας δύο είναι καλλιτέρα και σαφεστέρα μάθησις; Να μάθωμεν από την εικόνα και αυτήν την ιδίαν εικόνα, αν κατεσκευάσθη καλά, και την αλήθειαν την οποίαν εικονίζει, ή από την αλήθειαν να μάθωμεν και την ιδίαν αλήθειαν και την εικόνα της, εάν κατεσκευάσθη καθώς πρέπει;
Κρατύλος. Μου φαίνεται κατ' ανάγκην από την αλήθειαν ότι πρέπει να μάθωμεν.
Σωκράτης. Και λοιπόν με ποίον τρόπον πρέπει να μάθωμεν ή να εύρωμεν τα όντα, ίσως είναι ζήτημα ανώτερον από τας ιδικάς μου και τας ιδικάς σου δυνάμεις. Είναι όμως αρκετόν και το να συμφωνήσωμεν εις αυτό, ότι δηλαδή όχι από τα ονόματα, αλλά πολύ περισσότερον από τον ίδιον εαυτόν των πρέπει να μάθωμεν και να ζητήσωμεν τα όντα.
Κρατύλος. Έτσι φαίνεται, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Ακόμη όμως ας εξετάσωμεν και το εξής, διά να μη μας απατούν τα πολλά αυτά ονόματα τα οποία έχουν την ιδίαν σημασίαν. Αν δηλαδή πραγματικώς εκείνοι, οι οποίοι έθεσαν αυτά είχαν υπ' όψιν των ότι όλα τα πράγματα κινούνται και ρέουν διαρκώς — διότι εις εμέ φαίνεται ότι και αυτοί κατ' αυτόν τον τρόπον εσκέφθησαν — πιθανόν όμως να μη συνέβη τούτο, αλλά και οι ίδιοι να έπεσαν εις ένα είδος &δίνης& (στρυφογύρισμα) όπου αναταράσσονται, και ημάς μας σείρουν μέσα εις αυτήν. Πρόσεξε δηλαδή, αξιάγαστέ μου Κρατύλε, εις εκείνο το οποίον εγώ πολλάκις ονειρεύομαι. Άραγε θα δεχθώμεν ότι υπάρχει κανέν καθ' εαυτό &καλόν& και &αγαθόν& και ούτω καθ' εξής δι' έκαστον από τα όντα ή όχι;
Κρατύλος. Εγώ νομίζω ότι υπάρχει, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Λοιπόν αυτό το ίδιον ας εξετάσωμεν, όχι δηλαδή αν έν πρόσωπον είναι ωραίον (&καλόν&) ή κάτι τι, από τα όμοια, αλλά διά το καθ' εαυτό καλόν δεν θα δεχθώμεν ότι είναι πάντοτε όμοιον, όπως είναι;
Κρατύλος. Κατ' ανάγκην θα δεχθώμεν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν είναι άραγε δυνατόν να το ονομάσωμεν αυτό ορθώς, εάν πάντοτε μας ξεφεύγει, και πρώτον μεν να ορίσωμεν ότι είναι το δείνα, έπειτα ότι είναι αυτού του είδους, αφού, ενώ ημείς ομιλούμεν, αυτό συγχρόνως γίνεται κατ' ανάγκην άλλο και ξεφεύγει και πλέον δεν ομοιάζει;
Κρατύλος. Θέλοντες και μη θέλοντες αυτό θα παραδεχθώμεν.
Σωκράτης. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να είναι κάτι τι εκείνο το οποίον ουδέποτε είναι το ίδιον. Διότι εάν εις μίαν στιγμήν μένει το ίδιον έπεται ότι εκείνην την στιγμήν δεν μετακινείται. Εάν δε πάλιν μένει πάντοτε το ίδιον, πώς ήτο δυνατόν να μεταβληθή και να κινηθή, αφού δεν εξέρχεται διόλου από την μορφήν του.
Κρατύλος. Κατ' ουδένα τρόπον.
Σωκράτης. Τότε όμως ούτε να γνωσθή είναι δυνατόν από κανένα. Διότι μόλις το πλησιάση εκείνος ο όποιος θέλει να το γνωρίση, αυτό θα γίνη άλλο πράγμα και διαφορετικόν, ώστε δεν είναι δυνατόν να γνωσθή ποίον είναι και ποίου είδους, διότι βεβαίως ουδεμία αντίληψις ημπορεί να γνωρίση εκείνο, το οποίον γνωρίζει ότι δεν έχει καμμίαν ταυτότητα.
Κρατύλος. Έτσι είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης. Αλλ' ούτε αντίληψις πρέπει να δεχθώμεν ότι υπάρχει, καλέ Κρατύλε, όταν όλα τα πράγματα μεταβάλλονται και κανέν δεν μένει εις την θέσιν του. Διότι παραδείγματος χάριν αυτή η ιδία αντίληψις αν δεν μεταβάλλεται από το να είναι αντίληψις, τότε είναι δυνατόν να μένη αντίληψις και είναι αντίληψις. Εάν όμως και η ιδία μορφή της αντιλήψεως μεταβάλλεται, θα καταντήση εις άλλο είδος αντιλήψεως και συγχρόνως δεν θα είναι αντίληψις, και συμφώνως με αυτούς τους διισχυρισμούς ούτε εκείνος ο οποίος θα γνωρίση, ούτε εκείνο το οποίον θα γνωρίση, είναι δυνατόν να υπάρχη. Εάν όμως υπάρχη διαρκώς εκείνος ο οποίος γνωρίζει και εκείνο το οποίον γνωρίζει, και υπάρχει και το &καλόν& και το &αγαθόν&, και αν είναι χωριστόν ένα έκαστον από τα όντα, τότε νομίζω ότι αυτά όσα προηγουμένως ελέγαμεν δεν είναι διόλου όμοια με την &ροήν& ουδέ με την κίνησιν. Και λοιπόν ας προσέξωμεν μήπως δεν είναι εύκολον να εύρωμεν, αν αυτά είναι καθώς τα λέγομεν τόρα ή αλλέως, καθώς τα λέγουν οι οπαδοί του Ηρακλείτου και άλλοι πολλοί. Ούτε είναι πολύ φρόνιμον πράγμα να εμπιστευθή κανείς τον εαυτόν του και την ψυχήν του εις τα ονόματα διά να καταγίνεται εις αυτά, έχων πεποίθησιν και εις αυτά και εις εκείνους οι οποίοι τα έθεσαν, και ως να γνωρίζη τίποτε, να κατακρίνη μετά πεποιθήσεως τον εαυτόν του και τα όντα ότι δεν υπάρχει τίποτε το στερεόν εις κανέν πράγμα, αλλά τα πάντα καταρέουν ως κεραμίδια, και ότι όλα τα πράγματα είναι καθώς εκείνοι οι οποίοι πάσχουν από καταροήν, και είναι κατακυριευμένα από το ρεύμα και την καταροήν. Ίσως λοιπόν, Κρατύλε μου, αυτό είναι το ορθόν, ίσως όμως όχι. Δι' αυτό πρέπει να εξετάσης με θάρρος και με προσοχήν και να μη παραδεχθής αβασανίστως — διότι ακόμη είσαι νέος και έχεις καιρόν — αφού δε εξετάσης, αν το εύρης, να το ειπής και εις εμέ διά να το γνωρίζω.
Κρατύλος. Μάλιστα θα το κάμω αυτό. Γνώριζε όμως καλά, Σωκράτη μου, ότι και αυτήν την στιγμήν δεν είμαι αμελέτητος, αλλά ενώ συλλογίζομαι και κουράζω τον νουν μου, μάλλον μου φαίνεται ότι είναι καθώς λέγει ο Ηράκλειτος.
Σωκράτης. Άλλην φοράν λοιπόν, φίλτατέ μου, όταν επιστρέψης μου το διδάσκεις. Τόρα όμως, καθώς είσαι έτοιμος πήγαινε εις τον αγρόν, και θα σε συνοδεύση και ο Ερμογένης απ' εδώ.
Κρατύλος. Αυτά όλα θα γίνουν, καλέ Σωκράτη, αλλά και συ προσπάθησε να σκεφθής περισσότερον αυτά.
Τ Ε Λ Ο Σ
Η σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΚΡΑΤΥΛΟΣ Με βαθυτάτη παρατηριτικότητα κ' εύληπτη ανάλυση στον διάλογο τούτο εξετάζεται το πώς δημιουργήθηκε η γλώσσα, για το πώς πρέπει ν' αποβλέπωμε στη μουσική ετυμολογία των λέξεων και ίσαμε ποιο σημείο είναι δυνατόν να χειραφετηθή η σκέψη από τις ατέλειες της γλώσσας.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
***
1) Ο Ερμογένης ως γόνος του Ερμού του κερδώου ώφειλε να είναι πλούσιος, διά να είναι αληθινόν το όνομά του.
2) Η υπερβολική λεπτολογία του Σωκράτους δι' ένα πράγμα απλούστατον γίνεται εις απάντησιν των σοφιστών, οι οποίοι διισχυρίζοντο ότι εκείνο το οποίον δεν υπάρχει δεν λέγεται, επομένως δεν υπάρχει ψευδής λόγος. Το σόφισμα τούτο αναλύεται λεπτομερώς εις τον Ευθύδημον.
3) Τούτο είναι μνημονική ανακρίβεια του Πλάτωνος. Ο Όμηρος λέγει ότι ο ίδιος ο Έκτωρ ωνόμαζε τον υιόν του Σκαμάνδριον, ενώ οι άλλοι τον ωνόμαζαν Αστυάνακτα.
4) Σήμερον, ως γνωστόν, προσθέτομεν επίθετα εις αυτά τα στοιχεία χάριν διακρίσεως (ε ψιλόν, ο ψιλόν, ο μικρόν, ω μέγα), τα οποία συνήθως προφέρονται ως ηνωμένα.
5) Ώστε ο Πλάτων παράγει το όνομα Κρόνος εκ του κόρος και νους.
6) Το ύστερον παράγωγον του σώζω (σαόω) είναι σώσμα, αλλά οι μετά του σ τύποι δεν είναι οι αρχαιότεροι.
7) Εκ του φέρω φονήν (φόνον).
8) Ο ύμνος της Αθηνάς φαίνεται ότι εμιμείτο το σφύριγμα των όφεων οι οποίοι έζωσαν την κεφαλήν της Γοργόνος, όταν εξεψύχει.
9) Οι τρεις τύποι ιμέρα, εμέρα, ημέρα επροφέροντο βεβαίως διαφόρως (&έλεγον& λέγει ο Πλάτων, όχι έγραφον, διότι τότε το ήτα ήτο μακρόν ε ( = ε ε ).
10) Διότι και το υ της παραληγούσης επλησίαζε το ο (=u).