← Table of contents
Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ (continued 2)

Reading edition

Β’. Το εν ταις τέχναις καλόν

Διογένης ο Λαέρτιος λέγει, ότι ο Σωκράτης ήτο κατ' αρχάς γλύπτης, και ότι άγαλμα των ενδεδυμένων χαρίτων υπ' αυτού πεποιημένον εφαίνετο εν τη Ακροπόλει. Εσύχναζε δε και συνεβούλευε τους καλλιτέχνας (Απομ. Γ'. ε' ), και συνδιαλεγόμενος μετά του ζωγράφου Παρρασίου, την μίμησιν εθεώρει ως το πρώτον μέσον των τεχνών, τελειοποιούμενον διά της ιδανικεύσεως, ήτις πρέπει να χρησιμεύση προς έκφρασιν του πιθανωτάτου και του φιλικωτάτου , τουτέστι του της ψυχής ήθους , και προς τούτοις ενόμιζεν, ότι ήδιον οράν τους ανθρώπους δι' ων τα καλά τε καγαθά και αγαπητά ήθη φαίνεται , ώστε επί τέλους το τεχνικόν κάλλος ανάγεται εις το ηθικόν, και η διαλεκτική κλίμαξ του Σωκράτους αντιστοιχεί προς την εν τω του Πλάτωνος Συμποσίω . Ωσαύτως συνδιαλεγόμενος μετά του γλύπτου Κλείτωνος έλεγεν, ότι ο γλύπτης οφείλει τα της ψυχής έργα τω είδει προσεικάζειν , εξ ου το του Πλάτωνος· μηδέν αγαθόν είναι μηδέ καλόν, μήτε εν σώματι, μήτε εν πολλοίς άλλοις πλην εν ψυχή (Φιλ. και Νόμ. β'. 77, 78). Και το μεν στοιχείον της ζωής θέλει ελαττωθή παρά Πλάτωνι, το δε του ιδανικού θέλει λάβει μείζονα σπουδαιότητα, και το καλόν θέλει δι' όλου συνταυτισθή με το ηθικόν αγαθόν. Εντεύθεν δε και η αυστηρότης της καλολογίας του, και η πλήρης υποδούλωσις της τέχνης εις την θέλησιν του νομοθέτου. Απ' εναντίας, κατά Σωκράτην, το καλόν δύναται να υπάρχη κατά διαφόρους βαθμούς και σχέσεις όπου δήποτε υπάρχουσι ζωή, διάνοια, ενέργεια, αίσθημα, οιαδήποτε στοιχεία του όντος, και εις αυτά τα ευτελέστερα έργα της τέχνης, και εις αυτούς λ. χ. τους θώρακας, ουχί τους ποικίλους και τους επιχρύσους , αλλά τους ευρύθμους και μάλλον αρμόττοντας εις τα διάφορα σώματα. Τας αυτάς δε διδασκαλίας πλαγίως και υπό τον διαφανή πέπλον της ειρωνείας εκθέτει και εν τη χαριεστάτη μετά της Θεοδότης συνδιαλέξει, εν ή το ηθικόν κάλλος υπεράνω του υλικού ανυψοί χωρίς να εξωκείλη εις τας μεταφυσικάς του Πλάτωνος υπερβολάς (Απομ. Γ'. ια'. ).

Γ’. Θεωρία του έρωτος.

Αι περί καλού σωκρατικαί διδασκαλίαι ενδομύχως συνδέονται προς την περί έρωτος θεωρίαν, διότι προς τους βαθμούς της καλλονής οι του έρωτος ακριβώς αντιστοιχούσιν. Έλεγε δε ο Σωκράτης· εγώ τυγχάνω, ως έπος ειπείν, ουδέν επιστάμενος πλην γε σμικρού τινος μαθήματος, των ερωτικών· τούτο μεν τοι το μάθημα παρ' οντινούν ποιούμαι δεινός είναι και των προγεγονότων ανθρώπων και των νυν (Θεάγ. 128) . Τούτο δε το μάθημα, όπερ με την συνήθη ειρωνείαν ονομάζει σμικρόν , είναι κατ' αυτόν πάσα αληθώς η επιστήμη, η διαλεκτική των γενών και ειδών και των τελικών αιτίων, προς ην αντιστοιχεί η κλίμαξ των αισθημάτων, άτινα από των ορατών ανέρχονται μέχρι του αοράτου αγαθού, και ούτω ο έρως, ον φιλόσοφον αποκαλεί ο Πλάτων εν τω Συμποσίω , ταυτίζεται και κατά Σωκράτην με την φιλοσοφίαν. Παρά δε τον πρώτον τούτον σύνδεσμον, ον συνάπτει ο έρως μεταξύ της ψυχής του φιλοσόφου και της σοφίας, και ετέρους συνάπτει μεταξύ των ψυχών όσαι από κοινού τείνουσι προς τον αυτόν σκοπόν· διότι εάν η διαλεκτική είναι κατά Ξενοφώντα η από κοινού ζήτησις του αγαθού, παρά τον έρωτα τούτον απαιτεί, και την αμοιβαίαν συμπάθειαν των επιδιωκόντων αυτό. Εντεύθεν και ο ιδιαίτερος τρόπος δι' ου, κατά διαφοράν των μισθωτών σοφιστών, διέδιδεν ο Σωκράτης τας διδασκαλίας του σχετιζόμενος προς τους μαθητάς του δι' ειλικρινούς φιλίας, και διά τινος φίλτρου, ως έλεγεν εις την Θεοδίκην, και μυστηριώδους μεταξύ των ψυχών συμπαθείας, ως φαίνεται και εν τω Θεάγει , ούτινος και αν ήναι ο διάλογος ούτος. Προέθετο δε να μεταβάλη εις καθαρούς και γενναίους τους αισχρούς και παρά φύσιν έρωτας της τότε ελληνικής νεολαίας λαμβάνων παρ' αυτών τας λέξεις και τας φράσεις, όπως διά της προσποιήσεως ταύτης ασφαλέστερον επιτύχη του σκοπού του, (Απομ. Α'. ζ' Συμπόσ. ) συγκαταβαίνων ενίοτε εις τας σωματικάς ανάγκας, και μετερχόμενος ηθικήν καθαρωτέραν και αυτών των διδασκαλιών του, ως αποδεικνύουσι και αι κατ' αυτού κατηγορίαι του Μελήτου και του Αριστοφάνους. Αλλ' ένεκεν των ηθών της εποχής του, δεν υπέδειξε την ριζικήν του κακού θεραπείαν εν τη επανόδω εις την αγιότητα του γάμου και της οικιακής εστίας, ης η ουσία ήτο τότε η τήρησις κοινού τινος θρησκεύματος και η ακεραιότης της φυλής, παίδων επ' αρότω γνησίων , μάλλον ή το σέβας, ή αγάπη και, ούτως ειπείν, η λατρεία της γυναικός, αν και εις το ιδανικόν τούτο, έτεινεν, ως είδομεν, και υπέρ πάντας τους συγχρόνους του επλησίασεν. Ίνα δε κατίδη τις τας μεταξύ Σωκράτους και Πλάτωνος διαφοράς, ως προς το περί ου ο λόγος αντικείμενον, αρκεί να παραβάλη το Συμπόσιον τούτου προς το του Ξενοφώντος, και θέλει πεισθή ότι περί τούτου, ως και περί των άλλων, η σωκρατική διδασκαλία έλαβε παρά Πλάτωνι ευρυτέραν μεταφυσικήν ανάπτυξιν. Ο Πλάτων επιμένει εις το υπερβατικόν αντικείμενον του έρωτος, εις την παράγουσαν αυτόν ιδέαν , εις την πραγματικότητα του νοητού αγαθού, ου πάσα ψυχή εφίεται, εν ώ ο Σωκράτης επέμενε μάλλον εις το ψυχολογικόν και υποκειμενικόν στοιχείον του έρωτος και την επί της ψυχής αγαθοεργόν αυτού επιρροήν. Αλλά και αυτή η σύλληψης του άκρου αγαθού, προς ο πάσα ψυχή, πάσα διάνοια, πάσα θέλησις τείνουσιν εξ ανάγκης, και όπερ επιδιώκομεν διά μέσου πολλών προσπαθειών και περιπλανήσεων και υπό μυρίους τύπους, αποκαλύπτοντας αυτό και συνάμα αποκρύπτοντας, είναι σωκρατική κατ' εξοχήν θεωρία, ως επίσης ο διά του αγαθού και ένεκεν του αγαθού ενδόμυχος σύνδεσμος των ψυχών και η εκ τούτου φιλία. Ως ο Πλάτων ωκειοποιήθη και δι' ισχυράς αναλύσεως ανέπτυξε τας δύο θεμελιώδεις αρχάς του διδασκάλου του· ότι το αγαθόν είναι το ουσιώδες τέλος πάσης ψυχής, και ο έρως του εν γένει αγαθού, το θεμελιώδες στοιχείον πάντων των ερωτικών αισθημάτων· και ότι το ιδιαίτερον τούτο αίσθημα, όπερ ονομάζομεν φιλίαν ή έρωτα, δεν είναι πραγματικόν, διαρκές και μόνιμον, ειμή ότε ο κοινός του αγαθού έρως γεννά εν ημίν την αμοιβαίαν αγάπην· ενί λόγω, το αγαθόν είναι η πηγή και το τέλος παντός έρωτος· έρως, επιστήμη, αρετή και ευδαιμονία ταυτίζονται εν τη εννοία του αγαθού, και αμφότεροι, ο τε διδάσκαλος και ο μαθητής, ερμηνεύοντες πρακτικώς την μεγάλην ταύτην αλήθειαν, ηδύνατο να είπωσιν εις τους μαθητάς αυτών αγαπάτε το αγαθόν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, και αγαπάτε αλλήλους, ίνα αγαπάτε το αγαθόν.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ'. Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Α’. Θρησκευτικαί διδασκαλίαι του Σωκράτους.

Ο Σωκράτης εθεώρει την ευσέβειαν ως μίαν των κυριωτέρων αρετών (Απομ. Δ', η'. ), και ο Πλάτων εν τω σωκρατικώ διαλόγω Πρωταγόρα προσθέτει την θρησκευτικήν ταύτην αρετήν εις ας συνήθως αναφέρει, την επιστήμην, την δικαιοσύνην, την σωφροσύνην, την ανδρίαν. Καθώς δε δύο είδη νόμων ανεγνώριζεν ο Σωκράτης, τους γραπτούς και τους αγράφους, δύο λατρείας ωσαύτως παρεδέχετο, την μεν φυσικήν και καθολικήν, την δε νομικήν και μεταβλητήν κατά τόπους.

Και κατά μεν την πρώτην, η δέησις πρέπει να έχη αντικείμενον ουχί τον πλούτον, την εξουσίαν και τα άλλα σχετικά και φθαρτά αγαθά, αλλά απλώς τα αγαθά , διότι οι θεοί γινώσκουσι ποία είναι τα αγαθά, ως κάλλιστα ειδότας οποία αγαθά εστι (Απομ. Δ'. γ'.) . Τα αυτά δε έλεγε και ο Πυθαγόρας· απλώς εύχεσθαι ταγαθά (Διοδ. Σικ. ι. 9) . Πρέπει λοιπόν να ζητώμεν παρά των θεών μόνον την σοφίαν και την αρετήν. Ο Αλκιβιάδης β' δεν είναι ειμή η ανάπτυξις της υψηλής ταύτης διδασκαλίας. Ο Σωκράτης λέγει τω Αλκιβιάδη· κινδυνεύει φρόνιμός τις είναι εκείνος ο ποιητής ος δοκεί μοι φίλοις ανοήτοις τισί χρησάμενος, ορών αυτούς και πράττοντας και ευχομένους άπερ ου βέλτιον ην, εκείνοις δε εδόκει, κοινή υπέρ απάντων αυτών ευχήν ποιήσασθαι· λέγει δε πως ώδε, Ζευ βασιλεύ, τα μεν εσθλά φησι και ευχομένοις και ανεύκτοις Άμμι δίδου, τα δε δεινά και ευχομένοις απαλέξειν. Και προσθέτει· εμοί μεν ουν καλώς δοκεί και ασφαλώς λέγειν ο ποιητής , όπερ δηλοί ότι οφείλομεν να ζητώμεν παρά των θεών μόνον την επιστήμην του αγαθού, ης άνευ πάσα άλλη γνώσις είναι ανωφελής. Και ούτω η προσοχή και η ευσέβεια ανάγονται εις την επιστήμην, και αύτη εις την γνώσιν του αγαθού, και τοιούτω τρόπω, αντιστοίχως προς την διαλεκτικήν, η δέησις ανέρχεται προς το καθόλου, και πρέπει να έχη αντικείμενον, ουχί το δείνα ή δείνα μερικόν και ατομικόν αγαθόν, αλλά το απολύτως αγαθόν. Όπερ γινώσκει μόνος ο Θεός, εις ου την πρόνοιαν οφείλομεν να επαναπαυώμεθα υποτάσσοντες εις την θέλησιν αυτού την ημετέραν. Τοιούτος ο διά της θρησκείας σύνδεσμος και τρόπον τινά η ανάδεσις (religio) του ανθρώπου προς τον θεόν, και ενταύθα, ως πανταχού, μέσος όρος μεταξύ των δύο άκρων παρίσταται το αγαθόν.

Εν δε τη νομική λατρεία οι δημόσιοι τόποι διαφέρουσι κατά χρόνους και τόπους, αν και έπρεπε να ήναι μόνον η έκφρασις της εσωτερικής προσευχής. Ο δε Σωκράτης συγκαταβαίνων ησπάζετο τους παραδεδεγμένους τύπους, και δημοσίως έθυε τοις θεοίς, πιστεύων όμως ότι η εύνοια αυτών δεν αντιστοιχεί προς το μέγεθος των θυσιών, όπερ εξαρτάται εκ των μέσων έκαστου (Απομ. Α'. γ'.)· ου γαρ τοιούτον εστι το των θεών, ώστε υπό δώρων παράγεσθαι, οίον κακόν τοκιστήν . . . . κινδυνεύει γουν και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι δικαιοσύνη τε και φρόνησις διαφερόντως τετιμήσθαι (Αλκ. β'. 150) . Εν δε τω Ευθύφρονι αποδεικνύει επίσης ο Σωκράτης, ότι το όσιον δεν είναι τοιούτον, διότι είναι ευάρεστον εις τους θεούς, αλλ' είναι ευάρεστον, διότι είναι όσιον, και κατά το πνεύμα της διδασκαλίας ταύτης η θυσία είναι ευπρόσδεκτος, ουχί διότι έχουσιν ανάγκην αυτής οι θεοί, αλλ' ως συμβολική έκφρασις της προς αυτούς ευγνωμοσύνης ημών, και ως απόδειξις ότι απαρνούμεθα τον εξωτερικόν πλούτον χάριν του εν τη ψυχή θησαυρού των αρετών.

Περί δε προνοίας ο Σωκράτης παρεδέχετο, ου μόνον την επί του κόσμου και διά σταθερών νόμων γενικήν πρόνοιαν του Θεού, αλλά και την περί εκάστου ημών ειδικήν και τρόπον τινά πατρικήν πρόνοιαν, τα πάντα γινώσκουσαν, και ευεργετούσαν ημάς κατά τας ανάγκας και την αξιομισθίαν εκάστου· ηγείτο πάντα μεν θεούς ειδέναι, τα τε λεγόμενα και πραττόμενα και τα σιγή βουλευόμενα, πανταχού δε παρείναι και σημαίνειν τοις ανθρώποις περί των ανθρωπίνων πάντων (Απομ. Α'. ά. γ') . Τούτο όμως δεν πρέπει να μας εμποδίση να πράττωμεν παν το εφ' ημίν κατά τας υπαγορεύσεις του ορθού λόγου προς επιτυχίαν των ημετέρων επιχειρήσεων, επαναπαυόμενοι εις τον Θεόν διά την καλήν αυτών έκβασιν. Επιστεύετο δε ότι σημαίνουσι περί των πραγμάτων οι θεοί διά χρησμών, ονείρων, προαισθήσεων και προφητικών εμπνεύσεων· η δε κατά τους καιρούς εκείνους ατελής γνώσις των νόμων της φύσεως έτι μάλλον, εξηγεί και δικαιολογεί την πίστιν ταύτην.

Β’. Ο Σωκράτης και η θρησκεία της εποχής του

Η μεταβολή ην επέφερεν ο Σωκράτης εν τη διαλεκτική αναλογεί προς ην ήθελε να επιφέρη εν τη θρησκεία αντικαθιστών την ενότητα της ιδέας του αγαθού εις την ποικιλίαν της πολυθεΐας· τουτέστι το πνεύμα, εις το γράμμα, την ηθικήν ευσέβειαν, εις την υλικήν λατρείαν, και τας αιωνίας αληθείας του λόγου, εις τα αισθητά σύμβολα της ειδωλατρείας, ενί λόγω, εκ του επικρατούντος θρησκεύματος προσεπάθει να εξαγάγη την εν αυτώ ηθικήν και μεταφυσικήν έννοιαν, και, ως εν τη επιστήμη, επεζήτει και εν αυτώ το καθόλου . Αυτός δε ο Ξενοφών, ο παριστών τον Σωκράτην ως ορθόδοξον, μαρτυρεί πσλλαχού περί των κατακρίσεων και επιφυλάξεων δι' ων συνώδευε τας θετικωτέρας συγκαταβάσεις του εις την επικρατούσαν θρησκείαν, και περί τούτου αληθεύει η παρατήρησις του Γρότε, ότι εν ώ ο Ξενοφών υπερασπίζεται τον διδάσκαλον προσπαθών να τον αποδείξη ορθόδοξον, ο Πλάτων τον υπερασπίζεται εκθέτων παρρησιαστικώτερον την κατά των θρησκευτικών σοφισμάτων ειρωνείαν και την κατά των προλήψεων και δεισιδαιμονιών διηνεκή επίθεσιν αυτού. Όλος ο Ευθύφρων στηρίζεται εις το παράλογον και ανήθικον της πολλότητος των θεών και της εις αυτούς αποδόσεως των ημετέρων παθών. Ωσαύτως εν τω β' της Πολιτείας ελέγχων δήθεν τους ποιητάς, πικρώς κατηγορεί τους θεολόγους. Αλλ' η προσπάθεια αύτη προς ιδανίκευσιν και εκπνευμάτωσιν της αρχαίας θρησκείας έπρεπε ν' αποτύχη, διότι η μεταμόρφωσις αυτής ισοδυνάμει με την καταστροφήν της.

Γ’. Το δαιμόνιον του Σωκράτους.

Υπό την ειρωνείαν του Σωκράτους εκρύπτετο ο ενθουσιασμός εφ' ου ενεπνέετο και κατά τας μεταφυσικωτέρας συζητήσεις, και ενθουσιών έλεγεν, ότι το αγαθόν μόλις αποκαλυπτόμενον εις την διάνοιαν επιβάλλεται εις την θέλησιν, όθεν ουδείς κακός εκών, και ότι σμικρόν τι μάθημα ηπίστατο, τα ερωτικά, δι' ο εγένετο των καλών και αγαθών νέων εραστής. Την μίτων ταύτην φύσιν του Σωκράτους κατέδειξεν εναργώς ο Πλάτων εν Συμποσίω (215)· Σωκράτει δ' εγώ επαινείν, ω άνδρες, ούτω επιχειρήσω δι' εικόνων κλπ., ένθα και η εν Ποτιδαία έκστασις (ειστήκει σιωπών ) εικονίζει την εν τη σκέψει και αφαιρέσει ενθουσιώδη φύσιν του, ην παραλόγως αποδίδουσί τινες εις παραφροσύνην. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον εάν εν τη βαθεία ταύτη σκέψει διείδεν αυθόρμητα και ανεξάρτητα της θελήσεως του πνευματικά φαινόμενα, άτινα, κυριευόμενος υπό της ιδέας της πανταχού ενεργείας του Θεού, εξέλαβεν ως θείας εμπνεύσεις, το δαιμόνιον . Ταύτην δε την γνώμην συνεμερίζετο όλη η αρχαιότης θεωρούσα πάσαν φυσικήν έμπνευσιν ως θείαν και ταυτίζουσα θεία τινί μανία και την μαντείαν και την ποίησιν και τον έρωτα (Φαίδρ.). Και διά του έρωτος εδίδασκεν ο Σωκράτης, και εκέρδιζε την εύνοιαν και την συγκατάθεσιν των μαθητών του. Ο έρως ήτο, καθ' ά έλεγε τω Σωκράτει η Διοτίμα, (Συμπόσ. 203) δαίμων μέγας, και παν το δαιμόνιον μεταξύ εστι θεού τε και θνητού . . . ερμηνεύον και διαπορθμεύον θεοίς τα παρ' ανθρώπων και ανθρώποις τα παρά Θεών, των μεν τας δεήσεις και θυσίας, των τε τας επιτάξεις και αμοιβάς των θυσιών . . . θεός ανθρώπω ου μίγνυται, αλλά διά τούτου πάσα εστιν η ομιλία και η διάλεκτος θεοίς προς ανθρώπους και εγρηγορόσι και καθεύδουσι· και ο μεν περί τα τοιαύτα σοφός δαιμόνιος ανήρ . Εν τω Τιμαίω επίσης η ψυχή θεωρείται ως δαίμων ένοικος, το ηγεμονικόν, και λίαν φυσική είναι η εν τω ενθουσιασμώ, εν τη εξάψει και εν παντί σφοδρώ αισθήματι οπτική, ούτως ειπείν, απάτη της ψυχής, δι' ης το υποκειμενικόν αντικειμενούται. Η εκ του αισθήματος αυθόρμητος αύτη ενόρασις ίσταται, ως η δόξα , μεταξύ επιστήμης και αμαθείας, ταύτης σαφεστέρα, σκοτεινότερα δε εκείνης· και εκ τούτου αι εν τω Ίωνι και τω Μένωνι ειρωνικαί κατά των ποιητών και των πολιτικών επικρίσεις. Αύτη δε η άνωθεν έμπνευσις και χάρις και φώτισις υπάρχει, κατά Πλάτωνα, μάλλον ή ήττον ανεπτυγμένη εις όλας τας ψυχάς (μαντικόν γε τι και η ψυχή ). Εάν τωόντι κατέλθωμεν εις τα ενδότερα του πνεύματος, και προσέξωμεν εις τας αυθορμήτους κινήσεις του νοός και της καρδίας, ευρίσκομεν απρόσωπόν τινα ενέργειαν αναμιγνυομένην εις την προσωπικήν και αντανακλώσαν εν ημίν την καθολικήν και θείαν ζωήν, προς ην η ημετέρα δεν δύναται να ήναι άσχετος. Ουχ ήττον δε του Πλάτωνος και ο Λεϊβνίτιος εθεώρει την εν ημίν μονάδα ως το έσοπτρον και την συγκεφαλαίωσιν του παντός (Essais Προλεγόμενον ), και μεγίστην απέδιδε σπουδαιότητα εις τας αυθορμήτους ταύτας εννοίας, αίτινες φαίνονται ανεξήγητοι, αλλ' ουσιωδώς είναι αποτελέσματα μυρίων ανεπαισθήτων επιρροών, και σχετίζονται προς πάντα τα φαινόμενα του κόσμου (σύμπνοια πάντα καθ' Ιπποκράτην)· ώστε εν τη ελαχίστη των υποστάσεων το όμμα του δύναται να διακρίνη quae sint, quae fuerint, quae mox ventura trahantur . O Σωκράτης ενόμιζεν ότι της θείας ταύτης εμπνεύσεως είναι επιδεκτικοί πάντες άνθρωποι, και ότι ουδεμία ψυχή είναι έρημος συμβουλής θεών, εάν ηξεύρη να παρατηρή και νοή, διότι πάντα σημαίνουσιν εν τη φύσει, και αυτή η φύσις είναι σημείον αποκαλύπτον τον Θεόν (Απομ. Α'. δ', Δ' γ' ). Εθεώρει όμως εαυτόν έχοντα υπέρ τους άλλους την χάριν ταύτην, είτε διότι μάλλον των άλλων προσείχεν εις τα σημεία ταύτα, είτε διότι είχε λάβει παρά Θεού ειδικωτέραν αποστολήν. Ήκουε δε την θείαν έμπνευσιν ως εσωτερικήν φωνήν, φωνή του δαιμονίου. . . . θεού φωνή φαίνεται σημαίνουσα ότι χρη ποιείν (Απολ. Ξεν. 12) · και ουχί ως εξωτερικήν απάτην της ακοής (hallucination ) καθώς διισχυρίσθησάν τινες μη προσέξαντες αρκούντως εις τα κείμενα. Κατά τον Ξενοφώντα αι προαισθήσεις του Σωκράτους ανεφέροντο είτε εις ό, τι έμελλεν αυτός να πράξη, είτε εις τα σχέδια των φίλων του (Απομ. Α'. η'. Α', α' ). και ελάμβανον ως επί το πλείστον μορφήν αποτροπής , ως αποδεικνύουσιν αι περί τούτου συνδυαζόμεναι μαρτυρίαι του Ξενοφώντος και του Πλάτωνος. Εάν δε συνενώσωμεν τας περί νοεράς και αυθορμήτου ενοράσεως σωκρατικάς διδασκαλίας, εξ ων και η πλατωνική ανάμνησις και η διά της διαλεκτικής μαιευτική τέχνη, και λάβωμεν υπ' όψιν τας περί έρωτος, εμπνέοντος και τούτου θαυμαστήν δύναμιν κατανοήσεως του αληθούς, του καλού και του αγαθού, και συνδέοντος τα θεία με τα ανθρώπινα, και τέλος, τας περί προνοίας, ήτις πανταχού εισδύει και διέπει τα πάντα, ουδόλως παράδοξον θέλει φανή το φαινόμενον του Σωκρατικού δαιμονίου, εν εποχή μάλιστα καθ' ήν πάντα επροσωποποιούντο και εθεοποιούντο διά της φαντασίας. Σημειωτέον δε ότι το δαιμόνιον , τούτο ουδέποτε καλεί δαίμονα ο Σωκράτης, ούτε παρά Ξενοφώντι ούτε παρά Πλάτωνι, ώστε δεν αποδίδει αυτώ αντικειμενικήν ύπαρξιν, αλλά το θεωρεί δαιμόνιόν τι πράγμα ή σημείον, δαιμονίαν τινά αρχήν, η έμπνευσιν, ή συμβουλήν, ή προαίσθησιν. Και το αόριστον τούτο της σωκρατικής ταύτης εννοίας έδωκε μάλιστα αφορμήν εις την καταυτού κατηγορίαν ότι έτερα καινά δαιμόνια εισφέρει , αφ' ού ήτο γνωστόν ότι δεν παρεδέχετο καθ' ολοκληρίαν τας γενεολογίας και τους μύθους των λατρευομένων θεών, εις ουδένα δε τούτων ηδύνατο να υπαχθή η θεία αύτη αρχή και τρόπον τινά ο ιδιαίτερος και ατομικός ούτος χρησμός του Σωκράτους. Ανάγκη πάσα λοιπόν ν' απορριφθή και η γνώμη πολλών αρχαίων και νεωτέρων, οίτινες αντικατέστησαν εις το δαιμόνιον ένα δαίμονα , και πολλώ μάλλον η άλλη, ότι το δαιμόνιον τούτο ήτο απλή μεταφορά ή ειρωνική αλληγορία.

ΒΙΒΛΙΟΝ Η' Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ

Α’. Η κατά των σοφιστών πάλη του Σωκράτους.

Το όνομα σοφιστής ουδέν έχον άτιμον κατ' αρχάς εσήμαινεν απλώς τον επαγγελλόμενον και διδάσκοντα την επιστήμην, και εφηρμόζετο εις τους μετερχομένους οιονδήποτε κλάδον μαθήσεως, την μουσικήν, την αστρονομίαν κλπ. Αλλά το επάγγελμα τούτο έπρεπε να διεγείρη την ζηλοτυπίαν και την δυσπιστίαν του κοινού, αφ' ού μάλιστα ήρχισαν οι σοφισταί να επιλαμβάνωνται φιλοσοφικών, πολιτικών και θρησκευτικών ζητημάτων, και πολλώ μάλλον, αφού επληρόνοντο. Έπρεπεν ως εκ τούτου να εγείρωσι κατά διττόν λόγον τον έλεγχον και την ειρωνείαν του Σωκράτους, όστις το μεν επαγγέλεσθαι την σοφίαν εθεώρει ως αλαζονείαν, και ωμολόγει εαυτόν αμαθή και από κοινού μετά των φίλων ζητούντα και μαιεύοντα την επιστήμην, την δε μίσθωσιν των διδασκάλων, ως βεβήλωσιν της φιλοσοφικής παραδόσεως, ήτις έπρεπε να ήναι κατ' αυτόν πνευματική και ηθική εκ συμπαθείας και έρωτος συγκοινωνία, και ουχί ιδιοτελές εμπόριον· σοφιστάς ώσπερ πόρνους αποκαλούσι (Απομ. Α' ς' Απολογ. Πλάτ. 17) . Αλλά και αύτη η μέθοδος των σοφιστικών παραδόσεων έπρεπε να επιδράση επί των φιλοσοφικών αυτών διδασκαλιών, και επίσης να διεγείρη την αντενέργειαν του Σωκράτους, διότι ούτε οι διδάσκαλοι ούτε οι μαθηταί εζήτουν την αλήθειαν διά την αλήθειαν, αλλ' οι μεν εκινούντο υπό του συμφέροντος και της κενοδοξίας, οι δε επεδίωκον μόνον την εν τη τότε κοινωνία επιτυχίαν, όθεν και οι μεν και οι δε ευχαριστούντο εις το σχετικόν, το πιθανόν και ενίοτε το ψευδές ένεκεν του ωφελίμου. Απ' εναντίας ο Σωκράτης εζήτει το καθόλου , και διαιρών, και επαγόμενος, και ορίζων κατά γένη , επεδίωκεν ουχί τας εις τους Αθηναίους ευαρέστους και ωφελίμους γνώσεις, αλλ· αυτήν την αλήθειαν. Προς τούτοις δε εν Αθήναις συνεκρούοντο τότε πάσαι αι αντίθετοι σχολαί, αντιφατικά επιφέρουσαι συμπεράσματα, ώστε εδύνατό τις να ισχυρισθή, και ότι πάντα αληθή, και ότι ουδέν αληθές, εν δε τη ηθική και τη πολιτική και τη θρησκεία, φυσική και αναπόφευκτος συνέπεια της πνευματικής ταύτης αναρχίας ήτο ο σκεπτισμός. Η μεταξύ σοφιστού και αληθούς σοφού διαφορά ακριβώς και ζωηρώς εικονίζεται εν τω Σοφιστή , ον παρενόησεν ο Γρότε, ισχυριζόμενος λίαν παραδόξως ότι ο χαρακτηρισμός του σοφιστού αρμόζει και εις αυτόν τον Σωκράτην· ουχί άλλως δε και ο Αριστοτέλης (Τοπ. Δ' 100 ) χαρακτηρίζει τον σοφιστήν χρηματιστήν από φαινομένης σοφίας, αλλ' ουκ ούσης . Εάν δε εξετάση τις τας εν τοις πλατωνικοίς διαλόγοις αναφερομένας δοξασίας των σοφιστών, βεβαιούται ότι η σοφία αυτών ήτο τωόντι φαινομένη , ως εκ τούτου αντιφατική, ουχί δε πραγματική και αληθής. Εκ δε της σοφιστικής τέχνης η Ελληνική λεπτόνοια παρήγαγε την εριστικήν, ης παράδειγμα έχομεν εν τω Ευθυδήμω . Επειδή δε προς τους σοφιστάς ακαταπαύστως συνεζήτει ο Σωκράτης, δεν είναι παράδοξον εάν και αυτόν εξέλαβεν ο λαός ως σοφιστήν, και μάλλον των άλλων επικίνδυνον, διότι ούτε έζη ούτε εφρόνει ως ο επίλοιπος κόσμος, και ειρωνικώς έλεγεν εαυτόν αμαθή, πιστεύων απ' εναντίας ότι ήτο πάντων σοφώτατος, και παραδόξους επρέσβευε θεωρίας, ότι ουδείς κακός εκών, ότι επιστήμη και αρετή ταυτίζονται, ότι νόμιμος άρχων είναι μόνος ο επιστήμων και ουχί ο κληρούμενος υπό του δήμου, ότι είχεν ιδιαίτερον δαιμόνιον κλ. Εντεύθεν η κατ' αυτού εξέγερσις της τότε κοινωνίας, η δίκη του και η κατ' αυτού επίθεσις του Αριστοφάνους.

Β’. Ο Σωκράτης και ο Αριστοφάνης

Ο Σωκράτης δεν ήτο δημοτικός εις τας Αθήνας, και κατηγορείτο, ότι δεν ελάμβανε μέρος εις τα πολιτικά, και κατέκρινε παρρησία τα ελλείμματα της δημοκρατίας· η δε αριστοκρατική μερίς τον κατηγόρει, ότι προσέβαλλε την δημοσίαν λατρείαν αχώριστον ούσαν του πολιτικού οργανισμού. Εις την μερίδα ταύτην ανήκεν ο Αριστοφάνης, και υπερησπίζετο κατά το δοκούν αυτώ τους αρχαίους νόμους και τας αρχαίας παραδόσεις. Επειδή δε οι δραματικοί ποιηταί εμισθοδοτούντο ως υπάλληλοι, και απηλλάττοντο της στρατιωτικής υπηρεσίας, ήσαν μάλλον συντηρητικοί ή νεωτερισταί. Εν κράτει δε όπου διηνεκής στρατός δεν υπήρχε, και οι άρχοντες ήσαν αιρετοί και ετήσιοι, μόνη εγγύησις της ησυχίας ήτο το σέβας των καθεστώτων, και εν μέσω της παντοτεινής κινήσεως ην επέφερεν η άκρα δημοκρατία, η κωμωδία, ηδύνατο να παρουσιασθή ως μέσον κατάλληλον και αποτελεσματικόν προς άμυναν της πολιτείας. Εχρησίμευσε δε επί το πλείστον ως μέσον οπισθοδρομικόν, και παριστώσα την ηθικήν διαφθοράν ως συνέπειαν των νέων ιδεών, ουχί σπανίως περιέστειλε και κατεβίβασε το δημόσιον πνεύμα. Τινές των γερμανών, οίον ο Βεργκ, ο Μεϊνέκε, ο Ράγκε και ο Βέστερμαν, εξυμνούσι τους κωμωδοποιούς ως σοφούς και αυστηρούς φύλακας της δημοσίας ηθικής και των νόμων, αλλά την κρίσιν ταύτην δικαίως ελέγχει ως ψευδή ο Γρότε, αι δε Νεφέλαι αποδεικνύουσι τρανώς, ότι ιδίως ο Αριστοφάνης δεν ήτο ούτε μάρτυς πιστός ούτε επικριτής αμερόληπτος. Φανερόν ότι ο ποιητής ούτος δεν ήτο θρήσκος, και επειδή διεκωμώδει τους θεούς χωρίς να σκανδαλίση το κοινόν, πρέπει να πιστεύσωμεν ότι ότε υπερησπίζετο το θρήσκευμα, έπραττε τούτο διά πολιτικόν λόγον. Και όμως εύνους τη αριστοκρατία εφαίνετο και αυτός ο Σωκράτης, αλλά τη επιστημονική, εν ώ ο Αριστοφάνης υπεστήριζε την αριστοκρατίαν των τότε πολιτικών και ποιητών και θεολόγων.

Ο Αριστοφάνης παριστά τον οίκον του Σωκράτους πλήρη μαθητών ασχολουμένων εις παν είδος μαθήσεως, την αστρονομίαν, την γεωμετρίαν, την γεωγραφίαν (Νεφέλ. 187 ), διακωμωδεί δε την ασάφειαν και λεπτότητα της διαλεκτικής του, δι' ης ζητών το καθόλου χάνεται εις τας νεφέλας, (227, 270) εν ταυτώ δε, την μανίαν των διαιρέσεων και υποδιαιρέσεων, δι' ην κατέρχεται εις τας εσχάτας λεπτολογίας· και λεπτολογείν ήδη ζητεί και περί καπνού στενολευχείν — και γνωμιδίω γνώμην· νύξασ' ετέρω λόγω αντιλογείσαι (320) · και αύται αι λέξεις υποβάλλονται παρ' αυτού εις λεπτομερή εξέτασιν (394, 660), και πανταχού αι αξιώσεις του φιλοσόφου αντιτίθενται προς το φρούδον της μεθόδου και των μελετών αυτού (366). Εάν δε η λεπτή αύτη ανάλυσις εφαρμοσθή και εις τα θεία, πάσα υπερφυσική δύναμις εξατμίζεται. Εν δε τη τολμηρά σκηνή εν ή ο δίκαιος και ο άδικος προσωποποιούνται (1080), προτίθεται ο ποιητής ν' αποδείξη, ότι η υπό των σοφιστών και διαλεκτικών εκπαίδευσις επιφέρει μετά της ασεβείας και την ηθικήν διαφθοράν. Και εις τα δύο ταύτα ανάγεται επί τέλους η κατά του Σωκράτους κατηγορία του Αριστοφάνους, εις ην φαίνεται απαντών ο Πλάτων διά του Ευθύφρονος , ανταποδεικνύων, ότι η τυφλή πίστις εις το επικρατούν θρήσκευμα δύναται εκ των εις τους θεούς αποδιδόμενων ανοσιουργιών να εξαγάγη λογικώς πάσαν κακίαν. Τοιούτω τρόπω ο συντηρητικός ποιητής και ο νεωτερίζων φιλόσοφος διεμάχοντο κατ' αλλήλων, το παρελθόν κατά του μέλλοντος, η πολυθεΐα κατά του πνευματισμού, και τα αυτά επαναλαμβάνονται οσάκις καθαρωτέρα θρησκεία και ηθική ανατέλλει εν τη ιστορία· ο ηθικώτερος φαίνεται ανήθικος, και ο θεοσεβέστερος άθεος. Ούτω δε συνέτεινεν εμμέσως ο Αριστοφάνης εις την καταδίκην του Σωκράτους· η δε νέα κριτική απέδειξε, κατά του Αιλιανού και Διογένους του Λαερτίου, ότι ο ποιητής δεν παρεκινήθη εις τούτο υπό των προτροπών των αμέσων αυτού κατηγόρων, του Ανύτου και Μελήτου.

Γ’. Αίτια της δίκης του Σωκράτους, και σχέσις αυτών προς τας φιλοσοφικάς αυτού διδασκαλίας.

Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους δεν διαγινώσκονται ακριβώς ειμή διά της φιλοσοφικής αυτού διδασκαλίας. Η κυριωτάτη ιδέα του Σωκράτους ήτο, ως είδομεν, ότι η επιστήμη, παντοδύναμος επί του πνεύματος, ταυτίζεται τω αγαθώ, και παράγει εξ ανάγκης την ηθικήν αρετήν, την πολιτικήν ωφέλειαν, το τεχνικόν κάλλος, την θρησκευτικήν πίστιν· αφιέρωσε δε αποκλειστικώς την ζωήν του εις την διά της διαλεκτικής των τε νοημάτων και των έργων κατάκτησιν της επιστήμης. Μεγάλη ήτο η ιδέα του, αλλ' ατελής, ως είδομεν, διότι απέκλειε το ουσιωδέστατον στοιχείον του αγαθού, την ηθικήν ελευθερίαν. Εντεύθεν και το ηθικόν ύψος του Σωκράτους, και το αίτιον της καταστροφής του· διότι απορροφών εν τη ιδέα της επιστήμης πάσαν την διαλεκτικήν, παρέσχε λαβήν εις τους εχθρούς των σοφιστών μεθ' ων τον συνέχεον· απορροφών εν τη αυτή ιδέα πάσαν την ηθικήν, και αρνούμενος την ελευθερίαν, έδωκεν αφορμήν εις τους κατηγορήσαντας αυτόν επί διαφθορά των νέων· απορροφών πάσαν την πολιτικήν , διήγειρε καθ' εαυτού τους πολιτικούς· απορροφών την ποίησιν και την τέχνην, επροκάλεσε τους ποιητάς και τους καλλιτέχνας· απορροφών τέλος την θρησκείαν , έμελλε να ερεθίση τους θεολόγους. Άρα η παράλειψις του υπ' αυτού παραγνωρισθέντος στοιχείου καθίστα επιλήψιμον και την διαλεκτικήν, και την ηθικήν, και την πολιτικήν, και την καλολογίαν, και την θρησκείαν αυτού.

Και πρώτη μεν η διαλεκτική του Σωκράτους ήγειρε κατ' αυτού τα πνεύματα ένεκεν του ιδανικού όπερ διετύπωσε, της αποστολής ην ανέλαβε, και των λογικών μέσων άτινα μετεχειρίσθη. Εν τη κατά Πλάτωνα Απολογία παρίσταται αυτός ο Σωκράτης εκθέτων τον κυριώτερον λόγον των κατ' αυτού διαβολών πόθεν αι διαβολαί σοι αύται γεγόνασι; (ε') και καταφαίνεται το υπ' αυτού συλληφθέν ύψιστον ιδανικόν της επιστήμης, όπερ θεωρεί ως θείαν αποκάλυψιν κυριεύουσαν αυτόν, διά τινος εσωτερικού χρησμού, ου ο εν Δελφοίς πατρίδος. Εν ώ δε περιεφρόνει τους πολιτευομένους, αυτός απέσχε των κοινών, και τούτο επηύξανε τον κατ' αυτού ερεθισμόν. Τους λόγους της αποχής του εκθέτει σαφώς εν τη παρά Πλάτωνι Απολογία· Τούτου δε αίτιόν εστι ό υμείς εμού πολλάκις ακηκόατε πολλαχού λέγοντος . . . αναγκαίον εστι τον τω όντι μαχούμενον υπέρ του δικαίου, και ει μέλλει ολίγον χρόνον σωθήσεσθαι, ιδιωτεύειν, αλλά μη δημοσιεύειν . Ουδέν ήττον οσάκις ανέλαβε δημοσίαν τινά λειτουργίαν, απεδείχθη αδιάσειστος εν τη δικαιοσύνη απεναντι και αυτής παντοδυναμίας των τριάκοντα. Προς τούτοις δε, ένεκεν αυτών των πολιτικών διδασκαλιών του, άς εξεθέσαμεν εν οικείω τόπω, και άκων παρεκινείτο να υποστηρίζη μάλλον την αριστοκρατικήν μερίδα, και τούτο επίσης, έπρεπε να θεωρηθή ως περιφρόνησις των καθεστώτων (Απομ. Δ', Β' )· οι δε μαθηταί αυτού, ο Ξενοφών και ο Πλάτων, εξεθείαζον την Σπάρτην, και εκάκιζον τας Αθήνας, και παρ' αυτού επίσης είχον διδαχθή ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας, ώστε κατά πάντα λόγον έμελλε να θεωρηθή ως εχθρός της πολιτείας.

Ουχ ήττον των πολιτικών έπρεπε να τον υποβλέπωσιν οι ποιηταί και οι καλλιτέχναι, ους έτασσε μετά των πολιτικών και των σοφιστών εις τον κατώτερον κύκλον της εμπειρίας και της δόξης, και επίσης υπέβαλλεν εις την μαιευτικήν του, όπως τοις αποδείξη ότι δεν εγνώριζον τον λόγον των ιδίων έργων· Μετά γαρ τους πολιτικούς ήα επί τους ποιητάς . . . έγνων ουν και περί των ποιητών εν ολίγω τούτο, ότι ου σοφία ποιοίεν ά ποιοίεν κλ. (Απολογ. 22 ). Επειδή δε οι ποιηταί, οι ραψωδοί και οι υποκριταί διεσκέδαζον τον λαόν, είχον παρ' αυτώ ου μικράν επιρροήν, και η απέχθεια αυτών ήτο λίαν επίφοβος. Μετά δε της ποιήσεως στενώτατα συνεδέετο η μυθολογία και η θεολογία, και πρώτον μεν προϊόν της απεχθείας ταύτης είναι αι Νεφέλαι · τελευταίον δε, η υπό Μελήτου, κατηγορία.

Τωόντι ο Μέλητος εκπροσωπεί ου μόνον την ποίησιν, αλλά και την θρησκείαν. Οι δε ανορθώσαντες τότε την δημοκρατικήν κυβέρνησιν ώφειλον ν' αποκαταστήσωσι και την εθνικήν θρησκείαν, και ο Σωκράτης έπρεπε να θυσιασθή εις το πνεύμα της υπό Θρασυβούλου πολιτικής μεταβολής. Δύο τινά υπήρχον εν τη θρησκευτική διδασκαλία του Σωκράτους εξ ίσου επιλήψιμα· ο ορθολογισμός και ο μυστικισμός του. Εν τη λατρεία ο Σωκράτης διώκει το λογικόν στοιχείον, και ούτε τυφλήν θέλει την πίστιν, ούτε ανήθικον την ευσέβειαν. Την ύπαρξιν και τα προσόντα του Θεού αποδεικνύει διά του λόγου δι' ου καθαίρει αυτόν από παντός κακού και μόνον παν αγαθόν τω αποδίδει. Λογικήν δε θέλει και την προσευχήν, αποκλείων αυτής τας εγωιστικάς και παιδαριώδεις αιτήσεις, και ούτως εισάγει εις την θρησκείαν το διαλεκτικόν και μεταφυσικόν στοιχείον, το καθόλου , αντικείμενον του λόγου. Εκ ταύτης δε της ανυψώσεως του λόγου εις τον ύπατον βαθμόν, εξ ου η παντοδυναμία της επιστήμης και η εκ θείας τινός αποκαλύψεως ιερά αυτής αποστολής επήγαζε, διά της συνταυτίσεων του λογικού και του θείου, ο ενθουσιασμός και ο μυστικισμός του, και του φαινομένου τούτου, πρωτοφανούς τότε, είδεν ακολούθως άλλα παραδείγματα η ιστορία της φιλοσοφίας διά του πλατωνισμού των Αλεξανδρινών, του Βρούνου, του Σπινόζα και του Σχελλίγγου· ώστε αυτός ο σκώπτων τους εμπνευσμένους ποιητάς θεωρεί επί τέλους εαυτόν κατεχόμενον υπό του θείου και εμπνεόμενον διά τινων δαιμονίων σημείων υποβοηθούντων την αμάθειάν του, αλλά κατωτέρων πάντοτε της αληθούς επιστήμης. Εκ τούτων απάντων οι αντιπρόσωποι της αρχαίας λατρείας έπρεπε να συμπεράνωσιν, ότι ο Σωκράτης απορρίπτων την αρχαίαν θρησκείαν και τους λειτουργούς αυτής, εισήγε καινά δαιμόνια και νέον μέσον συγκοινωνίας προς το θείον. Και εάν κατά την πρώτην περίοδον του φιλοσοφικού βίου αυτού, επόμενος εις τας φυσικάς θεωρίας του Αναξαγόρου, εκλόνισε την λατρείαν του ηλίου και της σελήνης, αι κατά την δευτέραν ηθικαί μελέται, δι' ων ανήλθεν εις την ιδέαν θείας προνοίας πανταχού ενεργούσης, προ πάντων δε εν τη ανθρωπίνη ψυχή, και ιδίως εν τη ιδική του, τον εδίδαξαν ν' απαλλαγή της ανάγκης πολλών θεών και ν' αναγνωρίση ένα και μόνον.

Τοιούτοι είναι οι εσωτερικοί και τρόπον τινά μεταφυσικοί λόγοι της δίκης του Σωκράτους, οίτινες συγκεφαλαιούνται εις τας τολμηράς αυτού θεωρίας, και οι λόγοι ούτοι ενεθάρρυναν αυτόν κατά την διάρκειαν της δίκης και παρηγόρησαν κατά τας τελευταίας στιγμάς της ζωής.

Δ’. Η δίκη, η απολογία και ο θάνατος του Σωκράτους.

Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους είχον επισωρευθή επί εικοσιπέντε έτη, και άπορον είναι πώς εβράδυνε τοσούτον το αποτέλεσμα αυτών. Τιμά δε το φιλελεύθερον πνεύμα των Αθηναίων η μακρά αύτη ανοχή. Αι μερικαί αφορμαί της κατηγορίας ήσαν, αφ' ενός μεν, η δημοκρατική και θρησκευτική αντενέργεια των τριάκοντα, αφ' ετέρου δε, η απέχθεια του Ανύτου, ου τον υιόν είχεν ελκύσει ο Σωκράτης εις τας συνδιαλέξεις του, και ον είχε διακωμωδήσει διά την πολιτικήν οίησίν του. Τω 399 έτει π. Χ. διετυπώθη η κατηγορία υπό Μελήτου ως έπεται· αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δε καινά δαιμόνια εισηγούμενος· αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων· τίμημα θάνατος . Η κατηγορία αύτη υπάρχει σχεδόν ταυτούσιος παρά Διογένει, Ξενοφώντι και Πλάτωνι. Η αγόρευσις δι' ης ανεπτύχθη, ήτο του Ανύτου, και ο δημαγωγός Λύκων είχε διευθύνει τας πρώτας πράξεις της διαδικασίας. Και ο μεν Μέλητος ήτο πιθανώς ο αυτός ον διακωμωδεί ο Αριστοφάνης εν Βατράχοις (1337), ο δε Άνυτος ήτο πλούσιος, διαπρέψας εις τας ανωτέρας πολιτικάς θέσεις, συμπολεμήσας τω Θρασυβούλω, συντηρητικώτατος και άσπονδος εχθρός των σοφιστών και των φιλοσόφων. Άγνωστα δε είναι του Λύκωνος τα προηγούμενα. Κατά την κατηγορίαν ταύτην, ο Σωκράτης διαφθείρει τους νέους, υπό μεν την νοητικήν και ηθικήν όψιν, διά της διαλεκτικής του, υπό δε την πολιτικήν, διά των προς την αριστοκρατίαν τάσεων αυτού, και υπό την θρησκευτικήν, διά της απιστίας του· ουσιωδώς δε πάντα τούτα συγκεντρόνονται εις την κατά των καθεστώτων επίθεσιν, και η φιλοσοφική και η θρησκευτική διδασκαλία του θεωρούνται αξιόποινοι καθό υποσκάπτουσαι τα θεμέλια του κράτους.

Διά τούτο ενώπιον δικαστηρίου όλως πολιτικού εισήχθη η δίκη. Ο Μεούρσιος και ο Κουσίνος νομίζουσιν ότι ο Σωκράτης εδικάσθη υπό του Αρείου Πάγου. Και ναι μεν αληθεύει ότι μετά την πτώσιν των τριάκοντα ανωρθώθησαν οι του Σόλωνος νόμοι, καθ' ους ο Άρειος Πάγος εδίκαζε τας περί ασεβείας δίκας· πολλαί όμως περιστάσεις της δίκης αποκλείουσαι την γνώμην ταύτην. Και πρώτον, εάν κατά Διογένην 281 ψήφοι κατεδίκασαν τον Σωκράτην, ο αριθμός ούτος δεν αρμόζει εις το δικαστήριον εκείνο. Έπειτα, το ύφος των κατηγόρων ωμοίαζε τας προς τον λαόν αγορεύσεις, και εχαρακτηρίζετο ο κατηγορούμενος ως δεινός ρήτωρ δυνάμενος να παρασύρη τους δικαστάς, και να διαφθείρη ακολούθως τα τέκνα των, όπερ επίσης δεν αρμόζει εις το υψηλόν αξίωμα των Αρειοπαγητών· οι δε φίλοι του Σωκράτους παρακινούντες αυτόν να ετοιμάση την απολογίαν του, τω έλεγον ότι οι δικασταί πολλάκις είχον καταδικάσει ή αθωώσει τους υποδίκους ένεκεν της απολογίας των, και ούτε τούτο αρμόζει εις το ανώτατον εκείνο δικαστήριον, ένθα οι αγορεύοντες ώφειλον να περιορισθώσιν εις την έκθεσιν των γεγονότων, και πάσα ρητορική ανάπτυξις αυστηρώς απηγορεύετο. Επειδή δε πολιτική ήτο η κατηγορία, έπρεπε να εισαχθή ενώπιον δημοτικού δικαστηρίου. Τέλος ο εν τη Απολογία αναφερόμενος όρκος των δικαστών είναι ο των Ηλιαστών, δηλ. των εκ του λαού κληρουμένων δικαστών διά κυάμων, όπερ πολλάκις είχεν εμπαίξει ο κατηγορούμενος. Εν τω κατά Τιμοκράτους λόγω ο Δημοσθένης διέσωσε τον τύπον του όρκου τούτου, και τους Ηλιαστάς ρητώς αναφέρει Μάξιμος ο Τύριος· ο δε Αθηναίος λέγει ότι ο Σωκράτης κατεδικάσθη υπό κληρωθέντων δικαστών, 556 περίπου κατά Διογένην. Ενώπιον τοιούτων ανθρώπων, βαναύσων κατά το πλείστον, έμελλε να συζητηθή η μεγίστη δίκη της αρχαιότητος, και εις τούτους ώφειλε ν' αποδείξη ο μέγας φιλόσοφος την αλήθειαν της διδασκαλίας του.

Αλλά κανονική απολογία ήτο άρα σύμφωνος προς τας αρχάς του Σωκράτους; Μόνοι ισχυροί κατ' αυτόν ήσαν οι επιστημονικοί λόγοι, ους δεν ηδύνατο ν' αναπτύξη ενώπιον τοιούτων δικαστών, και προσέτι η διά των λόγων υπεράσπισιν δεν τω εφαίνετο αξιοπρεπής, και ήτο αχώριστος της εκ των έργων, και αύτη προέκυπτεν εξ όλης του της ζωής· Ου δοκώ σοι απολογείσθαι μελετών διαβεβιωκέναι; . . . , ουδέν άδικον διαγεγένημαι ποιών, ήνπερ νομίζω μελέτην είναι καλλίστην απολογίας (Απολ. Ξενοφ. 3) . Έβλεπε δε εις τα συμβαίνοντα θείαν τινά πρόνοιαν, εις ην ώφειλε να υποκύψη αγογγύστως, αποφεύγων ούτω τα δεινά του γήρατος και προσδοκών δόξαν αθάνατον· μεγίστην δε αφοβίαν τω ενέπνεεν η αθωώτης του. Και διά τούτο οσάκις ηθέλησε να προετοιμάση την απολογίαν του, το δαιμόνιον τον απέτρεψε, και διά τούτο απεποιήθη ην τω προσέφερεν ο Λυσίας ως ακατάλληλον, και απελογήθη μόνον ίνα συμμορφωθή προς τους νόμους. Αι κατά Πλάτωνα και Ξενοφώντα Απολογίαι συνετάχθησαν μετά τον θάνατον του προς δικαίωσιν της μνήμης αυτού παρά τοις μεταγενεστέροις, και εκ των δύο πιστοτέρα είναι η του Πλάτωνος παρευρεθέντος εις την δίκην. Ο Ξενοφών παριστά τον Σωκράτην δικαιολογούμενον διά τας θρησκευτικάς δοξασίας του περισσότερον παρ' όσον επέτρεπεν η γνωστή αυτού παρρησία. Ο Πλάτων επί του κεφαλαίου τούτου εικονίζει ακριβέστερον τον χαρακτήρα και τον τρόπον του διδασκάλου. Περί δε της διαφθοράς των νέων απαντά εις τον Μέλητον ότι αυτός ο κατήγορός του δεν ηξεύρει τι είναι διαφθορά, και τι είναι βελτίωσις, και διηγούμενος τας απάτας της ψευδούς επιστήμης, επιμένει εις ην έλαβε παρά του εν Δελφοίς θεού εντολήν, και αποποιείται και αυτήν την ζωήν, εάν δεν την αφιερώση εις την εκπλήρωσίν της, επιβεβαιών ούτω πάσας τας διδασκαλίας του περί της ταυτότητος της επιστήμης και της αρετής και περί της λόγω και έργω διαλεκτικής, ης όλη του η ζωή ήτο η ενσάρκωσις. Ευρίσκεται εν τη Απολογία και αυτή η περί θελήσεως θεωρία, εξ ης επήγασαν αι αποπλανήσεις της διδασκαλίας του, διότι και τους κατηγόρους και τους δικαστάς θεωρεί ως θύματα ακουσίας απάτης, εντεύθεν η προς αυτούς υπεροχή και ειρωνεία και τρόποι τινά ο προς αυτούς οίκτος· Non supplex aut reus sed magister aut dominus videretur esse judicum , καθ' ά λέγει ο Κικέρων (De Orat. 154 )· εντεύθεν επίσης και η γαλήνη μεθ' ης υποβάλλεται εις την λογικήν των πραγμάτων, πεποιθώς ότι παν το λογικόν είναι εν ταυτώ και αγαθόν. Δεν ηπόρησε λοιπόν ο Σωκράτης διά την καταδίκην του, αλλά μόνον, ότι εγένετο διά μικράς πλειονότητος, τριών ψήφων κατά Πλάτωνα. Ουδεμία δε αμφιβολία ότι το ύφος και το πνεύμα της απολογίας πολύ συνέτεινον εις την καταδίκην, ως ομολογεί και ο Ξενοφών, όθεν οι ρήτορες θεωρούσι την κατά Πλάτωνα Απολογίαν ως κακήν δικηγορίαν και αναξίαν του τε Πλάτωνος και του Σωκράτους· αλλ' ο φιλόσοφος απ' εναντίας θέλει την θαυμάσει ως αριστούργημα απεικονίζον τους ευγενεστέρους χαρακτήρας της φυσιογνωμίας και αυτάς τας αδυναμίας του απολογουμένου. Και ου μόνον την καταδίκην του προεκάλεσεν ο Σωκράτης, αλλά και το είδος της ποινής. Κατά την δικονομίαν υπεχρεούτο να δηλώση την ποινήν. Προτείνας δε τω εν Πρυτανείω σιτείσθαι , εφάνη βεβαίως απαυθαδιζόμενος και υβρίζων και προκαλών τους δικαστάς, αλλ' ήτο συνεπής προς εαυτόν και αξιοπρεπέστατος. Τον δε κατ' αυτού καταγγελθέντα θάνατον εθεώρησεν ως σωτηρίαν, και υπεβλήθη εις αυτόν διά της συνήθους αισιοδοξίας του, ως εις απόφασιν της θείας προνοίας.

Θαυμαστή είναι η προφητεία ην απαγγέλλει μετά την καταδίκην· Το δε δη μετά τούτο επιθυμώ υμίν χρησμοδήσαι, ω καταψηφισάμενοί μου· και γαρ ειμι ήδη ενταύθα, εν ώ μάλιστ' άνθρωποι χρησμοδούσιν όταν μέλλωσιν αποθανείσθαι· φημί γαρ, ω άνδρες, οι εμέ απεκτόνατε, τιμωρίαν ημίν ήξειν ευθύς μετά τον θάνατον πολύ χαλεπωτέραν νη Δι' ή οίαν εμέ απεκτόνατε. Νυν γαρ τούτο είργασθαι οιόμενοι απαλλάξασθαι του διδόναι έλεγχον του βίου· το δε υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι. Πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες ους νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ ησθάνεσθε (εννοεί τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα και την εκ του βίου και του θανάτου αυτού πνευματικήν επανάστασιν εν τω μέλλοντι), και χαλεπώτεροι έσονται όσω νεώτεροί εισι, και υμείς μάλλον αγανακτήσετε . Και άλλας προρρήσεις προσθέτει η κατά Ξενοφώντα Απολογία περί του υιού του Ανύτου ότι κακώς υπό του πατρός παιδευθείς, κακώς θέλει ζήσει όπερ και ηλήθευσε. Στρεφόμενος δε προς τους αποψηφισαμένους, τοις λέγει ότι η συνήθης μαντική του δαιμονίου, το του Θεού σημείον , δεν τον απέτρεψεν ούτε του να προσέλθη εις το δικαστήριον, ούτε ν' απολογηθή ως απελογήθη, και συμπεραίνει· κινδυνεύει γαρ μοι το ξυμβεβηκός τούτο αγαθόν γεγονέναι, και ουκ έσθ' όπως ημείς ορθώς υπολαμβάνομεν, όσοι οιόμεθα κακόν είναι το τεθνάναι · τελειόνει δε ομολογών την εις την θείαν πρόνοιαν πίστιν αυτού· έν τι τούτο διανοείσθαι αληθές, ότι ουκ έστιν ανδρί αγαθώ· κακόν ουδέν ούτε ζώντι ούτε τελευτήσαντι, ουδέ αμελείται υπό θεών τα τούτου πράγματα, ουδέ τα εμά νυν από του αυτομάτου γέγονεν, αλλά μοι δήλον εστι τούτο, ότι ήδη τεθνάναι και απαλλάχθαι πραγμάτων βέλτιον ην μοι, διά τούτο και εμέ ουδαμού απέτρεψε το σημείον, και έγωγε τοις καταψηφισαμένοις μου και τοις κατηγόροις ου πάνυ χαλεπαίνω.

Το αυτό πνεύμα ζωογονεί και την απάντησιν αυτού εις τον Κρίτωνα προτείνοντα να τον σώση διά της διαφθοράς των δεσμοφυλάκων, και προσπαθούντα διά παντοίων επιχειρημάτων να τον καταπείση. Πιστός εις την λόγω και έργω διαλεκτικήν, απαντά· σκοπείσθαι ουν χρη ημάς είτε ταύτα πρακτέον είτε μη ως εγώ ου μόνον νυν, αλλά και αεί τοιούτος, οίος των εμών μηδενί άλλω πείθεσθαι ή τω λόγω ος αν μοι λογιζομένω βέλτιστος φαίνεται. Τους δε λόγους, ους εν τω έμπροσθεν έλεγον ου δύναμαι νυν εκβαλείν, επειδή μοι ήδε η τύχη γέγονεν, αλλά σχεδόν τι όμοιαι φαίνονταί μοι και τους αυτούς πρεσβεύω και τιμώ ούςπερ πρότερον . Και ο λόγος καθολικώς επιβάλλει το καθήκον να ήμεθα πάντοτε δίκαιοι και προς αυτούς τους αδικούντας ημάς, και να μη αποκρούωμεν το κακόν διά του κακού, αλλά διά του αγαθού, αδιαφορούντες και προς τα δεινά του σώματος και προς τας μωράς γνώμας των ανθρώπων. Έα τοίνυν, ω Κρίτων , επιλέγει, και πράττωμεν ταύτη, επειδή ταύτη ο Θεός υφηγείται.

Αι δε εν τω Φαίδωνι μεταφυσικαί διδασκαλίαι και τα περί μελλούσης ζωής κυριώτερα επιχειρήματα ανήκουσι βεβαίως εις τον Πλάτωνα μάλλον ή τον Σωκράτην, αλλά πιθανώτατον ότι και εις τούτον τοιαύται σκέψεις επεβλήθησαν υπό των περιστάσεων. Ιστορική δε είναι η εν τω Φαίδωνι ηθική εικών του Σωκράτους, όστις αείποτε φαίνεται γενναίος και πράος και επιεικής προς τους εχθρούς του, ους δεν κατηγορεί, αλλά νοεί και εξηγεί και τρόπον τινά ορίζει, και τον επικείμενον θάνατον δεν φοβείται, αλλά και τούτον λογικώς εξηγεί, και ως αγαθόν αποδέχεται, εις ταύτην δε την γαλήνη της διανοίας προτίθεται εν τέλει του λόγου και η τρυφερότης και συγκίνησις της καρδίας. Επειδή δε ελούσατο και ηνέχθη παρ' αυτόν τα παιδία . . . και αι οικείαι γυναίκες αφίκοντο, εκείναις εναντίον του Κρίτωνος διαλεχθείς τε και επιστείλας άττα εβούλετο, τας μεν γυναίκας και τα παιδία απιέναι εκέλευσε . . . . και ήκεν ο των ένδεκα υπηρέτης και στας παρ' αυτόν, ω Σώκρατες, έφη, ου καταγνώσομαί γε σου όπερ των άλλων καταγινώσκω, ότι μοι χαλεπαίνουσι και καταρώνται επειδάν αυτοίς παραγγέλλω πίνειν το φάρμακον αναγκαζόντων των αρχόντων, σε δ' εγώ και άλλως έγνωκα εν τούτω τω χρόνω γενναιότατον και πραότατον και άριστον άνδρα όντα των πώποτε δεύρο αφικομένων, και δη και νυν ευ οίδα ότι ουκ εμοί χαλεπανείς, γιγνώσκεις γαρ τους αιτίους, αλλ' εκείνοις· νυν ουν, οίσθα γαρ α ήλθον αγγέλλων, χαίρε τε και πειρώ ως ράστα φέρειν τα αναγκαία. Και άμα δακρύσας μεταστρεφόμενος απήει. Και ο Σωκράτης αναβλέψας προς αυτόν· Και συ, έφη χαίρε, και ημείς ταύτα ποιήσομεν. Και άμα προς ημάς· ως αστείος έφη, ο άνθρωπος και παρά παντα τον χρόνον προσήει και διελέγετο ενίοτε και ην ανδρών λώστος και νυν ως γενναίος με αποδεικνύει· αλλ' άγε δη, ω Κρίτων, πειθόμεθα αιτώ, και αναγκάζω τις το φάρμακον, ει μετριέται, ει δε μη, τρίψατε ο άνθρωπος. . . . Και άμα όρεξη την κύλικα τω Σωκράτει, και ος λαβών και μόλα ίλεως, ω Εύκρατε, ουδέν τρέσας, ουδέ διέφθειρες ούτε του χρώματος ούτε του προσώπου, αλλ', ώσπερ μειωθεί, ταυρείων υπέβλεψες προς τον άνθρωπον , τον ερωτά, εάν δύναται να κόμη μικράν τινα σπονδήν εκ του πώματος, και εκείνου αναγορεύσαντος, αλλ' εύχεσθαι γε που τοις θεοίς άξεστη τε και χρη την μετοίκησαν την ενθένδε εκείσθε ευτυχή γενέσθαι, α δη και εγώ εύχομαί τε και γένοιτο ταύτη. Και άμα ειπών ταύτα επισχόμενος και μόλα ευχερώς και ευκόλως εξέπιε . Και πάντες οι παρευρισκόμενοι τότε έκλαυσαν, πλην γε αυτού Σωκράτους· εκείνος δε, οία, έφη, ποιείτε ω θαυμάσιοι; εγώ μέντοι ουχ ήκιστα τούτου ένεκα τας γυναίκας απέπεμψα, ίνα μη τοιαύτα πλημμελοίεν, και γαρ ακήκοα ότι εν ευφημία χρη τελευτάν, αλλ' ησυχίαν τε άγετε και καρτερείτε. Αι δε τελευταίαι του λέξεις ήσαν· ω Κρίτων, τω Ασκληπιώ οφείλομεν αλεκτρυόνα, αλλ' απόδοτε και μη αμελήσητε , δι' ων ηθέλησεν ίσως να χαρακτηρίση τον θάνατον ως ιατρικήν της ζωής θεραπείαν. Απέθανε λοιπόν ως έζησε, πλήρης πίστεως εις την παντοδύναμον αλήθειαν.

Τελεσθείσης δε της θυσίας, οι Αθηναίοι μετεμελήθησαν άρα, και έκλαυσαν το θύμα ό προσέφερον εις την πολιτικήν και τους θεούς των; Τούτο βεβαιούσι τινές των αρχαίων. Ο Διόδωρος λέγει ότι ο λαός μανιωδώς και άνευ δίκης εθανάτωσε τους κατηγόρους του Σωκράτους, ο δε Διογένης ότι πενθούντες έκλεισαν τα γυμνάσια, ότι ήγειραν εις μνήμην αυτού χαλκούν ανδριάντα, έργον του Λυσίππου, ότι τον μεν Μέλητον κατεδίκασαν εις θάνατον, τους δε άλλους κατηγόρους εις εξορίαν και οι κάτοικοι της Ηρακλείας απέβαλον τον Άνυτον άμα φθάσαντα. Κατά τινα δε παράδοσιν διασωθείσαν ημίν υπό του Πλουτάρχου, οι κατήγοροι του φιλοσόφου μη ανεχόμενοι το μίσος του λαού απηγχονίσθησαν.

Αλλ' εκ των Απομνημονευμάτων του Ξενοφώντος φαίνεται ότι, και ότε συνετάττοντο, πολύ δημοτική δεν ήτο εν Αθήναις η μνήμη του Σωκράτους. Ο Πλάτων αμέσως μετά τον θάνατον του διδασκάλου απήλθε, και επί τινα έτη ήτο απών των Αθηνών, οι πλείστοι δε των διαλόγων αυτού αφορώσιν εις απολογητικόν του Σωκράτους σκοπόν, ημίσειαν δε εκατονταετηρίδα μετά ταύτα ο ρήτωρ Αισχίνης ανευφήμει εις τον θάνατον του Σωκράτους, ον αποκαλεί σοφιστήν . Ευλόγως άρα ο Γρότε και ο Φορχάμμερ, και προ αυτών ο Βαρθελεμύς και ο Φρερέτος, αμφιβάλλουσι περί της μεταμελείας των Αθηναίων. Αλλ' εάν δεν μετεμελήθησαν, βεβαίως απεθανάτισαν ον ηξίουν να καταισχύνωσι και καταστρέψωσι.

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

α'. Κύριος χαρακτήρ του Σωκράτους είναι η πίστις εις την επιστήμην, ην εταύτιζε τω αγαθώ, και την πίστιν ταύτην και την εν λόγω ανίκητον ελπίδα αντέταττεν εις τας αμφιβολίας των σκεπτικών, τας προλήψεις και δεισιδαιμονίας των συγχρόνων του, εκ μόνης της επιστήμης προσδοκών και την ευπραξίαν και την ευδαιμονίαν. Εάν δε επανήρχετο μεταξύ ημών, τα αυτά ήθελεν αναγνωρίσει συμπτώματα της αυτής περί των θρησκευτικών και ηθικών και πολιτικών πνευματικής κρίσεως εν ή ευρέθη, και ήθελεν αρμοδίως προτείνει και πάλιν την μαιευτικήν τέχνην του. Αλλά κατά τούτο υπερέχομεν των συγχρόνων του, και τούτο εν μέρει εις αυτόν οφείλομεν, ότι τουλάχιστον πιστεύομεν, ως αυτός, εις την επιστήμην, αν και θέλομεν ενίοτε να την περιορίσωμεν εις τα μαθηματικά και φυσικά, άτινα εθεώρει δευτερεύοντα και υπέβαλλεν εις την ανωτάτην επιστήμην του αγαθού και των προς αυτό ανέσεων των άλλων πάντων, διότι κατ' αυτόν πάσα γνώσις πρέπει να επαναχθή εις την γνώσιν ημών αυτών και αύτη εις την του αγαθού· εις τούτο δε υφίσταται η μαιευτική, ήτοι η διαλεκτική του Σωκράτους εις το να εξάγη ο φιλόσοφος αυτός εξ αυτού την επιστήμην, τούτο και τους άλλους διδάσκων, είτε ανάγων πάντα τα προβλήματα εις τα στοιχεία αυτών, τουτέστιν εις τα φαινόμενα της συνειδήσεως, και εις ταύτα συγκεντρόνων την εσωτερικήν σκέψιν, είτε συνδιαλεγόμενος προς τους άλλους, όπερ μετήρχετο κατά προτίμησιν ο Σωκράτης, και προκαλών δι επιτηδείων ερωτήσεων απαντήσεις και αναπτύξεις διαφωτιζούσας τα σκοτεινότερα ζητήματα, και αύτη ήτο η εξωτερική ούτως ειπείν διαλεκτική του.

Το μέσον τούτο είναι την σήμερον σχεδόν εγκαταλελειμμένον, αλλά δύναται να το αναπληρώση η ιστορία της φιλοσοφίας, εάν δι' αυτής επερωτώντες, και τρόπον τινά μαιεύοντες τους διασημοτέρους νόας, ζητήσωμεν πάσας τας όψεις της αληθείας και υποκινήσωμεν την αυθόρμητον ημών σκέψιν γινόμενοι, ως ο Σωκράτης, αυτουργοί της φιλοσοφίας . Έχει όμως ελλείμματα και ο σωκρατικός διάλογος δυνάμενος ν' αποβή διαλεκτικώς και κενώς , ως παρετήρησεν ο Αριστοτέλης, λογική γυμνασία (τα λογικά, τα εξωτερικά ), μάλλον ή ψυχολογική μελέτη. Και είδομεν ότι εν τη ψυχή τον λόγον προ πάντων εθεώρει ο Σωκράτης προς βλάβην της ελευθέρας ενεργείας, ην απ' εναντίας βαθύτερον ηρεύνησε και επροσπάθησε να ορίση ακριβέστερον ο Αριστοτέλης. Ουδέν ήττον, πρώτος ο Σωκράτης εφήρμοσε το Γνώθι σαυτόν , και ηννόησεν ότι η αληθής μέθοδος ανάγει τα πάντα εις την ανθρωπίνην διάνοιαν. Και η μεν προ του Σωκράτους εποχή ήτο η στιγμή της αντικειμενικής φιλοσοφίας, συγκεχυμένη σύνθεσις της νοήσεως και των πραγμάτων, εις α και αυτό το υποκείμενον εβυθίζετο. Διά δε των σοφιστών και του σκεπτισμού των το υποκείμενον απομονούται, και γίνεται το μέτρον του παντός. Μόνον διά του Σωκράτους και του Πλάτωνος τελεί η αληθής σύνθεσις του ατομικού λόγου και του λόγου των όντων, δι' ης το άτομον εν γνώσει εαυτού ευρίσκει την γνώσιν της καθολικής αληθείας. Και την πρώτην ώθησιν εις την ενέργειαν της μεθόδου ταύτης έδωκεν ο Σωκράτης διά της λογικής αναλύσεως, της εξαγωγής, της διαιρέσεως, του ορισμού, της επαγωγής, και διά της πεποιθήσεως ότι η διαλεκτική των νοημάτων ταυτίζεται τη διαλεκτική των έργων και των πραγμάτων, και ότι εν τω λογικώ ορισμώ περιέχεται η ουσία αυτού του πραγματικού. Συλλογίζεσθαι γαρ εζήτει· αρχή δε των συλλογισμών το τι εστι. Διαλεκτική γαρ ισχύς ούπω τότ' ην, ώστε, δύνασθαι (ως ο Πλάτων) και χωρίς του τι εστί ταναντία επισκοπείν, και των εναντίων ει η αυτή επιστήμη (Αριστ. Μετάφ. Α' ε') . Η τολμηρά αύτη μέθοδος ήτις διά της θεωρίας των ιδεών προσπαθεί να φθάση εις την ουσίαν των πραγμάτων, και ήν τινες εν Γαλλία και Αγγλία την σήμερον αποδοκιμάζουσιν, είναι ουχ ήττον ο ισχυρότερος μοχλός της νοητικής προόδου, διότι προσβάλλουσα ενίοτε τα γνωστά και παραδεδεγμένα, εγείρει το πνεύμα εκ του ληθάργου της στασιμότητος, και διατέμνουσα αυτώ νέας οδούς τω προετοιμάζει προσδόκητα και μέγιστα βοηθήματα. Δεν είχον λοιπόν άδικον οι Σωκράτεις και οι Πλάτωνες θεωρούντες την νόησιν ως ενδομύχως συνηνωμένην τω όντι, και τους νόμους του όντος ταυτιζομένους ουσιωδώς με τους νόμους της νοήσεως. Και αυταί αι θετικώτεραι επιστήμαι, και ιδίως αι μαθηματικαί, αποδεικνύουσι την μεγάλην, ταύτην αλήθειαν, και ότε θεωρία τις λογική δεν επαρκεί εις την εξήγησιν των γεγονότων, δεν πρέπει να την αποβάλωμεν ως θεωρίαν, αλλ' ως μη αρκούντως λογικήν, και να την καταστήσωμεν, ει δυνατόν, λογικωτέραν, προσπαθούντες να προσεγγίσωμεν επί μάλλον και μάλλον εις το υπό του Σωκράτους και Πλάτωνος διοραθέν σημείον, εν ώ το ιδανικόν και το πραγματικόν ταυτίζονται. Και ούτω πάσα μεταφυσική υπόθεσις ελεγχομένη υπό της πείρας και της ηθικής, δύναται ν' αποβή χρησιμωτάτη εις την πρόοδον της ανθρωπότητος. Οι νόμοι της νοήσεως δεν είναι υποκειμενικοί μόνον, και εάν ουχί πάντοτε το πραγματικόν, παρέχουσι τουλάχιστον το λογικώς δυνατόν, και εάν είς κρίκος, της λογικής αλύσεως αποδειχθή υπάρχων, συναποδεικνύονται δι' αυτού και οι μετ' αυτού συνδεόμενοι, αν και δεν αποκαλύπτονται υπό της πείρας· όπου δε η πλήρης επιστήμη είναι ανέφικτος, η μεγίστη πιθανότης της υποθέσεως ισοδυναμεί σχεδόν με την βεβαιότητα, και επιβάλλει έλλογον πίστιν. Υπό την όψιν ταύτην σπουδαιοτάτη είναι η θεμελιώδης θεωρία του Σωκράτους, ότι το αγαθόν, εις ο πάντα ανάγονται, και προς ο πάντα σχετίζονται, πρέπει να είναι το ηθικόν κριτήριον της πραγματικής και της μεταφυσικής αληθείας.

β'. Πρώτον στοιχείον της Σωκρατικής μεθόδου ήτο η διαίρεσις, πράξις της διανοίας προετοιμάζουσα την επιστήμην, διότι η νόησις δεν είναι απλή παθητικότης, αλλ' ενέργεια , κατ' Αριστοτέλην· αίτιον δε ότι η νόησις ενέργεια — ποιούντες γινώσκουσιν , όπερ ισοδυναμεί με το του Σωκράτους και Πλάτωνος, αυτός αυτού την επιστήμην αναλαμβάνειν . Τούτο δε ποιούσι και αι μαθηματικαί και θετικαί επιστήμαι δι' ιδιαιτέρων διαιρέσεων και συνδυασμών, δι' ων ποιούσι την γνώσιν, ως ο φιλόσοφος εξάγει εκ του γένους το είδος, εκ της αρχής την συνέπειαν, γεννών την τε γνώσιν και αυτό το γινωσκόμενον, τουλάχιστον υπό τον τύπον της γνώσεως. — Ό,τι δε αληθεύει περί διαιρέσεως και αναλύσεως, αληθεύει επίσης περί επαγωγής και συνθέσεως. Η ιδανική σύνθεσις είναι γονιμωτάτη εν ταις μαθηματικαίς επιστήμαις, και αείποτε μιγνύεται τη αναλύσει. Ωσαύτως, η φιλοσοφική γενίκευσις και επαγωγή γεννά και αύτη κατ' ίδιον τρόπον και πραγματοποιεί, παράγουσα εκ των καθ' έκαστα, το εν αυτοίς καθόλου, και ούτω γινώσκουσα αυτό. Και ο μεν Αριστοτέλης επίστευεν ότι το γένος είναι πραγματικόν μόνον εν τη διανοία, και κατακρίνει τον Πλάτωνα, ότι κατά διαφοράν του Σωκράτους εχώρισε το καθόλου και τους ορισμούς, και τα τοιαύτα ιδέας των όντων προσηγόρευσε (Μεταφ. Α'.) . Ο δε Πλάτων ισχυρίζετο ότι τα γένη προϋπάρχουσιν, αφ' ού εξάγομεν αυτά εκ των όντων, και αφ’ ού, κατ' αυτόν τον Αριστοτέλην, το δυνάμει προηγείται του ενεργεία · άρα προ της ενεργείας υπάρχει πραγματική τις δυνατότης, και παν δυνατόν και νοητόν προϋποθέτει πραγματικόν τι· παν λοιπόν το επιπόνως γεννώμενον εκ της διανοίας είναι ήδη ενεστώς έν τινι ανωτέρα διανοία, αϊδίως ταυτιζομένη τω όντι, εν ή τα χωριστά ταύτα, και όμως μεθεκτά, είναι συνάμα νόησις και ον. Και κατά τούτο ο Πλάτων ήτο σωκρατικώτερος του Αριστοτέλους, όστις κατά την διαίρεσιν μόνον παραδέχεται, ως είδομεν προ μικρού, την σωκρατικήν διδασκαλίαν, εν ώ ο Πλάτων την εφαρμόζει και εις την επαγωγήν, και τα υπό της ανθρωπίνης διανοίας συλλαμβανόμενα λογικά γένη αναρτά εις τας πραγματικάς ιδέας της θείας διανοίας. Εν ταύτη δεν υπάρχουσι κατ' Αριστοτέλην ούτε γένη ούτε ιδέαι, διότι ταύτα μεν είναι πολλαπλά, εν αυτή δε υπάρχει αδιαίρετος συνείδησις αδιαιρέτου ενεργείας, νοήσεως νόησις εν τη ανωτάτη ατομικότητι. — Διά δε της περί ορισμού, ουχ ήττον ή διά της περί επαγωγής, θεωρίας ο Σωκράτης προητοίμασε τον πλατωνισμόν. Τωόντι κυριώτερον στοιχείον του ορισμού εθεώρει το γένος, όπερ δι' επαγωγής ανακαλύπτομεν, και όπερ ενόμιζε πραγματικήν ουσίαν των πραγμάτων. Όθεν ο Αριστοτέλης, τον Σωκράτην άμα δε και τον Πλάτωνα ανασκευάζει θέτων το κύριον στοιχείον του ορισμού εν τη ειδική διαφορά, και θεωρών την ουσίαν ως ατομικήν. Εάν δε η ουσία είναι ο λόγος ο καθιστών πράγμα τι δυνατόν και νοητόν, αληθεύουσιν ο Σωκράτης και ο Πλάτων ονομάζοντες το καθόλου ουσίαν του ατομικού, αλλ' εάν ουσία είναι η ενεστώσα πραγματικότης, η ιδία οντότης και ενέργεια, δικαίως ελέγχει αυτούς ο Αριστοτέλης ότι παραγνώρισαν το ενδότατον αίτιον, αυτήν την ατομικήν υπόστασιν του όντος. Και πραγματικώς οι δύο πρώτοι, εν ώ συνδυάζουσι λογικάς και δυνατάς εννοίας, δεν κατανοούσιν αρκούντως διά της συνειδήσεως την εν αυτοίς ατομικήν και ελευθέραν ενέργειαν, και ζητούσι μάλλον τους νοητούς λόγους ή τα ποιητικά αίτια, άτινα ουχ ήττον είναι οι ζώντες και γόνιμοι λόγοι των πραγμάτων. Και διά τούτο ο Σωκράτης ορίζων τας αρετάς διά της επιστήμης του αγαθού, χωρίς να προσθέση και διά της πράξεως αυτού, ορίζει το καθολικόν γένος ολιγωρών της ατομικής διαφοράς, και ως εκ τούτου αρνείται την ηθικήν ελευθερίαν.

γ'. Οι σοφισταί έθετον ζήτημα σπουδαίον και δυσεπίλυτον λέγοντες· ότε ζητούμεν την αλήθειαν, ή ηξεύρομεν τι ζητούμεν, και τότε περιττή η ζήτησις, ή δεν ηξεύρομεν, και τότε πώς να βεβαιωθώμεν ότι εύρομεν το ζητούμενον; Εις ταύτα απήντα ο Σωκράτης, ότι εάν δεν παραδεχθώμεν επιστήμην τινά έμφυτον και δυνάμει υπάρχουσαν εν τω πνεύματι, το δίλημμα δεν λύεται. Αυτός δε και ο Πλάτων επικαλούμενοι την ψυχολογικήν παρατήρησιν, ερείδονται εις το γεγονός της μνήμης, ήτις υποθέτει προγενεστέραν γνώσιν. Η συγκεχυμένη και συνθετική ιδέα είναι άρα το έμβρυον της διακεκριμένης και αναλυτικής, η γνώσις είναι αναγνώρισις του νοητού και αληθούς, και η επιστήμη είναι κατά Πλάτωνα ανάμνησις. — Η νέα αύτη διδασκαλία διαδοχικώς μεταμορφωθείσα περιήλθε μέχρις ημών.

Η γνώσις της αληθείας δύναται να ήναι πρώτη ή κατά την μεταφυσικήν τάξιν ή κατά την χρονολογικήν. Και ο μεν Σωκράτης δεν διακρίνει τας δύο ταύτας προτερότητας, ο δε Πλάτων συνδυάζων την μαιευτικήν του Σωκράτους με την κατά Πυθαγόραν προΰπαρξιν, αποδίδει εις τας εμφύτους αληθείας την εν χρόνω προτερότητα, ουδέ αποποιείται την άλλην, δι' ης η αρχή είναι προ των συνεπειών, και το απόλυτον προ του σχετικού. Ο Αριστοτέλης ανασκευάζων την εν τω Μένωνι θεωρίαν, παραδέχεται όμως ότι το καθόλου υπάρχει δυνάμει εν τω πνεύματι, και αποβάλλων το έμφυτον των μερικών εννοιών, δεν αντιμάχεται πραγματικώς κατά τούτο ούτε προς τον Σωκράτην, ούτε προς τον Πλάτωνα, διότι ούτε ούτος ισχυρίζετο ότι αι καθολικαί αλήθειαι υπάρχουσιν εν ημίν ως νοήματα ενεστώτα, αλλ' ως τις θείος, βλαστός εκ της του λόγου και του όντος συνουσίας συλλαμβανόμενος, και έχων ανάγκην της διαλεκτικής, ίνα έλθη εις την ζωήν. Η μεγάλη αύτη σωκρατική και πλατωνική διδασκαλία διαμένει εν τη Αλεξανδρινή σχολή, και αναφαίνεται διά των Πατέρων της εκκλησίας. Ο ιερός Αυγουστίνος λέγει ότι έχομεν εσωτερικόν και θείον διδάσκαλον εν ημίν, και Θωμάς ο Ακυνάτης πρεσβεύει ότι πάσα μάθησις εξέρχεται εκ των μυχών του πνεύματος, ανάπτυξις ούσα αυτής της ψυχής. Η δε περί θείου και ανθρωπίνου λόγου διδασκαλία της χριστιανικής θεολογίας συνάδει προς το έμφυτον της γνώσεως.

Κατά δε την νέαν φιλοσοφία ο Καρτέσιος επίσης απαιτεί ως θεμελιώδη όρον της επιστήμης την εκ της εναργείας εσωτερικήν συγκατάθεσιν δυνάμει εμφύτων αρχών, καθ' άς κρίνομεν, και ας συλλαμβάνομεν εξ ανάγκης ένεκεν εσωτερικής τινος προδιαθέσεως. Παρά δε Λεϊβνιτίω η διδασκαλία αύτη ορίζεται ακριβέστερον, και συνδυάζεται με την μεταφυσικήν του Αριστοτέλους, καθ' όσον ο Λεϊβνίτιος προσπαθεί να συμβιβάση το δυνάμει και το ενεργεία διά των αείποτε ενεργών δυνάμεων (puissances actives) , είτε έχομεν συνείδησιν αυτών είτε μη, εξ ων παράγονται, ως αι ανακαλούμεναι διά της αναμνήσεως (souvenir εκ του subvenire ), υποβοηθούσης της σκέψεως και αφορμής δοθείσης υπό της πείρας, αι διακεκριμέναι και ενεστώσαι ιδέαι· όθεν η διάφορά της κτήσεως και της έξεως. Ο μεταξύ Θεοδώρου και Φιλαλήθους διάλογος αναμιμνήσκει τας σωκρατικάς συνδιαλέξεις, και ιδίως την Θεαίτητον (Essais 35 κλ.) . Αξιοπαρατήρητοι δε είναι αι εξής σκέψεις. Επεθύμουν να μάθω πώς θα είχομεν την ιδέαν του όντος, ει μη ήμεθα και ημείς αυτοί όντα, και μη ευρίσκωμεν το ον εν ημίν . . . Η ψυχή περιέχει το ον, την υπόστασιν, το έν, το αυτό, το αίτιον, την αντίληψιν, τον λογισμόν και πλήθος άλλων εννοιών, ας αδύναταν να δώσωσιν αι αισθήσεις.

Ότε δε ο Κάντιος καταδεικνύει το μέρος του λόγου εν τη επιστήμη, ης μόνην την ύλην παρέχουσι τα εκτός, ο δε νοητός τύπος έγκειται τη ψυχή , και υπό ταύτης επιβάλλεται τοις αισθητοίς, προφανώς επανέρχεται εις την θεωρίαν της μαιευτικής. Την τάξιν, την αρμονίαν, την ενότητα, αίτινες συνιστώσι την επιστήμην, δεν λαμβάνομεν, κατά τον Κάντιον, παρά των αντικειμένων, αλλ' αυτά υποβάλλομεν εις τους νόμους τούτους της διανοίας. Ο Κάντιος θέτων ως κέντρον το υποκείμενον, παραβάλλει εαυτόν προς τον Κοπέρνικον καταδείξαντα ότι ουχί ο ήλιος στρέφεται περί την γην, αλλ' αύτη και τα άλλα ουράνια σώματα περί τον ήλιον· ομολογητέον όμως ότι την επανάστασιν ταύτην ήρχισεν ο Σωκράτης, εκ των εντός και oυχί πλέον εκ των εκτός εξαγαγών την επιστήμην.

Τέλος, η νέα Αγγλική σχολή δύο πολύτιμα στοιχεία εισήγαγεν εις το ζήτημα τούτο, το της κληρονομικής μεταδόσεως και το της εξελίξεως (evolution ). Ο κ. Herbert Spencer δεν παραδέχεται ότι ουδεμία προϋπάρχει νοητική προδιάθεσις εν τω πνεύματι, το δε έμφυτον της γνώσεως εξηγεί διά της προδιατυπώσεως της εγκεφαλικής ύλης ένεκεν επανειλημμένων εντυπώσεων, αίτινες μετεδόθησαν επί πολλάς γενεάς εις τους απογόνους, και βαθμηδόν ανεπτύχθησαν και ετελειοποιήθησαν (Special synthesis, §197 Chap. VII) . Τούτο απομακρύνει, αλλά δεν λύει το ζήτημα, διότι πάντοτε αναγκαζόμεθα να υποθέσωμεν εν αυτή τη πρώτη πηγή της νοήσεως, όσω μεμακρυσμένη και αν ήναι, συνδυασμόν τινα μεταξύ των εκτός και των εντός, και τότε απλούστερον είναι να είπωμεν μετά του Λεϊβνιτίου, ότι η νόησις είναι εν εαυτή έμφυτος, l' intellingece est innèe 2a elle m3eme, διότι ου μόνον, τύποι, ως έλεγεν ο Κάντιος, ενυπάρχουσιν εν τη νοήσει, αλλ' ως εν πάση ενεργεία, ουσιώδης τις τάσις και σκοπός. Κατά Σωκράτην και Πλάτωνα ο σκοπός ούτος είναι το αγαθόν, δηλ. η άπειρος τελειότης, και δύσκολον ν' αρνηθή τις ότι τοιαύτη τάσις υπάρχει εν πάσι και κατά πάντα· ίσως δε η τάσις αύτη, κατά τε την νόησιν και την θέλησιν, είναι το μόνον τωόντι έμφυτον στοιχείον ταυτιζόμενον τη ημετέρα φύσει και ενεργεία, και εις και εις την τάσιν ταύτην ανάγεται και η προς την ελευθερίαν τάσις, ην δεν είδαν ο Σωκράτης και ο Πλάτων λανθάνουσαν υπό τον λόγον. Ενταύθα ο κ. Fouillée παραπέμπει εις τας εν τέλει του β' τόμου της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος μελέτας και εις το πόνημα αυτού, La liberté et le déterminisme , εν οίς πειράται ν' αποδείξη ότι το θεμελιώδες αξίωμα του λόγου είναι η αφηρημένη έκφρασις της τακτικής και φυσικής διευθύνσεως της ημετέρας ενεργείας, δηλ. της τάσεως ημών προς την άπειρον ελευθερίαν.

Συνδεδεμένον προς τα προηγούμενα είναι και το ζήτημα της εμπνεύσεως και της μεγαλονοίας (génie ). Η καθολική αλήθεια παρίσταται, κατά Σωκράτην και Πλάτωνα, και εις τα ταπεινότερα πνεύματα, αλλ' είς τινα προνομιούχα η ενέργεια του λόγου είναι τόσω έξοχος, ώστε μη χρήζουσα των επιπόνων και μακρών εργασιών της διαλεκτικής και της αναλύσεως, αποκαλύπτεται διά της αυθορμήτου ενοράσεως της μεγαλονοίας, και το αναντίρρητον τούτο φαινόμενον απέδιδον οι αρχαίοι εις δαιμόνιόν τι , είς τινα μέθεξιν του θείου· ουχί άλλως ο Goethe ωνόμαζε την μεγαλόνοιαν αποκάλυψιν εκ του εσωτερικού αναπτυσσομένην εις το εξωτερικόν, δι' ης ο άνθρωπος προαισθάνεται την προς τον Θεόν ομοιότητα αυτού· είναι δε τούτο ένωσις και τρόπον τινά σύνθεσις της φύσεως και του πνεύματος, παρέχουσα ημίν την γλυκυτάτην βεβαιότητα της αρμονίας του όντος, διότι αναμφιβόλως υπάρχουσι εν τω ανθρωπίνω πνεύματι, εν τω υποκειμένω, ιδέαι αντιστοιχούσαι προς νόμους εισέτι αγνώστους εν τη φύσει, εν τω αντικειμένω, και η μεγαλόνοια ανακαλύπτει τον εις τα άλαλα βάθη των πραγμάτων κρυπτόμενον νόμον, ου τον εισέτι αδιάγνωστον τύπον φέρει εν εαυτώ το πνεύμα . Οσαύτως την προαίσθησιν του μέλλοντος, ουχ ήττον ή την ανάμνησιν του παρελθόντος, παρεδέχοντο ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Δια της προαισθήσεως ταύτης έχομεν αιφνιδίαν γνώσιν του δυνάμει υπάρχοντος εντός και εκτός ημών, τουτέστι, διαλεκτικού τινος νόμου μέλλοντος να πληρωθή, και υπό την δυνατότητα βλέπομεν την μέλλουσαν και άφευκτον πραγματικότητα. Και αυτή η μεγαλόνοια δεν είναι ή προαίσθησις, μαντεία, στιγμιαία τις μαίευσις και απροσδόκητος γέννησις αληθειών, ας εγκυμονεί η ψυχή. Το ζήτημα τούτο είναι άξιον της μελέτης της συγχρόνου ψυχολογίας, και φέρει εξ ανάγκης εις έτερον και μυστηριωδέστερον, το περί των προς το παρελθόν σχέσεων της μεγαλονοίας, και περί των ποικίλων αιτιών και ενεργειών εξ ων αύτη παράγεται.

δ'. Καίτοι επιμείνας προ πάντων εις την ψυχολογικήν πηγήν του έρωτος, ουχ ήττον και την μεταφυσικήν αυτού αρχήν διείδε προ του Πλάτωνος ο Σωκράτης, και τον έρωτα του αγαθού ανεγνώρισεν ως το ουσιώδες τέλος πάσης ψυχής, και εις αυτόν ανήγαγε πάντας τους άλλους, εξ ου η ταυτότης του έρωτος και της επιστήμης, διότι αμφοτέρων αντικείμενον είναι το καθόλου αγαθόν, δι' ου και τα κατά μέρος αγαθά και οι κατά μέρος έρωτες ορίζονται. Αλλά και ενταύθα επίσης παρατηρείται σύγχυσις του λογικού όρου και του ενεργητικού αιτίου, ό εστι της ηθικής ελευθερίας. Μόνον δε το αγαθόν, εν ώ πάντα τα κατά μέρος αγαθά ταυτίζονται, είναι ο αληθής σύνδεσμος και η ουσία της αληθούς φιλίας των ψυχών, ας το απλώς ευάρεστον, το ιδιοτελές και το φαινόμενον αγαθόν διαχωρίζουσι, και ούτω προαγγέλλεται η χριστιανική διδασκαλία, ότι η αγάπη του Θεού παράγει και την προς αλλήλους αγάπην. Πρωτότυπον δε στοιχείον της σωκρατικής φιλοσοφίας είναι ο αιτιολογισμός (determinisme) , όστις, ουχί εκ των ποιητικών αιτίων, ως ο έκ τινος μηχανικής ανάγκης ειμαρμενισμός (fatalisme) , παράγεται, αλλ' εκ των τελικών, διά της ευεργετικής έλξεως του αγαθού και της αυθορμήτου και ελλόγου συγκαταθέσεως της διανοίας. Η συγκατάθεσις αύτη και εκλογή επιδέχεται λογικώς το εναντίον, αν και πραγματικώς το εναντίον δεν αληθεύει, διότι το θέλγητρον του αγαθού είναι ανίκητον. Την ανίκητον ταύτην έλξιν του αγαθού παρεδέχθη και ο Αριστοτέλης, και ουδόλως απάδει προς αυτήν η θριαμβεύουσα χάρις των θεολόγων. Ο άνθρωπος φύσει αγαθός ων, ζητεί το αγαθόν, και υπ' αυτού κυριεύεται, άμα το αναγνωρίση, διότι εν αυτώ ευρίσκει το αληθές και το καλόν, και το αγαπά, άμα το ίδη, και άμα το αγαπήση, το εκπληροί. Αλλά το ουσιωδέστατον του αγαθού στοιχείον, η ελευθέρα θέλησις, λείπει εν τη θεωρία ταύτη, ήτις ηδύνατο να ονομασθή αισιοδοξία ανθρώπινος, και επομένως ατελής και ουχί αναμάρτητος, διότι αμαρτάνομεν οσάκις διώκομεν το ψευδές αγαθόν αντί του αληθούς, δηλ. το κακόν, όπερ είναι του αγαθού παρανόησις, και εντεύθεν η προς τους αμαρτάνοντας οφειλομένη ανοχή και επιείκεια, και εν αυτή τη τιμωρία το καθήκον της ηθικής αυτών ανορθώσεως.

Η διδασκαλία αύτη μακράν έσχεν επιρροήν επί της ιστορίας. Και πρώτος μεν παρεδέχθη αυτήν ο Πλάτων, ολόκληρον ως προς τον Θεόν, εν μέρει μόνον ως προς τον άνθρωπον, διότι μόνον παρά τω Θεώ η απόλυτος επιστήμη ταυτίζεται τη θελήσει. Ετροπολόγησε δε αυτήν ο Αριστοτέλης εισαγαγών το εκούσιον και το ακούσιον, την ευθύνην, την αξιομισθίαν και την αναξιομισθίαν, την αμοιβήν και την ποινήν. Οι δε στωικοί έμειναν πιστοί εις την σωκρατικήν παράδοσιν, ταυτίσαντες την ελευθερίαν με την νόησιν και την αρετήν, ώστε κατ' αυτούς ελεύθερος και ενάρετος είναι ο συνταυτιζόμενος με τον καθολικόν λόγον, ο ζων ομολογουμένως τω λόγω , όστις είναι υπερτάτη ανάγκη και εν ταυτώ υπερτάτη ελευθερία. Τον Σωκράτην και τον Πλάτωνα ηκολούθησαν επίσης οι Αλεξανδρινοί, και ο Πλωτίνος ορίζει το εκούσιον, ο μη βία μετά του ειδέναι , και κατ' αυτούς αληθής ελευθερία είναι η κατ' ανάγκην πράξις του αγαθού. Οι δε θεολόγοι, ιδίως εν τη δύσει, ποτέ μεν συνετάχθησαν τω Σωκράτει, και τω Πλάτωνι, θεωρήσαντες την θείαν χάριν ανίκητον, ποτέ δε τω Αριστοτέλει, αντιτάξαντες εις αυτήν την ηθικήν ελευθερίαν, και εντεύθεν το ζήτημα, εάν gratia eflicax per se , ως εφρόνουν οι Ιανσενισταί, aut per aliud , ως εδόξαζον οι Μολινισταί , και το περίεργον είναι ότι εν ώ οι Ιανσενισταί , ων η ηθική είναι αυστηροτέρα, έκλινον μάλλον προς τους στωικούς, οι Ιησουίται χαλαράν και λίαν ανειμένην ηθικήν πρεσβεύοντες και μετερχόμενοι, υποστηρίζουσι την αδιάφορον ελευθερίαν, ως οι επικούρειοι.

Την ελευθερίαν ανυψοί υπεράνω της νοήσεως ο Καρτέσιος θραύων τολμηρώς την υπό των σωκρατικών, των πλατωνικών και των θωμιστών πρεσβευομένην ενότητα της θελήσεως, και αποδίδων εις την ελευθερίαν το άπειρον, δι' ου υπερβαίνει τα όρια πάσης νοήσεως.

Αλλά την βαθείαν ταύτην σύλληψιν του Καρτεσίου δεν ενόησαν οι μετά ταύτα, και ο Σπινόζας, αν και απέκλειε τα τελικά αίτια, επανήλθεν εις τον αιτιολογισμόν του Σωκράτους. Ως ο Πλάτων και ο Σωκράτης, επρέσβευεν ο Σπινόζας ότι η ψυχή γίνεται ελευθέρα διά του θείου έρωτος, ότι γινώσκουσα τον Θεόν τον αγαπά, και ότι ο καθαρός έρως ταυτίζεται τη καθαρά επιστήμη. Συνεχίζοντες δε να θεωρώμεν τα πράγματα υπό την ιδέαν, ήτοι το είδος, της αιωνιότητος, sub specie aeterni (τα γένη του Σωκράτους και αι ιδέαι του Πλάτωνος), προετοιμαζόμεθα εις την μετά θάνατον πλήρη, μετά του Θεού ένωσιν. Και προς τούτο η ελευθερία είναι περιττή, και αρκεί η επιστήμη. Απαριθμών δε τας πρακτικάς συνεπείας της πίστεως ταύτης εις την παντοδυναμίαν των ιδεών, ο Σπινόζας επαναλαμβάνει αυτολεξεί σχεδόν τα δόγματα του Σωκράτους και των στωικών. — Έτι μάλλον εις τον Σωκράτην και τον Πλάτωνα πλησιάζει ο Λεϊβνίτιος, όστις λέγει ρητώς και απαραλλάκτως ως ο Σωκράτης, ότι δεν θέλομεν ειμή ό,τι ευρίσκομεν αγαθόν, ότι και προτιμώντες το χείρον, υποθέτομεν και πιστεύομεν (η δόξα του Πλάτωνος) ότι είναι το βέλτιον, ότι το αγαθόν προτρέπει ημάς άνευ καταναγκασμού, αν και η προτροπή αύτη είναι πάντοτε αποτελεσματική, και ότι προαιρούμενοι διά του λόγου το βέλτιον, είμεθα μάλλον ελεύθεροι. Και εκ τούτου η μεγάλη πίστις ην είχεν εις την επιρροήν των φώτων προς ηθικήν ανάπλασιν της ανθρωπότητος. Η διδασκαλία του Λεϊβνιτίου, στηριζομένη πάσα εις το θέλγητρον του τελικού αιτίου, είναι εκ των νεωτέρων η πιστοτάτη εις το σωκρατικόν πνεύμα. Μόνον μετά τον Κάντιον και τον Μαιν δε Βιράν ανωτέρα έννοια της ελευθέρας θελήσεως και της ηθικότητος, υπερβαίνουσα τον δογματισμόν του Καρτεσίου και τον αιτιολογισμόν του Σωκράτους, θέλει εισαχθή εις την φιλοσοφίαν, και η θέλησις θέλει θεωρηθή ως πρώτη αρχή των πραγμάτων και ουσία αυτής της υπάρξεως, η δε νόησις ως αντανάκλασις της θελήσεως.

Πρώτος και υπέρ πάντα άλλον συνέλαβεν ο Σωκράτης την εν τω καθολικώ αγαθώ ενότητα όλων των αγαθών, και βεβαίως ο κατέχων αυτό ως αντικείμενον πλήρους και απολύτου επιστήμης, εξ ανάγκης αγαπά και θέλει αυτό. Αλλά το άκρον τούτο αγαθόν είναι ιδανικόν όπερ δεν αληθεύει διά της πείρας, και ως εκ τούτου η διά του λόγου απόδειξις αυτού μένει ασυμπλήρωτοι, και επιφέρει τον δισταγμόν και την αμφιβολίαν, άτινα αίρονται μόνον διά της πίστεως, της αγάπης και της ελπίδος αυτού, αφ' ού πάσα εν τω κόσμω τούτω επαλήθευσις είναι αδύνατος, ως επίσης αδύνατος είναι η συνταύτισις του ατόμου, του πεπερασμένου, μετά του καθολικού και απείρου. Δεν εγχωρεί ενταύθα η διά της αρχής της ταυτότητος ήτοι της αντιφάσεως απόδειξις, ήτις μόνη είναι αναμφίβολος. Όθεν επί των τοιούτων ουχί πάντοτε ισχύει η επιστήμη , αλλά και η ηθική και έλλογος πίστις (δόξα μετά λόγου) · και η πίστις αύτη, λογικώς κατωτέρα της επιστήμης, δύναται να είναι ηθικώς ανωτέρα αυτής, και δεν συγχέεται ούτε με την τυφλήν και άσκεπτον γνώμην, ούτε με τον μυστικισμόν, διότι δυνάμεθα να δώσωμεν λόγον αυτής (λόγον διδόναι) . Οι λόγοι καταφάσεώς τινος δύνανται να εξαχθώσιν είτε εκ του όντος , είτε εκ του δέοντος και κατά μεν την πρώτην πρώτην περίπτωσιν, η κατάφασις είναι απλώς λογική και επιστημονική, κατά δε την δευτέραν, είναι ηθική, όθεν αντί της λογικής ανάγκης των αφηρημένων αληθειών ευρίσκομεν ενταύθα την ηθικήν ανάγκην και την ζώσαν αγαθότητα. Τα δύο ταύτα είδη της βεβαιότητος δεν διέκρινεν ο Σωκράτης. Αν και λείπει η αισθητή επαλήθευσις, η έλλογος αύτη πίστις είναι μάλιστα νοητή και ελευθέρα, και δι' αυτής μεταβαίνομεν από του ιδανικού εις το πραγματικόν, από της υποκειμενικής συλλήψεως εις την αντικειμενικήν βεβαίωσιν· η νόησις πραγματοποιεί εαυτήν διά της θελήσεως (έργω και λόγω) , και η ηθικότης τελειοποιείται διά της αξιομισθίας. Το γεωμετρικόν αξίωμα δεν γεννά τοιαύτην πίστιν, διότι δεν ποιούμεν αυτό, αλλ' επιβάλλεται ημίν υπό της ανάγκης των πραγμάτων· την δε πίστιν εις την πραγματικότητα του απολύτου αγαθού ποιούμεν εν μέρει ημείς διά της ημετέρας θελήσεως, και εκ τούτου η μεγάλη αξία της αρετής και της διά πάσης θυσίας παντελούς εις τον Θεόν αφοσιώσεως. Το ζήτημα τούτο, όπερ ουσιωδώς είναι το της προς αλλήλας αξίας των λογικών αρχών, εάν δηλ. η αρχή των τελικών αιτίων, ήτοι της τελεότητος, έχει ήττονα αξίαν των αρχών της ταυτότητος και της αιτιότητος, και το ζήτημα των σχέσεων του λόγου και της πίστεως, αναπτύσσει ο κ. Fouillée εν τω σοφώ αυτού πονήματι La liberté et le dèterminisme .Συμφώνως δε προς την υπ' αυτού πρεσβευομένην αρχήν κατηγορεί τον Σωκράτην και πάντας τους ιδανιστάς, ότι μεταξύ των παντοδυνάμων ιδεών, υφ' ών φερόμεθα εις την ενέργειαν, δεν διέκρινον την δραστηριωτέραν και μάλλον ακατάσχετον, την ιδέαν της ελευθερίας, και ισχυρίζεται ότι άμα ανατείλη αύτη εν τω πνεύματι, κατανοούμεν αυτήν, και επιθυμούμεν, και αγαπώμεν, και πραγματοποιούμεν, επί μάλλον και μάλλον ομοιούμενοι, κατά Πλάτωνα, προς το αντικείμενον τούτο του έρωτος ημών.

ε'. Την αντίθεσιν της ηθικής των αισθήσεων και της ηθικής του λόγου ευρίσκομεν ενόρως εν τη ελληνική φιλοσοφία· και κατά μεν την πρώτην, πάντα υπάγονται εις την αισθητήν ευδαιμονίαν του ατόμου, κατά δε την δευτέραν, το άτομον υποτάσσεται εις το όλον, ου είναι μέρος, εις τον καθολικόν νόμον, ον συλλαμβάνει ο λόγος του. Μόλις δε διείδον οι αρχαίοι ανωτέραν τινά διδασκαλίαν και μόνην αληθώς ηθικήν, στηριζομένην εις την ελευθέραν θέλησιν, ήτις είναι και του καθήκοντος η αρχή και του δικαίου, και ποιεί εαυτήν και τον ίδιον νόμον. Εν τη προόδω ταύτη της αρχαίας διανοίας προς την ηθικήν ιδέαν σπουδαίαν θέσιν κατέχει ο Σωκράτης, ην διαφωτίζουσι και εξακριβούσι τα προηγούμενα της διδασκαλίας του, άτινα οφείλομεν να υποδείξωμεν.

Εν ώ κατά τους Πυθαγορείους και τους Ελεάτας, το αγαθόν υφίσταται εις την αρμονίαν, τον αριθμόν, την ενότητα, τουτέστιν εις μαθηματικούς τύπους και λογικούς νόμους, κατά τους Μιλησίους και τους Αβδηρίτας, το αγαθόν ανάγεται και εις ευάρεστον. Ιδίως κατά τον Δημόκριτον, πρόδρομον του Επικούρου, το αγαθόν είναι το ωφέλιμον. Όρος γαρ συμφορέων και ασυμφορέων, τέρψις και ατερπίη (Στοβ. λογ. γ' 35) , και η ωφέλεια είναι διορισμός και διάκρισις των ηδονών . Δεν υπάρχει εν τη φύσει ειμή το ευάρεστον ή το δυσάρεστον, νόμω δε, ήτοι διά της διανομής της διανοίας, υπάρχει το καλόν και το αισχρόν, το αγαθόν και το κακόν, το δίκαιον και το άδικον, έν τε τω ατόμω και τη πολιτεία, εν ή τα πάντα ανάγονται εις την ωφέλειαν. Εκ της τάσεως ταύτης προήλθεν ο σκεπτισμός των σοφιστών, καθ' ους πάντα και ηθικώς και μεταφυσικώς είναι σχετικά προς τον άνθρωπον, και εν οίς η σύγχρονος Αγγλική σχολή των υλοφρόνων ευρίσκει τα προηγούμενα, ως λέγει ο Γρότε, της ιδίας διδασκαλίας. Τοιαύτην ηθικήν επολέμησεν ο Σωκράτης αναγαγών ουχί το αγαθόν εις το ωφέλιμον, αλλά το ανάπαλιν, και αποδείξας, ότι το αγαθόν είναι το τέλος εκάστου πράγματος αποκαλυπτόμενον υπό του λόγου. Εντεύθεν οι άγραφοι νόμοι, ανώτεροι των γραπτών, καθ' ό απορρέοντες ουχί εκ συνθήκης, αλλ' εξ αυτής της φύσεως των όντων. Κατά τους νόμους τούτους, υπάρχει η λογική κατάταξις, ήτοι η διανομή των γενών και ειδών, εν ή το γένος το καθόλου, είναι το κύριον και ουσιώδες στοιχείον του ορισμού, και ούτω αποκαθίσταται η ενότης της φύσεως και του λόγου, της πραγματικότητος και της διανοίας, διότι υπάρχει λόγος ανώτερος του ημετέρου, ου οι νόμοι είναι λογικοί και φυσικοί, υπάρχει η εν τω παντί φρόνησις, βελτίων ή κατ' άνθρωπον νομοθέτης , θέλων και πράττων το αγαθόν, και διά του νόμου αυτού ανταμείβων και τιμωρών· άρα και αυτός αγαθός ων και τέλειος, εξ ου παν τέλειον και αγαθόν.

Η ηθική μέθοδος του Σωκράτους προς προσδιορισμόν των καθηκόντων ημών είναι η ψυχολογική παρατήρησις συνδυαζομένη με την διαλεκτικήν μελέτην των τελικών αιτίων, και απ' αυτού είτε αμέσως είτε εμμέσως προήλθον οι τε κυνικοί, οι μεγαρείς, οι πλατωνικοί και οι στωικοί, καθ' ους αγαθόν, λόγος και φύσις εξισούνται προς άλληλα. Γινώσκομεν, αφ' ετέρου, ότι το λογικόν ταυτίζεται τω καθόλου, τούτο δε είναι χαρακτήρ ίδιος του ανωτάτου τέλους, ήτοι του αγαθού. Το καθολικόν τούτο τέλος συνδέεται προς εκάστην μερικήν πράξιν διά τινος διαμέσου σχέσεως, ήτις είναι ηθικώς μεν, το ωφέλιμον , μεταφυσικώς δε, η μεταξύ μέσου και τέλους σχέσις, και λογικώς, το γένος , διάμεσόν τι μεταξύ μερικού και καθολικού. Και εντεύθεν η κατάταξις των αγαθών κατά την σχετικήν αξίαν εκάστου, αντίστοιχος προς την εις γένη και είδη λογικήν κατάταξιν, και αντίστοιχος επίσης προς την ηθικήν κατάταξιν των καθηκόντων, και ούτω η διαλεκτική του Πλάτωνος προετοιμάζεται και προαγγέλλεται. Η γενίκευσις καταλήγει εις τον ορισμόν , όστις είναι εκείνη η σχέσις μεταξύ τέλους και μέσου, ώστε η πράξις του αγαθού είναι τρόπον τινά ο διά των πράξεων ορισμός των πραγμάτων.

Πάντα λοιπόν η ηθική μέθοδος του Σωκράτους εις τούτο υφίσταται, ότι δι' αυτής ανερχόμεθα εις τα γένη, κατερχόμεθα εις τα είδη, καταδεικνύομεν την σχέσιν αυτών εν τω ορισμώ, και θέτομεν διά της πράξεως του αγαθού το γένος υπεράνω του είδους.

Αλλά τι είναι επί τέλους το αγαθόν τούτο, αντικείμενον του λόγου, όπερ αναγνωρισθέν ως ανωτάτη αλήθεια υπό της επιστήμης , πραγματοποιείται διά της αρετής; Κατά τον Πλάτωνα (Πολιτ. ) το αγαθόν τούτο δεν είναι ούτε η ηδονή ούτε η ωφέλεια, αλλ' η δικαιοσύνη, δι' ης πάντα ανάγονται εις την αρμονίαν και την ενότητα εν τω κόσμω του ατόμου, ως εν τω κόσμω της πόλεως και εν τω κόσμω της φύσεως, και υπεράνω αυτής της δικαιοσύνης, καθό έν ον φύσει και εναρμόνιον, και αΐδιον, και άτρεπτον, και τέλειον, ίσταται το απόλυτον αγαθόν, και διά τούτο η ψυχή του δικαίου είναι αθάνατος. Η δικαιοσύνη είναι μία των Ιδεών , και μετ' αυτών ανέρχεται εις τον νοητόν και ιδανικόν κόσμον, και διά τούτο, εις το απόλυτον αγαθόν, και ταυτίζεται, αντικειμενικώς μεν, με αυτό το αληθές και καλόν, υποκειμενικώς δε, με την επιστήμην, τον έρωτα και την αρετήν. Αν και δεν ανήλθεν εις το μεταφυσικόν τούτο ύψος ο Σωκράτης, θεωρήσας το αγαθόν μάλλον κατά τα εξωτερικάς αυτού σχέσεις και υπό την όψιν του ωφελίμου, ουχ ήττον παρέστησε και αυτός την φυσικήν και θείαν δικαιοσύνην ως έχουσαν εν εαυτή το ίδιον κύρος, και απονέμουσαν την ευτυχίαν εις την αρετήν και την δυστυχίαν εις την κακίαν, και διήνοιξεν ούτω εις τον Πλάτωνα την οδόν, ίνα εισελθών εις τα ενδότερα του ζητήματος ίδη το αγαθόν, ουχί πλέον κατά τας εξωτερικάς αυτού σχέσεις και συνεπείας, αλλ' ως υφιστάμενον ενδομύχως εν αυτή τη δικαιοσύνη. Ο δε Αριστοτέλης ορμώμενος εκ των αυτών σωκρατικών άρχων προέβη κατά τούτο άλλως ή ο Πλάτων, διότι το αγαθόν θέτει εν τη ενεργεία, εν τω οικείω έργω , και επειδή κύριος χαρακτήρ του ανθρώπου είναι η νόησις, το άκρον αγαθόν είναι αυτή η νόησις, καθαρά και αφιλοκερδής, θέλουσα εαυτήν δι' εαυτήν, και εν εαυτή ευρίσκουσα την ιδίαν ωφέλειαν (Ηθ. Νικομ εν τέλει ). Τοιούτω τρόπω ο Αριστοτέλης λαμβάνει παρά των προκατόχων του την ιδέαν του τελικού αιτίου, αλλά ζητεί το τέλος το ανώτατον, το απόλυτον, εν αυτώ τω ατόμω, ουχί εν τη ηδονή, ήτις είναι το σχετικόν και ευμετάβλητον αποτέλεσμα της ενεργείας, αλλ' εν αύτη τη ενεργεία, ήτις ουσιωδώς είναι αυτή η νόησις εν τη ανωτάτη αυτής αναπτύξει, και ούτω πάλιν το σωκρατικόν πνεύμα θριαμβεύει και παρ' Αριστοτέλει, διότι το αγαθόν και υπ' αυτού ανάγεται εις την επιστήμην.

Μετά τον Αριστοτέλην η αρχαία φιλοσοφία ηκολούθησε να ταλαντεύηται μεταξύ της αισθητόφρονος ηθικής και της ιδανικής, χωρίς να υπερβή αυτάς. Όμως οι επικούριοι και αυτοί οι στωικοί διορώσιν ήδη αρχήν τινα ανωτέραν και του μεταξύ φύσεως και νόμου ανταγωνισμού, ον επρέσβευον οι σοφισταί, και της αμέσου ταυτότητος των δύο τούτων όρων, ην υπεστήριζεν ο Σωκράτης. Καθ' όσον ο νους των αρχαίων εισδύει βαθύτερον εις την ιδέαν είτε της ατομικής ευδαιμονίας, ην η ημετέρα φύσις επιζητεί, είτε του καθολικού νόμου, ον ο ημέτερος λόγος επιδιώκει, κατά τοσούτον η έννοια της ελευθερίας διασαφηνίζεται επί μάλλον και μάλλον· και αι πλέον αντίθετοι διδασκαλίαι καταντώσιν εξ ίσου να θέσωσι την ανωτάτην ικανοποίησιν της φύσεως και τον ανώτατον νόμον της θελήσεως εν τη ελευθερία του λόγου, επειδή και οι επικούρειοι την ελευθερίαν υποθέτουσιν εις την αταραξίαν των, fatis avulsa voluntas , και οι στωικοί εις την απάθειάν των, και την ελευθερίαν ως άκραν ευδαιμονίαν θεωρούσιν οι φιλόσοφοι, και ταύτην ως ανώτατον νόμον και ανώτατον ιδανικόν του λόγου πρεσβεύουσιν οι ιδανισταί, και ούτω προετοιμάζεται η έννοια υψηλοτέρας ηθικότητος υπερβαίνουσα αμφοτέρους τους τύπους της αρχαίας ανάγκης, την φύσιν και το νόμον· αλλά μόνη η νεωτέρα φιλοσοφία έμελλε να κατίδη την αληθή έκτασιν και τας αληθείς συνεπείας της ελευθέρας θελήσεως, ήτις παρέχει εαυτή την ιδίαν φύσιν και τον ίδιον νόμον.

Ως προς τας μερικάς αρετάς, την εγκράτειαν, την ανδρίαν κλ. είδομεν ότι και ο Σωκράτης και ο Πλάτων ανήγαγον αυτάς διαλεκτικώς εις την ενότητα του αγαθού, εξ ης και ο σύνδεσμος των ψυχών και το καθήκον της προς πάντας δικαιοσύνης και ευποιίας· και ο με Πλάτων εν αυτή τη διακρίσει των αρετών κατέδειξε την αρμονίαν, ο δε Σωκράτης, καταργήσας την θέλησιν και το πάθος, εξαλείφει την διάκρισιν, και πάσας τας αρετάς ανάγει εις μόνην την επιστήμην. Ταύτης δε η κοινωνική επιρροή εξηγεί και επιβεβαιοί την σχετικήν αλήθειαν των σωκρατικών ιδεών, διότι εν τη κοινωνία και εξ αυτής της στατιστικής, εις ην πολλήν επέστησαν προσοχήν οι νεώτεροι, καταφαίνεται ευρύτερον και σαφέστερον πόσον είναι αλάνθαστοι οι λογικοί νόμοι, καθ' ους η πρόοδος των ηθών αντιστοιχεί πάντοτε προς την πρόοδον των φώτων, και επί τέλους το αγαθόν υπερισχύει. Και εάν ο Σωκράτης έζη εις τους καθ' ημάς χρόνους, βεβαίως, προς ασφαλή θεραπείαν των κοινωνικών κακών και αισίαν λύσιν των πολιτικών προβλημάτων, δύο ήθελε προτείνει σύμφωνα προς την διδασκαλίαν αυτού μέσα· να φωτίσωμεν την κοινωνίαν περί των δικαιωμάτων και προ πάντων περί των καθηκόντων αυτής, και να τη αποδείξωμεν ότι τα αληθή αυτής συμφέροντα ταυτίζονται με τα καθήκοντά της, διότι εκ των δύο τούτων εξαρτάται πάσα ηθική και πολιτική αγωγή και η αληθής των λαών ευημερία. Είδομεν δε ότι η αριστοκρατική τάσις της σωκρατικής φιλοσοφίας υπήρχε μόνον κατά την επιφάνειαν αυτής, διότι αυτή η επιστήμη αποκλείει την βίαν, και δεν διαδίδεται ειμή διά της πειθούς και του λόγου. Δημοκρατία τυφλή, εμπαθής, άνευ φώτων και ηθών έχει μόνον της δημοκρατίας το όνομα, και ουσιωδώς είναι τυραννία παράγουσα την αναρχίαν ή το απολυτισμόν. Ωσαύτως αριστοκρατία επιβαλλομένη διά της βίας είναι ολιγαρχική τυραννία και ουχί η κυβέρνησις των αρίστων. Μόνη η έλλογος και ηθική ελευθερία συμβιβάζει τα δικαιώματα , του λαού με τας λειτουργίας των αρχόντων, και τούτους εκλέγει εκ των ηθικωτέρων και ικανωτέρων πολιτών, και ούτω εκ του συνδυασμού της ελευθερίας και του λόγου προκύπτει ου μόνον η εν τω ατόμω ηθικότης, αλλά και η εν τη κοινωνία αρίστη πολιτεία.

ς'. Εν ταις προηγουμέναις παραγράφοις εξεθέσαμεν συνοπτικώς την διαλεκτικήν, ήτοι την λογικήν, ηθικήν και μεταφυσικήν μέθοδον του Σωκράτους, εν γένει και καθ’ έκαστα (α', β'.)· την κατ' αυτόν έμφυτον γνώσιν και την μαιευτικήν τέχνην (γ'.)· την σωκρατικήν θεωρίαν του έρωτος και της θελήσεως (δ'.)· και την ηθικήν και πολιτικήν του Σωκράτους διδασκαλίαν (ε'.). Όπως δε συγκεφαλαιώσωμεν, ει δυνατόν, και αυτό το συμπέρασμα της παρούσης μελέτης, οφείλομεν ν' ανακαλέσωμεν εις την μνήμην του αναγνώστου ότι την ιδέαν του τελικού αιτίου, ήτοι του αγαθού, πρώτος έθηκεν ο Σωκράτης επί της κορυφής της διανοίας και του κόσμου, και δι' αυτού διείδε την υψηλοτέραν των μεταφυσικών εννοιών, την ενότητα πάντων των αγαθών εν τω καθολικώ αγαθώ. Εντεύθεν η επιστήμη του αγαθού είναι η υπερτάτη επιστήμη, και τόσον ισχυράν και αποτελεσματικήν εθεώρει την επιστήμην ταύτην, ώστε αναγκαίως κατ' αυτόν πραγματοποιεί το ίδιον αντικείμενον εν τε τω ατόμω και τη κοινωνία. Ταύτην δε την επιστήμην έχει εν εαυτή συνεπτυγμένην η ψυχή εγκυμονούσα, και διά της διαλεκτικής γεννώνται αι αλήθειαι ων είναι έγκυος, δηλ. η λογική και ηθική κατάταξις των γενών και των ειδών, η αρμονία της νοήσεως και ενεργείας, του νόμου και της φύσεως , της θεωρίας και της πράξεως. Εάν δε παρεγνώρισεν ο Σωκράτης την ενδοτάτην της ψυχής ελευθερίαν, αποδοτέον τούτο εις τον υπέρ του αγαθού ενθουσιασμόν του, δι' ου θεωρεί ως πραγματοποιήσιμον εν ημίν και από τούδε εκείνο το ιδανικόν εν ώ το αγαθόν και η επιστήμη ταυτίζονται, και όπερ ο Πλάτων έθηκεν εκτός και υπεράνω ημών εν τω κόσμω των ιδεών ως τέρμα και όρον ανώτατον της διαλεκτικής του. Προς συμπλήρωσιν της σωκρατικής διδασκαλίας ήρκει να εισδύση τις βαθύτερον εις αυτήν, και τούτο έπραξεν ο Πλάτων, την πραγματοποίησιν του ιδανικού αναγαγών εις αυτόν τον Θεόν, και ο Αριστοτέλης ανευρών εν αύτη τη ψυχή την γόνιμον και μαιευτικήν ούτως ειπείν ενέργειαν, δι' ης αι δυνάμεις αυτής πραγματοποιούνται, και ούτω γινόμεθα αυτουργοί , ως έλεγεν ο Σωκράτης, της επιστήμης και της ευδαιμονίας ημών, και προκύπτει η διά της ελευθερίας τελειότης. Την αληθή ιδέαν της ελευθερίας παρείδε πάσα σχεδόν η Ελληνική αρχαιότης. Εν τούτοις στηρίζων την μεταφυσικήν εις την ηθικήν, ο Σωκράτης υπέδειξεν εις την φιλοσοφίαν την αληθή μέθοδον καθ' ήν και αυταί αι μεταφυσικαί έννοιαι πρέπει να εξάγωνται εκ της ηθικής πράξεως. Αλλ' αύτη δεν είναι πλήρης ή ότε απορρέει εκ της ζώσης, τουτέστι, προσωπικής και ελευθέρας αγαθότητος, ως εκ τούτου η ηθική αρχή του Σωκράτους είναι ηθική εξ ημισείας. Και διά τούτο παρέμεινε και αυτός και ο Πλάτων εν τη διαμέσω χώρα του ωφελίμου και του καλού, ώστε παρ' Έλλησι το άκρον αγαθόν είναι καλολογικόν μάλλον ή ηθικόν. Αλλά, καί τοι ατελής, η σωκρατική φιλοσοφία είναι ουσιωδώς αληθής, και δύο πολυτίμους αρχάς παρέχει εις την σύγχρονον επιστήμην· ότι η μεταφυσική υποτάσσεται εις την ηθικήν, και ότι εις την ηθικήν επίσης υποτάσσεται και η κοινωνική και πολιτική επιστήμη, διότι το αγαθόν είναι ο έσχατος και ο ανώτατος λόγος, η αρχή και το τέλος των όντων.

Έλεγεν ο Σωκράτης εν τη Απολογία του, ότι και εν τω άλλω κόσμω θα ευηρεστείτο να συνεχίση την αποστολήν του επερωτών και φιλοσόφους, και ποιητάς, και ρήτορας, ίνα διακρίνη τίνες είναι οι αληθείς, και τίνες οι νομιζόμενοι, μη όντες δε σοφοί. Εάν δε και μεταξύ ημών επανήρχετο, βεβαίως θα επανελάμβανεν, ότι ο κατέχων πάσας τας επιστήμας και τέχνας άνευ της επιστήμης του καθήκοντος και του δικαίου, ουδέν γινώσκει, και, ως εν τω Κλειτοφώντι , θα έλεγε: Πού φέρεσθε, άνθρωποι, και αγνοείτε ουδέν των δεόντων πράττοντες, οίτινες χρημάτων μεν περί πάσαν την σπουδήν έχετε, όπως υμίν έσται, των δε υιέων οις ταύτα παραδώσετε, όπως επιστήσονται χρήσθαι δικαίως τούτοις, αμελείτε, και ούτε διδασκάλους αυτοίς ευρίσκετε της δικαιοσύνης . Εις δε τους σοφούς θα έλεγεν επίσης· τι ερευνάτε τα επί γης και τα εν ουρανώ, και αμελείτε το μόνον παρέχον αξίαν εις πάντα τα άλλα, την επιστήμην του καθήκοντος και του δικαίου, την μόνην αξίαν του ονόματος επιστήμην, την του αγαθού; Εις τους ρήτορας θα έλεγεν· η καθ' υμάς τέχνη του λόγου είναι ως επί το πλείστον σοφιστεία και απάτη, και λαλείτε, ως ο Αλκιβιάδης, περί ων ούτε ημείς ούτε οι ακούοντες ουδέν γινώσκετε· μόνη η αληθής ευγλωττία είναι η συγκεκινημένη έκφρασις της αληθείας. Εις τους πολιτικούς επίσης θα έλεγεν, ως εις τον Άνυτον· ω θείοι άνθρωποι, πού είναι τα έργα σας; δείξατε εάν οι λαοί είναι δι' υμών ισχυρώτεροι και ευδαιμονέστεροι, και νοήσατε επί τέλους, ότι μόνη σοφή και σωτήριος πολιτική είναι η στηριζομένη επί της δικαιοσύνης.

Καί τινες μεν θεωρίαι του Σωκράτους δυνατόν να παρέλθωσιν, η δε αδάμαστος πίστις αυτού εις την παντοδυναμίαν του αγαθού είναι αθάνατος, και εξ αυτής συμφέρει αείποτε να εμπνεώμεθα. Ουδείς μάλλον αυτού επίστευσεν εις τον τελικόν θρίαμβον της δικαιοσύνης και εις την εν τω καθολικώ αγαθώ οριστικήν συμφιλίωσιν των ανθρώπων. Όσω διστάζει και αμφιβάλλει ενίοτε περί ζητημάτων υπερβαινόντων, καθ' ά εδόξαζε, τα όρια της ημετέρας διανοίας, τόσω καταφατικός είναι και βέβαιος περί του νόμου της θελήσεως, περί της δικαιοσύνης. Υπό της πίστεως ταύτης, του αληθούς τούτου δαιμονίου, εμπνεόμενος και ενθουσιών, περιεφρόνει τους φαινομενικούς θριάμβους της βίας, και από τούδε ανυψούτο εις την ανωτάτην εκείνην σφαίραν ένθα μόνη δύναμις είναι η της αληθείας.

Ενόμιζον οι Αθηναίοι ότι καταδικάζοντες αυτόν εστερέουν το εθνικόν θρήσκευμα και την πολιτικήν των, και επί μικρόν εφάνη ότι επέτυχον, και τούτο επίστευσαν οι μυωπάζοντες των συγχρόνων πολιτικών, αλλά τούτο δεν ήθελεν η υπ' αυτού λατρευομένη δικαιοσύνη, η τα πάντα υποβάλλουσα εις τους απαρεγκλίτους νόμους της ιδίας διαλεκτικής, καθ' ούς θάττον ή βράδιον η αλήθεια και το αγαθόν θριαμβεύουν. Πάσαι αι μεγάλαι ιδέαι του Σωκράτους ανέζησαν μετ' αυτόν, και θέλουσι κυριεύσει τον κόσμον. Ο Σωκράτης το ήξευρε, και απέθανε με το μειδίαμα εις τα χείλη.

* * *

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ ΦΕΞΗ

ΟΡΝΙΘΟΤΡΟΦΙΑ Πρακτική Γ. Παρίση λεπ. 70 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑΣ Πρακτικής υπό Κ. Στασινοπούλου 80 ΑΝΘΟΚΟΜΙΑ Οικιακή Α. ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ 60 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΟΙΝΟΠΟΙΙΑΣ Πρακτικής ΥΠΟ Κ. Στασινοπούλου 90 ΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑΙ ΤΩΝ ΚΡΑΣΙΩΝ Υπό Κ. Στασινοπούλου 80 ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ υπό Federico Reale, καθηγητού 90 ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΡΩΜΑΤΟΠΟΙΙΑΣ υπό Henry Coupin, καθηγητού 80 ΜΕΤΑΞΟΣΚΩΛΗΚΟΤΡΟΦΙΑ πρακτική υπό Χ. Φωσκόλου, γεωπόνου 80 ΤΟ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ υπό A. Hérbert ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΙΑ και Αγγειοπλαστική υπό Ch. Guillard καθηγ. Χημείας 90 Ο ΗΛΙΟΣ υπό Charles Martin 80 ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ υπό Κίμωνος Δημακούλη 70 ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ Πρακτική και θεωρητική υπό Α. Ανδρεοπούλου 90 ΟΙΚΙΑΚΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ Ν. Σταθάτου 90 ΟΙΚΙΑΚΗ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ υπό Ν. Δημητριάδου 90 ΠΩΣ ΚΑΘΑΡΙΖΟΝΤΑΙ και διατηρούνται τα ενδύματα υπό Α. Γεωργιάδου 50 Η ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΙΝΑ ως νοσοκόμος και φαρμακοποιός υπό Α. Γεωργιάδου 60 ΤΟ ΨΑΡΕΥΜΑ υπό Φ. Καλαφάτη 90 ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ υπό της Βαρώνης Σταφ. Τ ε ύ χ ο ς Α'. Γέννησις — Βάπτισις — Γάμος — Προσκλητήρια — Εκκλησία — Θέατρον — Επιστολαί — Αγγελτήρια — Φιλοφρονήσεις — Εορταί κτλ. 70 Τ ε ύ χ ο ς Β'. Γεύματα — Εσπερίδες — Δώρα — Χοροί — Αλληλογραφία κτλ. 70 Τ ε ύ χ ο ς Γ'. Επισκέψεις — Εθιμοτυπία συνομιλίας — Προσόντα του αληθούς τζέντλεμαν και της ευγενούς κυρίας κτλ. 70 ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ Π. Σουρή 90 Ο ΟΥΡΑΝΟΣ υπό Charles Martin 60 ΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ υπό Charles Martin 60 ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ υπό Victor Meunler 80 ΤΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ υπό Charles Martin 80 Ο ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ υπό Legrain 60 ΑΙ ΑΚΤΙΝΕΣ ΡΑΙΝΤΓΓΕΝ υπό Paul Philippou, καθηγητού 60 ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΔΗΛΑΤΟΥ 60 Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΑΡΗΣ Flammarion λεπ. 80 ΥΓΙΕΙΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ υπό J. Laumonier λεπ. 80 ΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΛΙΘΟΙ Paul Gaubert 80 Ο ΧΡΥΣΟΣ υπό H. Mercereau 60 ΤΟ ΑΛΑΣ M. Arsandaux 60 ΥΓΙΕΙΝΗ των ΟΔΟΝΤΩΝ υπό Schupp 60 ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ επί πορσελάνης και ξύλου 80 ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ 80 Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ 80 Ο ΥΠΝΩΤΙΣΜΟΣ 80 ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΑΠΩΝΟΠΟΙΙΑ 80 ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ 80 ΚΡΕΟΦΑΓΙΑ ΚΑΙ ΦΥΤΟΦΑΓΙΑ 90 ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΝ 90 Η ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ του δέρματος και τριχών 50

---

Οδηγός καλλιεργ. καπνού υπό Α. Λάμπρου δρ. 1. — Διδασκαλία Χορού υπό Α. Ανδρεοπούλου 1. — Λογιστική και Διπλογραφία Faure 4. — Οδηγός της Μοδίστας υπό Ελίζης Χιρτζ 1.50 Εγκόλπιον Οδοντοϊατρικής A. Pretiere 2. — Μηχανική και σιδηροδρομική 2. — Εγχειρίδιο Ορνιθοτροφίας 0.80 Οικιακή Γυμναστική 0.90 Στρατολογικός οδηγός του κληρωτού 0.90 Πρακτική παιδιατρική Α. Γεωργιάδου 4. — Μεγάλη μαγειρική και Ζαχαροπλαστική υπό Kαντώρου 3. — Μέθοδος Κιθάρας Carulli 9.50 Μέθοδος Μανδολίνου υπό Κριστοφάρο 4. — Ορθογραφικαί ασκήσεις υπό Μ. Ξυδία 1.20 Πρακτική Μηχανική υπό Ν. Σολωμού 4. — Πρακτική Οικοδομική υπό Ν. Σολωμού 9.50 Σιδηρουργική υπό Ν. Σολωμού 2.50 Κοπτική και Ραπτική υπό Roussel 3. — Ξυλουργική υπό Α. Λαμπροπούλου 2.50 Στοιχεία Θεωρίας Μουσικής υπό Δ. Λαυράγκα 4. — Εγχειρίδιον Αρμονίας υπό Δ. Λαυράγκα 4. — Οδηγός της τελωνειακής υπηρεσίας υπό Γ. Μουρίκη 2. —

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΦΕΞΗ (συστήματος Kuntzé).

Ο Έλλην εν Γαλλία ή Ελληνογγαλικοί διάλογοι μετά της προφοράς των γαλλικών λέξεων δρ. 0.80 Ο Έλλην εν Αγγλία και Αμερική ή Ελληνοαγγλικοί διάλογοι μετά της προφοράς αυτών δρ. 0.80 Ο Έλλην εν Γερμανία ή Ελληνογερμανικοί διάλογοι μετά της προφοράς των γερμ. λέξεων δρ. 0.80 Ο Έλλην εν Ιταλία ή Ελληνοϊταλικοί διάλογοι μετά της προφοράς των Ιταλικών λέξεων δρ. 0.80 Ο Έλλην εν Τουρκία ή Ελληνοτουρκικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων δρ. 1. — Ο Έλλην εν Αιγύπτω ή Ελληνοαραβικοί διάλογοί δι' ελληνικών χαρακτήρων δρ. 1 — Ο Έλλην εν Ρωσσία ή Ελληνορωσσικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων 1. — Ο Έλλην εν Ρουμανία ή Ελληνορουμανικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων δρ. 1. — Le Fran5cais en Grèce ή Γαλλοελληνικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων δρ. 1. — Der Deutsche in Griechenland ή Γερμανοελληνικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων 1. — The Englishman in Greece ή Αγγλοελληνικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων 1. — L' Italiano in Grecia ή Ιταλοελληνικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων 1. —

ΙΑΤΡΙΚΑ

ΕΙΔΙΚΗ ΝΟΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ, υπό A. Str3umpell, καθηγητού διευθυντού της ιατρικής κλινικής του εν Breslau Πανεπιστημίου. Εξελληνισθείσα εκ της τελευταίας 16ης Εκδόσεως του Γερμανικού πρωτοτύπου υπό Α. Καλλιβωκά και Θ. Βαρούνη, υφηγητών Εθν. Παν. Μετ' εικόνων. Τόμοι 8. Έκδοσις Ι908. Δρ 50. —

ΕΠΙΤΟΜΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ, υπό Paul Lefert, καθηγ. Μετάφρ. Α. Καλλιβωκά, Δρ. 4 —

ΕΠΙΤΟΜΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ, υπό Paul Lefert. Μετάφρ. Ν. Μακρίδου. Δρ 4· —

ΕΠΙΤΟΜΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ, γραφείσα υπό Αν. Καλλιβωκά, ιατρού, Σελ. 390. Δρ. 4. —

ΟΞΕΙΑΙ ΛΟΙΜΩΔΕΙΣ ΝΟΣΟΙ Α. Str3umpell μετάφρασις Α. Καλλιβωκά. Δρ. 3 —

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ εν τη καθ' ημέραν πράξει, μετά πολλών εν τω κειμένω εικόνων υπό Γερ. Φωκά, καθηγητού εν τω Εθν. Πανεπιστημίω, τόμοι 3 Δρ. 30 —

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ του ΑΝΘΡΩΠΟΥ E. Viault και Ε. Jolyet καθηγητών, μετάφρασις Αλ. Γεωργιάδου ιατρού, εικόνες 150 Δρ.16 —

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ υπό Ν. Καλλικούνη, καθηγητού της Θεραπευτικής και Φαρμακολογίας εν τω Εθν. Πανεπιστημίω.

ΠΕΡΙ ΟΡΡΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ, υπό Ιω. Καραβία, υφηγητού της Φαρμακολογίας κλπ. Δρ. 9 —

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ Dr Villeroy, κατά μετάφρασιν Ορέστου Κυπριάδου, ιατρού. Δρ. 5. —

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ και ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗΣ υπό Henri Durand. Μετάφρασις Α. Καλλιβωκά. Δρ. 5. —

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΝΟΣΟΛΟΓΙΑΣ Dr. Villeroy, μετάφρασις Χρ. Μοσχονησίου, ιατρού. Δρ 5. — ·

ΠΛΗΡΗΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ εφηρμοσμένη, υπό Gaston Lyon, Μεταφρασθείσα εκ της τελευταίας εκδόσεως υπό I. Καραβία, Ι. Παπαβασιλείου, Ι. Αβάζου και Λ. Καλλιβωκά ιατρών. Τόμ. 2, σελ. 2000 Δρ 80. —

ΑΦΡΟΔΙΣΙΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ, Edmond Lesser καθηγητού της Συφιλιδολογίας εν Βερολίνω. Μετάφρασις εκ της τελευτ. εκδόσεως υπό Σ. Ζωγραφίδου και Α. Γεωργιάδου Δρ 8. —

ΕΠΙΤΟΜΗ ΑΝΑΤΟΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ γραφείσα επί βάσει του συγγράμματος του καθηγητού Λουκά Παπαϊωάννου υπό Αλεξ. Γεωργιάδου, ιατρού, Δρ. 10. —

ΕΠΙΤΟΜΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ, ήτοι περί αιτίων, ανατομικών αλλοιώσεων κ.τ.λ. γραφείσα υπό Μεν. Σακορράφου Δρ. 16. —

ΣΥΣΤΗΜΑ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ προς χρήσιν των τε Ιατρών και Νομικών υπό Α. Καλλιβωκά ιατρού, υφηγητού κτλ. και Ποταμιάνου, εφέτου κτλ. Δρ. 4. —

ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΟΔΟΝΤΟΪΑΤΡΙΚΗΣ προς χρήσιν των ιατρών και οδοντοϊατρών, υπό Α. Prettere μετάφρ. Α. Καλλιβωκά Δρ. 2. —

ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΠΑΙΔΩΝ υπό Ε. Weill, καθηγητού της Κλινικής των Παίδων εν τω Πανεπιστημίω της Lyon μεταφρασθέντα εκ της τελευταίας Γαλλικής εκδόσεως υπό Α. Καλλιβωκά μετά πολλών εικόνων

ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ υπό L. Dabrisay, πρώην αρχιάτρου της Μαιευτικής κλινικής των Σχολών των Παρισίων και G. Jeanhin εκτάκτου καθηγητού της Μαιευτικής εν τη Σχολή των Παρισίων, Μεταφρασθείσα εκ της τελευταίας γαλλικής εκδόσεως υπό Λ. Καλλιβωκά ιατρού υφηγητού κτλ. μετά πολλών εικόνων.

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚ. ΧΗΜΕΙΑΣ υπό Γ. Γαρουφαλίδου. Δρ. 5. —

ΛΑΪΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΕΚΑΣΤΟΝ ΤΙΜΑΤΑΙ ΛΕΠΤΑ 50

ΦΘΙΣΙΣ. Η φθίσις είνε μεταδοτική. Η φυματίωσις και αλκοολισμός. Πώς δύναταί τις να αποφύγη την φθίσιν. — Θεραπεία.

spa. Οξύς αρθριτικός ρευματισμός. Χρόνιος ρευματισμός. — Μυικός ρευματισμός. Επιπλοκαί. — Θεραπεία.

ΑΫΠΝΙΑ. Νευρική αϋπνία. — Αϋπνία νευρασθενικών. — Υπνωτικά τινα φάρμακα. — Θεραπεία.

ΔΥΣΚΟΙΛΙΟΤΗΣ. Μορφαί της δυσκοιλιότιτος. — Κίνδυνος και συνέπειαι. — Θεραπεία.

ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΚΑΡΔΙΑΣ. Περικαρδίτις. — Μυοκαρδίτις. — Αθηρωμάτωσις. — Παλμοί. — Θεραπεία.

ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΑΙΜΑΤΟΣ (Αναιμία, Χλώρωσις κτλ.) Θεραπεία.

ΝΕΥΡΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ. Νοσήματα των νεύρων. — Παραλύσεις. — Σπασμοί. — Νευραλγίαι. — Αναισθησίαι. — Συνολκαί. — Θεραπεία

ΒΛΕΝΝΟΡΡΟΙΑ. Η βλεννόρρια εις τον άνδρα και εις την γυναίκα. — Επιπλοκαί. — Θεραπεία.

ΣΥΦΙΛΙΣ. Πώς μεταδίδεται. — Το σκληρόν έλκος. — Β' περίοδος. — Γ' περίοδος. — Στοματίτις. — Θεραπεία.

ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ. Αίτια. — Μέσα θεραπείας. — Ανάλογα νοσήματα.

ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ. Ανικανότης ψυχολογική. — Ανικανότης εκ καταχρήσεων. — ΥΘεραπεία,

ΝΕΥΡΑΣΘΕΝΕΙΑ. Ιστορία. — Συμπτώματα. — Εξέλιξις. Θεραπεία.

ΔΙΦΘΕΡ1ΤΙΣ. Συμπτώματα - Μεταδοτικότης. — Θεραπεία.

ΙΝΦΛΟΥΕΝΤΖΑ. Συμπτώματα. — Αίτια. — Διάρκεια. — Επιπλοκαί. — Θεραπεία. — Προφύλαξις.

ΝΟΣΗΜΑΤΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ. Κνησμός. — Λευκόρροια. — Κολπίτις. Έμμηνα. — Μητρίτις. — Θεραπεία.

Ο ΓΑΜΟΣ. (Συζυγική υγιεινή). Αι συζυγικαί σχέσεις. — Διαιτητική της εγκύου γυναικός. — Περί στειρώσεως. — Αιμόμικτοι γάμοι κτλ.

Η θεραπεία της ψαμμιάσεως υπό Λ. Χαραμή, ιατρού Λεπ. 80

Κίνδυνος και προφύλαξις, εκ τω αφροδισίων παθών υπό Τραμπαδόρου, ιατρού Λεπ. 60

Ο αλκοολισμός υπό του δόκτορος Legrain Λεπ. 70

ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΕΚΑΣΤΟΝ ΤΙΜΑΤΑΙ ΛΕΠΤΑ 35

ΟΔΥΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ (ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ) υπό Χ. Αννίνου. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΤΡΙΩΤΗΣ Ο ΣΚΕΡΔΕΜΠΕΗΣ υπό Η. Οικονομοπούλου Η ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ υπό I. Κονδυλάκη. Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ υπό Γ. Τσοκοπούλου. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑ υπό Ι. Πετρουνάκου. Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ, Οι τρεις Πύργοι κτλ. υπό Π. Δημητρακοπούλου. Ο ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ υπό Χρ. Χρηστοβασίλη. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, υπό Δ. Καλογεροπούλου. Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΘΗΝΩΝ υπό Γ. Ασπρέα. ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ Γ. Τσοκοπούλου. ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Ε. Παντελίδου. Η ΚΥΡΑ ΦΡΟΣΥΝΗ υπό Σπ. Ποταμιάνου. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ υπό Τιμ. Μωραϊτίνη. Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ Γ. Φραγκούδη. Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ Γ. Αντωνοπούλ. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1878 υπό Ιδομενέως Στρατηγοπούλου. Η ΕΝΔΟΞΟΣ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ υπό Ανδρέου Στράτου. ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ υπό Ε. Ευστρατιάδου. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΟΝΗΣ υπό Γ. Τσοκοπούλου. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ υπό Γ. Τσοκοπούλου. ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΚΑΙ ΛΙΑΠΗΔΕΣ υπό Χρ. Χρηστοβασίλη. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ υπό Γ. Τσοκοπούλου. Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΛΟΓΗΡΟΣ υπό Χρ. Χρηστοβασίλη. Η ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ υπό Ιωάν. Κονδυλάκη. ΡΗΓΑΣ Ο ΦΕΡΑΙΟΣ υπό Γ. Τσοκοπούλου. Ο ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ υπό Θεοδ. Γ. Κυπρίου.

ΓΑΛΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Μέθοδος Γαλλικής γλώσσης Gaspey — Otto — Sauer Δρ 5. — Κλεις μεθόδου γαλλικής γλώσσης Gaspey — Otto — Sauer 1.50 Η Γαλλική άνευ διδασκάλου υπό Χaνier de Bouse 7.50 Νεωτάτη Μέθοδος της γαλλικής γλώσσης υπό F. Ahn 2. — Λεξικόν Γαλλοελληνικόν υπό Θ. Κυπρίου. Τόμοι 2 10. — Λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Θ. Κυπρίου. Τόμοι 2 12.50 Πρόχειρον Γαλλοελληνικόν Λεξικόν Δ. Μελισσοπούλου 4. — Πρόχειρον Ελληνογαλλικόν Λεξικόν Δ. Μελισσοπούλου 4. — Εμπορική Ελληνογαλ. Επιστολογραφία Θ. Κυπρίου 1.50 Γαλλική γραμματική Γ. Φέξη (εγκεκριμ. υπό του Υπουργ.) 1.20 Γαλλικόν αλφαβητάριον Γ. Φέξη (εγκεκριμ. υπό του Υπουργ.) 1.20 Ελληνογαλλικοί διάλογοι δι' ελληνικών χαρακτήρων 0.70 Ηχώ των Παρισίων 2. — Ο Έλλην εν Γαλλία ή Ελληνογαλλικοί διάλογοι Kuntzé 0.80 Le Français en Gréce ή Γαλλοελληνικοί διάλογοι Kuntzé 1. —

ΑΓΓΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Μέθοδος αγγλικής γλώσσης υπό Gaspey — Otto — Sauer 5. — Κλεις Μεθόδου Αγγλικής γλώσσης υπό Gaspey — Otto — Sauer 1.50 Η Αγγλική άνευ διδασκάλου υπό Χαvier de Bouge 7.50 Νεωτάτη μέθοδος της αγγλικής γλώσσης υπό F. Ahn 2. — Λεξικόν αγγλοελληνικόν υπό Γ. Αλεξάνδρου 6.50 Λεξικόν ελληνοαγγλικόν υπό Γ. Αλεξάνδρου 6.50 Λεξικόν Αγγλοελληνικόν υπό Αλ. Γεωργιάδου 10. — Πρόχειρον Αγγλοελληνικόν λεξικόν υπό Φ. Φιλίππου 4. — Πρόχειρον ελληνοαγγλικόν λεξικόν υπό Φ. Φιλίππου 4. — Αγγλοελληνικόν επιστολάριον υπ6 Θ. Κυπρίου 2.50 Εμπορική ελληνοαγγλική επιστολογραφία υπό Hugo 1.50 Αγγλικόν αλφαβητάριον υπό Αλ. Γεωργιάδου 0.50 Γραμματική της αγγλικής γλώσσης υπό Φ. Φιλίππου 2.50 Ηχώ του Λονδίνου 1.25 Ο Έλλην εν Αγγλία ή Ελληνοαγγλικοί διάλογοι Kuntzé 0.80 The Englishman in Greece ή Αγγλοελλην. διάλογοι Kuntzé 1. —

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η Γερμανική άνευ διδασκάλου Xavier de Bouge 7.50 Η Γερμανική άνευ διδασκάλου Sanderson 3.50 Νεωτάτη μέθοδος της γερμανικής γλώσσης υπό F. Ahn 2. — Λεξικόν γερμανοελληνικόν υπό Εμμ. Δρακοπούλου 7.50 Λεξικόν ελληνογερμανικόν υπό Χ. Χαμαδά 7.50 Γραμματική της γερμανικής γλώσσης υπό Χ. Χαμαδά 2. — Ο Έλλην εν Γερμανία ή Διάλογοι ελληνογερμανικοί Kuntzé 0.80 Der Deutsche in Grichenland ή Γερμανοελλην διάλογοι Kuntzé 1. —

ΙΤΑΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η Ιταλική άνευ διδασκάλου υπό Xavier de Bouge 7.50 Νεωτάτη μέθοδος της Ιταλικής γλώσσης υπό F. Ahn 2. — Λεξικόν Ιταλοελληνικόν υπό Μ. Περίδου 7.50 Ιταλικόν αλφαβητάριον 0.60 Ιταλική γραμματική υπό Χ. Γεωργιάδου 2. — Ο Έλλην εν Ιταλία ή Ελληνοϊταλικοί διάλογοι Kuntzé 0.80 La Italiano in Grecia ή Ιταλοελληνικοί διάλογοι Kuntzé 1. —

ΑΡΑΒΙΚΑ — ΤΟΥΡΚΙΚΑ — ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ — ΡΟΣΣΙΚΑ — ΛΑΤΙΝΙΚΑ — ΟΜΗΡΙΚΑ

Ο Έλλην εν Τουρκία ή Ελληνοτουρκικοί διάλογοι Kuntzé 1. — Ο Έλλην εν Ρουμανία ή Ελληνορρουμαν. διάλογοι Kuntzé 1. — Ο Έλλην εν Ρωσσία ή Ελληνορρωσικοί διάλογοι Kuntzé 1. — Ο Έλλην εν Αιγύπτω ή Έλληνοαραβικοί διάλογοι Kuntzé 1. — Λεξικόν Λατινοελληνικόν Σ. Κουμανούδη 7. — Λεξικόν Ελληνολατινικόν Χρ. Αδαμαντίου 4. — Λεξικόν Ομηρικόν μέγα, υπό I. Πανταζίδου 7. — Λεξικόν Ομηρικόν υπό Κ. Κοφινιώτου 3. —

ΝΟΜΙΚΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ καταρτισθέντες υπό Γ. Δυοβουνιώτου, δικηγ., υφηγ. εν τω Πανεπ.

Πολιτική Δικονομία (έκδοσις Β’.) Δρ. 22. — Εμπορική Νομοθεσία (έκδοσις Β’.) 15. — Διπλωματική και Προξενική Νομοθεσία 7. — Ιόνιος Πολιτικός Κώδιξ 8. — Χαρτόσημον 4. — Ελληνικά Συντάγματα 3.50. — Διεθν. Έλεγχος Δημ. Χρέος. Μονοπώλια 4. — Φορολογία καπνού 2. — Ποινική Δικονομία (έκδοσις Β’.) 13. — Ποινικός Νόμος (έκδοσις Β’.) 15. — Διοικητική Εκτέλεσις 4. — Φορολογία επιτηδευμάτων 2. — Στρατ. και Ναυτ. Ποινική Νομοθεσία 4. — Ελληνική Εκκλησία 3. — Δικαστικός Οργανισμός 4. — Ελεγκτικόν Συνέδριον, Δημόσιον Λογιστικόν, Συντάξεις 6. — Δημοτική Νομοθεσία 3. — Οδοποιία, Οικοδομ. πόλεων, Δημ. Έργα 4. — Τελωνιακή Νομοθεσία 3. — Γενικόν Ευρετήριον 3. —

Το όλον δρ. 141. —

ΣΥΣΤΗΜΑ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ υπό Bernard Windscheid κατά μετάφρασιν Αθανασίου Αργυρού, δικηγόρου δρ. 60. — Τόμος Α’. Γενικαί Αρχαί 14. — Τόμος Β’. Εμπράγματον Δίκαιον 12. — Τόμος Γ’. Ενοχικόν Δίκαιον, μέρος α’ 11. — Τόμος Δ’. Ενοχικόν Δίκαιον, μέρος β’ 12. — Τόμος Ε’. Οικογενειακόν Δίκαιον 6. — Τόμος ΣΤ’. Κληρονομικόν Δίκαιον 12. —

ΛΕΞΙΚΟΝ ΝΟΜΙΚΗΣ συγγραφέν επιμελεία Θ. Φλογαΐτου, τόμοι 2, σελ. 2,000 30. —

ΕΞΑΒΙΒΛΟΣ ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ υπό Θεοδώρου Φλογαΐτου 14. —

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ κατά τας παραδόσεις Ξεν. Ψαρά, σχ. 8ον, σελ 920 12. —

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΥΠΙΚΟΥ υπό Κωνσταντίνου Μάτσα Δρ. 12. —

ΝΕΟΙ ΠΑΝΔΕΚΤΑΙ, ήτοι συλλογή πασών των μέχρι σήμερον γραφεισών νομικών διατριβών, επιμελεία Ν. Κουντουριώτου δικηγόρου.

Τόμ. α'. Α. Αβαρία — Ανήλικος Δρ. 17.50 Τόμ. β'. Α. Ανταγωγή — Αχρεώστητον 16. — Τόμ. γ'. Β-Δ Βιασμός — Δημ. κατήγορος 12.50 Τόμ. δ'. Δ. Διαζύγιον — Δωσιδικία 13.50 Τόμ. ε'. Ε. Έγγραφα — Επιταγή 13.50 Τόμ. στ'. Ε-Κ. Επιτροπεία — Κεφαλαιώσεις 12.50 Τόμ. ζ'. Κ-Μ. Κηδεμονία — Μουκιανόν τεκμήριον. 13.50 Τόμ. η'. Ν-Π. Ναύλος — Πράξεις ποιν. 14. — Τόμ. θ'. Π-Ρ. Προανάκρισις — Ρέοντα ύδατα, 12.50 Τόμ. ι'. Σ-Υ. Σήματα — Υπέρογκ. βλάβη 12. — Τόμ. ια'. Υ-Ω. Υποθήκη — Ωφελείας αγωγή — Ευρετήριον 2.50

Το όλον δραχ. 147. —

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΠΟΛ. ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΩΝ υπό Δ. Ποταμιάνου προέδρου Εφετών. Τόμοι 4, σελ 3452 Δρ 40. —

ΒΑΣIΛΙΚΑ Το γνήσιον κείμενον αυτών μόνον, κατ’ επεξεργασίαν των κ. κ. Γ. Δυοβουνιώτου και Κ. Δυοβουνιώτου. Τόμοι 5 Δρ 25. —

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ υπό Θ. Φλογαΐτου. Το όλον έργον Δρ 47.50. —

Τόμ. α’ Πολιτική Δικονομία και Οργανισμός Δικαστηρίων, σελ? Δρ. 1?. Τόμ. β’ Ποινικός νόμος — Ποιν. δικονομία — Ποιν. δια?????ς 10. — Τόμ. γ’ Εμπορικός νόμος — Αστικός νόμος — Χαρτόσημον 10. — Τόμ. δ’ Εξάβιβλος Αρμενοπούλου 14. — Τόμ. ε’ Επίμετρον της β’ εκδόσεως περιλαμβάνον τους νεωτέρους νόμους, Β. Διατάγματα, νομολογίαν κτλ. 3.50. —

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, γραφείσα επί τη βάσει του συγγράματος Κ. Ν. Κωστή υπό Ιω. Πετρουνάκου. Τόμοι 3 Δρ 9. —

ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ, γραφείς υπό Ν. Κουντουριώτου, δικηγόρου 10. —

ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ υπό Lyon Caen και K. Renault, καθηγητών εν την Νομική Σχολή των Παρισίων. Μετάφρασις Κουντουριώτου και Σακελλαρίου, δικηγόρων. Το όλον έργον τόμοι 8 Δρ. 80. —

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ υπό Θ. Φλογαΐτου, σελ 488 Δρ 10. —

ΕΙΔΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ υπέρ της Εθνικής Τραπέζης, άλλων Τραπεζών, κτλ. υπό Γ. Κασίμη δικηγ. 6. —

ΝΑΥΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑ υπό Εμμ. Μακρυγιάννη 18. —

ΛΕΞΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ, περιέχον σύντομον ερμηνείαν εκάστου θεσμού, τους σχετικούς τύπους και την σχετικήν νομολογίαν, υπό Ν. Κουντουριώτου. Τόμ. α'. Αβαρία — Απιστία Σελ. 782 Δρ. 14. —

ΒΑΣΙΛΙΚΑ, Κατά την εν Λειψία έκδοσιν του G. E. Heimbach και το συμπλήρωμα του Z. Lingenthal, και των E. Ferrini και J. Mercatti, οις προσετέθησαν αι νεαραί διατάξεις των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων αι μέχρι της καταλύσεως της Βυζαντιακής Αυτοκρατορίας εκδοθείσαι, τα ελλείποντα κείμενα της Ιουστινιανείου νομοθεσίας, τα κείμενα του Jus Graecoromanum, η μέχρι του νυν σχετική νομολογία των Ελληνικών δικαστηρίων και πλείσται ερμηνευτικαί σημειώσεις, υπό Ιωάννου Ζέππου, δικηγόρου. Έκδοσις δευτέρα, επηυξημένη και βελτιωμένη (μεγαλητέρα της α’ εκδόσεως κατά 1.000 σελίδ.) Τόμοι 5. Σχ. 4ον δίστ. δρ 150. —

ΣΥΣΤΗΜΑ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ υπό Ερρίκου Dernburg καθηγητού εν τω Πανεπιστημίω του Βερολίνου, κατά μετάφρασιν Γεωργίου Δυοβουνιώτου, υφηγητού εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω. Έκδοσις δευτέρα επηυξημένη. —

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Ο Γέρω-Μαρτέν (Καρμών-Γκρανζέ δρ. 1.20 Τόσκα, (Σαρδού) δράμα εις πράξεις 4 1.— Οι Βρυκόλακες, (Ίψεν) δράμα, πράξ. 5 1.— Η λύρα του Γέρω-Νικόλα, (Κόκκου) 0.80 Ο μακαρίτης Τουπινέλ, (Μπισών) 1.— Η Τιμή, (Σούδερμαν) δράμα, πράξεις 3 1.— Πατρίς, (Σαρδού) δράμα, πράξεις 3 1.20 Η Καραντίνα, (Ν. Λάσκαρη) κωμωδία 1.20 Αι Δύο Ορφαναί, (Δ' Εννερύ) δράμα 1.20 Κωμωδίαι μονόπρακτοι (Ν. Λάσκαρη) 1.20 Αλκάδης της Θαλαμέας, (Καλδερών) 1.— Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, 1.20 Να το λέμε ; (Λαμπίς) κομωδία 1.— Μονόλογοι Καλακοθάκη, Λάσκαρη κλ. 0.80 Οι δύο Λοχίαι, (Δοβιγνύ) δράμα 1.20 Η Στρίγγλα, (Ν. Αντωνοπούλου) 0.80 Οι άτιμοι, (Ροβεντά) δράμα, πράξεις 3 0.80 Ο Καπετάν Γιακουμής, (Κόκκου) 1.20 Η Φαιδώρα, (Σαρδού) δράμα, πρ. 4 1.20 Η Γκόλφω, (Περεσιάδου) δράμ. ειδυλ. 1.20 Μαλλιά Κουβάρια (Λάσκαρη) κωμωδ. 1.40 Ο Σταυρός, (Ι. Νικολάρα) δράμα 0.60 Η Χάιδω, (Π. Μελισσιώτου) δρ. ειδ. 0.80 Η Θεία του Καρόλου, (Μπραντών) 1.— Ο Γαμβρός μας, (Λάσκ.-Γιαννουκάκη) 1.20 Ντροπαλός ερωτευμένος, (Λάσκαρη) 0.60 Σαμπινιόλ χωρίς να θέλη, κωμωδ. 1.40 Η Μήδεια, (Σουβορίν) δράμα, πρ. 4 1.20 Η Λαμπαδοδρομία, (Ερβιέ) δράμα 1.20 Έρωτος Θρίαμβος, (Ζιακόζα) μύθος 0.60 Το σπίτι της Κούκλας, (Ίψεν) 1.40 Ο υιός της νυκτός, (Σεζούρ) δράμα 1.20 Θυμιούλα η Γαλαξειδιώτισσα, ειδ. 0.80 Μάρκελλα, (Π. Δημητρακοπούλου) 1.20 Οι Ιακωβίται, (Κοππέ) δράμα, πρ. 5 1.— Νυξ ελεημοσύνης, (Ιω. Βουλοδήμου) 1.— Ο Ράπτης των Κυριών, (Φεϋθώ) 1.20 Από τη Γη 'ς τον Ουρανό, (Δημητρ.) 1.20 Κωμωδίαι, (Λάσκαρη), σειρά δευτέρα 1.— Η Λοκαντιέρα, (Γκολδόνι) κωμωδία 1.40 Ο Δον Κιχώτης, ιλαροτραγωδία 1.40 Ο μπάρμπα-Λινάρδος, (Κόκκου) 1.— Το Στοιχειό, (Καλδερών) δράμα 1.— Οι Ιππόται της Ομίχλης, δράμα 1.40 Αγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης, (Μολ.) 0.80 Για την τιμή, (Χρηστοβασίλη) δράμα 1.— Νικηφόρος Φωκάς, (Π. Ζάννου) τραγ. 1.20 Η Χήρα, (Μεϊλάκ——Αλεβύ) κωμωδία 1.— Δραμάτια, (Λάσκ.) «Να με ζηλεύης» κλ. 1.— Το Μπαλόνι, (Δάρνλεϋ-Φεν) κωμωδ. 1.20 Ταρτούφος, (Μολιέρου) κωμωδία 1.20 Πικ-Νικ, (Ν. Λάσκαρη — Γ. Πωπ) κωμ. 1.20 Πολιτικός Ανεμόμυλος, (Γκοντινέ) 0.60 Γένος και καρδία, (Π. Ζάννου) δράμα 0.80 Ο μνηστήρ της Αρχοντούλας, 0.80 Ιωσίας ο Ακτοφύλαξ, δράμα 1.20 Γουλιέλμος ο αχθοφόρος, δράμα 1.20 Ο ηθοποιός Κην, (Δουμά) δράμα 1.40 Ο Μίδας και ο κουρεύς του, (Λάσκ.) 0.80 Όνειρον εαρινής πρωίας,(Δ' Ανούγ.) 0.60 Αρχοντοχωριάτης (Μολιέρου) κωμ. 1. — Ο Χορός του Ζαλόγγου, (Περεσιάδ.) 1.20 Σεβέρος Τορέλλης, (Κοππέ) δράμα 1. — Το ξένο ψωμί, (Τουργένιεφ) δράμα 1. — Σκλάβα, (Σ. Περεσιάδου) δράμα, πρ. 4 1. — Κωμωδίαι, (Π. Ζάννου) 1.20 Ελισσάβετ, (Γιακομέττη) δράμα, πρ. 6 1.20 Νόρμα, (Δορμεβίλ) τραγωδία, πρ. 5 1.40 Ο μαρκήσιος Πριολά, (Λαβεδάν)1.20 Πάτερ ημών, (Κοππέ) δράμα. πρ. 1 0.40 Η Έξωσις του Όθωνος, (Δημητρ.) 1. — Οι μετανάσται, (Αρνιώτου) δράμα 1. — Γαλάτεια, (Σ. Βασιλειάδου) δράμα 0.70 Κωνστ. Παλαιολόγος, (Ζαμπελίου) 0.60 Η Ψυχοκόρη, (Ι. Βοτσάρη) δράμ. ειδ. 1.20 Μερόπη, (Δ. Βερναρδάκη) τραγωδία 0.70 Κυρία με τας Καμελίας, (Α. Δουμά) 1.40 Σκύλλα, (Σ. Βασιλειάδου) δράμα 0.70 Γύπαρις, (Κ. Σάθα) κωμωδοτραγωδία 3.20 Στάθης, (Σάθα) κρητική κωμωδία 2.50

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings