Front matter
Reading edition
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are included in &.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ
ΕΡΓΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ — ΠΕΖΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„ 44 — Εν οδώ Σταδίου — 44
1912
Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ
«Πολλά με Νύμφαι δίδαξαν »αν' ώρεα βουκολέοντα εσθλά.» ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Κρυστάλλης με τον &Τραγουδιστήν του χωριού και της Στάνης& μας παρουσιάζεται ζωντανός και μεστωμένος ποιητής, με φλογέραν ηχηροτέραν και άσμα ζωηρότερον και υπόσχεται — εάν έζη — να συγκινήση τα πλήθη των αναγνωστών, να κρούση αρμονικώτερον τας χορδάς και να δονίση τας καρδίας. Περιλαμβάνει εν αυτώ δύο σειράς ποιημάτων, πρώτον «τα τραγούδια του χωριού και δεύτερον τα «τα τραγούδια της στάνης». Το όλον δε βιβλίον «'στήν Ήπειρο τ' αφιερώνει». Αλλά και άνευ της αφιερώσεως, αρκεί μόνη των ποιημάτων η ανάγνωσις διά να κατανοθή ευθύς ο ιδιάζων χαρακτήρ των· και των δύο σειρών τα τραγούδια αποδίδουν της Ηπειρωτικής ζωής το σφρίγος και την χάριν αυτής αποτυπούν. Υπέβαλε δε ταύτα εις τον περί τα τέλη του 1892 τελεσθέντα ποιητικόν διαγωνισμόν και έτυχον του &«πρώτου και θερμοτάτου επαίνου»& μόνον διότι ο εισηγητής της επιτροπής καταληφθείς υπό καθαρευουσοληψίας εβράβευσεν έτερον ποίημα γραμμένον εις την καθαρεύουσαν, εν ώ όλοι οι ποιηταί εις την δημώδη γλώσσαν συνεκίνησαν και συνήρπασαν τα πλήθη και μόνον εις αυτήν είνε δυνατόν να αναπαραστήσωσι τον αγροτικόν και ποιμενικόν βίον και να ψάλωσι τα κατορθώματα των ηρώων του έθνους. Ο ποιητής όμως δεν εδέχθη τον έπαινον τούτον και ο τόμος εις ον εξέδωκε το πρώτον, κατά τας αρχάς του 1893, τα ποιήματα ουδέ καν ανέφερε τον &έπαινον&. Καθ' ον τρόπον έγινεν η κρίσις του αγώνος ο Κρυστάλλης εθεώρησε προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον να μη γίνη σχετικός λόγος. Ποιήματα άλλως καθώς αυτά τα οποία έχομεν την τιμήν να παρουσιάσωμεν εις τους αναγνώστας καμμίαν δεν έχουν ανάγκην διακρίσεως και καμμίαν δεν έχουν ανάγκην συστάσεως.
Και από την κατά μέρος ανάγνωσιν εκάστου τραγουδιού και από την μελέτην όλης της συλλογής εν γένει η ιδία ισχυρά εντύπωσις γίνεται εις τον αναγνώστην, της ζωντανότητος και της εκφραστικότητος κόσμου ολοκλήρου ποιητικού, πλουσιοτάτου και γραφικωτάτου τον οποίον κατά βάθος εγνώρισε και εμελέτησε, ζωηρώς δε ησθάνθη και αναπαριστά εις τα τραγούδια του ο ποιητής.
Διά του έργου τούτου ο ποιητής ενεφανίσθη ενώπιον του κοινού με αρτιώτερα και περισσότερα εφόδια, προσείλκυσεν όλων την συμπάθειαν και απέδειξεν ότι ήτο προωρισμένος να συνεχίση το έργον του Ζαλοκώστα και του Βαλαωρίτη, οι οποίοι ανέδειξαν και επέβαλον το Ηπειρωτικόν ιδίωμα εν τη ποιήσει ως το πλουσιώτατον και επιτηδειότατον ποιητικόν όργανον μεταξύ όλων των άλλων εν Ελλάδι.
Τα έργα του ημετέρου συμπατριώτου επληθύνοντο οσημέραι και εάν ύπουλος νόσος δεν υπέσκαπτε την υγείαν του η σημαία του θα εκυμάτιζε υπερηφάνως εις τον Παρνασσόν.
Εις το τέλος του έργου προσηρτήσαμεν λεξιλόγιον προς ευχερή κατανόησιν λέξεών τινων.
Γ. Κ. Γάγαρης
ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Τ' ΑΦΙΕΡΩΝΩ
Συχνά μέσ' 'ς το ηλιοστάλαμμα και μέσ' 'ς το μεσημέρι, Κι' όταν κοιμούνται τα νερά, και βγαίνουν η Νεράιδες Και συγκρατιούνται σε χορούς, τέτοια τραγούδια λέγουν.
Όταν ισκιώνουν τα ζερβά και πέφτουν τα λιοπύρια, Και ροβολούν βελάζοντας 'ς τες μάντρες τα κοπάδια, Σουρίζοντάς τα ο νιος βοσκός, τέτοια τραγούδια λέγει.
Τ' απόσπερνο κι' αποβραδύς, που βασιλεύει ο ήλιος, Και με τα δυο καματερά γυρνάει ο ζευγολάτης Απ' τ' όργωμά του 'ς το χωριό, τέτοια τραγούδια λέγει.
Ο αγωγιάτης, τες ερμιές, τα δάση που διαβαίνει, τον σάλαγον, οπού χτυπά τα φορτωμένα ζα του, Για να περνάη το μάκρεμα, τέτοια τραγούδια λέγει.
Όταν το γλυκοχάραμμα στα κορφοβούνια φέγγει, Που στα χρυσά τα ονείρατα ξυπνά η χωριατοπούλα Και πάει στη βρύση γιο νερό, τέτοια τραγούδια λέγει.
Τα καλοκαίρια τα ξανθά, που οι ξενοδουλευτάδες Θερίζουν άυπνοι ολονυχτίς τα καρπερά χωράφια Με το φεγγάρι το λαμπρό, τέτοια τραγούδια λέγουν
Τες χειμωνιάτικες βραδιές, που στα βουνά χιονίζει, Γύρ' απ' την πύρα του σπιτιού συνάζονται η κοπέλλες, Και πλέοντας ξόμπλια ωριόπλουμα, τέτοια τραγούδια λέγουν.
Άγουρος του χωριού κ' εγώ, παιδί κ' εγώ της στάνης, Όσες βολές κάμπους, βουνά, στάνες, χωριά διαβαίνω Κι' οργώματα και ποταμιές, τέτοια τραγούδια λέγω.
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Η ΜΑΓΕΜΜΕΝΗ ΒΡΥΣΗ
Εκεί ψηλά, που φαίνεται το μαύρο κυπαρίσσι Και πάρα πέρα ο εγκρεμός, εκεί 'νε και μια βρύση.
'Σ αυτήν διαβάτες, πιστικοί, γυρνούσαν νύχτα μέρα, Και γροίκαες νύχτα μέρα εκεί τραγούδι και φλογέρα.
Μια μέρα, που ροβόλαγα από τ' απάνω πλάι, Είδα μια κόρη πώσκυψε κ' ήπιε νερό και πάει.
Πήγα κ' εγώ κ' ήπια νερό, κι' αγάλιασα 'ςτήν ώρα, Και δροσισμένος κι' αλαφρός κατέβαινα στη χώρα,
Πολύς απέρασε καιρός. Μα από την μέρα εκείνη Πόνος με σφάζει καρδιακός κ' ήσυχο δε μ' αφίνει.
Βολές με κάνει να γελώ, βολές ν' αναστενάζω. Βολές να κλαίω, και βολές τραγούδια ν' αραδιάζω.
Κάποτε μ' είδαν στο χωριό, σε μια μεγάλη σκόλη, Κι' όσ' έμαθαν για το νερό, το καταριώνταν όλοι.
Κ' η δόλια η βρύση ερήμαξε. Κι' οχ' τότε νύχτα μέρα Ούτε τραγούδι ακούς εκεί, ούτε γρυκάς φλογέρα.
Κι' όποιος διαβαίνει οχ' το χωριό, ψηλά στο κυπαρίσσι Όλοι του δείχνουνε και λεν: «η Μαγεμμένη Βρύση».
Τ' έφταιξε η βρύση; Έφταιξεν η μάγισσα η παρθένα. Οπού την βρύση εμάγεψε κ' εμάγεψε κ' εμένα.
Σαν έρθη τώρα η 'μορφονιά που μάγεψε τη βρύση Και μ' ένα φίλημα γλυκό τα μάγια μου ξορκίση,
Θα γειάνη ο πόνος που με τρώει βαθιά και με μαραίνη, Και θα να πάψουνε να λεν την βρύση μαγεμμένη.
ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ
Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει Και τ' ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν, Πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες, Κι' ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης. Την πύρη του καλοκαιριού την σβυεί γλυκό αγεράκι Που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τ' ακρογιάλια. Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γέρω πεύκος Και πίνει και ρουφάει δροσιά κι' αχολογάει και τρίζει Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια Και μ' αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν, Τα ζάλογγα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι Κ' οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.
Απ' όξω, απ' τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες, Ηλιοκαμμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι, Με τους ζυγούς, με τα βαριά τ' αλέτρια φορτωμένοι Και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους. Τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, τραχηλάτα, «Οώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσινέ, Λαμπίρη»· Κι' αργά τα βόιδια περπατούν και πού και πού μουγγρίζουν. Γυρνούνε από τα έργα τους η λυγερές, γυρνούνε Με τα ζαλίκια αχ' τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ' το πλύμα, Με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω· Και 'ςόποιο δέντρο κι' αν σταθούν, 'ς όποιο κοντρί ακουμπήσουν. Εις το μουρμούρι του κλαριού, εις την θωριά του βράχου Γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν: — «Γεια και χαρά 'ς τον κόσμο μας, 'ς τον ώμορφό μας κόσμο!»
Σαν το ζαρκάδι ο νιος βοσκός ξετρέχει την κοπή του· Σουρίζει, σαλαγάει «όι, όι» και τήνε ροβολάει Από τα πλάγια στο μαντρί, στην στρούγγα για ν' αρμέξη. Από στεφάνι, από γκρεμόν, από ραϊδιό και λόγγο Και του γιδάρη η σαλαγή στριγγιά στριγγιά γροικιέται Τ' ανάποδο κοπάδι του «τσαπ, τσαπ! έι, έι» βαρώντας. Κι' αχολογούν βελάσματα κι' αχολογούν κουδούνια. Από μακρυά, αχ' το βουκουλιό, ακούγεται φλογέρα. Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, Και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει Του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος. Του κάμπου τάγρια τα πουλιά γυρνούν αχ' τες βοσκές τους, Και μ' άμετρους κελαϊδισμούς μέσ' στα δέντρα κουρνιάζουν· Σκαλώνει ο γκιώνης στο κλαρί και κλαίει τον αδερφό του. 'Σ τα ρέπια, στα χαλάσματα, η κουκουβάγια σκούζει· Μέσα σε αυλάκι, σε βαρκό, λαλεί η νεροχελώνα Τ' αηδόνι κρύβεται βαθειά στ' αγκαθερά τα βάτα Και την αγάπη τραγουδάει με τον γλυκό σκοπό του Κ' η νυχτερίδα η μάγισσα, με το φτερούγισμά της Το γλήγορο και το τρελλό, σχίζει τα σκότα απάνου Και με τα ολόχαρα παιδιά του ζευγολάτη παίζει.
Καλότυχοί μου χωριανοί, ζηλεύω τη ζωή σας, Την απλοϊκή σας τη ζωή, πώχει περίσσιες χάρες. Μα πλιο πολύ τον μαγικό ζηλεύω γυρισμό σας, Όντας η μέρα σώνεται και βασιλεύει ο ήλιος.
Ο ΤΡΥΓΟΣ
Όταν ανθίζ' η αγράμπελη κι' απλώνει τα κλαδιά της 'Στό σχοίνο, στο χαμόδενδρο, στου πεύκου τα κλωνάρια, Στα ρέμματα του ποταμού, στον εγκρεμό του βράχου, Κι' αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα Γιομόζει από μοσχοβολιά με τον ανασασμό της. Πυκνό πυκνό κι' ολόμαυρο μελισσολόι πετιέται Μέσ' από βράχους και κρινιά, μέσ' από ερμιές και κήπους, Και τάνθη της βοσκολογά και πέρνει τον αχνό τους, Και διαλαλάει μ' ένα βοητό τον αναγαλιασμό του. Έτσι η κοπέλλες του χωριού πετιούνται από τα σπίτια Κ 'εις κάμπους κ 'εις βουνά σκορπούν, κι' όπ 'είνε αμπέλια [τρέχουν, Με τα καλάθια τα πλεχτά και με τα βατοκόπια Και με τραγούδια, με χαρές, όταν αρχίζη ο τρύγος.
Αναταράζονται η ερμιές, αχολογούν τ' αμπέλια, Λες κι' από κάθε πέτρα ορθή, λες κι' από κάθε βάτον Οπού στο χόρτο σέρνεται, κόρης κορμί φυτρώνει. Πράσινη απλώνεται η φυτειά κ' η ράγες μεστωμένες, Μαύρες και κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογούν, γυαλίζουν Στην πρώτη αχτίδα του ζεστού του ήλιου οπ' ανατέλλει, Σαν μαύρα μάτια, σαν χοντρά κλωνιά μαργαριτάρια. Η βέργες η καμαρωτές λαμποκοπούν κ' εκείνες, Κ' η περογλιές ξαπλώνονται 'ς τα δίπλατα κρεββάτια Και στην πυκνή τους χλωρασιά και 'ς τον βαθύ τους ίσκιο Την ιδρωμένην αργατιά δροσίζουν, ανασαίνουν, Την αργατιά που ολημερίς όλο τρυγάει κι' απλώνει. Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέση ο ήλιος. Πότε να ισκιώσουν τα ριζά να δροσερέψη ο κάμπος.
Νάτος ο ήλιος που έπεσε και πάει να βασιλέψη, Νάτα που ισκιώσαν τα ριζά και δροσερεύει ο κάμπος.
Ο ήλιος 'χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν, Θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι' απάνου βγήκαν τ' άστρα. Διπλά ανασαίν' η αργατιά κι' απαρατάει το έργο, Κ' εκεί που κληματόβεργες κι' από παλιούρια φράχτες Καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν, Και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι. Ύστερα εις κάθε μια φυτειά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι Τρανές ανάβονται φωτιές μέσ' στ' απλωτό σκοτάδι. Ολόυρα ολόυρ' απ' τες φωτιές σταίνουν χορό η κοπέλλες· Στρώνονται χάμου οι γέροντες κι οι νιοί, κι' απ' όλους ένας Τους συνοδεύει το χορό μ' ένα απαλό τραγούδι Και μ' ένα λάλημα γλυκό γλυκό του ταμπουρά του. Ως που τ' αστέρια τ' ουρανού το μεσονύχτι δείχνουν, Και τότες οι χοροί χαλνούν, σκορπάν οι δουλευτάδες. Στρώνουν για στρώματα κλαδιά κι' αποσταμένοι γέρνουν. Κ' εκεί που σβύνονται η φωτιές έρμες ανάρια ανάρια, Το νυχτοπούλι τ' άγρυπνο γλυκά τους νανουρίζει, Ως που να σκάση ο αυγερινός, που θα ξυπνήσουν πάλι, Πάλι στο έργο τους να μπουν, στον ζηλεμμένον τρύγο.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ
Η Ζερβοπούλα η ώμορφη κι' αρχοντοθυγατέρα 'Στόν αργαλειό της ύφαινε κι' ανάρια ετραγουδούσε: —Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμμένο 'ς το νυχτέρι, Διασίδι, μ' όντας σ' έγνεθα τον συχνωνειρευόμουν, Διασίδι, όντας σ' εδιάζομουν ήρθεν από τα ξένα, Διασίδι, όντας σ' ετύλιγα 'ς την εκκλησιά τον είδα, Διασίδι, όντας σ' εκόλναγα μώστειλεν αρραβώνα. Παίξε, αργαλειέ μου, βρόντησε, … πέτα χρυσή σαΐτα, 'Τρίξτε καϋμένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου, Να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου, Γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρη.
ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ
Ένα παλάτι αδιάβατο κλειστό και ρημαγμένο Πανώρηο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν' η θολούρα, η χειμωνιά το έρμο το παλάτι, Κι' ουδέ μιλάει το μάρμαρο, ουδέ κι' ανοίγει μάτι.
Λάμπει ο ήλιος, κελαϊδούν της άνοιξης τ' αηδόνια, Κ' εκείνο μένει ασάλευτο, βουβό από τόσα χρόνια.
Κάποια νεράιδα της ερμιάς και μάγισσα ωργισμένη Το καταράστηκε βαριά και μάρμαρο έχει γένει.
Και το παλάτι ερήμαξε, το σκέπασαν τα δάση Κι' ως τόρα πόδι ανθρωπινό δεν έχει εκεί περάσει.
Μονάχα ο Χρόνος, που περνάει ολημερίς μπροστά του, Έγραψε μέσ' στο μάρμαρο μαζί με τ' όνομά του:
»Χαρά στην νια την ώμορφη που η Μοίρα θα της δείξη Το σιδηρόχορτο να βρη, την πόρτ' αυτή ν' ανοίξη.
Ν' αγκαλιαστή το μάρμαρο, σιμά του ν' αγρυπνήση Σαράντα δυο μερόνυχτα, γλυκά να το ξυπνήση!»
Είνε παλάτι ερημικό κι' απόκλειστο η καρδιά μου, Μαρμαρωμένον βασιλιά βαστάει τον Έρωτά μου.
Χαρά στην νια την ώμορφη, που την καρδιά θ' ανοίξη Και με το κρύο το μάρμαρο τα χείλη της θα σμίξη!
Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΡΒΑΝΑΡΟΣ
Ένα πουλάκι λάλησε 'ς της ποταμιάς τα δέντρα, Ένα πουλάκι οπού λαλεί τον Μάη με την αυγούλα Κι' οπού ξυπνάει τους πιστικούς, ξυπνάει τους καρβανάρους, 'Τούς καρβανάρους στ' άλογα, τους πιστικούς στα γίδια.
Εξύπνησ' έναν γέροντα, γέροντα καρβανάρον, Που κόνευε στην ποταμιά παράμερα του δρόμου. Ξεπεδουκλώνει τ' άλογα και πάει να τα ποτίση. Ερρόδιζεν η ανατολή κι' ο αυγερινός τραβιώταν, Πάηνε στα οργώματα ο ζευγάς κι' η κοπελλιά στο πλύμα Και το πουλάκι ολόγλυκον κελαϊδισμό κρατούσε.
Άκουγε ο γέρος το πουλί, τήραε τα κορφοβούνια, Ολογυρνούσε τα δεντρά, κ' έλεγε με τον νου του:
— Καλότυχα, μωρέ δεντρά, που ζάτε χίλια χρόνια, Που ανθίζετε κάθ' άνοιξη και κάθε καλοκαίρι. Γεράματα δεν έχετε και χάρο δεν φοβάστε· Σα μεσημέρια απλώνετε τον ίσκιο τον διαβάτη, 'Σ τον ζευγολάτη, 'ς τον βοσκό, 'ςτού κοπαδιού τον πλήθο. Την νύχτα ολόρθα κι' άγρυπνα, πίνετε και ροφάτε Δροσιάν βουνίσια αχόρταγα, και το ταχύ, όταν φέγγει. Εσείς παλάτια γίνεστε 'ς τον κότσυφα 'ς τ' αηδόνι. Εσάς σας τρέφουν κρύα νερά, τα χιόνια σας πλαταίνουν. Μωρέ βουνά, ψηλά βουνά, ψηλά και δασωμένα, Τώρα που ο Μάης σας γιόμωσε μ' ανθούς, με χλόη, με νιάτα, Γιατί δεν ξανανιώνετε κ' εσείς τον γέρο εμένα, Σάμπως καινούρια γένονται και σάμπως ξανανιώνουν Τούτα τα χαμηλά κλαριά και τα παλιά τα δέντρα, Να γίνω πάλι ως ήμουν νιος, να γίνω παλλικάρι;
Η ΠΟΘΟΠΛΑΝΤΑΓΜΕΝΗ
Κάτω 'ς τον Μαραθόκαμπο, που ολονυχτής θερίζουν, Κάποιος λεβέντης θεριστής ψηλό τραγούδι λέγει Κι' ως το ξημέρωμα ξυπνόν βαστάει όλον τον κάμπο· Βαστάει κ' εμένα ξύπνηγη την ποθοπλανταγμένην Δέκα βραδιές ολόβολες 'ς τα παραθύρια απάνου, Κι' απ' τον ήχο του τραγουδιού κι' απ' την γλυκειά φωνή του Τα νυσταγμένα μάτια μου τον ύπνο δεν τον θέλουν. Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα, Να κάτεχα, να γνώριζα! Ήλιε, γλυκέ πατέρα,
Ήλιε, οπού μου χάρισες τόση εμμορφιά 'ς τον κόσμο, Μη τα χαλάς τα νιάτα μου και μη τα φαρμακώνης. Με τες χρυσές αχτίδες σου δείξε μου μιαν ημέρα Τον νιον αυτόν τον θεριστή, που τραγουδάει την νύχτα, Να τον γνωρίσω, να τον 'δώ' διάνεμμα να του κάμω Την νύχτα να μη τραγουδάη, 'ς τον κάμπο να μη βγαίνη, Νάρχεται με του φεγγαριού τ' απόσκια 'ς την αυλή μου Να τον χορταίνω φίλημα, να τον χορταίνω αγκάλια
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ
Αφιερώνεται 'ς τον αγαπημένον μου κ. Κ. Καζαντζήν.
Του Αγγελοκάστρου ο Βασιλιάς διαλάλησε μια 'μέρα: Ποιος ημπορεί την λίμνη μου να σπείρη πέρα ως πέρα, Και ποιος 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήση; 'Σ το ρέμμα του Ασπροπόταμου ποιος ημπορεί να στήση 'Σ το χρόνο απάνω πέτρινο γεφύρι; Ας έρθη ομπρός μου Διαμάντια, ασήμι, μάλαμα, κι' όλο το βιο του κόσμου Να του χαρίσω αμέτρητο.
Δεν άνοιξ' ένα στόμα, Κι' ουδ' ένας δεν ωμίλησε. Ώρες περνούν ακόμα, Κι' από τα πλήθη ωμορφονιός σαν σταυραητός πετιέται Κι' έρχεται ομπρός 'ς τον Βασιλιά και τέτοια απολογιέται:
— Την λίμνη σου αν δεν ημπορώ να σπείρω, να θερίσω, Ούτε 'ς τα σύγνεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήσω, Όμως γεφύρι πέτρινο μπορώ να θεμελιώσω 'Στό ρέμμα του Ασπροπόταμου 'ςτόν χρόνο απάνω. Ως τόσο Διαμάντια, ασήμι μάλαμα κι' όλο το βιο του κόσμου Δε σου γυρεύω χάρισμα. Γυναίκα αν θέλης δος μου Την κόρη σου.
Είχε ο Βασιλιάς του γάμον του βλαστάρι Μιαν θυγατέρα μοναχή, της χώρας του καμάρι, Κι' από καιρόν ο ωμορφονιός την κόρη του αγαπούσε, Κρυφά τον ωνειρεύονταν κι' αυτή και τον ποθούσε. Όμως δεν ήτον βολετό του θρόνου αυτή βλαστάρι Άντρα τον πρωτομάστορα των γεφυριών να πάρη.
Δίνει το λόγο ο Βασιλιάς.
— Λεβέντη, τόνομά σου;
— Με λεν Μανόλη, Βασιλιά,
— Όμως καλά στοχάσου· Ο χρόνος αν παραδιαβή και δεν το θεμελιώσης, Με τώμορφο κεφάλι σου το τάμμα θα πλερώσης.
Αρχίζει σύνταχα η δουλειά. Σαν γίγαντοι πιθώνουν Πέτρα σε πέτρα οι μάστοροι, και χτίζουν κι' ασβεστώνουν. Όμως πάρα πολύ ψηλοί οι βράχοι εκεί υψωνόταν, Το ρέμμα του Ασπροπόταμου ήτον πολύ βαθύ, Κ' ούτε θεμέλιο μπόρειε εκεί ποτέ να στεριωθή, Ό,τ' έχτιζαν ολημερής την νύχτα εκρεμνιζόταν, Θλίβετ' ο νιος.
Η αγάπη του κρυφά τον συντυχαίνει. — Χωρίς ελπίδα, αφώτιστοι, θολοί, σκοτεινιασμένοι Πέρασαν χρόνοι ολόβολοι, και τώρα που σιμόνει Να φέξη η αυγή μας η γλυκειά, κι' η πίκρες μας, οι πόνοι Να σβύσουν σαν τη καταχνιά, βογγάς, καλέ μου, ακόμα; — Καϋμένη, δεν με κλαις και συ! του γάμου μας το στρώμα Τάχα σαν πού ονειρεύεσαι;… Είν' τα βουνά ψηλά, Το ρέμμα του Άσπρου είνε βαθύ, κι' ολόγοργο κυλά Κι' ούτε θεμέλιο στέριωσαν ως σήμερα οι μαστόροι. Ό,τι την μέρα χτίζεται χαλά την νύχτα, κόρη. Κι' αν μέσ' 'ς το χρόνο δεν στηθή ακέρηο το γεφύρι, Πάρε μου το κεφάλι εσύ, και σύρ' το εσύ του κύρη Να πλερωθή το τάμμα του.
Κ' έκλαιε το παλληκάρι Έκλαιε σιμά κ' η αγάπη του.
Μιαν νύχτα με φεγγάρι, Τ' αστέρι του μεσονυχτιού το λαμπερό όταν σκάζη, Το πατρικό το κάστρο της η κόρη το απαριάζει Και πάει 'ς τον Ασπροπόταμο. Κάθεται μέσ' 'ς την άκρη, Και τ' αφρισμένα του νερά τα ραίνει με το δάκρυ. Νεράιδες απ' τα κύματα πηδούν χεροπιασμένες Και σταίνουν τους πλεκτούς χορούς. Η οχθιές καμαρωμένες Εντιλαλούνε τους αχούς.
'Σ τ' Άγραφα ασπρογαλιάζει Η χαραυγούλα. Ο Αυγερινός, λαμπρός λαμπρός, σταλάζει 'Σ το μέτωπό της τώμορφο αχτίδες διαμαντένιες. Τ' άλλα τ' στέρια αχνίζουνε. Γελούνε σμαραγδένιες Γύρω η κορφές. Η ξωτικές λυούν τους πλεκτούς χορούς των Και χάνονται 'ς τα ρέμματα, κι' οπίσω τους αχούς των Ακόμ' αντιλαλούν η οχθιές. Απ' όλες μια μονάχη Είδε την κόρη οπώκλαιγε και την ρωτάει τι νάχη. Τον μυστικό τον πόνο της η κόρη φανερώνει. — Βασιλοπούλα, άδικα κλαις· γεφύρι δεν στεριώνει. Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας, Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας.
Είπε κ' εχάθηκε κι αυτή 'ς του ποταμού το κύμα, Το κύμα οπώγειν' ύστερα Βασιλοπούλας μνήμα.
Έδοσε ο ήλιος. Πελεκούν οι μάστοροι και χτίζουν, Στεριώνουν τα θεμέλια τους κι' απ' τότε δε βουλίζουν Στο ρέμμα, ουδέ ξεσέρνονται· κι' απ' τότε κάθε βράδυ, 'Σάν πέρναε το μεσάνυχτα κ' έσφιγγε το σκοτάδι, Άκουε ο πρωτομάστορας τραγούδι γνώριμό του Να βγαίνη απ' τα βαθιά νερά, άκουε κι' απ' τον καϋμό του Ξυπνός στην ακροποταμιά ολονυχτής γυρνούσε. Το μυστικό του τραγουδιού να μάθη δε μπορούσε, — Και το γεφύρι στένεται κι' αυτός το καμαρώνει — Ως π' άκουσε η Ξωθιές να λεν: «Γεφύρι δεν στεριώνει. Ούτε θεμέλιο σταίνεται 'ς τον Άσπρο, μα τα μάτια μας. Κόρη αν δεν έρθη απάρθενη σκλάβα μέσ' 'ς τα παλάτια μας, Κι' ως που μαθεύτηκε ο χαμός της κόρης πέρα ως πέρα.
Μήνες περνούνε. Η ύστερη του χρόνου φτάνει μέρα, Κι' όσο να πάρη ο ίσκιος της κι' ο ήλιος της να γείρη, Θεμελιωμένο επρόβαλε κι' ακέριο το γεφύρι.
'Σ τον πικραμένον Βασιλιά, που μέρα νύχτα κλαίει Της μοναχής του τον χαμό, έρχεται ο νιος και λέει: — Τώστησα το γεφύρι μου, ψυλό και στοιχειωμένο, Και τώμορφο κεφάλι μου δε θα το ιδής κομμένο. Διαμάντια, ασήμι μάλαμα και βιο δε σου ζητούσα, Τάμμα την κόρη σου ήθελα οπού την αγαπούσα. Και τώρα που το στέριωσα, θα πάω να την ευρώ.
Και πάει και ρίχνεται κι' αυτός μέσ' 'ς τ' Άσπρου το νερό.
ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΗΛΙΟΥ
'Στήν άκρη του γιαλιού ξανθή καθέται κόρη Κι' ωρηόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντήλι, Μαντήλι του γαμπρού του γάμου της κανίσκι, Την θάλασσα κεντάει με τα νησιά της όλα. Κεντάει του ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια, Την γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια, Κεντάει κ' ένα βουνό ψηλό ψηλό και μέγα· Το χάραμμα γλυκά προβάλλει 'ς την κορφή του, Και βάφεται η κορφή και τουρανού η λουρίδα Ροδόλευκη. Νερά καθάρια κι' ασημένια Τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι' αυλακώνουν Χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια Κεντάει 'ς τες λαγκαδιές με πράσινο μετάξι. 'Σ τους όχτους, 'ς τα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε Και φαίνονται βοσκοί, και 'ς τώμορφο κεντίδι Φλογέρες λες κι' ακούς, λες και γροικάς τραγούδια, Βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια.
'Σ τα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη Με καλαμιές χρυσές. Ένας ψαράς 'ς την άκρη Πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει. Κάμπον πλατύν πλατύν με σμαραγδένιο νήμα Ολόγυρα κεντάει. 'Σ τη μέση από τον κάμπο Ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει Με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια, Με αηδόνια, με φωλιές· και 'ς το πανώρηο ξόπλι Τον φλοίσβο του νερού θαρρείς κι' ακούς, της δάφνης Τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις, Πως τον κελαϊδισμό των αηδονιών ξανοίγεις, Πως νοιώθεις το απαλό της φυλλουριάς μουρμούρι. 'Σ την ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει Που σκύφτει τα νερά να πιη τα κρυσταλλένια Και ξάφνου σαϊτιά 'ς την πλάτη το λαβώνει· Στρέφεται αυτό, κυττάει με πόνο την πληγή του. Πάσχει ν' απαλλαχτή, δεν δύνεται το μαύρο, Κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα Βοήθεια λες ζητάει.
Ολόυρα από τον κάμπο Πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια αλλούθε Με ολόχρυσα σπαρτά, με θημωνιές, με αλώνια. Πράσινα αμπέλια αλλού με κίτρινα σταφύλια, Κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμμορφα κοπελλούδια Που 'μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.
Γάμον αρχοντικό 'ς ένα χωριό πλουμίζει Με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι. Δράκους αλλού κεντάει και λάμιες και νεράιδες, Κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια· 'Σ την άκρη του γιαλού την ίδια τη θωριά της Ολόφαντη ιστορεί από εμμορφιάν και νειότη Και πλούτον και αρχοντιά, και 'ς τα λευκά της χέρια Τ' αργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντήλι, Μαντήλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι, Ανάρηα το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια:
Μαντήλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο. Ποιος νάνε τάχα ο νιος οπού θα σ' αποχτήση; Ποιος νάνε τάχα ο νιος που μ' ένα δαχτυλίδι, Μαντήλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρη; Ποιος νάνε τάχα ο νιος, που μ' ένα φίλημά του Γλυκό και φλογερό απ' το λευκό μου χέρι 'Σ την κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήση νύφην; Ποιος νάνε τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια Κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια Εσύ, ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου! Εσύ, φτερουγιαστέ καθάριε λογισμέ μου, Γιατί δε μου τον λες, γιατί δεν μου τον δείχνεις, Γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις Σαν όνειρο χρυσό γλυκά 'ς την αγκαλιά μου;
ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ
Από μικρό κι' απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου, Παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι' αγέρα Κι' απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια Και μέσ' 'ς τα σύγνεφα πετάς, μέσ' 'ς τα βουνά ανεμίζεις· Φωλιάζεις μέσ' 'ς τα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα, Με την βροντή ερωτεύεσαι, κι' απιδρομάς και παίζεις Με τάγρια αστραποπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν Του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.
Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι' ο πόθος μου 'ς τα στήθη, Κι' απ' άφαντο, κι' απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου, Μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια Και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει· Κ' έγεινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος Κι' εφώλιασε βαθιά-βαθιά μέσ' 'ς τ' άσαρκο κορμί μου Και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη. Μπεζέρισα να περπατώ 'ς του κάμπου τα λιοβόρια. Θέλω τ' αψήλου ν' αναβώ' ν' αράξω θέλω, αητέ μου, Μέσ' 'ς την παλιά μου κατοικιά, 'ς την πρώτη τη φωλιά μου Θέλω ν' αράξω 'ς τα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα. Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι, Καθημερνή μου κι' ακριβή να τάχω συντροφιά μου. Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι Νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα σαν αδέρφι Να μου χαϊδεύη τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.
Θέλω η βρυσούλα, η ρεμματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες, Να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους, Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους Να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ζυπνούν το τάχυ, Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου Το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια. Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια Θέλω να στρώνω στοιβανιές κι' απάνου να πλαγιάζω, Ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.
Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια, Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι. Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι' οξιές να σκούζουν Θέλω να περπατώ 'γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια, Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω. Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς 'ςτά βράχια, Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω. Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια, Και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβύεμαι νύχτα μέρα. Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο, Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου, Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ
Η ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ
Πού πας περδικομάτα μου, κατά 'ςτό μεσημέρι, Που σε λερώνει ο κορνιαχτός και σε μαυρίζει ο ήλιος; 'Στά φουντωτά τα δένδρα μου να ξαποστάσης έλα, Να πιής οχ' τη βρυσούλα μου, να πάρης λίγη ανάσα, Να ξαπλωθής 'ς τους ίσκιους μου όσο να πέσ' η κάψα Κι' όσο να πάρη το δροσιό, κ' ύστερ' αν θέλης φεύγεις. Κι' αν θέλης πάλι κάθεσαι και μου βοηθάς 'ς το θέρο Όσο να ισκιώσουν τα ριζά και να μας πιάκ' η νύχτα, Να πάμε 'ς την καλύβα μου να κοιμηθούμε αντάμα.
— Εγώ είμαι κόρη του βουνού και τσέλιγγα κοπέλλα, Τον κάμπο εγώ δεν τον φτουρώ και χλιό νερό δεν πίνω, Δεν εχεράκωσα ποτέ δρεπάνι εγώ για θέρο, Δε ζάρω από χερόλαβα, να πήγω γάλα ζάρω, Ζάρω ν' αρμέω τα πρόβατα, να σαλαγάω τα γίδια. Βρωμοκαμπίτης δε θα ιδή το αμόλευτο κορμί μου, 'Στά κορφοβούνια θ' ανεβώ, που δε ζαρίζει ο ήλιος, Πώχει τη στρούγγα ο τάτας μου, που ν' η πολλές η στάνες, Που 'νε τα κέδρα ταψηλά και τα νερά από χιόνια, Που βγαίνει η πετροπέρδικα και κηλαϊδεί το τάχυ, Το γιόμα ο πετροκότσυφας, τ' απόβραδο η τρυγόνα.
Κι αν με λερώση ο κορνιαχτός κι' αν με μαυρίση ο ήλιος, Απάνου εκεί θα να νιφτώ 'ς το κρύο νερό της βρύσης, 'Στά γρέκια 'ς τα προσκάμνια μου θα γείρω ν' ανασάνω, Θα να βοηθήσω 'ς τ' άρμεγμα του γέρου μου πατέρα, Και σαν νυχτώσουν τα βουνά και πάη αυτός 'ς το σκάρο, Τ' αδράχτι, η δρούγα κι' ο αργαλειός μ' ακαρτερούν εμένα.
Ο ΚΟΥΡΟΣ
Στειροχωρίζουν 'ς τον Κλαδά, τυροκομούν 'ς του Ζέρβα, 'Στού Ακρίβου αλλάζουν τα μαντριά, 'ς του Μπάρδα κούρον [έχουν Είκοσι πέντε είν' η κοπές, διακόσοι οι κουρευτάδες, Κι' άλλ' εκατό που κουβαλούν κι' άλλ' εκατό που στρίβουν Που στρίβουν τα κωλόκουρα, που δένουν τα ποκάρια.
Δώδεκα μέρες κούρευαν, δώδεκα μέρες δέναν.
Ο γέρο Μπάρδας κάθεται σε στρουγγολίθι απάνου Με το πλατύ το πόσι τον, με το μακρύ ραβδί του, Με την χοντρή σου σάρικα πώχει πυκνόν το φλόκο, Με τους εφτά του τους υγιούς, με τους εννιά γαμπρούς του, Κι' όλο τηράει τα πρόβατα και λέει για το καθένα:
— Τήρα σαργιά πώχ' η χελιά, τήρα ποκάρι η κούλια, Τήρα την στερφοκάλλεσα ρούντο μαλλί που βγάζει, Η μονοβύζα η καψαλή τήρα κολτσίδες πώχει. Πρόγγα, ωρέ Λιά, την κότσινα που ξυέται 'ς τα πολιούρια· Ιστ ιστ, διαβολοπρόβατο. Εά! δε μ' ακούει το έρμο, Μόχτα, ωρέ Λιά, και μάδεψε· φυλάξου απ' το βαρβάτο.
Η νυφοθυγατέρες του κερνούν τους κουρευτάδες. Κερνούν παγούδα, ανθότυρο κερνούν αφρό γαλάτου. Κ' οι γιοι του αράδα τα μαντριά συχνογυρνούν και κρένουν. — Για γληγοράτε, ωρέ παιδιά, για στρώστε τα ψαλίδια, Τι πήγε ο ήλιος πέντε οργιές, θα να μας πάρη η νύχτα, Κ' είνε γιορτάσι η αυριανή, να μη μας βρη 'ς τον κούρο.
Ολημερής κουρεύουνε, το γιόμα τρων και πίνουν Κ' εκεί 'ς το ηλιοβασίλεμμα σκολνούν κι' αποκουρεύουν, Τότ' ένας γέρος κορευτής προβάλλει ομπρός και κρένει:
Για σκώτε απάνου, ωρέ παιδιά, για αφήστε τα ψαλίδια, Για μάστε τούφα αμάραντο, μάστε χεριές αρείκη Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάστε τον πρώτο δάσο Και δέστε του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα, Πάρτε και του γαλάτου αφρό ραντίστε τα ποκάρια, Βάξτε; χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίξτε και τρία αρμούτια Και ειπέτε και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι.
Σκώνονται απάνου τα παιδιά κι' αφίνουν τα ψαλίδια, Μαζεύουν τούφα αμάραντο, κόβουν χεριές αρείκη Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάνουν τον πρώτο δάσο Και δένουν του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα
Παίρνουν και του γαλάτου αφρό ραντίζουν τα ποκάρια, Σκούζουν: χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίχνουν και τρία [αρμούτια Και λέγουν και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι:
— Εσένα πρέπει, αφέντη μου, να ζήσης χίλια χρόνια, Να ζήσης σαν τον Έλυμπο, ν' ασπρίσης σαν τον Πίνδο, Να ιδής υγιούς, να ιδής γαμπρούς και νυφοθυγατέρες, Κι' αγγόνια και δισέγγονα να πιάκης να χαϊδέψης. Νάχης χιλιάδες πρόβατα, νάχης χιλιάδες γίδια, Με μύρια αργυροκούδουνα, να τα λαλούν να πρέπουν. Ν' αρμέγης κάθε πρόβατο κ' εννιά αρμεγούς να βγάζης, Ν' αρμέγης κάθε γίδι σου κι' άλλους εννιά να βγάζης. Εσένα πρέπει, αφέντη μου, το πρώτο το βαρβάτο Νάχη γερτάνι από φλουρί και κέρατα απ' ασήμι, Να τ' ακλουθάν τα πρόβατα, να τ' ακλουθάν τα γίδια, Να τα σουράς να χαίρεσαι και να τα καμαρώνης. Εσένα πρέπει, αφέντη μου, για να καβαλικεύης Τ' ασέλλινο, προσέλλινο, το κάλλιο το πουλάρι. Οπώχει αστρί 'ς τα στήθια του, φεγγάρι 'ς τα καπούλια, Και χίλιοι να σου το κρατούν να γέρνης να πεζεύης, Να σιέσαι, να λυγίζεσαι, να κάτσης 'ς το προσκάμνι. Κι' οχ' το προσκάμνι όντας σκωθής και μπης 'ςτόν αρμεγώνα Το πλιο τρανό μαντρόσκυλλο να σ' ακλουθάη σου πρέπει. Και πάλι ξαναπρέπει σου βαριάν αρμάτα νάχης, Νάχης πολλές τες φορεσιές και χρυσοκεντισμένες, Να ντυέσαι, να ξεντύνεσαι, ν' αλλάζης να ξαλλάζης, Να κουβαλάς εδώ κ' εκεί τ' αμέτρητο το βιο σου. Να διαφεντεύης 'ς τα βουνά, ν' ακούγεσαι 'ς τους κάμπους. Λεν τα παιδιά του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι, Και παίρνουν πάλι αφρόγαλα και πίνουν και ραντίζουν Και ξανασκούζουν: χούι, χούι, χούι! ρίχνουν και τρία αρμούτια.
ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ
Τον πιστικό τον Ζαχαριά ρωτούν οι σύντροφοί του.
— Τ' έχουν τα χείλια σου, Ζαχιά, κ' είνε βαθιά βαμμένα; Μην έφαες χαμοκέρασα, μην έφαες βάτου μούρα, Μην τάβαψες με τη βαφή που βάφεις και τ' αρνιά σου:
— Ουδ' από χαμοκέρασα, ουδ' από μούρα εβάψαν, Ουδ' από εκείνην τη βαφή που βάφω και τ' αρνιά μου. Ακούστε με, μωρέ παιδιά, να σας το μολογήσω. 'Σ τους ίσκιους και 'ς τους έλατους κούρευα την κοπή μου Και τα μαλλιά ήταν κόκκινα και βάψαν τα ψαλίδια· Να την βοσκήσω 'ς τα χλωρά τα ριζοβούνια βγαίνω Και τα χορτάρια κόκκινα ταύρα κι' αυτά βαμμένα· Κατέβηκα 'ς τον ποταμό να την περιποτίσω Κ' εύρα και τα νερά θολά και κόκκινα βαμμένα· Παίρνω την ακροποταμιά και φτάνω 'ς ακροβούνι, Εκεί οπού βγαίνει το νερό κι' οπού 'νε ο καταγός του, Κ' είδα κοράσιο οπώσκυψτε κ' έπινε με τα χείλια, Κ' είχε τα χείλια κόκκινα σαν με βαφή βαμμένα Και 'ς όσες βρύσες έσκυφτε να πιη, 'ς όσα ποτάμια, Έβαφαν όλα τα νερά· έβαψαν τα χορτάρια, Έβαψαν και τα πρόβατα, έβαψαν τα ψαλίδια. Απαρατάω το ραβδί, κρεμάω τον αραγό μου, Την κόρη αρπάζω οχ' τα μαλλιά, και την φιλώ 'ς τα χείλια. Κ' έβαψαν και τα χείλια μου.
ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΑΣΤΡΟ (ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ)
Βοσκαρούδικα κοπέλλια, έτσι η στάνες να πληθύνουν, Να προκόψουν, να χιλιάσουν τα καλά σας τα κοπάδια, Πέτε, αυτό το μονοπάτι πού να πάη, γιατ' είμαι ξένος.
— Στο Παλιόκαστρο, διαβάτη.
— 'Σ τα Χαλάσματα ψηλά.
— Τώρα σούρπωσε, νυχτώνει, πού θα περπατάς μονάχος;
— Μήνα οι βράχοι εκεί είν' μεγάλοι κι οι γκρεμοί ψηλοί μην είνε;
— Δεν είνε' βράχοι, ουδέ γκρεμοί είνε, είν' του Κάστρου το [Στοιχειό.
Σκοταδιάζει, βγήκαν τάστρα. 'Σ το καλύβι λάμπ' η πύρα. Τα βοσκόπουλο καθίζουν ολοτρόυρ' απ' τον ξένο, Κι' αρχινάη να διηγάται το τρανό:
— 'Σ τα παλιά χρόνια, Κάποιος Βασιλιάς του τόπου μια μονάχη κόρην είχε. Κόρη αγνή σαν τη δροσούλα κι' ώμορφη σαν την αυγή.
Δυο λεβέντες αντρειωμένους λάβωσεν η ωμορφιά της. Ήλιος 'ς την ωρηότη ο ένας, άστρο της αυγής ο άλλος. Τους αγάπησε κ' η κόρη κ' έλυωνε σαν το κερί Μη γνωρίζοντας η μαύρη ποιον ν' αφήση ποιον να πάρη. Την τηρά αχαμνή ο πατέρας, γνοιάζεται το μυστικό της Και με τα ψαρέμματά του τώβγαλε 'ς τ' αχείλη της. Λέει στερνά:
— Βουλιούμαι, κόρη, Κάστρον αψηλό να χτίσω Κι' αφ' τον ποταμό 'ς τη Χώρα το νερό χτιστό να φέρω. Άνθρωποι του Παλατιού μας σήμερα θα διαλαλήσουν 'Σ το λαό τον ορισμό μου. Ας ερθούν τα παλληκάρια, Ένας το νερό ν' αρχίση το χτιστό, το Κάστρο ο άλλος. Κι' αύριο ως που να γείρη ο ήλιος, πρώτος όποιος τους σκολάση Ταίρι σου να γίνη εκείνος
Άρχεψαν τα παλληκάρια. Κείνος πώχτιζε το Κάστρον, ως το μεσημέρι απάνου Έτοιμα, πελεκημένα αράδιασε τα μάρμαρά του. Μάρμαρα βαριοκομμένα, χάλαρα θεόρατα. Πήρε κ' έκλωσεν ο ήλιος. Χτίζεται το Κάστρο ολοένα. 'Σ το βασίλλεμμά του ακέριο πρόβαλε ψηλό και μέγα Κ' έλαμπε σαν κρυσταλλένιο 'ς τες στερνές στερνές του [αχτίδες. Τρέχει ο νιος για το Παλάτι. Μέσ' 'ςτή μέση από το δρόμο Αχ! τα σύνεργα θυμάται. Το 'χε ειπή κι' ο Βασιλιάς Πως γυρίζοντας καθένας και τα σύνεργα να φέρη. Σταματάει, γυρίζει οπίσω, μια βουκέντρα θέλει ο ήλιος, Πάει αρπά τα σύνεργά του και γυρνά μονανεπνιάς
'Σ το Παλάτι, αλαφιασμένος αφ' το δρόμο αφ' το τρεχιό. Μέσ' 'ς το πρώτο σκαλοπάτι φτάνει τ' άλλο παλληκάρι Έτοιμο ν' ανέβη απάνου. Με τ' απίδρομο, με ορμή Θέλει να το προσπεράση. Απλώνει αυτό να τ' αμποδίση. Πιάνονται, έρχονται 'ς τα χέρια, κι' αγριεμένα σαν λιοντάρια Με τα σύνεργα χτυπιούνται, πολεμάν να σκοτωθούν.
Η ώμορφη βασιλοπούλα, που 'ς το παραθύρι απάνου Με καρδιόχτυπο ακαρτέρει να δεχθή το ταίρι της, Βλέποντας τον τσακωμό τους τρέχει να τα ξεχωρίση, Όμως 'ς αίματα πνιγμένα ταύρε η αγλύκαντη τα δυο. Αφ' τη λύπη, αφ' τον καϋμό της, κλείστηκε 'ς το Κάστρο [της, Κι' όρκον ώμνεψε 'ςτόν κόσμο να μη βγη, να μη ιδωθή. Κάποτ' ύστερα μια μέρα βούλιαξε το έρμο Κάστρο Κι' ούτε η κόρη εξαναφάνη. Μοναχά το βράδυ βράδυ, Σίντα βασιλεύει ο ήλιος, σίντα ανάβονται τ' αστέρια, Απ' του Κάστρου τα βουλίδια κι' από τα χαλάσματα Λεν πως βγαίνει ασπροντυμένη, σαν Στοιχειό, σαν Φάντασμα.
Ο ΣΚΑΡΟΣ
Τι νάνε η λαμπερή φωτιά μέσ' 'ς το βουνό το πέρα Πού πότε πότε ανάβεται και πότε πότε σβυέται;
— Αυτήν την ώρα οι πιστικοί τα πρόβατα σκαρίζουν. Βόσκουν αυτά με την δροσιά και με το κρύο της νύχτας Σε γούπατον, σε λαγκαδιά και 'ς όχτους απλωμένα. Γλυκός γλυκός αντίλαλος χύνεται απ' τα κουδούνια, Κάποτε ο νυχτοκόρακας, κάποτε αγρίμι σκούζει, Κάποτε σκύλου βάβυσμα βαθιά βαθιά γροικιέται Μέσ' 'ς τη μαυρίλα την πυκνή. Κι' από τες στάνες γύρα Οι πιστικοί συνάζονται, κόβουν κλαριά από κέδρους, Σταίνουν τετράψηλην φωτιά, στρώνονται αράδα αράδα, Και μέσ' 'ςτήν πύρα της φωτιάς, 'ςτή μυρουδιά του κέδρου, Καθένας λέει τα λόγια του. Κι' άλλος για αγάπες λέγει, Και μολογάει πως αγαπάει από καιρόν μια κόρην Οπού του κάνει το βαρύ, κι' αυτός απ' τον καϋμό του Να την μιλήση δεν τρομά, να την τηράη λυγώνει.
Άλλος μιλάει για το φιλί και λέει πόσο γλυκό είνε, Και μολογάει πώς τ' άρπαξε το πρώτο από μια χήρα Πώσκυψε για να πιη νερό μέσ' 'ς της Ωρηάς τη Βρύση Και τώρα την καλόμαθε και με καλό το παίρνει. Άλλος για κούρσες μολογάει, για κλέφτες, για πρωτάτα, Γι' αρματωσιές, για σκοτωμούς, και κάπου κάπου απλώνει Κι' αναγυρίζει τη φωτιά και παίρνει ένα τραγούδι. Τραγούδι του παλιού καιρού, του Πάλλα το τραγούδι Άλλος για το κυνήγι λέει 'ς της νύχτας το καρτέρι, Σίντα ξεβγαίνει το καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι.
Άλλος πιξάρι πελεκάει και ζωγραφίζει αγκλίτσαν, Άλλος γαλαροκούδουνα περνάει 'ς τα κόθρα μέσα. Άλλος αδράχτι σφοντυλάει και κλώθει τ' αρνοπόκι, Άλλος καυκόπουλο κεντάει, άλλος καρδάραν δένει, Άλλος για τράστον για αραγό μαδάει προβιάν καινούργια Άλλος ξανοίγει τη φωτιά, τραβάει ολίγα θράκια Και ψένει από ημερόδεντρο βαλάνια και μοιράζει. Άλλος θυμάται τους χορούς, άλλος αγάλια αγάλια Με την βραχνή τζαμάρα του το «λάγιο αρνί» μαθαίνει, Άλλος τον ώμορφο βοσκό και την βασιλοπούλα Θυμάται του παραμυθιού που τούλεγε η βαβά του Κι' αρχίζει και το μολογάει και οι γύρα τον ακούνε.
Κι' ένας, απ' όλους πλιο τρανός και απ' όλους λογισμένος, Που γέρνει απάνου 'ςτο ραβδί, στερνός απ' όλους λέγει Για την τσοπάνικη ζωή, κι' όλο τους ορμηνεύει Για τη βοσκή, για τ' άρμεγμα, για της ερμιάς τ' αγρίμι, Για το μαντρί, για σάλογον, για στάλισμα, για σκάρον. Για γέννον και για βύζαμα και για τον έρμον κούρο.
ΣΚΑΝΙΟ
Για ιδές μαλλιά κατεβατά, ξανθιά σαν το μετάξι, Που κρέμονται 'ς τους πλάτες της και πέφτουν ως το χώμα Σαν καταρράχτης, σαν νερό χρυσό μαλαματένιο.
Για ιδές καθάριο μέτωπο και λαμπερό, σαν ήλιος Του Μάρτη, του Μαγιάπριλου, που κρούει 'ςτο κορφοβούνι.
Για ιδές μεγάλα, γαλανά και λυγωμένα μάτια, Μάτια γλυκά, μάτια κρυφά, μάτια γιομάτα λάμψη, Λες κ' είνε τόνα ο Αυγερινός και τ' άλλ' ο Αποσπερίτης.
Φρύδια για ιδές δοξαρωτά, γραμμένα με κοντύλι. Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που σμίγουν και φιλιούνται, Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που ερχόνται να με ζώσουν.
Για ιδές αχείλη κόκκινα, σαν με βαφή βαμμένα, Που ανοίγουν και γλυκομιλούν, που κλειούνται και γελούνε, Σαν τα τριαντάφυλλα του Μάη το βράδυ την αυγούλα.
Για ιδές κορμί ψηλό, λυγνό κι' ολόρθο σαν τη λεύκα Οπού την βρέχ' η ρεμματιά και την λυγάει τ' αγέρι.
Για ιδές λαιμός γαλατιανός, λαιμός περιστερένιος Και δροσερός σαν κρύο νερό και σαν βουνίσιο χιόνι.
Για ιδές και κόρφος σαν μηλιά 'ς τα μήλα φορτωμένη.
Κρίμα δεν είνε κι' αδικιά τέτοια ωμορφιά και νιότη Να τήνε χαίρεται η ερμιά κ' εγώ γι' αυτήν να λυόνω; Μη με σκανιάζης, μη με σκας και μη με φεύγης, κόρη. Μπροστά μου μην ξαφνιάζεσαι σαν τ' άγριο το ζαρκάδι Και χώνεσαι μέσ' 'ς τη λογγιά και κρύβεσαι 'ς την τούφα.
Όντας με βλέπης μη προγγάς, κρίνε μου όντας σου κρένω Και γέλα μ' όντας σου γελώ, κι' όντας απλώνω χέρι Γείρε μου εσύ 'ς την αγκαλιά, δος μου τα δυο σου αχείλη.
Τ' άκουσα που το τραγουδούν απάνου 'ς τα λουμάκια Του λόγγου τ' άγρια πουλιά πώς αγαπά η καρδιά σου, Πως διάλεξε αγαπητικόν τον δράκοντα τον Ήλιο.
Πως δίχως ύπνο τριγυρνάς 'ς τα λόγγο, όλην την νύχτα, Και το ταχύ που βγαίνει αυτός τον καρτεράς 'ς τη βρύση Κι' όπ' είν' ανθοί και αμαλαγιές και πέφτεις και κυλιέσαι Σαν την αρνάδα 'ς τες δροσιές και δίνεις το κορμί σου Κι' ανοίγεις και την αγκαλιά 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά του.
Μα εγώ το σκάνιο δε φτουρώ. Καρτέρι θα να κάμω. Κόρη, και μέσ' 'ςτόν ύπνο σας, μέσ' 'ς ταγκαλιάσματά σας Και μέσ' 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά, θαρθώ να τον παλέψω, Κι' αν τον νικήσω, ξέρε το, δική μου θα να γένης.
Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΒΟΣΚΟΣ
Τ' έεις, ωρέ Νίκα, και βογγάς; Δώδεκα νύχτες τώρα Ουδ' έχεις εύρει λαρωμό, ουδ' έχεις κλείσει μάτι. Μη σου βαρούν τα βότανα; Μη σ' άναψεν η θέρμη;
Ο Νίκας ήταν άρρωστος. Αμίλητος, χαμένος, Βόγγαε σαν αγριοδάμαλο του λόγγου λαβωμένο. Τρεις μήνους ήταν άρρωστος, τρεις μήνους κοιτασμένος. Σάπηκαν τα γελέκια του, έρρεψε η λεβεντιά του, Τώφαε η αρρώστεια το κορμί, κ' ελύθηκαν οι αρμοί του. Τα δυο τα σταυραδέρφια του τον εγιατρολογούσαν Με ρίζες, μ' αγριοβότανα, με σταυρωμούς, με ξόρκια.
— Ξύπνα, Λαμπράκη, κι' άναψε το έρμο το λυχνάρι, Πάρε κλαδιά αφ' τον οβορό, φέρε τα 'ςτό καλύβι, Και χτύπα τα στουρνάρια μου λίγην φωτιά να κάμης. Τι ο Νίκας δεν είνε καλά και δεν τον βρίσκ' η αυγούλα. Σήκου, ωρέ Νίκα, κρίνε μου, κρίνε μου τ' ακριβού σου Τον Λάζου, του σταυραδερφού, που σε ψυχοπονιέται. Σήκου, το γλυκοχάραμμα να ιδής, 'ς τα κορφοβούνια, Σήκου, να ιδής τα φράξα μας, να ιδής τα κρύα νερά μας, Σήκου, να ιδής τα πρόβατα 'ς τες στρούγγες που βελάζουν, Σήκου, τι τα μαντρόσκυλλα κατάρραχα βαβύζουν. Σήκου, σε κράζουν τα πουλιά και σε καλημερίζουν. Σήκου, σε κράζουν κ' η Ξωθιές που σ' έμαθαν τραγούδια.
Μίλησε ο Νίκας υστερνά κι' ανάρια ανάρια λέγει: —Δε μπορώ ο μαύρος, δε μπορώ… Με αγγελοκρούει ο Χά- [ρος. Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω, Τ' έχω δυο λόγια να σας πω, να σας αφήκω διάτα. Χαμός η αρρώστεια, ωρέ παιδιά, και χαλασμός ο Χάρος. Καλά μου σταυραδέρφια μου, μη κλαίτε που πεθνήσκω, Πάρετε το κουφάρι μου, βάλτε το σε κιβούρι, Στολίστε το με λούλουδα της γης, μ' ανθούς του Μάη, Και θάψτε το σε μια κορφή περίβλεφτην μεγάλη, Για ν' αγναντεύω τα βουνά, τα χειμαδιά να βλέπω, Να δέχουμαι την άνοιξην εσάς και τα κοπάδια, Ν' ακούγω τες φλογέρες σας, ν' ακούγω τα τρουκάνια, Ν' ακούω την καλημέρα σας, τα χαιρετίσματά σας. Θάψτε με δίχως κλάυματα και δίχως μοιρολόγια, Τουφέκια να μου ρίχνετε, τραγούδια να μου λέτε. Μαζί μου, μέσ' 'ς το μνήμα μου, και το καυκί μου βάλτε, Το πλουμιστό μου το καυκί, τον ώμορφο αραγό μου, Το πενταπήχινο ραβδί, την ακριβή φλογέρα, Και τ' ασημένια τ' άρματα. Λεν πως 'ς τον Κάτω Κόσμο Οι νιοι βαστάνε τ' άρματα κ' η λυγερές τους στόλους. Να κάτεχα, μωρέ παιδιά, κοπάδι εκεί θα ναύρω; Θα ναύρω στρούγγες και μαντριά, θα ναύρω βοσκοτόπια; …………………………………………….. Απάνου από το μνήμα μου στήσετε ένα σταλίκι Περίψηλο σαν έλατο, και 'ς την κορφή κρεμάστε Την πλιο τρανή καρδάρα μου, να δείχνη ποιου είνε μνήμα, Την ακριβή μου την κοπή, καλά μου σταυραδέρφια, Έρμην μη την αφήκετε, μονάχην 'ς τα λιβάδια, Ανάρμεχτην κι' ακούρευτην, δίχως μαντρί και στάλον. Κι' αν μάθη η δόλια η μάνα μου κ' έρθη τη στρούγγα στρούγγα Και σας ευρή με τα λερά, για εμένα αν σας ρωτήση, Μην πήτε πως απέθανα, τι μ' έχει μοναχό της, Να ειπήτε ότι σας λέρωσεν η αναλλαξιά κι' ο κούρος, Να ειπήτε ότι μου ζήλεψαν την λεβεντιά η Νεράιδες Και 'ς τα παλάτια τους συχνά τα ερημικά, με παίρνουν.
ΕΛΑ ΒΟΣΚΟΥΛΑ ΕΛΑ
Βοσκούλα μαυρομάτα μου της ερημιάς νεράιδα, Μάγισσα της σπηλιάς ξανθή και του βουνού καμάρι, Γιατί ανεβαίνεις τον γκρεμό και το στεφάνι απάνου Και κόβεις μήλα αφ' τη μηλιά, την παραφορτωμένη Και καρτεράς 'ς το διάσελο, το μονοπάτι πιάνεις, Με το κοπάδι να διαβώ να με πετροβολήσης, Να μου προγγάς τα πρόβατα, να μου σκορπάς τα γίδια, Και να γελάς, να χαίρεσαι; Κατέβα εδώ, 'ς εμένα. Μην τα πετάς τα μήλα σου, φέρε τα 'ς την ποδιά σου. Φέρε τα και 'ς τον κόρφο σου για να τα φάμε αντάμα.
Έλα 'ς την πέρα την πλαγιά, πούν' η πολλές η λεύκες Και τα ρουπάκια τα ψηλά, οπώχω το μαντρί μου Και στάνη και παραστάνη, να ιδής τα κρύα νερά μου, Και τες χλωρές μου τες βοσκές. Έλα να ιδής, βοσκούλα, Τα ισκιερά τα ορμάνια μου. Ν' αρμέξω το κοπάδι, Να φας βουνίσιο αφρόγαλα κι' ανθότυρο, παγούδα άσπρη γλυκειά, σαν το γλυκό το αμάλαγο κορμί σου. Και σαν τα βγάλω αφ' τ' άρμεγμα και παν για να βοσκήσουν Τα γίδια 'ς τ' αγριοπρίναρα, τα πρόβατα 'ς τα πλάγια, Εμείς 'ς το φρύδι του αυλακιού, 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο θα ξαπλωθούμε για δροσιά. Κ' εγώ θα να σου πάρω Με την γλυκειά φλογέρα μου τώμορφο το τραγούδι, Που μου το μάθαν η Ξωθιές. Έλα βοσκούλα έλα! Έλα γιατί σαν νυχτωθώ μονάχος μου εκεί πέρα, Από τα δάσα, αφ' τες σπηλιές, αφ' τα βαθειά λαγκάδια Κι' αφ' τα κρεμάμενα νερά χιλιάδες θα προβάλουν Της ερημιάς η ώμορφες, της νύχτας η νεράιδες, Για να με πάρουν 'ς το χορό, για να μου ειπούν τραγούδια, Και για να παίξουμε μαζή. Έλα βοσκούλα έλα!
Ο ΓΕΝΝΟΣ
Χειμώνιασε. Χιόνια πολλά 'ς τα κορφοβούνια πέφτουν, Ρεύουν τα φύλλα των κλαριών, ξισκιώνουν τα λογγάρια, Θολώνουν η νεροσυρμές, η βρύσες κρουσταλλιάζουν Κ' οι τσελιγγάδες κουβαλούν 'ς τους κάμπους τα κοπάδια. Ο Μάμαλης απ' τ' Άγραφα 'ς τη Λεπενού τα πήγε, Ο Θάνος τ' Ασπροπόταμου, του Μαλακάση ο Μπάρδας Κατέβηκαν για χειμαδιό 'ς τον κάμπο του Τρικκάλου, Την Αλλασσώνα εδιάλεξε του Σμόλκα ο Χατζημπύρρος, Ο Κάγκαλος του Ζαγοριού 'ς το Λούρο ξεχειμάζει. Του Κουρμολιάσα ο τσέλιγγας, ο Τάκης ο Ψαλίδας, Της Βαλαώρας τα ζερβά τα βοσκοτόπια πήρε.
Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. 'Σ την στάνην του Ψαλίδα Συμμαζωγμέν' οι πιστικοί ζενύχτιζαν 'ς τον γέννο, Κ' είχαν τον γέννον όψιμο, κ' ήταν μεγάλη η στάνη. Το μεσονύχτι μοναχά πήραν καιρό για δείπνο, Κι' απόδειπνα 'ς τ' αχύρινο, 'ς το τουρλωτό καλύβι. Τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες με παλιούρια. Μέσ' 'ςτήν κορφήν ο τσέλιγγας σε στοιβανιές ξαπλώθη Και διπλοπόδι οι πιστικοί περίγυρα εκαθήσαν. Ο τσέλιγγας αναρωτάει αραδαριά καθέναν:
— Πόσες απόψε γέννησαν;
— Σαράντα, λάλα Γάκη.
— Κ' είν' όλα, Λάμπη, ζωντανά;
— Βγάλτε μονάχα πέντε.
— Διπλάρια;
— Δέκα.
— Ισιάσαμαν. Τα ζωντανά βυζαίνουν;
— Πίνουν σαν δυομηνίτικα.
— Έχουν η μάνες γάλα;
— Ως τα χορτάρια η πλιότερες τα σέρνουν τα μαστάρια.
— Λιψές δεν είνε;
— Κι' αν είνε, βυζαίνουν 'ς τα τσαγγάδια.
—Με τα τσαγγάδια σήμερα ποιος ήταν;
— Ο Γιαννίκας.
— Με τα ψιμάρνια;
— Ο Ζάγιαννας.
— Με τα γαλάρια;
— Ο Νάσης.
— Με τα μηλιόρια;
— Ο Θόδωρος.
— Και με τα στέρφα;
— Ο Χίτας.
— Ο Δούκας πού είνε;
— Για κλαρί.
— Επήγε αργά;
— Πολλιώρα.
— Ζαβολαούδα! Εδιάλεξε κι' αυτός καιρόν απόψε Με τέτοιον άγριο δρόλαπα να νυχτοπαραδέρνη.
— Δεν είνε και κακόγκρανος, έχει ψημένην σάρκα.
— Απόψε ουδέ τα Παγανά, παιδιά μου, δεν προβαίνουν. Πήρε κοντά του πράμματα;
— Πήρε τα οχτώ μουλάρια.
— Μα την αξιάδα που 'δα εγώ 'ς το Λούκα εχτές το βράδυ..
— Σαν τι είδες, Λιάκο;
— Μονάχος ετέλεψε το γέννο. Πενήντα αρνιά προσθήλυασε μέσ' 'ς την τσαγγαδομάντρα.
— Προχτές 'ς τον Παλιουρόφορο ζαλώθη ένα δαμάλι. Θεριακωμένος!
— Κορμαριά!
— Και πετροκαταλύτης!
— Σίμπα, Κωστούλα, τη φωτιά· τι ξύλιασα 'ς τη στρούγγα Και πάω σαν καλαμόκουνα.
— Ρε, τον καϋμένον Κόγια!
— Όξω βαβύζει ένα σκυλί
— Ο Καραγκούνης είνε, Τον ξεχωρίζω απ' τη φωνή, σε γνώριμον βαβύζει.
— Αλείψαταν με χαμαιλειό τον τσάρκο;
— Και τα γρέκια.
— Μην είνε ο Λούκας;
— Δε μπορεί.
— Θα νάναι ο Μπαρμπατόλιος.
— Αλήθεια, πούνε ο γέροντας; Κ' έλεγα, ωρέ τι λείπει 'Σ όλην αυτή τη συντροφιά κ' είν' έρμο το καλύβι· Για σήκου, Νάση, κύταξε.
— Πετάξου κι' ως τες μάντρες Μη γέννησεν άλλη καμμιά.
— Ο γέροντας ο ίδιος.
— Γειά και χαρά σας, ρε παιδιά.
— Καλώς τον Μπαρμπατόλιο. Βρέχει όξω, Μπάρμπα;
— Μοναχά; Για ιδές 'ς την κάπα χιόνια. Κ' είμαι ζυφτάρι απ την κορφή ως τα ποδόνυχά μου. Τι κοσμοχάλασ' είνε αυτή! Νερό μαζί και χιόνι, Ένας κατάματος συρμός, ένα κακό δρολάπι! Έχ' όπ' γυρίζω οχ' την αυγή. Έχασα τη φοράδα Κ' έρρεψα 'ς τα ποδάρια μου, εσάπηκα 'ς τη νώπη 'Στην Παλιουριά, 'ς τα Ροζανά, 'ς τα Λέλοβα, 'ς την Τάρα, Έφτακα ως τα Λακκώματα, 'ς την Γκούρα, 'ς το Βολίτσι, Γιομάτισα 'ς το Θίλιππα και τώρα βράδυ βράδυ Μέσ' 'ς την Περιστερότρυπα την εύρηκα χωμένην.
— Ως πού να βρέχη;
— Τρικυμός, παιδιά μου, πέρα ως πέρα. Ο Ζάλογγος δε φαίνεται, τον έχωσε η χιονούρα Κ' η πυκνωμένη η συγνεφιά, κατά την Άρτα… μπόρα! Αγνάντεψ' αχ' το Σέσοβο, η Λούτσα είν' αβλεμόνι, Εβούλιαξε η Τρανταφυλλιά, πελάγωσε η Φραξίλα. Πνίγεται ακέρια η Λάμαρη… Ήρθες, κυρ Γάκη, κι' όλας; Άξιος οπού 'νε ο γρίβας σου;
— Ανεμοπόδης, γέρο.
— Ανοιχτοπάτης δυνατός.
— Και νυχτομαθημένος.
— Ο αβάσκαγος!
— Την Πρέβεζα την παίρνει για τρεις ώρες.
— Για πε μου από την Πρέβεζα.
— Κάτσε 'ς την πύρα πρώτα Να ξεπαγώσης και να φας. Σε νέκρωσεν η πάγρα, Έχεις και τα γεράματα. Φέρε κολάστρα, Λάμπη. Πάρε κι' οχ' το καταχυτό τον φυλαγμένον πλάτη. Γλέπεις φωτιά που σ' άναψα, παπού, για τα στεγνώσης;
— Χριστουγεννιάτικη σωστή. Κακός χειμώνας τούτος! Τήρα καλομοπόδαρα! Ποντιάσαν 'ς τα λομπάρια. Παρόμοια μ' εύρηκε χιονιά σαράντα χρόνια πίσω. 'Σ τον Κάμπο ξεχειμάζαμε μα ήταν ο γέννος πρώιμος, Έμπα Χαμένου, δούλευα 'ς του Γάκη τον πατέρα. Το ξέρει ο τσέλιγγας καλά πως είμαι σπιτιακός του, Τι εγώ τους αναλίκωσα κι' αυτόν και τον Γεωργούλα. Για πε μου από την Πρέβεζα.
— Κακά μαντάτα, γέρο. Του Ζόγα 'ς το Παλιόκαστρο τον βδέλιασαν.
— Αλήθεια; Τον έφα' η κακοκεφαλιά. Του λεγα γω: «Ωρέ Ζόγα, Μην παίρνης το Παλιόκαστρο τ' είνε γιομάτο αβδέλα, Ρήμαξε τόσους πιστικούς, έλα 'ς την Καμαρίνα». Αυτός δε μ' άκουσε,… και πάει. Είδες τον Καρτζονίκα;
— Τον είδα, αυτός είνε καλά, είχε τον γέννον πρώιμον, Είνε κι ο τόπος του ξερκός, αβαραγκιά κι' αγρίλι.
— Εμείς πώς πάμε σήμερα;
— Με τον Θεού το χέρι Χιλιάζουν τα κοπάδια μας. Μ' αν δε ξεκόψη απόψε, Κι' αν η χιονούρα κι η βροχή θα να κρατήση ακόμα Ακέριο ένα μερόνυχτο, φοβάμαι τα ψιμάρνια.
— Κυρ Γάκη, μην το μελετάς, πήρε κι' ανασταλάζει Και το δρολάπι ανάριωσε, με την αυγή θ' ανοίξη, Σηκώθη ένα ανεμόχολο.
— Χειρότερα, το χιόνι Θα κατεβή πυχτότερο, και αν θα το στρώση χάμου, Τώρα θα γίνη κρούσταλλο.
— Νοτίζ' η γης, θα λυώση. Και μη χολοταράζεσαι. Πήγες 'ς τες μάντρες, Νάση;
— Τα πρόβατά είνε μια χαρά και τα σκυλιά αλέστα.
— Γλέπετε τι μας έκαμε κειο το κακό λιοβόρι Τ' ανάποδου τ' Αλωναριού; Έμνε ο μαρκάλος πίσω. Θυμάστε; Ανήμερα τ' Άι-Λια ρίξαμε τα κριάρια Και τον Δεκαπενταύγουστο ξεσκόλασε ο μαρκάλος. Μήτρο, ξεκρέμα το φλασκί να πιη κι' ο Μπαρμπατόλιος. Ακνάτο αγιομαυρίτικο, παπού.
— Ε, 'ς την υγειά σας, Να καλοξεχειμάσουμε,
— Καλή ψυχή, πατέρα.
— Όλα είν' υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι Και το καϋμένο το κρασί όλα τα θεμελιώνει,
— Βύζαξε ακόμα μια βολά.
— Ε, 'ς την υγειά σας πάλι Και να μας ζήση ο τσέλιγγας ν' αξαίνουν η κοπές του. Α! η γέρικ' η ψυχούλα μου μπροστέλεψε μια ψίχα, Όλο κι' αναθερμαίνουμαι.
— Βύζα την τσίτσα, βύζα.
— Τι χιόνια τώρ' απανωτά να στοίβασε ο χειμώνας 'Σ τα ξάρημά μας τα βουνά!
— Τώρα; Οργιές και μπόγια Πάνε τα Γαλαρόκαμπα, το Κουρμολιάσα σιάδι. Ο Τσάρκος, η Κουρκούμπετα, η Γκάλτσα, η Τσάγια ο Μπάρρος. Δεν ξεχωρίζουν πούπετα.
— Και 'ς το χωριό;
— Νυχτέρι Θάχουν απόψε σπίτι μας. Του Τρίκκα τα πουρνάρια Κούτσουρα τετραπανωτά θα καίγουν 'ς τη γωνιά μας, Και παραστιάς ολόγυρα, μέσ' αφ' τον πυρομάχο, Της γειτονιάς αραδιαστές θα κάθονται η κοπέλλες. Η Σούλα, η Τέρω, η Γιάννα μου, του Χρηστοδήμα η κόρη. Του Δαλαπάσκα η Γαλανή, τον Σούδα η μαυρομάτα. Του Δίπλα η Μόρφω η κάλλεσα…
— Φτάνει, κυρ Γάκη, φτάνει, Τι τα καϋμένα τα παιδιά λυγκιάζονται που ακούνε.
— Η δρούγα, η συρματόβεργες, το γνέμμα, το πλουμίδι Απόψε αναμερίζονται. Τηράν τη φλόγα απόψε. Με το βαρύ της το βοητό οπού τες σχίζει γλείφτει Και τα χοντρά τα σύδαυλα, με την πνογά του ανέμου Που σκάει 'ς το καταρρύχωμα κι' ανατρανίζει η στρέχα, Που ξερριζώνει τα δεντρά, μαντεύονται η κοπέλλες. Για εμάς μαντεύονται, παιδιά, για εμάς αναρωτούνε Τ' άγρια τ' ανήμερα στοιχειά, για εμάς τάματα κάνουν, Για εμάς χτυπά η καρδούλα τους. Και 'ς την κορφή βαλμένη Μύθους και γεροντόλογα θα μολογά η γρηά μου.
— Αχ, πότε θάρθ' η άνοιξη!
— Αναστενάζεις, Διάκο;
Ε, μη χολιάτε, ωρέ παιδιά, τρεις μήνες είνε ακόμα. Σαν δύση ο ήλιος τ' Απριλιού και λυώσουνε τα χιόνια Και χορταριάσουν η πλαγιές κι' ανθίσ' η αριά κι' ο γράβος, Δικά μας είνε τα βουνά, τρεις μήνες είνε ακόμα. Απόψε ο χρόνος ξεψυχάει κι 'αυτό το νεροπόντι Θάνε ο στερνός παραδαρμός του ψυχομαχητού του. Πρωτοχρονιά τ' αποταχιά, κυρ Γάκη, χάρισέ μας.
— Σας τάζω από δυο κάλλεσες αντάμα με τ' αρνιά τους.
— Να σου χιλιάσουν, τσέλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!
Και της ευχής ο αντίλαλος απ' το καλύβι μέσα Ως όξω εχύθη, ως τα μαντριά, 'ς τους οβορούς 'ς τες στρούγγες:
— Να σου χιλιάσουν, τσέλλιγγα, να ζήσης μύρια χρόνια!
ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ
Ήθελα νάμουν τσέλιγγας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης, Να πάω να ζήσω 'ς το μαντρί, 'ς την ερημιά, 'ς τα δάσα, Νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια, Κ' έναν σωρό μαντρόσκυλλα, νάχω και βοσκοτόπια Το καλοκαίρι 'ς τα βουνά και τον χειμώ 'ς τους κάμπους. Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι. Νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, Νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι, Νάχω φλογέρα να λαλώ ν' αντιλαλούν οι κάμποι, Νάχω και κόρην ώμορφη στεφανωτήν μου νάχω, Να μου βοηθάη 'ς το σάλαγο, να μου βοηθάη 'ς τα γρέκια, Κι' όντας θα τα σταλάζουμε τα δειλινά 'ς τους ίσκιους, 'Σ της ρεματιάς τη χλωρασιά μαζύ της να πλαγιάζω, Να με κοιμίζη με φιλιά 'ς τους δροσερούς της κόρφους.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ
Απαριάζω = απαραιτώ. — Άρματα και Αρματωσιά= στολισμοί και οπλισμός ( Αρματόνω, αρματωλός, άρματα, βλαχαρμάταις) — Άγουρος= νέος. — Αλογολάτης= φύλακας των αλόγων. — Απιδρομώ=παίρνω απόδρομα, παίρνω ζόρι για να τρέξω, για να ριχτώ 'μπροστά. — Άπλερο, το πουλί με τα πρώτα σκυλομάλλια του — Αράζω 'ς τα βουνά· κατά μεταφοράν από τα καράβια συνηθισμένο εις τα πετούμενα μάλιστα που πλένε κι' αυτά στον αγέρα — Αρμεγός, η καρδάρα, η βεδούρα, η γκομπλίτσα. — Ασέλλινο και προσέλλινο πουλάρι, πουλάρι άπιαστο ασέλωτο ακόμη. — Αρμεγώνας= η στρούγγα. — Αραγός, ο δερμάτινος τρουβάς ή τράστα των πιστικών λέγεται και δραγατσίκα. — Αμαλαγιά χλωρασιά, αμάλλαγη — απείραχτη. — Ανάλλαγος, όποιος δεν έχει αλλάξει φορεσιά. — Αρμούτι, είδος τουφεκιού — Αρναπόκι, τα κοντά μαλλιά των αρνιών. — Αναλικώνω, μεγαλώνω, ανατρέφω.
Βουλίδια, τα χαλάσματα του βουλιασμού των Κάστρων. — Βάβυσμα, αλύχτισμα σκύλλων· βαβύζω αλιχτάω, γαυγίγω — Βοσκοτόπια, οι τόποι της βοσκής, τα λειβάδια — Βαλαντούμαι=δέρομαι από έρωτα, αγαπώ πάρα πολύ — Βέργα και βεργί=το ραβδί· λέγεται και η βέργα του αργαλιού και του ντουφεκιού. — Βαρκός τόπος = βαλτώδης, βάλτος. — Βαρβάτο το μη μουνουχισμένον κριάρι ή τραγί το οποίον λέγεται και γκεσέμι. — Βάξτε — βρίστε, σκούξτε. — Βίγλα μέρος υψηλόν, σκοπιά και βιγλίζω, κατασκοπεύω, δοκιμάζω.
Γούπατος, απάνεμο μέρος — Γέννος, όταν γεννούν τα πρόβατα εις τα χειμαδιά, — Γάργαρα και λαγαρά νερά ή χρώματα — καθαρά. — Γερτάνι, αρμάθα από φλωριά διά λαιμούς και στήθια. — Γράβος και γαύβρος, δένδρον του βουνού. — Γερός άβλαβος υγιής. — Γρέκια=τόπος, εν ώ διανυκτερεύουν τα γιδοπρόβατα και μανδριά με ψηλαίς φράχταις.
Δίνει ο ήλιος, ο Απρίλης κτλ. = ανατέλλει. — Δρούγα = η ρόκα — Διάτα=Διαθήκη. — Δάσο, λογγάρι, ρουμάνι, ορμάνι, κουρί, ρογγιά= λόγγος. — Γνοιάζομαι, έχω έγνοιαν, σκέπτομαι, φροντίζω. Έργα=δουλειά.
Ζάρω συνηθίζω, ζακόνι, συνήθεια. — Ζερβά, τα αριστερά. — Ζάλογγα=πυκνά και μεγάλα λόγια. — Ζαλίκι= φόρτωμα ανθρώπου, λέγεται κ' έχει τον διάβολο Ζαλίκι. — Ζαχιάς και Ζάχος, όνομα Ζαχαριάς.
Ηλιοστάλαμμα=καταμεσήμερο (ντάλα μεσημέρι) — Ημερόδεντρος, ήμερος δέντρος· δέντρος η δρυς. Βαλάνια από ημερόδεντρον τρων και σήμερον οι πιστικοί.
Θιαμαίνομαι, θαυμάζω, εκπλήσσομαι
Ιστ, ιστ σάλαγοι προβάτων
Κοπή=το κοπάδι, — Κοτάω=τολμώ. — Κρούει ο ήλιος =βγαίνει, ανατέλλει, χτυπάει. — Καρβανάρος, Ο αφέντης του καρβανιού — Κράκουρα. η άκρα άκρα του ψηλού βουνού — Καπρί, αγριογούρουνο. — Κλαπατάρια, φτερούγες των πουλιών — Κούροι και κούρος Ο κουρεμός του κοπαδιού. — Κωλόκουρα, τα μαλλιά που βγάζουν κουρεύοντας τα πισινά των προβάτων — Κολτσίδες αγκάθια που κολλούν τα μαλλιά των προβάτων τα λεν και σκάλια από το σκαλώνω. — Καπούλια τα πισινά των ζώων. — Καταγός ποταμού ή αυλακιού, η πηγή, το κεφαλάρι, Γκλάβα εις Πωγώνιον της Ηπείρου. — Κλίτσα και αγκλίτσα, το ραβδί των ποιμένων. — Κόθρα τα ξύλινα στέφανα που δένουν τα κουδούνια και τα περούν 'ς τους λαιμούς των προβάτων. — Καυκί=ξύλινον αγγείον. — Κιβούρι=το φέρετρον του νεκρού. — Κουρμαίνομαι, αφικράζομαι, ακροώμαι.
Λιοβόρι, ζεστός και δυνατός καλοκαιρινός άνεμος=λιψ. — Λιάς= Ηλίας. — Λουμάκι, νεόφυτον δένδρον ευθυτενές.
Μπόρα=λαίλαψ των αρχαίων (βροχή ραγδαία μετά ανέμου). — Μπεζερίζω, σημαντικώτερον από το βαρυούμαι, δηλαδή βαρυούμαι έναν τόπον ή μια ζωή με αηδίαν. — Μ' αγγελοκρούει ο χάρος=πνέω τα λοίσθια. — Μάρα μαρασμός, πάθος, καϋμός.
Να πρέπουν (να τα λαλούν να πρέπουν) να διαπρέπουν, να δείχνωνται, να γνωρίζωνται από μακρυά.
Ξενοδουλευτής, ο εργαζόμενος (ρογιασμένος) εις ξένον αφέντην εργάτης. — Ξομπλιάζω σχεδιάζω, ξόμπλι της πατούνας = σχέδιον με κέντημα των καλτσών. — Ξέφωτο, το μέρος που φωτίζει πολύ ο ήλιος· λέγεται και λιακωτό (ενίοτε και ηλιοστάσι). — Ξαρίζει ο ήλιος=καίει αφόρητα· ζάρα, η φωτιά κυρίως η θράκα.
Οώ! Οώ!=σάλαγος βοδιού. — Όι, όι=σάλαγος προβάτων. — Ορμάνι δάσος πυκνόν.
Πετροκότσυφας, πετροπέρδικα, πετροχελίδωνο, πέρδικα και χελιδόνι του βουνού — Πλουμίζω= κεντώ, πλουμίδι, κεντίδι. — Περογλίες και περγουλιές τα απλωμένα επάνω εις κρεββάτια κλήματα. — Πλατόνι, το αλάφι. — Περδικομμάτα, κόρη με μάτια ωραία σαν της πέρδικας. — Προσκάμνια και στρουγγολίθια, τα λιθάρια που είνε 'μπροστά 'ς την ποριά της στρούγγας και κάθηνται οι αρμεχτάδες. — Πόσι, μανδήλι. δεμένο 'ς το κεφάλι. — Ποκάρι=δέμα μαλιού ενός προβάτου. — Προγγάω, βαρώ, σκιάζω, σκορπάω τα κοπάδια βγαίνοντας 'μπροστά και ανοίγοντας τα χέρια. — Πιξάρι, δένδρον. — Παληόκαστρο, τα ερείπια ης αρχαίας Νικοπόλεως κοντά εις την Πρέβεζαν, επίσης τα ερείπια παντός κάστρου. — Προβιά, το δέρμα των προβάτων, τραγιά των γυδιών, αλογιά των αλόγων. — Πολλιώρα προ ολίγης ώρας. — Προσθήλυάζω και προστηλυάζω θέτω εις το βυζί των προβάτων όπως βυζάξωσι. — Πάγρα, παγωνιά.
Ραϊδιό_=ραϊσμένοι μεγάλοι βράχοι, γκρεμοί. — Ραδίζω=διαβαίνω. — Ροδάμι, χαμόκλαδο. — Ριζά, η ρίζα, τα χαμοκλήματα του βουνού, δέντρου κτλ — Ρώπια, χαλάσματα, — Ρουπάκια άγρια δένδρα του βουνού ανώμαλα.
Σαλαγάω συνηθίζεται εις μπουλούκι από πρόβατα, δηλαδή βαρώ 'μπροστά, οδηγώ κτλ. Ο σάλαγος και σαλαγή έχουν ύστερα και την σημασίαν του θορύβου. — Στίφτω επί ποταμού και βρύσης = στειρεύω, ξηραίνομαι. — Στριγγιά φωνή = δυνατή οξεία· — Στάνη, 'ς τα χωριά συνήθως λέγεται το μέρος που βρίσκονται τα πρόβατα, το τσομπαναριό· εις τους νομαδικούς όμως πιστικούς στάνη λέγεται το σύνολον 10, 20, 30 καλυβιών δηλ κινητό χωριό τσομπαναραίων με αρχηγόν τον τσέλιγγα, τα και σκουτέρια καλούμενα· — Στοιβανιές, η στοίβες των κλαριών και ξύλων που αραδιάζουν οι χωρικοί 'ς ταις αυλαίς και τα πεζούλια των σπητιών. — Σκάρος νυκτερινή βοσκή. — Στειροχωρίζω, χωρίζω τα στέρφα (=στείρα) από τα γαλάρια. — Σάρικα, η φλοκάτα — Σαργιά, η κιτρινωπή λίγδα που βγάζουν τα μαλλιά των προβάτων. — Σφοντυλάω, στριφογυρίζω (αδράχτι, άνθρωπον). — Στόλισμα και στάλος το μέρος ή η ώρα που σταλίζουν (αναπαύονται) τα γιδοπρόβατα, ιδίως το μεσημέρι. — Σκάνιο, θλίψις, μαρασμός, ρήμα σκανιάζω. — Στουρνάρια, η τσακμακόπετρες, που ανάφτουν χτυπώντας με τον πριόβολο (πυροβόλο)· — Στεφανωτήμου και στέφανόμου — γυναίκα μου. — Στια, εστία, πυρά, ανθρακιά. — Σκούζω φωνάζω. — Σιαδάκι και σιαδαράκι, ίσιος τόπος. — Σεντούκι κασέλα μακρυά — Σίντα, όταν. — Σταλίκι ίσιον ξύλον ξηρόν
Τσουγγρί, κορφή βράχου, βουνού, δάσους — Τρουκάνια, τα τετράγωνα κουδούνια των προβάτων, χαλαροκούδουνα, τα συνηθισμένα κουδούνια του κοπαδιού που έχουν τους γλυκούς ήχους· μπιμπίνες τα μεγάλα κουδούνια των κριαριών, των γκεσεμιών από τους ήχους των μπιμ-μπιμ· κύπροι και κυπριά τα κουδούνια των γιδιών και τράγων. — Τυροκομώ, φκιάνω τυρί. — Τζαμάρα, μακρυά φλογέρα βραχνή· κατασκευάζεται και από φλοιόν ιτέας.
Φλόκος, τα κρόσια της φλοκάτας και κάθε μαλλίνου υφάσματος. — Φουρκάλλες, διχαλωτόν ξύλον. — Φτουρώ και νταγιαντώ = βαστώ, υποφέρω. — Φράξος, δένδρον από τον φλοιόν του οποίου βάφονται τα μάλλινα υφάσματα κατάμαυρα.
Χερακώνω, χουφτιάζω με το χέρι. Χελιά, κούλια, κάλεσσα, στερφοκάλεσα, κανούτα, καψαλή, κότσινη, μονοβύζα, ονόματα προβάτων διδόμενα από το χρώμα και από την μορφήν.
Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
[Η εν τω ημερολογίω «Ποικίλη Στοά του 1895 δημοσιευθείσα και ανευρεθείσα νυν ΓΚΟΛΦΩ αποτελεί το πρώτον σχέδιον του ΨΩΜΟΠΑΤΗ και συνεπώς εθεωρήσαμεν περιττόν να περιλάβωμεν αυτήν μεταξύ των δημοσιευομένων έργων, καθότι ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ ανεπτύχθη υπό του ιδίου ποιητού, ετροποποιήθη κ' ετριπλασιάσθη. Εδημοσιεύθη δε η ΓΚΟΛΦΩ υπό του εκδότου του ημερολογίου μετά τον θάνατον του ποιητού.)
Η ΠΕΤΡΑ
Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες, Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα. Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν Μες του Γιαννή Καράμπελα τάμορφα στανοτόπια Βλέπουν στη χλόη τη δροσερή ολόρθο να προβάλη Μαύρο λιθάρι, ατέριαστο με τάλλα τα λιθάρια, Σημαδιακή κι' ανέγνωρη και πλάσης άλλης πέτρα, Πέτρα που μάγια θάματα στο νου και μύθους φέρνει. Τη δείχνει, ορθή που στέκεται, κορμί πανώριας κόρης, Οπώχει σκόρπια τα μαλλιά και χαλασμένες πλέξες, Οπώχει κόρφους ανοιχτούς, πώχει ποδιά λυμένη Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα μαύρα Μυρτιάς, αρείκης θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα. Τη λέγουν «Χρύσω» οι πιστικοί που γύρω εκεί σταλίζουν. Μαυρίζουν τα μαντρόσκυλα που τρώνε τους διαβάτες, Έρχονται πρόθυμοι σιμά, πινάκι γάλα φέρνουν Και για την πέτρα θλιβερό τέτοιο αρχινάνε μύθο.
ΤΟ ΚΟΠΕΛΙ
Όλοι αγαπούν της τάξης τους ανύπαντρα κοράσια, Μα ο Λάμπρος, πιστικός φτωχός και τσέλιγγα κοπέλι, Πήγε κι' αγάπησε ο ζαβός τ' αφέντη του την κόρη, Την κόρη την μονάκριβη, τη Χρύσω την πανώρια. Έτσ' αγαπούν καμμιά βολά τυφλά και δίχως γνώσει Και χάνεται ο δόλιος νιος και χάνεται κ' η κόρη. Τ' είνε του κόσμου απάτητο σημερινό ζακόνι, Βασιλοπούλα ο βασιλιάς, φτωχιά ο φτωχός να παίρνη. Και πάνε κείνα, πέρασαν αντάμα με τα χρόνια, Τα παραμύθια τα χρυσά που μολογούνε οι γέροι, Πώπαιρνε ο ρήγας βόσκισσα κι' ο χτίστης ρηγοπούλα. Κι' ο Λάμπρος κάποτ' ένοιωθε τ' άπρεπο του καϊμού του. Τότε τον βρέσκαν οι βοσκοί στα δέντρα ριζωμένο, Με το κοπάδι αμάζευτο σ' όλα τα πλάγα σκόρπιο, Να κλαίη να κλαίη και θλιβερά να λέη ο μαύρος τέτοια: — «Άθλια καρδιά, πώς σκόνταψες τυφλή στο βρόχι τούτο; Γιατ' είσ' ενού φτωχού καρδιά πούνε κυρά του η Χρύσω. Εσύ καλά ήσουν μια βολά με τ' άστρα ερωτεμένη, Με τα ρουμάνια, τα βουνά, τους κάμπους, τες βρυσούλες, Με τα λουλούδια, τα πουλιά, τα γρέκια, τα γαλάρια, Με την ξανθούλα ανατολή, με το ροδάτο δύσμα, Με τούτη την Πεντάμορφη οπού τη λένε Πλάση. Πώς σε ξεπλάνεψαν, καρδιά, δυο μαύρα μάτια κόρης, Που την αγάπη σου ποτέ δε θα μπορής να δείξης;» — Τι επέρασε πολύς καιρός, επέρασαν τρεις χρόνοι, Που η κόρη τώφερνε ψωμί κάθε βραδύ στη στάνη Και του βοηθούσε στ' άρμεγμα και τώπαιρνε το γάλα, Κι' ο Λάμπρος πάντα δείλιαζε για να της πη τον πόνο.
Τ' ΑΣΤΡΙ
Άλλοτες γύρναε, θόλωνε σαν τον καιρό κι' ο νους του, Και τρέμοντας, σαν άρρωστος οπού τ' άναφτ' η θέρμη, Έγερνε στ' άστρο της βραδιάς τ' αχτιδοστολισμένο Κ' έλεγε λόγια οπώδειχναν άσβεστο τον καϊμό του. — «Άστρι τ' απόσπερνου λαρό, γλυκόφωτο, πανώριο, Στην ωμορφάδα ασύγκριτο, στη λάμψη πρώτο απ' όλα, Που με τ' απόκλωσμα του ηλιού προβάλλεις μες τη ράχη Ανάερε λύχνε, ουρανικέ, οπ' άγγελος σε ανάφτει Να σημαδεύης ένωρα τον ερχομό της νύχτας, Για να ξεζεύη στ' όργωμα τα βώδια του ο ζευγίτης, Να γέρνη από τον ποταμό που πλένει η κορασίδα. Στον αρμεγώνα ο πιστικός να φέρνη το κοπάδι, Να στρέφουν από τες βοσκές στην κούρνια τα πουλάκια, Να κλειούν τα φύλλα του βουνού τον κάμπου τα λουλούδια Και να ησυχάζουν πέλαγα, στεριές, ακέρια η Πλάση Κάτου στον ίσκιο που ο Θεός απλώνει απανουθέ της. Άγιο των μαγισσών αστρί και της αγάπης άστρι, Οπού βαθύ χαιρετισμό σα προσευκήν ο κόσμος Το πλιο ακριβό και μυστικό τραγούδι του σου πέμπει. Που στάζει κάθε αχτίδα σου μες την καρδιά άγιο μύρο, Κι' αν φέρνη σούρπωμα στη γη και στα ματάκια υπνίλα, Όμως στα βάθια τ' άγνωρα ξυπνάει και ζωντανεύει Όλα τα μάγια τα κρυφά της μεστωμένης νιότης, Όλους τους πόθους, τους καϊμούς, τους πόνους, την αγάπη. Κ' εγώ αγαπάω· συ μοναχά και τα πουλιά του λόγγου Ξέρετε την αγάπη μου σ' όλην αυτήν την Πλάση. Πολλές βολές στα μάτια της τα μαύρα και μεγάλα Είδα να καθρεφτίζεται η λαμπερή σου αχτίδα Πολλές βολές κουρμάστηκα οι αντίλαλοι του λόγγου Να παίρνουν οχ το στόμα μου και στα πουλιά να λένε Το χαϊδεμένο τόνομα της μαυρομάτας Χρύσως. Να κάτεχες τι χαλασμός που γένετ' εδώ μέσα! Είνε αβλεμόνι ο πόνος μου, πέλαγο δίχως άκρη, Δρακόλιμνα χωρίς βυθό, γης χάσμα, στια μεγάλη, Πόταμος με κατεβασιά που ριζιμιά ξεσέρνει. Κ' η Χρύσω είν', άστρι, η μάγισσα που δύνεται και ξέρει Πώς να μερέψη ο ποταμός, η στια πώς ν' αποσβύση, Πώς του πελάου ο αβλέμονας, πώς ο βυθός της λίμνης Να στίψουνε, να πατηθούν κι' ο χαλασμός να πάψη. Όμως ποτέ δεν ξάνοιξα καλό ένα διάνεμά της. Κ' η παπαρούνα, ο κύσσερας πώσκασα την αυγούλα Με τη δεξιά παλάμη μου τίποτα δε μου δείξαν. Μάδεψα εφτά ασπρολούλουδα πολιώρα μες το σάδι Τα τέσσαρα μούπαν το ναι, τα τρία μούπαν όχι. Από καθάριο μάλαμα κι' ασήμι να σε κάμω Μέσα στο κατασάρκι μου να σε κρεμάσω σα γκόλφι, Σα χαϊμαλί, σα φυλαχτό, να γένω δουλολάτρης Να πέφτω να σε προσκυνάω το βράδυ που προβάλλεις. Φέρτην, αστρί, τη Χρύσω μου φέρτην στον έρωτά μου. Το δεξί μάτι μου φλυτρά μη θα γενή το θάμα; Ω Χρύσω, που το χνώτο σου μοσχοβολάει σα γάλα, Κι' ολόβολη μοσχοβολάς σαν άνθι από θυμάρι, Πούσε οχ τα χιόνια ασπρότερη της Παγωμένης Ράχης, Σαν την αγράμπελη ανθερή, γλυκειά σαν την παγούδα, Σαν την αρνάδα κάλεσσα και σαν τη χλόη δροσάτη. Χρυσοπηγή, χρυσόνειρο της άπραγής μου νιότης, Δείξε μου μια βολά κ' εσύ σημάδι αγάπης, Χρύσω, Τι ο μαύρος θα να βουρλιστώ με τον καϊμό που θρέφω, Τι στα μελίγγια μου ο καϊμός βαριά ξανάφτει θέρμη, Κι' αν κλαίγω, τα ματάκια μου για εσένα κλαίγουν, Χρύσω.
Η ΚΟΡΗ
Ένα σπερνό που αράδιαζε τέτοιους καϊμούς στ' αστέρι Ο ερωτεμένος ο βοσκός γερμένος στο ραβδί του Κ' έκρυβε στα δυο χέρια τον τα μάτια του που κλαίγαν, Από του λόγγου τα δεντρά προβαίνει ξάφνου η Χρύσω, Του αφεντικού του η μοναχή κι' αμάλαη θυγατέρα. Περίμορφη σαν του βουνού την κάρια περδικούλα, Μεστή σα στάχυ του θερτή, ξανθιά σαν την κερίθρα, Φωτοπερίχυτη λαμπρή σαν τ' άστρι που ξεφεύγει, Λαχταριστή κατάγλυκια σαν τη δροσοσταλίδα, Σαν το κρινόχνουδο απαλή και μοσχοβολισμένη. — Λάμπρο, δειλά ανακράζει τον. — Ποιος είνε; — Εγώ είμαι η Χρύσω. — — Τι τρέμεις; η όψη σου γιατί τόσες βαφές αλλάζει; Πώς με τηράει το μάτι σου και στη καρδιά με σφάζει; — Αμίλητη τα μάτια της η κόρη χαμηλώνει. Τα ροδοκάλια της αυγής της δύσης η πορφύρα Μες την πανώριαν όψη της αδερφικά είχαν σμίξει. Τα χέρια της με της ποδιάς την άκρη άστοχα παίζαν Και μια της φτέρνα εσύντριφτε της γης εν' άγριο γιούλι. Καλότυχο χίλιες βολές της γης το λουλουδάκι Που ξεψυχάει παράκαιρα κάτου από τέτοια φτέρνα. — Μη γιατί κλαίω, γιατί βογγώ; της κρένει ο Λάμπρος πάλε. Μύθος δεν είνε, εγώ πονώ κ' εσύ το ξέρεις Χρύσω. — Η κόρη ολόρθη σώπαινε, κι' όντας σωπαίν' η κόρη Κ' όντας δε φεύγει δε προγγά, θα πη πως δεν πεισμώνει, Θα πη πως την ελόχεψε κι αυτή με το κεντρί της Η μέλισσα η χρυσόφτερη που τήνε λεν Αγάπη, Και με τα λόγια τα γλυκά τ' αγούρου αναγαλιάζει. Ψάρεψε ο Λάμπρος στη σκοπή τ' άφαντο μυστικό της. Τα στήθια του από ολόβολο κοτρώνι ξαλαφρώσαν, Της αχνισμένης όψης του σφογγάει τον κρύον ίδρω, Παίρνει βαθύν ανασασμό μες οχ τα φυλλοκάρδια. Γροικάει καινούρια ανάκαρα, νέα ύπατα, νέα πόδια, Τη συντριμμένη του ψυχή μπροστελεμένη νιόθει Ξεθαρρεμένος σέρνεται στης κορασιάς το πλάγι, Κι' ωσάν σε ονειροφαντασιά νάπλεε σιγά μιλεί της Μ' όλα τα μάγια της φωνής και του καϊμού τη θέρμη. — Μη ξεφτυλάς τ' ωριόπλουμο κεντίδι της ποδιάς σου Μ' αυτά τα κρινοδάχτυλα πώχουν πλαστή για χάιδια. Μ' αυτό το πόδι το μικρό που με μεθά η θωριά του Μη το σκοτώνης τ' ώμορφο τ' αθώο της γης λουλούδι. Κι' αυτά τα μάτια που καιρούς και μήνους με πλανεύουν Κατά το χώμα ντροπαλά γιατί τα χαμηλώνεις; Χρύσω, γλυκανασήκου τα, γύρε τα κατ' εμένα Και στάλαξέ μου στην ψυχή με την αγνή τους σπίθα Τα θάρρητα της παντοχής, τα βάρσαμα του πόνου. Δος μου το τ' άσπρο χέρι σου μ' όλη τη βούλησή σου Στην ξαναμένη μου καρδιά να το σιμώσω, Χρύσω, Να νιόσεις τη λαχτάρα της, τους χτύπους της ν' ακούσης Αχ! ο μεγάλος μου ο καϊμός θα να μ' αποσβολώση, Θα γένω σαν τον ξέρακα τον αστραποκαμένο Και θα χαθώ στην έρημο χωρίς δροσούλα κ' ίσκιο, Χωρίς αντίρριμα χλωρό, χωρίς κλωνί ανθισμένο. Έλα να ζήσουμε μαζί σαν τα τρυγόνια, Χρύσω, Να περπατάμε τες ερμιές, τ' απάτητα τα λόγγα, Πούνε τ' ανεύρετα νερά τ' αμάζωχτα λουλούδια, Κι' οπού το λεν οι πέρδικοι κ' οι κούκοι ξεγνοιασμένοι. Ιδές, ο Μάης με τες δροσιές και τα πολλά του τ' άνθια Και με την ερωτάρικη τη μυστικιά του γλώσσα Γροίκα, τρανά σ' ανακαλεί στη μαγική αγκαλιά του Άκου, με τους κελαϊδισμούς τ' αηδόνια σ' ανακράζουν —
Η ΑΓΑΠΗ
Όταν από δροσόπαγο κλιτό και μαργωμένο Μνήσκει στον κάμπο ολονυκτής τ' Απρίλη το λουλούδι Και την αυγούλα το φιλούν μόλις του ήλιου η αχτίδες Κ' εκείνο αναθερμαίνεται και ξεπαγώνει αγάλια· Κ' η Χρύσω έτσι ξεπάγωνε κ' έτσ' αναθερμαινόταν Με τα θερμά γλυκόλογα του πιστικού του Λάμπρου. Πέφτει του Λάμπρου το ραβδί π' ακούμπαε το πλευρό του, Της Χρύσως έπεφτε η ποδιά, τα χέρια χαρβαλώναν Κι' άθελα βρέσκαν κι' άγγιζαν του πιστικού τα χέρια. Έτρεμε σαν την καλαμιά κι' ανάγερνε τα μάτια Πλημμυρισμένα από καϊμό και φλογερά απ' αγάπη, Κι' όπως κοχλάζει απ' άνεμον η φουσκωμένη λίμνη Έτσ' ανεβοκατέβαιναν οι αμαλαγοί της κόρφοι. Στ' αντικρινό κατάρραχο έλαμπε τ' ώμορφ' άστρι, Τα σπερινά τ' απόφοιτα στο βάθο ασπρολογούσαν Και κάπου κάπου στη θαμπή και μακρινή τους φέξη Το μονοπάτι του βουνού ξεχώριζε στους βράχους. Ίσκιωνε ο κάμπος χαμηλά κ' η ρεματιές θολώναν, Τ' αεράκι κρυφομίλαε με του βουνού τα φύλλα, Γυρνούσαν από τες βοσκές τ' άγρια πουλιά της έρμου, Σα λιθοσώρι ο χρυσαετός ατάραγος κι' ολόρθος Ανάκραζε το τέρι του μες του γκρεμού το φρύδι, Αράδιαζε από διάρραχο μικρό κοπάδι κι' άσπρο Και κάπου ακουόταν σαλαγή, κάπου βραχνή φλογέρα. Του Λάμπρου σκόρπια ολόγυρα τα πρόβατα βοσκούσαν Και τα γαλαροκούδουνα γιομόζαν τον αέρα Μ' αρμονικό κι' ολόγλυκο κι' ανάκουστο ηχολόι. Στο σάδι παίζανε τ' αρνιά κι' ο νιος στην αγκαλιά του Την κόρη βάσταε άλαλη και λιγοθυμισμένη.
ΤΟ ΚΡΙΜΑ
Πολλές βραδιές π' αντάμωναν φυλιώνταν από τότες Κ' έλεγαν την αγάπη τους κι' άργαγε λίγο η Χρύσω Κι' αν τη ρωτάγαν «τι άργησες;» τα γονικά στο σπίτι Χίλιες τους εύρισκε αφορμές, μύρια της στράτας μπόδια. Κ' ένα βραδύ από τα πολλά, κοντά το πρώτο σούρπο, Δίχως ν' αρμέξουν πρόβατα, να ειπούν και πολλά λόγια. Την πήρε από το χέρι ο νιος την ώμορφη την κόρη Και να, σε δαύτη τη σπηλιά, στο μονοπάτι δίπλα, Νυφούλα δίχως γάμου ευκές και βλογητό στεφάνι. Με τα φιλιά την έσυρε με χάιδια ο ψωμοπάτης. Χλόη δροσερή από τα βαρκά, μυρτιές από το ρέμα, Πεύκα του λόγγου ευωδερά, λουλουδιασμένες δάφνες Κι αρείκη του βουνού απαλή και νιόβγαλτο θυμάρι Έκοψε κ' έστρωσε ο βοσκός κ' έγειρ' εκεί την κόρη.
ΤΟ ΘΑΜΑ
Στη ράχη πρόβαινε λαμπρό της χαραυγής τ' αστέρι, Στου λόγγου τα πυκνά δενδρά ξυπνούσαν τα πουλάκια Κι' ανάκραζαν με τους γλυκούς κελαϊδισμούς την πλάση. Τότες ξυπνήσανε κ' οι νιοι μες την κρυφή φωλιά τους, Στο μοσχοβολισμένο τους και μαλακό στρωσίδι, Κομένοι αχνοί και βάρυπνοι και σα ξαγρυπνισμένοι, Ξαρματωμένος ο βοσκός σα σκλάβος του πολέμου, Η νια με κόρφους ανοιχτούς και με ποδιά λυμένη Και στα ρουτιά τα κεντιστά και στα μαλλιά τα σκόρπια Μυρτιάς, αρείκης, θυμαριού κλωνάκια σκαλωμένα. Τους χτύπησε της χαραγής το παγερό τ' αέρι Και ξαστερώσαν ξάνοιξαν οι μαύροι λογισμοί τους. Τότες θυμήθηκε ο βοσκός τα ζωντανά, τη στάνη, Κι' αφίνει ευτίς τη σπηλιά με τ' απαλό το στρώμα Και την πανώρια αγάπη του με τα γλυκά φιλιά της, Με τ' άσπρο, το μεστό κορμί, τη λιγερή τη μέση Και την ολόθερμη αγκαλιά που χάρηκε όλη νύχτα. Όμως το γρέκι του αδειανό κ' έρμη τη μάντρα βρίσκει. Τα στρουγγολίθια, τα κλαριά, μπροστά του ζωντανέψαν Κ' έγειναν όλ' αφεντικά κι' ανθρωπινά του κρέναν: — Λάμπρε, πούνε τα ζωντανά; Λάμπρε, πούνε το βιο μου; — Ο Λάμπρος αλλοφρένιασε κ' έχασε τα ύπατά του. — Ω συμφορά, που μ' έσυρες άστοχε λογισμέ μου! Πάτησα αφεντικού ψωμί κ' έχασα και το βιο του! Είνε το κρίμα μου βαρύ σαν το βουνό του Σμόλκα, Το κρίμα πώκαμα ο ζαβός μες το βρασμό της νιότης. Το πώς στον κόσμο εγώ να βγω, τι λόγο θα να δώκω; Ω θε μου, ιδές και σώσε με τι με τηράς ακόμα, — Την ίδιαν ώρα πρόβαλε 'στούτο το σάδι η Χρύσω. Η μαύρη εδώ είδε ολάνοιχτους και μαλαχτούς τους κόρφους Και φιλημένον το λαιμό και την ποδιά λυμένη Κ' εδώ θυμήθη κ' ένιοσε την άσβεστη ντροπή της. — Μανούλα μου, ξεφώνησε σα λιγοθυμισμένη, Με πλάνεψε και μ' έχασε με τα γλυκά του λόγια. Όντας μου τάλλεε βολετό δεν ήταν πέτρα να ήμουν; — Τους ελυπήθηκε ο Θεός γιατ' ήταν νιοι κ' οι δυο τους Κ' έτσ' έγεινε ο βοσκός πουλί κ' η κόρη αυτείνα η πέτρα.
Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ
Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, Οπώχουν τους ψηλούς γκρεμούς και τα μεγάλα λόγγα, Και τες αμέτρητες κορφές και τες πολλές βρυσούλες, Οπώχουν τα περίφημα τα πλούσια τσελιγγάτα, Τα κακοτράχαλα βουνά του Πίντου όσοι διαβαίνουν, Ξάφνου από βράχου, από γκρεμού κορφή και από ραχούλα Στριγγιά γροικάνε σουρατά, σα να σουράη τσοπάνης Και σαλαγάει τα πρόβατα και σαλαγάει τα γίδια. Τότες οι πιστικοί οι καλοί, που γύρω εκεί σταλίζουν, Δείχναν με τες αγκλίτσες τους και τα στραβορράβδια Σε βράχου απάνου, σε γκρεμού κορφή και σε ραχούλα Μικρό σταχτόφτερο πουλί και λένε: — &Ω ψωμοπάτης&—
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΜΕΝΑ
Η ΑΡΠΑΓΗ Η ΠΕΝΤΕΛΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ
Η ΑΡΠΑΓΗ
Λεβέντες αρματώνονται να παν ν' αρπάξουν κόρην, Κόρην για τον σταυράδερφο τον μπράτιμο το Θύμιο. Νύχτα σελλώνουν τάλογα, νύχτα τα καλλιγώνουν, Και αυτή του Θύμιου η αδερφή λύχνον κρατάει και φέγγει, Τον λύχνο 'ς τόνα χέρι της και 'ς άλλο το ποτήρι, Ποτήρι και καυκόπουλο που τους κερνάει και πίνουν, Όσα ποτήρια τους κερνάει τους λέγει και τέτοια λόγια: —Αυτού που πάτε, μπράτιμοι, αυτού που πάτε, αητοί μου, Την κόρη που θ' αρπάξητε την ώρηα περδικούλα, Μη μου την βαλτώσετε, φτερό να μην της πέση, Σαν νύφη να την φέρετε και σαν μεγάλη αφέντρα. Κ' εγώ στον καλογυρισμό θα νάβγω στο καρτέρι, Να σας διπλώσω τα καυκιά και τα κρασοποτήρια. Όλα του Ολύμπου τα χωριά, όλα κοράσια τρέφουν Κοράσια σαν το κρύο νερό και της αυγής την στάλλα. Μα σαν το κάτου το χωριό που γέρνει προς την Όσσα, Που ασπρολογάει πλατύ, απλωτό που φλάμπουρα το ισκιώ- [νουν Και το ποτίζει ο πόταμος, λίγα χωριά γεννάνε Τέτοια κοράσια που είδα εγώ, τέτοιες Ξωθιές του Ολύμπου Και 'ς του χωριού τες ώμερφες ώμορφη και ακουσμένη Ήταν η Δέσπω η μοναχή του Αρχόντου θυγατέρα. Γκόλφι την είχε το χωριό κι' ο Όλυμπος τραγούδι, Τα μάτια τα γραμμένα της και το τρανό όνομά της Σκάζει τους νιους τους δύστυχους, πλαντάζει τες κοπέλλες, Κ' ένα φτωχό βοσκόπουλο κι' ώμορφο κι' αντρειωμένο, Απ' άλλο, μακρυνό χωριό, το μπλέξανε 'ς αγάπη. Μπροστά της βγαίνει ολημερίς 'ς τη βρύσι 'ς το κοπάδι Και με χιλιάδες λόγια του και με γλυκά τραγούδια Την ωμορφιά της παίνεσε κ' έδειχνε τον καϊμό του Κι' από τα λόγια τα πολλά κι' από τα γλυκά τραγούδια, Εξεπλανέθη η ανήξερη κ' η άπραγη καρδιά της… Ο Θύμιος στέλνει προξενιά. Δεν την εδέχθη ο Αρχος, Και το φτωχό βοσκόπουλο το σκάει, το φοβερίζει, — Εγώ είμαι ένα βοσκόπουλο, θρεμμένο μέσ' 'ς τα ορμάνια, Και δεν με σκάζουν, άρχοντα, άργητες και φοβέρες, Εμένα αγάπη μοναχά βαριά με βαλαντώνει, Το βιο σου δεν σου γύρεψα, εγώ την Δέσπω θέλω, Χίλια θα κάμω βολετά και θε να σου την πάρω. 'Στήν ποταμιά της Σαλαμπριάς τρεις νιοι τρεις αντρειωμένοι, Ο Γιάννης ο Πλανόγιαννος, ο Πάνος Πλατανιώτης, Και το μικρό Αρχοντόπουλο αντάμα τρων και πίνουν, Αντάμα έχουν και τάλογα σε μια ταγί δεμένα, Σε μια ταγί σ' ένα δεντρί, σ' ένα παλιό πλατάνι, Του Γιάννου το σιδερικό σκάφτει μανό το χώμα Με τα χονδρά του πέταλα κι' ολόγυρα λιθάρια Και σβόλους χώματα σκορπάει, του Πλατανιώτη ο μαύρος Στο στόμα με τη γλώσσα του το χαλινό του δέρνει Κι' αφρούς χύνουν τα ορθούνια του κι' όλο βαριά φρυμάζει, Το δούριο τ' Αρχοντόπουλου το δέντρο αναταράζει Κι' αυτιάζεται παράξενα και χλιμιντράει με ζόρι. Ξάφνου τρεχάτος γλήγορος πλακώνει πεζοδρόμος. — Εσείς τρώτε και πίνετε και πίσω σας κουρσεύουν, Κουρσάροι καβαλλάριδες χουμήσαν στο χωριό μας. Μ' ήλιον, με μέρα εχούμησαν και τώκαμαν λυμούρα. Δριμόχολο και χαλασμός. Πάνε του Γιάννου οι κήποι. Ξεθεμελιώσαν τες λιθιές, τες φράχτες, τα πλοκάρια. Τ' αμπελοφύτια, τες σπορές του Πάνου ξεχωνιάσαν, Και του μικρού Αρχοντόπουλου το πατρικό πατήσαν Και σκλάβαν πήραν την καλή, την ακριβή αδερφή σου, Ο Γιάννος επαινέθηκεν άλλους να σκάψη κήπους Ο Πάνος λέει, άλλες σπορές, κι' αμπελοφύτια οργόνει. Μα το μικρό Αρχοντόπουλο άλλη αδερφή δεν κάμνει. Να πάη μονάχο ντρέπεται.
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑΣ
Όλοι το ηλιοβασίλεμμα κυττάζουν το πανώρηο, Κ' η κόρη οπώχει τον καϊμό τους κάμπους αγναντεύει, Να ιδή κοπάδια αν έρχωνται κι' αν κούγωνται τρουκάνια. Ουδέ κοπάδια φαίνονται κι' ουδέ τρουκάνια ηχούνε. Δακρύζουν τα ματάκια της και τέτοια λέει ο νους της. — Γιατί με κακοπάντρεψες, μανούλα με κλαρίτην, Που κάνει μήνες στα βουνά και ξάμηνα στους κάμπους; Άλλοι του πάνε το ψωμί, άλλοι του παν τα ρούχα, Κ' εγώ κοιμούμαι μοναχή χειμώνα καλοκαίρι, Με την ροκούλα μου αγκαλιά τ' αδράχτι στο ζωνάρι, Βρέξε, χειμώνα, χιόνισε κλείσε τα κορφοβούνια, 'Ρίξε ένα πετροχάλαζο κ' ένα πυκνό δρολάπι, Για να πνιγούν τα χειμαδιά κ' οι κάμποι να χαλάσουν, Για να βραχούν τα πρόβατα, τα κόθρα να μοσκέψουν, Και να σαπούν τα ράμματα, να πέσουν τα τρουκάνια, Να χάση ο γιός μου την κοπή, την στάνην ν' απαριάση, Να φορτωθή τον αραγό, νάρθη να ζάη στο σπίτι.
Τ' ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ
Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω. Τάχα από ποιο βουνόκορφο και ποιόν γκρεμό να πέφτη; Σε τι λαγκάδι να περνά. Σαν ποιο λιβάδι τάχα Να βρέχη, να δροσολογά; Τι δέντρα να ποτίζη Και τι λουλούδια να φιλή; Τάχα σαν ποιο ακρογιάλι Με αγάπη να το δέχεται γλυκά 'ς την αγκαλιά του; Τι αγγέλοι τάχα, τι πουλιά, τι πρόβατα το πίνουν, Και τι νεράιδες ώμορφες να λούζουν τα κορμιά τους; Σαν πώς να λάμπη εκεί ο ουρανός; Σαν πώς να ξημερώνη; Πώς να σουρπώνη από βραδίς; Τ' αστέρια πώς να φέγγουν Σαν ποιο στρατί να βγαίνη εκεί; Σαν πού θα τ' απαντήσω; Χρόνια και μήνες πλάνεσα, σαν διψασμένο αλάφι, Βουνά, ποτάμια επέρναγα, νεροσυρμές και κάμπους, Δεν τ' απαντούσα πούπωτα. Ψηλά σε κορφοβούνι Μάγισσαν κόρην απαντάω απάν' το βράδυ βράδυ. — Μάγισσα, ποιο είνε το στρατί, ποιο είνε το μονοπάτι Ναύρω τ' αθάνατο νερό να πιω να μην πεθάνω; — Διαβάτη μου κι' ωμορφονιέ, είνε μακρυά η πηγή του. Νύχτωσε τώρα πού θα πας στην ερημιά μονάχος; 'Στήν αβρετή μου τη σπηλά πέρνα την νύχτα απόψε, Και με χάραμμα ταχιά σου δείχνω εγώ τον δρόμο. Η Μάγισσα η ερημική, η Μάγισσα η πανώρηα, Μου είπε το βράδυ στη σπηλιά. — Καλόγνωμε διαβάτη, 'Στό πρώτο το ξημέρωμα τον ύπνο ν' απαριάσης, Να πας για νάσαι στο νερό την ώρα που έβγη ο ήλιος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
ΤΟ ΜΕΘΥΟ
Κάτω στην άκρη του γιαλού χωριατοπούλες πλέναν, Πλέναν τα ρούχα κι' άπλωναν και με τον άμμο επέζαν, Φύσηξε ένας κακός θρακιάς, φύσηξε τρεμουντάνα, Και κάποιας ανασήκωσε το γυροφούστανό της, Κ' εφάνη τ' άσπρο πόδι της κατάζορκο ως το γόνα, Κ' έλαμψε ολόγυρα ο γιαλός, κ' έλαμψε ο κόσμος όλος. Ο νιος ψαράς που διάβαινε στην άκρη από την λίμνη Βλέποντας γόνατο λαμπρό, ζωγραφισμένο πόδι, Μεθάει, χωρίς να πιη κρασί κι' από τον νουν του βγαίνει.
ΠΕΝΤΕΛΗ
Όσες βολές κινάω ν' αρθώ Βουνό, να σε απολάψω, — Βουνό, που μες' 'ς τ' ανέγνωρα Και μυστικά σου βάθια, Πώς μου εμεταμορφώθηκες και μώγινες αγάπη Κρυφοθιομαίνομαι κι' εγώ Και μ' αγνωμιά απομνέσκω— Όσες βολές κινάω ν' αρθώ. Βουνό, να σ' απολάψω, Μέσ' αφ' του χαμηλόκαμπου Τα βαρετά τα πλάτια, Τα βαρετά και τ' άδροσα, Τα λιοπυροκαμένα, Ο ευωδερός αγέρας σου Κι' ο δροσοβολισμένος Μου ροβολάει και μώρχεται Να με συναπαντήση Και μέσα μου νέα ύπατα. Νέα δύναμι μου δίνει Να ξεκαμπίσω, τα ισκερά, Να φτάκω τα ριζά σου. Και φθάνω οχ' την αγάπη σου Θερμός και ξαναμμένος, Και σου αγκαλιάζω του κορμιού Τα ασύγκριτα τα κάλλη Με τη θαμπή κι' αδύνατη Κι' ανέτολμη ματιά μου, Γιατί δεν φθάν' η αγκαλιά Δεν φθάνουν μου τα χέρια — Και βόσκω και κορφολογώ, Βουνό τες ωμορφιές σου, Τες ωμορφές σου πούν' θεϊκές Παραδεισοπλασμένες — Τα πολλά δάση, τες κορφές και τα δροσόνερά σου.
Άλλοι τ' αφράτα μάρμαρα Του κόρφου σου ας παινέσουν, Οπού εις αγύριστους καιρούς Θεούς έπλασε η τέχνη. Άλλοι της Φράγκισας Κυράς Ας περιτραγουδήσουν Την ερωτάρικη ζωή Και το θλιμμένο τέλος. Εγώ 'ς τους άσπρους κόρφους σου Δε θάν' απλώσω χέρι, Ούτε για ξένες, για παληές Θα γλυκοκλάψω αγάπες. Εγώ με το τραγούδι μου Να διαλαλήσω θέλω Τα εξωτικά, τα ηλιόβλεφτα Τα ολόφαντά σου κάλλη, Οπού τους πόθους μου ξυπνούν Κι' ανοίγουν μου τα μάτια Και βλέπουν μέσ' 'ς τα κάλλη σου Άλλων βουνώνε κάλλη. Νάξερες, ώμορφο βουνό, Τι μου θυμίζει εμένα Ένα κεδρί, ένας πεύκος σου Μια ρεμματιά, μια βρύσις; Νάξερες πως ξαφνιάζομαι Και πως αιτιολογούμαι 'Σ της άγριάς σου Βαλανιδιάς Το μυστικό μουρμούρι. Νάξερες πως κ' η κάκοψη Πως κι' η τραχιά της φλούδα Γίνεται μέσ' 'ςτά χέρια μου Η πλιο απαλή σαρκίδα. Νάξερες ώμορφο βουνό Τι ενθύμησες μου φέρνουν Τ' απάτητα τα βάθητα Της μαύρης λαγκαδιάς σου. Νάξερες πως η άβυσσο Και το τρανό της χάο Λησμονημένα και παληά Κρυφά μου αποσκεπάζουν. Νάξερες ώμορφο βουνό Τι κελαϊδεί 'ς' εμένα. Της βρύσης σου το γάργαρο Και δροσερό νεράκι. Νάξερες πως κι' η πλιο μικρή Γλυκειά σταλαματιά του Μέσ' 'ς την καρδιά μου αρίφνητα Μου ξανανοιώνει μάγια. Νάξερες, ώμορφο βουνό. Τι πόθους μου ξανάφτει Κ' ένας ανθός σου ταπεινός Με τη μοσχοβολιά του. Νάξερες πως κι' η μυρουδιά Του χόρτου σου, του βάτου, Ονειροβότανου ακριβού Για εμένα μυρουδιά είναι!
Γι' αυτό Βουνόμου, σ' αγαπώ Περίσσ' απ' όλα τάλλα, Γι' αυτό μέσα 'ς τανέγνωρα Και μυστικά μου βάθια Τόσο κρυφά, τόσ' άστοχα Θερμή έχεις γίνει αγάπη. Αθήναι 15 Ιουλίου 1892.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑΣ
«Άρχετε Βουκολικαί τω πένθεος «Άρχετε Μοίσαι.» (Μόσχος)
Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Πώχεις παλάτια μαγικά 'ςτά ισκιερά τα δάση. 'Στά κορφοβούνια τα ψηλά, 'ςτά βαθειά λαγκάδια, 'Σταίς δαφνοσκέπασταις σπηλιαίς και 'στά βαθειά λαγκάδια, Οπώχεις μάνα μάγισσα, πατέρα σου τον ήλιο, Και ταις νεράιδες αδελφαίς, — ταις νυχτογεννημέναις, Πώχεις ραγιάδες τους βοσκούς, τους ώμορφους ζευγίταις· Έλα, βουνίσια Μούσα μου, που ξένου ανθρώπου μάτι Δεν σ' είδε, δεν σ' ελόγιασε νους ξένος, ξένο αχείλι Δεν φίλησε τ' αχείλι σου, έλα 'ςτόν ακριβό σου, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Πάρε δροσιά απ' τον Όλυμπο και δάκρυ από τον Πίνδο, Δαφνούλ' από τον Παρνασσό, πεύκο απ' τη Γκιώνα πάρε, Λουλούδια απ' τον Ταΰγετο, μυρτιαίς απ' την Πεντέλη, Πάρ' άγιο χώμ' απ' τη Γραβιά κι' από τον Μαραθώνα Κ' έλα να τα σκορπίσουμε 'ςτό νιόσκαφτό της μνήμα· Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη. Πες 'ς τους ραγιάδες τους βοσκούς να βγάλουν τα κουδούνια Από τα γιδοπρόβατα, να μη λαλούν φλογέραις· Πες 'ς τα κορίτσια του Δαδιού να μη λαμπροφορέσουν, 'Στά μαύρα πες τους να ντυθούν, και να μη τραγουδήσουν 'Σάν παν 'ςτή βρύσι για νερό, 'ςτήν ποταμιά για πλύμα· Πες να σωπάσουν τα πουλιά και να μη κελαϊδήσουν, Κ' έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη,
Μέσα σε χρόνια δίσεχτα, σε τετρακόσια χρόνια Σκλαβιάς και καταφρόνεσης, ένας λαός ακέρηος Την ωνειρεύθηκε βαθειά — βαθειά με την ψυχή του, Μέσ' 'ςτό κρυφό λημέρι του την ωνειρεύθη ο κλέφτης. Τ' ώμορφο το βασιλόπουλο 'ςτή μάντρα που εκοιμάτο. Ο ζευγολάτης 'ςτ' όργωμα, 'ςτό σάλαγο ο αγωγιάτης, Ο άρχοντας 'ςτό παλάτι του, 'ςτά πέλαγά του ο ναύτης, 'Στά άγια μυστήριά του ο παπάς, μέσ' 'ςτό γλυκό της ύπνο Η ελληνοπούλα η ώμορφη και μέσ' 'ςτά παραμύθια Και 'ςτά τραγούδια πώλεγε ο πατέρας 'ςτά παιδιά του. Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Κι' απ' όλα αυτά τα ονείρατα κι' από τους πόθους όλους Εφύτρωσε έναν Αύγουστο, σαν παραδείσου κρίνος, Που εγιόμωσε όλαις ταις καρδιαίς απ' τη μοσχοβολιά του. Την είδε ο ήλιος την αυγή που πρόβαλλε, 'ςτήν πλάση Κ' έσκυψε και την φίλησε κι' απ' το φιλί του εκείνο Έβαψαν τα μαλλάκια της χρυσά, γιομάτα λάμψι. Ο ουρανός της χάρισε για ενθύμησι 'ςτά μάτια Τη γαλανή την όψι του, τ' αηδόνια τη λαλιά τους, Τα κυπαρίσσια, η λιγαριαίς τώμορφο το κορμί τους, Η βρύσες τη δροσούλα τους, οι ανθοί τα ονείρατά τους. Τ' αρνάκια του Μαγιάπριλου την άδολη καρδιά τους, Ο σταυραετός οπώφυγε μια μέρ' από την Πόλι Και μέσ' απ' την Αγιά-Σοφιά της έδωκε την Πίστι, Η χαραυγή το γέλοιο της και τα ψηλά βουνά μας Ασπράδι από τα χιόνια τους κι' από τα κρύα νερά τους. Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κ' ημείς του Βασιληά την Κόρη.
Η αγάπη ακέρηου του λαού την έτρεφε σαν γάλα, Σαν γάλα, 'σαν σταλαμματιά και 'σαν αχτίδες ήλιου. Νυκτόημερα εμεγάλωνε κ' έπαιρνε νειάτα, μάγια. Όσο που επέρασαν χρονιαίς κ' έφεξε μιαν αυγούλα Που μας την πήρε ο Μόσκοβος 'ς το βασιληά του νύφη. Ο ανθός οπού εγεννήθηκε για να τον τρέφη ο ήλιος 'Σάν έχασε τον ήλιο του δεν έζησε, εμαράθη. Έλα, βουνίσια Μούσα μου, χωριατοπούλα Μούσα, Έλα να κλάψουμε κι' εμείς του Βασιληά την Κόρη.
Η ΔΙΩΓΜΕΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
— Διωγμένη απ' τα παλάτια μου κι από τ' αρχοντικά μου, Όπου κι' αν 'δούν τα μάτια μου θα πάω να κατοικήσω, Ψηλά 'ς απάτητα βουνά, κάτου σε κάμπους έρμους. Σύντροφο νάχω το θηριό, μίλημα τ' αγριοπούλι.
Κι' ανέβαινε η βασίλισσα μοιρολογώντας τέτοια Ένα ψήλο βουνόκορφο. Πέρασε πλήθος χρόνια 'Σ του ζευγολάτη τόργωμα, 'ς του πιστικού τη στάνη, Μέσ' 'ς το καλύβι του ψαρά, 'ς τα μεσοχώρια μέσα, Μέσα εις κελλιά μοναστηριού, 'ς αρματωλού λημέρια. Άκουσε τ' αναστέναγμα του ναύτη, τ' αγωγιάτη Του θεριστή του αργατικού έμαθε το τραγούδι, Της βοσκοπούλας το σκοπό, το μοιρολόι του κλέφτη. Το διαμαντένιο στέμμα της, οπώλαμπε 'σαν ήλιος, Τούχε λερώσει ο κορνιαχτός του κάμπου. Την πορφύρα, Οπού την χρυσοκέντησαν του παλατιού η παρθέναις, Του λόγγου τ' αγριοπρίναρα κ' η αρηαίς την είχαν σχίσει Κ' εσέρνουνταν 'ς ταις λαγκαδιαίς κομμάτια. Όμως τα νειάτα Τ' αθάνατα, τα δροσερά, κ' η θεϊκή ωμορφιά της Άγγιχτα, απείραχτα έμεναν και 'ς το θερμό του κάμπου Και 'ς του βουνού την παγωνιά, κ' έλαμπε όθε περνούσε Ωσάν ουρανογέννητη θεά, 'σαν νύμφη αρχαία. Χαρά την είχαν τα βουνά, τρανό καμάρι οι κάμποι, Τα δάση στόλισμα ακριβό, κρυφή 'περφάνεια η βρύσαις, Αγάπη οι αητοί, και τα πουλιά της ερημιάς τραγούδι. Κι' ανέβαινε ψηλούς γκρεμούς, διάβαινε μονοπάτια. Την περασμένη δόξα της, τα χρόνια τα παληά της Θυμάμενη αναστέναζε κ' έτρωγε την καρδιά της, Έλαμπεν όμως κάποτε 'ς τα ροδαλά της χείλη Κάνα γλυκό χαμόγελο, κι' άστραφτε καμμιά ελπίδα Χρυσή 'ς τα μαύρα μάτια της, κ' έλεγε με το νου της: — Κάποιο ποτέ θα να βρεθή 'ς το δρόμο ν' απαντήσω Ώμορφο βασιλόπουλο ταίρι του να με κάμη. Κ' ανέβαινε κ' εδιάβαινεν ερμιαίς και παρακλάδια.
Στερνά, με χρόνια, με καιρούς, εξάνοιξε μια μέρα Πέρα 'ς άκρη τ' ουρανού, 'ς ενού βουνού κορφούλα, Βουνού ψηλού και μακρινού, μέσ' σε γαλάζια αντάρα Χτίριο ψηλό κι' ολόλευκο, σαν στοιχειμένον πύργον, 'Σάν ερημόκκλησο παληό, σα ερημικό παλάτι. Βρίσκει ένα γέρο και 'ρωτά: — Πες μου, καϋμένε γέρο, Τ' είν' τ' άσπρο εκείνο το ψηλό μέσ' 'ς το βουνό το πέρα; Μην είν' παληό ερημόκκλησο, μη στοιχειωμένος πύργος, Μη είν' παλάτι ερημικό; — Του Ήλιου είν' το παλάτι, Του ωραίου, του ολόφωτου θεού. Αυτός γυρνά 'ς τον κόσμο Φως για να δώση και ζωή με ταις λαμπραίς του αχτίδες. Κι' απ' όξω απ' το παλάτι του, ολόυρα 'ς το περιαύλι, Οπού το ζώνουν πάρθενα, παληά, βαθειά τα λόγγα, Μαρμαρωμένα μένουνε, βουβά από χίλια χρόνια Πανώρηα βασιλόπουλα. Αν είσαι ανδρειωμένη Και 'ς το παλάτι πας γοργά, πριχού διαγείρη ο Ήλιος Και μπης ως μέσα αθώρητη και 'ς το χαμώι κατέβης, Πούνε τ' αθάνατο νερό που λούει το θείο κορμί του Κάθε βραδούλα πώρχεται κι' αυγή που ξεκινάει, Κι' αν πάρης μέσ' 'ς τα χέρια σου και βγης κι αράδα-αράδα. Τα βουβαμένα, τ' άλαλα τα μάρμαρα ραντίσης Και ιδής να λάβουνε ζωή, να κρίνουν να ξυπνήσουν, Τότε χαρά 'ς εσένανε.
Είπε και φεύγει ο γέρος.
Όσο να ισκιώσουν τα νερά κι' όσο να γείρη ο Ήλιος Απ' όξω απ' το παλάτι του αλαλαγμός κι' αντάρα. Ζωντάνεψαν τα μάρμαρα πούταν βουβά και κρύα Κ' έμμορφα βασιλόπουλα πεζά κι' αρματωμένα Ντυμένα μέσ' 'ς το μάλαμμα τα λόγγα πηλαλάνε Κι' απ' όλα των τα στόματα 'σαν μια φωνή γροικιέται: — Ποιος είν' αυτός οπώκαμε τέτοιο καλό μεγάλο Το βιο να του χαρίσουμε και ταις χρυσαίς κορώναις!
Απ' το παλάτι ξέμακρα να ξαποστάσουν στέκουν Και ρίχνουν κλήρο και λαχνό, 'ς όποιον απ' όλους πέση, Γυναίκα του η βασίλισσα σκλάβοι του οι άλλοι νάναι. Κ' ένας μικρός και πλειο ώμορφος πετιέται και φωνάζει: — Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει. Όλοι μαζί χρυσό θρονί διαμαντοκολλημένο Θα να της στήσουμε τρανό-τρανό ως τα ουράνια Και σαν τον Ήλιο φωτερό, νέα κεντιστή πορφύρα Θα να την ντύσουμε λαμπρή, και το παληό της στέμμα Καινούργιο θα το χύσουμε. Θάνε βασίλισσα όλων, Θεά μας θάνε και κυρά, κ' ημείς πιστοί της λάτραις. Το σκήπτρο το περίπλουμο που θα κρατάη 'ς τα χέρια Θα νάνε μαγικό ραβδί που θα οδηγάη τον νου μας Που θα οδηγάει τα έργα μας, το κάθε πάτημά μας. Σταθήτε, 'ς έναν μοναχά η βασίλισσα δεν πρέπει!
Όλοι αγκαλιάζουν τον μικρό και την ορμήνεια ακούνε.
Ο ΑΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
Ποιος πέρασε απ' τα βουνά τ' Ασπροποτάμου απάνω Κ' εκεί δεν είδε τον αητό 'ς τα βράχια θρονιασμένον; Στέκεται ορθός κατάκορφα, λες κ' είνε λιθοσώρι. Το φλογερό το μάτι του σπιθοβολάει σαν πόρη. Τηράει ολόυρα τους γκρεμούς, τηράει το χάσμα κάτω Και κάπου σκύφτει, προς την γη καρφώνει αφτιά και μάτια Κι' ακαρτεράει αντίλαλους κι' ακούει και ξεδιαλέγει.
'Σ' άλλο λιθάρι αντίπερα τ' αητάκι του καθέται. Βολαίς-βολαίς σέρνει κραυγή. Σέρνει κι' ο αητός παρόμοιαν, Κι' ανοίγει τα φτερούγια του και χαμηλώνει ολίγο, Κ' ύστερα πάλι ασηκώνεται κι' ολόρθος απομένει Ασάλευτος και σιωπηλός ωσάν μαρμαρωμένος.
Κάποτε εμπρός του 'ς τους γκρεμούς διαβαίνουν περιστέρια Και πέρδικες κι' άλλα πουλιά των λαγκαδιών, των βράχων, Και δεν τα καταδέχεται και δεν τα κυνηγάει … Βοήν και ποδοβολητό ξάφνου τ' αγέρει φέρνει, Ακούεται κ' ένα σούριγμα. Ο αητός ανατριχιάζει Κράζει ελαφρά το ταίρι του, τα νύχια του αναδεύει. Και τα φτερά με το ραμφί δυο-τρεις βολαίς χτυπάει.
Είν' αγριογίδια που περνούν γοργά κι' αρμαθιασμένα, Μπροστά μπροστά πάει το τραγί, οπ' οδηγάει και σέρνει, Κ' έρχεται από κοντά η κοπή, γίδια και γιδομόσχια. Και γίνεται μεγάλος θρος 'ς της σάρες, 'ς ταις χιλιάδες! Κάπου πηδούν ψηλά ραϊδιά, κάπου σουράει ο τράγος, Κι' αντιλαλούν σπηλιαίς, γκρεμοί το ποδοβολητό τους.
Ξαγνάντισαν σε μια πλαγιά. Ξάφνου κραυγή αντιχάει Κι' ο αητός χουμάει βαρύς, γοργός σαν αστραπή που πέφτει Μέσ' 'ς του στερνού το μέτωπο τα νύχια του καρφώνει Και το χτυπάει με το ραμφί, με τα φτερά το δέρνει. Ρεκάζει τ' αγριόγιδο, μπροστά σουράει ο τράγος, Και τρέχει ακράτητη η κοπή κι' αραδιαστή κι' ακέρια, Τρέχει και τ' αγριόγιδο με τον οχτρό του απάνω. Ζαλίζεται καμμιά βολά, ξεκόβεται από τάλλα, Και με τα ορθά του κέρατα τον σταυραετό παλεύει, Παίρνει καινούργιο απίδρομο και δύναμιν και θάρρος Και τρέχει πάλι και πηδάει και ρεκασμόν ξεσέρνει.
Στερνά δειλιάζει, σταματά και ματωμένο γέρνει. Ο αητός χαρούμενη κραυγή, κραυγή της νίκης χύνει, Κι' έρχεται με το ταίρι του και του γιδιού τα σπλάχνα, Τ' ανοίγουν με τα νύχια τους. Το ψυχομαχητό του Τους αγαλλιάζει, τους μεθάει, κι' από τ' αγάλλιασμά τους Κι' από το μέθυο ανάβεται, φλογίζεται η ματιά τους. Κι' όταν θερμό τελεύεται του κυνηγού το γαίμα Μπήγουν οι δυο τους το ραμφί και πίνουν και χορταίνουν.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ
Τον Σεμπτέμβριον του 1892 εξέλιπεν ο τελευταίος αετός του ηρωικού Σουλίου ο στρατηγός Δημήτριος Ν. Μπότσαρης εν ηλικία 85 ετών. Εγεννήθη εν τω πεφημισμένω Σουλίω τω 1807 εν μέσω της κλαγγής των όπλων και των ενδόξων μαχών. Ήτο υιός του σχόντος την αρχηγίαν της ενδόξου εξόδου του Μεσολογγίου και πρώτος εξάδελφος του ήρωος Μπότσαρη. Δωδεκαετής εζώσθη τα άρματα και συνεπολέμησε μετά του γενναίου αυτού πατρός και των άλλων λεοντοκάρδων Σουλιωτών, συμμεριζόμενος τας κακουχίας και τους κινδύνους εκείνων, πηδών από βράχου εις βράχον ως έλαφος και αγωνιζόμενος υπέρ της πατρίδος. Έφηβος ήτο ο Δημ. Μπότσαρης ότε εξερράγη η επανάστασις καθ' όλην την διάρκειαν της οποίας ηγωνίσθη εκ των πρώτων και πολλάκις ανεπλήρου τον ένδοξον πατέρα του εν τη αρχηγία, όταν εκείνος απουσίαζεν εκ των μαχών καλούμενος εις άλλας υπηρεσίας της μαχομένης πατρίδος. Η διά τον Δημ. Μπότσαρην ενδοξοτέρα αναπλήρωσις του πατρός του ήτο η εν τω στρατοπέδω Φαλήρου εν ηλικία δεκαεννέα ετών· διότι είχε κληθή τότε εις την πρώτην των Ελλήνων συνέλευσιν ως αντιπρόσωπος των Σουλιωτών. Εν τη αρχηγία του σώματός του διεκρίθη επί συνέσει και ανδρεία, ώστε εφείλκυσε τας συμπαθείας των γενναίων μαχητών και την αγάπην και εκτίμησιν του στρατάρχου Καραϊσκάκη.
Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων της πατρίδος ο Μπότσαρης κατετάχθη εις τον ενεργόν στρατόν και έλαβε μέρος εις όλας τας εθνικάς περιπετείας. Διο και ετιμήθη πολλάκις δι' εμπιστευτικών θέσεων. Εκ πεποιθήσεως αντεστρατεύετο προς τον αείμνηστον Όθωνα και κατεδιώχθη. Μετά την έλευσιν του Βασιλέως Γεωργίου διωρίσθη υπασπιστής αυτού. Ετιμήθη διά του Μεγαλοσταύρου και άλλων ξένων παρασήμων. Εξελέγη πολλάκις βουλευτής και πρόεδρος του συλλόγου της «Ανατολικής ομοσπονδίας». Ημείς αντί παντός άλλου εγκωμίου εδημοσιεύσαμεν εις το πρώτον φύλλον (18 Σεπτεμβρίου 1892) της «Φωνής της Ηπείρου» το ποίημα του Κρυστάλλη. Γ. Κ. Γ.
ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΝΟΤΗ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Πάρε τραγούδι μου φτερά, ξεφτέρι, αετός να γίνης Και πέτα γλήγορο μακρυά, πέτα κατά το Σούλι, Διάβαινε κάμπους και βουνά, κ' εκεί σαν απαράξης 'Στην Κιάφα απάνου ν' ανεβής, τρανή λαλιά να σύρης «Ο υιός του Νότη απέθανεν, ο υιός του Νότη πάει!»
Όπου ταμπούρια άλλους καιρούς και μετερίζια εσκάφταν Κ' εσαλαγούσαν Λιαπουργιάν, αρματωλοί οι Σουλιώτες, Τώρα, βοσκοί, 'στα ράχια τους τσάρκους και στρούγγες χτίνουν Και σαλαγάνε γιδερά. Έναν καιρό θυμούνταν Βολές βολές 'στό σκάρο τους τα περασμένα χρόνια Κ' έλεγαν της Τζαβέλενας, του Μάρκου τα τραγούδια, Και τα κλαριά, ανετρίχιζαν, δακρύζαν αίμα οι βράχοι Πέρα και γύρου όπ' άκουγαν για τους παλιούς των φίλους.
Τώρα που θα να πας εκεί, τραγούδι φτερωτό μου, Που θ' ανεβής κατάκορφα 'ς την Κιάφα και θα σκούξης «Ο υιός του Νότη απέθανε, ο υιός του Νότη πάει», Τάχα θα νιώσουν μέσα τους μέσ' τα βαθιά τους σπλάχνα Πόνον ακόμα, χαλασμό, τα κορφοβούνια εκείνα; Τάχα θ' αστράψη ο Ζάλογγος, θα μπουμπουνίση ο Πίνδος, Τάχα η Χειμάρρα θα ρυασθή, θα να δακρύσ' η Πάργα;
Τάχα 'στό Κούγκι, το βουβό, το ξεθεμελιωμένο, Θ' αναστηθή οχ' τη στάχτη του κανένας πολεμάρχος, Να κάτση να σου διηγηθή την λεβεντιά του Μήτρου; Τάχα κανένα ριζιμό, κανένα ορθό κοτρώνι, Θα να ξυπνήση να σου ειπή με ξέχωρο καμάρι, «'Σ' εμένα ο Μήτρος μια βολά, σ' εμένα ο υιός του Νότη »Το γιαταγάνι ετρόχησε, πρωτόλουβος λεβέντης, »Κ' ερρίχτηκε 'στον πόλεμο ψηλά ανεμίζοντάς το »Και νικητής σαν έγυρε 'σ εμένα πάλιν ήρθε »Στον δροσερόν τον ίσκιο μου να κάτση ν' ανασάνη»;
Πάρε τραγούδι μου φτερά, σύρε 'ς το Κακοσούλι, Κι' αν δης να γίνη χλαλοή, κ' αν δης να πέσουν δάκρυα, Πέτ' από 'κεί χαρούμενο 'ς Ανατολή και Δύσι Να διαλαλήσης δυνατά 'ς τον κόσμο πέρα ως πέρα, Ότι, το Σούλι ακόμη ζη, ότ' είν' ακόμα ελπίδα. Κι' αν βρης νεκρίλα κ' ερημιά, κι' αν δεν ακούσης κλάυμα, Γύρνα τραγούδι μου φτωχό, κι' είνε θεϊκή κατάρα.
Κι' όντας διαγύρης από εκεί, φέρε κλαρί οχ' τη Λάκκα Και πάχνη από τον Ζάλογγο και χώμα από το Κούγκι, Το μνήμα να στολίσουμε του γέρου πολεμάρχου. Θ' αναγαλλιάση, απάνω του σαν θα τα νιώση ο Μήτρος. Και δεν θα του φανή βαριά η αραχνιασμένη πλάκα. Θα λέη πως μέσ' το Σούλι του τ' αγαπητό κοιμάται, Και θα ονειρεύεται γλυκά της νειότης του τα χρόνια
Αυτού που πας, πολέμαρχε, κι' αυτού που κατεβαίνεις, Πόσοι παλιοί σου σύντροφοι, θρεφτάρια του πολέμου, Να σ' αρωτήσουν καρτερούν για το καϋμένο Σούλι! Να μη δειλιάσης!….. Να το ειπής, ότι είνε σκλάβο ακόμα!
ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ
ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
(ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ) (Φιλική Γραφή από τα Γιάννινα].
«Νυκτών' η Παραμονή, αγαπημένε μου. Άλλους καιρούς, — θυμάσαι, — τα στενά και τα σταυροδρόμια μας εγιόμοζαν κόσμον από 'δω από την πόλη και από τα χωριά όξω. Η Καλούτσασμη σήμερα, η Λούτσα, η Καμάρες, το Κουρμανιό, η Σκάλα, το Σταυροπάζαρο, ο Πλάτανος, τα Γάλατα, όλα είν' έρμα κι' άλαλα σήμερα. Τα γυναικόπεδα μοναχά της φτωχολογιάς σωριασμένα στρυμώνονται στα παραπόρτια των Ελεών. Καρτερούν το μικρό το Χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Κι' η βροχή που απ' την αυγή ασταμάτηγη πέφτει με το δρυμόνι, δέρνει τ' ασκέπαστα τα κεφάλια τους, κι' από τα τρυπημένα τους ρούχα ζώνεται ως μέσα στα ζόρκα κορμιά τους και τα καταποντιάζει. Τα δύστυχα! . . . Αραδαριά στο παζάρι οι αργαστηριαρέοι κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς δουλιά, κι' άλλοι με σκυφτά τα κεφάλια, λες κι' ακαρτερούν βοήθεια από τον ουρανό. Μα ο ουρανός ρίχνει την συγκρατούμενη βροχή του σκεπασμένος πέρα ως πέρ' από σύγνεφα. Επελάγωσαν οι δρόμοι μας όλοι, μούσκεψαν οι τοίχοι κι' η σκέπες των σπιτιών. Νοτίζουν όλα τα πράμματά μας. Και μια μεγάλ' υγρασία, που περνάει την σάρκα μας ως το κόκκαλο, μας εζάρωσε ολότελα. Τα βουνά πέρα είνε τυλιγμένα σε μπόρα και δεν φαίνονται. Βρέχ' εδώ και χιονίζει εκεί.
Έχει περάσει από δυο ώρες το δειλινό και σήμαντρο κανένα δεν εδιαλάλησε την αγιότη της αυριανής μέρας, κι' οι παπάδες δεν έψαλαν τον εσπερινό σήμερα. Η εκκλησίες είνε κλειστές. Βουβά τα σήμαντρα, βουβοί κι' οι παπάδες. Η αυλές και τα κατώφλια εχορτάριασαν. Η αράχνες κλώθουν τα υφάδια τους και διάζονται στες πόρτες και στα παραθύρια. Μέσα σκουριάζουν άπλυτα τα πολύφωτα κι' οι κηροστάτες, μουχλιάζουν η εικόνες, ιδρώνουν νοτιά οι τοίχοι κι' οι μεσανοί οι στύλοι, παγώνει το λάδι στα σβυστά ασημοκάντηλα και τα δισκοπότηρα μένουν δίχως μεταλαβιά απάνου στην Προσκομιδή και στην Άγια Τράπεζα.
***
Ξέρεις το μυρολόι της Πόλης, όταν την έπαιρνε ο Τούρκος. Σ' άκουσα πολλές φορές να το λες όξω που βγαίναμε τες ηλιοφανιές κι' έβλεπα να νοτίζουν από δάκρυο τα ματόφυλλά σου όντας έλεες και ξανάλεες με θλιβερό σκοπό το πικρό γύρισμά του: «Κλάψτε, μωρέ καϋμένοι Χριστιανοί!» Ήρθε καιρός τώρα οπού το μοιρολόι και τ' απόφωνο τούτο το λέμε και το ξαναλέμε εδώ οι Χριστιανοί όλοι. Το λέμε και κλαίμε όλοι με πυρωμένα δάκρυα.
Με τον ερχομό της νύχτας η βροχή κάπως ξέκοψε. Μα ο ουρανός είνε πάντα κρυμμένος στα σύγνεφα, λες και θρηνάει κι' αυτός τα μαυρισμένα μας Χριστούγεννα.
Όσο σφίγγει το σκοτάδι, τόσο απλώνεται η ερμιά στην πόλη μας. Ως πώφτακεν ώρα οπού τα Γιάννινα ώμιαζαν κοιμητήρι, κι' ας είμασταν ζωντανοί όλοι στα σπίτια μας, κι' ας είμασταν ξύπνηγοι όλοι. Νεκρίλα, μωρέ αδερφέ, νεκρίλα απέραντη η νυχτιά τούτη. Όξω στα καλτερίμια βροντούσαν ακόμα κάπου κάπου η σταλαματιές κι' η κάναλες των κεραμιδιών και συχναπόκοβαν την ερημιά και την σιγαλιά τα πατήματα του παζάρμπαση και του καρακολιού.