← Table of contents
Ενώ διέβαινα - Χρονογραφήματα

Front matter (continued 2)

Reading edition

Ο αρχαίος πολιτισμός, ο τόσον φροντίζων διά το σωματικόν κάλλος, δεν ήτο δυνατόν παρά να αισθανθή και την ανάγκην των λουτρών. Αλλ' ότι ο άνθρωπος ρέπει προς την ρυπαρότητα, συγγενεύων κατά τούτο μάλλον προς τον χοίρον ή προς τον πίθηκον, το απέδειξε μετά την διάδοσιν του χριστιανισμού.

Ο Χριστός παν άλλο εδίδαξεν ή να παραμελώμεν την καθαριότητα· λεπτομέρειαί τινες μάλιστα εις την αφήγησιν της σταυρώσεως μαρτυρούν ότι εις τον ιματισμόν του ήτο αρκετά φιλόκαλλος, τα δε συχνά μετά μύρων ποδόλουτρα δεν εγίνοντο βέβαια προς θεραπείαν κρυολογήματος. Εκτός δε τούτου το βάπτισμά του ήτο καθιέρωσις τόσον της σωματικής καθαριότητος, όσον και του ψυχικού εξαγνισμού. Αλλ' οι χριστιανοί, όπως παρεξήγησαν τόσα άλλα, παρεξήγησαν και τούτο και κατά τον μεσαίωνα η ρυπαρότης κατήντησε να θεωρήται απαραίτητον συμπλήρωμα της αγιότητος, από τα ασκητήρια δε η αποστροφή προς το νερόν μετεδόθη και εις την κοινωνίαν και εις αυτά τα ανάκτορα, όχι δε μόνον εις την Ανατολήν, αλλά και εις την Δύσιν, περισσότερον μάλιστα εις την Δύσιν. Ο Ερρίκος Δ' δεν ήτο καθαρώτερος του ημιαγρίου Βερσιγετόριγος· και όταν ποτέ του έφεραν μίαν ευειδή χωριατοπούλαν, εις την οποίαν εσταμάτησε με πόθον το βλέμμα του κατά τινα εκδρομήν, είπε με μορφασμόν δυσαρεσκείας — αφού εβεβαιώθη ότι την είχον οδηγήσει προηγουμένως εις το λουτρόν:

— Μου την ανοστήσατε. Ποίος σας είπεν ότι τα βερύκοκα πρέπει να τρώγωνται πλυμένα;

Αλλά και σήμερον ίσως υπάρχουν βασιλείς τρώγοντες τα βερύκοκα άπλυτα. Δεν υπάρχει όμως ίσως ούτε καρβουνιάρης ρέπων προς την ρυπαρότητα όσον ο τόσον διαλάμπων εις την ιστορίαν και τα μυθιστορήματα Λουδοβίκος 14ος εις τον οποίον ήρκει ποτήριον ύδατος διά τον πρωινόν του καθαρμόν, όταν τον έκαμνε και αυτόν, και ο οποίος παντοία νοσήματα έπαθεν από την πολυφαγίαν και την ακαθαρσίαν του.

Εδώ, εξαιρέσει των ναυτικών μερών, όπου τα παιδία πίπτουν από το στήθος της μητρός των εις την θάλασσαν, μέχρι προ ολίγων δεκάδων ετών η θάλασσα η «πικροκυματούσα» ενέπνεε θρηνώδεις στίχους, αλλ' όχι και την ιδέαν της καθαριότητος. Συνήθως έν και μόνον θαλάσσιον λουτρόν εγίνετο και τούτο κατά την νύκτα της Αναλήψεως και διά λόγους κερδοσκοπικούς. Με την πρόφασιν του λουτρού έμενον αγρυπνούντες εις τα παράλια. Διότι υπάρχει η ιδέα ότι κατά την νύκτα εκείνην ανοίγουν αστραπιαίως οι ουρανοί και ό,τι ζητήση κανείς κατά την στιγμήν εκείνην το λαμβάνει άνωθεν. Δεν αναφέρονται όμως παραδείγματα ανθρώπων οι οποίοι επλούτισαν ή απέκτησαν ό,τι δήποτε κατ' αυτόν τον τρόπον. Περί ενός μόνον λέγεται ότι, ιδών το άνοιγμα του ουρανού, δεν επρόφθασε να εκφράση πλήρη ευχήν. Θέλων να ζητήση χίλια φλουριά ή χίλια εκατομμύρια, μόνον την λέξιν χίλια επρόφθασε να προφέρη. Αλλ' ο ουρανός, παίζων με τας λέξεις, του έδωκεν αντί χιλίων φλουριών τερατώδη χείλια.

Μόνον όταν διέδωκαν οι ιατροί ότι τα θαλάσσια λουτρά ωφελούν εις την υγείαν και μάλιστα εις το κάλλος, διεδόθη και η χρήσις των θαλασσίων λουτρών. Εδώ οι πρώτοι θαλάσσιοι λουτρώνες ιδρύθησαν το 1853 ή 54 εις το Νέον Φάληρον.

Αλλ' εις την αγάπην προς τα θαλάσσια λουτρά συνετέλεσε πολύ και το παράδειγμα της βασιλίσσης Αμαλίας, ήτις ηγάπα περιπαθώς το κολύμβημα όπως και την ιππασίαν. Και μη φοβουμένη, όπως ο στρατηγός Τσουρτς, όστις εκολύμβα κρατών λόγχην διά ν' αμυνθή κατά των καρχαριών, κατέβαινεν εις το Παλαιόν Φάληρον κατά τον βαθύν όρθρον και εκολύμβα. Αι οικογένειαι κατέβαιναν με τα κάρρα, οι δε νέοι με γαϊδούρια της Πλάκας, τα οποία συνηθροίζοντο είς τινα πλατείαν της συνοικίας Μακρυγιάννη και εδίδοντο αντί 50 λεπτών ή δραχμής. Κατά την πρωίαν της Κυριακής ιδίως απετελείτο μεγάλη και ευθυμοτάτη γαϊδουροκαβαλλαρία εις την οδόν Φαλήρου από τριακόσιους και πεντακόσιους νέους, οίτινες επλήρουν φαιδρού θορύβου και ασμάτων την πεδιάδα, συναντώντες δε την Βασίλισσαν επιστρέφουσαν παρετάσσοντο εκατέρωθεν της οδού· η δε αυστηρά και αγέρωχος Αμαλία δεν κατώρθωνε να τηρήση την σοβαρότητά της, οσάκις, μετά των νέων, εχαιρέτων την διάβασίν της και οι όνοι διά βροντερών σαλπισμάτων.

(Ιούνιος 1898).

ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Η δίκη του Σαχτούρη επανέφερε ζωηράς τας απογοητεύσεις και τας πικρίας με τας οποίας επότισε τον ελληνισμόν η κατά τον πόλεμον μικρόψυχος και ακατανόητος διαγωγή των διοικούντων τον ελληνικόν στόλον. Και εις την σκέψιν έρχονται συγκρίσεις απελπιστικαί ου μόνον προς το ηρωικόν τέλος των δύο ισπανικών μοιρών και την ψυχράν ανδρείαν και πολεμικήν τέχνην των Αμερικανών, αλλά και προς το προχείρως συγκροτηθέν εξ εμπορικών πλοίων ελληνικόν ναυτικόν της επαναστάσεως.

Η ναυτική ημών εξέλιξις αποτελεί αλλόκοτον οξύμωρον. Ήμεθα ισχυρότεροι εφ' όσον ήμεθα ασθενέστεροι. Επί Ορλώφ, ο Λάμπρος Κατσώνης ανεστάτωσε την Μεσόγειον με ολίγα παληοκάραβα μεταποιηθέντα εις καταδρομικά. Επί της επαναστάσεως, ο Μιαούλης με πρώην εμπορικά πλοία κατεναυμάχει φοβερούς τουρκικούς στόλους, ο δε Κανάρης εισήρχετο με μίαν βάρκαν εις τον λιμένα της Χίου και επυρπόλει την τουρκικήν ναυαρχίδα.

Σήμερον η Τουρκία δεν είχε στόλον και όμως οι ναύαρχοί μας έτρεμον επί των θωρηκτών τα οποία εκυβέρνων και ήσαν έτοιμοι να πλεύσουν ολοταχώς προς το λυβικόν πέλαγος, εάν ενεφανίζετο τουρκική σημαία έστω και επί ιστιοφόρου. Σήμερον οι ναυτικοί μας εκυβέρνων τορπιλοβόλα με ταχύτητα 22 μιλίων και όμως δεν ετόλμησαν να κάμουν, όχι ό,τι έκαμεν ο Κανάρης με μίαν βάρκαν, αλλ' απλώς ν' ανατινάξουν ένα παληοκάραβον υπνώττον εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης.

Έτυχε κατ' αυτάς να εύρω έγγραφον περίεργον, χρονολογούμενον από του 1823, το οποίον συντελεί εις το να καταστή εναργεστέρα, αλλά και θλιβερωτέρα η αντίθεσις αύτη. Η επιστολή αύτη απευθύνεται υπό του πλοιάρχου και βουλευτού Φαρών Νικολάου Λουμάκη προς τον Α. Λουριώτην, όστις είχεν αποσταλή μετά του Ορλάνδου και Κοντοσταύλου εις Αγγλίαν προς συνομολόγησιν δανείου. Εις την επιστολήν δε ταύτην δίδουν σημασίαν επίκαιρον και τα εν Αντίλλαις διαδραματιζόμενα πολεμικά γεγονότα. Κατά πάσαν πιθανότητα ο Λουμάκης είνε ο πρώτος Έλλην πλοίαρχος όστις έπλευσεν εις το απώτατον εκείνο αρχιπέλαγος. Ιδού η επιστολή.

«Προς τον ευγενέστατον κύριον Ανδρέαν Λουριώτην.

»Εις το έτος 1803 εφόρτωσα από Λιβόρνον κρασιά και λάδια εις το πλοίον μου ονομαζόμενον «Άγιος Νικόλαος» με σημαίαν τουρκικήν και διοικούμενον παρ' εμού του Γεωργίου Α. Λουμάκη, αποφασισμένος διά τας Αντίλλας, Μαρτινίκαν, Γουαδαλούπαν και λοιπάς νήσους, διά λογαριασμόν ιδικόν μου.

»Αναχωρούντες από Λιβόρνον εις τας 29 Μαρτίου διά ημέρας 44 εφθάσαμεν έξω Λουίζας και Μαρτινίκας. Αυτού με εβιζιτάρισεν ο ναύαρχος Άγγλος, όστις εκρατούσε την πολιορκίαν ταύτης της νήσου, και με έγγραφον διαταγήν εις το φιρμάνι της σημαίας μου με διέταξε να υπάγω εις την Γουαδαλούπαν, όπου επούλησα το φορτίον και αγόρασα άλλο, καφέ, ζάχαρη και λοιπά διά Λιβόρνον και Σμύρνην.

»Την δευτέραν ημέραν της αναχωρήσεώς μου με συνέλαβε ένα αγγλικό βατσέλο, ονομαζόμενον «Σανδώρ», του πλοιάρχου Ουίλιαμς· με εσυνόδευσε και με έσυρεν εις την νήσον Αντίνουαν, όπου έκαμε την πούλησιν όλου του φορτίου, το καράβι μου εκρατήθη και εγώ εβαρκαρίσθηκα εις αγγλικήν φρεγάδαν και έφθασα εις Λόνδραν. Και εκεί λαμβάνοντας διαταγήν του Κουβέρνου, έστειλα εις Αντίνουαν δύο φοράς διά να μου σταλούν όσα πιστοποιητικά μου εκράτησεν η εκεί διοίκησις, αλλά δεν έλαβα ουδεμίαν απόκρισιν και ένεκα των μεγάλων εξόδων εις τους αβουκάτους και διά άλλας αιτίας ανεχώρησα από Λόντραν διά την πατρίδα μου Ψαρά και από τότε δεν ημπόρεσα να κάμω τίποτες.

Δι' αυτό λαμβάνω το θάρρος να σε παρακαλέσω να εξετάσης δι' αυτήν την υπόθεσιν και να μου γράψης.

»Η αιτία που γράφομαι Γεώργιος Λουμάκης είναι που το φιρμάνι της σημαίας μου ήτο εις το όνομα του πατρός μου και εγώ το εκαπετάνεβα.

Εις Ναύπλιον την 15 Μαΐου 1823.

Ο φίλος σου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΜΑΚΗΣ Βουλευτής Ψαρών

Άξιον παρατηρήσεως είνε ότι, ενώ μόλις το 1786 επετράπη εις τους Έλληνας ραγιάδες να ναυπηγήσουν πλοία μεγαλείτερα των σακολέβων, μετά 17 έτη πλοίον ελληνικόν διέπλευσε τον Ατλαντικόν ωκεανόν. Και σήμερον ότε έχομεν ατμήρη ναυτιλίαν, αμφιβάλλω αν πλοίον υπό ελληνικήν σημαίαν διέπλευσεν ακόμη τον πορθμόν του Σουέζ. Τούτο δεικνύει παράδοξον και γενικήν οπισθοδρόμησιν εις το ναυτικόν μας, εφ' όσον αυξάνουν τα υλικά αυτού μέσα και αι ευκολίαι. Και εις μεν το εμπορικόν ναυτικόν ίσως ο μέγας διεθνής συναγωνισμός εξηγεί την παρακμήν· αλλά το πολεμικόν μας ναυτικόν πώς δύναται να δικαιολογηθή, όταν έχη ενώπιον του αντίπαλον σχεδόν ανύπαρκτον, τον τουρκικόν στόλον;

Εις προηγούμενον άρθρον περιέγραψα τους παρατόλμους πλόας του Νικολάου Σουρμελή και το θάρρος με το οποίον διέφυγε την ενέδραν την οποίαν του έστησεν ο Χόβαρτ προ του λιμένος της Σύρου. Σήμερον έχω να προσθέσω και άλλα τινά περί του βίου του ναυτικού εκείνου, όστις έδειξεν εις τον κόσμον ότι δεν εξέλιπεν ο ελληνικός ηρωισμός και ανεζωπύρωσε τον προς το Ελληνικόν ναυτικόν θαυμασμόν.

Ότε έτη τινά μετά το 1869 μετέβη εις Κωνσταντινούπολη, διά να επισκεφθή την εκεί αποκατεστημένην θυγατέρα του, ο Χόβαρτ πασάς τον εκάλεσεν εις γεύμα, όπερ απέφυγε κατά προτροπήν του φιλέλληνος πρεσβευτού της Αμερικής Τάκερμαν, ειπόντος αυτώ ότι δεν ήρμοζεν ο κυβερνήτης της «Ενώσεως» να παρακαθήση εις την τράπεζαν ενός μισθοφόρου. Όταν δε κατέπλευσε κατά τύχην εις Μύκονον το ιταλικόν θωρηκτόν «Αφοντατόρε», ο κυβερνήτης αυτού επισκεφθείς τον Σουρμελήν του είπεν: «Ημείς απλοί ναυτικοί υποκλινόμεθα ενώπιόν σου, διότι σε περιβάλλει η δόξα». Μικρόν δε μετά την Κρητικήν επανάστασιν, ο Μεχμέτ Αλής της Αιγύπτου, σχεδιάζων να επαναστατήση κατά του Σουλτάνου, δεν απετάθη εις Άγγλον ή Γάλλον, αλλ' εις τον Έλληνα Σουρμελήν διά να του αναθέση την διοίκησιν του στόλου του.

Και ο Σουρμελής δεν εσπούδασεν εις σχολάς ναυτικάς, ως δεν εσπούδασεν ο Μιαούλης, δεν έφερε γαλόνια και παράσημα ως ο κ. Σαχτούρης. Ήτο απλούς εμποροπλοίαρχος, μορφωθείς εις το ευρύ σχολείον των τρικυμιών και των κινδύνων, αλλά προ πάντων είχεν εις τα στήθη του ζωηράς τας γενναίας και ευτόλμους παραδόσεις του ελληνικού ναυτικού. Ήτο άρά γε η τελευταία εκδήλωσις της ναυτικής μας υπεροχής;

(Ιούλιος 1898).

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ

Κατά το θέρος η πλατεία του Συντάγματος μετατίθεται εις το Νέον Φάληρον και ο ευρισκόμενος εις το Νέον Φάληρον νομίζει ότι δεν απεμακρύνθη από το Σύνταγμα. Τα αυτά πρόσωπα, η αύτη ράθυμος κίνησις επάνω κάτω, η αυτή ακινησία των εκατέρωθεν καθημένων, οι οποίοι φαίνονται ως ν' απεκοιμήθησαν επί των καθεκλών. Οι καθήμενοι φαίνονται ως κοιμώμενοι, οι περιπατούντες κινούνται ως υπνοβάται. Και αυτή η θάλασσα κοιμάται πολλάκις και απλώνεται με τοιαύτην νωχέλειαν οκνηρίας, με τοιαύτην νέκραν τέλματος, ώστε δυσκόλως από την πλατείαν γεννάται αισθητή η παρουσία της. Και πολύ δικαίως κάποιος είπε μίαν εσπέραν, ενώ παρετήρει τα ακίνητα εκείνα νερά, από τα οποία ανεδίδοντο, ενόμιζες, ζεστοί ατμοί:

— Θάλασσα είνε αυτή ή μπουγάδα;

Και αυτή η μουσική είνε νυσταλέα και επιτείνει την νύσταν η οποία στάζει από την βαρείαν ατμόσφαιραν του Νέου Φαλήρου. Άλλος ο οποίος αισθάνεται, όπως εγώ, την ανίαν αυτής της παραλίας, μου έλεγε πρό τινων ημερών:

— Ο ανυπόφορος μουσικός θόρυβος, από τον οποίον είνε γεμάτη η Αθήνα ημέραν και νύκτα, μας παρακολουθεί και εδώ, όπου ερχόμεθα ν' ανακουφισθώμεν από την τύρβην της πόλεως. Και έπειτα ακούεις πολλούς να λέγουν ότι έχομεν έλλειψιν μουσικής. Αλλά τι θέλουν αυτοί οι άνθρωποι δι' όνομα Θεού Να τρελλαθούμε από μουσικήν;

Το Παλαιόν Φάληρον δεν έχει μουσικήν, ούτε πλατείαν, ούτε εξέδραν, ούτε πολιτισμόν. Η παραλία εκείνη είνε όπως την έκαμεν η φύσις. Και η φύσις την έκαμε το καταλληλότερον μέρος διά ναπομονωθή κανείς από τον θόρυβον και τα ψεύδη της ζωής και ναφεθή εις τους ρεμβασμούς του. Ο ορίζων ανοίγεται πλατύς ενώπιόν του, η δε γραμμή της παραλίας εκτείνεται πολύστροφος, με γραφικάς ανωμαλίας, εδώ μεν εκτείνουσα βραχώδεις γλώσσας εις την θάλασσαν, εκεί κοπτομένη αποτόμως και παραπέρα διαγράφουσα αβράς καμπύλας και κόλπους, ως αγκάλας. Η φύσις, διατηρούσα το κράτος της, επιβάλλει και εις τους ανθρώπους την απλότητά της. Και εδώ οι Αθηναίοι δεν κινούνται πλέον ως νευρόσπαστα, αλλά περιπατούν ως άνθρωποι· και τίποτε δεν τους εμποδίζει ναφεθούν εις την γοητείαν της φαληρικής εσπέρας. Η ιερά μεγαλοπρέπεια της ώρας, ήτις απλόνει βασιλικήν αλουργίδα εις την δύσιν και περιβάλλει τον Υμηττόν με τα τρυφερώτερα χρώματα του ίου, αναγκάζει και τους αγροικοτέρους να χαμηλώνουν την φωνήν. Και ουδεμία αδιακρισία ταράσσει την μυστικήν ομιλίαν, την οποίαν συνάπτουν αι ψυχαί των ανθρώπων με την ψυχήν του κόσμου κατά τας στιγμάς εκείνας, ότε η αμφιλύκη αρχίζει να δίδη εις τα αντικείμενα την αμφιβολίαν του ονείρου.

… Εκαθήμην μόνος εις μίαν άκραν της ακτής, και τα βλέμμα μου πλανώμενον συνήντα από καιρού εις καιρόν μίαν υψηλήν και λεπτήν γυναικείαν μορφήν, ορθίαν εις απόστασιν επί αλιπλήκτου βράχου και βλέπουσαν προς την δύσιν. Εν τω μεταξύ αι σκιαί επυκνούντο, ελαφροτάτη πνοή αύρας ήρχισε να ψιθυρίζη μυστηριώδεις λόγους εις την ακοήν μου και εις την λείαν επιφάνειαν της θαλάσσης διήρχοντο φρικιάσεις. Και όσον επυκνούντο αι σκιαί της εσπέρας, η επί του βράχου γυναικεία μορφή απέκτα και αυτή την αοριστίαν ονείρου. Ολίγον κατ' ολίγον κατεπίνετο υπό του σκότους και έπαυσε να διακρίνεται, ως να μετεβλήθη και αυτή εις σκιάν, ως να εξητμίσθη.

Η αύρα εξακολουθεί να ψιθυρίζη και η φωνή της μου φαίνεται ως να έρχεται από τα βάθη του παρελθόντος. Και υπό την εντύπωσιν ταύτην διακρίνω τας ομιλίας και τα γέλια της Ναυσικάς και των συντρόφων της εις τον πολύχαρον θόρυβον ομάδος κοριτσιών, διερχομένων εις απόστασιν. Έπειτα εις την φαντασίαν μου περνά ο Δημοσθένης, αγορεύων προς την θάλασσαν και αγωνιζόμενος να λύση τον γλωσσοδέτην του. Σήμερον εις την αυτήν παραλίαν επιδεικνύεται, ως χάρις και ευγένεια, ο τραυλισμός του ρ, τον οποίον ο μέγας ρήτωρ εθεώρει ελάττωμα και ασχημίαν. Αλλά μήπως το αυτό ελάττωμα εις το στόμα του Αλκιβιάδου, ο οποίος επρόφερε τους κόρακας κόλακας, δεν εθεωρήθη υπό των συγχρόνων του Αθηναίων ως χάρις; Και τότε το ρ του Αλκιβιάδου, όπως σήμερον το Γαλλικόν, έγινε συρμός εις τας Αθήνας.

Διαδοχικώς άλλαι μορφαί ανθρώπων και πραγμάτων των περασμένων εποχών περνούν εις τον ρεμβασμόν μου. Και εις την γραμμήν των φώτων της παραλίας βλέπω τους πυρσούς των βιγλών του Φαλήρου, όταν ειδοποίουν τους κατοίκους των Αθηνών διά την εμφάνισιν πειρατικών πλοίων. Οι Αθηναίοι, βλέποντες τα σήματα του κινδύνου, φεύγουν έντρομοι προς τα όρη, όπου ίσως άλλοι λησταί τους περιμένουν. Και εις την ερημωθείσαν πόλιν, όπου τα αρχαία μάρμαρα ορθούνται ως επιτύμβιοι στήλαι, έμεινε μόνον εσχατόγηρος μοναχός, όστις με τρέμουσαν χείρα χαράσσει επί του μαρμάρου το σπαρακτικόν χρονικόν: «15 του Μάη…. ήρθαν η φούστες και η χώρα ερημώθηκε. Κλάψετε την Αθήνα».

Το πλατάγισμα ιστίου διακόπτει τον ρεμβασμόν μου. Μία βάρκα διέρχεται εγγύτατα της ακτής με το ιστίον ελαφρώς κολπούμενον υπό της ενταθείσης πνοής της εσπέρας. Ακούω τον υγρόν θρουν του σχιζομένου υπό της πρύμνης νερού· και μετ' ολίγον έρχεται δροσερά συμφωνία νεανικών φωνών, απομακρυνομένων προς το Νέον Φάληρον:

Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι

(Αύγουστος 1898).

ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ

Ενώ ετοιμάζομαι διά το λουτρόν, έρχονται εις την ακοήν μου τα λεγόμενα υπό των ευρισκομένων εις τας γειτονικάς μπανιέρας και ο συγκεχυμένος θόρυβος των ευρισκομένων ήδη εις την θάλασσαν, τον οποίον διακόπτουν από καιρού εις καιρόν οι δούποι των πιπτόντων εις το νερόν.

— Γιάννη! φωνάζει δεξιά μία βαρεία φωνή.

— Τι θες; Είσαι έτοιμος;

— Είμαι έτοιμος, αλλά… φοβούμαι να πέσω.

— Τι φοβάσαι;

— Ξέρω κ' εγώ; Ίσως… την συγκοπήν.

— Έλα, βρε, μην είσαι ανόητος. Πόσες ώρες είνε που έφαες;

— Θάνε τέσσερες και πλέον.

— Ου! η πέψις έχει γίνει. Δεν υπάρχει κανείς φόβος.

— Γιάννη, έχω κακά προαισθήματα… Αισθάνομαι ρίγος.

— Τι θες να αισθάνεσαι, αφού είσαι γυμνός; Έλα πέσε. Κ' εγώ είμαι έτοιμος.

— Φοβούμαι. Έχουν γίνει τόσα δυστυχήματα.

— Δυστυχήματα;

— Ναι, πνίγηκαν τόσοι… επιβάται της «Βουργουνδίας».

— Παύσε τις σαχλαμάρες.

Ακούων αυτόν τον διάλογον, σκέπτομαι, ότι με τον φόβον της θαλάσσης, τον οποίον έχουν πολλοί, και με τα δυστυχήματα τα οποία συμβαίνουν εις τους λουομένους από πνιγμούς, συγκοπάς και αποπληξίας, το θαλάσσιον λουτρόν έχει πολλήν αναλογίαν με μίαν μάχην. Ο μεταβαίνων να λουσθή, όπως και ο μεταβαίνων να πολεμήση, έχει πολλάς πιθανότητας να μη γυρίση. Διατί να μη εισαχθούν εις τα στρατιωτικά γυμνάσια και τα θαλάσσια λουτρά, ως ασκήσεις θάρρους; Υποθέτω ότι οι διοικούντες τον στρατόν μας κατά τον πόλεμον δεν είνε κολυμβηταί, άλλως θα ήσαν πλέον ριψοκίνδυνοι ή θα είχαν πνιγή, ότε δεν θα επαθαίναμεν ίσως όσα επάθαμεν.

Ο διάλογος εξηκολούθησε δεξιά:

— Άκουσε, αν πάθω τίποτε, σου κάνω διαθήκη· Σ' αφήνω την Κάκια…. να την προστατεύης, σαν αδελφός.

— Αν την προστατεύσω σαν φίλος;

— Σ' αφήνω την κατάρα μου!

— Καλά, εγώ είμαι έτοιμος και κατεβαίνω. Έλα να πέσωμε μαζή.

Μετ' ολίγον βλέπω τον φοβούμενον την συγκοπήν εις την κλίμακα. Είνε τριακοντούτης μόλις, αλλά φαίνεται ότι πραγματικώς φοβάται και μόνον μετά νέας παρακινήσεις του φίλου του κατεβαίνει με πολλούς δισταγμούς και προφυλάξεις εις την θάλασσαν, όπου δέχεται την επαφήν του νερού με λαχτάραν σκύλου.

— Αι! πώς είσαι; τον ερωτά ο άλλος, αφού εβούτηξε και επανήλθεν εις την επιφάνειαν.

— Μου φαίνεται ότι… ζω ακόμη… Μα τι κρύο που είνε το νερό!

— Κουνήσου να ζεσταθής.

Ο δειλός, ολίγον κατ' ολίγον ενθαρρυνόμενος, απομακρύνεται από την κλίμακα και αρχίζει ν' «ακτοπλοή», ως λέγει. Ο άλλος κολυμβά ολίγον βαθύτερα και ο διάλογος εξακολουθεί:

— Φφφ! είδες το πρωτότυπο δράμα «Για την Τιμή»;… Φφφ!…

— Εβούλιαξε κιαυτό.

— Κ' έπρεπε… φφφ!… να επιπλεύση, αφού έχει μέσα… φφφ!… ένα νεροκολόκυθο.

Ενώ δεξιά μου συνήπτετο ο ανωτέρω διάλογος, αριστερά δύο σοφοί ωμίλουν περί των αρχαίων λουτρών. Και ακούω τας εξής πληροφορίας περί των Ρωμαϊκών λουτρών:

— Εις τα λουτρά του Καρακάλα μπορούσαν να λουσθούν συγχρόνως 3000 άτομα. Είχαν 1600 εδώλια από πορφυρίτην και μάρμαρον, αιθούσας προς ανάπαυσιν και συνδιάλεξιν και βιβλιοθήκας. Ήσαν δε καταστόλιστα από αγάλματα και μωσαϊκά και τα πέριξ εσκιάζοντο από πλατάνους και άλλα δένδρα. Εκεί ευρέθη ο Φαρνέσιος Ηρακλής, εις δε τα λουτρά του Τίτου ανεκαλύφθη το περίφημον σύμπλεγμα του Λαοκόοντος.

Μετ' ολίγον οι δύο σοφοί πίπτουν με σεμνοπρέπειαν εις την θάλασσαν και κολυμβούν παραλλήλως, ούτως ώστε αι λευκαί κεφαλαί των φαίνονται ως ζεύγος νήσσων. Και ενώ σιγοπλέουν, εξακολουθούν την περί των αρχαίων βαλανείων ομιλίαν.

Εν μέσω του θορύβου των λουσμένων ακούεται και μια παιδική φωνή, η οποία ερωτά:

— Αν έρθη τώρα μπαμπά ο καρχαρίας, πώς θα το καταλάβω;

— Θα το καταλάβης όταν θα σε καταπίνη.

— Και σα με καταπιή, τι θα γίνω;

— θα γίνης… θα γίνης… Καλλίτερα να μη σε καταπιή, γιατί αν σε καταπιή μούντσωσ' τα!

Όταν εξήλθα από την θάλασσαν, είχον ήδη εξέλθει και οι δύο σοφοί και τους ακούω ενδυομένους και συνεχίζοντας τας σοφάς των ομιλίας.

— Παρετήρησες; Η γυμνότης είνε ηδονή και ηδονή όχι μικρά. Ίσως αυτό το αίσθημα είνε λείψανον της προπατορικής ευδαιμονίας. Ομού με τον Παράδεισον οι προπάτορες έχασαν και την ελευθερίαν της γυμνότητος και ευρέθησαν εις την ανιαράν ανάγκην να ενδύωνται.

— Και μάλιστα με φύλλα συκής, είπεν ο άλλος γελών. Σήμερον τα μεταξωτά οπωσδήποτε υποφέρονται.

— Σκέπτομαι να την αναπτύξω μίαν ημέραν αυτήν την ιδέαν.

— Περί;

— Περί γυμνότητος ιστορικώς και ψυχολογικώς. Αι γυναίκες φαίνεται ότι αισθάνονται περισσότερον αυτήν την τέρψιν, γι' αυτό τρέχουν τόσον εις τα θαλάσσια λουτρά. Όχι τόσον διά την τέρψιν του νερού, όσον διά την ηδονήν της γυμνότητος.

— Τι είπεν ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τας κυρίας να χορεύουν ντεκολτέ στο Παλάτι;… Αι, το λουτρό είνε ολόκληρο… ντεκολτέ. Τα εννέα δέκατα των γυναικών είνε Νάρκισσοι, εις τους οποίους το λουτρόν επιτρέπει πλήρη τον αυτοθαυμασμόν· επί πλέον δε εκθέτει και εις τον φθόνον των άλλων γυναικών τα πλαστικά θέλγητρα, τα οποία έχουν ή νομίζουν ότι έχουν. Σημείωσε δε ότι και η ασχημοτέρα γυναίκα νομίζει ότι κάτι έχει από την Αφροδίτην, αν όχι κάλλος, τουλάχιστον χάριν. Και ό,τι έχουν τείνουν να το επιδείξουν. Αυτήν δε την τάσιν υποβοηθεί και ο συρμός. Δεν βλέπεις πώς ανασύρουν και τεζάρουν το φόρεμα, διά να παρουσιάζουν τας γραμμάς και τα σχήματα που κρύπτει το ένδυμα; Δεν είνε γύμνωσις αυτή;

— Εις την οδόν Σταδίου μπορείς να δης και κάτι σχετικόν. Εις μίαν προθήκην είνε εκτεθειμένη εικών, εις την οποίαν παρίσταται ολόγυμνη η πρώην πριγκήπισσα Σιμαΐ, η περιβόητος Κλάρα Ουάρ. Αυτή η κυρία εγκατέλιπε τον πρίγκηπα σύζυγόν της και έφυγε μένα άσχημον Αθίγγανον, μόνον και μόνον, φαίνεται, διά να έχη την ελευθερίαν να εκτίθεται γυμνή εις τα θέατρα και να δίδη εις το εμπόριον φωτογραφίας της γυμνάς.

Ενώ ακούω τ' ανωτέρω, διακρίνω επί των σανίδων, μεταξύ διαφόρων βωμολοχιών, την φράσιν «Η αλήθεια είνε γυμνή». Και υπ' αυτήν άλλη χειρ έχει σημειώσει: «Δεν ντρέπεται η σιχαμένη;»

(Αύγουστος 1898).

Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ

Με τα τρυγόνια ανεφάνη και ο Σακκουλές κατόπιν μακράς εκλείψεως. Τον είδα εις την πλατείαν του Συντάγματος με τον παρδαλόν από ποικίλα και αλλεπάλληλα εμβαλλώματα ιματισμόν του, με την απαραίτητον ράβδον, την οποίαν κρατεί υπό μάλης διά ν' αμύνεται κατά των σκύλων και των ανθρώπων. Μόνον η πήρα του λείπει διά να παρουσιάζη πλήρη τον τύπον του αρχαίου κυνικού.

Τον είδα καθ' ην στιγμήν τον ελοιδώρουν εξ αποστάσεως τρία τέσσερα παιδία, εις τα οποία προσετέθη αυθορμήτως και ένας σκύλος. Οι άνθρωποι τέρπονται να τον ενοχλούν και τον βασανίζουν, οι σκύλοι δεν τον χωνεύουν. Οι σκύλοι, όπως οι άνθρωποι, κρίνουν τους ανθρώπους κατά το ένδυμά των· αρκεί δε να φορή κανείς πενιχρά ή κάπως ιδιόρρυθμα ενδύματα διά να κινήση την δυσπιστίαν και την εχθρότητα των σκύλων. Εκείνος ιδίως ο παράσιτος του καφενείου Ζαχαράτου Τριζώνης γίνεται έξω φρενών άμα ίδη πτωχόν άνθρωπον. Μίαν ημέραν έσχισε την βράκαν ενός νησιώτου, αποτολμήσαντος να πλησιάση εις την είσοδον του καφενείου. Όταν δε κατά την εσπέραν των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς επιτρέπεται εις μίαν ομάδα βρακοφόρων Ναξίων να ψάλλουν τα κάλλανδα και να χορεύουν εις το καφενείον, ο Τριζώνης δεν ευρίσκει ησυχίαν. Και περιφερόμενος με νευρικότητα, παρατηρεί βλοσυρώς τους βρακοφόρους και φαίνεται ότι τον πνίγει η απορία: «Το τέλος του κόσμου έφθασε; Τι θέλουν αυτοί οι χωριάτες εδώ; Και πώς τους ανέχονται οι ευγενείς μου φίλοι και αυθένται;»

Εννοών όμως (και διά να το εννοήση θα εχρειάσθησαν πιθανώς και ολίγα λακτίσματα) ότι οι ευγενείς του φίλοι ευρίσκουν άγνωστον τέρψιν εις τα καμώματα των αγροίκων εκείνων, αναγκάζεται και αυτός να τους ανέχεται, αλλ' όχι χωρίς να φανερόνη την δυσφορίαν του και να διαμαρτύρεται με υποκώφους γρυλισμούς.

Ομοίως οι φρακοφόροι υπηρέται των πλουσίων οικιών περιφρονούν τον πτωχόν κόσμον εξ ου προήλθον και οι υψίπλουτοι είνε συνήθως τόσον αγέρωχοι και σκληροί προς τους πρώην ομοίους των.

Ο Σακκουλές γνωρίζων το εναντίον του μίσος του Τριζώνη, του αποδίδει τα ίσα, και εις τας υλακάς απαντά δι' ύβρεων και επιθέσεων διά της ράβδου. Και μίαν ημέραν ηκούσθη να του λέγη:

— Λιμοκοντόρος μας γίνηκες και συ και δεν χωνεύεις τους φτωχούς ανθρώπους; Να, για να πάρης γάντια! Να, για ν' αγοράσης λουστρίνια!… Παλιόσκυλο, δεν βλέπεις τα χάλια σου, που δεν έχεις βρακί να φορέσης, μόνο μας κάνεις τον τρανό και συ! Εγώ, μωρέ, είμαι φτωχός, μα δεν κουνώ την ουρά μου κανενός για να μου δώση να φάω· τη δεκάρα την παίρνω με το σπαθί μου, με το άστε-ντούα…. Ου! να χαθής, παλιοζάγαρο, πρόστυχε, ξιππασμένε!

— Πού ήσουνα, βρε Σακκουλέ; τον ηρώτησε κάποιος εκ των περιφερομένων εις την πλατείαν.

— Ήμουν εξορία, απήντησεν ο επαίτης με σοβαρότητα πολιτικού εξορίστου. Φέρε τώρα μια δεκάρα!

— Και ποιος σ' εξώρισε;

— Ξέρω 'γώ; Η αστυνομία. Έλα κουνήσου, φέρε τη δεκάρα!

— Μα γιατί σ' εξώρισαν;

— Πολλά λες. Κύλα τη δεκάρα, σου λέω.

— Θέλω πρώτα να μου πης γιατί σ' εξώρισαν.

— Γιατί θέλουν να διώξουν όλους τους τίμιους ανθρώπους από την Αθήνα και να μείνουν μόνον οι κλέφτες κ' οι μπαγαπόντιδες. θα δώσης τώρα τη δεκάρα ή να….

— Τι;

— Έλα, μη μου βγάλης τη ψυχή για μια παλιοδεκάρα.

— Δεν έχω δεκάρα. Άιντε τράβα!

— Ώστε μ' εκοροΐδευες τόση ώρα; είπεν ο Σακκουλές.

Και αποσυρθείς έξω βολής, ήνοιξε την παλάμην εν σχήματι ριπιδίου.

— Να!… να σου πάρ' ο διάολος τον πατέρα, παλιομπαγάσα, Τριζώνη!

Αλλ' ο ούτως υβριζόμενος εδέχθη τας ύβρεις ως ανθόνερον. Ο σκοπός του άλλως τε αυτός ήτο· να ερεθίση τον θρασύστομον επαίτην, διά να τον υβρίση. Ο Σακκουλές πληροί μίαν ανάγκην μιας όχι ολιγαρίθμου τάξεως ανδρών, τους οποίους διασκεδάζουν τα χονδρά λόγια, η ύβρις και η βωμολοχία. Άλλοι εξ αυτών, τυχαίως φθάσαντες εις κοινωνικόν επίπεδον ανώτερον του Σακκουλέ, στενοχωρούνται εις την νέαν κατάστασιν, ως εις ξένον ένδυμα· η συνάφεια των δε με τον Σακκουλέν τους επαναφέρει εις την φυσικήν των κατάστασιν. Άλλοι κολακεύονται υπό της ιδέας ότι ο αλήτης τους υβρίζει, ως σημαντικά υποκείμενα. Διά τους περισσοτέρους ο Σακκουλές είνε ο είλως της Σπάρτης, ο οποίος άπαξ του έτους είχε την ελευθερίαν να μεθύσκεται και να λαλή προς τους κυρίους του με γλώσσαν αχαλίνωτον. Η αυτή ανάγκη της ωμής αληθείας εδημιούργησε την βωμολόχον ελευθεροστομίαν των επανερχομένων από τα Ελευσίνια και βραδύτερον την ελευθερίαν των Απόκρεων.

Εις το Ηράκλειον της Κρήτης ήτο προ ετών ένας τρελλός Τούρκος, ο οποίος εξηρεθίζετο και ύβριζε και ελιθοβόλει οσάκις του απηύθυνον το επιφώνημα «Ζιτ! ζιτ!». Άμα ενεφανίζετο εις την Πλατειάν Στράταν, τα ερεθιστικά επιφωνήματα απετέλουν δαιμονιώδη βόμβον εκατέρωθεν. Ο δε παράφρων, ως κεντριζόμενος υπό οίστρου, εγίνετο έξαλλος και έτρεχεν υβρίζων ή και λιθοβολών δεξιά και αριστερά. Αλλά μίαν ημέραν οι τεχνίται και οι έμποροι της Πλατειάς Στράτας συνεφώνησαν να μη τον πειράξουν, διά να ίδουν τι θα συνέβαινε. Την επιούσαν ενεφανίσθη ο τρελλός εις την Πλατειάν Στράταν, διήλθεν όλην την οδόν, αλλ' ουδείς τον επείραξεν, ουδείς εφάνη προσέξας εις την διάβασίν του. Αντί δε ν' απέλθη ευχαριστημένος, εστράφη προς τα οπίσω και εκ νέου διέτρεξε την οδόν. Και πάλιν όμως δεν τον επείραξαν. Τότε εστράφη προς τα οπίσω και διερχόμενος εφώναζε προς τους τεχνίτας και εμπόρους:

— Ζιτ! ζιτ!

Δεν σας φαίνεται ότι την θέσιν του τρελλού εκείνου έχει εις τας Αθήνας όχι ο Σακκουλές, αλλ' εκείνοι οίτινες προκαλούν τας ύβρεις του; Αλλ' ο Σακκουλές ικανοποιεί και την παιδικήν σκληρότητα, την οποίαν πολλοί διατηρούν εις την μεγάλην ηλικίαν. Βασανίζουν τον επαίτην, όπως τα παιδία βασανίζουν τον ποντικόν, τον οποίον συλλαμβάνουν.

Η αστυνομία εξορίζει συνήθως τον Σακκουλέν εις Σύρον, διότι, νομίζω, κατάγεται από τας Κυκλάδας. Εκεί τον είδε προ καιρού κάποιος Αθηναίος, περαστικός από την Ερμούπολιν. Και επειδή δεν εγνώριζε κανένα και έπληττε, εκάλεσε τον Σακκουλέν και τον εκέρασε·

— Τι θέλεις εδώ, Σακκουλέ;

— Είμαι εξόριστος. Τι κάνουν οι δικοί μας στην Αθήνα; Να σου πω την επεθύμησα την Αθήνα μας.

Έπειτα, εκτείνας την παλάμην προς τον συμπατριώτην, του είπε:

— Δος μου τώρα μια δεκάρα!

— Δεν έχω ψιλά, καϋμένε. Έπειτα.

— Α! στο διάολο λοιπόν, μπαγάσα!

(Αύγουστος 1898).

Ο ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ

ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Κατά την τελευταίαν επανάστασιν, εγνώρισα εις την Κρήτην ένα Αθηναίον κουτσαβάκην. Είχε κατέλθει εθελοντής, διά να ελευθερώση την Κρήτην αλλά μετ' ολίγας ημέρας αφήκε την νήσον εις την τύχην της. Πέρυσι, κατά το θέρος, τον επανείδα εδώ.

— Τι γίνεσαι; τον ερωτώ. Τι δουλειές πολεμάς;

— Καλλιεργώ δερβισιλίκι, μου απαντά.

— Καλλιεργείς δερβισιλίκι; επανέλαβα μη εννοήσας.

Ο κούτσαβος εγέλασε.

— Δεν τη καταλαβαίνεις του λόγου σου αυτή τη γλώσσα. Δερβισιλίκι είνε η λεβεντιά. Είμαστε λεβέντες εμείς, έχουμε και στη γειτονιά μας λεβέντισσες.

Ήτο στυλωμένος εις το πεζοδρόμιον, κλείσας δε το μάτι και στρίβων το μουστάκι του, μου έδειξε με το νεύμα το απέναντι παράθυρον, όπου μια υπηρέτρια εκαθάριζε τα τζάμια.

— Μα τέλος πάντων, του είπα, όσο δερβίσης κιάν είνε κανείς έχει ανάγκην να τρώγη. Καμμιά εργασία δεν κάνεις;

— Πώς; Είμαι θιασάρχης, είπε, προσηλόνων πάντοτε το βλέμμα εις το απέναντι παράθυρον.

— Θιασάρχης;

— Έχω ένα καραγκιόζη στην πλατεία.

Τον συνεχάρην φυσικά, αυτός δε με παρεκάλεσε να γράψω κάτι εις την εφημερίδα διά το «θέατρόν» του· μ' εκάλεσε μάλιστα και να το επισκεφθώ. Και μου είπε:

— Έρχεται όλη η αριστοκρατία των Αθηνών. Απόψε έχουμε τους «Ληστάς της Ισπανίας» ένα ωραίο δράμα.

Υπεσχέθην, αλλ' ελησμόνησα την υπόσχεσίν μου. Τον συνήντησα εκ νέου και μου παρεπονέθη ότι τον ελησμόνησα. Άλλην δε ημέραν, καθ' ην με είδε διερχόμενον εις το αυτό μέρος και η δούλα ήτο πάλιν εις το παράθυρον, μου εφώναξεν εξ αποστάσεως:

— Ακόμη να γράψης για το θέατρο. Κάμε μου τη χάρι να γράψης δυο λόγια. Στη μπαρούτη πούχομε φάει μαζή στην Κρήτη!

Διά να μη του δώσω αφορμήν να μ' εξορκίση άλλην φοράν στους Τούρκους που φάγαμε μαζή, έγραψα ολίγας λέξεις διά τον «εξυπνότατον Καραγκιόζην, όπου συγκεντρώνεται κάθε βράδυ το άνθος της αθηναϊκής αριστοκρατίας».

Προ ολίγων ημερών τον επανείδα. Και μου ωμίλησε περί των εκλογών.

— Πώς τα βλέπεις τα εκλογικά μας;

— Εσύ με ποιους είσαι; του είπα χωρίς ν' απαντήσω εις την ερώτησίν του.

— Με κανένα. Τι ανάγκη τους έχω; Όταν πεινώ εγώ, δεν μου δίδει κανείς να φάω. Εγώ κυτάζω τη δουλειά μου.

— Δηλαδή το δερβισιλίκι; Τώρα καραγκιόζη δεν έχει.

— Κάνω δουλειές του ποδαριού.

— Ένας παλληκαράς σαν εσένα δεν μπορεί να μείνη έξω από την εκλογικήν κίνησιν.

— Με ζητούν κι' από το ένα κόμμα κι' από το άλλο, αλλά δεν αποφασίζω. Φοβούμαι μη βρω κανένα μπελλά.

— Φοβάσαι να μη σκοτώσης κανένα, αι;

— Όπως είμαι αράθυμος και ζόρικος, μπορώ να κρατηθώ σε μια εκλογική συμπλοκή;

— Έχω την ιδέαν ότι, όταν θ' αποφασίσης, θα πας με το Κορδόνι.

— Θεός φυλάξοι! εγώ να δώσω ψήφο του Κορδονάραγα, πούφερε τον Ετέμ και τον έλεγχο; Κάλλιο να μου κοπή το χέρι! Μόνο του Σμολένσκη θα δώσω άσπρο. Α! δεν μπορώ· επολέμησα μαζή του στο Βελεστίνο.

— Βρε θεομπαίκτη, εμένα μην τα λες αυτά που σε ξέρω.

Ο ήρως εγέλασε.

— Με είδες στην Κρήτη, αλλά δεν με είδες στο Βελεστίνο. Αν θέλης ρωτάς και το στρατηγό, που με είδε.

— Μα πήγες αλήθεια στο Βελεστίνο; Έλα, την αλήθεια, στη μπαρούτη που φάγαμε!

— Εγώ δε θυμούμαι να πήγα. Μα σαν το θυμάται ο στρατηγός, ποιόν να πιστέψωμε;

Προχθές διέβαινε μία δηλιγιαννική διαδήλωσις· και κάποιος, αποσπασθείς από το πλήθος, επλησίασεν εις το πεζοδρόμιον και μου έρριψεν, ως πιστολιάν, μίαν βραχνήν κραυγήν:

— Κορδόναρος! Κορδονάραρος! Και τους δεκατρείς!

Εδυσκολεύθηκα ν' αναγνωρίσω τον μαχητήν του Βελεστίνου υπό τους μώλωπας, τους οποίους είχεν εις το πρόσωπον.

— Τι μούτρα είν' αυτά. μωρέ; Ποιος σ' έκαμ' έτσι;

— Μην τα ρωτάς! Γένηκαν τραγικά πράμματα. Δε σούλεγα πως θα βρω μπελλά; Ένας παλιάνθρωπος απαλλαγέντας ήθελε και καλά να πη πως δεν ήμουνα στο Βελεστίνο. — «Ώστε ψέματα λέω εγώ; — Ψέματα, μου λέει. — Εγώ, μωρέ; — Εσύ» Του καταφέρνω ένα σκαμπίλι και πιανόμαστε. Του δίδω, μου δίδει. Στο ύστερο τραβώ την κάμα και τον αρχίζω. Πελέκημα σωστό.

— Και τον εσκότωσες, σκυλί;

— Μ' είχε στραβώσει ο θυμός και δεν είδα τι έγινε. Αλλά βέβαια θα τον εσκότωσα. Τόσες μαχαιριές δεν πήγανε στον αέρα. Σαν μας χωρίσανε του λέω:

— «Είσαι Ελιά, ρε βλάμη; — Ελιά, ναι. — Τότε εγώ είμαι Κορδόνι· κι' απ' αυτή τη στιγμή είμαι πυρ και μανία με το Κορδόνι! Μ' εφανάτισες».

— Ώστε τώρα είσαι;…

— Ντεληγιάννης και το νύχι μου!

Αι κραυγαί των Κορδονικών επλήρουν την οδόν, ως ποταμός βοής. Ο δε μαχητής του Βελεστίνου εξηκολούθησε:

— Μα μπορεί ένας άνδρας με αίμα, ένας δερβίσης να μην είνε με το Κορδόνι; Το λες και γεμίζει το στόμα σου. Το φωνάζεις και βροντά σαν τουφεκιά, σαν χαλκούνι!

Και διά να μου αποδείξη τους λόγους του, εφώναξε με όλην την δύναμιν των πνευμόνων του:

— Κορδονάραρος!

Έπειτα με φρενίτιδα αληθινού δερβίσου εκ των ωρυομένων ώρμησε προς τα κάτω, τρέχων διά να φθάση την απομακρυνομένην διαδήλωσιν και βρυχώμενος:

— Κορδόναρος! Κορδοναρούμπαρος!

(Φεβρουάριος 1899).

ΑΓΩΝΕΣ ΑΣΧΗΜΙΑΣ

Ο αρχαίος φιλόσοφος Αρίστιππος είπεν ότι η κίνησις είνε ηδονή. Οι Τούρκοι με το ραχάτ και οι Ιταλοί με το «dolce far niente» είπον το αντίθετον. Αλλ' ίσως και ο αρχαίος φιλόσοφος ενόει ότι η κίνησις είνε αναγκαία διά να αισθάνεται κανείς έπειτα μεγαλειτέραν την ηδονήν της ακινησίας.

Το βέβαιον είνε ότι, αν έζη σήμερον ο Αρίστιππος, θα ηναγκάζετο να τροποποιήση την γνώμην του διά να προσθέση ότι η υπερβολική κίνησις είνε παραφροσύνη.

Τοιαύτα εσκεπτόμην προχθές, ενώ παρετήρουν εις το Ν. Φάληρον τους ποδηλατικούς αγώνας. Όσον αυξάνει διά των εφευρέσεων η ευκολία και η ταχύτης της συγκοινωνίας, τόσον αυξάνει και η απληστία της ταχύτητος και η ανθρωπότης φαίνεται ως να θέλη να φθάση εις τον ίλιγγον και να τελειώση με την μέθην του ιλίγγου. Τόση είνε η ανησυχία των σημερινών ανθρώπων, ώστε ο κόσμος καταντά πλέον στενός και ανεπαρκής να περιλάβη αυτήν την ανησυχίαν και την πολυπραγμοσύνην. Και αν δεν ευρεθή ταχέως το πηδάλιον του αεροστάτου διά να δοθή διέξοδος προς τα επάνω, φόβος υπάρχει ότι η ανησυχία μας θα μεταβληθή εις μανίαν, ο δε μικρός πλανήτης μας εις φρενοκομείον.

Άλλως τε αυτή καθ' εαυτήν η κατάχρησις της κινήσεως και της ταχύτητος άγει εις την νευρικήν εξάντλησιν και την νευροπάθειαν. Η τόσον διαδεδομένη εις τους χρόνους μας νευρασθένεια θεωρείται ως αποτέλεσμα της ταχύτητος και της εντάσεως με την οποίαν ζώμεν. Ενώ ο περί του βίου αγών είνε τόσον έντονος και πυρετώδης, αι ψυχαγωγίαι είνε επίσης κοπιώδεις. Διά ν' αναπαυθούν οι κεκμηκότες ταξειδεύουν, υποβάλλοντες νεύρα και εγκέφαλον εις τους κραδασμούς της ατμομηχανής, αναρριχώνται εις τα βουνά και επιδίδονται εις ασκήσεις υπερεξαντλητικάς.

Δεν θέλω να είπω ότι θα ήτο προτιμότερον να ταξειδεύωμεν ακόμη με βωδάμαξα και ιστιοφόρα. Αλλ' αφ' ότου απεκτήσαμεν τόσα μέσα ταχείας συγκοινωνίας, δεν εννοείται προς τι υποβαλλόμεθα εις τόσον υπερβολικάς ασκήσεις δρόμου διά των ποδών ή του ποδηλάτου, προσθέτοντες εις τον πνευματικόν κάματον και την σωματικήν υπερκόπωσιν και παρασκευάζοντες πρόσφορον έδαφος εις τα νευρικά νοσήματα.

Κατά τους τελευταίους ποδηλατικούς αγώνας των Παρισίων, οίτινες παρετάθησαν επί 60 ώρας, πάντες όσοι επέμειναν αγωνιζόμενοι πέραν των 24 ωρών έδειξαν σημεία διαταράξεως των φρενών. Είς εξ αυτών ενόμιζεν ότι οι θεαταί έρριπτον λίθους εις τον δρόμον του. Άλλος έβλεπεν ένα μαύρον γάτον, προπορευόμενον του ποδηλάτου, και παρεπονείτο ότι ο φόβος μήπως καταπλακώση το ζώον ανέκοπτε την ταχύτητά του. Τρίτος, ενώ ωδηγείτο εις το ιματιοφυλάκιον διά ν' αλλάξη και ν' αναπαυθή, ήρχισε να παραληρή· επεχείρησε δε και να φύγη γυμνός. Αι διαταράξεις αύται υπεχώρησαν εις γενναίον και αναπαυτικόν ύπνον αλλά τις δύναται να βεβαιώση ότι δεν θα επανέλθουν, μάλιστα μετά νέαν τοιαύτην κόπωσιν, και ότι τότε θα παρέλθουν όπως τώρα;

Και εις το Λονδίνον κατά τους τελευταίους εις τον Τάμεσιν αγώνας λεμβοδρομίας μεταξύ των φοιτητών Οξφόρδης και Κανταβριγίας, οίτινες άλλως δεν συγκρίνονται προς τους εξηκονταώρους ποδηλατικούς αγώνας, είς μεν εκ των νικητών ελιποθύμησεν, άλλος δε έπαθε νευρικήν εξάντλησιν σοβαράν.

Αλλ' οι αγώνες γίνονται χάριν των θεατών, οι δε θεαταί είνε λίαν απαιτητικοί. Διά να ικανοποιηθή το ενδιαφέρον των πρέπει να ίδουν τραγικάς υπερβολάς. Όταν οι ήρωες του δράματος παύσουν να πάσχουν, παύει και το ενδιαφέρον των θεατών. Εις τους υπερανθρώπους άθλους τους οποίους χειροκροτούν οι σημερινοί άνθρωποι εις τα στάδια αναζεί η αγριότης των Ρωμαίων θεατών. Και οι σημερινοί αγώνες δεν είνε πλέον αγώνες μεταξύ ανθρώπων ή μεταξύ ανθρώπων και θηρίων, αλλά πάλη μεταξύ του ανθρώπου και των φυσικών νόμων, δηλαδή σύγκρουσις του αυγού και της πέτρας.

Αγώνες τοιούτοι δεν έχουν κανένα σκοπόν, δεν έχουν προ πάντων τον κύριον σκοπόν τον οποίον είχαν οι αγώνες εις την Ελληνικήν αρχαιότητα. Διότι, αντί να δημιουργούν ωραία, υγιή και ρωμαλέα σώματα, δημιουργούν ασυμμετρίας σωματικάς, ασχήμους αναπτύξεις των μυών και νευρικήν νοσηρότητα. Εις τας υπερβολάς του σημερινού αθλητισμού προσβάλλεται εξ ίσου η αισθητική και η λογική. Και μάλλον έπρεπε να ονομάζωνται αγώνες ασχημίας. Εκεί δ' εννοούμεν καλλίτερα την συγγένειαν την οποίαν έχουν αι λέξεις αθλιότης και κακομοιριά (*).

(Απρίλιος 1899).

*) Όλα τα ανωτέρω χρονογραφήματα εδημοσιεύθησαν εις το «Εμπρός»

ΤΕΛΟΣ

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings