Front matter (continued 2)
Reading edition
Ο ήλιος διαχρυσώνει όλην την θαυμασίαν σκηνογραφίαν της Κωνσταντινουπόλεως, του μαγικού αυτού συνθέματος της φύσεως, υπερκάλλου και υπερτέχνου ελίγματος γης και θαλάσσης, όπου οι νόμοι του Ωραίου εξαφανίζονται από την τελειότητα της εκδηλώσεώς του. Ήλιος εαρινός, φίλημα και θωπεία φωτός, εναρμονίζει την υγρότητα της δρόσου εις την μακαριωτέραν αίσθησιν.
Η θάλασσα εκτείνει τους βαθυκυάνους κυματισμούς της εις τους κόλπους της Πόλεως, απομάσσει τα στέρνα της, την εγγραμμίζει μέσα εις τας λεπτάς διακυκλώσεις της, επιρρίπτει το κυανούν θάμβος της επί των διαχρύσων θόλων των μεγάλων εκκλησιών, επί των ωχρών επάλξεων του θαυμασίου δικτύου των φρουρίων.
Αι ακτίνες του ηλίου διυφαίνουν την ανταύγειαν της θαλάσσης επάνω εις το ωραιότερον σύμπλεγμα των οικιών, των μεγάρων, των ανακτόρων, των κήπων, των καλλιστρόφων παρακτίων αποκλίσεων της γης, αι οποίαι είνε σαπφείριναι από την ευγενή και λεπτήν βλάστησιν.
Μεταξύ της Σταμπούλ και των υψηλών του Πέραν λόφων, των κλιτύων της Χρυσοπόλεως και της Χαλκηδόνος, του κόσμου των μεγάρων, των συνοικισμών και των κήπων των δύο αντιμετώπων ακτών του Βοσπόρου, όπου η Ασία επιπνέει επί της Ευρώπης, εις τριάκτινον υγρόν αστέρα λικνίζεται η θάλασσα αύτη, η οποία έμελλε να διανοίξη τον δρόμον εις τα πυρφόρα των Ελλήνων προς τας Κιμμερίους ακτάς και τον άγριον Δούναβιν. Κατάφορτος είνε η υγρά αύτη αγκάλη από τα έτοιμα προς εκκίνησιν Ελληνικά πλοία.
Τυφλούται ο οφθαλμός από την ζωηρότητα των χρωμάτων, με τα οποία είνε βαμμένα τα πλευρά των, τα ιστία των είνε και αυτά λαμπρότατα χρωματισμένα, «εν μυρίαις παραλλαγαίς», χρυσοκόσμητοι αι πρώραι των, χιλιάδας αι κώπαι των, γιγαντώδεις αι σημαίαι των, μυριόσχημα τα σήματα.
Εις τα υπερήφανα λάβαρά των είνε ζωγραφισμέναι αι εικόνες Παναγίας της Παρθένου, της «Οδηγητρίας», του Παντοκράτορος Χριστού, των δοξασμένων στρατιωτικών αγίων Θεοδώρου του Τίρωνος, Θεοδώρου του Στρατηλάτου, Γεωργίου και Δημητρίου.
Επάνω εις τας πτέρυγας των «Χελανδίων» και των «δρομώνων» και των «ουσιών» αποστίλβουν υπό τον ήλιον οι αλυσσιδωτοί θώρακες και οι πελέκεις των Βαράγγων, αι από λείον μέταλλον κυκλοειδείς ασπίδες.
Κοσμοπολιτικόν ήτο το πλήρωμα των πολεμικών πλοίων του Βυζαντίου, Έλληνες και τέκνα της Ανατολής και υιοί του σκοτεινού Βορρά, ποικίλας έχουν τας αμφιέσεις.
Υψούνται αι φωναί των «δρουγγαρίων», διατασσόντων εις κινήσεις τα πληρώματα, αναμιγνύονται με αυτάς αι φωναί των «Τουρμαρχών», των «Τοποτηρητών», των «Εκατοντάρχων», οι οποίοι επιβλέπουν τας επιβιβάσεις, την τελευταίαν κίνησιν διά την εγκατάστασιν επί των πλοίων. Πληθύς ακατίων και σχεδίων, κυανοχρόων, ή μιλτοχρόων, διαπλέουσι μεταξύ των πλοίων.
Είνε αι φέρουσαι τους ευγενείς του Βυζαντίου, χρυσοπαρύφους ή αργυροπάστους ενδυμασίας επιδεικνύοντας. Στένουν αι δύο όχθαι του Βοσπόρου, αι επαύλεις, τα άνδηρα, όπου επιρρίπτουν την σκιάν των τα μεγάλα δένδρα, οι υψηλοί τετράγωνοι πύργοι, αι σειραί των κατωχυρωμένων δι' επάλξεων τειχών, οι κήποι με την περικαλλή βλάστησιν, από το αναμένον πλήθος.
Από τα υπερώα του απεράντου γυναικωνίτου του Ιερού Παλατίου, όπισθεν των υψηλών κιγκλίδων των τειχών αυτού, αναμένουν να ιδούν την διέλευσιν αι γυναίκες των Ανακτόρων, αι φέρουσαι την ζώνην της πατρικίας.
«Ζωσταί πατρίκιαι», αι «σπαθάρισσαι», αι «υπάτισσαι».
Θόρυβος μέγας βομβεί υπεράνω της εικόνος αυτής εκ του τεραστίου συνωστισμού, αρχίζει η πολεμιστήριος μουσική να δονή τον αέρα υπό τα κύματα συνταρακτικών ήχων — σάλπιγγες, κρόταλα, κύμβαλα, τύμπανα — αναδίδονται πανταχόθεν οι παιάνες, αι πάμφωνοι ανευφημίαι των «Δήμων», αι «επίσημοι και παράδοξοι και κεκανονισμέναι».
Η στιγμή της εκκινήσεως εγγίζει, το σύνθημα θα δοθή, κίνησις παρατηρείται παρά τον Αυτοκράτορα, συντεταγμένοι περί αυτόν είνε οι Συγκλητικοί, οι ύπατοι θεράποντες της Πολιτείας, χρυσόν και μέταξαν περιβεβλημένοι, χρυσοϋφάντους πίλους επί των κεφαλών φέροντες.
Υψούται ουρανομήκης η τελευταία δέησις από τα πλήθη.
Οι χοροί των εκκλησιών αναμέλπουν τον ύμνον προς την «Οδηγήτριαν Παρθένον», την «απροσμάχητον έχουσαν το κράτος και εις νίκας καθοδηγούσαν Μητέρα», συμψάλλουν μετ' αυτών τ' αμέτρητα πλήθη του λαού, οι μοναχοί, οι ιερείς.
Εις μίαν στιγμήν, εγείρεται η κορυφή της Εκκλησίας, ο Πατριάρχης, εκτείνει την χείρα υπέρ την φαντασμαγορίαν αυτήν, ο Αυτοκράτωρ δίδει το σύνθημα, κεραυνόηχος ανευφημία εκ μέρους του πλήθους καλύπτει και συνταράσσει το διάστημα, ανελίσσεται εις βραδείαν και μεγαλοπρεπή κίνησιν ο στόλος, έκαστον του οποίου πλοίον είνε σημειωμένον με το μηχάνημα, το εργαλείον, το φοβερώτατον υγρόν πυρ.
Κατέλιπεν ο Βασιλεύς την πρωτεύουσαν μετά του γενικού αρχηγείου, άγων μεθ' εαυτού τας τελευταίας μεγάλας επικουρίας και βαίνων προς συνάντησιν του άλλου στρατεύματός του, όπερ είχε διαχειμάσει προς νότον του Αίμου.
Επί ολίγας ημέρας εις Αδριανούπολιν έστησε το στρατηγείον του. Διερχόμενος διά Ραιδεστού, εδέχθη δύο απεσταλμένους του Σβιατοσλαύου, οίτινες ήσαν πράγματι κατάσκοποι.
Ο Τσιμισκής ηννόησεν, αλλά ουδέν έδειξε. Παρέδωκεν όμως αυτούς εις ανθρώπους του, όπως τοις επιδείξωσιν όλα τα κατά το στράτευμα και την πολεμικήν ετοιμασίαν, και κατόπιν εν ασφάλεια τους έστειλε πάλιν εις τον κύριόν των.
Τόσον κεραυνοβόλος ήτον η προέλασις του Τσιμισκή, ώστε αι φοβεραί «κλεισούραι» του Αίμου, μακραί και στεναί, απότομοι και δασώδεις, φαραγγώδεις, διάκρημνοι και σχεδόν αδιέξοδοι, δρόμοι των ορνέων μόνον και κατά του τρομερωτέρου εχθρού ουχί διά μεγάλων δυνάμεων δυνάμεναι να φυλαχθώσι, έμενον αφρούρητοι!
Πόσων μεγαλωνύμων και ηρωικών στρατιών του Βυζαντίου είχον γίνει ο άξενος τάφος αι φρικώδεις αύται διαβάσεις, και Βασιλέων Ελλήνων ακόμη, επερχομένων κατά των ιδίων και ως Λερναία Ύδρα ανανεουμένων αμειλίκτων τούτων εχθρών!
Εγγύτατα του τέρματος των παρόδων τούτων και των βορείων πλευρών του Αίμου εξετείνετο επί πεδιάδος η πρωτεύουσα των Βουλγάρων, η Μεγάλη Περεϊκσλάβετς, ή Πραισθλαύα, η σήμερον Πρεσλαύα, όπου ευρίσκεται η Εσκί- Σταμπούλ, ολίγον προς νότον της Σούμλας.
Δ
ΠΡΟ της διαβάσεως ο Τσιμισκής, καλέσας πολεμικόν συμβούλιον, είπε τα εξής προς τους στρατηγούς:
«Ω συστρατιώται, ενόμιζον ότι οι εχθροί, μη διασαλευθέντες βεβαίως κατά τας φρένας, ώστε να πιστεύσουν ότι θα τους αφίναμεν επί πολύ να μιαίνουν τα ιερά εδάφη της Αυτοκρατορίας και να φθείρουν τους λαούς, θα έκαμναν αδιαβάτους διά προτειχισμάτων και φρουρήσεως τας επικαιροτάτας και στενωτάτας ατραπούς και παρόδους του όρους. Αλλά φαίνεται εσκέφθησαν, ότι ημείς δεν θ' ανελαμβάνομεν τους μόχθους και τας ταλαιπωρίας του πολέμου κατά τας αγιωτάτας ταύτας ημέρας των Παθών του Κυρίου, αφίνοντες τας λαμπροφορίας και τας εορτάς και τας διασκεδάσεις.
Και διά τούτο, ως φαίνεται από όλας τας ενδείξεις και τας πληροφορίας μας, η διάβασις είνε ελευθέρα. Ίσως και να απεφάσισαν να ενεργήσουν επί άλλου πολεμικού σχεδίου. Ας επωφεληθώμεν λοιπόν και ημείς της μοναδικής ταύτης ευκαιρίας, και ας ορμήσωμεν αμέσως πέραν του Αίμου, ώστε να προσβάλωμεν αιφνιδίως τους Βουλγαροσκύθας, πριν ή, πληροφορηθέντες την πορείαν ημών, σπεύσωσι να μας αποκλείσωσι.
Πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας, ότι είμεθα υποχρεωμένοι να βαίνωμεν προς τελικήν εξόντωσιν των αγρίων αυτών, μη σκεπτόμενοι ουδόλως την ζωήν μας απέναντι του ιερωτάτου καθήκοντος προς την Πίστιν και το Γένος, μη ταλαντευόμενοι και μη κλίνοντες ούτε στιγμήν μέχρι της πληρώσεως του όλου έργου».
Οι στρατηγοί εφρικίασαν εις την πρότασιν του τολμήματος τούτου, ζωντανοί διήλθον προ της διανοίας των οι τραγικώτατοι όλεθροι των στρατιών του Κωνσταντίνου τω 757, του Νικηφόρου του Α' και του Σταυρακίου τω 811, εσκέφθησαν αμέσως τας πιθανάς φοβεράς ενέδρας, των οποίων θύματα είχον πέσει εις τα ίδια μέρη αι προαναφερθείσαι στρατιαί και Βασιλείς του Βυζαντίου, και εις τους λόγους του Αυτοκράτορος έμειναν πενθίμως σιωπώντες.
Ο Τσιμισκής αντελήφθη την αποδοκιμασίαν της προτάσεώς του, και λαβών πάλιν τον λόγον, ωμίλησε θερμότατα και παρορμητικώτατα, έκλεισε δε την ομιλίαν του διά των εξής:
«Γενήτε υπέρψυχοι, σκεφθήτε ότι είσθε απόγονοι ανδρών, οίτινες πάντοτε κατετρόπωνον τους εχθρούς των, και ακολουθήτε με τάχιστα, δι' έργων την ανδρείαν υμών δεικνύοντες».
Τότε κατενικήθη πας δισταγμός. Η παρέλασις ήρξατο. Προηγείτο το σώμα των Αθανάτων, το περιλάλητον δηλαδή εκείνο ιππικόν, το οποίον κατεδοξάσθη κατά τον πόλεμον τούτον, η «Αυτοκρατορική φάλαγξ», η εξ ευγενών νεανιών και εκ των ανδρειοτάτων πολεμιστών αποτελουμένη, με τους επιχρύσους θώρακας. Μετ' αυτό έβαινεν ο Βασιλεύς.
Ο παρακολουθών στρατιωτικός χρονογράφος λέγει εις το σημείον αυτό:
«Έβαινεν υπό του λαμπροτάτου επιτελείου του συνοδευόμενος. Εφόρει θαυμασίαν πανοπλίαν, από κεφαλής μέχρι ποδών περιβάλλουσαν αυτόν, και θυμοειδεστάτου και ακαθέκτου επέβαινεν ίππου. Μακρότατον εκράτει δόρυ. Εφωτοβόλει υπό τον ήλιον του Αίμου ως ο Άγιος Γεώργιος».
Το κύριον στρατιωτικόν σώμα ήρχετο ιδιαιτέρως κατόπιν υπό τον «πρόεδρον» Βασίλειον. Η υπό τον Βασιλέα εμπροσθοφυλακή απετελείτο, εκτός των Αθανάτων, από 15,000 πεζούς και 13,000 ιππείς.
Σπεύσας ταχύτατος, διήλθε μετ' αυτής τας κλεισούρας του Αίμου ακωλύτως, εισήλθεν εις την Βουλγαρίαν, και την 3ην Απριλίου ευρέθη προ της Πραισθλαύας, προς μεγάλην έκπληξιν των Ρώσσων. Ο Σβιατοσλαύος με την περισσοτέραν δύναμίν του ευρίσκετο εις Δορύστολον, την σήμερον Σιλίστριαν. Η φρουρά της πόλεως διετέλει υπό τον Σφέγγελον, επιφανέστατον Ρώσσον ηγεμόνα, εντός δε αυτής ευρίσκετο ο βασιλεύς των Βουλγάρων Βόρις, μετά της οικογενείας του και ο προδότης Καλοκύρης. 8.500 άνδρας εστοίχισεν εις την φρουράν η έξοδός της προς απόκρουσιν των πολιορκητών.
Την επιούσαν έφθασε και το σώμα του Βασιλείου με τας πολιορκητικάς μηχανάς, επεχειρήθη η εξ εφόδου άλωσις της πόλεως, ήτις επετεύχθη μετά λυσσώδη μάχην, ο Βόρις συνελήφθη, τυχών ηγεμονικών περιποιήσεων, η φθορά των Βουλγαρορρώσσων ήτο μεγάλη.
Οι τελευταίοι καταφυγόντες εις το μέγα και πολυδαίδαλον φρουριακόν Ανάκτορον, 7.000 περίπου, εξωντώθησαν και αυτοί, εμπρησθέντος του Ανακτόρου.
Εις αυτό εφυλάσσοντο πολυτιμότατοι θησαυροί των Βουλγάρων, εξ αρπαγών κυρίως από Ελληνικάς χώρας.
Σπεύδει ο Τσιμισκής προς το Δορύστολον.
Εις 60.000 άνδρας συνεποσούτο η υπό τον Σβιατοσλαύον φρουρά. Εις την πρώτην προ της πόλεως μάχην, ούτος ηττήθη. Εν τούτοις επί μήνα και πλέον αντέστη.
Ο Βυζαντινός στόλος εφύλαττε τον ποταμόν, ώστε δεν ηδύναντο οι πολιορκούμενοι να εκφύγωσι διά των πλοίων των. Κατά την τελευταίαν εκ παρατάξεως μάχην προ των τειχών, ο Βασίλειος, σωματοφύλαξ Ανεμάς, υιός του τελευταίου Εμίρου της Κρήτης Απδούλ Αζίζ, όστις είχε φονεύσει εις προηγουμένας προ της πόλεως συμπλοκάς τον γενναιότατον Ίκμορα, τον πρώτον μετά τον Σβιατοσλαύον Ρώσσον ηγεμόνα, επλήγωσε βαρέως τον Σβιατοσλαύον. Κυκλωθείς και αυτός εφονεύθη. Εις προηγουμένην συμπλοκήν εφονεύθη και ο Ιωάννης Κουρκούας, πολεμήσας ανδρειότατα. Κατά την μάχην ταύτην οι εχθροί απώλεσαν 15.000 άνδρας, οι Έλληνες 850.
Απελπισθείς ο Σβιατοσλάβος, προήλθεν εις συμβιβασμόν, συνηντήθη με τον Βασιλέα, απήλθε μετά των μετ' αυτού, αφού απέδωκε τους αιχμαλώτους, αλλά εις την αντίθετον όχθην Πετσενέγοι, ενεδρεύοντες, κατέσφαξαν και αυτόν και τους πλείστους των ανδρών του.
Θεοδωρούπολιν ωνόμασεν, από του αγίου Θεοδώρου, ο Βασιλεύς το Δορύστολον, όπως την Πραισθλαύαν Ιωαννούπολιν. Τέσσαρας μήνας μετά την εκστρατείαν ο Τσιμισκής επανήρχετο θριαμβευτής εις την πρωτεύουσαν.
Χρυσοκόλλητον λευκοπώλον άρμα ανέμενε τον Βασιλέα, και μυριάδες λαού, προ των τειχών.
Στέφανοι και σκήπτρα εκ χρυσού και λίθων πολυτελών προσεφέρθησαν εις αυτόν.
Δεν ηθέλησε να επιβή του άρματος, έθηκεν επί αυτού τα πολυτιμότατα των λαφύρων, και επί του εν αυτώ χρυσηλάτου θρόνου την εικόνα της Θεομήτορος, ενηγκαλισμένης τον Θεάνθρωπον Λόγον, ην εκ Βουλγαρίας εκόμισε.
Παρηκολούθησε την πομπήν έφιππος, με διάδημα εις την κεφαλήν.
Εις τον Ναόν της Αγίας του Θεού Σοφίας, όπου κατέληξεν η πομπή, ηυχαρίστησε τον Ύψιστον, και επί της Αγίας Τραπέζης κατέθηκε το λαμπρότατον και πολυτιμότατον βουλγαρικόν στέμμα, λάφυρον.
Πείσας τον Βόριν να καταθέση τα παράσημα της βασιλείας, ήτοι την περιπόρφυρον και διά χρυσού και μαργαριτών κατάστικτον τιάραν, την αλουργόν εσθήτα, τον ανεκήρυξε μάγιστρον.
Η Βουλγαρία εγένετο βυζαντινή επαρχία.
* * *
Απεφάσισεν έπειτα ο Ιωάννης να αναλάβη μέγαν αγώνα κατά των Μωαμεθανών, ίνα ανακτήση την Συρίαν μετά της Φοινίκης και Ιουδαίας, την Βαβυλωνίαν, την Μεσοποταμίαν και την καθαυτό μεγάλην Αρμενίαν, δημιουργών ούτω σύνορα εις το κράτος τον Άραξον, το Κάσσιον όρος, τον Τίγριν, την έρημον της Συρίας και τον Σουεσσικόν ισθμόν.
Πρώτον κατετροπώθησαν οι Μωαμεθανοί περί την Έδεσσαν, εις την Μεσοποταμίαν και εις την μεγάλην Αρμενίαν.
Έντρομοι οι Μωαμεθανικοί στρατοί έφευγον προς την Βαγδάτην. Αλλά ο Εμίρης Αβού Ταγλάβ κατώρθωσε να επανορθώση τας συνεπείας των ηττών τούτων.
Το επόμενον έτος 974 ο Τσιμισκής ανεδείχθη νικητής εις όλας τας μάχας, και έβαινε προς το Βαγδάτιον, ότε ο Καλίφης αυτού επρότεινε συνδιαλλαγήν, αντί ετησίου φόρου, πλουσιωτάτων δώρων και χρηματικού ποσού μεγάλου.
Επανήλθεν εις την πρωτεύουσαν ο Βασιλεύς, τελέσας «θρίαμβον» και επιδείξας τα πλουσιώτατα εξ Ασίας λάφυρα.
Το επόμενον έτος, επειδή οι Μωαμεθανοί παρεβίασαν τας συνθήκας και κατέλαβον πάλιν όλας τας μεταξύ Ευφράτου και Τίγρεως χώρας, ο Βασιλεύς εξεστράτευσεν εκ νέου κατ' αυτών, εισήλθεν εις την Συρίαν, εκυρίευσε την Ιεράπολιν, την Απάμειαν, την Έμυσον, την Ηλιούπολιν. Ώρμησε προς την Δαμασκόν, εδέχθη υποταγήν του Εμίρου της πόλεως, διήλθε το Λιβανόν όρος, εκυρίευσεν εξ εφόδου οχυρώτατον φρούριον, επί υψηλής και αποτομωτάτης κορυφής αυτού ευρισκόμενον, κατέβη εις την Φοινίκην, κατέλαβε την Βηρυτόν.
Επανερχόμενος, διήλθε δια του Αναβάρζου και διά του Ποδανδού και άλλων ευφόρων χωρών, αίτινες ήσαν ιδιοκτησία του παρακοιμωμένου Βασιλείου.
Ηγανάκτησεν ο Βασιλεύς εκ της τοιαύτης αποκαλύψεως, και εξεφράσθη δριμύτατα.
Ο Βασίλειος, φοβηθείς απώλειαν και του μεγίστου αυτού αξιώματος, εβουλεύθη κακόν κατά του Ιωάννου.
Και διά τούτο, ότε ούτος έφθασεν εις την παρά το όρος Ολυμπού έπαυλιν του εκ των μάλλον εξεχόντων μεγιστάνων του Βασιλείου πατρικίου και σεβαστοφόρου Ρωμανού, δι' ενός των ευνούχων υπηρετών, εδηλητηρίασε τον Βασιλέα ο παρακοιμώμενος διά δηλητηρίου, εξαντλούντος βραδέως τον οργανισμόν.
Τω όντι, μετά τινας μήνας, ο Τσιμιτσής είχεν απομείνει σκιά.
Απέθανε την 10ην Ιανουαρίου του 976 ετών 51.
Χαρακτήρ εξαιρετικός, λαμπροτάτων ψυχικών και ηθικών αρετών, σκιασθεισών μόνον από την νύκτα του εγκλήματός του κατά του Νικηφόρου, περιφημότατος πολεμιστής και στρατηλάτης μεγαλοφυής, έμπλεως από τον θρησκευτικόν ιδεολογισμόν του Μεσαιωνικού Ελληνικού Κράτους, αποτελεί, μετά του Νικηφόρου του Φωκά και του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, ένα εκ των περιφανεστάτων και εξοχωτάτων Ηγετών της Ελληνοβυζαντινής Αυτοκρατορίας.
ΤΕΛΟΣ
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΥΨΕΛΗΣ
ΟΔΟΣ ΕΔΟΥΑΡΔΟΥ ΛΩ 11α
ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ ΕΙΣ Β'. ΕΚΔΟΣΙΝ
Αρ.1.ΥΒΕΤ (κ. λ. π.) του Γκυ- ντε-Μωππασάν Δρ. 3. —
»3.ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΈΣ ΨΥΧΕΣ του Λ. Μαρκέλλου »2.50
»4.Η ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ του Δρος Βιλζ »1.25
»14.ΜΥΡΙΑΜ ΚΑΙ ΙΗΣΟΥΣ του Ζακ Καντέλ »3. —
ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ ΕΙΣ Α'. ΕΚΔΟΣΙΝ
Αρ.20.Η ΑΡΑΧΝΗ του Ευστρ. Ευστρατιάδου »3. —
»21.ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ του Β. Ηλιοπούλου (Lux) »2.50
»22.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟIIΑ του Χ. Παπαντωνίου »2. —
»23.Ο ΑΓΩΝ ΔΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΝ του Γέριγκ »3. —
»24.Ο ΝΑΝΤΑΣ του Αιμιλίου Ζολά »2. —
»25.ΜΑΡΣΚΑ του Σούμπιν »3.50
»26.Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ του Γκόγκολ »2.50
»27.ΡΩΜΑΝΤΙΚΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ της Grazia Delleda »2. —
»28.ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ του Κου ΣΑΜΠΡ Αιμ. Ζολά »2. —
»29.ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΑΓΩΝΙ του Ερρίκου Μπορντώ »2.50
»30.1) Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ — 2) Ο ΠΑΤΕΡ ΣΕΡΓΙΟΣ του Λέοντος Τολστόη »4. —
»31.1) ΥΒΕΤ 2) ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ του Γκυ ντε Μωππασάν »3. —
»32.ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ υπό Έδγαρ Πόε »2. —
»33.ΟΙ ΠΟΝΕΜΕΝΟΙ του Μπγιεστέρν Μπγιόρσον »5. —
ΕΚΤΑΚΤΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ του Κονδυλάκη (Διαβάτου)Δρ.5. —
ΣΕΛΙΔΕΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ του Δ. Λαμπίκη »4. —