← Table of contents
Διηγήματα, Νέα Σειρά

Front matter (continued 2)

Reading edition

— Δεν είνε δουλειά σου ν' ανακατώνεσαι! λένε ψέμματα· εγώ δεν αγαπώ, δεν αγάπησα κανένα. Η Μπέλλα εδάκρυσε και ο Αντωνέλλος ετράπη εις φυγήν.

Ο Αντωνέλλος εδόθη με πλειότερον ζήλον εις την εργασίαν, ήτο δε η ψυχή του πλοίου, το οποίον, μετά το συνοικέσιον, μετωνομάσθη «Μπέλλα» προς τιμήν της αδελφής. Μόνον ο χαρακτήρ του ηλλοιώθη επί το χείρον. Εκτός της αδελφής και του πλοίου, κόσμος δι' αυτόν δεν υπήρχε. Και αυτός ο Καραγιάννης δεν είχε πλέον καμμίαν δύναμιν επάνω του· αφού και εις τον γάμον της αδελφής του, τελεσθέντα ολίγον καιρόν κατόπιν, δεν κατώρθωσε να τον σύρη. Είχε προσποιηθή τον άρρωστον και αι παρακινήσεις των οικείων απέβησαν εις μάτην. — Διασκεδάσετε σεις, εγώ δεν είμαι για γάμους και χαραίς· τους είπε και τους απέπεμψε.

Είχε γηράση κατά είκοσιν έτη, τον έλεγαν δε γέρο-παράξενο. Η προς την αδελφήν του όμως αγάπη δεν ήτο αγάπη συνήθης, ήτο λατρεία! Και είνε γνωστή η κωμική σκηνή ήτις έλαβε χώραν μεταξύ των τριών προσώπων, μίαν πρωίαν Κυριακής, κατόπιν μακρού και προσοδοφόρου ταξειδίου.

Έπιναν, και οι τρεις μαζή, τον πρωινόν καφέν, όταν έξαφνα ο Αντωνέλλος αποτείνεται προς τον γαμβρόν του.

— Για να σου πω, καπτά Γιάννη, πόσα χρήματα έχω να πάρω;

Ο Καραγιάννης εγέλασε.

— Τι τα θες; τον ερωτά.

— Τα θέλω!

— Πιάς' το τεφτέρι και κύταξε.

— Δος μου το κλειδί του συρταριού σου.

ο Καραγιάννης του το έδωσε, με το γέλοιο πάντοτε.

Ο Αντωνέλλος εσηκώθη, επήρε το βιβλίον και είδε τον λογαριασμόν του, έπειτα ήνοιξε το συρτάρι του γραφείου του γαμβρού του, ήνοιξε μίαν σακούλαν, εμέτρησε μ' επιμέλειαν κάμποσα τάλληρα και αφού έκλεισε το συρτάρι, έβαλλε τα τάλληρα εις το μανδήλι του και σταθείς εμπρός εις την αδελφήν, ήτις υπεμειδία, διότι εμάντευε τον σκοπόν του·

— Άνοιξε την ποδιά σου, Μπέλλα, της είπε.

Εκείνη ήνοιξε την ποδιάν της και ο Αντωνέλλος έχυσε μέσα όλα τα τάλληρα του μανδηλιού του.

— Να τα κάμης ό,τι θες· επρόσθεσε. Ο γαμβρός του εδόθη εις γέλωτα θορυβώδη.

— Γέλα όσο θες, είπεν ο Αντωνέλλος· έχεις ακόμα να μου δίνης εκατό τόσα τάλλαρα, εκείνη τη παλαιά διαφορά!

— Καλά, καλά, είπεν ο καπετάν Γιάννης, μη παύων να γελά.

— Δεν έχει καλά και καλά, είπε σοβαρά ο Αντωνέλλος· αυτή τη διαφορά θα σου τηνε ζητώ όλη μου τη ζωή!

Πάντοτε ο Αντωνέλλος έδιδε τα χρήματά του εις την αδελφήν του, εκρατούσε όμως και διά τον εαυτόν του ένα ποσόν. Από την ημέραν εκείνην ουδέ οβολόν εκρατούσε πλέον και διά τας μικράς του ανάγκας εζήτει από την αδελφήν.

Μετά κάμποσα έτη ακαταπόνητου εργασίας ο Αντωνέλλος κατεβλήθη και ηναγκάσθη ν' αφήση το πλοίον. Με πολύν κόπον απεχωρίσθη, από το «αγαπητό του πλεούμενο» καθώς τ' ωνόμαζε, από την θαλασσινήν του Μπέλλαν διά ν' αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις την αδελφήν, την Μπέλλαν του της ξηράς. Διά να μην κάθηται δε, έγεινε κηπουρός. Αυτός ήτο η ψυχή του περιβολιού της αδελφής του, καθώς ήτο η ψυχή του καραβιού άλλοτε. Μόνον τας Κυριακάς επήγαινε εις την εκκλησίαν της ενορίας των, τας δε λοιπάς ημέρας τας εξώδευε εις το σπήτι και εις το περιβόλι, το οποίον μετέβαλεν εις καράβι, διότι το μεν ένα μέρος, το βορεινόν, ωνόμαζε «πλώρην» το δε άλλο, το προς το σπήτι, «πρύμη» και την μέσην, όπου ήτο και η στέρνα την εβάπτισεν «αμπάρι»· και ήκουες με το πλέον σοβαρόν ύφος να σου λέγη ότι κολοκυθάκια έχει η πλώρη, αγγουράκια η πρύμη και μελιτζάνες το αμπάρι. Αλλά και δεν έλειπε, κάθε φορά που ήρχετο η «Μπέλλα», να ζητή από τον γαμβρόν του όσα του ώφειλε, την διαφοράν του λογαριασμού των και μάλιστα με θυμόν, ενώ ο γαμβρός του εγελούσε.

Αλλά ο καιρός έφευγε και μαζή μ' αυτόν έφευγε και ο Αντωνέλλος. Κ' έβλεπες ένα γεροντάκι κατάλευκο, κυρτωμένο, δραστήριο όμως πάντοτε. Ήτο ευτυχισμένος να εργάζεται εις το περιβόλι και να βλέπη την αδελφήν του· χωρίς όμως να το δείχνη, εζωογονείτο οσάκις ήρχετο από ταξείδι ο γαμβρός του και διότι τον αγαπούσε πολύ, αλλά προπάντων διότι η αδελφή του ήτο πλέον ευχαριστημένη τότε, του έκαμνε όμως πάντα τον θυμωμένον, τον δυσαρεστημένον και με πείσμα παιδιού του εζητούσε τα εκατόν τόσα τάλληρα, την παλαιάν των διαφοράν.

Ήτο μια πρωινή του Ιουλίου· αφ' εσπέρας είχαν λάβη γράμμα από τον Καραγιάννην ότι η «Μπέλλα», φθάσασα εις Μασσαλίαν με φορτίον, θα ήρχετο εις την πατρίδα μετά την εκφόρτωσν. Και ήσαν καταχαρούμενοι ο Αντωνέλλος και η αδελφή του· αυτή μάλιστα είχε διοργανώση μίαν εκδρομήν εις το νησάκι του Μπάου, το οποίον απείχε μόλις ένα μήλι από το μεγάλο νησί. Και είχαν συναχθή το πρωί εκείνο έξ-επτά κοράσια και γυναίκες, φίλαι της Μπέλλας και όλαι μαζή, σε μια βάρκα μέσα, εκίνησαν κατά το νησάκι. Εις το τιμόνι εκάθητο ο Αντωνέλλος, τα κουπιά δε σιγά-σιγά, με φωνές, γέλοια και τραγούδια ετραβούσαν αι γυναίκες αλληλοδιαδόχως.

Ήτο γαλήνη εντελής· η θάλασσα μάρμαρο, λάδι, όπως λέγουν οι θαλασσινοί· εμάγευεν η θέα του ομαλού εκείνου καθρέπτου, οπού εδείκνυεν όλους τους θησαυρούς του πυθμένος του, σαν να σου έλεγε· «Εμπιστεύσου εις εμέ αμέριμνος.» Και τα κοχλίδια τ' ασπρογάλαζα εις το βάθος και τα ψαράκια τα πολυειδή και πολύχρωμα, όπου έτρεχαν εδώ κ' εκεί με χάρι, σχίζοντα τα διαμαντένια νερά, και τα φύκη και τα βρύα και τα ζωόφυτα και τα όστρακα, όλα ήσαν μία χαρά, την οποίαν οι επιβάται της βάρκας εξεδείλουν θορυβωδέστατα. Και αυτός ο Αντωνέλλος είχε γείνη, θαρρείς, νεώτερος.

Έφθασεν εις το νησάκι, προσωρμίσθησαν εις μίαν αμμουδιάν και ώρμησαν όλαι, ωσάν άτακτα παιδιά και ανυπότακτα, ανά δύο, ανά τρεις, εις τους βράχους. Ο Αντωνέλλος, αφού ετοποθέτησε καταλλήλως τα κουπιά και έσυρε ολίγον έξω την βάρκαν, απομακρύνθη τελευταίος.

Τι ευμορφιά ήτο εκείνη τριγύρω! Μέσα εις την ασάλευτον γαλήνην, όλα ζωή και λάμψις και άρωμα. Θάλασσα και ουρανός, καθρέπτης διαφανής, ατελεύτητος· βαρκούλες ψαράδων εδώ κ' εκεί, και φωναί και γέλωτες ηχηροί πότε, πότε, ους επανελάμβανεν η ηχώ των απέναντι βράχων.

Έμειναν πολλάς ώρας εις το νησάκι. Και τι δεν έκαμαν; Αι νεώτεραι, πηδώσαι με ευστροφίαν κατσίκας, τα γλυστερά βράχια, εύγαζαν πεταλίδες, αχινούς, καβούρους· ο Αντωνέλλος, οπού είχε το καμάκι του, έπιασε δυο τρία χταποδάκια και με φωνές, με γέλοια, με τραγούδια, με αδιάπτωτον ευθυμίαν, εδιάλεξαν ένα ωραίο μέρος, μίαν γελαστήν αμμουδιάν, άπλωσαν εκεί τα πολυποίκιλλα ορεκτικά τους και ερρίφθησαν επ' αυτών με όρεξιν, μόνον εις τα νέα χρόνια γνωστήν.

Θα ήσαν τρεις μετά μεσημβρίαν, όταν εφάνη ένα συννεφάκι επάνω εις την άκραν της Τήνου· ο Αντωνέλλος συνωφρυώθη και χωρίς να χάνη καιρόν, παρώτρυνε τας γυναίκας να φύγουν — Θα χωμε φουρτούνα γλήγορα, ταις είπε· η Τήνο άρχισε να καπελλώνη . . .

Και πράγματι μετά ένα τέταρτον της ώρας η Τήνος εσκεπάσθη από γιγάντεια μεγαλοπρεπή λευκόφαια σύννεφα φαινόμενα ακίνητα εις τον οφθαλμόν, σαν απολιθωμένοι, όγκοι στρογγυλόσχημοι.

Συγχρόνως δε, αεράκι, αδύνατο στας αρχάς, ανά πάσαν δε στιγμήν ισχυρότερα πνέον, συνετάραξε το κοιμώμενον στοιχείον, τον προ ολίγων μόλις λεπτών ομαλώτατον και λείον καθρέπτην . . .

— Γρήγορα στη βάρκα· εβροντοφώνησεν ο Αντωνέλλος· Και αυτοστιγμεί αι γυναίκες όλαι, ως φοβισμένα πτηνά, εσωρεύθησαν εις την αμμουδιάν και ερρίφθησαν εις την βάρκαν μέσα.

Απεμακρύνθησαν ο Αντωνέλλος εκάθησε εις το τιμόνι, δύο δε από τας ρωμαλεοτέρας γυναίκας, (γυναίκας ναυτών) έδραξαν τα κουπιά;

Αλλ' ο βορράς απελύθη ακάθεκτος επί του υγρού πεδίου και το συνεκλόνισε· τα κύματα, με τας κορυφάς αφρισμένας, συνωθούντο ακατάσχετα και με φοβεράν βοήν. Δεν εθώπευον τώρα το εύπιστον ελαφρόξυλον με το δειλόν του φορτίον, αλλά του έπληττον τας πλευράς με αγριότητα θηρίου και το εκύλιον ανηλεώς και το ετίνασσον ωσάν πτερόν εδώ κ' εκεί, προσπαθούντα να τ' ανατρέψωσι. Και ήτο φόβος μη βυθισθή η καϋμένη η βαρκούλα· τα νερά την κατέκλυζον επί μάλλον και μάλλον και τόσον, οπού στεγνόν μέρος εν αυτή δεν υπήρχε· Αι γυναίκες, φοβισμέναι, εκρατούντο από τας χείρας και συνεσφίγγοντο. Ο Αντωνέλλος είχε πλησίον του την αδελφήν του, της οποίας οι πόδες ήσαν διαρκώς εις το νερόν και ήτις έτρεμεν από το ψύχος και από τον φόβον.

Αλλά ο Αντωνέλλος, τιμονεύων δεξιώς, κατώρθωσε να πλησιάση την αμμώδη παραλίαν, επάνω εις την οποίαν η βαρκούλα ερρίφθη με την μίαν των πλευρών. Με την βοήθειαν παρατυχόντων διαβατών αι γυναίκες απεβιβάσθησαν, ο δε Αντωνέλλος, περιβάλλων και υποβαστάζων την αδελφήν, την ωδήγησεν εις τα ίδια.

Η καϋμένη η Μπέλλα αρρώστησε δυνατά. Το ψύχος την είχε διαπεράση και ο ιατρός είπεν, ότι χρειάζεται πολλή προσοχή και πολλαί φροντίδες διά ν' αναλάβη· την κατέκαιεν ο πυρετός . . . Νοσοκόμος της, καθ όλον το διάστημα της ασθενείας ήτο ο Αντωνέλλος, όστις δεν ήθελε να την περιποιηθή κανείς άλλος. Ούτε έτρωγε, ούτε εκοιμάτο όπως έπρεπε, μεθ' όλας τας ενστάσεις της Μπέλλας ήτις, μετά είκοσιν, ημέρας ανέρρωσε.

Όταν όμως εστράφη να ιδή τον Αντωνέλλον, κατετρόμαξε! Δεν ήτο πλέον αυτός· ήτο η σκιά του. Κατέρρευσεν εντός μιας ημέρας· αι συγκινήσεις, οι κόποι και αι αγρυπνίαι είχον τελείως καταβάλη το, και άλλως, ασθενές σαρκίον του γέροντος. — Γρήγορα στο κρεββάτι, εφώναξεν η Μπέλλα και ο Αντωνέλλος δεν αντέστη. Κατεκλίθη, και ο ιατρός, αφού τον είδε, είπε κρυφά εις την Μπέλλαν την αλήθειαν . ο Αντωνέλλος ήτο εις τα τελευταία του . . . Η Μπέλλα έκλαυσε, αλλ' έκρυψε τα δάκρυά της και εκάθησε κοντά στο προσκέφαλό του.

Ο Αντωνέλλος έσβυνε χωρίς αγωνίαν· μία γαλήνη ήτο χυμένη εις το πρόσωπόν του, γαλήνη ύπνου, όστις έμελλε να είνε αίώνιος. Ήνοιγε από καιρού εις καιρόν τα μάτια, ησθάνετο ότι είνε πλησίον του η αδελφή.

— Μπέλλα, εψιθύρισε μίαν φοράν, δε θέλω ν' αγρυπνάς και να κουράζεσαι· άμε . . .

Και έδιδε εις την φωνήν του τονον θυμωμένου.

Εκείνο όμως που τον επείραζε πολύ ήτο η απουσία του γαμβρού του. Ησθάνετο το τέλος εγγίζον και συχνά εψιθύριζε, ερωτών αν ήλθεν ο Καραγιάννης.

— Ήθελα να τον ήβλεπα. Μπέλλα, πότε θάρθη; Και τα μάτια της Μπέλλας εγέμιζαν δάκρυα. Και ο ασθενής επρόσθετε.

Μην κλαις· θάρθη χωρίς άλλο.

Δυο τρεις ημέρας κατόπιν, τον εμετάλαβαν και μία γαλήνη υπερκόσμιος εξωράισε το κάτισχνον πρόσωπόν του. Περιέφερε το βλέμμα εδώ κ' εκεί, εκινούσε τα χείλη, ωσάν κάτι να ήθελε να ειπή, όταν έξαφνα διεδόθη ότι ένα καράβι είχεν αράξη στον Τούρλο.

Ήτο η «Μπέλλα» και δεν παρήλθεν ώρα, οπού ο Καραγιάννης εισήλθεν εις το δωμάτιον του ασθενούς. Δεν εγνώριζε περί της ασθενείας του και έμεινε κατάπληκτος! είχεν ενώπιόν του έν πτώμα . . .

Το πρόσωπον του θνήσκοντος εφωτίσθη.

Ητένισε τον γαμβρόν του και διά του βλέμματος του ένευσε να πλησιάση. Εκείνος επλησίασε και έκυψεν επ' αυτού. Εκ του στόματος του θνήσκοντος εξήλθε ψιθυρισμός . . .

— Να την αγαπάς . . .

Δάκρυα ανέβλυσαν επί των βλεφάρων του Καραγιάννη.

Του ένευσεν ακόμη. Εκείνος έκλινε· σχεδόν ήγγισε με το πρόσωπον τα χείλη του και ηκροάσθη.

Τα χείλη του θνήσκοντος διεστάλησαν ελαφρά, ως όταν θέλει τις να μειδιάση.

— Και να της δώσης εκείνα τα τάλλαρα . . .

Ήτο η τελευταία πνοή . . .

Το πρώτον και τελευταίον του χαμόγελο . . .

ΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΚΡΗΜΝΟΥ

Ω φύγε φύγε, ούτε να σ' ακούσω θέλω . . . τι φρίκη!

— Ποτέ, ποτέ δεν θα φύγω, αν δεν λάβω μίαν απάντησιν, μίαν υπόσχεσιν.

— Καμμίαν άλλην απάντησιν δεν έχεις ν' ακούσης, παρά ότι μου προξενείς φρίκην! τ' ακούεις; φρίκην!

Και πεσούσα επί του ανακλίντρου, ανελύθη εις δάκρυα.

Εκείνος εκυλίετο εις τους πόδας της ασθμαίνων, έξαλλος . . .

Εκείνη τον απώθησε και ηγέρθη.

— Φεύγω, επειδή το θέλεις, είπε μετ' ολίγον εκείνος εγερθείς, αλλά δεν θ' απομακρυνθώ, δεν ημπορώ ν' απομακρυνθώ. Και επρόσθεσε, συμπλέκων τας χείρας και με φωνήν εκφράζουσαν υπέρτατον πόνον:

— Μήπως το θέλω; σε αγαπώ τόσον . . .

Τω έδειξεν επιτακτικώς την θύραν! Εκείνος τότε, βραδέως οπισθοχωρών, αφήκε την αίθουσαν και απήλθε της οικίας περίλυπος.

Η νεαρά γυνή εστάθη επ' ολίγον σύννους, μετά τινα δε λεπτά μετέβη εις τον κοιτώνα της και κατεκλίθη. Η κεφαλή της έκαιε . . .

Μετά έν τέταρτον ώρας ηκούσθησαν τα βήματα του συζύγου, όστις εισήλθεν εις τον κοιτώνα.

— Τι έχεις, Αρσινόη; ηρώτησεν ανήσυχος.

Αιφνίδιος κεφαλόπονος, Άγγελε. Δεν είνε τίποτε.

Ο σύζυγος έψαυσε το μέτωπόν της.

— Το κεφάλι σου καίει, είπε. Αναπαύσου, θα σου κάμω συντροφιάν.

— Τι καλός που είσαι! είπεν εκείνη.

Εκείνος επήρε βιβλίον και εκάθησεν απέναντί της.

Βυθισμένος εις την ανάγνωσιν, δεν παρετήρησεν ότι η σύζυγος είχεν αποκοιμηθή. Αίφνης ήκουσε ψιθυρισμόν: — «Φύγε, φύγε.»

Παρετήρησε την σύζυγον, ης τα χείλη εκινούντο ηρέμα. Ανησύχησε και απέθεσε το βιβλίον. Αλλ' ο ύπνος της νεαράς γυναικός μετ' ολίγον εγένετο ησυχώτερος. Η αναπνοή εξήρχετο ήρεμος εκ των ημιανοίκτων κοραλλίνων χειλέων, και εις το πάλλευκον πρόσωπον, όπερ έβαφεν ελαφρά ροδίνη χροιά, επεκάθητο γαλήνη. Ο σύζυγος επανέλαβε την ανάγνωσιν.

Μετά ημίσειαν ώραν η νεαρά γυνή ήνοιξε τους οφθαλμούς.

— Τι καλά που κοιμήθηκα! είπε.

— Και όμως ήσουν εις την αρχήν πολύ ανήσυχος· επαραμιλούσες μάλιστα.

— Α! και τι είπα;

— Έλεγες «φύγε, φύγε.» Έμενα έδιωχνες βέβαια, είπε μειδιών εκείνος.

Εκείνη εγέλασε.

— 'σένα να διώξω, Άγγελε; Τον φύλακα τον άγγελόν μου;

II

Από δύο ετών ο βίος της Αρσινόης ήτο γαλήνιος, ομαλός, ως επιφάνεια λίμνης. Αίφνης ήλθε να τον ταράξη τρικυμία, ην είχε νομίση εκλιπούσαν, κοπάσασαν εντελώς.

Ήτο συνέχεια θυέλλης, ήτι είχεν άλλοτε συγκλονίση τα σπλάγχνα της τα παρθενικά.

Όταν ο πατήρ της Αρσινόης — δύο έτη πρότερον — της επρότεινε διά σύζυγον τον Άγγελον, η νέα κόρη εσκυθρώπασε· διότι ο Άγγελος, παρά της φυσικήν αγαθότητά του, δεν είχε τα προσόντα εκείνα τα οποία ελκύουν εκ πρώτης όψεως. Σοβαρός, σχεδόν ψυχρός, δεν απεκάλυπτεν εύκολα τα ψυχικά του χαρίσματα. Η καρδία του ωμοίαζε με κιβώτιον, εγκλείον μεν θησαυρούς ίσως, αλλά στεγανώς κλειστόν. Ήτο χρυσός, χωρίς όμως να στίλβη· παρουσίαζε δηλαδή ακριβώς το αντίθετον του πασιγνώστου φαινομένου, και η Αρσινόη, νέα ενθουσιώδης, ουδέν ησθάνετο πλησίον του, δεν ησθάνετο τουτέστι ό,τι ελκύει, ό,τι συναρπάζει μίαν καρδίαν. Το εναντίον ακριβώς συνέβαινε με τον επίσης οικογενειακόν φίλον Φωκίωνα, Ωραίος αυτός, ευφυής, ζωηρότατος, είχεν ελκύση την προσοχήν και κατόπιν την καρδίαν της Αρσινόης, ήτις είχε την ηλικίαν εκείνην, καθ' ην δεν σκέπτεται τις διόλου, αλλά μόνον αισθάνεται. Οι δύο νέοι, ο Άγγελος και ο Φωκίων, αν και ανόμοιοι τον χαρακτήρα, ήσαν φίλοι, συνηντώντο δε συχνά και εις την οικίαν της Αρσινόης, καλής, ωραίας, νοήμονος κόρης και νύμφης επιζήλου. Συχναί ήσαν αι συναναστροφαί μεταξύ πατρός, θυγατρός και των δύο νέων, ενώ δε ο Φωκίων δεν έπαυε χαριεντιζόμενος και σπείρων την ευθυμίαν. ο Άγγελος ωμίλει ολίγα και σχεδόν σοβαρά πάντοτε. Τούτο επείσμωνε την νέαν κόρην, ελκυομένην καθεκάστην πλειότερον προς τον Φωκίωνα. Συνέβη, δις ή τρις, στραφείσα αποτόμως προς τον Άγγελον, να συλλάβη το βλέμμα του προσηλωμένον επιμόνως επ' αυτής· τίποτε άλλο δεν ηδύνατο ν' αναγνώση επί του προσώπου του. Η μεταξύ των δύο νέων διαφορά, τουλάχιστον η εξωτερική, ήτο μεγάλη και η νέα κόρη ωρισμένως έκλινε προς τον Φωκίωνα. Του πατρός της όμως η γνώμη, πατρός όσον φιλοστόργου, τόσον και νουνεχούς, ήτο εκ διαμέτρου αντίθετος. Σπουδάσας κατά βάθος τον χαρακτήρα των δύο νέων, ουδ' επί στιγμήν εδίστασε μεταξύ αυτών. Τον Άγγελον ήθελε σύντροφον του μόνου του τέκνου, του ορφανού μητρός, της μόνης του χαράς. Αυτόν της προώρισε σύζυγον, πεποιθώς ότι μαζή του θα ηυτύχει.

Αλλ' η κόρη εσκυθρώπασε. Τον πατέρα και τον εσέβετο και τον ελάτρευε, αλλ' η καρδία της είχεν ομιλήση και η Αρσινόη ήτο δυστυχής . . . ..

Δεν επάλαισεν όμως· ενώπιον της επιμόνου θελήσεως του καλού της πατρός, εδέησε να υποκύψη.

Συνέπλεξε μετ' απελπισίας τας χείρας, έχυσε κρυφά πολλά δάκρυα, αλλ' υπέκυψε . . .

Ο Φωκίων, μαθών τα αποφασισθέντα τη εξηκόντισεν επιστολήν πλήρη πυρός, δακρύων, λύσσης και απογνώσεως, ην η Αρσινόη, αφού κατέβρεξε με δάκρυα, έσχε το θάρρος να παραδώση εις το πυρ, το αυτό εκείνο πυρ, το οποίον την κατέκαιε την στιγμήν εκείνην.

Μετά τον γάμον, ο Φωκίων απεδήμησεν εις την ξένην.

III

Ο Άγγελος περιέβαλε την σύζυγον με πολλήν στοργήν, αν και δεν ηγνόει την ψυχικήν της κατάστασιν. Συχνά την έβλεπεν εταστικώς, ωσάν να ήθελε κάτι ν' αναγνώση επί του προσώπου της, κάτι να μαντεύση· ούτε παρατήρησιν όμως τη απηύθυνε ποτέ, ούτε τίποτε. Εκείνη έβλεπε ταύτα και ηδημόνει. Θα επροτίμα θόρυβον μάλλον παρά την ησυχίαν αυτήν. Αντί της απαθείας του, θα επροτίμα παρατηρήσεις, ανακρίσεις φανεράς, ελέγχους. Ταύτα θα εδείκνυον ενδιαφέρον, πάθος τι, έν αίσθημα. Η απάθεια εκείνη του συζύγου την παρώργιζε. Αλλ' ήτο αγαθός και τον ετίμα, αν και επάλαιε διηνεκώς μεταξύ προσφάτου ακόμη, καυστικής αναμνήσεως και καθήκοντος ιερού.

Εβίαζεν εαυτήν, προσπαθούσα να συνδέεται στενώτερον οσημέραι προς τον σύζυγον, συχνά δε, οσάκις καμμία ανάμνησις την ηνώχλει επίμονος, τον εκράτει πλησίον της, ως δεινόν τι προαισθανομένη, ωσάν να την ηπείλει συμφορά. Εκείνος την έβλεπεν απορών και την καθησύχαζε με λόγους μειλιχίους.

Μικρόν κατά μικρόν η ψυχική τρικυμία κατηυνάζετο. Οι παροξυσμοί εγίνοντο σπανιώτεροι. Το αόρατον άστρον, εις ό ανεφέροντο ενίοτε οι οφθαλμοί της ψυχής, εθαμβούτο ολονέν, ωχρία, αποβάλλον βαθμηδόν την προτέραν λάμψιν, τότε δε μία γαλήνη ευεργετική, σωτηρία, εγέμιζε την καρδίαν της. Οι καπνοί που την εσκότιζον πριν, διελύοντο και τώρα έβλεπε καθαρά ενώπιόν της. Πολύ δίκαιον είχεν ο πατήρ της, όστις, αφού την εχειραγώγησε και την ενίσχυσεν, απήλθεν εκ του κόσμου τούτου, βέβαιος περί του έργου του. Η ασθένεια της Αρσινόης βαθμηδόν υπεχώρει, δεν θα παρήρχετό δε πολύς καιρός και η ίασις θα ήτο εντελής. Είχε και η Αρσινόη το όνειρόν της το νεανικόν, το οποίον προ πολλού εσβέσθη εντελώς και δεν υπάρχει εξ αυτού παρά τέφρα ψυχρά, την οποίαν δεν φοβείται. Τώρα, αντί του ονείρου εκείνου, απλούται ενώπιον αυτής η πραγματικότης η άνευ ονείρων, η ομαλή, η ατάραχος. Η εστία, ο καλός σύζυγος! Έν αχ! είς στεναγμός ανακουφίσεως και τώρα η λήθη, η τόσον ευεργετική.

Ήτο ευτυχής η Αρσινόη, ήτο δηλαδή ήσυχος, ότε πρωίαν τινά ευρέθη ενώπιόν της ο Φωκίων . . . Ήτο μόνη . . . Αυτός, προ μικρού επανελθών εκ ταξειδίου, έτρεξεν ευθύς παρά τη φίλη οικογενεία . . . Ήτο τύπος ωραίου ανδρός, καθ' όλην την σημασίαν της λέξεως. Η στάσις του εδείκνυε κάποιαν συστολήν. Η Αρσινόη δεν θα ηδύνατο να εκφράση τι ησθάνθη την στιγμήν εκείνην. Τω έτεινε την χείρα ως παλαιά φίλη, εκείνος δε, ατάραχος, διηγήθη τα κατ' αυτόν, ευτράπελα, μ' ευγλωττίαν. Περί του παρελθόντος ούτε λέξεις και ότε ο νέος απήρχετο, η Αρσινόη του έθλιψεν εκ νέου την χείρα.

Μετά χαράς είδεν ο Άγγελος τον Φωκίωνα. Οι δύο άνδρες ανενέωσαν τας προτέρας των σχέσεις. Ο οίκος του Αγγέλου ήτο πάντοτε ανοικτός διά τον παλαιόν φίλον, όστις, της σχολής του τας ώρας διήρχετο εκεί, ομολογών απροκαλύπτως ότι ουδαμού αλλού ησθάνετο τόσην ευτυχίαν. Οι δύο άνδρες συνεδέθησαν στενώς πάλιν και η Αρσινόη δεν είχεν αφορμήν ν' ανησυχήση. Ο Φωκίων βέβαια ελησμόνησεν εντελώς το παλαιόν του αίσθημα, ως ελησμόνησεν αυτό και η Αρσινόη. — Και τόσω το καλλίτερον, διενοήθη εν τέλει η νέα γυνή.

Η μεταξύ των τριών προσώπων σχέσις έλαβε τον χαρακτήρα οικειότητος, χωρίς η προς την Αρσινόην ευλάβεια του Φωκίωνος ν' αλλοιωθή το παράπαν. Συχνά συνέτρωγον ή συνδιεσκέδαζον εις την πόλιν και τα περίχωρα. Συνέβη πολλάκις να μείνωσι μόνοι, η Αρσινόη και ο Φωκίων και τότε όμως περί παντός άλλου εγίνετο λόγος, ουδέποτε δε περί πράγματος δυναμένου να δώση έστω και πόρρωθεν νύξιν περί του παλαιού αισθήματος, του νεκρωθέντος προ πολλού ήδη . . . Διότι, σπάνιαί τινες χειρός θλίψεις θερμότεραι, παρατεταμέναι, ή εξακοντίσεις βλεμμάτων τολμηρότεραι, δεν ηδύναντο ν' ανησυχήσωσι την νέαν γυναίκα.

Ημέραν τινά, περιεργαζόμενοι τας αιθούσας του Πολυτεχνείου, εις το διαμέρισμα της ζωγραφικής, εσταμάτησαν προ εικόνος παριστανούσης άνδρα εν κυνηγετική περιβολή, απάγοντα νέαν κόρην. Μακράν διεκρίνοντο τρεις τέσσαρες άνδρες, οι διώκται πιθανώς του ζεύγους. Ο Άγγελος έτυχε να είναι ολίγον μακράν και ο Φωκίων είπεν εις την Αρσινόην, δεικνύων την εικόνα — «Διά την θέσιν του ανδρός αυτού θα έδιδα την ζωήν μου·» και ανεστέναξε βαθέως. Η Αρσινόη, μολονότι ταραχθείσα, εκρατήθη όμως και απήντησε με απάθειαν:

— Και τις η ανάγκη απαγωγής; Ειμπορείτε να εκλέξετε και να ευτυχήσετε.

— Α! ναι, είπεν ο Φωκίων με πικρίαν καταφανή. Μίαν φοράν εκλέγουν και εγώ την τύχην μου την είδα. Η Αρσινόη ηρυθρίασε κ' έσπευσε ν' απομακρυνθή, μετ' ου πολύ δε και οι τρεις απήρχοντο του Πολυτεχνείου.

Ο Φωκίων έκτοτε ήλλαξε τρόπον. Από της άκρας ευθυμίας, παρεδίδετο αίφνης εις μελαγχολίαν μεγάλην. Η Αρσινόη ήτο απαθής, ή επροσποιείτο και ο Φωκίων ηρεθίζετο. Συχνά τη έρριπτεν επίμονα ή παρακλητικά βλέμματα εις τα οποία εκείνη δεν απήντα και ο Φωκίων εγίνετο εκτός εαυτού. Εβασανίζετο υπό επιμόνου σκέψεως, ήτο δε διαρκώς εν νευρική ταραχή και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας επεθύμει να τον εδίωκον της οικίας μάλλον παρά να τον δέχωνται με τόσην προθυμίαν. Έκαμνεν εκ διαλειμμάτων συντόμους απουσίας, χωρίς η κατατρύχουσα αυτόν οδύνη να κατευνάζεται.

Μίαν πρωίαν τέλος, εν στιγμή ακροτάτου ερεθισμού, έπεσεν εις τους πόδας της Αρσινόης, εξομολογούμενος με γλώσσαν πυρίνην, το κατατρώγον αυτόν πάθος . . . .

Εκείνη, ήτις προ πολλού τον εμάντευε, απέκρουσεν, ως είδαμεν, υπερήφανα, εν αγανακτήσει, την αυθάδη εξομολόγησιν, ότε δ' εκείνος απηλπισμένος απήρχετο, εκείνη ανελύετο εις δάκρυα . . .

IV

Μεγάλη μεταβολή επήλθεν εις τας έξεις και εις αυτόν τον χαρακτήρα του Φωκίωνος. Αι επισκέψεις του εις του Αγγέλου είνε σπάνιαι και νομίζει κανείς ότι είνε άλλος άνθρωπος. Δεν είνε πλέον ζωηρός, όπως ήτο, και ομιλητικός. Η σοβαρότης αυτή εκπλήττει τον φίλον του όστις, αποδίδων αυτήν εις άλλας αφορμάς, συχνά τον πειράζει, δεν εκπλήττει όμως την Αρσινόην, αλλά την ανησυχεί, φοβουμένην μη η ασυνήθης αύτη μετατροπή κρύπτη καμμίαν παγίδα . . . Ο καιρός όμως παρέρχεται και η Αρσινόη δεν έχει λόγους να φοβήται· απ' εναντίας τώρα λυπείται . . . Ο Φωκίων είνε σκυθρωπός και η μελαγχολία του, ολίγον κατ' ολίγον, μετεδόθη και εις την Αρσινόην, ήτις μόνον ενώπιον του συζύγου προσποιείται την εύθυμον. Την μεταβολήν ταύτην ο Φωκίων την αντελήφθη αμέσως και δεν δυσηρεστήθη· προφανώς εν τη ψυχή της Αρσινόης ετελείτο πάλη. Ήτο πάντοτε η αυτή γαλήνιος και αξιοπρεπής γυνή, αλλά πολύ την δυσηρέστει τώρα η δυσθυμία του Φωκίωνος, όστις εξηκολούθει επιμόνως την αυτήν τακτικήν, προβαίνων μέχρι του μέτρου ν' αποφεύγη όσον ηδύνατο να την βλέπη μόνην . . .

Ημέραν τινά εν τούτοις ο Φωκίων δεν ηδυνήθη να την αποφύγη. Ήτο μελαγχολικώτερος του συνήθους και εις την ερώτησιν της Αρσινόης διατί η τόση του δυσθυμία, εκείνος απήντησεν ότι ήτο πολύ σκληρός ο περίγελως, αφού κάλλιστα γνωρίζει την αφορμήν . . . Και επρόσθεσε με φωνήν ομοιάζουσαν μάλλον ψιθυρισμόν: — Και να μην ημπορώ ν' απομακρυνθώ . . . — Αλλ' η φιλία τότε; είπεν εκείνη. — Δεν υπάρχει καμμία, απήντησεν εκείνος με πικρίαν. — Ούτε η ιδική μου; είπεν εκείνη ταπεινοφώνως, χωρίς να τον ατενίση . . . Εις τον τόνον της φωνής ο νέος διέκρινε τρυφερότητα . . . η καρδία του υπερεπληρώθη, αλλ' η Αρσινόη ηγέρθη. — θέλω να είσαι εύθυμος, τ' ακούεις; είπε τεταραγμένη· το θέλω. Και απεμακρύνθη εσπευσμένως.

V

Αντηλλάγησαν επιστολαί τίνες. Αι του Φωκίωνος εδείκνυον το πυρ που τον έτρωγε, αι της Αρσινόης, αίσθημα αναγεννώμενον Φευ! ήτο το πρώτον της Αρσινόης ολίσθημα . . . Ησθάνετο ότι παρεσύρετο, ότι ελιποψύχει και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας έκλαιεν από εντροπήν. Ως εξ ενστίκτου, εζήτει περί αυτήν έρεισμά τι, κάποιαν ενίσχυσιν, εζήτει έν φάρμακον κατά της αδυναμίας της τής ενόχου, της ολεθρίας . . . Προ πολλού επεθύμει να ταξειδεύση και ο σύζυγος ανέμενε τας διαταγάς της, χωρίς αύται να δίδωνται.

— Όταν θελήσης, είμ' έτοιμος, Αρσινόη, της είπεν ημέραν τινά· τίποτε δεν θα μ' εμποδίση.

— Ναι, ναι, Άγγελε, ευχαριστώ· αργότερα. Και ενώπιον της συζυγικής καλωσύνης, ησθάνετο τας παρειάς της φλεγομένας!

Η κρίσις έφθασεν εις σημείον οξύτατον. Ο Φωκίων είνε επιτακτικός, ενώ συγχρόνως ικετεύει. Αι επιστολαί του εκφράζουν όλην την οδύνην ανθρώπου εμμανώς αγαπώντος· είνε επιστολαί ημιπαράφρονος, η τελευταία του δε είνε αληθινή λάβα ηφαιστείου. — «Αν δεν έλθης — έγραφεν — αυτήν την φοράν, δεν θα ημπορέσω ν' ανθέξω περισσότερον . . .»

Η ημέρα εκείνη είνε ημέρα τρικυμίας ψυχικής απεριγράπτου διά την Αρσινόην· αι ώραι, αι στιγμαί, είνε ώραι και στιγμαί αλλοφροσύνης. Κάθηται, εγείρεται, κρατεί βιβλίον χωρίς ν' αναγινώσκη, πηγαινοέρχεται, γελά και κλαίει. Είχεν αποφασίσει την υπερτάτην θυσίαν και είνε εκτός εαυτής. Διότι το βήμα το οποίον απεφάσισε, δεν είνε εις θέσιν να είπη αν τη προξενή αγαλλίασιν ή φρίκην! τόσον τα δύο ταύτα αισθήματα συγχέονται. Ο σύζυγος απουσιάζει δι' υποθέσεις του και είνε εντελώς ελευθέρα. Η τροφός, ήτις την ανέθρεψε και δεν τολμά να την κρίνη, διότι τη είνε ολοψύχως αφωσιωμένη, θα την συνοδεύση εις την νυκτερινήν εκδρομήν της. Θα επανέλθουν πριν ή επιστρέψη ο σύζυγος, όστις άλλως έχει πλήρη εις αυτήν πεποίθησιν. Ο σύζυγος, ο αγαθός άνθρωπος, ο άγγελός της . . . Και τα επίθετα ταύτα, τα οποία έρχονται εις την μνήμην της αδιάκοπα, ωσάν καμμία δύναμις να τα στέλλη, είνε τόσα κτυπήματα μαχαίρας εις την πληγωμένην ψυχήν της . . .

Αλλ' η ώρα εγγίζει και πρέπει ν' απέλθη. Η πιστή τροφός την αναμένει σιωπηλή. Εγείρεται και προχωρεί ολίγα βήματα, αλλ' ενθυμείται αίφνης και διευθύνεται προς τον κοιτώνα της. Θέλει δι' εσχάτην φοράν να προσευχηθή, να ζητήση εξ ύψους ενίσχυσιν εις την αναμενομένην πάλην.

Επί του τοίχου, άνω της συζυγικής παστάδος είνε ανηρτημένη μεγάλη εικών του συζύγου, του Αγγέλου της, ολίγον δ' απωτέρω, μία εικών του αρχαγγέλου Γαβριήλ με γυμνήν ρομφαίαν. Η Αρσινόη εγονυπέτησε. Θέλει να προσευχηθή αλλά δεν το κατορθώνει· η μνήμη της την προδίδει, δεν ενθυμείται πλέον . . . αι παρειαί της φλογίζονται, είνε εις άκρον εξημμένη και εν τη συγχύσει της, τη φαίνεται ότι ο αρχάγγελος την απειλεί διά του ξίφους, ενώ ο Άγγελος, ο σύζυγός της, τη μειδιά προσηνώς . . . Μετ' ολίγον αι δυο εικόνες συγχέονται εις μίαν . . . Και το μειδίαμα το προσηνές και η ρομφαία η απειλούσα ανήκουν εις το αυτό πρόσωπον . . .

Παρήλθε πολλή ώρα και η Αρσινόη είνε εις τα γόνατα. Αδυνατεί να εγερθή . . . Είνε καθηλωμένη επί του εδάφους. Αίφνης αισθάνεται ότι της εγγίζουν τον ώμον. Είνε η τροφός, η οποία της ενθυμίζει την ώραν . . .

Η Αρσινόη εγείρεται ορμητική και η όψις της εκφράζει απόφασιν αιφνιδίως ληφθείσαν. — Νίνα λέγει προς την τροφόν αν μ' αγαπάς, αν ποτέ με ηγάπησες, τρέξε, πέταξε, φέρε τον Άγγελόν μου εις την στιγμήν. Το θέλω, ακούεις;

Εις τα λάμποντα βλέμματα, εις τας εξημμένας παρειάς της κυρίας της η καλή τροφός ανέγνωσεν ολόκληρον δράμα . . .

Έφυγε δρομαία.

Η Αρσινόη ανέμενε τον σύζυγον υπερήφανος, φρίσσουσα, με πόθους νεονύμφου, πόθους όμως αγίους . . . Ησθάνετο και τώρα αγωνίαν, αλλ' ήτο αύτη αγωνία ευεργετική, αγωνία σώζουσα . . .

Η ΔΕΚΟΧΤΟΥΡΑ

I

ΎΠΝΟ δεν είχεν, κάμποσες νύχτες τώρα, η Σμαραγδούλα. Από κάτω από τα ωραία της μάτια είνε μια σειρά μελανή, της αγρύπνιας σημάδι. Θυμώνει με την αδιακρισία, την αυθάδεια των παλληκαριών που δεν την αφίνουν να κοιμηθή. Η δυσαρέσκειά της φαίνεται σ' όλα της τα κινήματα.

— Ακούς εκεί! Να μην μπορή ένας να ησυχάση, να μην είν' ελεύθερος ν' αναπαυθή γιατί εκατέβη στο κεφάλι μερικών να έρχουνται την νύχτα να τραγουδούν, χωρίς κανείς να τους παρακαλή. Αυτοί ευχαριστούνται, ρώτηξαν όμως και μένα, αν θέλω ν' ακούω; Να ταν εδώ ο Μάρκος ο ξάδελφός μου, δεν θα με πείραζε κανένας. Αυτά εσυλλογιόταν η Σμαραγδούλα, ενώ η καϋμένη η γρηά θεία της είνε να χάση το νου της με το φυσικό της ανεψιάς. Να την αγαπούνε τόσοι, να την κυνηγούνε, να είνε έτοιμοι να φαγωθούν, κι' αυτή να θυμώνη, να τους βρίζη, να μη θέλη να τους ξέρη. Η πατινάδες και τα τραγούδια, εκείνο που για της άλλες κοπέλλες ήταν χαρά και πανηγύρι και καύχημα, για την Σμαραγδούλα ήταν αφορμή θυμού. Απελπίζετο η καϋμένη η θεία της με τον χαραχτήρα της τον παράξενο, τον αλλόκοτο! Πού ευρήκε αυτή την υπερηφάνεια, κόρη ναυτικού, καθώς ήταν η περισσότερες συνομίληκες και φιλενάδες της; Εκείνη πάλι η ακαταδεξία, η ψυχρότητά της; Μάρμαρο η ευλογημένη, ενώ είνε τόσον έμμορφη τόσον ελκυστική, οπού δεν έμεινε παλληκάρι να μη την ποθήση, να μη την κυνηγήση. Και ενθυμήθη με πείσμα η γρηά τη νύφη της. — Από εκείνη την ξένη, από τη μάννα της, τόχει, αυτό το ελάττωμα από κείνη το κληρονόμησε χωρίς άλλο γιατί όσο για τ' άλλα, είνε λαμπρό παιδί, και μόνο αυτή την ψυχρότη δείχνει πως έχει, για να μην την διώ εγώ αποκαταστημένη. Και η αδημονία αυτή την έτρωγε χρόνια τώρα.

Τον αδερφό της, τον πατέρα της Σμαραγδούλας, τον αγαπούσε πολύ, μα δε μπόρεσε να του συχωρέση πως πήρε μια ξένη, μια περίφανη, μια πεισματάρα, που ό,τι έλεγε, έπρεπε να γίνεται. Μα είχε δελεάση τον αδερφό της με την ξεχωριστή ευμορφιά της. Τώρα τα χρόνια πέρασαν, οι γονείς δεν ζούνε πλιο και η γρηά θεία αφωσιώθηκε στην ανεψιά της: ήταν το καμάρι της, το είδωλό της. Και τι χαρά που την είχε, οπού όσο μεγάλωνε, τόσο αύξαναν οι αγαπητικοί, τα τραγούδια, η πατινάδες, τα παινέματα στην εμμορφιά την ασύγκριτη, στα μάτια πούλεγαν τόσα και τόσα χωρίς να μιλούνε, στο λυγυρό κορμί, το κυπαρισένιο, στο περήφανο περπάτημα και στα μαλλιά τα μαύρα σαν του κόρακα το φτερό. Και ύστερ' απ' αυτά τα χαρίσματα της Μοίρας, ύστερ' απ' αυτά τα θεϊκά δώρα, μία ακατανόητη ψυχρότητα, μία αδιαφορία, μία απάθεια, μία αναισθησία μαρμάρου . . . Τα μάτια της είχαν τόση έκφρασι, τόση ζωή μέσα τους, οπού έφθαναν να ζωογονήσουν εκατό νεκρές καρδιές γύρου τους! Θα έλεγες πως με τα μάτια εκείνα μιλεί, η ψυχή της, και όμως, σαν να μην είχε μνημονικό η ψυχή αυτή και ό,τι έβλεπε, σαν να μην ετυπώνετο μέσα της, παρά εξαλείφετο σαν το σημάδι επάνω στο νερό.

Ήταν στ' αλήθεια τέτοια, ή τα φερσήματα της ήταν προσποιημένα, γιατί δεν έβρισκε το ταίρι της;

Κανείς δεν ήξευρε να πη. Τούτο μόνο ήταν γνωστό, πως έπαιζε κ' εγελούσε με τα αισθήματα των αγαπητικών της, μάλιστα όταν τα αισθήματα αυτά εξεχείλιζαν ή εξεσπούσαν σε πατινάδες και σε τραγούδια, η Σμαραγδούλα εγίνετο κακιά, εθύμωνε με τα σωστά της ή εμπορούσε και να προσβάλη.

***

Δεν τα θελε τα πράμματ' αυτά τα πρόστυχα· τέλειωσε. Έτζι ήταν καμωμένη η Σμαραγδούλα· δεν έμοιαζε με καμμιά από της φιλενάδες της· εκείνα τα χωρατά, εκείνα τα κρυφομιλήματα, ή ν' ανταμώνεται σε κανένα σπίτι με κανένα κοπελλιάρη για να τα πούνε, καθώς έκαναν άλλες, η περισσότερες, δεν της άρεσαν, δεν τάθελε· θαρρείς πως ήταν γυναίκα άλλου κύκλου και δεν εννοούσε να την πειράζουνε, να την ενοχλούνε μ' ερωτοτροπίες πρόστυχες και χωρίς την άδειά της. Μεγάλη ιδέα έχουνε για τον εαυτό τους — ήλεγε η Σμαραγδούλα. — «Τους φαίνεται πως φτάνει να καταδεχτούνε να σε κυτάξουνε, εσύ ετρελλάθηκες απ' τη χαρά σου· αν έρθουνε δα και με τα βιολιά, τόχουνε γι' αμαρτία να μην ανοίξης την πόρτα σου. Εγώ δεν τ' αγαπώ αυτά και όσο θένε, ας τρέχουνε· δε με πλανούνε.»

***

Κάθε πράμμα όμως στον κόσμο έχει τα όριά του, έχει ένα σημείο που σταματά, για αυτό έφθασε μια μέρα οπού και οι αγαπητικοί της Σμαραγδούλας, ετραβήχτηκαν. Εβαρεθήκαν οι άνθρωποι να ελπίζουν και να παίζουνται· είπαν μεταξύ τους — ουχ άδεφέ, να παρακαλούμε θέμε; ας πάη στο καλό τέτοια γυναίκα, δίχως καρδιά! Και η Σμαραγδούλα ανάσανε, ησύχασε, όχι όμως όλως διόλου, γιατί δεν άργησε να φανερωθή πως δεν είχαν τραβηχτή όλοι και πως έμειναν δυο, οι καλλίτεροι, δηλαδή οι χειρότεροι, οι πιο πεισματάρηδες και οι πιο επικίνδυνοι, από κείνους που δεν υποχωρούνε γρήγορα, που δεν ξεχνούν, από κείνους, που συνήθισαν να νικούνε τα εμπόδια και η Σμαραγδούλα είδε με θυμό και με πείσμα, πως ο πόλεμος δεν ετελείωσε. Σαν να ήταν όμως τώρα προσποιητός ο θυμός της και σαν να της άρεσε πως είχε να κάμη με χαραχτήρας ανδρικούς και εφαινότανε σαν περήφανη, γιατί η νίκη της θα είχε περισσή αξία.

Ήταν καπετανόπουλα οι δυο φίλοι της Σμαραγδούλας και εχθροί μεταξύ τους μεγάλοι, ο Γιώργης ο Μόρφος και ο Ζώης ο Περήφανος. Ο Μόρφος μάλιστα εμισούσε το Ζώη με όλη τη δύναμι της ψυχής του, γιατί κάπου στην ξενητειά μια φορά εφιλονείκησαν για την κοπέλλα κ' επιάστηκαν και ο δυνατώτερος Ζώης έδειρε τον Μόρφο. Τώρα απόφευγε ο ένας τον άλλον για να μην έρθουν στα χέρια και η κοπέλλα ήταν ελεύθερη να διαλέξη από τους δυο. Και η πατινάδες και τα τραγούδια δεν είχαν τελειωμό. Ο Μόρφος ήταν πιο φρόνιμος από τον Ζώη και ο Ζώης πιο ορμητικός από τον Μόρφον και πιο ανυπόμονος. Μαζή με τον έρωτά του έδειχνε και το πείσμα του το μεγάλο για την αντίστασι την αδικαιολόγητη της Σμαραγδούλας. Η φιλοτιμία του ήταν πολύ πληγωμένη γιατί δεν ήταν μόνο καλός γαμπρός, μα και ωραίο παλληκάρι. Μα του κάκου όλα.. πατηνάδες, περίπατοι, ματιές, παινέματα, θυμοί, ξενύχτια στην πόρτα ομπρός, τίποτα δεν ωφελούσαν και μόνο ο Ζώης ερεθιζότανε. Μια πρωινή ο Ζώης επαραφύλαξε την κοπέλλα, σαν εύγαινε από την εκκλησιά, σ' ένα δρόμο κοντά στο σπίτι της. — Τι διάβολο, από πάγο είσαι; της είπε. — Και ο πιο δυνατός πάγος λυώνει, σαν εύρη ανάλογη ζέστη, αποκρίθη εκείνη.

— Που θα πη, εμείς δεν την έχομε, είπεν εκείνος με πείσμα και εστράφη να φύγη γρήγορα, χωρίς να περιμένη ν' ακούση την απόκρισι της Σμαραγδούλας, η οποία σαν να είχεν αρχίση να λυγίζεται. Στα ερωτικά δεν ήταν τεχνίτης ο Ζώης και άκουε περισσότερο το πείσμα του, κι' αυτό τον έφαγε. Ετραβήχτηκε με υπερβολικό πείσμα αυτή τη φορά, με αγανάκτησι, βέβαιος πως έχει να κάμη με μάρμαρο, και για να λάβη κάποια εκδίκησι, εσυλλογίσθη να την πειράξη· εσκέφθη να την περιφρονήση και ενώ η Σμαραγδούλα εγύρευε αφορμή τώρα να δείξη πως άλλαξε και να φανερώση την κλίσι της στο Ζώη, αυτός, που ήταν ζηλευτός γαμπρός και τον ήθελαν πολλές, εστράφηκε σε μιαν άλλη πολύ ζωηρή και φανερά, ολοφάνερα, κάθε μέρα, ήταν μαζή της κ' επερνούσε συχνά μ' αυτήν από το σπήτι της Σμαραγδούλας για να την κάνη να σκυλιάζη. Και το εκατώρθωσε. Στην αρχή η Σμαραγδούλα θέλησε να κάμη την περήφανη, τη δυνατή, μα έτυχε μια περίστασι κ' επροδόθηκε πολύ άσκημα. Ένα από 'κείνα τα κακά, τ' απύλωτα στόματα, που τίποτα δεν τα κρατεί, που θέλουν να μιλούνε και ας γίνη ό,τι γίνη, είπε της Σμαραγδούλας πως ο Ζώης είπε, τάχατες φανερά, πως δε θέλει να τήνε ξέρη, πως την περιφρονεί και πως αν περνά, περνά μόνο για να την προσβάλη με τον τρόπο του, γιατί αυτό και της πρέπει. Επίστεψε η Σμαραγδούλα το κακό στόμα το απύλωτο, το φαρμακερό του σάλιο της εδάγκασε την καρδιά εις βαθμό, οπού αισθάνθηκε βαθειά τον πόνο και μια βραδιά, οπού ο Ζώης πέρασε πάλι από μπροστά της πεζογελώντας, πρώτα με την κοπέλλα του, και ευτύς κατόπι μοναχός του, η Σμαραγδούλα δε βαστάχτηκε και του φώναξε με θυμό, πως δεν την πειράζουνε τέτοια καμώματα, που τα κάνουνε μόνο γουρού. . . Στην άσκημη λέξι εσταμάτησε, την άκουσαν όμως δυο γειτόνισσες, και ο Ζώης, υπερβολικά συγχυσμένος, έφυγε τρεχάτος . . .

Η Σμαραγδούλα, ευτύς ύστερ' απ' αυτό έκλεισε το παράθυρο και την πόρτα της κ' επλάγιασε να κοιμηθή. Εμετανόησ' ευτύς για τη λέξι και είδε κακά όνειρα τη νύχτα κείνη, την αυγή δε, ευτύς που σηκώθηκε, άκουσε θόρυβο στην πόρτα της και ομιλίες και ξεφωνητά. Έτρεξε και τι να ιδή; Από ένα χαλκά της οξώπορτας του κάτω σπιτιού εκρεμότανε ένα γουρουνάκι σφαγμένο!

Δεν μπορούσε να γείνη μεγαλείτερη προσβολή απ' αυτήν και για να την κάμη ο Ζώης, θα πη πως είχε θυμώση υπερβολικά. Μπροστά σε κόσμο τον ωνόμασε χοίρο! Και αν για μια στιγμή υποθέσωμε πως το αίσθημα του Ζώη για την άλλη κοπέλλα, ήταν προσποιητό, φτιασμένο έτζι για να ερεθίζη τη Σμαραγδούλα, τώρα όμως η καρδιά του είνε γεμάτη θυμό, θυμό δίκαιο, και κανένα άλλο αίσθημα δε χωρεί μέσα της. Καλλίτερα την ξερριζώνη την καρδιά του, παρά να την ακούση να του μιλήση πλιο για την Σμαραγδούλα για την πιο άσπλαχνη, την πιο σκληρή γυναίκα που εγνώρισε στη ζωή του. Και ποιος; ο Ζώης ο Περήφανος, το ζηλευτό παλληκάρι, που θα το είχε τιμή και ευτυχία της να τον πάρη άλλη κοπέλλα . . . «Χοίρος είμ' εγώ; Να, λοιπό, να σου κρεμάσω το ζώο στην πόρτα σου, να μου θυμάσαι! μια για πάντα' είσ' εσύ κακή, να γενώ και εγώ πιο κακός από σένα . . .»

Είνε λίγα χρόνια τώρα, μια πρωινή, με οδηγό τον παντοτεινό μου αγωγιάτη, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, επήγαινα από τη χώρα στην εξοχή, μιάμιση ώρα μακρυά. Ο δρόμος δεν είνε άσχημος, τα περίχωρα μόνο σου φέρνουν μελαγχολία. Δεξιά, και ζερβά, ομπρός και 'πίσω και όσο βλέπει το 'μάτι εκτείνεται, θαρρείς ατελείωτη, μία βουνοσειρά απόκρημνη, με συχνές, απότομες, πολύσχημες παραλλαγές, γυμνή δε και σαν γλυμένη από της βροχές, με σπάνια, πού και πού αγριόχορτα, τα μόνα σημάδια της ζωής, μέσα εις εκείνη τη νέκρα, στην ακινησία την αιωνία, μέσα στον ασάλευτο εκείνον κόσμο, τον άγριο, οπού θαρρείς πως κάτι θέλει να σου πη, μα που κρατεί τα λόγια του κρυμμένα, βιβλίο μυστικό, γραμμένο σε άγνωστη, όχι ανθρώπινη γλώσσα.

Το μουλάρι μου, ζώο στιβαρό, συνειθισμένο στους δρόμους αυτούς, επροχωρούσε με πάτημ' αργό στα κακόβολα μέρη. Νέκρα και σιωπή τριγύρω μόνο, από καιρό σε καιρό, κανένα γεράκι έσχιζε τον αγέρα κ' εχυνότανε σαν σαΐτα επάνω σε κανένα μικροπούλι αμέριμνο, θύμα παντοτεινό του σαρκοβόρου, του αχόρταγου όρνειου.

Δεν ήταν ο δρόμος εύθυμος· ευτυχώς για μένα, ο αγωγιάτης μου ήταν απ' εκείνους που δεν αφίνουν τον άλλο να στενοχωρηθή. Αγαπούσε να λέγη, να διηγάται και με της ιστορίες του σχεδόν δεν μου αποφάνηκε ο δρόμος. Τον εζήλευα και για το εξωτερικό του. Πενηντάρης, στιβαρός όμως σα νέος, σαν άνθρωπος του βουνού, με ηλιοκαμμένο και λιπόσαρκο πρόσωπο, μα με κάτι δόντια που θα λεγες πως του τα φύτεψαν τη στιγμή εκείνη, τόσον ήταν στερεά, άσπρα και ολόισα. Εύθυμος και γελαστός πάντα, εμετάδινε την ευθυμία του και σε μένα.

Απήχαμε από το Μοναστήρι, το σκοπό του ταξειδιού μας, ως ένα τέταρτο, όταν εκατό βήματ' από το δρόμο, σ' ένα χωράφι μέσα, ευγήκε στην οξόπορτα μικρού σπιτιού, που ελαμποκοπούσε από νωπό ασβεστόχρισμα μια γυναίκα ψηλή, λυγερή, με άσπρο καθαρώτατο φόρεμα και με κάτασπρο, παχουλό πρόσωπο, απ' όσο μπορούσαμε να διακρίνωμε. Μου φάνηκε ανώτερη από χωρική και ρώτησα τον αγωγιάτη μου.

— Να ιστορία μια φορά· η καλλίτερη απ' ούλες, είπεν εκείνος.

Μου εκεντήθηκε η περιέργεια και τον επαρακάλεσα να μου πη όσα ήξερε.

— Δεν έτυχε ν' ακούσης για τη Δεκοχτούρ', αφεντικό; Δεκοχτώ, μαθές, την αγαπήσανε και κανένα δεν επήρενε. Και σιγά σιγά, με δικά του λόγια και με δικές του παρατήρησες, μου εδιηγήθηκε τη γνωστή ιστορία της Σμαραγδούλας. Και αφού εστάθηκε λίγο, είπεν ακόμα.

— Μεγάλη ταραχή και ανησυχία ήφερε στον τόπο η ιστορί' αυτή· το φέρσιμο μαθές του Ζώη και το φέρσιμο της Σμαραγδούλας· γιατί ο ένας εκατάκρινεν τον ένανε κι' άλλος τον άλλονε. Ακολουθήσανε λόγια και καυγάδες. Ο Μόρφος το πήρ' απάνω του κ' εφώναζενε πως θα κάμη και θα δείξη, μα έλα που εδούλιανε ν' ανταμωθή με το Ζώη! Εφώναζεν από μακρυά. Ο Ζώης σε λίγο καιρό, εξενιτεύθηκε, ήφυε κι' ο Μόρφος και η ιστορία εξεχάστηκε.

Και ο φιλόσοφος αγωγιάτης μου, σε λιγάκι επρόσθεσε.

— Ευτά τα πράματ' αφεντικό, η ιστορίες, μαθές, ευτές, ήτανε συνειθισμένες τον καιρό εκείνο. Μούλεεν ο γέρος μου, πως ετότες η κοπέλλες και οι κοπελλιάρηδες αγαπούσανε στ' αλήθεια, αγαπούσανε, μαθές, τον άθρεπο και πόσα δεν εκάνανε για την αγάπη! Οι θαλασσινοί περσότερο, μα και σε μας κοι χωριανοί εγενόντανε πολλά. Τραγούδια τσοι δρόμοι, μαντουνάδες από κάτ' απ' τα παραθύρια ούλη νύχτα, και ζήλιες και πεισματικά και καυγάδες και κλεψιές καμμιά φορά, μόνα δεν εθέλανε οι γονοί. — Μαθές, — μου εξήγησε πιο καθαρά ο Βασίλης — σα δεν ήθελεν κανένας γονιός να δώκη το παιδί του, εκλεβόντανε οι δυο κ' επερνόντανε, γιατί ετότες εγαπούσανε τίμια και δεν εβλέπανε μόνι τον παρά, σαν και τώρα.

— Θες να πης πως τώρα δεν αγαπούνε; ρώτησα 'γω.

— Δε βαριέσαι! είπεν ο Βασίλης. Μα να, μην πας μακρυά· εμένα, τη μεγάλη μου κόρη — την είδιες, αφεντικό, μαθές, όχι πως είνε θυατέρα μου, μα νε ομορφούλα — την εγάπησενε ο Σωτήρης ο Σκουλάξινος, καλό νοικοκιουρόπαιδο, και τα χαμε σκεδό τελειωμένα και σαν ήρθεν ο κόμπος στο χτένι, πως εγώ είπα να κρατήξω τ' αμπέλι τση Φτελιάς για τη δεύτερή μου την Αννέζα, εχόλιασενε κ' ετραβήχτηνε· ακούς, αφεντικό, πράματα! Εθύμωσα κ' εγώ, εχάλασενε, μαθές, η καρδιά μου κ' εχάλασενε και η δουλιά. Να αγάπες! Μα και του Νικόλα του Κολάκα δεν του κάμαν τα ίδια για τη θυατέρα του; Μόνι τον παρά αγαπούνε τώρ' αφεντικό, και στο μεγάλο κόσμο και στο μικρό· δε λογαριάζουνε, μαθέ, τον άθρεπο, παρέ μόνι τη ζέπη του βλέπουνε· η αγάπες τώρα είνε μόνι στα χείλια, και τα τραούδια του έρωτα είνε μόνι στα χαρτιά γραμμένα, όχι στην καρδιά μέσα. Και ετελείωσε τα γνωμικά του μ' ένα — Οξ, ντε! που εφώναξε του μουλαριού, αφού του ετίναξε από πίσω μια με τη δράφη του.

Εσιώπησεν ο Βασίλης, εγώ όμως, οπού ήθελα το τέλος της ιστορίας, τον αρώτησα.

— Και ύστερα τι ακολούθησε με την Σμαραγδούλα;

— Η Δεκοχτούρα (γιατί αυτό τ' όνομα της εδώκανε) εκλειδώθηκε και δεν ήθελε να διη κανεί. Και άλλαξε πολύ από τότες· μηδέ γέλοια, μηδέ χωρατά, μηδέ τίποτα. Εγίνηκε άλλη γυναίκα, ως και δακρυσμένη ήτυχε να τη διούνε. Δεν μπορούσε να ξεχάση ό,τι εγίνηκε, και άλλοι ελέανε πως ήκλαιε για την προσβολή, άλλοι πως ελυπότανε πως ήχασεν το Ζώη. Γιατί ο Ζώης έφυε από το νησί ευτύς και για πολύν καιρό, δεν ήξερεν κανείς τι εγίνηκε. Εμάθανε, ύστερ' από καιρό πως εταξείδευενε με Ιγγλέζικα και Αμερικάνικα καράβια. Ύστερα πάλι ακούστηκε πως σε κάποια πολιτεία εσμίξανε, σε μια ταβέρνα, ο Ζώης, ο Μόρφος κ' ένας αξάδερφος τση Δεκοχτούρας, πως ελοοφέρανε για την προσβολή που ήκαμεν ο Ζώης στη Δεκοχτούοα και πώς οι δυο μαζή, ο ξάδερφος και ο Μόρφος, εμαχαιρώσανε το Ζώη άσκημα. Ο Μόρφος δεν είπενε ποτές του τίβοτα· το βέβαιο είνε πως ο Ζώης δεν εφάνηκε πλιο. Ο Μόρφος, σαν ησυχάσανε τα πράματα, εζήτηξεν τη Δεκοχτούρα, μα εκείνη μηδέ να τον ακούση δεν ήθελενε. Μάλιστα σε λίο καιρό ετραβήχτηνε στο βουνό εδώ, στο χτήμα της και ζη, χρόνια τώρα, κατάμονη. Μόνο στην εκκλησούλα που βλέπεις εδώ κάτω, πηαίνει και ίσια με τη θάλασσα για περίπατο. Η θεία της απόθανε, χρόνια τώρα, και ζη μοναχή της. Τα πρώτα χρόνια της εστείλανε κάμποσες προξενιές, μα δε θέλησε ν' ακούση και την έβγάλανε Δεκοχτούρα. Παράξενη γυναίκ' αφεντικό, μα και δύστυχη, επρόσθεσεν ο χωριανός κ' εσιώπησε.

Τη στιγμή εκείνη, ευγήκε από το σπιτάκι της Δεκοχτούρας ένα παιδάκι ως δέκα χρονώ, παστρικοντυμένο μ' ένα σταμνάκι στον ώμο κ' έν' ανεσερτήρι στο χέρι. Απέρασε από κοντά μας, και το ρώτησε ο Βασίλης.

— Πού πας, μικρέ;

— Για νερό εδώ κοντά!

— Κάθεσε με την Δεκοχτούρα,

— Ναι; είνε κερά μου.

— Είσαι πολύ καιρό μαζή της;

— Ένα χρόνο. Κ' έκαμε να φύγη.

— Μα σα να το γνωρίζω, είπεν ο Βασίλης.

— Και πως σε λένε, μικρέ, το ρώτησε.

— Ζώη! είπεν ο μικρός και απομακρύνθη.

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΑΣΧΑ

ΉΤΟ πολύ μελαγχολικός ο Κλέων την νύκτα εκείνην. Αι μαύραι, αι καταθλιπτικαί σκέψεις του έλαβον έντασιν μεγαλειτέραν ακριβώς την νύκτα εκείνην, την παραμονήν τόσον λαμπράς ημέρας. Η ημέρα εκείνη, καθ' ην υπερεκχειλίζει η αγάπη, ζητούσα μυριοτρόπως να εκδηλωθή, καθ' ην γνωστά και άγνωστα χείλη ενούνται εις αδελφικόν ασπασμόν, η ημέρα εκείνη μόνον διά τον Κλέωνα έμελλε να είνε μαύρη, να είνε πένθους ημέρα. Πολύ τον πιέζει, πολύ τον στενοχωρεί η μόνωσίς του. Τόσον, όπου η φιλοσοφία, ης επικαλείται την αρωγήν, υποχωρεί ανίσχυρος προ του μαύρου φάσματος πραγματικής συμφοράς.

Είχε νομίση ότι ο χρόνος θα επούλωνε το τραύμα του, το τραύμα εκείνο το οποίον, με σκληρότητα θηρίου, τω κατέφεραν χείρες φιλικαί, αδελφικαί χείρες . . . Διότι παρήλθε πολύς καιρός από της απαισίας εκείνης ημέρας . . . Παρήλθε τόσος καιρός και η πληγή του αιμάσσει έτι, ως να τω κατεφέρθη το τραύμα τώρα, προ μιας στιγμής. Δεν θα λησμονήση λοιπόν ποτέ: Πότε επί τέλους θα τον αφήση η αδυναμία η ταπεινωτική, αυτή η λιποψυχία; Πότε και αυτός θα μισήση;

Είνε, διότι είχε τόσον συνδεθή, τόσον συνταυτισθή, μ' εκείνους τους οποίους εθεώρει ιδικούς του, ώστε δεν κατορθώνει να πεισθή, ότι οι πλήξαντες αυτόν είνε αυτοί εκείνοι τους οποίους τόσον είχεν αγαπήση και οίτινες τόσα του ώφειλον . . . .. Αλλ' είνε λοιπόν τόσον μικρόψυχος, τόσον ουτιδανός, να φέρη εις την μνήμην του ακόμη τα όντα εκείνα; Περιφρόνησιν εσχάτην και μόνην αυτήν πρέπει να αισθάνεται προς εκείνους, προς εκείνην προ πάντων, ήτις, το οικοδόμημα της ευτυχίας του, το οποίον με υπομονήν ανένδοντον, ακατάβλητον, με υπομονήν μύρμηκος φιλέργου κατώρθωσε να εγείρη, κατέρριψεν έως εδάφους, εσκόρπισεν εις τους τέσσαρας ανέμους! Και αι μαύραι σκέψεις του δεν τον αφίνουν. Έρχονται, φεύγουν προς στιγμήν και επανέρχονται ανηλεείς και επίμονοι, ως οι μαύροι κόκκοι κομβολογίου εις τας χείρας νευρασθενούς.

Είνε η παραμονή του Πάσχα και έξω ακούεται θόρυβος πηγαινοερχομένων αμερίμνων, ευθύμων, ευτυχών βεβαίως ανθρώπων. Η ταραχή όμως της ψυχής του Κλέωνος δεν τον αφίνει ν' ακούση. Βάσκανος δαίμων του επανέφερεν εις την απαίσιαν εκείνην ημέραν ίνα του δηλητηριάση τας γλυκείας στιγμάς, ας ήθελε και αυτός διέλθει την παγκόσμιον εκείνην χριστιανικήν παραμονήν, την παραμονήν του Πάσχα.

***

Καλής, αλλά καταστραφείσης οικογενείας υιός, ο Κλέων είχε διέλθει πολύ πικρά παιδικά χρόνια. Ανετράφη εν τη δυστυχία και ταις στερήσεσι. Αλλ' ήτο εκλεκτή φύσις και της τύχης αι προσβολαί δεν τον κατέβαλον. Προικισμένος με ισχυράν θέλησιν, άπληστος δε εις μαθήσεις, μετά πάλην ανένδοτον, καθ' ην το θάρρος ουδ' επί στιγμή τον εγκατέλιπεν, κατώρθωσε να ίδη τους αγώνας του στεφομένους υπό πλήρους επιτυχίας. Έγεινεν ιατρός, αποφεύγων δε τας πόλεις, όπου τους ταπεινούς υποσκελίζουν δυνάμεις, περιουσίαι και ονόματα, κατέφυγεν εις κωμόπολιν, εκεί δε εξεδηλώθησαν, εν όλη αυτών τη λαμπρότητι, της ψυχής του οι θησαυροί. Να παρηγορή, να υποστηρίζη, να θεραπεύη ήτο η μόνη και αναλλοίωτος μέριμνά του. Η αγάπη, δι' ης ο μικρόκοσμος του τον περιέβαλλε, ήτο δι' αυτόν αμοιβή ανωτέρα οιασδήποτε άλλης.

Είχε και μίαν γλυκείαν ανάμνησιν. Εις τα μικρά, τα σχολικά του έτη, είχε συνδεθή με φιλίαν στενήν μ' ένα του συμμαθητήν, μικρότερον την ηλικίαν, πολύ δε ανόμοιόν του τον χαρακτήρα. Ο Ισίδωρος ήτο ελαφρόνους, ακατάστατος, άτακτος, σκανδαλοποιός, καθ' όλην την έκτασιν mauvais sujet. Ήτο όμως ζωηρότατος, εύθυμος, γλυκύς. Και τον Ισίδωρον αυτόν ηγάπησε πολύ ο Κλέων. Και τον εβοήθει εις τα μαθήματα και εις ό,τι άλλο ηδύνατο. Αυτός ο έχων τόσην ανάγκην βοηθείας. Ηγάπα και ο Ισίδωρος τον Κλέωνα, δεν εννοούσε όμως και να ενοχληθή προς χάριν του, ενώ ο Κλέων πολλά υπέφερεν εξ αιτίας του. Ήτο πτωχό παιδί ο Ισίδωρος, οσάκις δε, σπανιώτατα, έλεγεν εις τον Κλέωνα, με κωμικήν σοβαρότητα, ότι δεν ήξευρε τι θ' απεγίνετο, ο Κλέων εμελαγχόλει. Και εδοκίμασεν αληθή οδύνην, όταν μίαν ημέραν έλαβε δύο λέξεις του, δι' ων τον επληροφόρει ότι φεύγει μακράν, εις αναζήτησιν τύχης. Έκτοτε τον έχασε και παρέμεινεν εις την μνήμην του το σχολικόν τούτο επεισόδιον ως γλυκύπικρος ανάμνησις.

***

Ο καιρός παρήρχετο εν τω μέσω των ασχολιών του των επιστημονικών, των κόπων του των ανενδότων. Δεν εβράδυνεν εν τούτοις να εννοήση, να πεισθή, ότι η φύσις έχει τας απαιτήσεις της, τα δικαιώματά της. Ο θετικός Κλέων ήρχησεν από τίνος ν' αλλοφρονή, ν' αφαιρήται. Επάλαισε κατά των νέων τούτων σκέψεων, αλλ' εξήλθεν ηττημένος εκ της πάλης και ηναγκάσθη να ομολογήση ότι υπάρχει έν σημείον καθ' ο και το σοβαρότερον έργον δεν αρκεί να πληρώση εξ ολοκλήρου τον βίον ενός ανθρώπου. Το κενόν, όπερ ησθάνετο εν εαυτώ τον εστενοχώρει. Από τινος ήρχισε να ονειροπολή να μειδιά προς άγνωστον θεότητα, προς ην η φαντασία του εχάριζε μορφήν αγγέλου, η οποία κάθε στιγμή ήτο εμπρός του, αλλ' η οποία ήτο ασύλληπτος, ως κάθε ιδανικόν. Και τον ηκολούθουν ανένδοτοι αι ονειροπολήσεις αύται, οι στοχασμοί ούτοι οι τερπνώς ενοχλητικοί. Τον ηκολούθουν εις όλα και εις την εργασίαν του αυτήν, τω συνέβη δε πολλάκις να κύπτη επί ώραν προ συνταγής αφηρημένος, χωρίς να δύναται να φέρη αυτήν εις πέρας, προς μεγάλην απορίαν της γραίας υπηρετρίας του, αγνοούσης που ν' αποδώση την αλλοφροσύνην του αυτήν.

Χριστέ και Παναγιά! Τι έπαθε τ' αφεντικό μου· έλεγε πότε πότε. Αλλ' η απορία της γραίας ηύξησε, μετατραπείσα τώρα εις ανησυχίαν, όταν ολίγον κατόπιν και μετά την επάνοδον του ιατρού εκ συντόμου ταξειδίου, τον συνέλαβε να χειρονομή και να μονολογή ως να συνεζήτει με κάποιον περί σπουδαίου ζητήματος· την έβαλε μάλιστα εις πλείονα ανησυχίαν η ευθυμία του. — Δεν μ' αρέσουν καθόλου τα πράγματα — έλεγε σταυροκοπουμένη. Αι απορίαι της όμως δεν εβράδυναν να λυθούν προς μεγάλην χαράν της. Ταχέως εγνώσθη ότι το αφεντικό εύρε σύντροφον. Πράγματι η ευτυχία ευρέθη, εις πλησιόχωρον πόλιν, υπό την μορφήν νέας κόρης· θυγάτηρ συναδέλφου, θελκτικωτάτη, ζωηροτάτη δεκαεπταέτις μελαγχροινή, εδέχθη την χείρα του Κλέωνος, προσφερθείσαν με την καρδίαν του όλην. Μετ' ολίγον η ένωσις δύο ψυχών συνετελέσθη και το ψυχρόν, το άχαρι, το σιωπηλόν οίκημα του Κλέωνος μετέβαλεν εντελώς όψιν. Το κενόν επληρώθη . . . Η επιστήμη αφ' ενός, αφ' έτερου ο έρως ον εφαίνετο συμμεριζομένη η νεαρά σύζυγος, δύο αγαθά αναφαίρετα . . .

Την ευδαιμονίαν του Κλέωνος διεδέχθη μετ' ου πολύ μεγάλη χαρά και ταύτην άλλη, μικροτέρα μεν, χαρά όμως πάντοτε, αληθηνή άλυσσος ευτυχιών. Δεν εβράδυνε να βεβαιωθή ότι θα εγίνετο πατήρ· αυτή ήτο η πρώτη, η μεγάλη χαρά, ήτις τον έκαμε ν' αλλοφρονήση, να παραληρή, ως εις τας παραμονάς του γάμου του· η δευτέρα η μικροτέρα μεν, ζωηρά όμως πάντοτε η άλλη και απροσδόκητος, ήτο η αιφνιδία άφιξις του Ισιδώρου, του φίλου της παιδικής του ηλικίας· και ήρχετο εγκαίρως ο Ισίδωρος διά να γείνη κοινωνός της ευτυχίας του φίλου του. Και ναι μεν τα πρώτα εκείνα αισθήματα ηλλοίωσε βεβαίως ο χρόνος ουχ ήττον η φιλία υφίσταται πάντοτε, τουλάχιστον ο Κλέων αισθάνεται ότι αγαπά πολύ το Ισίδωρον και τώρα ακόμη, θα είνε δε ευτυχής αν δυνηθή να τω χρησιμεύση. Διότι, αν ηθέλαμεν κρίνη εκ του εξωτερικού του, τα πράγματα του Ισιδώρου δεν ήσαν βεβαίως πολύ ρόδινα. Εκ της μακράς του περιπλανήσεως δεν έφερεν, ως εφαίνετο, τίποτε άλλο, παρά την αναλοίωτον ευθυμίαν του. Η φύσις του δεν του επέτρεπε να βαρυθυμήση προς τι; η μελαγχολία φθείρει την υγείαν και ο Ισίδωρος διά κανένα λόγον δεν θα συγκατένευε ν' ασθενήση.

Ο Ισίδωρος εύρεν εις τον φίλον του αληθή προστάτην και εις τον οίκον του ασφαλές άσυλον και είχε πολλήν ανάγκην των αγαθών αυτών. Πλανηθείς επί πολύ δεξιά και αριστερά, απέτυχεν εις όλας του τας επιχειρήσεις, είδε ναυαγούντα όλα του τα σχέδια και εν τη αμηχανία του ενθυμήθη τον φίλον, ου είχε μάθη την αποκατάστασιν και έσπευσε να έλθη πλησίον του, όχι διά να τον βαρύνη, Θεός φυλάξοι, αλλ' ίνα διά των συμβουλών των των πολυτίμων, αρυσθή νέον θάρρος προς νέους αγώνας. Ο Κλέων ενεθάρρυνε τον φίλον του διά γλώσσης θερμής. — θα μείνης πλησίον μου όσον θέλεις, του είπε, χωρίς να στενοχωρήσαι και με τον καιρόν κάτι θα ευρεθή και διά σε. Αλλά και η νεαρά σύζυγος του ιατρού πολύ συνεπάθησε τον Ισίδωρον, τη υπερήρεσε δε η ζωηρότης και το εύθυμον του χαρακτήρος του, προσόντα τα οποία δεν εύρισκεν εις τον σύζυγον, βυθισμένον πάντοτε εις τα βιβλία και τας συνταγάς του. Όλα τα κατείχε τώρα ο ιατρός· επιστήμην, έρωτα, φιλίαν . .,

Δύο έτη παρήλθον ούτω. Εν τω μεταξύ το θυγάτριον του ιατρού είχεν αποθάνη. Δεν ηδυνήθησαν να το σώσουν ούτε η επιστήμη, ούτε το πατρικόν φίλτρον. Επί νύκτας ολοκλήρους ηγρύπνησε παρά την μικράν του κοιτίδα, παλαίων ανενδότως, με πείσμα, με όλον του τον νουν και με όλα του τα σλάγχνα, τα γεμάτα από αγάπην, κατά της νόσου της φοβεράς! Εις μάτην όλα . . . Εσβέσθη το θυγάτριον εις τας αγκάλας του, συμπαρασύραν μεθ' εαυτού τόσα πατρικά όνειρα, τόσας ελπίδας . . .

Ήτο η πρώτη οδύνη του Κλέωνος μετά τον γάμον του, η πρώτη αληθινή του οδύνη, ήτις τον έκαμε να κλονισθή εις τα βήματά του τα στερεά, τα αποφασιστικά. Τον κατέλαβον αμφιβολίαι, δισταγμοί περί πάντων . . . Εμονολόγει μεγαλοφώνως, οργίλως ενίοτε, ως να συνεζήτει με αόρατόν τινα συνομιλητήν . . . Κατόπιν τον κατέλαβεν ήρεμος μελαγχολία. ..

Το θυγάτριον ετάφη εις τον περίβολον του ναού του νεκροταφείου, όπου συχνά μετέβαινεν ο δυστυχής πατέρας να στολίση με άνθη το μικρόν μνήμα.

Ο φύλαξ του κοιμητηρίου, γέρων γνωστός εις τον ιατρόν και ευεργετηθείς υπ' αυτού, πρώτην φοράν έβλεπε λύπην τόσον τρυφερά εκδηλουμένην, ό,τι δε του έκαμνε μεγάλη εντύπωσιν ήτο, ότι ο ιατρός επεσκέπτετο το μνημείον μόνος . . . Η σύζυγος του δις ή τρις το επεσκέφθη εις τας αρχάς. Εκείνος εθλίβετο, χωρίς όμως να κατηγορή την σύζυγον — Είνε του χαρακτήρος της έλεγε. Τον εστενοχώρει όμως η ευθυμία της η θορυβώδης, η σχεδόν αδιάκοπος. Ουχ ήττον την εδικαιολόγει και πάλιν, αποδίδων την ζωηρότητα της, την έκτροπον και απρεπή πολλάκις, εις την ηλικίαν της. — Είνε τόσον νέα! έλεγε. Το αληθές είνε ότι δεν έπταιε και τόσον. Ο σύζυγος, όλως βυθισμένος εις την επιστήμην, ήτο σοβαρός ως επί το πλείστον, ενώ ο Ισίδωρος ο φίλος του, ήτο η ευθυμία προσωποποιημένη, εις δε τας αστειότητας και τας ευφυολογίας του τας ανεξαντλήτους, τας γαργαλιστικάς, δύσκολα θα ηδύνατό τις να φυλάξη σοβαρόν ύφος. Πώς ν' αντιστή εις αυτάς η νεαρά σύζυγος του Κλέωνος; Οι δύο νέοι ημιλλώντο τις να φανή του άλλου ευθυμότερος.

Όλως παραδεδομένος εις τας ασχολίας του ο Κλέων εις τίποτε άλλο δεν εφαίνετο προσέχων, τίποτε άλλο δεν έβλεπε. Και είχε πολλά να ιδή, πολλά ν' αντιληφθη, αν επρόσεχε. Η σύζυγος του και ο φίλος του ήσαν υπέρ το δέον εύθυμοι, υπέρ το δέον θορυβώδεις και μόνον επί παρουσία του προσεπάθουν να κρατώνται, χωρίς να το κατορθώνουν. Ο Ισίδωρος ούτε λόγον κάμνει περί εργασίας και ο Κλέων σιωπά μόνον από λεπτότητα, διότι είνε τώρα ολίγος καιρός οπού, εξετάζων την καρδίαν του, ευρίσκει ότι ο Ισίδωρος δεν έχει πλέον εν αυτή την θέσιν εκείνην, ην κατείχε πρότερον. Τον στενοχωρούν τώρα πολύ οι τρόποι του, χωρίς να δύναται να είπη ωρισμένως διατί. Κάτι επίεζε το στήθος του από τινος, κάτι τι βαρύ, οδυνηρόν, ωσάν προαίσθημα συμφοράς . . . Και το αίσθημα τούτο επετάθη ότε, μίαν εσπέραν, εισελθών αίφνης εις τον προθάλαμον, ήκουσε τον φίλον του να λέγη, αποτεινόμενος εις την συζυγόν του, «χρειάζεται πολλή προσοχή.» Έγεινεν έκτοτε σιωπηλότερος, πλέον σοβαρός· εσκέπτετο επί της φράσεως εκείνης, ήτις πολλά ηδύνατο να σημαίνη . . .

Παρήλθον ημέραι τινες, ότε έν απόγευμα απεσταλμένος εκ της πλησιοχώρου κώμης, ήλθε να καλέση τον ιατρόν παρά τινι επικινδύνως ασθενή. Ο ιατρός διενυκτέρευσεν εις το χωρίον, ότε δε την επομένην πρωίαν επέστρεψε, εύρε τον οίκον του κενόν . . . Η σύζυγος μετά του φίλου είχον γείνη άφαντοι . . .

***

Το κτύπημα ήτο πολύ βαρύ και ο ιατρός ενόμιζεν ότι θ' απέθνησκε. Έζησεν όμως, αν και επί πολύ δεν διέφερεν από νεκρόν! Ήτο τόσω απροσδόκητον! Να φθάσουν έως εκεί; Και δεν εσυλλογίσθησαν λοιπόν διόλου το κτύπημα, τον σπαραγμόν οπού θα υφίστατο η τόσον ευγενής, η τόσον αγαπώσα εκείνη καρδία; Το χωρίον εξηγέρθη προ του σκανδάλου, διότι ελάτρευε τον ιατρόν, παραδόξως όμως κατεδίκαζε πλέον τον άπιστον φίλον ή την σύζυγον, ην εθεώρει μάλλον κουφόνουν. Και ο ιατρός όμως τα αυτά εφρόνει, αν και ενίοτε τον κατελάμβανε λύσσα και δεν ήξευρε πως θα εφέρετο, αν παρεδίδετο αίφνης εις χείράς του η άπιστος . . .

Έμεινεν εις αυτόν ως παρηγοριά η επιστήμη μόνη. Κατ' οίκον υποφέρει μαρτύρια, διότι αδυνατεί να λησμονήση· υπήρχαν δε στιγμαί καθ' ας επόθει να εξαφανίση, να πετάξη μακράν παν αντικείμενον, κάθε πράγμα ενθυμίζον εις αυτόν την γυναίκα εκείνην, την οποίαν είχε συνειθίση να θεωρή απαραίτητον εις την ευδαιμονίαν του, εις αυτήν του την ύπαρξιν. Εκάστοτε όμως αναχαιτίζετο και τα μισητά και προσφιλή συγχρόνως αντικείμενα έμεναν εις την θέσιν των.

Πάντοτε μόνος, έρημος, με την ψυχήν γεμάτην πικρίας διέρχεται ώρας μαρτυρικάς. Πόσον είχεν αγαπήση και πώς τον αντήμειψαν! Αξίζει τις μετά ταύτα να ζη; δεν είνε περιττόν να υπάρχη;

Εν τη συμφορά του έχει παρηγορίαν τινα, ήτις είνε συγχρόνως και πηγή θλίψεως. Συχνότερα τώρα προσεύχεται εις τον μικρόν τάφον του προσφιλούς θυγατρίου του και ο γνωστός γέρων φύλαξ συγκινείται βλέπων την απέραντον θλίψιν εκείνην.

***

Παρήλθον ούτω τρία έτη· τρία ολόκληρα έτη ερημίας, μονώσεως βασανιστικής.

Η λύπη του Κλέωνος δεν κατηυνάσθη· φαίνεται όμως ήρεμος. Εκτελεί θρησκευτικώς τα καθήκοντά του, αλλ' είνε καρδία νεκρά πλέον, είνε σώμα, νομίζεις, άψυχον.

Προ τινος καιρού είχε μάθη ότι η σύζυγος του, εγκαταλειφθείσα υπό του απίστου φίλου, έζη άγνωστον πώς και πού . . . η είδησις δε αυτή, ήτις ηδύνατο να είνε και αδέσποτος επέτεινε την πικρίαν του.

Την νύκτα εκείνην, την παραμονήν του Πάσχα, είνε μελαγχολικώτερος του συνήθους. Ζητεί ν' αποδιώξη τας μαύρας του σκέψεις και δεν το κατορθώνει. Πώς ήθελε να ελησμόνει . . .

Έξω ακούεται θόρυβος βημάτων και φωνών, διά δε του παραθύρου βλέπει αραιά φώτα να πηγαινοέρχωνται διασταυρούμενα καθ' όλας τας διευθύνσεις, ενώ άλλοι φανοί αχειροποίητοι, σελαγίζουσιν υπέρλαμπροι επί του στερεώματος.

Πλησιάζει η ώρα της Αναστάσεως, εγγίζει η ώρα της γενικής χαρμονής και όλοι σπεύδουν προς την εκκλησίαν. Με ολίγον θα περιπτυχθώσιν αλλήλους γνωστοί και άγνωστοι, θα ενωθώσιν εις ένα κοινόν ασπασμόν. Μακράν την ημέραν εκείνην αι έχθραι και τα μίση, εις όλων δε τα χείλη πρέπει ν' ανθή η θεία και κοσμοσώτειρα φράσις « Αγαπάτε αλλήλους. . . .»

Βαρύς στεναγμός παραπόνου εξήλθεν από τα πονεμένα στήθη του Κλέωνος και εγερθείς ησυχώτερσς, έρριψε το βλέμμα του διά του παραθύρου εις την οδόν.

Δεν θα ήξευρε να είπη επί πόσην ώραν ήτο βυθισμένος εις τας σκέψεις του τας μελαγχολικάς, όταν την στιγμήν εκείνην ηνοίχθη, μετ' ελαφρού κρότου, η θύρα του δωματίου.

Ο Κλέων έστρεψε την κεφαλήν.

Με βήμα δειλόν, ωσάν σκιά, εισήλθε μία γυνή . . .

Εστάθη, στηριχθείσα επί του ημίσεως θυροφύλλου, του κλειστού, με την κεφαλήν κάτω νέουσαν . . .

Την εξέλαβεν ως επαίτιδα και επροχώρησε προς αυτήν. Εκείνη ύψωσε δειλά την κεφαλήν και το βλέμμα . . .

Ο Κλέων έρρηξε κραυγήν άλγους . . . .

Ενώπιόν του ίστατο η σύζυγός του, ή μάλλον ένας σκελετός ρακένδυτος, εμπνέων οίκτον . . . .

Έκαμεν έν βήμα εμπρός ακόμη, αλλοφρονών και τείνων τας χείρας, ως ενώπιον φάσματος . . . .

Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα, στιγμαί αγωνίας, καθ' ας ο Κλέων εζήτει να συγκρατήση τας σκέψεις του . . .

Και εν ακαρεί, αναμνήσεις ψυχοφθόροι, οδυνηραί, του κατέκλυσαν τον εγκέφαλον . . .

Ενώπιόν του εξετυλίχθη η ιστορία του η υβριστική, το επαίσχυντον δράμα, του οποίου θύμα ήτο μόνος αυτός . . Του εξετυλίχθη με όλας τας αποτροπαίους λεπτομερείας του..

Και ο οίκτος, όστις θα τον εκλόνιζεν ίσως την στιγμήν εκείνην, εις την θέαν του γυναικείου εκείνου συντρίμματος, το οποίον απετέλει άλλοτε μέρος της υπάρξεώς του αναπόσπαστον, υπεχώρησεν εις μίαν οργήν υπόκωφον, ήτις ηπείλει να εκραγή ακράτητος, θυελλώδης . . .

Αδύνατον να φαντασθή τις τι θα συνέβαινε, αν ασθενής τις ακτίς, αν λείψανόν τι λογικού δεν τον συνεκράτει . . .

Με τας χείρας, προς τα εμπρός τεταμένας, ωσάν να ήθελε ν' αποκρούση αόρατον εχθρόν, ώρμησε προς την θύραν και εξήλθεν εις την οδόν.

Οι φανοί διεδέχονσο αλλήλους ανά παν βήμα. Κάθε χέρι εκρατουσε το φως του, φώτα παντού και μόνον ο Κλέων ευρίσκετο εις το σκότος . . . Εβάδιζε μηχανικώς, αδυνατών να συγκρατήση τα διανοήματά του. Η απροσδόκητος εμφάνισις της συζύγου τον εσύγχιζε φοβερά.

Οποία τόλμη! Εβημάτιζε, αριστερά, εμπρός, οπίσω, ασκόπως όλως. Μετά πολλάς περιστροφάς, επελθούσης σχετικής ηρεμίας, ηκολούθησε το πλήθος, διευθυνόμενον προς τον ναόν και εισήλθεν εις το περίβολόν του. Ενθυμήθη, και διευθυνθείς προς τον μικρόν τάφον του θυγατρίου του εγονυπέτησεν επ' αυτού και ανελύθη εις δάκρυα . . . Έκλαυσεν επί πολύ και τα δάκρυα εκείνα τον ανεκούφισαν . . . ωσάν να τον περιέβαλλον με μίαν γαλήνην, την οποίαν προ πολλού καιρού δεν είχεν αισθανθή.

Όταν ηγέρθη, είδεν ενώπιόν του τον γέροντα φύλακα.

— Σήμερα το βρήκατε, γιατρέ, να κλαίτε; είπεν ο γέρων. Έτσι και μια γυναίκα, είνε περισσότερ' από μια ώρα — ήρθε και εγονάτισε στο μνήμα· θάκαμε ως φαίνεται, λάθος.

— Ποια γυναίκα; είπεν ο Κλέων.

— Την είδα από κει κάτω, από τη γωνιά μου, μα όσο να έρθω να ιδώ έφυγε . . . Μια πολύ αδύνατη, μου εφάνηκε.

— Ά! είπεν ο ιατρός.

Και απεμακρύνθη βραδυπορών.

Εβάδισεν επί πολύ εν ταραχή. Δεκάκις επλησίασε το οίκημά του και δεκάκις απεμακρύνθη, εωσού ήρχισε να τον καταλαμβάνη η κόπωσις. Βαθμηδόν και η ψυχική του ταραχή κατηυνάζετο. Η αγαθή του φύσις εφάνη υπερισχύουσα και, καταβαλών υστάτην προσπάθειαν, διηυθύνθη αποφασιστικώς προς το οίκημά του και εισήλθεν εις το δωμάτιον, το οποίον προ πολλής ώρας είχεν αφήση ηρεθισμένος, εκτός εαυτού.

Εις την αριστεράν γωνίαν, επί τραπέζης, λυχνία μικρά προ του Σωτήρος, εφώτιζε αμυδρώς τα αντικείμενα.

Ήτο εκεί, απεναντί του, με τας χείρας τεταμένας ο Εσταυρωμένος, η προσωποποίησις της αιωνίου αγάπης!

Δεξιά, επί ανακλίντρου, ο Κλέων διέκρινε κάτι, το οποίον εις την εμφάνισίν του εκινήθη . . Ήτο η σύζυγος. Ηγέρθη μετά κόπου και τρέμουσα εστάθη προ του ιατρού με την κεφαλήν προς το στήθος. Εκείνος επροχώρησε, είτα εστράφη προς τον Εσταυρωμένον, ως εάν εζήτει ενίσχυσιν . . .

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν οι κώδωνες του Ναού πανηγυρίζοντος την Ανάστασιν . . .

Αι επίσημοι, αι πανηγυρικαί δονήσεις συνεκλόνισαν τον Κλέωνα . . .

Ο τρόμος της γυναικός ηύξησε . . . και προχωρήσασα, εγονυπέτησε προ του συζύγου της.

Εκείνος, υπό το κράτος σφοδράς συγκινήσεως, την ανήγειρε και τείνας την χείρα εψιθύρισε — «Χριστός ανέστη!»

Και την ησπάσθη εις το μέτωπον.

Εκείνη επανέπεσεν εις τους πόδας του ολολύζουσα . .

ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΕΞΗΓΗΤΩΝ

ΕΙΧΑΝ αναφθή προ ολίγου τα φώτα. Έξ επτά φίλοι, όλοι νέοι και άγαμοι, πλην ενός, είχαν συναχθή παρ' εμοί διά το εσπερινόν τσάι, κυρίως όμως διά να μ' αποχαιρετίσουν, μέλλοντα ν' αναχωρήσω την επιούσαν λίαν πρωί. Αι εργασίαι του φθινοπώρου είχαν τελειώση προ μηνός, η Αζοφική είχεν αποκρυσταλλωθή όλη και τα άσπιλα, τα κατάλευκα χιόνια εκάλυπτον και κοιλάδας και βουνά και χαράδρας. Οι άνθρωποι ζαρωμένοι παρά την εστίαν, απελάμβανον του θάλπους εκείνου του ζωογόνου, του ανεκτιμήτου, εν αντιθέσει προς την εκτός των οικιών παγωνιάν.

Είχα ήδη ετοιμάση την βαρείαν του δρόμου μηλωτήν, την λυκόγουνάν μου, την απαραίτητον ζώνην και τα μαλλωτά υποδήματα, εφόδια, άνευ των οποίων το ανά τας ρωσσικάς στέπας ταξείδιον αποβαίνει επικίνδυνον.

Επρόκειτο να μεταβώ εις Μαριούπολιν, μετά διετή απουσίαν, παρά οικογενεία φίλη, σχεδόν συγγενή και ησθανόμην την συγκίνησιν εκείνην την γλυκείαν μεν, αλλά την οποίαν καθιστά σχεδόν οδυνηράν η ανυπομονησία.

Εις την οδοιπορίαν έμελλε να με συνοδεύση μέχρι Ταϊγανίου, όπου έμενεν η οικογένειά του, ο κοινός φίλος, ο γέρων μεν, αλλά ζωηρότατος και λίαν ομιλητικός, ο αλησμόνητός μας Φ. Ήτο η ψυχή των συναναστροφών ο θαλερός γέρων. Άνθρωπος με γνώσεις ποικίλας και μνημονικόν απέραντον, ήξευρε πλείστας όσας μικράς ιστορίας και ανέκδοτα, διηγείτο δε με πολλήν χάριν. Μας ήτο πολύ αγαπητός ο γέρων και οι φίλοι συνήχθησαν και χάριν εκείνου, μέλλοντος να διανυκτερεύση παρ' εμοί.

Εφλυαρούμεν λοιπόν καθήμενοι περί στρογγύλην τράπεζαν και παρά το κοχλάζον σαμαβάρι, ροφώντες το τερπνόν και αρωματικόν ποτόν, το οποίον καθιστά έτι μάλλον τερπνότερον η ώρα του έτους.

Είνε επάνω κάτω γνωστόν περί τινα αντικείμενα στρέφεται συνήθως η ομιλία νέων ζωηρών, ευπόρων και σχεδόν αμερίμνων, Αφού είπαμεν ολίγα περί εμπορίου, ζήτημα οπού δεν ηδυνάμεθα να παρίδωμεν, δεν αφήκαμεν ούτε κοινωνικόν, ούτε πολιτικόν ζήτημα άθικτον. Εκόπταμεν, ερράπταμεν, εδέναμεν, ελύναμεν με την ευκολίαν εκείνην, την οποίαν χορηγεί εις τον άνθρωπον το ανεύθυνον.

Αίφνης κάποιος έφερε τον λόγον επί των προλήψεων εν γένει, και επί του θέματος τούτου ηγέρθη ζωηρά και ευρεία συζήτησις, ως δε συνήθως συμβαίνει, αι γνώμαι εδιχάσθησαν, των μεν διατεινομένων, ότι φαινόμενά τινα δεν πρέπει να τ' αποκρούωμεν μόνον διότι είνε ανεξήγητα, ενός δε προ πάντων υποστηρίζοντος, ότι όλα αυτά είνε &μπόσικα&, τα υποθάλπει δε η αμάθεια και η δυσειδαιμονία και ότι άνθρωποι ανεπτυγμένοι δεν πρέπει να τα παραδέχωνται.

Ο φίλος μας αυτός ήτο ο μόνος σκεπτικός μεταξύ μας, ο μόνος όστις ηγάπα να φιλοσοφή, επιτηδεύων στωικότητα και απάθειαν και ο μόνος όστις ουδέν σκοτεινόν ή ανεξήγητον παρεδέχετο.

— Και όμως, είπεν ο γέρων Φ. είνε μερικά φαινόμενα, τα οποία, επαναληφθέντα πλέον ή άπαξ, δεν ημπορούν να ονομασθούν απλαί συμπτώσεις.

Ο σκεπτικός μας ύψωσε τους ώμους. Ο γέρων επανέλαβε.

— Τι θα ειπήτε, π. χ. ή πώς θα εξηγήσετε ό,τι παρετηρήθη πολλάκις εις το ζωύφιον της αράχνης;

— Τι παρετηρήθη; ηρωτήσαμεν όλοι με περιέργειαν.

— Ότι αν συμβή να καθήση το έντομον επί ανθρώπου ή επί πράγματος του ιδίου, τούτο προμηνύει προσεχή γάμον! Το ήκουσα από άλλους, αλλ' έτυχε και εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειάν μου.

Όλοι εστράφημεν προς τον γέροντα, ουδέ του σκεπτικού φιλοσόφου μας εξαιρουμένου, υπό της αυτής διακαιόμενοι όλοι περιεργείας, ην ο γέρων, παρακληθείς, έσπευσε να ικανοποιήση, αφηγηθείς ημίν τα εξής.

« Ιδού η ιστορία εν ολίγοις. Η μεγάλη μου κόρη ήτο εις ώραν γάμου και, ως συμπεραίνετε, δεν εβλέπαμεν την ώραν να την καλοαποκαταστήσωμεν. Γαμβρός υποψήφιος ήτο κάποιος νέος, λαμπρός υφ' όλας τας επόψεις, φίλος δε οικογενειακός μας παρεκλήθη να ενεργήση υπέρ ημών. Αλλά και άλλα σπίτια τον εζητούσαν και όσον ο καιρός παρήρχετο τόσον η αγωνία μας ηύξανε, διότι εφοβούμεθα μην αποτύχωμεν. Ένα πρωί, μετά το τσάι και ενώ ακόμη εκαθήμεθα περί την τράπεζαν, εγώ, η σύζυγος και η κόρη μου, μία αράχνη, αφεθείσα εκ της οροφής και κρατουμένη από το σχεδόν αόρατον νήμα της ως αυτοδίδακτος σχοινοβάτης, κατέβη και εκάθησεν, ελαφρά ελαφρά, επί της κόμης της θυγατρός μου! Εγώ μόνος αντελήφθην το πράγμα, εκλαβών δε ως αίσιον τον οιωνόν, είπα της κόρης μου να μη κινηθή. Το έντομον, αφού έμεινε ολίγον επί της κεφαλής της, ανέβη, διά του αυτού εναερίου δρόμου, εις την οροφήν. Εξήγησα ευθύς το φαινόμενον εις την οικογένειαν, ήτις πολύ συνεκινήθη. Την αυτήν εκείνην βραδειάν, ο φίλος μας ο προξενητής ήλθεν εις το σπίτι με τον γαμβρόν και την επιούσαν εγένοντο επισήμως οι αρραβώνες της κόρης μου, μ' αυτόν, τον και σήμερον συζυγόν της.»

Η διήγησις έκαμεν εντύπωσιν εις όλους μας και ητένισεν ο είς τον άλλον επί τινας στιγμάς εν σιωπή. Κατόπιν ήρχισεν εκ νέου η συζήτησις, αι παρατηρήσεις και τα σχόλια, αφού δε το θέμα εξηντλήθη, έμεινε καθένας με την γνώμην του, όπως συχνά συμβαίνει εις τας συναθροίσεις, ή Βουλαί καλούνται αύται, είτε Σύλλογοι, ή όπως άλλως. Των προληπτικών η γνώμη ενισχύθη έτι μάλλον, ενώ ο φιλοσοφών σκεπτικός μας έμεινεν εις την πρώτην ιδέαν του, αποκαλών τα τοιαύτα συμπτώσεις απλάς.

Εν τούτοις είχε σημάνη η ενδεκάτη, το τέιον διεδέχθη πρόχειρον δείπνον από διάφορα ορεκτικά, εκενώθησαν και τίνες φιάλαι ξένου και εντοπίου οίνου και οι φίλοι μας ηυχήθησαν κατευόδιον και ευτυχή επάνοδον.

— Να μας έλθης διπλός, είπε τις.

— Δεν βαρυέσαι, αντέκρουσεν άλλος· δίδεται ζυγός επαχθέστερος από τον της συζυγίας; Ενώ μόνος του ένας . . . Και παρ' ολίγον να τονίση ύμνον εις την ελευθερίαν.

Και επί του ζητήματος τούτου νέαι πάλιν συζητήσεις.

Η περί γάμου ιδέα είχεν έλθη εις εμέ προ πολλού, χωρίς όμως να λάβω απόφασίν τινα ωρισμένην. Εσκεπτόμην απλώς περί τούτου, θα προέβαινα δε εις ωρισμένον τι διάβημα, αν παρουσιάζετο κατάλληλος ευκαιρία.

Αίφνης ηκούσθη η φωνή του γέροντος Φ.

— Παιδιά, είπε, θέλετε, πριν αποσυρθήτε, ν' ακούσετε μίαν άλλην ιστορίαν ανάλογον με την προηγηθείσαν;

— Προθυμότατα, εφώναξαν όλοι μ' ένα στόμα.

— Είνε όμως ολίγον τραγική αυτή!

— Τόσω καλλίτερα, είπεν ο φιλόσοφός μας. Άλλως τε, επρόσθεσε, ούτε τραγικά, ούτε κωμικά συμβάντα υπάρχουν· είνε όπως τα παίρνει καθένας.

— Την ιστορίαν, την ιστορίαν!

Ο γέρων ήρχισε. Και τον ητενίζαμεν κατά πρόσωπον, ακούοντες με προσοχήν, ενώ ο πυρρωνιστής μας εχασμάτο ημικεκλιμένος επί ενός σοφά.

« Ο φίλος μου Π. μικρόν ανθρωπάριον, ολίγον κυρτωμένον, με σώμα ισχνόν, με πρόσωπον ξηρόν αλλά γλυκύ και ήρεμον, ήτο η απλουστέρα και πλέον αφελής φύσις, αφ' όσας εγνώρισα έως τώρα. Ακέραιος, ευθύς, αλλά και εύπιστος πολύ και ασθενής τον χαρακτήρα, ήτο έτοιμος να συγκινηθή εις κάθε ξένην συμφοράν, εις κάθε λύπην ιδίαν ή ξένην, συχνά μάλιστα και με χειμάρρους δακρύων. Τόσον αδύνατοι ήσαν οι δακρυοποιοί του αδένες, όπου και γελών, έχυνεν άφθονα δάκρυα. Είχε μητέρα την οποίαν ελάτρευε και εις την οποίαν έγραφε δις και τρις της εβδομάδος μακρότατα γράμματα, συνέβη δε πολλάκις να μου ειπή, δεικνύων τα ανά τας οδούς γραμματοκιβώτια.

— Τι ευχάριστον πράγμ' αυτό! όσο τα βλέπω, μου έρχεται πάντα να ρίψω μέσα κανένα γράμμα . . . Τοιούτος ήτο παιδί όταν τον εγνώρισα και ο ίδιος έμεινε όταν ηνδρώθη. Ισχυρότερός του εγώ οικονομικώς, τον εβοήθησα εις τας εργασίας του και με ηγάπα πολύ, δεν θα απορήσετε δε όταν σας ειπώ, ότι οσάκις ωμίλει περί των εργασιών μου, ένα μανδήλι δεν τον έφθανε να σπογγίζη τα μάτια του. Υπείκων εις τας προτροπάς της μητρός του, ενυμφεύθη ενωρίς, λαβών ως σύζυγον νέαν ωραίαν μεν, αλλ' ασθενή τον οργανισμόν, μεθ' ης συνέζησε τρία έτη. Εις το τέλος του πρώτου έτους, η γυναίκα του έκαμ' ένα κοριτζάκι και δεν εμπορώ να το ενθυμηθώ χωρίς να γελάσω, ότι μετά τον τοκετόν, καλώς εχόντων των πραγμάτων και χωρίς κανείς να το περιμένη, ο φίλος μου έπεσε λιπόθυμος!

«Μετά δύο έτη ακόμη η ατυχής νέα απέθανεν από φθίσιν. Φαντάζεσθε πώς την έκλαυσεν ο φίλος μου. Εφαίνετο απαρηγόρητος. Ουχ' ήττον μετά δύο έτη, υπείκων εις τας προτροπάς στενού συγγενούς του, ισχυριζoμένου ότι ο Π. ώφειλε να δώση εις το θυγάτριόν του μητέρα, έβαλε κατά νουν να νυμφευθή εκ δευτέρου. Τον απέτρεψα εγώ, αλλ' η επιρροή του συγγενούς του ήτο μεγάλη και αναχωρήσας μετ' αυτού εις την πατρίδα του, επέστρεψε μετά τινα καιρόν νυμφευμένος, κλαμμένος και κατενθουσιασμένος. Ήτο ωραία η σύζυγός του και πολύ νεωτέρα του. Την καλωσύνην και τας λοιπάς αρετάς της διηγείτο συχνά, εννοείται με χειμάρρους πάντοτε δακρύων. Η αλήθεια είνε ότι την ηγάπα παραφόρως, με θέρμην όλως νεανικήν και ως να ήτο αυτός ο πρώτος του έρως. Εκ του γάμου αυτού εγεννήθησαν δύο τέκνα, μετά τριετή όμως συμβίωσιν, η νεαρά σύζυγος ησθένησε και εκρίθη ανάγκη να μεταβή εις την πατρίδα προς αλλαγήν κλίματος. Την συνώδευσεν εκεί ο πατήρ της, μετά έν έτος δε επέστρεφεν υγειεστάτη και αρκετά ευτραφής. Μετ' ολίγον καιρόν το πάχος της κυρίας Π. ηύξησε πολύ. Ο φίλος μου ήτο ευχαριστημένος, όχι όμως και οι συγγενείς και οικείοι προς τους οποίους το πρόωρον εκείνο πάχος τοις εφαίνετο ύποπτον. Και δεν ήργησε να φανή ότι οι τελευταίοι είχον δίκαιον . . . .. Διότι πέντε μήνας μετά το φθάσιμον της νεαράς γυναικός, δεν ηδύνατο πλέον να μένη η ελαχίστη αμφιβολία ως προ την φύσιν του όγκου της. Το πράγμα ήτο σκανδαλώδες. Είς θείος του Π. ήτο μανιώδης και με δυσκολίαν εκρατείτο. Το πράγμα τώρα ελέγετο φανερά και μόνος ο ατυχής μου φίλος ευρίσκετο εις μακαρίαν άγνοιαν. Το απροσδόκητον περιστατικόν μ' ελύπησε πολύ, διότι επρομηνύετο δράμα, η λύσις του οποίου δεν θα ήτο βεβαίως ομαλή· ως εκ των στενών μου δε μετά του Π. σχέσεων, εγώ θα ήμην εκ των πρωτευόντων προσώπων εις τας σκηνάς, αίτινες έμελλον ν' ακολουθήσωσιν.

«Τα πράγματα ήσαν εις αυτό το σημείον, ότε, ένα πρωί ηγέρθην σκυθρωπός, κατόπιν δε συνομιλίας μου με την μαμμήν διηυθύνθην εις την οικίαν του φίλου μου. Ήθελα να ίδω την στάσιν του, το ύφος του, να μάθω επί τέλους, αν υποπτεύη τι. Επλησίασα· η αυλόθυρα ήτο ορθάνοικτη. Εδώ σας παρακαλώ να εντείνετε όλην την προσοχήν σας, διότι αξίζει τον κόπον. Η αυλόθυρα λοιπόν ήτο ανοικτή, ακριβώς δε εις το μέσον εστέκετο ο Π. με το γνωστόν μου, αγαθόν του εκείνο μειδίαμα. Τον ητένισα κατά πρόσωπον, εκείνος δε άρχισε να γελά την φοράν ταύτην μ' ένα γέλωτα εσωτερικόν, ούτως ειπείν, ως προσπαθών να μη εκραγή. Εγώ δεν έβλεπα γύρω μου, μόνον αυτόν παρετήρουν, με κάποιον μάλιστα φόβον, αν και το πρόσωπόν του ήτο αιθριώτατον, ως ουρανός ανέφελος. Του έτεινα την χείρα με σοβαρότατα, εκείνος δε:

— Κύτταξε δα, μα κύτταξε λίγο από πάνω και τριγύρω, με λέγει με τον γέλωτα εκείνον τον εσωτερικόν, όστις, εις την θέσιν που ευρισκόμην, μου εφαίνετο απαίσιος . . . Παρετήρησα παντού και τι νομίζετε να είδα; Υπέρ την ασκεπή κεφαλήν του φίλου μου ήσαν κρεμασμένα δύο μεγάλα κέρατα, δεξιά δε και αριστερά των παραστάδων ήσαν προσηλωμένα ανά δύο άλλα, ακριβώς απέναντι των κροτάφων του . . . Έμεινα κατάπληκτος! Η θέσις αυτή, η κωμικώς απαισία, αντί να μου κινήση τον γέλωτα, μου επροξένησε ρίγος . . . Η αυλεία θύρα με τας παραστάδας της — αντί πλαισίων — στολισμένας με υπερμεγέθη κέρατα και εν μέσω αυτών η ελεεινή μορφή του ατυχούς μου φίλου, όστις εξακολουθεί να γελά, προκαλών με να τον μιμηθώ . . . Γνωρίζων την συμβολικήν έννοιαν των κεράτων, και ότι μόνον μερικά τετράποδα καί τινες σύζυγοι έχουν το προνόμιον να στολίζωνται μ' αυτά, είπα καθ' εαυτόν, ότι βέβαια ο δαίμων της κολάσεως θα εφαντάσθη την εικόνα, διότι σατανική πράγματι ήτο η επίνοια.

Και τον έβλεπα και μ' έβλεπε μειδιών πάντοτε.

— Μα δε γελάς; μου λέγει.

— Επροσπάθησα να μειδιάσω.

« — Ένας χωρικός σήμερα είχε το αμάξι του γεμάτο και τα πήρα φθηνά, με είπεν. Απεφάσισα ν' αγοράσω κι' άλλα γιατί δίνουν κέρδος. Αυτά τα κρέμασα για σημάδι πως αγοράζω. Για συλλογίσου όμως εμπόρευμα που μούτυχε; αι;

Κ' εγελούσε πάντοτε.

Εγώ μόλις τον ήκουα. Εσκεπτόμην, ίσως ήτο πρόσφορος η στιγμή να δοθή ένα τέλος. Δεν ήτο άλλος καταλληλότερός μου και αφού θα τα μάθη μια μέρα, γατί να μην τα μάθη τόρα ευθύς;

— Πάμε μέσα, του είπα έξαφνα.

Και διηυθύνθημεν προς το σπιτάκι του θυρωρού, όστις έλειπεν ευτυχώς.

Εκεί πλησίον εις μίαν γωνίαν υψούτο μέγας σωρός κεράτων.

— Η πραμάτεια, με είπε πάλιν γελών.

Ομολογώ, ότι εκτός της βαθείας λύπης, ησθάνθην και αγανάκτησιν. Η τύφλωσις του φίλου μου με παρώργιζε. Κ' επροτιμούσα να τον ιδώ να θυμώση, να ξεσπάση, παρά να τον βλέπω να γελά ως ο έσχατος των βλακών. Αι σκέψεις αυταί υπεδαύλιζαν ολονέν τον θυμόν μου.

Και τι κάμν' η γυναίκα σου; ηρώτησα αποτόμως.

— Είνε πολύ καλά, με είπε. Είχε κάτι ενοχλήσεις, μα πέρασαν.

— Τώρα πρέπει να ετοιμάζεται.

— Διατί; ηρώτησε.

— Αι, μα προς αύξησιν της οικογενείας, γιατί άλλο;

— Πού ακόμα! . . . με λέγει.

— Πώς πού; του είπα θυμωμένος. Είδες τη μαμμή;

— Την είδα χθες, μου είπε δειλώς. Μα τι έχεις και μιλείς θυμωμένα;

Κατηυνάσθην ευθύς. Του επήρα το χέρι και τον είδα περίλυπος.

Εταράχθη. Δεν ήτο κουτός ο καϋμένος ο Π. αλλά πολύ αγαθός και αφελής.

— Μα τι τρέχει; μου είπε χαμηλά.

— Την είδα κ' εγώ τη μαμμή σήμερα και ό,τι δεν ετόλμησε να πη σε σέ, το εξεμυστηρεύθη σε μένα, του είπα σχεδόν μυστικά, ωσάν να εφοβούμην μη με ακούσουν.

Εταράχθη ακόμη περισσότερον.

— Τι σου είπε; ηρώτησε σιγανά, ενώ η σιαγών του έτρεμε.

Ησθανόμην ότι με κατελάμβανε δειλία, είχα όμως πολύ προχωρήση και η οπισθοδρόμησις ήτο αδύνατος.

— Εξέτασε χθες τη γυναίκα σου και μ' εβεβαίωσε ότι μετά πέντ' έξ μέρες θα γεννήση! . . .

Με παρετήρει, ως να μην εννοούσε . . .

Μετά τινα δευτερόλεπτα με λέγει, και η σιαγών του έτρεμε πολύ τώρα.

— Πώς δηλαδή; . . .

— Μα δεν εννοείς, καϋμένε άνθρωπε;

Η γυναίκα σου είνε μόλις έξ μήνες που ήλθε και . . . Απέστρεψα το πρόσωπον, διότι κάτι μου έσφιγγε τον λαιμόν. Μετ' ολίγον αισθάνομαι το χέρι του φίλου μου να σφίγγη τον ιδικόν μου με δύναμιν έκτακτον.

— Τι μου φεύγεις; λέγε, τελείωνε, με είπεν υποκώφως, προσπαθών να με ιδή κατά πρόσωπον.

Εμάντευσα ότι τα εννόησεν όλα και ησθάνθην άπειρον οίκτον . . . ..

Ήκουα την διακεκομμένην αναπνοήν του και στραφείς τον ητένισα με τα μάτια γεμάτα δάκρυα . . .

Έρριψε τους βραχίονας επάνω μου, ωχρότης νεκρική εχύθη επί του προσώπου του. Έν αχ! εξήλθε του στόματός του και έπεσεν εις τας αγκάλας μου λιπόθυμος . . .

Ο γέρων έπαυσε και επί τινας στιγμάς επεκράτησε σιωπή· το δραματικόν τέλος της διηγήσεως μας είχε ταράξη ότε κάποιος μας είχε είπε:

— Τώρα τον επίλογον, να τελειώσωμεν. Αλλ' ακριβώς την στιγμήν εκείνην ηκούσθη μέγας θόρυβος εις τον διάδρομον, αμέσως δε η θύρα ηνοίχθη με πάταγον και εις το δωμάτιον εισήλθε ή μάλλον εισώρμησε ο οικοδεσπότης μου. Άνθρωπος όσον καλός και μειλίχιος νηστικός, τόσον σκαιός και θορυβώδης και ανοικονόμητος μεθυσμένος. Και ήτο στουπί αυτήν την φοράν. Ώρμησε και μ' ενηγκαλίσθη.

— Φεύγεις, εφώναξε τραυλιζων. Εσύναξες τόσο καλή συντροφιά κ' εγώ τίποτα, αι;

Και αφήσας εμέ, εστράφη προς τους συντρόφους μου· αλλά το δωμάτιον ήτο κενόν. Οι φίλοι μου που τον εγνώριζαν κάλλιστα, ετράπησαν αυτοστιγμεί εις φυγήν, εκτός, εννοείται του Φ. Ο οικοδεσπότης ώρμησεν εις καταδίωξίν των, αλλά σκοντάψας εις το κατώφλιον της έξω θύρας κατέπεσε βλασφημών. Αυτό το επάθαινε συχνά. Ημείς διετάξαμεν να κλείσουν, εσβέσαμεν το φως και κατεκλίθημεν.

II

Την επιούσαν εις τας πέντε το πρωί ήμεθα και οι δύο ενδεδυμένοι. Εγώ ετοποθέτησα επιμελώς εντός μαρσίππου μερικά ενδύματα, προ πάντων ασπρόρρουχα, τα εσκέπασα όλα μ' ένα σινδόνι και τον εκλείδωσα. Οι ταχυδρομικοί ίπποι είχαν ζευχθή και το έλκηθρον. Εροφήσαμεν εν βία ανά δύο ποτήρια τεΐου, εγώ έδοσα τας τελευταίας διαταγάς εις τον υπηρέτην μου, ζωσμένοι δε και γαντωμένοι και οι δύο, εξήλθομεν και ετοποθετήθημεν εντός του ελκήθρου, στηρίζοντες τα νώτα επί προσκεφαλαίων. Ο αμαξάς μας εκάθησεν επί του εδωλίου του, επήρε τα ηνία και παρώτρυνε τα άλογα διά του συνήθου «νου, στο Θεό.» Αυτά έκαμαν μίαν προς τα εμπρός κίνησιν, το έλκηθρον έτριξε δις, τρις και εκυλίσθη επί της απαλής χιόνος.

Μετά δύο ώρας ο ήλιος ήτο υψηλά. Είνε εκτάκτως μαγευτική η θέα του χιονισμένου κάμπου υπό τας ηλιακάς ακτίνας και μόνον ότι κουράζει την όρασιν η ατελεύτητος εκείνη λευκότης. Όλα κάτασπρα και υψώματα και κοιλάδες, πού και πού δε μόνον διακρίνεις μελανάς κηλίδας· είνε χαμόδενδρα ή χόρτα ξηρά τα οποία δεν έφθασε να θάψη το χιόνι και επί των οποίων ευχαρίστως αναπαύεται το μάτι του οδοιπόρου.

Το ψύχος ήτο μέτριον. Εταξειδεύσαμεν άνευ επεισοδίου τινός και προς το εσπέρας εφθάσαμεν εις Ταϊγάνι, απέχον υπέρ τα εκατόν βέρστια της Μαριουπόλεως, του τελικού σκοπού του ταξειδίου μου.

Απεχαιρέτισα τον συνταξειδιώτην μου, μεταβάντα παρά τη οικογενεία του, εγώ δε κατέλυσα εις ξενοδοχείον.

Την επιούσαν εξύπνησα ενωρίς, επειδή δε έπρεπε να εξέλθω προς επίσκεψιν μερικών φίλων, η πρώτη μου φροντίς ήτο να ενδυθώ καταλλήλως. Και λοιπόν εγονάτισα ημίγυμνος προ του μαρσίππου μου, τον εξεκλείδωσα, τον ήνοιξα και τι νομίζετε να είδα; Ακριβώς εις το μέσον της σινδόνος, ήτις εσκέπαζε τα εν τω κιβωτίω φορέματα, εκάθητο ακίνητος μία αράχνη πρώτου μεγέθους! Έμεινα κατάπληκτος. Η διήγησις του γέροντος Φ. ήτο ζωηρά εις την μνήμην μου κ' έβλεπα την αράχνην, ακίνητος, εκπεπληγμένος, αν θέλετε δε, και μέ τινα δεισιδαίμονα φόβον! Αλλ' άμα παρήλθεν η πρώτη έκπληξις, άρχησα να σκέπτωμαι, διατί ευρέθη εκεί η αράχνη και προπάντων, πώς εμβήκε; Τα φορέματα είχα τοποθετήση και τυλίξη με το σινδόνι εγώ αυτός και ο ίδιος εκλείδωσα τον μάρσιππον. Μήπως η παρουσία του εντόμου ήτο και δι' εμέ οιωνός;

Ήμεθα και οι δύο ακίνητοι και η αράχνη και εγώ επί τινα λεπτά. Επί τέλους επήρα το σινδόνι με προσοχήν από τα τέσσαρα άκρα, το ετίναξα εις μίαν γωνίαν του θαλάμου, όπου η αράχνη συνεσπειρώθη . . . ..

Μετά τρεις ημέρας ήμην εις Μαριούπολιν, μετά ένα μήνα δε, τη μεσολαβήσει σεβαστού μου φίλου, ετέλουν τους αραβώνας μου, και μετά τρεις μήνας ενυμφευόμην . . .

Την άνοιξιν του ιδίου έτους μετέβην εις Γ . . . διπλός, κατά την ευχήν των φίλων μου, οίτινες με συνεχάρησαν εγκαρδίως, εις πρώτην δε συνάθροισίν μας τοις αφηγήθην το με την αράχνην επεισόδιον.

— Τι λες, φιλόσοφέ μου; ηρώτησε τον σκεπτικόν μας ο γέρων Φ.

— Δεν αλλάζω γνώμας εγώ, είπεν εκείνος . . .

— Και κάμνεις καλά· μ' αυτόν τον τρόπον σώζεις την φήμην σου ως φιλοσόφου, ανταπήντησεν ο Φ.

— Με την αράχνην όμως κύριε Φ. είπε κάποιος, δεν εμάθαμεν το τέλος της ιστορίας των κεράτων.

— Αλλά μόνον περί προλήψεων επρόκειτο, είπεν ο Φ.

— Αδιάφορον, θέλομεν το τέλος.

Ιδού λοιπόν με ολίγας λέξεις. Όταν ο Π. εβεβαιώθη περί της συμφοράς του, ηκολούθησαν σκηναί σπαραξικάρδιοι. Η σύζυγός του πράγματι μετά τινας ημέρας έφερεν εις φως έν αγοράκι. Ο Π. δεν είχε το θάρρος να εισέλθη εις τον κοιτώνα της.

Έκλαιε και εκόπτετο, όταν δ' εκείνη ανέλαβε, τον προσεκάλεσε και έπεσεν εις τους πόδας του οδυρομένη. Ήτο θύμα αγρίας επιθέσεως ενός εξαδέλφου της — Ο φίλος μου επείσθη, αλλά και μ' εσυμβουλεύθη τι να κάμη, και εγώ δε του είπα ότι εις αυτά συμβουλαί δεν χωρούν και τον ηρώτησα αν έχη την δύναμην να τιμωρήση; — Με τι τρόπον; με είπε. Με αποβολήν απήντησα.

— Ποτέ! απεκρίθη· δε θα μπορούσα να ζήσω.

— Τότε, του είπα εγώ, πρέπει να συγχωρήσης.

Αυτό και έκαμε ο καϋμένος ο φίλος μου, δειχθείς μεγαλόφρων! Και δεν είχε άδικον. Ουδέποτε πλέον του εδόθη η παραμικρά αφορμή παραπόνου κατά της συζύγου του.

Τα σχόλια δεν έλειψαν και επί του ζητήματος τούτου. Το εβασάνισαν ποικιλοτρόπως, χωρίς εννοείται να το λύσουν.

Μετά τινας ημέρας ο γέρων Φ. με λέγει.

— Δε ξέρεις δα· σήμερα ωμίλησα διεξοδικώς με τον σκεπτικόν μας περί προλήψεων και μου εφάνη πως άρχισε ν' αλλάζη γνώμην.

Πώς; ηρώτησα.

— Εσυζητήσαμεν πολύ· του επολέμησα μ' επιμονήν τας ιδέας και κατώρθωσα να του αποσπάσω την ομολογίαν ότι αυτά είνε εκ των ανεξήγητων. Προφανώς η αράχνη και τα κέρατα του ετάραξαν πολύ τους φιλοσοφικούς κύκλους! Καλό κι' αυτό.

Ο ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΣ

— Και πώς τα πάμε, Σοφοκλή;

— Ωραία, εξαίρετα!

— Και σαντί δουλιές έχομε τώρα στο χέρι;

— Πολλές και διάφορες. Και πρώτον, μ' εννόησες, ο Μικάκος εκατάβηκε εις της 270 χιλιάδες, τον όρον του αγοραστού και μεθαύριο θα πάω τα χαρτιά. Έπειτα το σπίτι εκείνο της οδού Αιόλου, μ' εννόησες, παίρνει κ' αυτό τέλος σημεραύριο. Έχω ένα μικρό δάνειο που υπογράφεται τη Δευτέρα, ένα συνοικέσιο σχεδόν τελειωμένο και άλλο στην αρχή με πολλές ελπίδες και . . . άκουσε τώρα, μ' εννόησες, τα σχέδια μου. Μόλις που τελειώσω τη μεγάλη δουλιά του Μικάκη, θα . . .

Προβλέπων την συνήθη ραγδαίαν φλυαρίαν του φίλου μου, τον διέκοψα.

— Μα δε μου λες, το ανθρακωρρυχείο εκείνο. . .

— Μπερμπαντιές, φίλε μου μα ευρήκα τώρα άλλον αγοραστή, σωστό άνθρωπο και. . .

— Δεν τον αφήκα να τελειώση.

— Θυμάσαι; το είχες τελειωμένο . . .

— Μα τι να κάμης με τους ψεύτες; Τώρα όμως, μ' εννόησες, δεν μου φεύγει, γιατί έλαβα μέτρα.

— Τουλάχιστον κύτταξε αυτά που κρατείς τώρα να μη σου φύγουν.

— Αυτό ούτε να λέγεται· τα χρήματ' αυτά τάχω στο χέρι. Και ξέρεις το σχέδιό μου;

— Θα είν' εκείνο το περυσινό.

— Ναι, μα τώρα τέλειωσαν τα ψέμματα ευθύς που πάρω τον παρά, με εννόησες . . .

Την στιγμήν εκείνην εφάνη ερχόμενος ο πολιτευτής Σ . .

Ο φίλος μου με αφήκεν ευθύς.

— Προχώρει, μου είπε και σε φθάνω. Και έτρεξεν εις συνάντησιν του πολιτευτού.

***

Γνωριζόμεθα προ ετών με τον Σοφοκλή. Είνε πεντηκοντούτης περίπου, υψηλός, λιπόσαρκος, μακροσκελής, ολίγον ωχρός, μ' ένα κεφαλάκι μικρό, με κρανίον αποψιλωμένον και στίλβον, ελαφρώς ταλαντευόμενον εις κάθε του βήμα. Ευθυτενής, βαδίζει με τα χέρια συνήθως εντός των θυλακίων του τριμμένου, του πολλά και διάφορα ιδόντος και δοκιμάσαντος πανταλονίου του. Το αληθές είνε ότι και το σακκάκι του δεν έχει με τι να καυχηθή, θα είχε δε τουναντίον πολλά τα δραματικά να ιστορήση, αν είχε στόμα. Μόνον ο κολλάρος και ο λαιμοδέτης του είνε νωπά πάντοτε και ανεπιλήπτου λευκότητος. Άγαμος, έχει μόνον συγγενείς πλαγίους και φίλους απειραρίθμους και συμβαίνει, ποτέ μεν να γευματίζη εις της εξαδέλφης, άλλοτε να δειπνή εις του ανεψιού και να ξενυκτίζη εις της κουμπάρας του, ουδέποτε δε, ουδέ οι στενώτεροί του, έμαθον το οίκημά του. Τίμιος, αγαθός, ευπροσήγορος, αστείος, πολυλογάς, επαγγέλλεται . . . όχι ωρισμένον τι, αλλά παν ό,τι του δίδει αφορμήν να ομιλή και να τρέχη, αδιάφορον αν τρέχη κατόπιν σκιάς, την οποίαν εκλαμβάνει ως πραγματικότητα! Εύπιστος, αισιόδοξος, δεν ταράσσεται διόλου εκ των αποτυχιών του των αλλεπαλλήλων. Και τρέχει και σχεδιάζει αδιάκοπα.

***

Ιδίως τον απασχολούν τα πολιτικά της πατρίδος, μάλιστα τα εσωτερικά. Αφωσιωμένος εξ ολοκλήρου εις έν κόμμα, μισεί και περιφρονεί πάντας τους αντιθέτους, αυτά τα καθάρματα, τους λυμεώνας, τους τενεκέδες, τα κοθόνια, τους διαφθορείς, τους . . . και αρχίζει ραγδαίον υβρεολόγιον κατά των πολιτικών αντιπάλων, παρμένον από το τελευταίον φύλλον ομοφρονούσης εφημερίδος, γραμμένον εις το νέον, το ελευθεριάζον ιδίωμα, το οποίον δεν παραδέχεται κανένα φραγμόν. Έχει πάντοτε πλήρες το θυλάκιον εγγράφων και το κεφάλι γεμάτο σχέδια, τα οποία περιμένουν την εφαρμογήν των. Θα πωλήση, θα ενοικιάση, θα υπανδρεύση, θ' αρραβωνίση, θα συνδυάση, θα συμφιλιώση, θα κάμη θα δείξη . . . Λέγει, λέγει αδιάκοπα, με ευγλωττίαν, πειστικώτατα και αφού σε περιφέρει ανά τας σκολιάς και λαβυρινθώδεις ατραπούς των σοφώς πάντοτε χαραγμένων σχεδίων του, τα οποία οσονούπω, μετ' ολίγον, λαμβάνουν οστά και σάρκα καταλήγει, μετά πολλούς δισταγμούς και ταλαντεύσεις, (διότι είνε λεπτότατος) εις την εκλιπάρησιν . . . αλλ' εδώ, ας επιτρέψη ο αναγνώστης να σιωπήσω, χάριν της πλέον λεπτής, της πλέον ευθίκτου αφ' όσας εγνώρισα, φιλοτιμίας . . .

Περιπατητής ακούραστος, ευρίσκεται πάντοτε εις κίνησιν, εκτός των ωρών οπού εξοδεύει εις του Ζαχαράτου, εις την ανάγνωσιν των εφημερίδων του κόμματος, διότι τας άλλας ούτε τας πιάνει σ' το χέρι. Εκεί θα πολιτικολογήση, θ' αστειευθή με τους φίλους, εις τους στενωτέρους των οποίων αποκαλύπτει τα σχέδιά του. Και έχει τοιαύτα έτοιμα πάντοτε. Διότι, δεν προφθάνει να ναυαγήση έν, όπου καταστρώνει άλλο, αν δε, έως τώρα μόνον ναυάγια έχει να διηγήται, τούτο αποδοτέον εις μόνην την κακοδαιμονίαν του.

***

Ευέξαπτος εις τας πολιτικάς και κοινωνικάς εν γένει συζητήσεις, δεικνύει έν είδος απαθείας δια παν ό,τι αφορά εκ του πλησίον αυτόν τον ίδιον. Εξάπτεται και χειρονομεί και κόπτεται συζητών επί ώρας με φίλους ευτυχείς και χορτασμένους, ενώ πολλά σημεία δεικνύουν ότι αν τυχόν εγευμάτισε την ημέραν εκείνην, δεν θα έφαγε βέβαια ούτε φασιανούς, ούτε πέρδικας και είνε μάλιστα ζήτημα αν έφαγε αρκετά. Πάσαν όμως του στομάχου του διαματυρίαν ηξεύρει να κρύπτη υπό το πλέον αξιοπρεπές μειδίαμα και εις τρόπον ώστε να σε πείθη ότι τουλάχιστον εγευμάτισεν εις την «Μινέρβα», ενώ το πιθανώτερον είνε να εγεύθη εις κανένα πατζατζίδικο αντί 30 λεπτών.

***

Είχε μείνη άγαμος από πείσμα, με είπε· «θα ήμουν 26 — 27 ετών νέος και καθώς ήμουν κομψός (μη με βλέπης τώρα) πολλές μητέρες και πολλές νέες μ' εκυνήγησαν. Εγώ δεν επρόσεχα, όταν, μ' εννόησες, μια μικρούλα, κόρη χήρας στρατιωτικού, ωραιοτάτη, μ' εμάγεψε. Ωρκίσθηκα ευθύς πως θα γείνη δική μου. Από το μέρος της κόρης εφάνη μεγάλη προθυμία, αν και πολλοί άλλοι την εποφθαλμιούσαν^ ωμίλησα με την μητέρα, η οποία, μ' εννόησες, με άκουσε με πολλήν ευμένειαν και χωρίς να προσέχη εις τους άλλους λατρευτάς, της είπα πως έχομεν να ζήσωμεν, εν ενί λόγω, μ' εννόησες, της εχάραξα τα σχέδιά μου διά το μέλλον, τα οποία ευρήκε μεγαλοπρεπή. Έξαφνα ένα πρωί μανθάνω ότι την προτεραίαν η άπιστη αυτή είχε στεφανωθή μ' ένα έμπορον, ένα κοθόνι, έναν . . . Τόσω μ' επείραξε που δεν επρόσεξα πλέον εις γυναίκα . . . »

***

Εις τον περίπατον, μια πρωινή, συνηντήθημεν μ' ένα νέον καλού εξωτερικού, όστις μας εχαιρέτισε με πολλήν ευγένειαν.

— Τι κάνεις Παναγιώτη; τον ερώτησεν ο Σοφοκλής. — Καλά, κυρ Σοφοκλή· κάτι δε φαινόσαστε απ' το μαγαζί;

— Δουλιές, Παναγιώτη μου. — Και πώς πάτε; Είστ' ευχαριστημένος; — Καλά, καλά, κ' εσύ;

— Ωραία, μη μας ξεχνάτε· χαίρετε! είπεν ο Παναγιώτης — Γειάσου. Και ο νέος απεμακρύνθη εσπευσμένως.

— Ξέρεις ποιος είν αυτός; Είπεν ο Σοφοκλής· Είνε πατριωτάκι μου. Προ έξ χρόνια ήλθεν απ' την πατρίδα, μ' εννόησες, ίσα σε μένα, γιατί ήμαστε σαν αδέλφια με τους γονείς του. Εγύρευε δουλειά και τον εσύστησα σ' ένα καλό μέρος. Δραστήριο παιδί, φρόνιμο, με νου, δεν άργησε να συνάξη μερικά λεπτά και τώρα είνε δυο χρόνια που έχει ιδικό του μπακάλικο και μικρό καπελιό. Θετικό παιδί καθώς είνε, θα προοδεύση πολύ. Και ο καϋμένος θυμάται την καλωσύνην και . . . μ' αγαπά, είπε μετά τινα δισταγμόν ο Σοφοκλής.

Η ιστορία ήτο αληθινή, ως επληροφορήθην κατόπιν. Ο Σοφοκλής είχε αξιοπρέπειαν αλλ' ηναγκάζετο ενίοτε να προσφεύγη υπό την σώτειραν στέγην του καλού νέου, εις περιστάσεις, εννοείται, κρισίμους και μόνον οσάκις η βροχή των ατυχημάτων επήρχετο ραγδαιοτέρα. Εις αντάλλαγμα παρείχεν αφειδώς και εις τον νέον τας συμβουλάς του, τηρών όλην την αξιοπρέπειαν και την ευγενή στάσιν του αλησμονήτου ιππότου της ελεεινής μορφής.

Γνωρίζεται με πολλούς, πολιτευομένους, μέ τινας των οποίων έχει πολλήν οικειότητα και προς τους οποίους — τους ομόφρονας εννοείται — αποδίδει εκ διαλειμμάτων μικράς τινας υπηρεσίας αφιλοκερδώς και μόνον δια να έχη να τα διηγήται κατόπιν. Λέγει συχνά ότι είνε κακοδαίμων, χωρίς όμως δι' αυτό ν' απελπίζεται· απ' εναντίας, κύριόν του χαρακτηριστικόν είνε η αισιοδοξία, φθάνουσα μέχρι παιδικής αφελείας, διά να μη μεταχειρισθώ προσβλητικώτερον δι' αυτόν όρον. Βλέπων κανείς την πενιχράν του περιβολήν και συγκρίνων αυτήν προς την αξιοπρεπή του στάσιν, τον εκλαμβάνει ως αρχαίον στωικόν, ενώ κατά βάθος δεν είνε διόλου αδιάφορος εις τα εγκόσμια θέλγητρα και, ως οι πλείονες των θνητών, ονειρεύεται και αυτός την εκπλήρωσιν τούτου ή εκείνου του πόθου. Και ομιλεί συχνά περί των ονείρων του αυτών των χρυσών, περί των διακαών πόθων του, με χρώματα μάλιστα ποιητικά (χρώματα πολύ ανοικτά, πολύ κτυπητά καθό παρμένα από το κουτάκι της παλαιάς τέχνης), αδιάφορον αν η μεταβολή επέλθη μετ' ολίγον απότομος, όταν πρόκειται να χωρισθήτε και είνε μάλιστα μεσημβρία· σου εξακοντίζει τότε βλέμματα λίαν εύγλωττα, ουδέν όμως έχοντα το ποιητικόν, μ' όλους τους αγώνας του να τηρηθή η αξιοπρέπεια. Και μετά τινας πάντοτε ελιγμούς και περιστροφάς, χάριν της πασχούσης φιλοτιμίας, τίθεται εις χρήσιν η μέθοδος εκείνη την οποίαν, η προς τον φίλον οφειλομένη αβρότης με αναγκάζει να παρασιωπήσω.

***

Έν' απόγευμα εκαθήμεθα προ μικράς τραπέζης εις έν από τα τελευταία ζυθοπωλεία των Πατησίων. Ο Σοφοκλής ήτο ευθυμότερος του συνήθους. — Βλέπεις εκεί κάτω — μου λέγει, ενώ ερρόφα την δευτέραν του μπίραν — το σπιτάκι εκείνο, στα δένδρα μέσα; Εκεί ήμουν χθες κ' εσυμφωνούσα με την οικοκυρά να μου το νοικιάση για το καλοκαίρι· τι έχει να γείνη εκεί μέσα, θα μάθης και θα ιδής τι πράγμα είν' ο Σοφοκλής, γιατί η τύχη δεν θέλησε ακόμα να τον γνωρίσης. Και μου εζωγράφισε μ' ελκυστικώτατα χρώματα τον μακάριον βίον όπου θα διηρχόμεθα εκεί, συντρόφους έχοντες των πτηνών τα κελαδήματα και της αύρας τους ψιθυρισμούς, κατόπιν, εννοείται, των άλλων, υλικοτέρων απολαύσεων, άνευ των οποίων, τα άυλα εκείνα, τα ασύλληπτα, αποβάλλουν πολύ, ως γνωστόν, του φυσικού των θελγήτρου. — Λίγη υπομονή — επρόσθεσεν ο φίλος μου. Και διατεθείς έτι μάλλον ευθυμότερον, μου διηγήθη δύο τρεις ιστορίας απνευστεί, την μίαν κατόπιν της άλλης, επί των πολιτικών της ημέρας.

Τον έβλεπα διηγούμενον κ' εδοκίμαζα ταυτοχρόνως δύο αντίθετα αισθήματα. Απορίαν μεγάλην διά την αισιοδοξίαν του, ήτις ουδέποτε τον είχε δικαιώση και ένα είδος οίκτου διά την πενιχράν περιβολήν. ήτις εκάλυπτε μίαν τόσον ευγενή ύπαρξιν. Ήσαν όλα του παρατριμμένα . . . Εκείνη μάλιστα η ρεπούμπλικά του, στενή εις την νεότητά της, διεστάλη περί το κρανίον, εκ της πολυχρονίου χρήσεως, και προσέλαβε σχήμα χαμηλής πυραμίδος, πολλαχού πεπιεσμένης και της οποίας οι παντοειδείς μώλωπες, διελάλουν ευγλώττως τα βάσανά της. Απεχωρίσθημεν αργά.

***

Έξαφνα τον έχασα· παρήλθεν ολόκληρος εβδομάς χωρίς να τον ιδώ· τι ευχή! αρρώστησε; Έπειτα εκείναι αι υποθέσεις, όλαι, ή μέρος αυτών τι απέγειναν; ή μήπως πάλιν υπερίσχυσεν η κακοδαιμονία του φίλου μου; εσκεπτόμην και δεν ήξευρα τι να υποθέσω. Ηρώτησα κάποιον φίλον του, έμπορον ψιλικών, όστις επίσης τον εσυμπαθούσε και του επρομήθευε τους κολλάρους και τους χρωματιστούς λαιμοδέτας του επί αορίστω, εννοείται πιστώσει, αλλά και αυτός δεν τον είχεν ιδή προ πολλού. Ήμην εις αυτάς τας σκέψεις, ότε τον βλέπω ένα πρωί εις την οδόν Σταδίου ερχόμενον, ή μάλλον τρέχοντα κατ' επάνω μου. Μ' επλησίασε. — Το απόγευμα εις του Ζαχαράτου, μου λέγει. Έχω πολλά . . . Και εξηκολούθησε τον δρόμον του τρέχων.

Πράγματι μετά το γεύμα συναντήθημεν. Το πρόσωπόν του ήτο αίθριον, ωσάν ανέφελος ουρανός. Έσπρωξε το κάθισμά του προς το ιδικόν μου, έκλινε πλαγίως προ εμέ και μου είπε χαμηλοφώνως, διά να μην ακούσουν οι παρακαθήμενοι. — Απόψε υπογράφεται το συμβόλαιον της μεγάλης υποθέσεως και αύριον πρωί τα δυο άλλα, ώστε αύριον το απόγευμα, εις τας τρεις να πας εις την μπυραρία μας και να με περιμένης. Το σπιτάκι εκείνο το έπιασα, και μεθαύριο κουβαλιούμαι. Επί τέλους . . . Επρόσθεσε· και στεναγμός ανακουφίσεως εξήλθε του στήθους του. Ανέπνευσα κ' εγώ μαζή του και τον συνεχάρην, διότι αυτήν την φοράν κατώρθωσε να μου εμφυτεύση αρκετόν μέρος της αισιοδοξίας του.

Την επιούσαν κατά την ορισθείσαν ώραν, ήμην εις το ζυθοπωλείον κ' επερίμενα. Δεν ειξεύρω όμως διατί, έπαυσα αίφνης να είμ' ευχαριστημένος. Είχα κάτι προαισθήματα, τα οποία εις μάτην εζητούσα ν' αποδιώξω. Κάποια μυστηριώδης φωνή μου έλεγεν ότι περιμένω αδίκως. Πράγματι, επλησίαζε να δύση ο ήλιος, ότε απεφάσισα ν' αφήσω το ζυθοπωλείον. Μόνος και μελαγχολικώς βαδίζων, εισήλθα εις την πόλιν, καταρώμενος τον κακόν δαίμονα του καϋμένου του Σοφοκλή.

***

Αυτήν την φοράν τον έχασα εντελώς. Τον εζήτησα ματαίως εις διάφοοα μέρη· πουθενά δεν εφαίνετο. Εκρύπτετο, ή έκανε κανένα ταξείδι; προφανώς το τελευταίον κτύπημα το τόσον απροσδόκητον τον είχε ζαλίση. Να ματαιωθούν τόσα όνειρα! και πότε, οπόταν η πραγματοποίησίς των εθεωρείτο βεβαία! Με όλην του την απάθειαν, με όλην του την φιλοσοφίαν ο ατυχής φίλος μου δεν εκρατήθη. Εντρέπετο, φαίνεται και να παρουσιασθή.

Εν τω μεταξύ εγώ ανεχώρησα εκ της πρωτευούσης δι' υποθέσεις μου και επέστρεψα μετά τεσσάρας μήνας.

Ήσαν παραμοναί βουλευτικών εκλογών και ο κόσμος ήτο εις κίνησιν. Ενθυμούμαι, έν απόγευμα Κυριακής, πυκνοί όμιλοι πολιτών συνηθροίζοντο εις τας πλατείας συζητούντες θορυβωδώς. Είχα χωθή και εγώ, ακουσίως μου, εις ένα όμιλον και επροσπαθούσα να διολισθήσω, να γλυτώσω, ότε ακούω οπίσω μου γνωστήν φωνήν. — Μάλιστα, κύριοι, εν πρώτοις, μ' εννόησες, ο συνδυασμός αυτός είνε, μ' εννόησες, κάκιστος, επειδή . . .

Εισεχώρησα πλησίον του ομιλητού και τον έσυρα εκ του άκρου του επενδύτου· εστράφη . . . Δεν περιγράφεται η χαρά του.

— Πώς εδώ; από πού; πότε; είπε· πάμε, πάμε. Και με παρέσυρε μακράν του ομίλου.

Δεν είχε διόλου μεταβληθή. Η αυτή αξιοπρεπής στάσις, το αυτό λεπτόν μειδίαμα και, δυστυχώς η αυτή περιβολή. Το τριβώνιόν του μάλιστα είχε τας χειρίδας πολύ κοντάς, τρανή απόδειξις ότι δεν είχε κοπή επάνω του.

Εκαθήσαμεν έξωθεν καφενείου. Ήτο πολύ ευχαριστημένος που με έβλεπε, αλλά κ' εγώ με πολλήν χαράν τον επανείδα. Είπομεν πολλά περί των ζητημάτων της ημέρας όπου ο φίλος μου, με φλογεράν ευγλωττίαν ην του υπηγόρευον οι κινδυνεύοντες της πατρίδος θεσμοί, επετέθη κατά της αντιπάλου πολιτικής μερίδος, ήτις αφού εθυσίασεν, εις την άμετρον φιλοδοξίαν της, παν ιερόν και όσιον, ζητεί και πάλιν να εισπηδήση εις τα . . . εις την . . . (ο φίλος μου δεν εύρισκε την λέξιν) ως λύκος, μ' εννόησες, αιμοβόρος . . .

Τον διέκοψα.

— Και η δουλιές πως πάνε, Σοφοκλή;

— Λαμπρά! αν και τας αμέλησα ολίγον ένεκα της πολιτικής. Έχω όμως αυτήν, έχω εκείνην, έχω μίαν άλλην . . . Και μου έδωκε διαφόρους λεπτομερείας περί αυτών, ως οσονούπω περατουμένων, προσθέσας εν τέλει — Μίαν άλλην ώραν τα λέμε καλλίτερα. Και αλλάξας αποτόμως θέμα, εχώθη εις ένα πολιτικόν λαβύρινθον αδιέξοδον, εις τον οποίον με παρέσυρεν ακουσίως μου και από τον οποίον είδα κ' έπαθα να γλυτώσω.

Ήτον πολύ αργά όταν εχωρίσθημεν.

***

Τον απαντώ και τώρα ενίοτε, δεν έχωμεν όμως τας πρώτας στενές σχέσεις. Βαδίζει ευθυτενής, αξιοπρεπής, με το στερεότυπον μειδίαμα επί των ωχρών του χειλέων, με τας χείρας εις τα θυλάκια της οικτράς του περισκελίδος, με κενόν, πιθανώς τον στόμαχον, αλλά με γεμάτην βεβαίως την κεφαλήν από σχέδια.

Η ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ

ΟΛΙΓΟΝ αργά — διότι είχεν υπερβή τα σαράντα — εσκέφθη να υποδουλωθή. Είνε αληθές ότι το εσκέφθη εδώ δεν έχει τον τόπον του, ότι είνε τρόπος του λέγειν πλημμελής, διότι, τις υποδουλώνεται κατόπιν σκέψεως; Πάντοτε ο ζυγός είνε ακούσιος, κατά συνέπειαν μισητός και παράδειγμα ο ζυγός όλων των υπό δουλείαν λαών, οίτινες μάχονται διά να θραύσουν τας αλύσσεις των και το ιδικόν μας λόγιον, οπού κατήντησε πλέον αξίωμα· «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.» — Υπάρχει μόλαταύτα, διαφορά μεταξύ ζυγού και ζυγού, μεταξύ εκουσίου και ακουσίου δουλείας. Υπάρχει ζυγός επαχθής, δουλεία μυσαρά, αλλά και ζυγός γλυκύς, δουλεία επιθυμητή, καθώς δα είνε γνωστότατον. Διά να πιστωθή έτι άπαξ ότι δεν υπάρχει κανών χωρίς εξαίρεσιν. Μήπως δεν αγαπούν όλοι το φως; Είνε ο γενικός κανών. Κατ' εξαίρεσιν όμως υπάρχουν και οι αρεσκόμενοι εις το σκότος, τοιούτοι δε είνε οι απόλυτοι δεσπόται, τα νυκτερόβια πτηνά, και όλοι οι κλέπται των καρδιών και των βαλαντίων.

Αυτά όλα τα θεωρήματα τα εγνώριζε κάλλιστα και ο ήρως μου, όστις, αν και θερμός της ελευθερίας λάτρης, έστερξεν όμως να υποδουλωθή, να υπογυναικωθή τουτέστι, ως θα εννόησες βέβαια, έξυπνε αναγνώστα μου, και αν έκλινες ήδη την κεφαλήν υπό τον ζυγόν αυτόν, ή αν διανοήσαι να τον υποβάλης, όπερ έν και το αυτό. Θα εννόησες και θα εσυμφώνησες μ' αυτά βέβαια, εκτός αν ανήκης εις την αραιάν χορείαν των ανυποτάκτων, των γεροντολεύτερων δηλαδή (οίτινες — εν παρόδω ειρήσθω — αν και επιτηδεύωνται στάσιν αξιοπρεπή, ως όλοι οι ξεπεσμένοι ευγενείς, κλαίουν όμως και οδύρονται κρυφά δια το πάθημά των) εκτός, λέγω, αν ανήκης εις τα γεροντοπαλήκαρα, ότε, κατά τα ειωθότα, η ψήφος σου, ψήφος μειοψηφίας, είνε ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

***

Και συνέβη το πράγμα αίφνης, όλως απροσδοκήτως. Πλούσιος, ανεξάρτητος, μόνος εν τω κόσμω, είχε διαβή όρη και θαλάσσας, χωρίς να δίδη λογαριασμόν εις κανένα. Τι δεν είχεν ιδή, τι δεν είχεν ακούση, με ποίας και ποίας δεν είχε συναναστραφή, πόσων δραμάτων τραγικών ή γελοίων δεν εγένετο μάρτυς, πόσων δε γελώτων ή δακρύων δεν εγένετο αυτός πρόξενος, χωρίς ο χαρακτήρ του ν' αλλοιωθή, χωρίς η φυσική του απάθεια να τον εγκαταλείπη.

Μίαν φοράν μόνον, (και τούτο επικυρώνει έτι μάλλον τους λόγους μας) παρ' ολίγον έπιπτεν εις τας σαγήνας μιας τεχνήτρας, επιτηδείως στηθείσας. Ευτυχώς, την τελευταίαν στιγμήν εννοήσας, από ύποπτά τινα σημεία, πού ευρίσκετο, ετράπη εις φυγήν εκ της οπισθίας θύρας, αφήσας, εν τη σπουδή του, και αυτόν του τον επενδύτην, ακουσίως και εξ ανάγκης υποδυθείς και παίξας το μέρος του σεμνού Ιωσήφ, μέρος διά το οποίον δεν ήτο πλασμένος και το οποίον διόλου δεν του ήρεσκε, ως τούτο συμβαίνει παρ' ημίν εις μερικούς ηθοποιούς, πιεζομένους από απειρόκαλον θιασάρχην προς κοινήν αγανάκτησιν. Μόνον αυτό το μικρόν ολίσθημα είχε πάθει εις τον βίον του, εγκαίρως όμως σταματήσας εις τον κατήφορον.

Ήθελε να λέγεται στωικός· και ήτο πράγματι, τουλάχιστον μέχρι της ώρας εκείνης, καθ' ην, χωρίς καθόλου να το περιμένη, εντός μικράς, μυρωμένης αιθούσης μιας μικράς Κίρκης αγαθής φύσεως (διότι υπάρχουν και μάγισσαι αγαθαί) έγεινε η υποδούλωσίς του . . . υποδούλωσις πλήρης και τελεία, υποδούλωσις άνευ όρων! Αυθόρμητος, ο αλύγιστος ήρως μου προσέφερε την χείρα, ή μάλλον και τας δύο χείρας, εις τας γλυκείας χειροπαίδας, τας οποίας αβρά χειρ ενός αβρού πλάσματος τω έτεινε με μειδίαμα όπου, εκτός της αγάπης, εκείνος θα ηδύνατο να διακρίνη (πριν θαμβωθή εννοείται) και ποιάν τινα δόσιν ειρωνίας. Και πράγματι, η εικών δεν ήτο και ολίγον ταπεινωτική δι' ένα άνδρα ως τον ήρωά μου. Τουλάχιστον η εξωτερική αντίθεσις ήτο λίαν απότομος. Υψηλός, ευρύστερνος, ηλιοκαής, με μαύρον μύστακα, με αδρά εν γένει χαρακτηριστικά και με δύο ή τρεις σειράς ρυτίδων εις το μέτωπον, Ηρακλής, γονυπετής προ των ποδών, μικροσώμου μάλλον, λιγυράς, εικοσιπεντατούς Ομφάλης! Κυρίως όμως ειπείν, εδώ ταπείνωσις δεν υπήρξε, πρώτον διότι, τοιούτου είδους ταπεινώσεις θα έστεργον και οι πλέον υπερήφανοι χαρακτήρες και δεύτερον, το και σπουδαιότερον διά τον ήρωά μου, διότι το πλάσμα, προ του οποίου εταπεινώθη, αφού απέβαλε, κατά καιρούς, δωδεκάδα τουλάχιστον νεανιών γυναικομόρφων, δούλων των θελγήτρων του, παρέδωκεν ανεπιφυλάκτως καρδίαν και χείρα εις αυτόν, τον έχοντα ανδρικά — ολίγον τραχέα μάλιστα, χαρακτηριστικά και ανδρικόν το βήμα.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings