← Table of contents
Αντώνιος και Κλεοπάτρα

Front matter (continued 2)

Michael Damiralis translation

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Καλώς ήλθες, κυρία.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Καλώς ήλθες, αγαπητή κυρία. Η Ρώμη σε συμπονεί και σε αγαπά. Μόνος ο μοιχός και εν ακολασίαις αχαλίνωτος Αντώνιος σε αποπέμπει, όπως παραδώση την μεγάλην αυτού εξουσίαν εις χείρας ποταπής εταίρας, ήτις επισείει αυτήν μετά πατάγου εναντίον ημών.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Είναι αληθή ταύτα, Καίσαρ;

ΚΑΙΣΑΡ. Αληθέστατα. Καλώς ήλθες, αδελφή. Έχε υπομονήν, φιλτάτη. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ζ΄.

Το στρατόπεδον του Αντωνίου παρά το Άκτιον. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Θα μου το πληρώσης, μη αμφιβάλλης.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά διατί, κυρία, διατί, διατί;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν ήθελες να παρευρεθώ εις τον πόλεμον λέγων ότι δεν ήτο πρέπον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αι, καλά, μήπως είναι;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αν δεν υπάρχη ειδική κατηγορία εναντίον μου, διατί να μη παρευρεθώ;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Ημπορούσα τώρα να αποκριθώ πολύ καλά ότι αν εις τον πόλεμον είχομεν τα άλογα μαζί με τες φοράδες, τα άλογα θα ήσαν εντελώς άχρηστα, διότι κάθε φοράδα θα εσήκωνε ένα στρατιώτην με το άλογό του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι λέγεις;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Η παρουσία σου θα ανησυχή κατ' ανάγκην τον Αντώνιον, θα απασχολή την καρδίαν, τον νουν και τον χρόνον αυτού, ενώ θα έχη απόλυτον ανάγκην τούτων. Κατηγορούσιν ήδη αυτόν ως επιπόλαιον και λέγουν εν Ρώμη ότι τον πόλεμον τούτον διευθύνει ο ευνούχος Ποθεινός και αι θεραπαινίδες του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ας καταποντισθή η Ρώμη, και ας σαπίσουν αι γλώσσαι εκείνων, οίτινες ομιλούν εναντίον ημών. Υφίσταμαι κ' εγώ τα βάρη του πολέμου, και ως ηγέτης του βασιλείου μου θα παρευρεθώ ως εάν ήμην ανήρ. Μη αντιλέγης, δεν θα υποχωρήσω.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πολύ καλά, τότε σιωπώ. — Ιδού ο αυτοκράτωρ. (Ο Αντώνιος εισέρχεται μετά του Κανιδίου).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν είναι παράδοξον, Κανίδιε, αναχωρήσας από τον Τάραντα και το Βρενδήσιον να πλεύση τόσω ταχέως το Ιόνιον πέλαγος, και να καταλάβη την Τορώνην; (Προς την Κλεοπάτραν). Το ήκουσες, φιλτάτη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ουδείς πλειότερον του αδρανούς θαυμάζει την γοργότητα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Επίπληξις εύστοχος αρμόζουσα εις τον ανδρειότερον πολεμιστήν επιπλήττοντα ημάς επί νωθρότητι. Θα πολεμήσωμεν και κατά θάλασσαν, Κανίδιε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κατά θάλασσαν; Πώς άλλως;

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Διατί, στρατηγέ;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Διότι μας προκαλεί.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά και συ, στρατηγέ, τον προεκάλεσες εις μονομαχίαν.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Του προέτεινες να πολεμήσετε εις την Φάρσαλον, ένθα άλλοτε επολέμησεν ο Καίσαρ κατά του Πομπηίου· αλλ' απορρίπτει την πρότασίν σου ως μη ωφέλιμον, επομένως πρέπει και συ να πράξης το αυτό.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τα πληρώματα των πλοίων σου είναι ελλιπή, οι δε ναύται είναι ονηλάται και θερισταί εσπευσμένως ναυτολογηθέντες. Ο στόλος του Καίσαρος έχει ναύτας πολλάκις πολεμήσαντας κατά του Πομπηίου· τα πλοία του είναι ελαφρά και ευκίνητα, βαρέα δε και δυσκίνητα τα ιδικά σου. Δεν είναι αίσχος να αρνηθής την ναυμαχίαν, αφού είσαι έτοιμος να πολεμήσης κατά ξηράν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κατά θάλασσαν, κατά θάλασσαν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά τοιουτοτρόπως καθιστάς άχρηστον, ω αρχηγέ, την απαράμιλλον στρατιωτικήν εμπειρίαν σου, διασπάς τον στρατόν συγκείμενον, ως επί το πολύ, εξ εμπείρων πεζομάχων, δεν χρησιμοποιείς τας ομολογουμένας στρατιωτικάς γνώσεις, σου, εγκαταλείπεις την μόνην ασφαλή οδόν και απορρίπτων το ασφαλές και βέβαιον παραδίδεσαι εις την τυφλήν τύχην.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα πολεμήσω και κατά θάλασσαν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έχω εξήκοντα πλοία, προς έκαστον των οποίων ουδέ έν εκ των του Καίσαρος παραβάλλεται.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα καύσωμεν τα πλεονάζοντα και διά των επιλοίπων τελείως εξωπλισμένων θα προσβάλωμεν τον Καίσαρα επιτιθέμενοι κατ' αυτού από του ακρωτηρίου του Ακτίου. Εάν δε αποτύχωμεν (εισέρχεται αγγελιαφόρος), δυνάμεθα να πράξωμεν τούτο κατά ξηράν. Τι συμβαίνει;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Είναι αληθής η αγγελία, στρατηγέ· εδόθη ήδη το σημείον της εμφανίσεως· ο Καίσαρ κατέλαβε την Τορώνην.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είναι δυνατόν να έφθασεν εκεί ο ίδιος; αδύνατον. Παράδοξον να φθάσουν ήδη εκεί αι δυνάμεις του! Συ Κανίδιε, θα διοικήσης τας δέκα εννέα λεγεώνας και τους δωδεκακισχιλίους ιππείς, ημείς δε θα επιβιβασθώμεν επί των πλοίων. (Εισέρχεται στρατιώτης). Ελθέ, Θέτις μου! — Τι τρέχει, παλληκάρι μου;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μη πολεμήσης κατά θάλασσαν, ω γενναίε αυτοκράτορ· μη στηρίξης τας ελπίδας σου εις σαθράς σανίδας. Δυσπιστείς εις το ξίφος μου και τας πληγάς μου ταύτας; Ας πολεμήσουν κατά θάλασσαν οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες· ημείς συνειθίσαμεν να νικώμεν ιστάμενοι επί της ξηράς και πόδα προς πόδα αντιπροτείνοντες.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εμπρός, εμπρός, άγωμεν, (Εξέρχεται ο Αντώνιος, η Κλεοπάτρα και ο Αινόβαρβος).

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μα τον Ηρακλέα, νομίζω ότι έχω δίκαιον.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ναι, στρατιώτα, πλην όλη αυτού η ενέργεια κατά τον πόλεμον τούτον δεν πηγάζει εκ της αυτοβουλίας του. Ο στρατηγός μας άγεται υπό άλλου, ημείς δε είμεθα στρατιώται γυναικών.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Δεν είναι αληθές ότι θα διοικήσης τας λεγεώνας και το ιππικόν ημών;

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ο Μάρκος Οκτάβιος, ο Μάρκος Ινστήιος, ο Ποπλικόλας και ο Κοίλιος θα διευθύνουν κατά θάλασσαν, ημείς δε όλας τας πεζικάς δυνάμεις. Η ταχύτης αύτη του Καίσαρος καταντά απίστευτος.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ήτον ακόμη εις την Ρώμην, ότε ο στρατός αναχωρών κατά μικρά αποσπάσματα, διέφυγε την προσοχήν παντός κατασκόπου.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ήκουσες ποίος είναι ο υπασπιστής αυτού;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Κάποιος Ταύρος, λέγουν.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Α, τον γνωρίζω. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος).

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ο αυτοκράτωρ ζητεί τον Κανίδιον.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ο καιρός εγκυμονεί ειδήσεις, και πάσα στιγμή γεννά νέας.

ΣΚΗΝΗ Η'.

Πεδιάς παρά το Άκτιον. ΚΑΙΣΑΡ, ΤΑΥΡΟΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.

ΚΑΙΣΑΡ. Ταύρε.

ΤΑΥΡΟΣ. Τι διατάσσει ο Καίσαρ;

ΚΑΙΣΑΡ. Μη προσβάλης κατά ξηράν· συγκράτησε όλας τας δυνάμεις· μη προκαλέσης μάχην πριν ή τελειώσωμεν την ναυμαχίαν. Συμμορφού προς τας διαταγάς του εγγράφου τούτου. Η τύχη ημών εξαρτάται εκ του τολμήματος τούτου. (Εξέρχονται),

(Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά του Αινοβάρβου).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας παρατάξωμεν τας μεραρχίας μας προς το κάτω μέρος του λόφου απέναντι του στρατού του Καίσαρος· εκ της θέσεως ταύτης δυνάμεθα να βλέπωμεν τον αριθμόν των πλοίων και να ενεργήσωμεν αρμοδίως. (Εξέρχονται. Εισέρχεται ένθεν μεν ο Κανίδιος ηγούμενος των στρατευμάτων του, ένθεν δε ο υπασπιστής τον Καίσαρος Ταύρος μετά των ιδικών του, αφού δε απομακρυνθώσιν ακούεται ο κρότος της ναυμαχίας. Ο θόρυβος εξακολουθεί, εισέρχεται ο Αινόβαρβος).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τετέλεσται, τετέλεσται, το παν εχάθη· ούτε να παρατηρήσω περισσότερον αντέχω. Η ναυαρχίς των Αιγυπτίων Αντωνιάς, ανακρούσασα πρύμναν, τρέπεται εις φυγήν μετά των εξήκοντα Αιγυπτιακών πλοίων το θέαμα τούτο επέπεσεν ως κεραυνός επί των οφθαλμών μου. (Εισέρχεται ο Σκάρος).

ΣΚΑΡΟΣ. Θεοί Ολύμπιοι!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τι σημαίνει η παραφορά αύτη;

ΣΚΑΡΟΣ. Ένεκα της αμαθείας μας χάνομεν το μεγαλείτερον μέρος του κόσμου! Ερωτοτροπούντες εχάσαμεν βασίλεια και επαρχίας (17).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πώς φαίνεται η μάχη;

ΣΚΑΡΟΣ. Το μέρος ημών φαίνεται ως προσβληθέν υπό της λοιμικής εκείνης, ήτις επιφέρει βέβαιον θάνατον. Η ασελγής εκείνη φορβάς της Αιγύπτου — πού να την θερίση λέπρα! — εν τω μέσω της μάχης, ότε το αποτέλεσμα, όμοιον προς διδύμους αδελφούς, εφαίνετο έν και το αυτό εκατέρωθεν, μάλλον δε κλίνον υπέρ ημών, κεντηθείσα υπό μυίας, ως αγελάς τον Ιούνιον, υψώνει τα ιστία και τρέπεται εις φυγήν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Το είδα, και οι οφθαλμοί μου έπαθον τόσον εκ της θέας αυτού, ώστε δεν ηδυνήθην να το υποφέρω πλειότερον.

ΣΚΑΡΟΣ. Μόλις αύτη ανέκρουσε πρύμναν, και ο Αντώνιος, το ευγενές τούτο θύμα της μαγικής της δυνάμεως, υψώνει τα ιστία και ως παράφορος νήσσα, εγκαταλείπων την μάχην εις την ακμήν αυτής, φεύγει όπισθεν εκείνης. Ουδέποτε είδα αισχροτέραν πράξιν· ουδέποτε εμπειρία, ανδρεία, τιμή, επρόδωκεν εαυτήν τοιουτοτρόπως.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλοίμονον, αλλοίμονον! (Εισέρχεται ο Κανίδιος).

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Η τύχη ημών πνέει τα λοίσθια κατά θάλασσαν, βυθίζεται δε κατά τρόπον αξιοθρήνητον. Αν ο στρατηγός ημών εδεικνύετο οποίος ήτο άλλοτε, τα πάντα θα απέβαινον κατ' ευχήν. Ω! μας έδωκε το παράδειγμα της φυγής, αισχρώς φεύγων ο ίδιος!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Αυτού λοιπόν έφθασαν τα πράγματα; Τότε καλή νύκτα.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Έφυγον προς την Πελοπόννησον.

ΣΚΑΡΟΣ. Δεν είναι δύσκολον να τους ακολουθήσω· θα μεταβώ εκεί και θα περιμένω ό,τι και αν συμβή.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Τας λεγεώνας και το ιππικόν μου θα παραδώσω εις τον Καίσαρα· έξ βασιλείς μου έδωκαν ήδη το παράδειγμα της υποταγής.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Θα ακολουθήσω ακόμη την πληγωμένην τύχην του Αντωνίου, μολονότι η λογική μου υπαγορεύει να πράξω το εναντίον.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Θ'.

Αλεξάνδρεια. Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. Εισέρχεται ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ μετά πολλών υπηρετών.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ακούσατε· η γη μου απαγορεύει να βαδίσω πλέον επ' αυτής, αισχύνεται να με φέρη! — Πλησιάσατε, φίλοι. Τόσον πολύ εβραδυπόρησα εις τον κόσμον, ώστε έχασα διά παντός τον δρόμον. Έχω ένα πλοίον με φορτίον χρυσού. Λάβετε αυτό, μοιράσατέ το, φύγετε και συμφιλιωθήτε με τον Καίσαρα.

ΥΠΗΡΕΤΑΙ. Να φύγωμεν! ποτέ!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κ' εγώ αυτός έφυγα διδάξας τους ανάνδρους να δραπετεύουν και να στρέφουν τα νώτα. Πηγαίνετε, φίλοι. Απεφάσισα να ακολουθήσω πορείαν, ήτις δεν έχει χρείαν υμών· απέλθετε· οι θησαυροί μου είναι εις τον λιμένα· λάβετε αυτούς. Ω, ηκολούθησα εκείνο ούτινος η θέα μόνη μου προξενεί τώρα ερύθημα! Και αι τρίχες της κεφαλής μου στασιάζουσι, διότι αι μεν λευκαί ελέγχουσι τας μαύρας επί θρασύτητι, αύται δε πάλιν τας λευκάς επί φόβω και τρέλλα. Πηγαίνετε, φίλοι· θα σας δώσω επιστολάς προς φίλους, οίτινες θα διευκολύνουν τα της πορείας σας. Μη λυπήσθε, σας παρακαλώ, και μη λέγετε ότι δεν θέλετε. Ακολουθήσατε ό,τι σας συμβουλεύει η απελπισία μου· εγκαταλείψατε εκείνον όστις εγκαταλείπει εαυτόν· πηγαίνετε κατ' ευθείαν εις την παραλίαν· θα σας δώσω το πλοίον εκείνο και τους θησαυρούς. Άφετέ με δι' ολίγον, σας παρακαλώ. — Ναι, σας παρακαλώ. — Ναι, άφετέ με, διότι αληθώς δεν έχω πλέον την εξουσίαν να σας διατάξω. — Θα σας ίδω μετ' ολίγον, (Κάθηται. Εισέρχονται ο Έρως και η Κλεοπάτρα οδηγουμένη υπό του Χαρμίου και της Ειράδος).

ΕΡΩΣ. Πήγαινε, καλή μου κυρία, και παρηγόρησέ τον.

ΕΙΡΑΣ. Παρηγόρησέ τον, αγαπητή βασίλισσα.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Και τι άλλο ημπορείς να κάμης;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αφήσατέ με να καθήσω. Ω Ήρα!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όχι, όχι, όχι, όχι, όχι.

ΕΡΩΣ. Πώς δεν στρέφεις το βλέμμα να ίδης, στρατηγέ;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ουφ· όχι όχι.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Κυρία.

ΕΙΡΑΣ. Κυρία, καλή μου αυτοκράτειρα!

ΕΡΩΣ. Στρατηγέ, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ναι, φίλε μου, ναι. Εις Φιλίππους, αυτός έφερε το ξίφος εις την θήκην ως χορευτής, ενώ εγώ εκτύπων τον ισχνόν και ερρυτιδωμένον Κάσσιον. Εγώ κατέφερα το τελευταίον τραύμα εις τον παράφορον Βρούτον, ενώ αυτός, ουδεμίαν έχων στρατιωτικήν εμπειρίαν, επολέμει μόνον διά των υπασπιστών αυτού. Και όμως τώρα… αλλά τι με τούτο;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Απομακρυνθήτε.

ΕΡΩΣ. Η βασίλισσα, στρατηγέ, η βασίλισσα.

ΕΙΡΑΣ. Πήγαινε και μίλησέ του, κυρία· τάχασε από την εντροπήν του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καλά λοιπόν. — Βοηθήσατέ με. — Ω!

ΕΡΩΣ. Σήκω, γενναίε Αντώνιε· η βασίλισσα πλησιάζει· η κεφαλή της είναι γυρμένη· ο θάνατος είναι επάνω της και μόνη η παρηγοριά σου δύναται να την σώση.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εκηλίδωσα την τιμήν μου (18) διά της αισχράς φυγής μου.

ΕΡΩΣ. Η βασίλισσα, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πού με κατήντησες, ω Αιγυπτία; Ιδέ πώς αποκρύπτω από σου το αίσχος μου, στρέφων τα βλέμματα εις τα οπίσω, εις τας πράξεις εκείνας τας οποίας περιβάλλει η ατιμία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Συγχώρησε, συγχώρησε, ω άρχον, τα δειλιάσαντα πλοία μου! Ουδέποτε εφανταζόμην ότι ήθελες ακολουθήση.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εγνώριζες κάλλιστα, ω βασίλισσα, ότι αι ίνες της καρδίας μου ήσαν δεδεμέναι επί του πηδαλίου σου, και ότι φεύγουσα θα με έσυρες όπισθέν σου. Εγνώριζες την επί του πνεύματός μου μεγίστην δύναμίν σου, και ότι εις το νεύμα σου ηδυνάμην και των θεών αυτών τας διαταγάς να παρακούσω.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω, συγχώρησέ με!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τώρα πρέπει να στείλω ταπεινωτικάς προτάσεις εις τον νεανίαν, και εις μέσα ποταπά και χαμερπή να περιστρέφομαι, εγώ, ο κατ' αρέσκειαν διευθύνας το ήμισυ του κόσμου, και τύχας ανυψών και καταβιβάζων. Εγνώριζες πόσον με είχες υποδουλώση, και ότι το ξίφος μου αμβλυνθέν υπό του έρωτος, θα υπήκουεν εις αυτόν εις πάσαν περίστασιν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω συγχώρησε, συγχώρησε!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη χύσης ούτε έν δάκρυ. Ένα σου δάκρυ αξίζει όλα όσα εκερδήσαμεν και απωλέσαμεν. Δος μου ένα φίλημα· τούτο με αποζημιώνει. Εξαπέστειλα τον παιδαγωγόν ημών· δεν επανήλθεν ακόμη; Αισθάνομαι εμαυτόν καταβεβλημένον, φιλτάτη· ας μου φέρουν οίνον και ολίγον κρέας. Γνωρίζει η τύχη ότι όσον δριμύτερον επιτίθεται εναντίον μου, τόσον περισσότερον την περιφρονώ, (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ι'.

Στρατόπεδον τον Καίσαρος εν Αιγύπτω. ΚΑΙΣΑΡ, ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ, ΘΥΡΣΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.

ΚΑΙΣΑΡ. Φέρετε τον απεσταλμένον του Αντωνίου. — Τον γνωρίζετε;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Είναι ο παιδαγωγός των τέκνων του, Καίσαρ. Απόδειξις ότι εμαδήθη, όταν στέλλη εδώ τόσον ασήμαντον πτερόν της πτέρυγός του, ο προ μικρού έτι έχων βασιλείς ως αγγελιαφόρους.

ΚΑΙΣΑΡ. Πλησίασε και ομίλησε.

ΕΥΦΡΟΝΙΟΣ. Τοιούτος οποίος είμαι, έρχομαι εκ μέρους του Αντωνίου. Τελευταίον ακόμη ήμην τόσον ασήμαντος εις τα σχέδιά του, όσον είναι η επί των φύλλων της μυρσίνης πρωινή δρόσος παραβαλλομένη προς τον ωκεανόν.

ΚΑΙΣΑΡ. Έστω. Ανακοίνωσέ μας την εντολήν σου.

ΘΥΡΣΟΣ. Σε προσαγορεύει ως κύριον της τύχης του, και παρακαλεί να του επιτρέψης να ζήση εις την Αίγυπτον, απορριπτομένης δε της αιτήσεώς του, περιορίζεται να σε ικετεύση να του επιτρέψης να αναπνέη ελευθέρως, ως ιδιώτης, τον αέρα του ορίζοντος των Αθηνών. Ταύτα ως προς τον Αντώνιον. Ως προς την Κλεοπάτραν, αύτη ανομολογεί το μεγαλείον σου, και υποτασσομένη εις την ισχύν σου, ζητεί παρά σου υπέρ των διαδόχων αυτής, το διάδημα των Πτολεμαίων, όπερ είναι τώρα εις την διάθεσίν σου.

ΚΑΙΣΑΡ. Ουδεμία των αιτήσεων του Αντωνίου θα εισακουσθή. Ως προς την Κλεοπάτραν, συναινώ ν' ακούσω αυτήν, και να της χορηγήσω ό,τι επιθυμεί, υπό τον όρον του να εκδιώξη εκ της Αιγύπτου τον καταισχυνθέντα εραστήν αυτής, ή να του αφαιρέση την ζωήν· αν τούτο πράξη, θα εισακουσθώσιν αι παρακλήσεις της. Ανακοίνωσον ταύτα εις αμφοτέρους.

ΕΥΦΡΟΝΙΟΣ. Είθε η τύχη να ακολουθή τα βήματά σου!

ΚΑΙΣΑΡ. Οδηγήσατέ τον διά του στρατού. (Εξέρχεται ο Ευφρόνιος. Προς τον Θύρσον). Ιδού ευκαιρία να δοκιμάσωμεν την ευγλωττίαν σου· σπεύσε, απόσπασε την Κλεοπάτραν από τον Αντώνιον. Υποσχέθητι εξ ονόματός μου ό,τι σου ζητήση· πρόσθες και ιδικάς σου προσφοράς. Ουδ' εις τας μεγαλειτέρας ευτυχίας είναι σταθεραί αι γυναίκες, η δε στέρησις δύναται να καταστήση επίορκον και την εναρετωτάτην των Εστιάδων. Μεταχειρίσθητι όλην σου την πανουργίαν, όρισε μόνος την αμοιβήν σου· η θέλησίς σου θα εκτελεσθή ως νόμος.

ΘΥΡΣΟΣ. Πηγαίνω, Καίσαρ.

ΚΑΙΣΑΡ. Παρατήρησε πώς εκλαμβάνει ο Αντώνιος το δυστύχημά του, και τι εικάζεις εκ του ήθους και των ψυχικών αυτού διαθέσεων.

ΘΥΡΣΟΣ. Θα εκτελέσω τας διαταγάς σου, (Εξέρχεται)

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.

Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι πρέπει να πράξωμεν, Αινόβαρβε;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Να σκεφθώμεν και ν' αποφασίσωμεν ν' αποθάνωμεν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τις πταίει διά ταύτα, ο Αντώνιος ή εγώ;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αντώνιος μόνος, όστις επέτρεψεν εις (19) τo πάθος του να υποδουλώση το λογικόν του. Και τι σημαίνει αν έφυγες εκ του φοβερού εκείνου θεάτρου του πολέμου, όπου ο τρόμος διεδίδετο από τάξεως εις τάξιν; Διατί να σε ακολουθήση; Δεν έπρεπεν ο κνισμός του έρωτος να επηρεάση την στρατιωτικήν του δεινότητα, καθ' ην στιγμήν, χάριν αυτού και μόνου, το ήμισυ του κόσμου εμάχετο κατά του ετέρου. Το δε αίσχος του ν' ακολουθήση τα φεύγοντα πλοία σου ενώπιον του εκπεπληγμένου στόλου, δεν ήτο μικρότερον του ολέθρου του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Σιώπα, σε παρακαλώ, (Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά τον Ευφρονίου).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αύτη είναι η απάντησίς του;

ΕΥΦΡΟΝΙΟΣ. Ναι, άρχον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λοιπόν η βασίλισσα θα τύχη πάσης περιποιήσεως, επομένως θα με παραδώση.

ΕΥΦΡΟΝΙΟΣ. Αυτό λέγει.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ανακοίνωσε αυτό εις την βασίλισσαν. (Προς την Κλεοπάτραν). Στείλε την πολιάν ταύτην κεφαλήν εις τον παίδα Καίσαρα, και θα σου δώση όσα βασίλεια επιθυμήσης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Την κεφαλήν αυτήν, Αντώνιε;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Επίστρεψε και ειπέ εις αυτόν ότι φέρει τα ρόδα της νεότητος, και ότι εκ της ηλικίας ταύτης ο κόσμος προσδοκά τι έκτακτον. Τους θησαυρούς, τα πλοία και τας λεγεώνας του δύναται και άνανδρος να έχει, οι δε αξιωματικοί αυτού να νικώσιν υπό την υπηρεσίαν ενός παιδός όσον και από την υπηρεσίαν του Καίσαρος. Προκαλώ λοιπόν αυτόν να αφήση τα λαμπρά ταύτα πλεονεκτήματα, και με γυμνόν ξίφος να έλθη μόνος να διαγωνισθή προς εμέ εν τη παρακμή ταύτη της ισχύος και ηλικίας μου (20). Πηγαίνω να γράψω την πρόκλησιν· ακουλούθει με. (Εξέρχεται ο Αντώνιος μετά του Ευφρονίου).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Α μάλιστα! είναι πολύ πιθανόν ο νικηφόρος Καίσαρ να διακινδυνεύση την ευτυχίαν του, και να εκτεθή εις τα όμματα του κόσμου εναντίον ενός ξιφομάχου. Βλέπω ότι η κρίσις των ανθρώπων είναι μέρος της τύχης των, και ότι η εξωτερική κατάστασις μεταβάλλει και τας ψυχικάς διαθέσεις. Είναι δυνατόν, σώας έχων τις τας φρένας, να φαντασθή ότι ο πανίσχυρος Καίσαρ θα δεχθή πρόκλησιν ανδρός στερουμένου πάσης αρχής; Και την κρίσιν του υπεδούλωσες, ω Καίσαρ!

(Εισέρχεται υπηρέτης).

ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Αγγελιαφόρος εκ μέρους του Καίσαρος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς! χωρίς καμμίαν άλλην εθιμοτυπίαν; — Ιδέτε, ω θεράπαιναί μου! Οι προ του κάλυκος μετά σεβασμού κλίνοντες το γόνυ, φράττουσι τώρα την ρίνα προ του μαραμένου ρόδου. — Δεχθήτε τον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Αρχίζω να φιλονεικώ με την συνείδησίν μου. Πίστις εις τρελλούς, είναι καθαρά τρέλλα. Και όμως, εκείνος όστις δύναται να υποφέρη και να ακολουθήση αγογγύστως τον δυστυχήσαντα κύριον, νικά τον νικήσαντα τον κύριόν του, και καταλαμβάνει θέσιν εν τη ιστορία. (Εισέρχεται ο Θύρσος).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ποία είναι η θέλησις του Καίσαρος;

ΘΥΡΣΟΣ. Άκουσον αυτήν κατ' ιδίαν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Όλοι εδώ είναι φίλοι· ομίλει ελευθέρως.

ΘΥΡΣΟΣ. Ώστε είναι ίσως φίλοι και του Αντωνίου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Έχει ανάγκην τόσων, όσους έχει και ο Καίσαρ, άλλως δε ουδ' ημείς του αναγκαιούμεν. Αν ο Καίσαρ ευαρεστήται, ο κύριός μας θα δεχθή προθύμως την φιλίαν του. Ως προς ημάς, γνωρίζεις ότι είμεθα φίλοι των φίλων του, επομένως δε και του Καίσαρος.

ΘΥΡΣΟΣ. Έστω. — Ούτω λοιπόν, ονομαστή βασίλισσα, ο Καίσαρ σε παρακαλεί, οσάκις σκέπτεσαι περί της παρούσης θέσεώς σου, να ενθυμήσαι ότι είναι Καίσαρ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Εξακολούθει. Αληθώς βασιλική γενναιότης.

ΘΥΡΣΟΣ. Γνωρίζει ότι από φόβον και όχι από έρωτα προσκολάσαι εις τον Αντώνιον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω!..

ΘΥΡΣΟΣ. Τούτου ένεκα λυπείται διά τας εις την τιμήν σου προσαφθείσας κηλίδας, και θεωρεί αυτάς ως ύβριν επιβληθείσαν, ουχί δε αξίας σού.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι θεός και γνωρίζει το αληθές δίκαιον. Η τιμή μου δεν υπεχώρησε, εκυριεύθη.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Θα ερωτήσω τον Αντώνιον διά να βεβαιωθώ περί τούτου. — Αντώνιε, Αντώνιε· βλέπω ότι τόσα πολλά νερά κάμνεις, ώστε πρέπει να σε αφήσω να βυθισθής, διότι και οι αγαπητότεροί σου σε εγκαταλείπουν. (Εξέρχεται).

ΘΥΡΣΟΣ. Να αναγγείλω εις τον Καίσαρα τας αιτήσεις σου; διότι είναι πρόθυμος να χορηγήση άμα παρακληθή. Μεγάλην θα ησθάνετο χαράν, αν την τύχην αυτού μετεχειρίζεσο ως βακτηρίαν προς στήριγμά σου· αλλά μετ' ενθουσιασμού θα ήκουε παρ' εμού, ότι κατέλιπες τον Αντώνιον, και ότι ετέθης υπό την σκέπην του κυριάρχου του κόσμου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς ονομάζεσαι;

ΘΥΡΣΟΣ. Ονομάζομαι Θύρσος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ειπέ, αγαπητέ αγγελιαφόρε, εις τον μέγαν Καίσαρα, ότι διά σου φιλώ την νικηφόρον αυτού χείρα, ότι είμαι πρόθυμος να καταθέσω εις τους πόδας του το στέμμα μου, και να γονατίσω ενώπιόν του· ειπέ εις αυτόν ότι εκ της πανισχύρου φωνής του περιμένω την τύχην της Αιγύπτου.

ΘΥΡΣΟΣ. Η απόφασίς σου είναι λίαν γενναιόφρων. Όταν εν διαμάχη μεταξύ φρονήσεως και τύχης, πράξη η πρώτη ό,τι δύναται, ουδέν συμβάν δύναται να ταράξη αυτήν. Κάμε μου την χάριν να φιλήσω μετά σεβασμού την χείρα σου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ο πατήρ του ιδικού σας Καίσαρος, μετά τας σκέψεις αυτού περί κατακτήσεως βασιλείων, προσεκόλλα συνεχώς τα χείλη του επί της ασημάντου ταύτης χειρός, και τα φιλήματα έπιπτον ως βροχή, (Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά τον Αινοβάρβον).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ευνοίας δείγματα, μα τον ερίγδουπον Δία! — Ποίος είσαι, ω άνθρωπε;

ΘΥΡΣΟΣ. Ο εκτελεστής των διαταγών του ισχυροτάτου των ανδρών, εις ον προ πάντων εμπρέπει η υποταγή.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Θα μαστιγωθής.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ε, έλθετε! — Ε, συ αρπακτικόν πτηνόν! — Θεοί και δαίμονες! — Η εξουσία μου εξαφανίζεται! Προ μικρού ακόμη εις την ελαχίστην μου πρόσκλησιν, οι βασιλείς έσπευδον ως παίζοντες παίδες και εφώναζον «τι διατάσσεις;» Είσθε κωφοί; (Εισέρχονται υπηρέται). Είμαι ακόμη ο Αντώνιος. Πάρετε απ' εδώ τον αγύρτην τούτον, και μαστιγώσατέ τον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Καλύτερα να παίζη τις με λεοντιδέα, παρά με γερολέοντα αποθνήσκοντα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σελήνη και αστέρες! — Μαστιγώσατέ τον. — Και είκοσι των μεγαλειτέρων υποτελών, των εις την εξουσίαν του Καίσαρος υποτασσομένων, αν εύρισκον εδώ αυθαδιάζοντας τόσω, ώστε να λάβωσι την χείρα εκείνης — πώς ονομάζεται αφ' ότου δεν είναι πλέον Κλεοπάτρα; — Μαστιγώνατέ τον, παιδιά, έως ου αλλοιωθή το πρόσωπόν του, και κλαίων ζητήση έλεος. Πάρετέ τον απ' εδώ.

ΘΥΡΣΟΣ. Μάρκε Αντώνιε!…

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σύρατέ τον απ' εδώ, και φέρετέ τον πάλιν αφού μαστιγωθή, υπηρέτης ούτος του Καίσαρος θα εκτελέση εντολήν μου προς εκείνον, (Εξέρχονται οι υπηρέται μετά του Θύρσου. — Προς την Κλεοπάτραν), Ήσο ημιμαραμένη πριν ή σε γνωρίσω. Α! αφήκα λοιπόν άθικτον εν Ρώμη το προσκέφαλόν μου, απέφυγα την απόκτησιν νομίμου γόνου εκ του αδάμαντος των γυναικών, όπως απατηθώ υπό γυναικός κατερχομένης μέχρις υπηρετών;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καλέ μου άρχον!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ήτο πάντοτε υποκρίτρια. — Αλλ' όταν τα ελαττώματα ριζόνωνται εν ημίν — ω συμφορά! — οι σώφρονες θεοί μας αποτυφλούσι, βυθίζουσι το λογικόν μας εις τον ίδιον ημών βόρβορον, κάμνουσιν ημάς να λατρεύωμεν τα σφάλματά μας, και μας σκώπτουσι βαδίζοντας την οδόν της καταισχύνης!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έως εκεί κατηντήσαμεν;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σε εύρον ως ψυχρόν φαγητόν επί του πινακίου του αποθανόντος Καίσαρος. Ναι, ήσο υπόλειμμα του Γναΐου Πομπηίου, χωρίς να λάβω υπ' όψει όσας άλλας ώρας διήλθες ακολάστως, και τας οποίας δεν ανέγραψεν η φήμη· διότι είμαι πεπεισμένος ότι αγνοείς τι εστίν εγκράτεια μολονότι δύνασαι ίσως να το μαντεύσης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Και προς τι ταύτα;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Να επιτρέψης εις άνθρωπον, όστις δέχεται φιλοδώρημα και λέγει «ο Θεός να σου τα πληρώση», να λάβη με οικειότητα την χείρα εκείνην, με την οποίαν έπαιζεν η ιδική μου, την βασιλικήν ταύτην σφραγίδα των ευγενών καρδιών! Ω είθε να ήμην επί της κορυφής του Βασανού και να εκβάλλω μηκυθμούς ισχυρότερον αγέλης κερασφόρων ζώων, διότι έχω αφορμήν θυμού αγρίου, την οποίαν εάν εξέθεταν απαθώς, θα ωμοίαζον προς τον κατάδικον εκείνον όστις, τον βρόχον έχων επί του λαιμού, ευχαριστεί τον δήμιον διά την δεξιότητά του. — Εμαστιγώθη; (Εισέρχονται οι υπηρέται μετά του Θύρσου).

Α' ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Περίφημα, άρχον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εφώναξεν, εζήτησε συγγνώμην;

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Εζήτησεν έλεος.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αν ζη ο πατήρ σου θα μεταμεληθή, διότι δεν εγεννήθης κόρη· αλλά και συ θα λυπηθής ακολουθήσας τον θρίαμβον του Καίσαρος, αφού ήδη ένεκα τούτου εμαστιγώθης. Εις το εξής ας σου προξενή πυρετόν η λευκή χειρ της γυναικός· τρέμε όταν βλέπης αυτήν. — Επίστρεψε εις τον Καίσαρα, και ειπέ εις αυτόν τίνι τρόπω σε μετεχειρίσθημεν. Πρόσεξε να του είπης ότι με ερεθίζει φερόμενος προς με ως αλαζών και υπερόπτης, και λαμβάνων μόνον υπ' όψιν τι είμαι τώρα, και όχι τι ήμην. Με ερεθίζει, — και είναι εύκολον κατά την στιγμή ταύτην ότε ο άλλοτε φωτίζων τα βήματά μου αστήρ, αφήσας την τροχιάν του, εβυθίσθη εις τας αβύσσους του Άδου. — Αν οι λόγοι και αι πράξεις μου απαρέσκωσιν εις αυτόν, ειπέ του ότι έχει εις την εξουσίαν του τον απελεύθερόν μου Ίππαρχον, τον οποίον δύναται να μαστιγώση, να κρεμάση, ή να βασανίση κατ' αρέσκειαν όπως λάβη τα ίσα(21). Παρακίνησέ τον και συ, και κρημνίσου απ' εδώ με το ξυλοκόπημά σου. (Εξέρχεται και ο Θύρσος).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ετελείωσες;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φευ! έδυσε τώρα η επίγειος ημών σελήνη, και μόνον το σημείον τούτο προμηνύει την πτώσιν του Αντωνίου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πρέπει να περιμένω έως ότου τελειώση.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Έπρεπε ν' ανταλλάξης βλέμματα μεθ' ενός υπηρέτου διά να κολακεύσης τον Καίσαρα;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν με γνωρίζεις ακόμη;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Προς εμέ λοιπόν ψυχρά καρδία;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αχ, φίλτατε, αν είμαι τοιαύτη, ας παραγάγη χάλαζαν ο ουρανός εκ της παγετώδους καρδίας μου, και ας δηλητηριάση αυτήν εν τη πηγή της· ας πέσουν επί της κεφαλής μου οι πρώτοι κόκκοι της χαλάζης ταύτης, και διαλυόμενοι ας εξαφανίσουν την ζωήν μου! ας κτυπήσουν οι δεύτεροι τον Καισαρίωνα! και ούτως εφεξής, έως ότου οι απόγονοί μου άπαντες, και οι ανδρείοι μου Αιγύπτιοι κατακυλισθώσι νεκροί και άταφοι υπό την εκρηγνυμένην ταύτην χαλαζοβόλον καταιγίδα, ταφώσι δε υπό των μυιών και των εντόμων του Νείλου βορά αυτών γενόμενοι!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ικανοποιήθην. Ο Καίσαρ κατέρχεται εις Αλεξάνδρειαν· εκεί δε θα αντιταχθώ κατά της τύχης του. Ο στρατός ημών αντέστη γενναίως· τα διασκορπισθέντα πλοία συνηθροίσθησαν πάλιν, και ο στόλος ημών παρουσιάζει όψιν απειλητικήν. Τι έγινες λοιπόν, ω θάρρος μου; Ακούεις, δέσποινα! αν άπαξ έτι επανέλθω από του πεδίου της μάχης διά να φιλήσω τα χείλη ταύτα, θα εμφανισθώ αιματόφυρτος. Εγώ και το ξίφος μου θα καταλάβωμεν θέσιν εν τη ιστορία. Υπάρχει ακόμη ελπίς περί τούτου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδού ο ανδρείος μου Αντώνιος!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα τριπλασιασθή η δύναμις των νεύρων της καρδίας και της πνοής μου, και θα κτυπήσω ανηλεώς. Κατά τας στιγμάς της ευτυχίας μου, οι αιχμάλωτοι εξηγόραζον παρ' εμού την ζωήν δι' ενός αστεϊσμού, αλλά τώρα θα τρίξω τους οδόντας και θα στείλω εις τον Τάρταρον πάντα όστις θελήση να μου αντιστή. Ας διέλθωμεν ακόμη μίαν νύκτα εύθυμον· κάλεσε τους μελαγχολικούς ημών αρχηγούς, ας ρεύση άφθονος ο οίνος και ας παρίδωμεν τον κώδωνα του μεσονυκτίου!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Σήμερον είναι η ημέρα των γενεθλίων μου· είχα αποφασίση να διέλθω αυτήν άνευ πομπής, αλλ' επειδή ο σύζυγός μου έγινε πάλιν Αντώνιος, θα γίνω κ' εγώ πάλιν Κλεοπάτρα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα ευδοκιμήσωμεν ακόμη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Οδηγήσατε εις τον Αντώνιόν μου πάντας τους γενναίους αρχηγούς του.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ναι, οδηγήσατέ τους· θα ομιλήσω μετ' αυτών απόψε δε θα εκχειλίση ο οίνος διά των ουλών αυτών. — Ελθέ, βασίλισσά μου. Δεν απερροφήθη εισέτι όλη μου η ικμάς. Την πρώτην φοράν καθ' ην θα πολεμήσω, θα αναγκάσω τον θάνατον να με αγαπήση, διότι θα διαγωνισθώ και προς το θανατηφόρον του δρέπανον. (Εξέρχεται ο Αντώνιος, η Κλεοπάτρα και οι υπηρέται).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Και τον κεραυνόν αυτόν δύναται τώρα να περιφρονήση! Μανιώδης είναι ο εξ υπερβολικού τρόμου γενόμενος ατρόμητος· εν τη περιστάσει δε ταύτη και περιστερά δύναται διά του ράμφους της να προσβάλη στρουθοκάμηλον. Βλέπω ότι ο στρατηγός ημών αναλαμβάνει θάρρος προς βλάβην του εγκεφάλου. Όταν η ανδρεία κρατή της λογικής καταστρέφει το ξίφος διά του οποίου μάχεται. Θα ζητήσω τρόπον να τον αφήσω. (Εξέρχεται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Στρατόπεδον τον Καίσαρος εν Αλεξανδρεία. Εισέρχεται ο ΚΑΙΣΑΡ αναγινώσκων επιστολήν, είτα ο ΑΓΡΙΠΠΑΣ, ο ΜΑΙΚΗΝΑΣ και άλλοι.

ΚΑΙΣΑΡ. Με ονομάζει παιδίον και με επιπλήττει, ως εάν είχε δύναμιν να με εκδιώξη της Αιγύπτου, εμαστίγωσε τον απεσταλμένον μου και με προκαλεί εις μονομαχίαν. Ο Καίσαρ κατά του Αντωνίου! Ας μάθη ο γεροφαύλος ότι έχω πολλούς τρόπους θανάτου, και ότι εν ταυτώ χλευάζω την πρόκλησιν αυτού.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Πρέπει να συλλογισθή ο Καίσαρ ότι όταν ανήρ τόσον υψηλής περιωπής αρχίζη να λυσσά, είναι σημείον ότι πλησιάζει να πέση. Μη αφήσης αυτόν ν' αναπνεύση, αλλ' επωφελήθητι την παραφοράν του. Ουδέποτε η οργή υπήρξε καλός φύλαξ του εαυτού της.

ΚΑΙΣΑΡ. Αναγγείλατε εις τους αρχηγούς ημών ότι αύριο προτιθέμεθα να δώσωμεν την τελευταίαν μάχην. Εις τας τάξεις έχομεν αρκετούς υπηρετήσαντας εσχάτως μετά του Αντωνίου, οίτινες δύνανται να συλλάβωσιν αυτόν. Φρόντισε περί της εκτελέσεως των διαταγών μας και ετοιμάσατε ευωχίαν εις τον στρατόν. Έχομεν αρκετά εφόδια, οι δε στρατιώται εδείχθησαν άξιοι της γενναιοδωρίας ταύτης. Δύσμοιρε Αντώνιε! (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ, ΑΛΕΞΑΣ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν θέλει να μονομαχήση προς εμέ, Δομίτιε,

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Όχι.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Διατί να μη θέλη;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Διότι φρονεί ότι, έχων τύχην εικοσάκις καλυτέραν της ιδικής σου, θα ήτο είκοσιν εναντίον ενός.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αύριον, στρατιώτα, θα πολεμήσω και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν· ή θα ζήσω, ή θα επαναφέρω εις την ζωήν την θνήσκουσαν τιμήν μου, λούων αυτήν εις το αίμα· θα πολεμήσης και συ καλά;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Θα κτυπώ και θα φωνάζω. Εμπρός! νίκη ή θάνατος.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πολύ καλά. Εμπρός! καλέσατε τους υπηρέτας του οίκου μου. (Εισέρχονται οι υπηρέται). Ας φανώμεν ελευθέριοι εις το δείπνον μας απόψε. Δος μου την χείρα σου· ήσο τιμιώτατος, και συ· — και συ επίσης· — και συ· — και συ. — Με υπηρετήσατε πιστώς και είχατε βασιλείς συνυπηρετούντας.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι σημαίνει τούτο;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Είναι μία από τας αλλοκότους εκείνας ιδιοτροπίας, τας οποίας η λύπη αποσπά εκ της ψυχής.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Και συ ωσαύτως είσαι πιστός. Επεθύμουν να μου ήτο δυνατόν να μεταμορφωθώ εις τόσους, όσοι είσθε σεις, και όλοι ομού συσσωματωμένοι ν' αποτελέσετε ένα Αντώνιον, ώστε να δυνηθώ να σας αποδώσω τας προς εμέ καλάς υπηρεσίας σας.

ΥΠΗΡΕΤΑΙ. Θεός φυλάξοι!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λοιπόν, καλοί μου φίλοι! περιποιηθήτε με απόψε· μη φεισθήτε ποτών και αξιώσατέ με τιμής τοιαύτης ως εάν το κράτος μου ήτο ακόμη εις την υμετέραν διάθεσιν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι εννοεί με τούτο;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Να κάμη τους φίλους να κλαύσουν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Περιποιηθήτε με απόψε· ίσως θα είναι το τέλος των εκδουλεύσεών σας. Ίσως δεν θα ιδήτε πλέον ή την αιματόφυρτον σκιάν μου· πιθανόν αύριον να υπηρετήτε άλλον κύριον. Σας βλέπω ως εκείνος, όστις σας δίδει αποχαιρετισμόν. Δεν σας αποπέμπω, πιστοί μου φίλοι· αλλ' ως κύριος λαβών τας καλάς υμών υπηρεσίας, σας ακολουθώ μέχρι του τάφου· δύο μόνον ώρας υπηρετήσατέ με απόψε· δεν ζητώ πλειότερον και είθε να σας ανταμείψωσιν οι θεοί!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τι έχεις κατά νουν, Αντώνιε, και λυπείς αυτούς τοιουτοτρόπως; Δεν βλέπεις ότι κλαίουν, εγώ δε το ζώον έχω τα μάτια δακρυσμένα ως να τα έτριψα με κρομμύδια. Προς θεού, μη μας μεταμορφώσης εις γυναίκας.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ω! Επικατάρατος να είμαι αν είχα τοιαύτην πρόθεσιν! Είθε να εκλάμψη ευτυχία από των σταγόνων των δακρύων τούτων! Πολύ θλιβεράν σημασίαν αποδίδετε εις τους λόγους μου, αγαπητοί μου φίλοι, διότι σας ωμίλησα διά να σας ενθαρρύνω και εξέφρασα την επιθυμίαν να διέλθωμεν την νύκτα υπό το φως των πυρσών. Μάθετε, φίλοι, ότι πολλά ελπίζω εκ της αύριον και ότι θα σας οδηγήσω εκεί όπου προσδοκώ μάλλον ζωήν νικηφόρον ή θάνατον και τιμήν. Ας μεταβώμεν εις το δείπνον και ας πνίξωμεν εις τον οίνον τας οχληράς σκέψεις.

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Η αυτή πόλις. Προ των ανακτόρων. [Εισέρχονται δύο στρατιώται προς φρούρησιν].

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Καλή νύκτα, αδελφέ· αύριον είναι η ημέρα.

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Το ζήτημα θα λυθή είτε κατά τον ένα είτε κατά τον άλλον τρόπον. Χαίρε. Ήκουσες αν συνέβη τίποτε παράξενον εις τους δρόμους;

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Όχι· τι τρέχει;

Β'. ΣΤΡΑΤΙΩΤΉΣ. Ίσως είναι διάδοσις· καλή νύκτα.

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Καλή νύκτα, σύντροφε.

[Εισέρχονται δύο άλλοι στρατιώται].

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Στρατιώται, άγρυπνοι φύλακες.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Και σεις επίσης να είσθε άγρυπνοι. (Οι δύο πρώτοι τοποθετούνται εις τας θέσεις των).

Δ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Εδώ είναι η θέσις μας, (Τοποθετούνται και ούτοι εις τας θέσεις των). Και αν αύριον ευτυχήση ο στόλος μας, έχω βεβαιότητα ότι ο στρατός της ξηράς θα πολεμήση καλά.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Είναι στρατός γενναίος και αποφασιστικός.

(Ακούεται συμφωνία βαρυαύλων υπό την σκηνήν).

Δ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Σιωπή! Τι θόρυβος είναι αυτός;

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Άκουσε, άκουσε!

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Σιωπή!

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μουσική εις τον αέρα.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Από κάτω από την γην.

Δ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Είναι καλόν σημείον· δεν είναι έτσι;

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Όχι!

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Σιωπή σας λέγω. Τι να σημαίνη αυτό το πράγμα;

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Είναι ο θεός Ηρακλής, ο τόσον αγαπητός εις τον Αντώνιον, ο οποίος τώρα τον αφήνει.

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας προχωρήσωμεν να ιδούμεν αν άλλοι σκοποί ακούουν τα ίδια, (Προχωρούν προς άλλην θέσιν).

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ε! σύντροφοι;

ΠΟΛΟΙ ΟΜΟΥ. Ακούετε, ακούετε και σεις την μουσικήν;

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ναι, δεν είναι παράξενον;

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ακούετε, σύντροφοι, ακούετε;

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας ακολουθήσωμεν τον θόρυβον, όσον επιτρέπεται να προχωρήσωμεν να ιδούμεν πού θα παύση.

ΟΛΟΙ ΟΜΟΥ. Ναι, ναι, παράξενον πράγμα, (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Η αυτή πόλις. Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. Εισέρχεται ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, η ΧΑΡΜΙΟΝ και άλλοι υπηρέται.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Έρως! την πανοπλίαν μου· Έρως!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κοιμήσου ολίγον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όχι, αγάπη μου. — Έλα, Έρως, φέρε την πανοπλίαν μου, (Εισέρχεται ο Έρως φέρων την πανοπλίαν). Φόρεσέ μου τον οπλισμόν μου. Αν η τύχη δεν είναι υπέρ ημών· σήμερον, αφορμή τούτου θα είναι η προς αυτήν περιφρόνησίς μας. Ελθέ!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Άφησέ με να σε βοηθήσω και εγώ. Εις τι χρησιμεύει τούτο;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όχι, άφησέ τον, άφησέ τον, συ είσαι ο οπλοποιός της καρδίας μου. — Ανάποδα, ανάποδα· έτσι, έτσι.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Άφησε να σε βοηθήσω και εγώ· έτσι πρέπει να είναι.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Καλά, καλά, τώρα θα επιτύχω. Βλέπεις, καλέ μου σύντροφε; Πήγαινε να οπλισθής και συ.

ΕΡΩΣ. Ευθύς, στρατηγέ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν είναι καλά κουμπωμένη;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Περίφημα, περίφημα. Καταιγίς θα πέση επί της κεφαλής εκείνου όστις θα… την ξεκουμπώση πριν εγώ θελήσω να την εκδυθώ διά να αναπαυθώ. Μπερδεύονται τα δάκτυλά σου, Έρως, η βασίλισσα μου είναι επιδεξιώτερος υπασπιστής από σε. Σπεύσε. Επεθύμουν, αγάπη μου, να με έβλεπες πολεμούντα σήμερον και να εγνώριζες την βασιλικήν ταύτην τέχνην. Θα έβλεπες ακάματον στρατιώτην. (Εισέρχεται αξιωματικός ωπλισμένος). Καλή μέρα σου, καλώς ήλθες· το πρόσωπόν σου δεικνύει άνδρα γνωρίζοντα το καθήκον του πολεμιστού. Εγειρόμεθα ενωρίς διά την εργασίαν την οποίαν αγαπώμεν και μετά χαράς μεταβαίνομεν εις αυτήν.

Α’ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ. Μολονότι είναι ενωρίς, χίλιοι άνδρες ωπλίσθησαν ήδη, στρατηγέ, και σε περιμένουν εις τας πύλας της πόλεως.

(Ζητωκραυγαί μετά κρότου τυμπάνων και σαλπισμάτων. Εισέρχονται άλλοι αξιωματικοί και στρατιώται).

Β' ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ. Η πρωία είναι λαμπρά· καλή μέρα, στρατηγέ.

ΟΛΟΙ ΟΜΟΥ. Καλή μέρα, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ωραία είναι η μουσική σας, παιδιά. Η πρωία αύτη, ομοιάζουσα με πνεύμα φιλοδόξου και πολλά υποσχομένου νεανίου, ανατέλλει ενωρίς, (Προς τον Έρωτα), Ναι, ναι, δος μου τούτο απ' αυτό το μέρος· πολύ καλά. (Προς την Κλεοπάτραν). Χαίρε, αγάπη μου, και ευτύχει οτιδήποτε και αν μας συμβή [ασπάζεται αυτήν). Είναι φίλημα στρατιώτου· θα ήμην άξιος επιπλήξεως και περιφρονήσεως αν έχανα τον χρόνον εις τετορνευμένας τυπικάς φιλοφρονήσεις. Σε αφήνω, ως αρμόζει εις χαλύβδινον άνδρα· ακολουθήσατέ με σεις οι μέλλοντες να πολεμήσετε· θα σας οδηγήσω εις το πεδίον της μάχης. Χαίρετε. (Εξέρχεται).

ΧΑΡΜΙΟΝ. Θέλεις ν' αποσυρθής εις το δωμάτιόν σου;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Οδήγησέ με εκεί. Αναχωρεί ως ήρως. Είθε αυτός και ο Καίσαρ ν' απεφάσιζον διά μονομαχίας την τύχην του μεγάλου τούτου πολέμου. Τότε ο Αντώνιος, — αλλά τώρα, — καλά, εμπρός, (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Στρατόπεδον του Αντωνίου πλησίον της Αλεξανδρείας. Σάλπιγγες ηχούσι. ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ΕΡΩΣ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Εύχομαι εις τους Θεούς, η σημερινή ημέρα να είναι ευτυχής διά τον Αντώνιον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είθε αι συμβουλαί και αι ουλαί σου να μ' έπειθον άλλοτε να πολεμήσω κατά ξηράν!

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Αν το είχες κάμη, οι αυτομολήσαντες βασιλείς και ο στρατιώτης ο οποίος σε άφησε σήμερον, θα ηκολούθουν τα βήματά σου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ποίος εδραπέτευσε σήμερον;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ποίος; εκείνος όστις ήτο πάντοτε πλησίον σου. Κάλεσε τον Αινόβαρβον· δεν θα σε ακούση, ή θα σου φωνάξη από το στρατόπεδον του Καίσαρος: «Δεν είμαι πλέον ιδικός σου».

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τι λέγεις;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Είναι με τον Καίσαρα, στρατηγέ!

ΕΡΩΣ. Αλλά δεν επήρε μαζύ του ούτε τα κιβώτια ούτε τους θησαυρούς του, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Έφυγε;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Βεβαιότατα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ύπαγε, Έρως· στείλε του τους θησαυρούς του. Ύπαγε· μη κράτησης το παραμικρόν, σε διατάσσω. Γράψε εις αυτόν, — θα την υπογράψω — επιστολήν του αποχαιρετισμού λίαν ευγενή. Ειπέ ότι εύχομαι να μη δοθή ποτέ πλέον αφορμή ν' αλλάξη κύριον. Ω, η τύχη μου διέφθειρε και τους τιμίους, Σπεύσον! ο Αινόβαρβος! (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Στρατόπεδον τον Καίσαρος προ της Αλεξανδρείας. Σαλπίσματα.

ΚΑΙΣΑΡ, ΑΓΡΙΠΠΑΣ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.

ΚΑΙΣΑΡ. Προχώρησε, Αγρίππα, και άρχισε την μάχην· η θέλησις ημών είναι να συλληφθή ζων ο Αντώνιος. Γνωστοποίησε αυτήν.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Εις τας διαταγάς σου, (Εξέρχεται ο Αγρίππας).

ΚΑΙΣΑΡ. Πλησιάζει ο καιρός της παγκοσμίου ειρήνης· αν η ημέρα αύτη αποβή ευτυχής, η ελαία θ' αναθάλλη ελευθέρως εις τας τρεις γωνίας του κόσμου. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος).

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ο Αντώνιος έφθασεν εις το πεδίον της μάχης.

ΚΑΙΣΑΡ. Διάταξε τον Αγρίππαν να τοποθετήση τους φυγάδας εις την εμπροσθοφυλακήν, ίνα ο Αντώνιος εξαντλήση πως την οργήν του εναντίον των ιδικών του.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ο Αλεξάς εστασίασε· μετέβη εις την Ιουδαίαν δι' υποθέσεις του Αντωνίου και εκεί έπεισε τον Ηρώδην να ενωθή μετά του Καίσαρος και εγκαταλείψη τον κύριον αυτού Αντώνιον. Ο δε Καίσαρ απηγχόνισεν αυτόν διά τας υπηρεσίας του ταύτας. Ο Κανίδιος και όσοι άλλοι ηυτομόλησαν, έχουν μεν υπηρεσίαν, ουδεμιάς όμως απολαύουσιν εμπιστοσύνης. Κακώς εφέρθην, τόσω δε πικρώς μέμφομαι εμαυτόν διά τούτο, ώστε ουδέποτε πλέον θα αισθανθώ χαράν. (Εισέρχεται στρατιώτης του Καίσαρος).

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ο Αντώνιος, Αινόβαρβε, σου στέλλει όλους τους θησαυρούς σου, και δείγματα τινα της μεγαλοδωρίας του. Ο απεσταλμένος ήλθεν εδώ υπό την προστασίαν μου, και τώρα είναι εις την σκηνήν σου, όπου ξεφορτώνει τους ημιόνους του.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Σου τους χαρίζω.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μη με περιγελάς, Αινοβάρβε· σου λέγω την αλήθειαν. Θα έκαμνες καλά να συνοδεύσης τον κομιστήν έως ότου εξέλθη από το στρατόπεδον. Θα το έκαμνα εγώ αν δεν ήμην σκοπός. Ο αυτοκράτωρ σας εξακολουθεί ακόμη να είναι Ζευς.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Είμαι φαυλότατος του κόσμου· το αισθάνομαι πλειότερον παντός άλλου. Τίνι τρόπω, ω Αντώνιε, ω μεταλλείον γενναιοδωρίας, ήθελες ανταμείψη καλυτέρας μου υπηρεσίας, αφού στέλλεις χρυσούν στέφανον εις την αισχράν διαγωγήν μου; Εξογκούται η καρδία μου και αν η θλίψις δεν κατασυντρίψη αυτήν, τρόπος ταχύτερος θα καταστρέψη την θλίψιν. Αλλά αισθάνομαι ότι θα επαρκέση η θλίψις. Εγώ να πολεμήσω εναντίον σου! Όχι… θα ζητήσω τάφρον και εντός αυτής ν' αποθάνω· η μάλλον βορβορώδης τάφρος, είναι η μάλλον αρμόζουσα εις το τελευταίον μέρος του βίου μου. (Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Το μεταξύ των δύο στρατοπέδων πεδίον της μάχης. Ακούεται θόρυβος συμπλοκής, σαλπίσματα και κρότος τυμπάνων. ΑΓΡΙΠΠΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ας υποχωρήσωμεν· πάρα πολύ επροχωρήσαμεν. Και αυτός ο Καίσαρ αγωνίζεται ερρωμένως· η αντίστασις είναι μεγαλειτέρα παρ' ό,τι επεριμένομεν. (Εξέρχονται· ο κρότος της μάχης εξακολουθεί. Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά του Σκάρρου πληγωμένου),

ΣΚΑΡΡΟΣ. Αυτός είναι πόλεμος, ανδρείε αυτοκράτορ! Αν από την αρχήν εμαχόμεθα τοιουτοτρόπως, θα τους ετρέπομεν εις φυγήν κατασυντετριμμένους.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Το αίμα σου ρέει αφθόνως.

ΣΚΑΡΡΟΣ. Είχον εδώ μίαν πληγήν η οποία είχε το σχήμα Τ, αλλά τώρα έγινε Η.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Υποχωρούν.

ΣΚΑΡΡΟΣ. Θα τους καταδιώξωμεν μέχρις εσχάτων. Έχω ακόμη θέσιν δι' έξ πληγάς, (Εισέρχεται ο Έρως).

ΕΡΩΣ. Εδιώχθησαν, στρατηγέ, και η επιτυχία μας είναι λαμπρά νίκη.

ΣΚΑΡΡΟΣ. Ας τους πελεκήσωμεν και ας συλλάβωμεν αυτούς ως λαγωούς, Είναι διασκέδασις να κτυπά τις τους φεύγοντας.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα σε ανταμείψω άπαξ διά την φαιδρότητά σου και δεκάκις διά την ανδρείαν σου. Εμπρός.

ΣΚΑΡΡΟΣ. Θα ακολουθήσω, ας είμαι και χωλός ακόμη.

ΣΚΗΝΗ Η'.

Υπό τα τείχη της Αλεξανδρείας. Κρότος πολέμου. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΣΚΑΡΡΟΣ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τον κατεδιώξαμεν μέχρι του στρατοπέδου του. Ας σπεύση τις να αναγγείλη εις την βασίλισσαν τα κατορθώματά μας. Αύριον πριν ή μας ίδη ο ήλιος θα χύσωμεν το αίμα, το οποίον μας διέφυγε σήμερον. Σας ευχαριστώ όλους, διότι είσθε ανδρείοι και επολεμήσατε ουχί ως υπηρετούντες αγώνα τρίτου, αλλ' ως εάν ο αγών μου ούτος ήτο αγών εκάστου υμών. Ανεδείχθητε όλοι Έκτορες. Εισέλθετε εις την πόλιν, εναγκαλισθήτε τας συζύγους και τους φίλους και διηγηθήτε εις αυτούς τα ανδραγαθήματά σας· της χαράς των τα δάκρυα θα πλύνουν το πηγμένον αίμα των τραυμάτων σας, τα δε φιλήματά των θα επουλώσωσι τας ενδόξους πληγάς σας. (Εις τον Σκάρρον). Δος μου την χείρα σου. (Εισέρχεται η Κλεοπάτρα μετά της συνοδείας της). Εις την μεγάλην ταύτην μάγισσαν θα επαινέσω τα κατορθώματά σου, ίνα ευχαριστούσα σε ευλογήση. — Ω συ, φως του κόσμου, περίπτυξον τον σιδηρόφρακτόν μου λαιμόν, και ρίφθητι χωρίς να σε εμποδίση το πάχος του θώρακός μου επί την καρδίαν μου, ίνα αισθανθής τους τιναγμούς των θριαμβευτικών αυτής παλμών.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω βασιλεύ βασιλέων! Ω άπειρος ανδρεία! Έρχεσαι λοιπόν περιχαρής, διαφυγών την μεγάλην παγίδα του κόσμου;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τους εστείλαμεν να κοιμηθούν, αηδονάκι μου. Πώς, κόρη μου; μολονότι πολιαί τρίχες αρχίζουν ν' αναμιγνύωνται κάπως με τας μελανάς, έχω όμως εγκέφαλον ζωογονούντα τα νεύρα μου, ώστε να δύναμαι και προς νέους να διαγωνισθώ. Παρατήρησε τον άνθρωπον τούτον. Επίτρεψε εις αυτόν να φιλήση την συμπαθή χείρα σου. Φίλησέ την, πολεμιστά μου. Επολέμησε σήμερον ως θεός, όστις μισών το ανθρώπινον γένος, έλαβε την μορφήν αυτού διά να το καταστρέψη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κατάχρυσον πανοπλίαν θα σου δώσω, φίλε, ανήκουσάν ποτε εις βασιλέα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είναι άξιος αυτής, και απαστράπτουσα εξ αδαμάντων, ως το ιερόν άρμα του Φοίβου, αν ήτο. Δος μου το χέρι σου· ας εισέλθωμεν φαιδροί εις την Αλεξάνδρειαν, φέροντες τας ως ημείς κατακτυπημένας ασπίδας μας. Αν το μέγα ημών ανάκτορον ηδύνατο να χωρέση όλον τον στρατόν, θα εδειπνούμεν πάντες ομού και θα επίνομεν υπέρ της επιτυχίας της αυριανής ημέρας, η οποία υπόσχεται κίνδυνον άξιον βασιλέως. Σάλπιγγες γεμίσετε την πόλιν με τον μετάλλινον ήχον σας και ενώσατε αυτόν μετά του παταγώδους κρότου των τυμπάνων, έως ότου αντηχήσουν ο ουρανός και η γη, την άφιξιν ημών επευφημούντες.

ΣΚΗΝΗ Θ'.

Στρατόπεδον του Καίσαρος.

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Αν δεν μας αλλάξουν σε μια ώρα, πρέπει να πάμε εις το φυλακείον· η νύκτα είναι φωτεινή, και λέγουν ότι εις τας δύο το πρωί θα παραταχθώμεν εις μάχην.

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Η υστερινή ημέρα ήτο πολύ κακή για 'μάς.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Έσο μάρτυς, ω νυξ.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ποιος είν' αυτός ο άνθρωπος;

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας πλησιάσωμεν να τον ακούσωμεν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Όταν την μνήμην των αυτομόλων κηλιδώση η ιστορία, έσο μάρτυς, ω Θεία σελήνη, ότι ο ατυχής Αινόβαρβος μετεμελήθη ενώπιόν σου!

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Αινόβαρβος!

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Σιωπή ν' ακούσωμεν ακόμη.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ω αληθούς βαρυθυμίας βασίλισσα, χύσον επ' εμού τα δηλητηριώδη υγρά της νυκτός, ίνα η κατά της θελήσεώς μου αποστατούσα ζωή αποσπασθή απ' εμού. Κατά του σκληρού λίθου του σφάλματός μου ρίψε την καρδίαν μου, ήτις αποξηρανθείσα εκ της λύπης θα κατασυντριβή, και θέση τέρμα εις όλας τας αγενείς μου σκέψεις. Ω Αντώνιε, ούτινος η ευγένεια υπερτερεί την ατιμίαν της αυτομολίας μου· συ μεν συγχώρησέ με, αλλ' άφες τον κόσμον να με κατατάξη μεταξύ των δραπετών και φυγάδων! (Αποθνήσκει).

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας του 'μιλήσωμεν.

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας τον ακούσωμεν, διότι εκείνα, τα οποία λέγει ημπορεί να είναι διά τον Καίσαρα.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ναι, έτσι να κάμωμεν, αλλ' αυτός κοιμάται. Εγώ θαρρώ πως λιποθυμά, γιατί προσευχή τόσο κακή σαν τη δική του, δεν είναι για ύπνο.

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας πάμε κοντά του.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ξύπνα, ξύπνα, κύριε, 'μίλησέ μας.

Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Δεν ακούς, κύριε;

Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Το χέρι του θανάτου είναι απάνω του. Ακούσατε! (Ακούεται κρότος τύμπανων μακρόθεν). Τα τύμπανα ξυπνούν μεγαλοπρεπώς τους στρατιώτας. Ας τον φέρωμεν εις το φυλακείον. Είναι άνθρωπος σπουδαίος· η ώρα μας επέρασε με το παραπάνω.

Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Εμπρός λοιπόν ημπορεί ακόμα να γιατρευθή. (Εξέρχονται φέροντες το σώμα).

ΣΚΗΝΗ Ι'.

Μεταξύ των δύο στρατοπέδων. Εισέρχεται ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΣΚΑΡΡΟΣ μετά στρατιωτών βαδιζόντων εν τάξει.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σήμερον ετοιμάζονται προς ναυμαχίαν· δεν τους αρέσκομεν κατά ξηράν.

ΣΚΑΡΡΟΣ. Ετοιμάζονται και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Επεθύμουν να επολέμουν και εις το πυρ και εις τον αέρα· και εκεί ακόμη ήθελον τους προσβάλει. Ιδού πώς διέταξα τα πράγματα. Το πεζικόν θα καταλάβη υπό τας διαταγάς μου τους παρά την πόλιν λόφους, οπόθεν δυνάμεθα να διακρίνωμεν τον αριθμόν των πλοίων και τας κινήσεις αυτών. — Διαταγαί εδόθησαν διά την ναυμαχίαν και ο στόλος αυτών εξήλθε του λιμένος, (Εξέρχονται. Εισέρχεται ο Καίσαρ ηγούμενος του στρατού αυτού),

ΚΑΙΣΑΡ. Κατά ξηράν θα μείνωμεν ακίνητοι, εκτός εάν προσβληθώμεν, όπερ όμως νομίζω δεν θα συμβή, διότι το μεγαλείτερον μέρος των δυνάμεών του εστάλη εις τα πλοία. Σπεύσωμεν εις τας κοιλάδας διά να καταλάβωμεν τας μάλλον επικαίρους θέσεις. (Εξέρχονται. Εισέρχεται πάλιν ο Αντώνιος μετά του Σκάρρου).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν συνεπλάκησαν ακόμη. Εκ του μέρους όπου υψούται η πεύκη εκείνη θα δυνηθώ να διακρίνω τα πάντα· θα σου είπω ταχέως πώς φαίνονται τα πράγματα, (Εξέρχεται).

ΣΚΑΡΡΟΣ. Χελιδόνες έκτισαν τας φωλεάς των επί των πλοίων της Κλεοπάτρας· οι οιωνοσκόποι λέγουν ότι δεν ηξεύρουν — δεν δύνανται να ειπούν — φαίνονται άθυμοι — δεν τολμούν να εκφράσουν ό,τι γνωρίζουν. Ο Αντώνιος είναι και σφριγών και εν ταυτώ φαίνεται και καταβεβλημένος, η δε ταραγμένη τύχη του δίδει εις αυτόν εκ διαλειμμάτων ελπίδας και φόβους δι' ό,τι έχει και δι' ό,τι δεν έχει. (Εισέρχεται πάλιν ο Αντώνιος).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απώλετο το παν! Η βδελυρά αύτη Αιγυπτία με επρόδωσεν· ο στόλος μου παρεδόθη εις τον εχθρόν. Εκεί, κάτω ανευφημούσι και οργιάζουσιν, ως φίλοι προ πολλού χωρισθέντες. Συ, τρις εταίρα, με επώλησες εις τον αρχάριον τούτον, και μόνον κατά σου εξανίσταται η καρδία μου. — Διάταξε αυτούς να φύγουν, διότι όταν εκδικηθώ την μάγισσαν, θα τελειώσουν όλα δι' εμέ· διάταξε αυτούς να φύγουν πήγαινε. (Εξέρχεται ο Σκάρρος). Ω ήλιε, δεν θα ίδω πλέον την ανατολήν σου. Εδώ η τύχη αποχωρίζεται του Αντωνίου· εδώ αποχαιρετιζόμεθα. Ούτω λοιπόν απέληξαν όλα; Αι καρδίαι, αίτινες με ηκολούθουν ως κυνάριον, και εις τας οποίας εχορήγουν ό,τι επεθύμουν, διαλύονται και σταλάζουν το μέλι των επί του ευδαίμονος Καίσαρος. Απεφλοιώθη δε η πάντας σκιάζουσα γηραιά πεύκη. Επροδόθην. Ω, η ψευδής αύτη ψυχή της Αιγυπτίας! Η ολεθρία εκείνη γόησσα, της οποίας το βλέμμα προεκάλει ή ανέστελλε τους πολέμους μου, ο κόλπος της οποίας ήτο ο τελικός σκοπός του βίου μου, με εξηπάτησεν ως γνησία αθιγγανίς, και με εβύθισε μέχρι του πυθμένος της καταστροφής. Ε! Έρως! Έρως! (Εισέρχεται η Κλεοπάτρα), Α! οπίσω, οπίσω, μάγισσα!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Διατί ο σύζυγος μου μαίνεται τόσον κατά της αγάπης του;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φύγε απ' εδώ, ή θα σε μεταχειρισθώ όπως σου πρέπει και θα αμαυρώσω τον θρίαμβον του Καίσαρος. Ας σε συλλάβη και ας σε φέρη ενώπιον του φωνασκούντος όχλου· ακολούθησε το άρμα του, ως η μεγίστη κηλίς του φύλου σου, δεικνυομένη ως τέρας, αντί ολιγίστων χρημάτων, εις τους βλακιοστάτους θεατάς. Ας ξεσχίση το πρόσωπόν σου η υπομονητική Οκταβία διά των οξέων ονύχων της. (Εξέρχεται η Κλεοπάτρα). Καλά έκαμες να φύγης, αν το ζην είναι καλόν· αλλά θα ήτο προτιμότερον να έπιπτες υπό την οργήν μου, διότι ο θάνατος θα σε απήλλασσε πολλών άλλων. — Έρως. Ε! Επ' εμού φέρω τον χιτώνα του Νέσου. Δίδαξέ με την οργήν σου, ω πρόγονέ μου Αλκίδη, διά να πετάξω τον Λίχαν επί των κεράτων της σελήνης, και διά χειρών ομοίων προς εκείνας, αίτινες εκράτησαν το βαρύτερον ρόπαλον, να καταστρέψω εμαυτόν. Θ' αποθάνη η μάγισσα. Μ' επώλησεν εις τον Ρωμαίον νεανίσκον και πίπτω θύμα της συνωμοσίας της. Θα το πλήρωση διά του θανάτου της. Έρως. Ε!

ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.

Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τω ανακτόρω της Κλεοπάτρας. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ, ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Βοηθήσατέ με, θεράπαιναί μου! Ω! και του Τελαμωνίου η μανία διά την ασπίδα του Αχιλλέως ήτο μετριωτέρα της ιδικής του· ούτε της Θεσσαλίας ο Ταύρος είχε ποτε τοιαύτην θηριωδίαν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πήγαινε εις τον τάφον, κλείσου εκεί και μήνυσέ του ότι απέθανες. Δεν δοκιμάζει μεγαλειτέραν αγωνίαν το σώμα όταν χωρίζεται από την ψυχήν από εκείνην την οποίαν δοκιμάζει όταν χάνη το μεγαλείον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Υπάγωμεν εις το μνημείον. Ύπαγε να του ειπής, Μαρδιανέ, ότι ηυτοκτόνησα, και ότι η τελευταία μου λέξις ήτο «Αντώνιος»· σε παρακαλώ δε να το προφέρης με τρόπον, ώστε να τον συγκινήσης· πήγαινε, Μαρδιανέ, και επίστρεψε να μου ειπής πώς εκλαμβάνει τον θάνατον μου. — Υπάγωμεν εις το μνημείον.

ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.

Άλλο δωμάτιον, ΑΝΤΩΝΙΟΣ και ΕΡΩΣ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Με βλέπεις ακόμη, Έρως;

ΕΡΩΣ. Ναι, γενναίε στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ενίοτε βλέπομεν νέφος έχον σχήμα δράκοντος, άλλοτε πάλιν ατμόν ομοιάζοντα προς άρκτον, λέοντα, πυργοειδές φρούριον, προς βράχον κρεμάμενον, προς κωνοειδές όρος ή προς κυανούν ακρωτήριον, φέρον επ' αυτού δένδρα, ταύτα δε πάντα κλίνοντα προς την γην, και απατώντα τους οφθαλμούς ημών διά του αέρος. Είδες τα σημεία ταύτα; είναι τα απαίσια θεάματα της Εσπέρας.

ΕΡΩΣ. Ναι, στρατηγέ μου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εκείνο το οποίον τώρα φαίνεται ίππος, πριν ή προφθάσης να το σκεφθής, εξαφανίζεται υπό του ατμού, και καθίσταται δυσδιάκριτον όπως το ύδωρ εν τω ύδατι.

ΕΡΩΣ. Ναι, άρχον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Και ο στρατηγός σου, αγαπητέ μου Έρως, είναι τώρα όμοιος προς τα φαινόμενα εκείνα. Είμαι ακόμη ο Αντώνιος, δεν δύναμαι όμως, φίλε μου, να διατηρήσω το ορατόν αυτό σχήμα. Τον πόλεμον τούτον επεχείρησα χάριν της βασιλίσσης της Αιγύπτου, αλλ' η βασίλισσα — της οποίας την καρδίαν ενόμιζον ότι κατείχον, όπως αύτη κατείχε την ιδικήν μου, ήτις εφ' όσον ήτον ιδική μου, προσήλωνεν εις εαυτήν μυρίας άλλας, νυν εξαφανισθείσας — αύτη, Έρως, συνεννοηθείσα μετά του Καίσαρος, εδολιεύθη την δόξαν μου, χάριν του θριάμβου του εχθρού μου. Ε! μη κλαίης, αγαπητέ Έρως· εμείναμεν ημείς αυτοί διά να θέσωμεν τέρμα εις τον βίον μας — Ω η αισχρά κυρία σου! (Εισέρχεται ο Μαρδιανός). Αύτη μου αφήρπασε το ξίφος!

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Όχι, Αντώνιε, η κυρία μου σε ηγάπα και είχε καθ' ολοκληρίαν συνδέση την τύχην της μετά της ιδικής σου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φύγ' απ' εδώ, αναίσχυντε ευνούχε! Σιώπα! Μ' επρόδωσε και θ' αποθάνη.

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Ο θάνατος είναι χρέος, το οποίον άπαξ μόνον πληρώνεται. Το χρέος τούτο το επλήρωσεν αύτη. Εκείνο το οποίον ήθελες να κάμης, έγινε και άνευ σου. Αι τελευταίαι λέξεις, τας οποίας επρόφερεν, ήσαν: «Αντώνιε, ευγενέστατε Αντώνιε». Στεναγμοί οδύνης διέκοψαν τότε το όνομα «Αντώνιος» και διεσπάσθη μεταξύ της καρδίας και των χειλέων της· παρέδωκε το πνεύμα, έχουσα θαμμένον εν εαυτή το όνομά σου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απέθανε λοιπόν;

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Απέθανε.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αφόπλισέ με, Έρως· ετελείωσεν η εργασία της μακράς ημέρας και πρέπει να κοιμηθώμεν. Το ν' απέλθης σώος, είναι γενναία αμοιβή διά την εργασίαν σου. Πήγαινε, κρημνίσου. (Εξέρχεται ο Μαρδιανός). Ούτε του Αίαντος η επταβόειος ασπίς θα δυνηθή να περιστείλη τους ισχυρούς παλμούς της καρδίας μου· ω, ανοίξατε πλευρά μου! ανάπτυξον άπαξ, καρδία μου, δύναμιν μεγαλειτέραν από το περικλείον σε στήθος, και διάρρηξον το εύθραστον περίβλημά σου! — Σπεύσον, Έρως, σπεύσον. — Δεν είμαι πλέον στρατιώτης. Φύγετε, ω τεθραυσμένα λείψανα της πανοπλίας μου· σας έφερα εντίμως. (Προς τον Έρωτα). Άφες με ολίγον. (Εξέρχεται ο Έρως). Θα σε προφθάσω, Κλεοπάτρα, και κλαίων θα ζητήσω συγγνώμην. Ούτω πρέπει να πράξω διότι τώρα πάσα βραδύτης είναι βάσανος. Κατακλιθώμεν και μη χρονοτριβώμεν πλέον, αφ' ου εσβέσθη η λαμπάς. Πάσα προσπάθεια αποβαίνει τώρα ανωφελής· ναι, και αυτή η δύναμις περιέρχεται εις αμηχανίαν εκ των προσπαθειών αυτής· ας θέσωμεν λοιπόν την σφραγίδα και τελειώνουν όλα, Έρως! — Έρχομαι, βασίλισσά μου. Έρως! — περίμενέ με. Εκεί, όπου αι ψυχαί αναπαύονται επί των ανθέων, θα βαίνωμεν κρατούμενοι εκ της χειρός, και διά του φαιδρού ημών ύφους θα επισύρωμεν εφ' ημών τα βλέμματα των φασμάτων. Και η Διδώ και ο Αινείας θα μείνουν άνευ συνοδείας, και πάντες θα σπεύσωσι προς ημάς. Ελθέ, Έρως, Έρως! (Εισέρχεται ο Έρως).

ΕΡΩΣ. Τι θέλει ο στρατηγός μου;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τόσον άτιμος είναι ο βίος τον οποίον διάγω από του θανάτου της Κλεοπάτρας, ώστε οι θεοί βδελύσσονται την χαμέρπειάν μου. Εγώ, ο διά του ξίφους μου διαχωρίσας τον κόσμον και διά των στόλων μου σχηματίζων πόλεις επί της κυανής επιφανείας της θαλάσσης, να καταδικάζω εμαυτόν, κατώτερον γυναικός, ως προς το θάρρος; δεν έχω την ψυχικήν ευγένειαν εκείνης, η οποία διά του θανάτου αυτής λέγει προς τον Καίσαρα: «Εγώ ενίκησα εμαυτήν». Ορκίσθης, Έρως, όταν επέλθη ανάγκη — και όντως ήλθε τώρα — όταν δεν θα ηδυνάμην ν' αποφύγω το αίσχος και το όνειδος να με φονεύσης κατά διαταγήν μου· πράξον αυτό. Έφθασεν η ώρα· δεν κτυπάς εμέ αλλά τον Καίσαρα, του οποίου καταστρέφεις τα σχέδια. Θάρρει, Έρως!

ΕΡΩΣ. Ο θεός φυλάξοι! Να πράξω εκείνο το οποίον όλα τα εχθρικά βέλη των Πάρθων δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσουν;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ήθελες, Έρως, να ίδης εκ των παραθύρων της Μεγάλης Ρώμης τον κύριόν σου βαδίζοντα με εσταυρωμένας χείρας, κλίνοντα τον καμφθέντα αυχένα του και με πρόσωπον κατησχυμένον, το δε προπορευόμενον άρμα του ευτυχούς Καίσαρος να στιγματίζη το αίσχος του ακολουθούντος;

ΕΡΩΣ. Δεν ήθελα να το ίδω.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ελθέ λοιπόν, διότι πρέπει να ιαθώ διά μιας πληγής· σύρε το έντιμον εκείνο ξίφος, το οποίον προσέφερε τόσας υπηρεσίας εις την πατρίδα σου.

ΕΡΩΣ. Ω συγχώρησέ με, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν ωρκίσθης, όταν σε ηλευθέρωσα, να κάμης τούτο όταν σε διατάξω; Κάμε το παρευθύς, ή θα θεωρήσω όλας τας προτέρας υπηρεσίας σου ως ασκόπως και κατά τύχην γενομένας. Σύρε και πλησίασε.

ΕΡΩΣ. Στρέψον απ' εμού την ευγενή εκείνην φυσιογνωμίαν επί της οποίας ενυπάρχει η μεγαλοπρέπεια κόσμου ολοκλήρου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. (Στρέφων το πρόσωπον) Ιδού!

ΕΡΩΣ. Έσυρα το ξίφος.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λοιπόν ας εκτελέση πάραυτα την πράξιν διά την οποίαν το έσυρες.

ΕΡΩΣ. Αγαπητέ μου κύριε, στρατηγέ μου και αυτοκράτορ, άφες με να σου είπω «χαίρε», πριν καταφέρω το θανατηφόρον τούτο κτύπημα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Το είπες, φίλε· χαίρε.

ΕΡΩΣ. Χαίρε, έξοχε στρατηγέ. Να κτυπήσω τώρα;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κτύπα, Έρως.

ΕΡΩΣ. Ιδού λοιπόν. (Πίπτει επί του ξίφους του). Τοιουτοτρόπως αποφεύγω την λύπην του θανάτου του Αντωνίου. (Αποθνήσκει).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ω τρις ευγενέστερε εμού! Με διδάσκεις, ω ανδρείε Έρως, ό,τι εγώ ώφειλον να πράξω, και όπερ συ δεν ηδυνήθης να εκτελέσης (22). Η βασίλισσά μου και ο Έρως με υπερέβησαν εγγράψαντες προ εμού διά του ανδρείου παραδείγματός των πράξιν γενναίαν εν τη ιστορία. Αλλά θα γίνω μνηστήρ του θανάτου μου και θα ριφθώ εις τας αγκάλας του ως εις κλίνην ερωμένης. Εμπρός λοιπόν! Έρως, ο κύριός σου αποθνήσκει μαθητής σου. Την πράξιν ταύτην (πίπτει επί του ξίφους του) εδιδάχθην παρά σου. Πώς; δεν απέθανα ακόμη; δεν απέθανα; Ε! φύλακες! Ε! αποτελειώσατέ με, (Εισέρχεται ο Δερκέτας μετά φυλάκων).

Α’. ΦΥΛΑΞ. Τι τρέχει;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν έκαμα καλά την εργασίαν μου. Φίλοι — τελειώσατε ό,τι ήρχισα.

Β'. ΦΥΛΑΞ. Έδυσε το άστρον.

Α'. ΦΥΛΑΞ. Και ήλθε το πλήρωμα του χρόνου.

ΟΛΟΙ. Ω συμφορά! αλλοίμονον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας με φονεύση όστις από σας με αγαπά.

Α’. ΦΥΛΑΞ. Όχι εγώ.

Β'. ΦΥΛΑΞ. Ούτ' εγώ.

Γ'. ΦΥΛΑΞ. Ούτε κανείς, (Εξέρχονται οι φύλακες).

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Ο θάνατος και η τύχη σου τρέπουν εις φυγήν τους οπαδούς σου. Αρκεί μόνον να δείξω εις τον Καίσαρα το ξίφος τούτο και να του φέρω την αγγελίαν, διά ν' αποκτήσω την εύνοιάν του. (Εισέρχεται ο Διομήδης).

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πού είναι ο Αντώνιος;

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Εκεί, Διομήδη, εκεί.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ζη; δεν αποκρίνεσαι, ω άνθρωπε;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Συ είσαι, Διομήδη; σύρε το ξίφος σου και κτύπησέ με έως ότου ν' αποθάνω.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Υπέρτατε κύριε, η κυρία μου Κλεοπάτρα μ' έστειλε προς σε.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πότε σε έστειλε;

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τώρα, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πού είναι;

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κλεισμένη εις τον τάφον της. Είχεν οδυνηράν προαίσθησιν των συμβάντων. Όταν είδεν ότι την υπώπτευσες ως συνεννοουμένην μετά του Καίσαρος — πράγμα, όπερ ουδέποτε θα πράξη — και ότι δεν ήτο δυνατόν να κατευνασθή η οργή σου, σου εμήνυσεν ότι απέθανεν, αλλά φοβουμένη τα αποτελέσματα της αγγελίας, μ' έστειλε να σου φανερώσω την αλήθειαν, πλην φοβούμαι ότι έφθασα πολύ αργά.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πολύ αργά, φίλτατε Διομήδη· κάλεσε τους φύλακάς μου.

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ε! φύλακες του αυτοκράτορος! φύλακες, τρέξατε· σας ζητεί ο αυτοκράτωρ, (Εισέρχονται οι φύλακες).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φέρετέ με, φίλοι, πλησίον της Κλεοπάτρας. Είναι η τελευταία υπηρεσία την οποίαν σας διατάσσω.

Α’. ΦΥΛΑΞ. Δυστυχία μας! Διατί να μη ζήση ο άρχων και να ίδη τον θάνατον όλων των πιστών οπαδών σου!

ΟΛΟΙ. Ω! βαρείας συμφοράς ημέρα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη παρέχετε, καλοί μου φίλοι, εις την αδυσώπητον μοίραν αφορμήν να ευχαριστηθή διά την λύπην σας. Δεχθήτε απαθώς ό,τι έρχεται προς τιμωρίαν μας! τιμωρούμεν και ημείς αυτήν όταν φαινώμεθα ότι το υποφέρομεν αλύπως. — Σηκώσατέ με! Πολλάκις σας ωδήγησα· φέρετε μέ και σεις τώρα, αγαπητοί, μου φίλοι, και δεχθήτε όλοι τας ευχαριστίας μου.

(Εξέρχονται φέροντες τον Αντώνιον).

ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.

Τάφος. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω ποτέ πλέον δεν θα εξέλθω απ' εδώ Χάρμιον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Παρηγορήσου, αγαπητή κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Όχι! δεν θέλω· δέχομαι ευχαρίστως τα φοβερώτατα και τα μάλλον απροσδόκητα συμβάντα, αλλά περιφρονώ τας παρηγορίας· το μέγεθος της λύπης μου, ανάλογον προς την αιτίαν αυτής, πρέπει να είναι τοιούτον, οποίον είναι και το παράγον αυτήν αίτιον. (Φθάνει ο Διομήδης). Πώς! απέθανε!

ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ο θάνατος είναι επάνω του, αλλά δεν απέθανε. Παρατήρησε από το άλλο μέρος του τάφου· φέρεται από τους φύλακάς του. (Φθάνει ο Αντώνιος φερόμενος υπό των φυλάκων)

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καύσον, ήλιε, την μεγάλην σφαίραν, εντός της οποίας περιστρέφεσαι! σκότη, καλύψατε την άστατον παραλίαν του κόσμου! ω Αντώνιε! Αντώνιε! Αντώνιε! Βοήθησέ με Χάρμιον, βοήθησον Ειράς, βοηθήσατε και σεις φίλοι, διά να τον σύρωμεν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σιωπή. Δεν κατέβαλε τον Αντώνιον η ανδρεία του Καίσαρος, αλλ' ο Αντώνιος ενίκησεν εαυτόν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ούτως έπρεπε να γίνη, μόνος ο Αντώνιος να καταβάλη τον Αντώνιον. Αλλ' οποία συμφορά ότι το πράγμα έγινεν ούτω.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αποθνήσκω, βασίλισσα της Αιγύπτου, αποθνήσκω· θα ενοχλήσω μόνον ολίγον τον θάνατον, έως ότου επιθέσω το τελευταίον ασθενές μου φίλημα επί των χειλέων εκείνων τα οποία μυριάκις εφίλησα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν τολμώ, φίλτατέ μου — συγγνώμην αγαπητέ μου σύζυγε — δεν τολμώ, φοβούμαι μη συλληφθώ· δεν θα κοσμήσω ποτέ διά της παρουσίας μου την δεσποτικήν επίδειξιν του ευτυχούς Καίσαρος. Εάν το εγχειρίδιον, το δηλητήριον, ο όφις, έχουν αιχμήν, ενέργειαν ή κέντημα, είμαι ασφαλής· η σύζυγός σου Οκταβία, η ψευδοσώφρων εκείνη και ψυχρά, δεν θα λάβη ποτέ την τιμήν να με υβρίση διά της περιφρονήσεώς της. Ελθέ, ελθέ, Αντώνιε· βοηθήσατέ με, γυναίκες μου· πρέπει να τον ανασύρωμεν· βοηθήσατε, καλοί μου φίλοι.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ω ταχέως, διότι αποθνήσκω.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδού πραγματική άσκησις! Πόσον βαρύς είναι ο σύζυγος μου! Η λύπη μας αφαιρεί την δύναμιν και τούτο αυξάνει το βάρος. Αν είχα την δύναμιν της μεγάλης Ήρας, αι πτέρυγες του Ερμού ήθελον σε σηκώση και τοποθετήση πλησίον του Διός. Αλλά, ακόμη ολίγη δύναμις. — Παραλογίζεται πάντοτε ο έχων επιθυμίας. — Ω! ελθέ, ελθέ, ελθέ. Καλώς ήλθες, (Ανασύρουσι τον Αντώνιον). Απόθανε εκεί όπου έζησες, και ανάζησε υπό των φιλημάτων μου· αν τα χείλη μου είχον τοιαύτην δύναμιν, θα εφθείροντο εις την εργασίαν ταύτην.

ΟΛΟΙ. Ω άξιον οίκτου θέαμα!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αποθνήσκω, Αιγυπτία, αποθνήσκω· δος μου ολίγον οίνον και άφες με να ομιλήσω.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Άφες με να ομιλήσω και να υβρίσω τόσον, ώστε η επίβουλος οικοδέσποινα τύχη, παροργιζομένη εκ των ύβρεών μου, να θραύση τον τροχόν της.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μίαν λέξιν, φιλτάτη βασίλισσα. Ζήτησε παρά του Καίσαρος την τιμήν και την ασφάλειάν σου. — Ω!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Άκουσε, αγαπητή μου. Εκ των περί τον Καίσαρα, εμπιστεύθητι μόνον εις τον Προκλήιον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Εις την απόφασίν μου μόνον και εις τας χείρας μου θα εμπιστευθώ. Εις ουδένα εκ των του Καίσαρος.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη θρηνής και μη λυπήσαι διά την περί το τέλος του βίου μου επελθούσαν μεταβολήν, αλλά καταπράυνε τας σκέψεις σου, αναπολούσα εις την μνήμην την προτέραν τύχην, ότε ήμην ο μέγιστος και επιφανέστατος ηγεμών του κόσμου. Και τώρα δε έτι δεν αποθνήσκω αγενώς, ούτε παραδίδω ανάνδρως την περικεφαλαίαν εις τον συμπολίτην μου, αλλά Ρωμαίος υπό Ρωμαίου ανδρείως νικηθείς. Η ψυχή μου με καταλείπει, δεν δύναμαι πλέον, (Αποθνήσκει).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αποθνήσκεις λοιπόν, ανδρών απάντων ευγενέστατε; Δεν φροντίζεις περί εμού; Θα μείνω λοιπόν εις τον βαρύθυμον τούτον τόπον, όστις άνευ σου είναι και χοιροκομείου χειρότερος; Ω ιδέτε, γυναίκες μου! διαλύεται το διάδημα του κόσμου. Σύζυγέ μου! Εμαράνθη του πολέμου ο στέφανος, έδυσε του στρατιώτου ο πολικός αστήρ· παίδες και κοράσια εξισούνται τώρα προς άνδρας· απέθανεν η εξοχότης και ουδέν αξιοσημείωτον έμεινεν υπό το φώς της σελήνης, (Λιποθυμεί).

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω, ησύχασε, κυρία!

ΕΙΡΑΣ. Απέθανε και αυτή, απέθανεν η βασίλισά μας.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Κυρία.

ΕΙΡΑΣ. Κυρία.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω κυρία, κυρία, κυρία!

ΕΙΡΑΣ. Βασίλισσα της Αιγύπτου, αυτοκράτειρα.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Σιωπή, σιωπή, Ειράς.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν είμαι πλέον η απλή γυνή, έχουσα τα αυτά πάθη με την χωρικήν, η οποία αμέλγει και εκτελεί τας βαναυσοτάτας εργασίας. Πριν ή αφαρπάσουν τον αδάμαντά μου είχα το δικαίωμα να ρίψω το σκήπτρον εις το πρόσωπον των υβριστών θεών και να είπω εις αυτούς ότι ο κόσμος ούτος ήτο ίσος προς τον ιδικόν των. Όλα είναι μηδέν, η υπομονή είναι ανοησία, η δε ανυπομονησία αρμόζει εις λυσσαλέον κύνα. Είναι λοιπόν αμάρτημα να ριφθή τις εις το υπόγειον οίκημα του θανάτου, πριν τολμήση ο θάνατος να έλθη προς ημάς; Πώς είσθε, αγαπηταί μου; τι τρέχει; τι τρέχει; θάρρος! λοιπόν, Χάρμιον! αγαπηταί μου κόραι! Ω ίδετε, κατηναλώθη, εσβέσθη η λαμπάς! Θάρρος, φίλοι μου (προς τους κάτω φύλακας), θα τον ενταφιάσωμεν, και, κατά την Ρωμαϊκήν συνήθειαν, θα πράξωμεν ό,τι ευγενές και γενναίον, ώστε και ο θάνατος να υπερηφανευθή καλών ημάς πλησίον αυτού. Ας εξέλθωμεν· εψυχράνθη το σκήνος της ευρείας ταύτης ψυχής. Ω έλθετε, γυναίκες μου, έλθετε. Οι μόνοι ημών φίλοι είναι η απόφασις και ο τάχιστος θάνατος.

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Στρατόπεδον του Καίσαρος έμπροσθεν της Αλεξανδρείας. Εισέρχονται ο ΚΑΙΣΑΡ, ο ΑΓΡΙΠΠΑΣ, ο ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ, ο ΜΑΙΚΗΝΑΣ, ο ΓΑΛΛΟΣ, ο ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ και άλλοι.

ΚΑΙΣΑΡ. Ύπαγε προς αυτόν, Δολοβέλλα, και προσκάλεσέ τον να παραδοθή. Ειπέ εις αυτόν ότι εις ην ευρίσκετο ελεεινήν κατάστασιν, πάσα χρονοτριβή προκαλεί την ημετέραν χλεύην.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Απέρχομαι, Καίσαρ, (Εξέρχεται ο Δολοβέλλας. — Εισέρχεται ο Δερκέζας κρατών το ξίφος του Αντωνίου).

ΚΑΙΣΑΡ. Τι σημαίνει τούτο; και τις είσαι συ ο τολμών ούτω να εμφανισθής ενώπιόν μου;

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Ονομάζομαι Δερκέτας· υπηρέτησα δε τον Μάρκον Αντώνιον, όστις κάλλιον παντός άλλου ήτο άξιος πιστοτάτης υπηρεσίας. Ήτο δε κύριός μου εφ' όσον έζη και ωμίλει, και διήνυσα τον βίον πολεμών τους εχθρούς αυτού. Αν ευαρεστήσαι να με προσλάβης εις την υπηρεσίαν σου, θα είμαι και προς τον Καίσαρα ό,τι ήμην προς εκείνον· αν δε δεν θέλης, τότε παραδίδω την ζωήν μου.

ΚΑΙΣΑΡ. Τι λέγεις;

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Λέγω, ω Καίσαρ, ότι απέθανεν ο Αντώνιος.

ΚΑΙΣΑΡ. Πτώσις τοιαύτη έπρεπε να παραγάγη κρότον μεγαλείτερον. Η υδρόγειος σφαίρα έπρεπε να τινάξη λέοντας εις τας οδούς των πόλεων, και πολίτας εις τα σπήλαια των λεόντων. Ο θάνατος του Αντωνίου δεν είναι θάνατος ιδιώτου· εν τω ονόματι τούτω εμπεριέχεται το ήμισυ του κόσμου.

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Απέθανε, Καίσαρ, όχι υπό των οργάνων της δικαιοσύνης ή μισθωτού εγχειριδίου, αλλ' αυτή εκείνη η χειρ ήτις ενεχάραξε την τιμήν αυτού επί των πράξεών της, διέσχισε την καρδίαν του με το θάρρος εκείνο το οποίον ήντλει εκ της καρδίας του. Ιδού το ξίφος του· το απέσυρα εκ της πληγής του· παρατήρησε αυτό, είναι αιματόφυρτον εκ του ευγενούς του αίματος.

ΚΑΙΣΑΡ. Σας βλέπω σκυθρωπούς, φίλοι· αλλά μα τους θεούς, η αγγελία αυτή πρέπει ν' αποσπάση δάκρυα και εκ των οφθαλμών των βασιλέων.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Είναι δε παράδοξον ότι η φύσις μας αναγκάζει να θρηνήσωμεν τας πράξεις εκείνας ων την εκτέλεσιν επιδιώκομεν μετά καρτερίας.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Τα ελαττώματά του αντεσταθμίζοντο υπό των αρετών αυτού.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ουδέποτε εισήλθεν εις την ανθρωπίνην φύσιν εξοχώτερον φρόνημα· αλλά σεις, ω θεοί, μας υποβάλλετε εις σφάλματα ίνα μας υπομιμνήσκετε ότι είμεθα άνθρωποι. Συνεκινήθη ο Καίσαρ.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Όταν τόσον ευρύ κάτοπτρον τίθεται ενώπιόν του, πρέπει κατ' ανάγκην να κατοπτρισθή.

ΚΑΙΣΑΡ. Ω Αντώνιε. Εγώ σε έφερα εις το σημείον τούτο· πλην αποκόπτομεν τα γαγγραινώδη μέρη του σώματος. Έπρεπε κατ' ανάγκην ή να σου προξενήσω τοιαύτην πτώσιν ή εγώ να πέσω υπό σου. Δεν υπήρχε χώρος δι' αμφοτέρους ημάς εις τον κόσμον. Αλλά σε θρηνώ με δάκρυα πολύτιμα ως το αίμα της καρδίας, σε, τον αδελφόν μου, τον συναγωνιστήν εις πάσας τας επιχειρήσεις, τον συνάρχοντα, φίλον και σύντροφον εις τους πολέμους, τον βραχίονα του σώματός μου, και την καρδίαν εξ ης ενεπνέετο η ιδική μου. — Σε θρηνώ, διότι οι ασυμβίβαστοι αστέρες μας, ενώ είμεθα ίσοι, επέφερον επί τέλους διχασμόν μεταξύ ημών. Ακούσατέ με, φίλοι μου, — αλλά θα ομιλήσω περί τούτου εις αρμοδιωτέραν στιγμήν. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος). Ο άνθρωπος ούτος φαίνεται ανυπόμονος να αναγγείλη τας ειδήσεις του· ας ακούσωμεν τι θα είπη. — Πόθεν έρχεσαι;

ΑΓΓΕΛΟΣ. Είμαι κ' εγώ δυστυχής Αιγύπτιος. Η βασίλισσα και κυρία μου, κλεισμένη εις τον τάφον της, το μόνον κτήμα το οποίον απέμεινεν εις αυτήν επί της γης, επιθυμεί να μάθη τους σκοπούς σου, διά να διαθέση εαυτήν προς ό,τι μέλλεις να τη επιβάλης.

ΚΑΙΣΑΡ. Ειπέ εις αυτήν να λάβη θάρρος· θα μάθη μετ' ολίγον δι' ενός των ημετέρων, πόσον εντίμως και ευμενώς απεφασίσαμεν να την μεταχειρισθώμεν, διότι ο Καίσαρ είναι πάντοτε γενναιόφρων.

ΑΓΓΕΛΟΣ. Οι θεοί να σε προστατεύουν! (Εξέρχεται).

ΚΑΙΣΑΡ. Ελθέ, Προκλήιε. Ύπαγε να είπης εις αυτήν, ότι ουδόλως προτιθέμεθα να ταπεινώσωμεν αυτήν· δος εις αυτήν οιανδήποτε παρηγορίαν απαιτήση η φύσις της οδύνης, μη, εν τω μεγαλείω της μας διαφύγη διά θανατηφόρου πλήγματος, διότι η παρουσία της εν Ρώμη θα διαιώνιζε τον θρίαμβον ημών. Ύπαγε και επίστρεψον όσω δύνασαι ταχύτερον, διά να μας είπης τι λέγει, και εις ποίαν κατάστασιν εύρες αυτήν.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Απέρχομαι, Καίσαρ, (Εξέρχεται ο Προκλήιος).

ΚΑΙΣΑΡ. Συνόδευσέ τον, Γάλλε. — Πού είναι ο Δολοβέλλας, διά να βοηθήση τον Προκλήιον;

ΑΓΡΙΠΠΑΣ και ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Δολοβέλλα!

ΚΑΙΣΑΡ. Άφετέ τον· ενθυμούμαι τώρα εις τι ενασχολείται· θα επανέλθη εγκαίρως. Έλθετε μετ' εμού εις την σκηνήν όπου θα ίδετε μετά πόσης αποστροφής παρεσύρθην εις τον πόλεμον τούτον, και πόσην μετριοπάθειαν και πραότητα μετεχειρίσθην εις τας επιστολάς. Έλθετε να ίδετε τας αποδείξεις των όσων σας λέγω. (Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τω τάφω. Εισέρχονται η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, η ΧΑΡΜΙΟΝ και η ΕΙΡΑΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Η θλίψις μου αρχίζει να διασκεδάζεται. Είναι ευτελές να είναι τις Καίσαρ. Δεν είναι η Τύχη, αλλά δούλος αυτής και υπηρέτης της θελήσεώς της. Είναι μέγα τι η εκτέλεσις της πράξεως εκείνης, ήτις θέτουσα τέρμα εις πάσας τας λοιπάς, δεσμεύει τας συμφοράς, και κλείει την θύραν εις τας περιπετείας· της πράξεως εκείνης ήτις αποκοιμίζει, και αίρει διά παντός τον βόρβορον εκείνον, εκ του οποίου λαμβάνει την τροφήν και επαίτης και Καίσαρ. (Πλησιάζουν εις τας θύρας τον τάφου ο Προκλήιος, ο Γάλλος και στρατιώται).

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Ο Καίσαρ στέλλει τας προσρήσεις του εις την βασίλισσαν της Αιγύπτου, και σου παραγγέλλει να σκεφθής περί των δικαίων απαιτήσεων τας οποίας προτίθεσαι να του ζητήσης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Έσωθεν). Πώς ονομάζεσαι;

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Ονομάζομαι Προκλήιος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Έσωθεν). Ο Αντώνιος μου ωμίλησε περί σου, και μου είπε να εμπιστευθώ εις εσέ· αλλά δεν με μέλει πολύ αν απατηθώ, αφού η πίστις δεν μου χρησιμεύει πλέον. Αν ο κύριός σου επιθυμή να ίδη βασίλισσαν επαιτούσαν παρ' αυτού, πρέπει να του είπης ότι η Μεγαλειότης, διά να είναι αξιοπρεπής, πρέπει να ζητήση όχι ολιγώτερον βασιλείου. Αν ευαρεστήται να παραχωρήση χάριν του υιού μου την κυριευθείσαν Αίγυπτον, θα μου δώση τόσα εκ των εμών, ώστε θα ευχαριστήσω αυτόν γονυκλινής.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Λάβε θάρρος. Έπεσες εις χείρας ηγεμόνος γενναίου· μη φοβού· αποτάθητι ελευθέρως εις τον κύριόν μου, ούτινος η άπειρος γενναιοφροσύνη επιδαψιλεύεται άφθονος εις πάντας τους εις αυτήν καταφεύγοντας. Επίτρεψέ μου να του αναγγείλω την ευγενή υποταγήν σου, και θα εύρης νικητήν συγχωρούντα προθύμως πάντα επικαλούμενον την επιείκειάν του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Έσωθεν). Ειπέ του σε παρακαλώ, ότι είμαι υποτελής της τύχης του, και ότι παραδίδω εις αυτόν το μεγαλείον του οποίου εγένετο κύριος. Από ώρας εις ώραν μανθάνω το μάθημα της υποταγής, και ευχαρίστως θα έβλεπον αυτόν κατά πρόσωπον.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Θα του αναγγείλω ταύτα, αγαπητή κυρία. Παρηγορήθητι, διότι γνωρίζω ότι η κατάστασίς σου συνεκίνησε και εκείνον, όστις επιφέρει αυτήν.

ΓΑΛΛΟΣ. Βλέπεις πόσον εύκολον είναι να την συλλάβωμεν.

(Ο Προκλήιος και οι δύο φύλακες αναβαίνουν εις τον τάφον διά κλίμακος στηριχθείσης επί του παραθύρου, καταβάντες δε έρχονται όπισθεν της Κλεοπάτρας. Τινές των φυλάκων απωθώσι τους μοχλούς ναι ανοίγουν τας θύρας).

ΓΑΛΛΟΣ. Φυλάξατέ την έως ότου έλθη ο Καίσαρ, (Εξέρχεται).

ΕΙΡΑΣ. Ω βασίλισσα!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω Κλεοπάτρα! Σε συνέλαβον βασίλισσα μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Γρήγορα, καλαί μου χείρες, (Σύρει εγχειρίδιον).

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Στάσου, ευγενής κυρία, στάσου. (Συλλαμβάνει και αφοπλίζει αυτήν). Μη πράξης τοιαύτην αδικίαν· η παρουσία μας σου παρέχει σωτηρίαν, ουδένα δε κίνδυνον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς δεν μου επιτρέπετε ούτε τον θάνατον, όστις και τους κύνας απαλλάσσει από τα δεινά;

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Κλεοπάτρα, μη ονειδίζης την αγαθότητα του κυρίου μου καταστρέφουσα εαυτήν· άφες τον κόσμον να ίδη αυτόν εξασκούντα την γενναιοδωρίαν του, και μη εμποδίζης αυτήν διά του θανάτου σου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού είσαι, θάνατε! Ελθέ, ελθέ να λάβης βασίλισσαν πολυτιμοτέραν πολλών νηπίων και επαιτών!

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Ω, ησύχασε, κυρία!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ούτε θα φάγω, ούτε θα πίω, κύριε, αλλ' ούτε θα κοιμηθώ, αν είναι ανάγκη να προφέρω πλείονας περιττούς λόγους διακηρύττουσα την απόφασίν μου (23). Θα καταστρέψω το θνητόν τούτο οίκημα, και ας πράξη ό,τι δύναται ο Καίσαρ. Μάθε, κύριε, ότι δεν θα παρουσιασθώ με δεμένας τας χείρας εις την αυλήν του δεσπότου σου, ούτε θα υποφέρω τας επιπλήξεις των ψυχρών βλεμμάτων της ευήθους Οκταβίας. Μήπως νομίζουν ότι θα με σηκώσουν διά να με επιδείξουν εις τον φωνασκούντα όχλον της σαρκαστικής Ρώμης; Προτιμότερον να ταφώ εις τάφρον της Αιγύπτου! Προτιμότερον να κείμαι ολόγυμνος επί της ιλύος του Νείλου, και των εντόμων βορά γινομένη να καταντήσω θέαμα ειδεχθές! Ναι, προτιμότερον αι υψηλαί πυραμίδες της χώρας μου να μου χρησιμεύσουν ως αγχόνη και αλυσόδετον να με κρεμάσουν επ' αυτών!

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Είναι υπερβολικός ο τρόμος σου· ουδέν θα εύρης εις τον Καίσαρα δικαιολογούν τον φόβον σου, (Εισέρχεται ο Δολοβίλλας).

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Προκλήιε, γνωρίζει ο Καίσαρ τι έπραξες και σε διατάσσει να μεταβής παρ' αυτώ· ως προς την βασίλισσαν, θα λάβω αυτήν υπό την προστασίαν μου.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Τούτο με ευαρεστεί πολύ, Δολοβέλλα· έσο ευγενής προς αυτήν, (Προς την Κλεοπάτραν). Θα αναφέρω εις τον Καίσαρα ό,τι επιθυμείς, αν θέλης να μου αναθέσης την εντολήν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ειπέ εις αυτόν, ότι η επιθυμία μου είναι ο θάνατος.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ήκουσες περί εμού, ευγενεστάτη αυτοκράτειρα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν δύναμαι να είπω.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Βεβαίως με γνωρίζεις.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν ωφελεί, κύριε, αν σε γνωρίζω, ή ήκουσα περί σου. Γελάς όταν ακούης παιδία ή μητέρας διηγουμένας τα όνειρά των. Δεν έχεις αυτήν την συνήθειαν;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Δεν εννοώ, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είδον καθ' ύπνον ότι υπήρχεν αυτοκράτωρ ονομαζόμενος Αντώνιος. — Ω! εάν ηδυνάμην να παραδοθώ και πάλιν εις τας αγκάλας τοιούτου ύπνου διά να δυνηθώ να ίδω παρόμοιον άνδρα!

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Επίτρεψέ μου, κυρία…

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Το πρόσωπόν του ήτον ως ο ουρανός· επ' αυτού ήσαν προσκεκολημένοι ο ήλιος και η σελήνη, οίτινες περιστρεφόμενοι, εφώτιζον το μικρόν τούτο Ο, την γην.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Μεγαλειοτάτη….

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αι κνήμαι του διεσκέλιζον τον Ωκεανόν, ο βραχίων αυτού υψούμενος εσκέπαζε τον κόσμον· όταν ωμίλει εις φίλους, η φωνή του ήτο μελωδική ως εναρμόνιος σφαίρα, αλλ' όταν ήθελε να εκφοβίση και συνταράξη την οικουμένην, ωμοίαζε προς κρότον βροντής. Η γενναιοδωρία του δεν είχε χειμώνα, ήτο διαρκής ώρα συγκομιδής, της οποίας η ευφορία ηύξανε περισσότερον διά του θερισμού. Αι διασκεδάσεις του ωμοίαζον προς τας του δελφίνος, ανασκιρτώντος εις την επιφάνειαν της θαλάσσης. Την συνοδείαν του απετέλουν βασιλείς και ηγεμόνες, Βασιλεία και νήσοι ήσαν ως νομίσματα, εκβαλλόμενα εκ του θυλακίου του.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Κλεοπάτρα…

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Νομίζεις ότι υπήρξεν, ή ότι είναι δυνατόν να υπάρξη τοιούτος άνθρωπος ως εκείνος τον οποίον εγώ είδον καθ' ύπνον;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Όχι, ευγενής δέσποινα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ψεύδεσαι, και σε ακούουν οι θεοί. Αλλ' αν υπάρχη, ή υπήρξε ποτέ τοιούτος, τούτο υπερβαίνει την δύναμιν του ονείρου· δεν έχει αρκετήν ύλην η φύσις όπως διαγωνισθή προς την φαντασίαν εις τα παράδοξα ταύτα ινδάλματα· και όμως, το να φαντασθή τις ένα Αντώνιον, θα ήτο τεχνούργημα της φύσεως, κατά πολύ ανώτερον των φανταστικών ινδαλμάτων.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Άκουσέ με, κυρία. Η συμφορά την οποίαν υπέστης είναι μεγάλη ως συ, ανάλογος δε προς αυτήν και η λύπη σου. Να μην ίδω ποτέ την εκπλήρωσιν των σχεδίων μου, αν εκ συμπαθείας δεν αισθάνομαι λύπην εγκάρδιον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ευχαριστώ, κύριε. Γνωρίζεις τι σκέπτεται να με κάμη ο Καίσαρ;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Αισθάνομαι αποστροφήν ν' αναγγείλω εκείνο το οποίον άλλως επεθύμουν να μάθης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ειπέ το σε παρακαλώ, κύριε.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Μολονότι είναι γενναιόφρων…

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Θα με επιδείξη ως τρόπαιον της νίκης του;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ναι, κυρία, το γνωρίζω. (Φωναί έξωθεν: Σταθήτε μακράν, ο Καίσαρ). (Εισέρχεται ο Καίσαρ, ο Γάλλος, ο Προκλήιος, ο Μαικήνας, ο Σέλευκος και υπηρέται).

ΚΑΙΣΑΡ. Πού είναι η βασίλισσα της Αιγύπτου;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ο αυτοκράτωρ, κυρία. (Η Κλεοπάτρα γονατίζει).

ΚΑΙΣΑΡ. Εγέρθητι, μη γονατίζης. Εγέρθητι, σε παρακαλώ, εγέρθητι, βασίλισσα της Αιγύπτου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τοιούτον είναι, αυτοκράτορ, το θέλημα των θεών. Οφείλω να υπακούσω εις τον δεσπότην και κύριόν μου.

ΚΑΙΣΑΡ. Μη ανησύχει· την ανάμνησιν των προς ημάς ύβρεών σου, καίτοι γεγραμμένην διά του αίματός μας, θέλομεν θεωρή ως τυχαίον συμβάν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Απόλυτε κύριε του κόσμου· δεν δύναμαι να συνηγορήσω αρκετά υπέρ εμού, προς δικαιολόγησίν μου, αλλ' ομολογώ, ότι υπέπεσα και εγώ εις τας αδυναμίας εκείνας, αίτινες κατήσχυναν πολλάκις το ημέτερον φύλον.

ΚΑΙΣΑΡ. Μάθε, Κλεοπάτρα, ότι είμεθα διατεθειμένοι να συγχωρήσωμεν μάλλον ή να τιμωρήσωμεν. Αν αφεθής εις ημάς — οίτινες διακείμεθα λίαν ευμενώς προς σε — θα ωφεληθής εκ της αλλαγής ταύτης· αλλ' αν ζητήσης να μοι προσάψης σκληρότητα, ακολουθούσα το παράδειγμα του Αντωνίου, θα αποβάλης την ημετέραν ευμένειαν, και θα επιφέρης τον όλεθρον των τέκνων σου, εκ του οποίου θα προφυλάξω αυτά, αν επ' εμέ στηρίξης τας ελπίδας σου. Σε προσκυνώ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δύνασαι να διέλθης τον κόσμον, διότι όλος είναι εις την εξουσίαν σου, ημείς δε, θυρεοί και σύμβολα της νίκης σου, θ' αναρτηθώμεν εις οιονδήποτε μέρος θελήσης. Λάβε αυτό, αυτοκράτορ. (Τω εγχειρίζει σημείωσιν).

ΚΑΙΣΑΡ. Συ θα με συμβουλεύης εις ό,τι αφορά εις την Κλεοπάτραν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι η σημείωσις των χρημάτων, των σκευών, και κοσμημάτων, τα οποία έχω· είναι ακριβώς καταγεγραμμένα, εκτός ολίγων ασημάντων πραγμάτων. — Πού είναι ο Σέλευκος;

ΣΕΛΕΥΚΟΣ. Εδώ, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι ο θησαυροφύλαξ μου. Ας είπη, αυτοκράτορ, επί ιδίω κινδύνω, εάν εκράτησά τι διά τον εαυτόν μου. Ειπέ την αλήθειαν.

ΣΕΛΕΥΚΟΣ. Θα προετίμων να σφραγίσω τα χείλη μου, παρά με κίνδυνόν μου να είπω ό,τι δεν είναι αληθές.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι εκράτησα;

ΣΕΛΕΥΚΟΣ. Τοσαύτα, όσα είναι ικανά να εξαγοράσουν όσα εφανέρωσες.

ΚΑΙΣΑΡ. Μην ερυθριάς, Κλεοπάτρα· επιδοκιμάζω την σύνεσίν σου εις την πράξιν ταύτην.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδέ, Καίσαρ! ω παρατήρησε πώς παρακολουθείται το μεγαλείον! Μετ' ολίγον οι άνθρωποί μου θα είναι ιδικοί σου, αλλ' αν επρόκειτο ν' αλλάξωμεν τύχας, οι ιδικοί σου θα ήρχοντο μετ' εμού. Με εξαγριώνει η αχαριστία του Σελεύκου τούτου. Δούλε άπιστε ως μισθωτός έρως. Α, υποχωρείς ματαίως, διότι σου εγγυώμαι ότι θα συλλάβω τους οφθαλμούς σου, και πτέρυγας αν είχον. Δούλε, άψυχε, κακούργε, σκύλε, τέρας χαμερπείας.

ΚΑΙΣΑΡ. Επίτρεψέ μου, βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν είναι δεινόν όνειδος δι' εμέ, ω Καίσαρ, συ μεν να καταδεχθής να με τιμήσης εν τη ταπεινώσει μου ταύτη, ο δε υπηρέτης μου να επαυξήση τας συμφοράς μου διά του φθόνου του; Αλλ' ας παραδεχθώμεν, γενναίε Καίσαρ, ότι εφύλαξα ευτελή τινα γυναικεία κοσμήματα ή ασήμαντα αθυρμάτια, εξ εκείνων τα όποια δίδομεν εις στενούς φίλους· ας παραδεχθώμεν ότι εφύλαξα και πολυτιμότερα ακόμη διά να τα προσφέρω εις την Λιβίαν και την Οκταβίαν, και παρακινήσω αυτάς να μεσιτεύσωσιν υπέρ εμού· πρέπει διά τούτο να καταγγελθώ υπό του ανθρώπου εκείνου, τον οποίον διέθρεψα; Ω θεοί! Τούτο μου είναι οδυνηρότερον και της πτώσεώς μου. (Προς τον Σέλευκον). Φύγε, σε παρακαλώ, μη οι σπινθήρες του πνεύματός μου αναπηδήσωσιν εκ της τέφρας της δυστυχίας μου. Αν ήσο άνθρωπος θα με συνεπάθεις.

ΚΑΙΣΑΡ. Έξελθε, Σέλευκε, (Εξέρχεται ο Σέλευκος).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ας μάθη ο κόσμος ότι ημείς οι μεγάλοι κατηγορούμεθα πάντοτε διά τας πράξεις των άλλων, και ότι πίπτοντες γινόμεθα αυτοπροσώπως υπεύθυνοι διά τα σφάλματα αυτών! Είμεθα τωόντι άξιοι οίκτου!

ΚΑΙΣΑΡ. Κλεοπάτρα, δεν συμπεριελάβομεν μεταξύ των κατακτηθέντων ούτε όσα εφύλαξες, ούτε όσα εφανέρωσες· πάντα ταύτα είναι ιδικά σου και διάθεσε αυτά κατ' αρέσκειαν· πίστευσον δε ότι ο Καίσαρ δεν είναι έμπορος διά να συναλλαγή μετά σου περί πραγμάτων πωλουμένων εις την αγοράν· παρηγορήθητι λοιπόν, και μη αφίεσαι εις αλλοκότους φόβους· όχι, αγαπητή βασίλισσα, διότι προτιθέμεθα να φροντίσωμεν περί σου καθ' οιονδήποτε τρόπον συμβουλεύσης η ιδία. Φάγε λοιπόν και κοιμήσου. Τοιαύτη είναι η περί σου μέριμνα ημών και συμπάθεια, ώστε θα είμεθα πάντοτε φίλοι σου. Χαίρε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κύριέ μου, δέσποτα!

ΚΑΙΣΑΡ. Όχι τοιούτον τίτλον. Χαίρε. (Εξέρχεται ο Καίσαρ μετά της συνοδείας του).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Με κολακεύει, κόραι μου, με κολακεύει διά να βαυκαλίση το φρόνημά μου, αλλ' άκουσε, Χάρμιον, (Ψιθυρίζει εις το ους της Χαρμίον).

ΕΙΡΑΣ. Ετελείωσαν όλα, κυρία. Επέρασεν η λαμπρά ημέρα και μας έρχεται σκότος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πήγαινε ταχέως· έδωκα ήδη διαταγάς, και όλα είναι έτοιμα· πήγαινε να είπης να σπεύσουν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πηγαίνω, κυρία. (Εισέρχεται πάλιν ο Δολοβέλλας).

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Πού είναι η βασίλισσα;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Να την, κύριε. (Εξέρχεται η Χάρμιον).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δολοβέλλα.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Συμφώνως προς τον όρκον τον οποίον ώμοσα κατά διαταγήν σου, και τον οποίον η προ σε αγάπη μου μού επιβάλλει να τηρήσω μετά θρησκευτικής ευλαβείας, σου αναγγέλλω ότι ο Καίσαρ θα αναχωρήση διά της Συρίας, και ότι μετά τρεις ημέρας θα σε προαποστείλη μετά των τέκνων σου. Ωφελήθητι όσω δύνασαι πλειότερον εκ της αγγελίας ταύτης. Εξεπλήρωσα την επιθυμίαν σου και την υπόσχεσίν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Σου είμαι υπόχρεως, Δολοβέλλα.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Και εγώ δούλος σου. Χαίρε, αγαπητή βασίλισσα. Πρέπει να συνοδεύσω τον Καίσαρα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χαίρε. Σε ευχαριστώ, (Εξέρχεται ο Δολοβέλλας). Τι φρονείς τώρα, Ειράς; Αιγυπτιακόν νευρόσπαστον θα επιδεικνύεσαι εις Ρώμην όπως κ' εγώ. Τεχνίται βάναυσοι με στάθμην και σφυρίον εις τας χείρας θα μας σηκώνουν διά να μας βλέπη το πλήθος, και βυθισμένοι εις την πνιγηράν ατμόσφαιραν της αναπνοής των, δυσώδους ως εκ της ακαθάρτου τροφής των, θ' αναγκαζώμεθα ν' αναπνέωμεν τας αναθυμιάσεις ταύτας.

ΕΙΡΑΣ. Ο θεός φυλάξοι!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Και όμως είναι βεβαιότατον, Ειράς. Ραβδούχοι αναιδείς θα μας μεταχειρισθώσιν ως εταίρας· αγενείς στιχουργοί θα μας ψάλωσι παράφωνα άσματα· ευφυείς κωμωδοποιοί θα μας αναβιβάσωσιν αυτοσχεδίως επί της σκηνής, και θα παριστάνωσι τα αλεξανδρινά ημών συμπόσια. Ο Αντώνιος θα εμφανισθή οινοβαρής, εγώ δε θα ίδω νεανίσκον τινά παρωδούντα το μεγαλείον μου εν τη στυγνή αυτού φωνή, και ως πόρνην παριστάνοντα την Κλεοπάτραν.

ΕΙΡΑΣ. Ω θεοί!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι βεβαιότατον.

ΕΙΡΑΣ. Ποτέ δεν θα το ιδώ, διότι είμαι βεβαία ότι τα νύχια μου είναι δυνατώτερα από τα μάτια μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι ο μόνος τρόπος του να ματαιώσωμεν τας προπαρασκευάς των, και να καταστρέψωμεν τα παραλογώτατα σχέδιά των. (Εισέρχεται η Χάρμιον). — Λοιπόν, Χάρμιον; Στολίσατέ με ως βασίλισσαν, γυναίκες μου. Φέρετε τα ωραιότερά μου ενδύματα. — Θα μεταβώ και πάλιν εις τον Κύδνον προς συνάντησιν του Αντωνίου. — Έλα, πήγαινε, Ειράς. — Τώρα πρέπει να τελειώσωμεν πλέον, γενναία μου Χάρμιον· αφού δε μου προσφέρης και την υπηρεσίαν ταύτην, θα σε αφήσω ελευθέραν να διασκεδάσης μέχρι συντελείας του κόσμου. Φέρετε το στέμμα, τα πάντα. Πόθεν ο κρότος ούτος; (Εξέρχεται η Ειράς. (Ακούεται κρότος έξωθεν). Εισέρχεται φύλαξ).

ΦΥΛΑΞ. Ένας χωρικός επιμένει να παρουσιασθή ενώπιον της Μεγαλειότητός σου. Σου φέρει σύκα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ας εισέλθη, (Εξέρχεται ο φύλαξ). Πόσον γενναίαν πράξιν δύναται να πράξη ελάχιστον εργαλείον! Μου φέρει την ελευθερίαν. Ελήφθη η απόφασίς μου, και ουδέν γυναικείον υπάρχει επ' εμού. Τώρα είμαι άκαμπτος ως μάρμαρον από κεφαλής μέχρι ποδών. Δεν είναι πλέον πλανήτης μου η άστατος σελήνη. (Εισέρχεται πάλιν ο φύλαξ μετά του Γελωτοποιού φέροντος κάλαθον).

ΦΥΛΑΞ. Αυτός είναι.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έξελθε και άφησέ τον, (Εξέρχεται ο φύλαξ). Μήπως έχης εκεί τον εύμορφον εκείνον σκώληκα του Νείλου, ο οποίος φονεύει χωρίς να προξενή πόνον;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Μάλιστα, τον έχω, αλλά δεν θα σε συνεβούλευα ποτέ να τον εγγίξης, διότι το δάγκαμά του είναι αθάνατον ουδέποτε ή σπανίως αναλαμβάνουν όσοι αποθνήσκουν απ' αυτό.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ενθυμείσαι κανένα να απέθανεν απ' αυτό;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Πολλούς και άνδρας και γυναίκας. Χθες ακόμη ήκουσα για μια· μια τίμια γυναίκα, αλλά ολίγον ψεύτρα, πράγμα το οποίον δεν έπρεπε να κάνη τίμια γυναίκα, εκτός μόνον με τρόπον τίμιον· έλεγαν λοιπόν πώς απέθανε, τι πόνους ησθάνθη, και μα την αλήθειαν παρίστανε το φίδι πολύ καλά, αλλά όποιος πιστεύη όλα όσα λέγουν αυτές, δεν θα γλυτώση αν κάμη τα μισά απ' όσα κάνουν. Το βέβαιον είναι ότι το σκουλήκι είναι πολύ παράδοξο (24).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Φύγε τώρα απ' εδώ· χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Εύχομαι να ευχαριστηθής πολύ από το φίδι. (O Γελωτοποιός εναποθέτει το κάνιστρον).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Πρέπει να μη λησμονής, ότι το φίδι θα ενεργήση σύμφωνα με το φυσικό του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ναι, ναι· χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Μάθε ότι μόνον εις φρονίμους ανθρώπους πρέπει να εμπιστεύεται κανείς το φίδι, διότι, μα την αλήθειαν, δεν έχει μεγάλην καλωσύνην.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μη σε μέλει, θα φροντίσωμεν.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Πολύ καλά· μη του δώσης τίποτε να φάγη, σε παρακαλώ, διότι δεν είναι άξιο να το θρέψης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Θα με φάγη;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Μη με νομίζης τόσω κουτό, ώστε να μη γνωρίζω ότι ούτε διάβολος δεν μπορεί να φάγη γυναίκα· γνωρίζω ότι η γυναίκα είναι φαγητό για τους θεούς, όταν δεν το μαγειρεύη ο διάβολος. Αλλά, μα την αλήθεια, αυτοί οι παραλυμένοι διάβολοι κάμνουν πολύ κακό εις τας γυναίκας των θεών, διότι αν οι θεοί κάμουν δέκα, οι δαίμονες χαλούν τα πέντε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καλά, πήγαινε, χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Ναι, μα την πίστι μου· σου εύχομαι να περάσης καλά με το φίδι, (Εισέρχεται η Ειράς φέρουσα εσθήτα, στέμμα κτλ.).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δος μου το φόρεμά μου· φόρεσέ μου το στέμμα μου. Αισθάνομαι εν εμοί πόθον αθανασίας. Δεν θα υγράνη πλέον τα χείλη μου ο χυμός των σταφυλών της Αιγύπτου. — Σπεύσον, σπεύσον, καλή μου Ειράς· γρήγορα. Μου φαίνεται ότι ακούω τον Αντώνιον να με φωνάζη· τον βλέπω εγειρόμενον διά να επαινέση την ευγενή μου πράξιν· τον ακούω σκώπτοντα την ευτυχίαν του Καίσαρος, ευτυχίαν ην οι θεοί παρέχουσιν εις τους ανθρώπους προς αποζημίωσιν των κακών όσα η οργή αυτών τοις προξενεί βραδύτερον. Έρχομαι, σύζυγε. Ας αποδείξω τώρα διά του θάρρους μου τα επί του τίτλου τούτου δικαιώματά μου! Πυρ είμαι τώρα και αήρ· αφήνω εις χαμερπεστέρας υπάρξεις τα λοιπά στοιχεία του σώματος. — Καλά. — Ετελείωσες; Ελθέ λοιπόν, ελθέ να λάβης την τελευταίαν θερμότητα των χειλέων μου. Χαίρε, καλή μου Χάρμιον. — Χαίρε πάντοτε, Ειράς, (Φιλεί αυτάς. Η Ειράς πίπτει και αποθνήσκει). Μήπως έχω την ασπίδα εις τα χείλη μου; Πώς! πίπτεις; Αν τόσον ησύχως χωρίζεσαι από την φύσιν, το κτύπημα του θανάτου είναι ως τσίμπημα εραστού, το οποίον είναι επιθυμητόν, μολονότι προξενεί πόνο. Πώς! μένεις ακίνητος; Αν ούτω πως εξαφανίζεσαι, λέγεις εις τον κόσμον ότι δεν αξίζει τον κόπον ούτε να τον αποχαιρετήση τις.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ξέσπασε, σύννεφο πυκνό, και βρέξε, διά να ημπορέσω να ειπώ ότι κλαίουν και οι θεοί αυτοί!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τούτο με καταισχύνει. Αν αύτη συναντήση πρώτη τον βοστρυχώδη Αντώνιον, θα την ερωτήση περί εμού, και θα της δώση το φίλημα εκείνο, το οποίον είναι ως άλλος ουρανός δι' εμέ. (Προς την ασπίδα ην θέτει επί του στήθους). Έλα καϋμένε ανθρωποκτόνε. Λύσε παρευθύς με τους οξείς οδόντας σου τον περιπλεγμένον τούτον δεσμόν του βίου. Οργίσου και σπεύσον, κοντέ φαρμακερέ. Είθε να ηδύνασο να ομιλής, και να σε ήκουον να ονομάζης τον μέγαν Καίσαρα αγροίκον όνον!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω άστρον της ανατολής!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Σιωπή, σιωπή! Δεν βλέπεις ότι το βρέφος μου, το οποίον έχω εις το στήθος, θηλάζει την τροφόν διά να την αποκοιμήση;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ας δοθή τέλος, ας δοθή!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ηδύ ως βάλσαμσν, γλυκύ ως αύρα, τερπνόν ως… Ω Αντώνιε! — Έλα και συ, έλα. (Θέτει άλλην ασπίδα επί του βραχίονος). Διατί να βραδύνω; (Πίπτει επί της κλίνης και αποθνήσκει).

ΧΑΡΜΙΟΝ. Εις τον άθλιον τούτον κόσμον; Χαίρε λοιπόν! — Καυχήσου τώρα θάνατε! Την ωραιοτέραν γυναίκα του κόσμου έχεις εις την εξουσίαν σου. — Κλεισθήτε ωραία βλέφαρα, και ας μη ιδούν ποτέ τον χρυσούν Φοίβον βασιλικώτερα μάτια! Είναι στραβά το στέμμα σου· θα το διορθώσω, και έπειτα θα διασκεδάσω. (Εισέρχεται δρομαίος ο φύλαξ).

Α’. ΦΥΛΑΞ. Πού είναι η βασίλισσα;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Σιγά, σιγά μη την ξυπνήσης.

Α’. ΦΥΛΑΞ. Ο Καίσαρ έπεμψε —

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πολύ αργός ταχυδρόμος. (Θέτει την ασπίδα). Έλα γρήγορα· μόλις σε αισθάνομαι.

Α’. ΦΥΛΑΞ. Πλησιάσατε! Δεν τα βλέπω καλά. Ηπατήθη ο Καίσαρ.

Β’. ΦΥΛΑΞ. Ήλθεν ο Δολοβέλλας εκ μέρους του Καίσαρος· φωνάξατέ τον.

Α’. ΦΥΛΑΞ. Τι είν' αυτά; Είναι καλά αυτά, Χάρμιον;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πολύ καλά και αρμόζοντα εις βασίλισσαν, η οποία κατάγεται από τόσους μεγάλους βασιλείς. Αχ, στρατιώτη. (Αποθνήσκει).

(Εισέρχεται ο Δολοβέλλας)

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Τι συμβαίνει εδώ;

Β’. ΦΥΛΑΞ. Όλαι απέθανον.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ασφαλώς προείδες, Καίσαρ. Έρχεσαι να ίδης την εκτέλεσιν της φοβεράς εκείνης πράξεως, την οποίαν προσεπάθεις τόσω να εμποδίσης. (Φωναί έξωθεν: ο Καίσαρ, ο Καίσαρ. Σταθήτε μακράν. (Εισέρχεται ο Καίσαρ μετά της συνοδείας του). Είσαι μάντις αψευδής, Καίσαρ· έγινεν ό,τι εφοβείσο.

ΚΑΙΣΑΡ. Γενναιοτάτη μέχρι τέλους· ενόησε τα σχέδια μας και ως βασίλισσα υπερήφανος εξέλεξε μόνη τον θάνατόν της. — Τίνι τρόπω απέθανον; Δεν βλέπω αίμα επ' αυτών.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ποίος ήτο τελευταίος μαζί των;

Α’. ΦΥΛΑΞ. Ένας χωρικός ο οποίος της έφερε σύκα. Να το καλάθι.

ΚΑΙΣΑΡ. Λοιπόν εδηλητηριάσθησαν;

Α’. ΦΥΛΑΞ. Η Χάρμιον αυτή, Καίσαρ, έζη προ ολίγων ακόμη στιγμών ήτον ορθία και ωμίλει· εύρον αυτήν διορθώνουσαν το διάδημα της νεκράς κυρίας της· έπειτα ήρχισε να τρέμη και παρευθύς έπεσεν.

ΚΑΙΣΑΡ. Οποία ευγενής αδυναμία! Αν είχον καταπίη δηλητήριον, θα εφαίνετο από κάποιαν εξοίδησιν αλλ' αύτη φαίνεται ως κοιμωμένη, και οιονεί θέλουσα να συλλάβη άλλον Αντώνιον διά της ακατασχέτου αυτής χάριτος.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Επί του στήθους υπάρχει κηλίς αίματος, και μικρόν εξοίδημα· το αυτό παρατηρείται επί του βραχίονος.

ΦΥΛΑΞ. Είναι ίχνος ασπίδος, αυτά δε τα φύλλα των σύκων φέρουν τον σίαλον εκείνον, τον οποίον αφήνουν αι ασπίδες εις τα υπόγεια του Νείλου.

ΚΑΙΣΑΡ. Είναι πολύ πιθανόν να απέθανε διά του τρόπου τούτου, διότι ο ιατρός της μου είπεν ότι είχε κάμη απείρους ερεύνας ως προς τον ευκολώτερον τρόπον του θανάτου. — Σηκώσατε την κλίνην της, και φέρετε τας γυναίκας της έξω του τάφου. — Θα ενταφιασθή πλησίον του Αντωνίου της. Ουδείς επί γης τάφος θα εγκλείη ονομαστότερον ζεύγος. Γεγονότα τόσω σπουδαία καταπλήττουσι και τους αυτουργούς αυτών ο δε οίκτος τον οποίον εμπνέει η αφήγησις αυτών, δεν είναι κατώτερος της δόξης εκείνου ο οποίος κατέστησε το τέλος αυτών αξιοθρήνητον. Ο στρατός ημών θα ακολουθήση μετά πομπής την κηδείαν ταύτην, και είτα θα επανέλθωμεν εις Ρώμην. Ελθέ, Δολοβέλλα· φρόντισε, ώστε να τελεσθή μετά πολλής τάξεως η μεγάλη αύτη τελετή. (Εξέρχονται).

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ.

1) Where's Fulvia's process. To process παρατηρεί ο Rolfe είνε όρος νομικός σημαίνων — summons, πρόσκλησιν — ή διαταγήν.

2) To Caesar's homager. Κατά τον Rolfe το homager σημαίνει ενταύθα vassal = υποτελής.

3) Ο Αντώνιος έλεγεν ότι είλκε το γένος εκ του Άντωνος, υιού του Ηρακλέους.

4) Το κείμενον λέγει Ι am all forgotten, αλλά ερμηνεύεται ως I forget every thing.

5) Since my becomings kill me when they do not eye well to you. Κατά τον Furness το becomings σημαίνει: the things which become me = τα εις εμέ αρμόζοντα. Ο δε Rolfe το ερμηνεύει ότι η Κλεοπάτρα θεωρεί εχθρικάς και αυτάς τας χάριτας ή θέλγητρα αυτής όταν δεν κατορθώνη να σαγηνεύση δι' αυτών τον Αντώνιον. Ο Σμιθ (Sac. Lexicon) ερμηνεύει το becomings δια του graces = αι χάριτες.

6) Indeed.

7) Not in deed, madam.

8) Tended her i' the eyes : Παρετήρουν αυτήν εις τους οφθαλμούς. Πλείστα σχόλια εγράφησαν προς εξήγησιν της φράσεως ταύτης. Ο Furness φρονεί ότι σημαίνει απλώς = waited before her in her sight = ίσταντο ενώπιόν της.

9) Πλούταρ. Των μεν ιστίων αλουργών εκπεπετασμένων, της δε ειρεσίας αργυραίς κώπαις αναφερομένης προς αυλόν άμα σύριγξι και κιθάραις συνηρμοσμένον. Αυτή μεν κατέκειτο υπό σκιάδι χρυσοπάστω κεκοσμημένη γραφικώς ώσπερ Αφροδίτη, παίδες δε τοις γραφικοίς Έρωσιν εικασμένοι παρ' εκάτερον εστώτες ερρίπιζον.

10) Holy priests: Oι άγιοι ιερείς.

11) Είς εκ των πολλών αναχρονισμών του δράματος τούτου.

12) Λέγεται ότι ο ίππος έχει νέφος επί του προσώπου, όταν επί του μετώπου μεταξύ των δυο οφθαλμών έχη μαύρην ή φαιάν κηλίδα.

13) Ο Grey λέγει ότι προφανώς ο ποιητής υπαινίσσεται την βασίλισσαν Ελισσάβετ, αποτείνασαν τω Ιακώβω Μελβίλ την αυτήν ερώτησιν περί της βασιλίσσης της Σκωτίας.

14) Κατά την εποχήν εκείνην το χαμηλόν μέτωπον εθεωρείτο ωραίον.

15) Stomach not all = resent, μη παροργίζεσαι. Rolfe.

16) Εμπλήσας γαρ όχλου το γυμνάσιον, και θέμενος επί βήματος αργυρού δύο θρόνους τον μεν εαυτού κτλ. Π λ ο υ τ. Α ν τ.

17) We kissed away kingdoms and provinces: κατά λέξιν· απεφιλήσαμεν βασίλειο και επαρχίας.

18) Unnoble swrving. Κατά λέξιν = Επονείδιστος φυγή ή παρεκτροπή.

19) his will — carnal — desire = σαρκικάς επιθυμίας = πάθη, Schmidt.

20) Απαιτώ λοιπόν παρ' αυτού, να μη στηρίζεται εις την υπεροχήν, ην δύναται να του παράσχη η σύγκριση της διαφόρου ημών τύχης, αλλά, ανήρ προς άνδρα, να μετρηθή μετ' εμού εν παρακμή ταύτη της ηλικίας και ισχύος μου. Jonhson.

21) Συ δε ει μη φέρεις το πράγμα, έφη, μετρίως, έχεις εμόν απελεύθεον Ίππαρχον τούτον κρεμάσας μαστίγωσον ίνα ίσον έχωμεν (Πλουταρ, Αντ.)

22) Εύγε, ω Έρως, ό,τι μη δυνηθείς αυτός, εμέ ποιείν ό δεί διδάσκεις. (Πλούταρχος).

23) Ούτως ερμηνεύει το χωρίον τούτο ο Jonhson.

24) Ο Γελωτοποιός παίζει με την λέξιν lie όπερ σημαίνει ψεύδεσθαι και κατακλίνεσθαι, Something given to lie = κάπως αγαπώοαν να κατακλίνεται, πράγμα, το οποίον δεν έπρεπε να κάμνη τίμια γυναίκα, εκτός μόνον εντίμως, ήτοι μετά του συζύγου της.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings