Front matter (continued 4)
Iakovos Polylas translation
31) &κάλπικα σημεία&. Το λογοπαίγνιον εις την μετάφρασίν μας, καθώς εις το κείμενον, γίνεται με τρεις διαφόρους σημασίας της αυτής λέξεως.
34) &ασπέδιστος&. Σπεδίζουν τον ίππον, δηλαδή δένουν μεταξύ των τα δύο του εμπρόσθινά πόδια, ώστε δύναται μεν να τα κινή, αλλ' όχι και να βηματίζη ευκόλως μακράν από τον τόπον της βοσκής του.
35) &τον θρίαμβόν του&. Ειρωνικώς.
36) &το δράμι — όνειδός του&. Η μετάφρασίς μας αποδίδει το κείμενον κατά την καλητέραν διόρθωσιν των Κριτικών «the drom of bale - doth all the noble substance off and out - to his own scandal», αντί της φθαρμένης γραφής των πρωτοτύπων εκδόσεων.
37) &με σχήμα τόσο αξιομίλητον&. questionable = αξιομίλητον και = αξιερώτητον. Του πατρός του η μορφή, με την οποίαν εμφανίζεται το Πνεύμα, αναγκάζει τον υιόν να του ομιλήση (ή να τον ερωτήση), διά να μάθη τον λόγον της εμφανίσεώς του. Άλλη εμφάνισις δεν θα ήταν ικανή να τον υποχρεώση εις τούτο.
38) &της φύσεως τα εμπαίγματα&. Η φύσις, ως περικυκλόνει τον άνθρωπον με τ' ανεξήγητα φαινόμενά της, φαίνεται ότι εμπαίζει την άγνοιάν του.
39) &εις το ποτάμ' ή 'ς τον φρικτόν βράχον&. Υποτίθεται εκεί πλησίον ποταμός ή βράχος επάνω εις την θάλασσαν, δια να χρησιμεύση εις την ποιητικήν παράστασιν.
40) &θηρίον της Νεμέας&. Ο λέων τον οποίον εφόνευσεν ο Ηρακλής.
41) &Πού θα με πας; ομίλει&. Ο Αμλέτος, αφού διά κάμποσο διάστημα ακολούθησε το Πνεύμα, απαιτεί από αυτό να σταματήση τέλος πάντων και να του ομιλήση.
42) &μες ταις φλόγαις να λιμάζω&. Οι κολαζόμενοι υποφέρουν και πείναν και δίψαν. Πρβ. Ευαγγέλ. Λουκ. ις'. 24. και Dante Inferno XXX. 64. «ed ora lasso, un gocciol d'aqua bramo».
43) &Θεέ μου!& Επικαλείται τον Θεόν μάρτυρα της προς τον πατέρα του αγάπης του.
44) &ομοίως κ' η ασέλγεια κλ&. Πρβ. Ευριπ. Αντιόπη, απόσπασμα 212. «Κόρος δε πάντων· και γαρ εκ καλλιόνων — λέκτροις επ' αισχροίς είδον εκπεπληγμένους, — δαιτός δε πληρωθείς τις άσμενος πάλιν — φαύλη διαίτη προσβαλών ήσθη στόμα».
45) &μηλοχόρτου&. ούτως ονομάζεται τώρα κατά τον Κοραήν (Άτακτα V. 45) ο υοσκύαμος· είναι φυτόν «μανιώδες και καρωτικόν» κατά Διοσκορίδην (IV. 69). Hyoscyamus. Oleum fit ex semine quod ipsum auribus infusum tentat mentem. Plin. Hist. Nat. Lib. XXV. c.17.
46) &ως του Λαζάρου λώβα&. Η λέπρα. Πρβ. Ευαγγέλ. Λουκ. ις'. 20.
47) &χωρίς να λάβω μύρον&. L' extrême onction, το χρίσμα το οποίον οι Λατίνοι δίδουν εις τον ετοιμοθάνατον.
48) &η λαμπυρίδα — φως&. Δηλαδή, το να ολιγοστεύη η λάμψις της λαμπυρίδας προμηνά τα χαράματα· «άνεργο», διότι λάμπει χωρίς θερμότητα ή προληπτικώς, διότι θα αφανισθή με το φως της ημέρας.
49) &την σαλευμένην τούτην σφαίραν&. Πιάνει την κεφαλήν του την οποίαν ονομάζει σφαίραν διά το σχήμα της.
50) &Γυνή&. Αποστροφή προς την μητέρα του, κατόπιν προς τον θείον του.
51) &Το σημειωματάρι μου&. Ο Αμλέτος αναγράφει εις το σημειωματάρι του την υποκρισίαν και την μοχθηρίαν του Κλαυδίου ως πράγμα, το οποίον ήταν δυνατόν να λησμονήση· η φαινομενική αυτή ελαφρότης προέρχεται από τον παροξυσμόν του πάθους του.
52) &ω πουλί μου — κατέβα&. Αστειευόμενος ομιλεί ως κυνηγός οπού ανακαλεί το γεράκι, το οποίον είχεν απολύση διά να κυνηγήση· λέγει, «κατέβα», διότι, ως φαίνεται, οι φίλοι κατεβαίνουν από λόφον διά να τον εύρουν.
53) &δεν σώζεται κακούργος κλ&. Ήθελε να είπη «όμοιος του βασιλέως Κλαυδίου», αλλά διά να μη φανερώση το μυστικό του συμπληρόνει την περίοδον με ανόητον ταυτολογίαν.
54) &προσβολή&. Αινίττεται το κακούργημα του θείου του.
55) &Εις το σπαθί μου&. Ή διότι η λαβή είχε σταυρόν, ή διότι εις τα βόρεια έθνη ήταν συνήθεια να ορκίζωνται επάνω εις το ξίφος.
56) Τώρα εδώκαμ' όρκον. Δηλαδή, όταν έδωκαν την διαβεβαίωσιν εις την τιμήν των.
57) &τιμημέν' εργάτη&. Εννοεί εργάτην των μεταλλείων. Το Πνεύμα οπού προχωρεί κάτω από την γην και του οποίου η φωνή ακούεται από τα βάθη της, παραβάλλεται με μεταλλευτήν, με κελλάρην ευρισκόμενον μέσα εις υπόγειον αποθήκην (κατωκέλλι), με σκαπανέα και με χαμώρυγα (άλλως τυφλοπόντικα) ακόμη διά την ταχύτητα με την οποίαν τούτο το ερπετόν διέρχεται το χώμα.
58) &πρέπει τόπον — ν' αλλάξωμεν&. Ο Αμλέτος προσκαλεί τους φίλους να μεταβούν παρέκει, διότι είναι βέβαιος ότι όπου και αν υπάγουν η φωνή του Πνεύματος θ' ακουσθή και επομένως αυτοί θα πεισθούν ότι αυτό το Φάντασμα, ως υπερφυσική δύναμις, τους επιβάλλει να ορκισθούν εχεμυθίαν.
59) &αυτό 'πού τώρ' ακούσετε&. Πρώτα ωρκίσθησαν να μη ειπούν τι είδαν, τώρα προσκαλούνται να ορκισθούν να μη είπουν τι άκουσαν, δηλαδή την από τα βάθη της γης φωνήν του Πνεύματος.
60) &ως ξένον&. Κατά την πιθανωτέραν ερμηνείαν· καλοδέξου το, καθώς δεχόμεθα τους ξένους, χάριν φιλοξενίας, χωρίς να εξετάζωμεν προηγουμένως το πρόσωπον του φιλοξενουμένου.
61) &Πολλά πράγματα, Οράτιε κλ&. Εκτός των όσα διδάσκονται εις τα Σχολεία περί των φυσικών πραγμάτων και των υπερφυσικών, υπάρχουν άλλα πολλά ανεξερεύνητα μυστήρια.
62) &Αλλά ελάτ' εδώ, 'σάν πρώτα&. Δηλαδή, ορκισθήτε πάλιν εδώ επάνω εις το σπαθί μου. Εδιατηρήσαμεν εις τους επομένους στίχους έως το «ορκισθήτε» το υπερβατόν, διότι το μετέωρον της φράσεως καθιστάνει σεμνήν και επιβλητικήν την παραγγελίαν του Αμλέτου.
63) &τα χέρια να σταυρώσετ', έτσι κλ.& Συνοδεύει την ομιλίαν του με σχήματα ανάλογα προς ό,τι λέγει.
64) &δεν λείπουν, αν μπορούσαν&. Δηλαδή, υπάρχουν όνθρωποι οπού γνωρίζουν τα μυστικόν, αλλά δεν συγχωρείται εις αυτούς να εξηγηθούν.
ΠΡΑΞΙΣ Β.
1) &Κρίνε συ την διάθεσίν του κλ&. Δηλαδή, ως νέος κρίνε, μάντευε την κλίσιν του ομηλίκου σου.
2) &Και άφησέ τον&. Δηλαδή, άφησέ τον να κάμνη ό,τι του αρέσει. Άλλοι εξηγούν· κάμε ώστε να σου ειπή τα μυστικά του.
3) &συρταίς, 'σάν κλάπαις, 'ς τ' αστραγάλι&. Τα περιπόδια μαζωμένα κάτω εις τους πόδας ωμοίαζαν με κλάπαις ( = κλοιόποδες. Ίδ. Κοραή Άτακτα Α'. 68) καταδίκου.
4) &απ' τον αρμόν&. ο λαός μας ονομάζει αρμούς τας αρθρώσεις εν γένει και ιδίως την μεταξύ της χειρός και του βραχίονος.
5) &έτσι επάνω — 'ς τα φρύδια του&. Διά να σκιάση τους οφθαλμούς όπως ανεμπόδιστος από το φως δυνηθή να παρατηρήση καλήτερα.
6) &ο έρωτας — γεννήση&. Δηλαδή, κατά το κακόζηλον ύφος του Πολωνίου, η αποκάλυψις του έρωτος του Αμλέτου διά την Οφηλίαν δύναται να κινήση εναντίον του πατρός της την οργήν του Αμλέτου (ή του Βασιλέως), αλλά πάλιν η αποσιώπησις δύναται να φέρη χειρότερα, δηλαδή να κάμη τον Αμλέτον να χάση όλως δι' όλου τας φρένας του.
7) &του δείπνου εκείνον παραφάγια&. Αι ειδήσεις τας οποίας κομίζουν οι πρέσβεις από την Αγγλίαν είναι ο δείπνος, η ανακάλυψις του λόγου της παραφροσύνης του Αμλέτου τα παραφάγια (εις την αρχαίαν «επιδόρπιον»).
8) &Βασιλειά μου σεπτέ κλ&. Εννοεί να είπη ότι αυτός καλώς γνωρίζει τα καθήκοντά του προς τους Βασιλείς του, και ότι τούτου έδωκε νέαν απόδειξιν με το να ανακαλύψη, ως πιστεύει αυτός, τον λόγον της παραφροσύνης του Αμλέτου.
9) &του φαινομένου τούτου&. Εις το κείμενον το λογοπαίγνιον γίνεται με την ομοίαν κατάληξιν των λέξεων «effect και defect»· εις την μετάφρασιν διπλήν σημασίαν της λέξεως λόγος =αιτία και = έννοια.
10) &τούτο απομένει — κρίνετε&. Δηλαδή, τούτο είναι το συμπέρασμα, τουτέστιν ότι ο Αμλέτος είναι τρελλός, και ιδού πώς θα το εξηγήσετε (όταν σας δείξω το ερωτικό γράμμα του Αμλέτου).
11) &την ωραιωμένην&. Κακόζηλος λέξις των μεσαιωνικών μας ποιημάτων (Διηγ. Πλάτσια Φλώρης στ. 6 «εξαίρετος εις ηλικιάν πλην ήτον ωραιωμένη»)· αντιστοιχεί προς την κακόζηλον του κειμένου Beautified.
12) &υπέρλευκον κόλπον της&. * Εις την εποχήν του Shakespeare αι κυρίαι είχαν εις το σωκάρδι των ένα φυλακτήριον διά τα γράμματα.
13) &τούτ' η μηχανή&. Το σώμα του.
14) &'σαν αναλόγ' ή 'σαν γραφείο». Δηλαδή, εάν, ενώ εγνώριζα ότι έχουν αλληλογραφίαν, έμενα αναίσθητος ως το γραφείον οπού γράφονται, ή ως το αναλόγι, οπού αναγινώσκονται αι επιστολαί.
15) &Διότι αν ο ήλιος — κόρη σου&. Εδιατηρήσαμεν την γραφήν των αρχετύπων εκδόσεων «being a good kissing carrion» (την οποίαν εδιόρθωσαν «a god kissing carrion», θεός οπού φιλεί ψοφίμι). ο συλλογισμός του Αμλέτου, με την αταξίαν και τας αποσιωπήσεις της πλαστής παραφροσύνης του, προχωρεί ως εξής· η τιμιότης είναι εξαίρεσις, η διαφθορά κανών, τόσον ώστε και η αγαθωτέρα ενέργεια, όταν εις το αντικείμενόν της ευρίσκει διάθεσιν προς το κακόν, αντί να το καλητερεύση το χειροτερεύει, καθώς η ευεργετική δύναμις του ηλίου επιταχύνει το σάπισμα εις το ψοφίμι, το οποίον είναι πράγμα «καλό να φιληθή από τον ήλιον», διότι ανταποκρίνεται εις το φίλημα με το να γεννοβολήση πολλά σκουλήκια. Διά τούτο σε συμβουλεύω να μη αφήσης την θυγατέρα σου να εκτεθή εις τας ακτίνας του ηλίου, διότι η σύλληψις (=κατανόησις) είναι καλή, όχι όμως και η φυσική σύλληψις, όπως δύναται να συμβή της θυγατρός σου. Πρβ. του ιδίου Shakespeare, Measure for Measure Act IΙ. sc. 2… «εγώ 'μαι ο πταίστης, 'πού, 'ς τον ήλιον — ενώ μένω σιμά 'ς τα γιούλι, μου συμβαίνει — ό,τι παθαίνει το ψοφίμι, και όχι τ' άνθος — φθείρομαι απ' την καλήν ενέργειαν…»
16) &ο σατυριστής&. Ίσως ο Juvenalis Sat. Χ. 188.
17) &ο κόσμος είναι φυλακή&. Πρβ. Pascal, Pensées, I, IV «ce petit cachot où il (l'homme) se trouve logé, c'est à dire ce monde visible».
18) &ονείρατα κακά&. Αινίττεται την υπερφυσικήν εμφάνισιν, οπού του απεκάλυψε την δολοφονίαν του πατρός του ό,τι δεν είναι φυσική πραγματικότης δύναται να ονομασθή όνειρον.
19) &Λοιπόν οι πένητές μας κλ&. Αστεϊσμός διά τους ηθοποιούς, οι οποίοι ενώ είναι πραγματικώς πένητες παριστάνουν εις το θέατρον το μεγαλείον των βασιλέων και των ηρώων· η πενία είναι σώμα = πραγματικότης, και το μεγαλείον αυτό είναι σκιά εκείνου του σώματος = ανύπαρκτον.
20) &θα πάμε εις την Αυλήν κλ&. Ειρωνεύεται τους Αυλικούς· αυτούς πρέπει να συναναστρέφεται όποιος δεν είναι εις κατάστασιν να σκέπτεται.
21) &τρομερήν ακολουθίαν&. Ίσως αινίττεται ότι οι ακόλουθοι είναι κατάσκοποι του Βασιλέως· δεν θέλει ακόμη να εξομοιώση τους δύο παλαιούς φίλους του με κατασκόπους.
22)&Ε! τότε κάπως σας ενόησα&. Άμα τους είδε να κρυφομιλούν τους υποπτεύεται περισσότερον.
23) &Εγώ θα σας ειπώ διατί κλ&. Αφού εγώ λέγω τον λόγον διά τον οποίον σας έστειλαν, δεν είσθε σεις οπού τον φανερόνετε, και ούτω δεν προδίδετε μυστικότητα την οποίαν έχετε υποσχεθή προς τους Βασιλείς.
21) &πεμπτουσία του χώματος&. Εις την αλχημικήν γλώσσαν πεμπτουσία ωνομάζετο ό,τι απομένει αφού προαφαιρεθούν τα τέσσαρα στοιχεία, γη, αέρας, πυρ και νερό· δηλαδή, αν καλώς αναλύσης τον άνθρωπον, άλλο δεν απομένει παρά χώμα, κατά τα της Άγιας Γραφής· «γη ει και και εις γην απελεύση».
25) &ειδεμή ο στίχος θα σκοντάψη&. Εάν η νέα εντραπή και από σεμνότητα αποσιωπήση τι, τότε η παράλειψις θα χαλάση το μέτρον.
26) &της πρωτευούσης&. * City, εις το κείμενον. Διά το ακροατήριον του Shakespeare η City (το Άστυ) ήταν το Λονδίνον, καθώς και όλοι οι εξής δυσεξήγητοι υπαινιγμοί αναφέρονται εις το σύγχρονον του Shakespeare Θέατρον.
27) &νεωτέρισμα&. * Το νεωτέρισμα, τα οποίον μνημονεύεται κατόπιν μερικώτερα, συνέβη διότι εις την εποχήν του Shakespeare εσχηματίσθησαν δραματικοί θίασοι από νέους οπού έψαλλαν εις το Βασιλικό Παρεκκλήσι και εις άλλας Εκκλησίας, και τους οποίους επροτιμούσε ο κόσμος αντί των παλαιών ηθοποιών.
28) &πεταξόνια&. Εις την εξοχήν Κερκύρας ονομάζονται τα πτηνά άμα αποκτήσουν την χρήσιν των πτερύγων. Εις την αρχαίαν, «εκπετήσιμος».
29) &τα χηνοκόνδυλα&. Δηλαδή εκείνους, οπού με τον κάλαμον υποστηρίζουν τους νέους ηθοποιούς, γράφουν δι' αυτούς δράματα και συνθέτουν σατύρας εναντίον των παλαιών ηθοποιών.
30) &τον Ηρακλέα μ' όλο το βάρος του&. * Το Θέατρον Globe (Σφαίρα) είχεν ως σύμβολον τον Ηρακλέα οπού εβαστούσε σφαίραν.
31) &Κύριοι, καλώς ήλθετε&. Με αυτήν την τυπικήν, εις αντίθεσιν με την πρώτην εγκαρδίαν υποδοχήν, ο Αμλέτος θέλει να δείξη των συμμαθητών του ότι δεν τους θεωρεί πλέον φίλους, άμα επείσθη περί της ανειλικρινείας των, συνάμα δε κάπως ειρωνικώς τους ταυτίζει με ηθοποιούς.
32) &όταν πνέει νοτιάς κλ&. Θέλει να είπη ότι πότε είναι τρελλός, πότε φρόνιμος· όποιος δύναται να διακρίνη μεταξύ πτηνού και πτηνού πρέπει να ήναι κάπως κάτοχος των αισθήσεών του.
33) &εις κάθε αυτί κλ&. Ειρωνεία προς ωτακουστάς, οποίους θεωρεί τους δύο συμμαθητάς του.
34) &Σωστά — πραγματικώς&. Διά να μη εννοήση ο Πολώνιος ότι ωμιλούσαν περί αυτού, ο Αμλέτος προσποιείται ότι εξακολουθεί ομιλίαν άλλην.
35) &Τότ' ήλθε κάθε ηθοποιός&. * Απόσπασμα παλαιού άσματος.
36) &θέλεις σκηνήν αδιαίρετην&. * Εννοεί την τοπικήν ενότητα.
37) &Ιεφθάε&. * Τούτοι και οι εξής στίχοι ανήκουν εις παλαιόν άσμα θρησκευτικόν, ως το ονομάζει κατόπιν, διότι είχεν ως θέμα την ολοκαύτωσιν της θυγατρός του Ιεφθάε (Ίδ. Κριταί XI 30-42).
38) &Δεν έρχεται αυτό κατόπιν&. Δηλαδή, αυτά οπού λέγεις δεν είναι η συνέχεια του άσματος.
39) &Ε! καλή μου Κυρία&. * Εις την εποχήν του Shakespeare το μέρος των γυναικών έπαιζαν νέοι· ο Αμλέτος υποθέτει ότι ο ηθοποιός προς τον οποίον ομιλεί, αφού ενηλικιώθη, έχασε τον υψηλόν τόνον της φωνής.
40) &διά το κοινόν ήταν χαβιάρι&. Δηλαδή, σύνθεσις τόσον εκλεκτή ώστε οι πολλοί δεν είχαν ικανήν καλαισθησίαν διά να την εκτιμήσουν. Τα χαβιάρι τότε ήταν σπανιώτατον εις την Αγγλίαν.
41) &το τετράποδο της μοίρας&. Ο δούρειος ίππος.
42) τον ηύρε κλ. Πρβ. Verg. Aen. II 509. «Arma diu senior desueta trementibus aevo - circumdat nequicquam humeris et inutile ferrum - cingitur.
43) &αχρείον — αυτά;& Φαίνεται του Αμλέτου, καθώς είναι αναμμένη η φαντασία του, ότι βλέπει έμπροσθέν του άνθρωπον οπού του ονειδίζει την απραξίαν του.
44) &Τον Λόγον — κάτω;& Δηλαδή, ποίος μου γυρίζει οπίσω τον λόγον και τον αναγκάζει να κρυφθή πάλιν εις το εσωτερικόν μου, απ' οπού εξήλθε διά να δώση την ψευδή υπόσχεσιν ότι θα εκδικήσω τον πατέρα μου;
45) &Ω αιμοπότη κλ&. Αποστροφή προς τον Βασιλέα.
46) &με λόγια κλ&. Οποία είναι τα επίθετα τα περιεχόμενα εις την προηγουμένην υβριστικήν αποστροφήν.
47) &Το Πνεύμα&. Παρομοίαν υποψίαν είχε συλλάβη ο Ορέστης του Ευριπίδου, όταν ο Απόλλων τον είχεν εξαναγκάση να φονεύση την μητέρα του· «Ω Λοξία μαντείε, σων θεσπισμάτων — ου ψευδόμαντις ήσθ' άρ', αλλ' ετήτυμος, — και τοι μ' εσήει δείμα μή τινος κλύων — αλαστόρων δόξαιμι σην κλύειν όπα». Ορ. στ. 1666.
ΠΡΑΞΙΣ Γ'.
1) &Της αισχρής κλ&. Δηλαδή, η ασχημία ζαρωμένου προσώπου συγκρινομένη προς το φτειασίδι του δεν είναι τόση, όση είναι η ασχημία του κακουργήματός μου συγκρινομένη προς τα υποκριτικά λόγια μου.
2) &Να ήναι τις ή να μη ήναι κλ&. Δεν είπε «να ζη τις ή να μη ζη», διότι δεν πρόκειται περί εκλογής μεταξύ ζωής και θανάτου, αφού ο θάνατος, κατά τας χριστιανικάς ιδέας, δεν είναι κατάλυσις της υπάρξεως, αλλά μετάβασις εις άλλην ζωήν· η έναρξις του μονολόγου στηρίζεται εις την ιδέαν ότι με την παρούσαν ζωήν τελειόνει η ύπαρξις του ανθρώπου, και επομένως το ζήτημα τίθεται μεταξύ του είναι και μη είναι, μεταξύ υπάρξεως και μη υπάρξεως απολύτως· μόνον εις την ερχομένην περίοδον εκφράζεται η περί μελλούσης ζωής σκέψις.
3) &ή 'ς ένα — όλα&. Η αντίστασις εδώ ταυτίζεται με την βιαίαν, θεληματικήν καταστροφήν της υπάρξεως· ο άνθρωπος αντιστεκόμενος εις τον πόνον δεν δύναται να τον νικήση, να τον αφανίση, ειμή με το να συγκαταστρέψη την έδραν του πόνου, δηλαδή τον εαυτόν του.
4) &ύπνος· τίποτ' 'άλλο&. Δηλαδή, ύπνος και μόνον ύπνος, τουτέστιν ανάπαυσις αναίσθητος, οποία δεν συμβαίνει πάντοτε εις τον φυσικόν ύπνον.
5) &κει — θα 'λθουν&. Δηλαδή, η απορία εάν η νέα κατάστασίς μας θα ήναι ευχάριστος ή οδυνηρά.
6) &την ζωήν της δυστυχίας&. Προσωποποιείται εδώ η δυστυχία.
7) &την άργητα του νόμου&. Δηλαδή, της απονομής της δικαιοσύνης.
8) &ο τόπος — γυρίζει&. Πρβ. Catullum. «Qui nunc it per iter tenebricosum - illuc, unde negant redire quemquam». Πρβ. και Θεοκρ. Ειδ. XVII στ. 120. «αέρι τα κέκρυπται, όθεν πάλιν ουκέτι νόστος». Πρβ. Δημ. Άσμ. Γ. Χρ. Χασιώτου, Μυρολόγια. 28. «βουργάραις μ' εξεκίνησαν 'ς τ' αγύριστο ταξείδι — 'πού πάνουν και δεν έρχουνται και πίσω δεν γυρίζουν». Ο σύγχρονος του Shakespeare δραματικός ποιητής Marlowe εις προγενέστερον του Αμλέτου δράμα·
Weep not for Mortimer=that scorns the world, and, a traveller, - goes to discover countries yet unkown».
9) &και αυτό — πάθη&. Πρβ. Ευριπ. Φοίνιξ. Απόσπ. 813… «Ω φιλόζωοι βροτοί, — οι την επιστείχουσαν ημέραν ιδείν — ποθείτ' έχοντες μυρίων άχθος κακών· — ούτως έρως βροτοίσιν έγκειται βίου· — το ζην γαρ ίσμεν, του θανείν δ' απειρία — πας τις φοβείται φως λιπείν τόδ' ηλίου».
10) &η συνείδησις&. Εις την οποίαν ενυπάρχει ο φόβος άλλης ζωής.
11) &κ' έτσι το φυσικό κλ&. Απόφασις προερχομένη από την πρώτην ορμήν της καρδίας έχει την έκφρασιν της ευρωστίας, έχει τα φυσικό της χρώμα· και τούτο παίρνει κατόπιν όψιν ασθενικήν (is sicklied o'er) από την ωχρότητα του λογισμού, δηλαδή από την ψυχράν σκέψιν.
12) &'ς ταις ευχαίς σου&. Η Οφηλία κρατεί ευχολόγιον.
13) &το άρωμά τους κλ&. Αφού έλειψεν η αγάπη, η Οφηλία θεωρεί τα δώρα ως εξωσμισμένον άνθος.
14) &ότι — ωραιότητά σου&. Ως να έλεγεν, η ωραία και ενάρετος γυνή δεν πρέπει να ενθυμήται ότι είναι ωραία. Πρβ. As you like it. Act I. s. II. και Petrarca Son XXIX. in Morte. «Due gran nemiche insieme erano aggiunte - Bellezza ed Onesta, con pace tanta, - che mai ribellion l'anima santa - non senti, poi ch'a star seco fur giunte».
15) &παρονομάζετε κλ&. Δηλαδή, σατυρίζετε τους άνδρας μ' επίθετα γελοία.
16) &έξω από έναν&. Αινίττεται τον Βασιλέα.
17) &λαμπρής&. Η οποία ελαμπρύνετο από αυτόν.
18) &'πού είδα — εμπρός μου&. Δηλαδή, οπού είδα πρώτα το ύψος αυτού του πνεύματος και τώρα βλέπω την πτώσιν του.
19) &μηδέ να παρασχίζης κλ&. Κατακρίνει την υπερβολικήν χειρονομίαν.
20) &πλαστά σγουρά&. * Οι ηθοποιοί εφορούσαν φενάκην.
21) &των κάτω καθημένων&. * Του όχλου, του οποίου η θέσις ήταν εις την πλατείαν (parterre).
22) &τα βουβά ακατανόητα κλ&. * Η παντομίμα· ονομάζει ακατανόητα τοιαύτα θεάματα, διότι πολύ ατελώς εξηγούσαν την δραματικήν πράξιν.
23) &και τον Τερμαγάντην&. * Δηλαδή, όποιος εις την παράστασιν υπερβαίνει το αρκετά τερατώδες πρόσωπον του Τερμαγάντου και το απάνθρωπον του Ηρώδου. Εις τα μεσαιωνικά «Μυστήρια» (θρησκευτικά Δράματα) απαντάται ο Τερμαγάντης, θεότης των Σαρακηνών.
24) &αίμα και νουν&. Πάθος και λόγον.
25) &'ς ένα του λόγου μέρος&. Πιθανώς οι στίχοι τους οποίους προφέρει ο Λουκιανός όταν χύνει το φαρμάκι εις το αυτί του Βασιλέως.
26) &απ' την μονιά δεν έβγη&. Μεταφορά από τον κυνηγετικόν σκύλλον όταν ξεμονιάζει λαγόν ή αλωπού.
27) &ούτε εις εμέ ανήκουν πλέον&. Αφού εξήλθαν από τα χείλη του δεν είναι πλέον εις την εξουσίαν του.
28) &Αφού σ' έφαγεν ο Ιούνιος κλ&. Εις το λογοπαίγνιον του κειμένου αντικαταστήσαμεν άλλο.
29) &Ε! το βλέπεις;& Δηλαδή, ότι έχω δίκαιον να λέγω ότι ο Αμλέτος αγαπά την Οφηλίαν.
30) &Και όμως — ανάπαυσις&. Εις τούτο και εις άλλα χωρία ενομίσαμεν ότι μας εσυγχωρείτο να αποφύγωμεν την ακολασίαν της εκφράσεως.
31) &τον διάβολον κλ&. Δηλαδή, να γίνη ό,τι αφύσικον και άτοπον· ο υιός να αδιαφορή διά τον θάνατον του πατρός του και ο διάβολος, το πονηρόν Πνεύμα, να λυπήται.
32) &Καθώς το χάρτινο άλογο&. * Εις την Αγγλίαν οι χωρικοί εσυνηθούσαν τον Μάιον να διασκεδάζουν μ' ένα χάρτινο άλογο, το οποίον εκινούσεν ένας χορευτής κρυμμένος μέσα· τούτο το παιγνίδι είχε καταργήση των Πουριτανών ο φανατισμός· την κατάργησιν εσατύρισε κατόπιν ο λαός με ένα τραγούδι, εις το οποίον ανήκει ταύτος ο στίχος.
33) &οι ηθοποιοί δεν κρατούν μυστικό κλ&. Διότι τώρα θα ομιλήσουν, ενώ εις την παντομίμαν ήσαν βουβοί· υπαινίττεται συγχρόνως την επικειμένην αποκάλυψιν του εγκλήματος του Βασιλέως.
34) &στίχοι δι' αρραβώνα&. Δηλαδή, σύντομοι ως ρητόν σκαλισμένον εις δακτυλίδι.
35) &Αψιθιά, αψιθιά&. Εννοεί ότι οι προηγούμενοι στίχοι θα πικράνουν την Γελτρούδην.
36) &Το Δόκανο&. Δηλαδή, «διά να πιάση την συνείδησιν του Βασιλέως». Πρβ. Πράξιν Β'. τέλος.
37) &δολοφόνε&. Προς τον Λουκιανόν.
38) &τον ύγιον — με βίαν&. Το σώμα παριστάνεται ως η έδρα της υγείας και της ζωής, και το δηλητήριον ως ακαταμάχητος εκπορθητής.
39) &μ' ένα δάσος πτερά&. Εννοεί το ένδυμα των ηθοποιών της εποχής εκείνης.
40) Εύκολα εύρισκες την ρίμα. Δηλαδή, «γαϊδούρι» το οποίον ο Αμλέτος αντικαθιστάνει με το «παγώνι».
41) &Ω θαυμαστός υιός κλ&. Η ηθική κατάπτωσις της Γελτρούδης είναι τοιαύτη, ώστε δίδει και εις αυτόν τον υιόν της το δικαίωμα να παραλείψη την προς την μητέρα του συστολήν και να ελέγξη την διαγωγήν της (ως θα το πράξη εις την ακόλουθον σκηνήν)· τούτο χαρακτηρίζεται ως τι παράδοξον και έκτακτον, διότι συνήθως οι γονείς έχουν αφορμήν να νουθετούν τα τέκνα των, όχι τα τέκνα τους γονείς των.
42) &και αν την είχαμε — μητέρα&. Δηλαδή, όσον και αν ήναι διεφθαρμένη είναι πάντοτε μητέρα μου.
43) &διά να ελευθερωθώ από σας&. Κατά την πιθανωτέραν εξήγησιν· θα κάμω αυτό οπού θα ιδήτε, διά να ελευθερωθώ από την κατασκοπείαν σας· ίσως το λέγει κατά μέρος.
44) &Βλέπεις εκείνο το σύννεφο;& Δοκιμάζει την μωράν δουλοφροσύνην του Πολωνίου.
45) &τούτος ο τρόμος&. Ο Αμλέτος. Πρβ. Δημ. Τραγούδια… «παρακαλούνε — αρμάδα να μην εύρουνε και φόβο (ενεργητικώς) να μη 'βρούνε».
46) &αλλ' όπως είπες&. Ο αυλικώτατος Πολώνιος αποδίδει ψευδώς εις τον Βασιλέα ό,τι αυτός μόνος του είχεν επινοήση.
47) &Αχ! — μυρίζει&. Δηλαδή, τόσον επιμένω εις την ανομίαν ώστε εβαρύνθη η μακροθυμία του Θεού. Πρβ. Petrarca Sonetto contro la Corte di Avignone. «Or vivi si, ch'a Dio ne venga il lezzo».
48) &και αφίνω και τα δύο&. Δηλαδή, ούτε δύναμαι να μετανοήσω, ούτε δύναμαι να αναπαυθώ εις την απόλαυσιν των καρπών του εγκλήματός μου.
49) &να το λευκάνη — ωσάν το χιόνι& Πρβ. Ησαΐαν Ι. 18. «και αν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν, ως χιόνα λευκανώ».
50) &το κρίμα ν' αντικρύση&. Το κείμενον «to confront the visage of offence», άμα, δηλαδή, το Έλεος αντικρύση = αντιμετωπίση την αμαρτίαν, τούτο και μόνον αρκεί να την διαλύση· άλλως εις τι χρησιμεύει η Θεία Χάρις;
51) &Πώς είναι δυνατόν κλ&. Πρβ. Dante. Inferno XXVII v. 118. «ch'assolver non si può chi non si pente - nè pentere e volere insieme puossi, - per la contraddizion che nol consente».
52) &ν' αγορασθή — νόμος&. Δηλαδή, ο κλέπτης να διαφθείρη τον δικαστήν με τα χρήματα τα προερχόμενα από την κλοπήν.
53) &φαίνεται — μαρτυρήσωμε&. Η κακή πράξις εικονίζεται ως υπόδικος κατά του οποίου είναι υποχρεωμένος να μαρτυρήση αυτός ο πταίστης.
54) &και πώς 'ς την Κρίσιν στέκει κλ&. * Και όμως ο Αμλέτος εγίνωσκεν από το Πνεύμα του πατρός του πως ετιμωρείτο εις τον άλλον κόσμον· απορεί περί τούτου τώρα, ή διότι αμφιβάλλει πάλιν περί της υπερφυσικής εμφανίσεως ή διότι αγνοεί πόσον θα διαρκέση η τιμωρία της ψυχής του πατρός του.
55) &'Σ την θήκην σου, ω σπαθί&. Η αποστροφή προς το σπαθί εξακολουθεί εις τους ακολούθους επτά στίχους. Πρβ. Ιεζεκ. XXI. στ. 9-10. «Ρομφαία, ρομφαία, οξύνου και θυμώθητι, όπως πράξης σφάγια, οξύνου όπως γένη εις στίλβωσιν… σφάζε, εξουδένει…» και 28. «Ρομφαία, ρομφαία, εσπασμένη εις σφάγια και εσπασμένη εις συντέλειαν, εγείρου όπως στίλβης».
56) &τούτο το ιατρικό κλ&. Δηλαδή, σ' έχω καταδικασμένον εις θάνατον, ώστε τούτη η αναβολή μου προσκαίρως σε διατηρεί εις την ζωήν.
57) &σ' επήρα διά τον καλήτερόν σου&. Δηλαδή, διά τον Βασιλέα.
58) &το ρόδο — πληγήν&. Η αγνή της αγάπης όψις μεταβάλλεται εις σιχαμερήν.
59) &Αχ! τέτοιαν πράξιν ώστε κλ&. Η απιστία της Γελτρούδης προς τον πρώτον σύζυγόν της κατέστησε πτώμα τον ιερόν δεσμόν του γάμου.
60) &Ανάπτ' η 'όψις τ' ουρανού&. Από εντροπήν.
61) &αυτός ο όγκος κλ&. Η παγκόσμιος σφαίρα.
62) &Το ζωγράφημα τούτο κλ&. Κατά την πιθανωτέραν γνώμην, ο Αμλέτος δείχνει δύο προσωπογραφήματα κρεμασμένα εις το δωμάτιον της μητρός του.
63) &Του Φοίβου κλ&. Πρβ. Ιλιάδ. Β. στ. 475-6… «Αγαμέμνων — όμματα και κεφαλήν ίκελος Διί τερπικεραύνω, — Άρεϊ δε ζώνην, στέρνον δε Ποσειδάωνι».
64) &Τυφλίτην&. Το γνωστόν παιγνίδι (άλλως τυφλομύγα).
65) &'ς την θλίψιν&. Passion, θλίψις ή πάθος = εμπάθεια· επροτιμήσαμεν την πρώτην ερμηνείαν.
66) &εκφύματα&. Εις το κείμενον excrements. * Κατά τον Βάκωνα (Φυσ. Ιστορία). «Τα ζώντα πλάσματα (μετά την περίοδον της αυξήσεως των) δεν παράγουν τι νέον ειμή τρίχας και όνυχας, τα οποία είναι εκφύματα, δεν είναι μέρη».
67) &Τίποτε&. Κατά την ορθήν εξήγησιν Άγγλου Κριτικού, του Hammer (Some Remarks on the Tragedy of Hamlet 1736), το Πνεύμα δεν γίνεται ορατόν εις την Γελτρούδην, διότι πώς ήταν δυνατόν γυνή και μάλιστα ένοχος να υποφέρη τοιαύτην εμφάνισιν χωρίς να χάση τα λογικά της; και διότι ο ποιητής εσυμμορφώθη με την λαϊκήν ιδέαν ότι τα Πνεύματα φανερώνονται μόνον εις εκείνους με τους οποίους έχουν να κάμουν.
68) &τα χόρτα — θυμώσουν&. Δηλαδή, μη καλλιεργής την ακολασίαν σου. — Με εκφραστικωτάτην μεταφοράν ο λαός μας διά να χαρακτηρίση την μεγάλην βλάστησιν λέγει· «το δένδρο αυτό έχει πολύν θυμόν ή εθύμωσε πολύ».
69) &'Σ το πάχος των ασθματικών κλ&. Καιροί, εις τους οποίους οι άνθρωποι από την κτηνώδη απόλαυσιν γίνονται πολύσαρκοι, ασθματικοί και ηθικώς αναίσθητοι. Πρβ. παρακάτω «τον πρισμένον βασιλέα». Πρβ. Λουκιαν. Νεκρ. Διαλ. 4. «πλην αλλ' οι μεν παλαιοί, ω Χάρων, οίσθα οίοι παρεγίγνοντο, ανδρείοι άπαντες… νυν δε ή φαρμάκω τις αποθανών… ή υπό τρυφής εξωδηκώς την γαστέρα και τα σκέλη, ωχροί άπαντες και αγεννείς κλ.».
70) &να τιμωρήση — μ' εμέ&. Εμέ με τον φόνον του Πολωνίου και τον Πολώνιον μ' εμέ (με το χέρι μου)· το «αυτό» τίθεται διά τον Πολώνιον ως άψυχον ήδη πτώμα.
71) &'ς το να ήμαι — σέρνει&. O Delius νομίζει ότι με τον πρώτον στίχον ο Aμλέτος δικαιολογεί την τραχείαν γλώσσαν την οποίαν αμέσως κατόπιν θα μεταχειρισθή προς την μητέρα του. H έννοια των δύο στίχων, κατά την γνώμην μας, είναι η εξής * γνώμη αγαθή (η προς τον πατέρα του φιλοστοργία) τον υποχρεόνει να ήναι σκληρός, άπονος· και αρχή φοβερωτέρων φονικών πράξεων είναι αυτός ο φόνος του Πολωνίου. Ίδ. την Μ ε λ έ τ η ν μας εις τον A μ λ έ τ ο ν.
72) &πρισμένον βασιλέα&. Ίδ. Σημείωσιν 69.
73) &η περίφημη μαϊμού&. Αινίττεται κάποιον μύθον άγνωστον.
ΠΡΑΞΙΣ Δ'.
1) &αυτό — πρόσωπό μας&. Ομιλεί πληθυντικώς ως βασιλεύς.
2) &και αυτή του η τρέλλα κλ&. Δηλαδή, και μέσα εις την παραφροσύνην του σώζεται η αγνότης της φύσεως του, ώστε έχει την συναίσθησιν της κακής του πράξεως.
3) &ότι είμ' ικανός κλ&. Δηλαδή, εάν πιστεύετε, και πρέπει να το πιστεύετε, ότι είμαι ικανός να φυλάξω ένα ξένο μυστικό, πρέπει να πιστεύσετε ότι είμαι ικανός να φυλάξω τα δικό μου.
4) &όταν τον χρειασθή κλ&. Πρβ. Suelon. Vesp. c. 16. οπού γίνεται χρήσις αυτής της εικόνος, όμως με διάφορον σκοπόν· «quibus (procuratoribus) quidem vulgo pro spongiis dicebatur (Vespasianus) uti quod quasi et siccos madefaceret et exprimeret humentes».!!
5) &Το σώμα είναι με τον Βασιλέα κλ&. Η πιθανωτέρα εξήγησις αυτού του γρίφου είναι η εξής· το σώμα (τα εξωτερικά βασιλικά γνωρίσματα) έχει ο Βασιλεύς (ο Κλαύδιος), αλλά ο βασιλεύς (ψυχή αληθώς βασιλική) δεν υπάρχει εις εκείνο το σώμα. Ίσως εις το λογοπαίγνιον έλαβεν αφορμήν ο Shakespeare από τους λόγους του Αμβλέτου (Ίδ. χρονικόν) προς τον λαόν μετά τον φόνον του Φέγγονος· «σας παρακαλώ να σκεφθήτε ότι τούτο δεν είναι το σώμα ενός βασιλέως, είναι το σώμα ενός κατηραμένου τυράννου, ενός μισητού αδελφοκτόνου».
6) &Κρύψου, αλωπού&. Αινίττεται κάποιο παιγνίδι.
7) &διπλωματικά σκουλήκια&. Αινίττεται με σκληράν ειρωνείαν την διπλωματικήν ιδιότητα του Πολωνίου.
8) &εις τον άλλον τόπον&. Εις την Κόλασιν.
9) &θα σας περιμείνη κλ&. Ειρωνεία διά τον αναίσθητον νεκρόν.
10) &διότι αυτή ως θέρμη κλ&. Πρβ. Σοφοκλ. Ηλ. στ. 784 κλ. οπού η ένοχος Κλυταιμνήστρα λέγει περί της θυγατρός της Ηλέκτρας, της οποίας η παρουσία της είναι παντοτινός έλεγχος· «ήδε γαρ μείζων βλάβη — ξύνοικος ην μοι, τουμόν εκπίνουσ' αεί — ψυχής άκρατον αίμα». — Πρβ. τας λαϊκάς φράσεις· «τον έχω μέσα μου δίπλα· μου έπιε το αίμα της καρδιάς μου».
11) &εντήρησις&. Δισταγμός, ατολμία. Η λέξις ευρίσκεται εις το μεσαιωνικόν ποίημα Λυβίστρου και Ροδάμνης (Μαυροφρύδου Μνημεία νεωτ. Ελλ. Γλ. Τόμ. Β'. σελ. 325). Και ρήμα κατά τον Κοραήν (Άτακτ. Τ. 1. σελ. 164 'ντηρούμαι N'oser, se retenir). Πρβ. Αριστοφ. Σφ. στ. 373. «τηρώμεσθ' όπως μη Βδελυκλέων αισθήσεται».
12) &άχυρα&. Ό,τι ασήμαντο πράγμα τύχη έμπροσθέν της.
13) &και ταις λέξες όλαις&. Δηλαδή, της Οφηλίας.
14) &'Σ τους άλλους μέσ' αγάπη μου κλ.& * Περιγράφει ενδυμασίαν προσκυνητού· αυτήν την ενδυμασίαν συχνά εφορούσαν οι νέοι εις τας ερωτικάς εκδρομάς των.
15) &ενός ψωμά θυγατέρα&. * Αινίττεται λαϊκόν μύθον, κατά τον οποίον ο Χριστός εμεταμόρφωσεν εις κουκουβάγιαν την θυγατέρα ενός αρτοποιού, η οποία είχεν αρνηθή να του δώση ψωμί.
16) &Του Αγίου Βαλεντίνου κλ&. Κατ' αυτήν την ημέραν αι παρθένοι εσυνηθούσαν και συνηθούν ακόμη με λαχνούς και με άλλους τρόπους να μαντεύουν τον προωρισμένον γαμβρόν των. Είναι γνωστόν ότι παρόμοια συνήθεια επικρατεί και εις την Ελλάδα, τουλάχιστον εις κάποια μέρη, κατά την εορτήν του Αγίου Ιωάννου.
17) &κ' έχει τροφήν — κλεισμένος&. Δηλαδή, χάνεται εις εικασίας περί του θανάτου του πατρός του και κρύπτει τους σκοπούς του.
18) &Πόσο — κυνήγι&. Δηλαδή, ματαιοπονείτε, καθώς συμβαίνει εις κυνηγετικόν σκύλλον, αφού έχασε τα ίχνη του λαγού και τον ζητεί όπου δεν είναι.
19) &Άφησε να κάμη&. Η Γελτρούδη κρατεί τον Λαέρτην διά να τον εμποδίση να πλησιάση τον Κλαύδιον.
20) &ο — πελεκάνος&. Επιστεύετο ότι ο πελεκάνος με το ράμφος του ανοίγει τα σπλάχνα του διά ν' αναστήση με το αίμα του τα φονευμένα παιδιά του. Ούτω και ο Dante Parad. XXV- v. 112. ονομάζει τον Χριστόν «il nostro pellicano».
21) &Ω θέρμη κλ&. Δηλαδή, η θέρμη, την οποίαν ήδη αισθάνεται ο εγκέφαλος του, ν' αυξήση τόσον ώστε να τον καταστήση αναίσθητον εις την κατάστασιν της αδελφής του, και τα δάκρυα, οπού ήδη χύνει, να γίνουν τόσο πικρά, ώστε να τον αποτυφλώσουν διά να μη την βλέπη.
22) &θνηταίς να ήναι κλ&. Δηλαδή, ώστε να νεκρωθούν, ν' αφανισθούν, ως η ζωή του Πολωνίου, του οποίου ο θάνατος είναι η αιτία της παραφροσύνης της Οφηλίας.
23) &τόσο λεπτή 'ναι κλ. * Ούτως η Οφηλία από υπερβολικήν αγάπην προς τον πατέρα της εχώρισεν από τον εαυτόν της ό,τι πολυτιμότερον είχε, τας φρένας της.
24) &Ω! — πόσο του ταιριάζει&. Κατά την πιθανωτέραν εξήγησιν πόσο αρμόζει να τραγουδάται αυτό το τραγούδι ενώ γυρίζει το ροδάνι.
25) &Το μηδέν - παν&. Δηλαδή, ενώ τ' ασυνάρτητα αυτά λόγια στερούνται υποστάσεως, είναι όμως η συγκεφαλαίωσις, η φοβερωτέρα παράστασις της συμφοράς, η οποία κατέστρεψεν ολόκληρον την οικογένειαν του Πολωνίου.
26) &Μέσα εις την τρέλλαν νουθεσία&. * Δηλαδή, μ' όλον ότι τρελλή, ευρίσκει την σχέσιν του συλλογισμού (πανσέδες, pensées) και της ενθυμήσεως, (της οποίας σύμβολον εθεωρείτο το δενδρολίβανο).
27) &μάραθο και πήγανο&. * Τα δίδει του Κλαυδίου· το μάραθο ήταν το σύμβολον της κολακείας, ο πήγανος της αχαριστίας.
28) &συ, τα πάθη&. Το άνθος το λεγόμενον τα «Πάθη του Χριστού»· αντικαταστήσαμεν αυτό εις το «rue» (είδος πηγάνου) του κειμένου· η αγγλική λέξις σημαίνει και μετάνοιαν, λύπην. — * Το δίδει της Γελτρούδης.
29) &με κάποιαν διαφοράν&. * Η Γελτρούδη και η Οφηλία είναι και αι δύο λυπημέναι, αλλά διαφέρει η αιτία της λύπης.
30) &ιδού μία μαργαρίτα&. * Είναι το σύμβολον της απάτης· ίσως την κρατεί διά τον εαυτόν της ενθυμουμένη την σκληρότητα του Αμλέτου.
31) &γιοφύλλια&. * Το σύμβολον της ειλικρινείας· ίσως το δίδει του Ορατίου.
32) &Το βλέπεις; ω Θεέ!& Προς τον Κλαύδιον. Βλέπεις πού έφερε την Οφηλίαν ο θάνατος του πατρός της. Το «ω Θεέ!» είναι επιφώνημα.
33) &Τώρα η συνείδησίς σου κλ&. Τούτο υποθέτει ότι εις το συμβούλιον των φίλων, το οποίον ο Κλαύδιος εις την ε'. σκηνήν είχε προτείνη του Λαέρτου, εθεωρήθη ως αποδεδειγμένον ότι όχι μόνον ο Κλαύδιος δεν ενέχεται εις τον φόνον του Πολωνίου, αλλ' ότι ο Αμλέτος ήθελε να φονεύση αυτόν τον Κλαύδιον.
34) &καθώς τ' άστρο κλ&. * ο λαός ενόμιζεν ότι έκαστον άστρον είναι κλεισμένον μέσα εις μίαν κρυσταλλίνην σφαίραν και με αυτήν κινείται. Η Γελτρούδη ήταν η σφαίρα του Κλαυδίου.
35) &καθώς το ξύλο κλ&. Κάποια ξύλα, ως της ελαίας, σκληρύνονται και σχεδόν απολιθόνονται μέσα εις το νερό.
36) &εις χάρες τα δεσμά του&. Δηλαδή, ο λαός ήθελε θεωρήση τα δεσμά του Αμλέτου ως στόλισμα αδικημένου ανθρώπου.
37) &απ' τα γένεια — κίνδυνος&. Πρβ. Pers. Sat. 2. «idcirco stolidam praebet tibi vellere barbam — Jupiter?»
38) &'ς ολίγο — θα μάθης&. Δηλαδή, τον θάνατον του Αμλέτου· από στιγμήν εις στιγμήν περιμένει ο Κλαύδιος να επανέλθουν από την Αγγλίαν οι δύο συμμαθηταί του Αμλέτου.
39) &μπορείς να φαντασθής&. Έμελλε να του ανακοινώση πως έχει στείλη τον Αμλέτον εις βέβαιον θάνατον.
40) &Εάν το πράγμα τρέχει κλ&. Δηλαδή, αφού δεν δυνάμεθα ν' αμφιβάλωμεν ότι ο Αμλέτος επανήλθε.
41) &με τον καιρόν&. Η αγάπη καθώς έχει αρχήν έχει και τέλος.
42) &στεναγμόν κλ&. * Επιστεύετο ότι οι αναστεναγμοί ολιγοστεύουν την ζωτικήν δύναμιν του ανθρώπου· αυτήν την γνώμην ο Shakespeare εκφράζει και αλλού (Henry VI. Act. III. sc. 2).
43) &τούτ' η ανοησία&. Τα δάκρυα, ως αποτέλεσμα αδυναμίας.
ΠΡΑΞΙΣ Ε'
1) &να σωθή&. Αντί, να κολασθή. Εις τον εξής διάλογον η φράσις είναι επίτηδες αμφίβολος πότε χάριν ειρωνείας, πότε διά την αμάθειαν των προσώπων.
2) &και η πράξις έχει κλάδους τρεις κλ&. * Σατυρίζεται η σχολαστική λεπτολογία· υποτίθεται ακόμη ό τι ο Shakespeare ηθέλησε να διακωμωδήση έναν δικαστήν οπού είχε μεταχειρισθή παρόμοια σοφίσματα διά να δημεύση την περιουσίαν ενός αυτοκτόνου.
3) &Εξομολογήσου πρώτα και& — * Αποσιώπησις· πήγαινε να πνιγής.
4) &'ποίος είναι εκείνος κλ&. ο Β'. Νεκροθάπτης επαναλαμβάνει κατά γράμμα την ερώτησιν σκεπτόμενος, διά να εύρη καλητέραν λύσιν.
5) &λύσε το ζευγάρι σου&. Μεταφορικώς· δηλαδή, αφού έκαμες τον κόπον διά να λύσης το ζήτημα, θα ήναι δίκαιον να ξεκουρασθής, καθώς ο ζευγολάτης όταν ξεζέφει τα βώδια του,
6) &Ω πόσον ήταν ιλαρός κλ&. Τούτο το τραγούδι και το ακόλουθον του Νεκροθάπτου, τα οποία ο Shakespeare παρέλαβεν από προγενέστερον άγγλον ποιητήν, εμιμήθη ο Goethe εις το Β'. Μέρος του Faust.
7) &το χέρι όσον ολιγώτερο κλ&. Και εξ αντιθέτου όσο περισσότερο τρίβεται εις την εργασίαν τόσον ολιγώτερο αισθάνεται· ομοίως και η καρδία του νεκροθάπτου εσυνήθισεν εις την εργασίαν του, ώστε αυτός τραγουδά ενώ σκάπτει τάφον.
8) &να παίζουν με αυτά ταις αμάδαις&. Εις την περιπαθή παρομοίωσιν έδωκεν αφορμήν ο τρόπος του νεκροθάπτου, ο οποίος πετά μακράν τα κρανία οπού ξεχώνει με την δίκοπήν του.
9) &εδώ εχρεμιώνταν κλ&. Πρβ. Λουκίαν. Νεκρ. Διαλ. Ι. «παρ' ημίν ούτε η ξανθή κόμη ούτε τα χαροπά ή μέλανα όμματα ή ερύθημα επί του προσώπου έτι έστιν ή νεύρα εύτονα ή ώμοι καρτεροί, αλλά πάντα μία ημίν κόνις, φασί, κρανία γυμνά του κάλλους».
10) &και γιούλια& κλ. Πρβ. Pers. Sat. I. v. 37 «nunc non e manibus illis - nunc non e tumulo fortunataque favilla - nascentur violae?».
11) &εκείνος — Δανός&. * Δηλαδή, δεν είναι ο Λαέρτης, αλλ' είμ' εγώ ο οποίος περισσότερον παρά τον αδελφόν δύναμαι να εκφράσω κατ' αυτόν τον τρόπον την θλίψιν μου διά τον θάνατον της Οφηλίας.
12) &Δεν είναι — καλή&. Δηλαδή, δεν πρέπει εδώ να καταράσαι.
13) &καυτήν ζώνην&. * Η καυτή ζώνη εδώ σημαίνει το πλησιέστερον εις τον ήλιον σημείον, οπού θα φθάση η κορυφή του πελωρίου τάφου.
14) &Και ο Ηρακλής κλ&. * Δηλαδή, υπάρχουν πράγματα τα οποία και έκτακτος ανθρωπίνη δύναμις δεν δύναται να εμποδίση.
15) &Μνημείο ζωντανό&. * Δηλαδή, ο τάφος της Οφηλίας πρέπει να τιμηθή με μνημείον στερεόν, διαρκές (ως θα το εννοήση η Γελτρούδη), με την ουσίαν μιας ζωής, δηλ. του Αμλέτου (ως θα το εννοήση ο Λαέρτης).
16) &προτού κάμω — δράμα&. * Δηλαδή, πριν ή εγώ αρχίσω να σχηματίσω ένα σχέδιον ο εγκέφαλός μου ενστιγματικώς μου υπαγόρευσε τι θα πράξω.
17) &ωσάν κόμμα&. * Διότι το κόμμα, η υποστιγμή, δεν χωρίζει, ως η τελεία αλλά συνδέει τον λόγον.
18) &κάμνει αρκετό ψύχος&. Στιγματίζεται η κολακεία των αυλικών. Πρβ. Juvenal. Sat. III. «Igniculum brumae si tempore poscas - accipit endromidem; si dixeris aestuo, sudat».
19) &ένας τέλειος ευγενής&. Εις την ομιλίαν του Οσρίκου σατυρίζεται το κακόζηλον ύφος της εποχής του Shakespeare, το οποίον ωνομάζετο ευφυισμός· ο Αμλέτος με την υπερβολήν παρωδεί τον Οσρίκον.
20) &Άμποτε να το εγνώριζες κλ&. Δηλαδή, ότι έχω γνώσιν = νουν. ο Αμλέτος αποδίδει αυτήν την έννοιαν εις την φράσιν του Οσρίκου διά να τον περιπαίξη.
21) &εστοιχημάτισε εννέα προς δώδεκα&. Οι όροι του στοιχήματος εβασάνισαν τους εξηγητάς· συνίστανται ίσως εις τούτο, ότι δύο κτυπήματα του Αμλέτου θα λογαριασθούν ως τρία.
22) &και εις το πέσιμο ενός στρουθίου&. Πρβ. Ματθ. ι'. 29. «Ουχί δύο στρουθία ασσαρίου πωλείται; και έν εξ αυτών ου πεσείται επί την γην άνευ του πατρός υμών».
23) &Το παν είναι να ήσαι έτοιμος&. Πρβ. Ευαγγέλ. Λουκ. ιβ'. 40. «και υμείς ουν γίνεσθε έτοιμοι».
24) &Αφού κανείς δεν γνωρίζει κλ&. Κατά την γραφήν «since no man, of aught he leaves, knows» δηλαδή, διατί να φοβώμεθα τον πρόωρον θάνατον, αφού δεν γνωρίζομεν αν αυτός μας χωρίζει από την ευτυχίαν, ή μας λυτρόνει από επικειμένην δυστυχίαν; Κατά την άλλην γραφήν, «since no man has aught of what he leaves = Αφού κανείς δεν έχει τίποτε απ' όσα αφίνει»· δηλαδή, αφού κανείς δεν δύναται να ονομασθή αληθώς κύριος, κάτοχος των πραγμάτων από τα οποία τον αποχωρίζει ο θάνατος. Πρβ. «Πάροικος εγώ ειμι εν τη γη». Ψαλμοί. 119. 19. και εις τον Οράτιον (Od. Lib. II. II. ν. 134 sq.) «Nunc ager Umbreni sub nomine, nuper Ofelli - dictus, erit nulli propius; sed cedet in usum - nunc mihi, nunc alii.
25) &ωσάν πετάλι&. Δηλαδή, καθώς το πετάλι (=το αργυρό ή χρυσό έλασμα), όπου δένονται οι πολύτιμοι λίθοι, καθιστάνει φανερωτέραν την λάμψιν των.
26) &δικός σου ο μαργαρίτης κλ&. * Αφού έπιεν αυτός, ρίχνει μέσα με τον μαργαρίτην το φαρμάκι.
27) &σκληρός — κλητήρας&. Πρβ. Λουκιαν. Χάρων. 17… «επειδάν επιστάς ο υπηρέτης καλή και απάγη πεδήσας τω πυρετώ ή τη φθόη κλ.».
28) &κατά την προσταγήν του&. Του Βασιλέως, του Κλαυδίου.
29) &σαρκικά, φονικά και παρά φύσιν&. * Του Κλαυδίου και της Γελτρούδης.
30) &κρίσες — της τύχης&. * Η τύχη έλαβε μέγα μέρος εις τον θάνατον του Πολωνίου, του Γυιλδενστέρνη, του Ροζενκράς και του Λαέρτη.
31) &φόνους κατά σύμπτωσιν&. * Της Γελτρούδης, της Οφηλίας.
32) &θανάτους — ανάγκης&. * Του Γυιλδενστέρνη, του Ροζενκράς και αυτού του Αμλέτου και του Κλαυδίου.
33) &σχέδια — γεννητάς των&. * Τον Κλαύδιον και τον Λαέρτην.
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΜΛΕΤΟΥ
Φαίνεται ότι την υπόθεσιν του Δράματος έλαβεν ο SHAKESPEARE από τας Histoires Tragiques του BELLEFOREST, ή πιθανώς από την αγγλικήν Μετάφρασιν, της οποίας όμως η πρώτη γνωστή έκδοσις είναι του 1608, ήτοι μετά την πρώτην του Αμλέτου έκδοσιν (1603). Ο BELLEFOREST δεν έκαμεν άλλο ή να μεταφράση τον μύθον του Αμλέτου από τας Histoires danicœ του SAXO GRAMMATICUS (1204). Δίδομεν εδώ σύντομον περίληψιν του περιεχομένου της αγγλικής Μεταφράσεως, διά να ίδη ο αναγνώστης από ποίον άμορφον σκελετόν Εδυνήθη η δημιουργική φαντασία του SHAKESPEARE να ποιήση το θαυμασιώτερον από όλα τα έργα του.
Ο Βασιλεύς της Δανιμαρκίας Ροδερίκος, εις αναγνώρισιν γενναίων ανδραγαθημάτων και μεγάλων υπηρεσιών, έδωκε εις γάμον την θυγατέρα του Γερούθην εις τον Ορβενδίλην, ο οποίος με τον αδελφόν του Φέγγονα είχε την τοπαρχίαν της Ιουτίας. Ο Φέγγων από φθόνον, και διά να χαρή μόνος την εξουσίαν, αποπλανά την γυναικαδέλφην του Γερούθην, φονεύει τον αδελφόν του και διαδίδει εις τον κόσμον ότι ο φόνος συνέβη τυχαίως, εις την στιγμήν οπού αυτός επροσπαθούσε να σώση την Γερούθην από την φονικήν μανίαν του συζύγου της. Ο Φέγγων αμέσως την νυμφεύεται και αυτή «η αθλία και διεστραμμένη γυνή (λέγει ο χρονογράφος), η οποία είχε πρώτα το καύχημα να ήναι σύζυγος ανδρείου και συνετού ηγεμόνος, έπεσεν εις τόσην εξαχρείωσιν, ώστε όχι μόνον εφάνη άπιστος προς αυτόν, αλλά και ενυμφεύθη με τον αισχρόν φονέα του, ώστε πολλοί επίστευαν ότι αυτή έγινε και συνεργός της δολοφονίας δια να ζη ελεύθερα εις την ανομίαν».
Ο Αμβλέτος, μονογενής υιός του Ορβενδίλη και της Γερούθης, καθώς ήταν εγκαταλελειμμένος από όλον τον κόσμον και από αυτήν την μητέρα του και είχε την πεποίθησιν ότι ο θείος του εμελετούσε και αυτόν να θανατώση, εσκέφθη να προσποιηθή τον τρελλόν, όπως με αυτό το πρόσχημα, δυνηθή να προφυλαχθή από τας επιβουλάς του θείου του και εύρη την στιγμήν να εκδικήση τον φόνον του πατρός του. Αλλά αν και από τας ομιλίας του και από όλην την συμπεριφοράν του ο κόσμος τον εθεωρούσε πραγματικώς τρελλόν, όμως συνέβαινε να δίδη κάποτε τόσον συνετάς απαντήσεις ώστε άνθρωποι νοήμονες υπώπτευσαν μήπως εκείνο το είδος της παραφροσύνης εσκέπαζε σχέδια επικίνδυνα διά τον ηγεμόνα των Φέγγονα, και διά να ανακαλύψουν την αληθινήν διάθεσιν του Αμβλέτου, τον έφεραν να συναπαντηθή, εις μοναχικό μέρος, με μίαν ωραίαν νέαν, εις την οποίαν είχαν παραγγείλη να προσπαθήση με τέχνην να του βγάλη το μυστικό του· αλλά δεν εκατόρθωσαν τίποτε, διότι ένας εγκάρδιος φίλος προειδοποίησε τον Αμβλέτον, η δε νέα από μεγάλην προς αυτόν συμπάθειαν δεν έστερξε να τον προδώση.
Αφού το στρατήγημα τούτο απέτυχε, ένας των καλητέρων φίλων του Φέγγονος, σκεπτόμενος ότι ο Αμβλέτος θα άνοιγε την καρδίαν του εις την μητέρα, εσυμβούλευσε τον Φέγγονα να αναχωρήση, και εις την απουσίαν του έκαμεν ώστε ο Αμβλέτος να κλεισθή με την Γερούθην εις το δωμάτιόν της, ενώ αυτός έμενε κρυμμένος όπισθεν του παραπετάσματος διά να ακούση όλην την ομιλίαν των. Ο Αμβλέτος, γεμάτος υποψίαν, εισερχόμενος εις το δωμάτιον άρχισε να μιμήται με τους βραχίονας τα πτεροκοπήματα του πετεινού, και όπως άκουσε κάτι να κινήται όπισθεν του παραπετάσματος, φωνάζει· ένας ποντικός, ένας ποντικός! σύρει το ξίφος, το σπρώχνει μέσα εις το παραπέτασμα, φονεύει τον σύμβουλον, κατόπιν τον κατακομματιάζει και τον ρίπτει εις τους χοίρους διά να τον φάγουν· επιστρέφει εις το δωμάτιον, και πρώτα ελέγχει πικρώς την Γερούθην διά την αισχράν διαγωγήν της και κατόπιν της ομολογεί ότι αυτός προσποιείται τον τρελλόν διά να προφυλαχθή από τον θείον του και διά να προετοιμάση την εκδίκησιν, και δεν ζητεί εις τούτο από την μητέρα του άλλην συνδρομήν παρά να μη τον προδώση. Η μητέρα μετανοημένη ενθαρρύνει τον υιόν της εις την εκδίκησιν και τον συμβουλεύει να ενεργή με πολλήν φρόνησιν έως να φθάση εις τον σκοπόν του.
Ο Φέγγων δεν έπαυε να ανησυχή διά την ζωήν του ενόσω έβλεπε πλησίον του τον τρελλόν Αμβλέτον, και θα τον εφόνευε, αλλά εφοβείτο τον Ροδερίκον βασιλέα της Δανιμαρκίας και δεν ήθελε να δυσαρεστήση την μητέρα του Αμβλέτου· όθεν εσκέφθη να διοργανίση άλλως την καταστροφήν του· στέλλει τον Αμβλέτον εις την Αγγλίαν συνωδευμένον με δύο υπουργούς, εις τους οποίους δίδει γράμματα χαραγμένα εις ξυλίνας πινακίδας, οπού περιείχετο παραγγελία προς τον βασιλέα της Αγγλίας να θανατώση τον Αμβλέτον. Ο νέος υποπτευόμενος δόλον λέγει της μητρός του να μη δείξη λύπην διά την αναχώρησίν του και αφού περάση ένα έτος να διορίση την κηδείαν του, επειδή αυτός ήταν βέβαιος ότι τότε θα επανέλθη ευτυχής. Εις το ταξείδι ευρίσκει τον τρόπον να αναγνώση τα γράμματα του θείου, τα εξαλείφει και αντ' αυτών χαράττει άλλα με τα οποία ο Φέγγων τάχα εζητούσε από τον Ροδερίκον να φονεύση τους δύο απεσταλμένους και να δώση του Αμβλέτου εις γάμον την θυγατέρα του. Ο Αμβλέτος φθάνει με τους απεσταλμένους εις την Αγγλίαν, και αυτού τρομάζει τον Βασιλέα με το μαγικόν του πνεύμα, και μαντεύει σκανδαλώδη απόκρυφα της βασιλικής οικογενείας. Ο Βασιλεύς συμφώνως με τα πλαστά γράμματα στέλλει εις τον θάνατον τους δύο απεσταλμένους, και αρραβωνιάζει την θυγατέρα του με τον Αμβλέτον.
Ο Αμβλέτος επανέρχεται μόνος εις την Δανιμαρκίαν την στιγμήν οπού εγίνετο η κηδεία του, λαμβάνει μέρος εις το συμπόσιον, το οποίον από νεκρικόν μεταβάλλεται εις πανηγυρικόν διά την επιστροφήν του· κατόπιν ο Αμβλέτος, αφού εμέθησε τους καλεσμένους, βάζει φωτιά εις την αίθουσαν και τους καίει όλους, μεταβαίνει εις το δωμάτιον του θείου του και τον φονεύει· κατόπιν εκθέτει τα πάντα εις τον λαόν και αναγορεύεται ηγεμών του τόπου.
Ο Αμβλέτος μεταβαίνει εις την Αγγλίαν, φονεύει αυτού τον Βασιλέα, ο οποίος επεβουλεύετο την ζωήν του, νυμφεύεται την θυγατέρα του και μίαν άλλην κυρίαν, επιστρέφει εις την Δανίαν με τας δύο συζύγους του· αυτού τον προδίδει εις τον άλλον θείον του Βίγλερον μία των δύο συζύγων του, η Ερμετρούδη, και αφού εφόνευσαν τον Αμβλέτον, ο Βίγλερος νυμφεύεται την Ερμετρούδην.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ
Ο Ποιητής ηθέλησε να μας διδάξη την εξής ηθικήν αλήθειαν ότι η πράξις είναι ο προορισμός του ανθρώπου· ότι τα ωραιότερα διανοητικά χαρίσματα δεν δύνανται να θεωρούνται χρήσιμα, πρέπει μάλιστα να θεωρούνται ατυχήματα, αν μας αποτρέπουν από την ενέργειαν, και μας κάμνουν να σκεπτώμεθα τόσον ώστε να περάση η κατάλληλος ευκαιρία.
Ό,τι αγαπητόν και εξαίσιον υπάρχει εις τον Αμλέτον, εκτός μιας ιδιότητος· είναι άνθρωπος οπού ζη εις την σκέψιν· όλα τα αίτια, τα ανθρώπινα και τα θεία, τον καλούν να ενεργήση· αλλά ο μέγας σκοπός του βίου του αποτυγχάνει, διότι αυτός ατελευτήτως σκέπτεται να ενεργήση, χωρίς να πράττη άλλο τι παρά να σκέπτεται. COLERIDGE.
— Το Δράμα του Αμλέτου σκοπεί να δείξη ότι σκέψις η οποία τείνει να εξαντλήση όλας τας σχέσεις και όλα τα ενδεχόμενα αποτελέσματα μιας πράξεως έως το έσχατον όριον της ανθρωπίνης προβλέψεως, παραλύει την ενεργητικήν δύναμιν, καθώς αυτός ο Αμλέτος το εκφράζει· _το φυσικό της αποφάσεως χρώμα — νεκρόνει ο λογισμός με την χλωμήν θωριά του. SCHLEGEL.
— Ο Shakespeare ηθέλησε να παραστήση μίαν ψυχήν εις την οποίαν ανατίθεται μία μεγάλη πράξις, την οποίαν αυτή είναι ανίκανος να εκτελέση· με αυτήν την έννοιαν είναι κατασκευασμένον όλον το δράμα. Είναι μία δρυς φυτευμένη εις ένα πολύτιμον σκεύος προωρισμένον να δέχεται μόνον χαριτωμένα άνθη· αι ρίζαι της δρυός εκτείνονται και το σκεύος συντρίβεται. Μία ψυχή ωραία, αγνή, ευγενής, εξόχως ηθική, εις την οποίαν όμως λείπει το σθένος, οπού αποτελεί τον ήρωα, πίπτει από το βάρος, το οποίον δεν δύναται ούτε να βαστάση ούτε να αποβάλη· όλα τα καθήκοντα είναι ιερά δι' αυτήν, τούτο μόνον το καθήκον της είναι δύσκολον. Καλείται να εκτελέση το αδύνατον, όχι το αδύνατον καθ' εαυτό, αλλ' ό,τι εις αυτήν είναι αδύνατον.
GOETHE Wilhelm Meister. IV. 13
Σημ. ο Goethe, εις τα τελευταία του χρόνια, δεν ήταν ευχαριστημένος με την εξήγησίν του. Όταν, το έτος 1828, εθεωρούσε την Πινακοθήκην των Δραματικών έργων του Shakespeare, του Retsch, και έφθασε εις τον Αμλέτον, παρετήρησε· «με όλα όσα ειπώθησαν, εκείνο πιέζει την ψυχήν ως ένα ζοφερόν πρόβλημα».
— Ο πρωταγωνιστής δεν έχει σχέδιον, το Δράμα έχει. Η τιμωρία του κακούργου δεν προέρχεται από προμελετημένον σχέδιον εκδικήσεως· όχι· συμβαίνει ένα φοβερόν κακούργημα· τούτο κάμνει τον δρόμον του με τα επακολουθήματά του και συμπαρασύρει και τους αθώους· ο πταίστης φαίνεται ότι θα αποφύγη το βάραθρον, οπού του ετοιμάζεται, και πίπτει εις αυτό ακριβώς εις την στιγμήν οπού ενόμιζεν ότι ευτυχώς είχε σωθή. Διότι αυτή είναι η ιδιότης του κακουργήματος να εκτείνη το κακόν και εις τους αθώους, καθώς της καλής πράξεως να εκτείνη πολλά των ευεργετημάτων της και εις τους αναξίους, πολλάκις χωρίς ο αίτιος μήτε να τιμωρήται μήτε να ανταμείβεται. Εις το Δράμα τούτο βλέπε τι θαύμα! Το Καθαρτήριον Πυρ στέλλει το Πνεύμα και ζητεί εκδίκησιν! αλλά ματαίως! Όλαι αι περιστάσεις συντρέχουν και παρακινούν εις την εκδίκησιν! αλλά ματαίως! ούτε επίγεια ούτε υπερφυσικά δύνανται να κατορθώσουν ό,τι επιφυλάσσεται μόνον εις την Ειμαρμένην. Η ώρα της κρίσεως έρχεται· ο κακός πίπτει με τον καλόν· μία γενεά θερίζεται και βλαστάνει άλλη.
GOETHE Wilhelm Meister. IV. 15. — Ο Ποιητής ηθέλησε να παραστήσει οποίον χάσμα υπάρχει μεταξύ της συναισθήσεως του καθήκοντος και της εκπληρώσεως αυτού, μεταξύ θελήσεως και πράξεως, μεταξύ κατανοήσεως και αποφάσεως. Ο ποιητής θέλει να αναπτύξη οποίον λόγον έχει η ευγένεια της ψυχής προς την ισχύν του χαρακτήρος, η αισθηματική και πνευματική φύσις προς την πρακτικήν, η διανοητική δύναμις προς την ενεργητικήν ρώμην· θέλει να μας δείξη πως η μονομερής του πνεύματος μόρφωσις εξασθενίζει και δεσμεύει την ενεργητικήν ιδιότητα της φύσεως μας, πως η λεπτοτέρα καλλιέργεια της ψυχής δεν δύναται να εξυπηρετήση την ενεργητικήν δύναμιν όταν παραμελείται η μόρφωσις της θελήσεως. GERVINUS.
Σημ. Ο αυτός Κριτικός βλέπει εις τον Αμλέτον έναν χαρακτήρα της νεωτέρας εποχής, κατ' αντίθεσιν της τραχείας και αγρίας εποχής, εις την οποίαν εγεννήθη, οπόταν τα πάντα εξαρτώντο από την φυσικήν δύναμιν και από την ορμήν προς την ενέργειαν, δηλαδή από ιδιότητας των οποίων ο Αμλέτος στερείται. Ο Αμλέτος έχει την αισθηματικότητα η οποία κατόπιν, εις τον 18ον αιώνα, έγινε επιδημική εις την Αγγλίαν και εις την Γερμανίαν.
— Εις το άτομον του Αμλέτου παριστάνεται το ελάττωμα της λεπτολογίας της συνειδήσεως, η οποία καταντά ανίκανος να αποφασίση, ανίκανος να μεταβή από την ευρείαν περιοχήν του λογισμού εις την στενήν και περιωρισμένην οδόν της ενεργείας, διότι χάνεται εις το απεριόριστον της σκέψεως και θέλει να ενεργήση τότε μόνον, όταν η ιδέα της έγινε καθαρά, τουτέστιν όταν πεισθή περί της απολύτου αγνότητος της πράξεως και όλων των αποτελεσμάτων αυτής, ώστε κατ' αυτόν τον τρόπον καταδικάζεται εις απραξίαν.
Dr. H. T. ROETSCHER. Cyclus dramatischer Characterer. Berlin 1844.
— Η στιγμή να ενεργήση δεν έφθασε ακόμη· αφήσετέ τον να πενθή και να σκέπτεται· αργότερα θα ενεργήση, μη αμφιβάλετε, και όταν η ώρα σημάνη όλοι οι δισταγμοί θα διαλυθούν, το αίμα θα πλημμυρήση όπου αυτός θέση τον πόδα. Εις αυτόν υπάρχουν δύο δυνάμεις εις σύγκρουσιν· από ένα μέρος το πάθος οπού τον σπρώχνει εις την εκδίκησιν, οπού βράζει ως θέρμη εις τας φλέβας του, του αφαιρεί τον ύπνον και τον κάμνει να πλανάται παράφορος ανάμεσα εις τους τάφους· από το άλλο μέρος ο Λογισμός οπού τον ταράττει εις τα βάθη της ψυχής του, οπού τον βασανίζει, ο Λογισμός ως φάντασμα, ο Λογισμός με την χλωμήν θωριά του, οπού παρεμβάλλεται εις την στιγμήν της καταστροφής, οπού του κρατεί το χέρι, και παραλύει την ενέργειαν (νεκρόνει το φυσικό χρώμα της αποφάσεως)_. Έχει να τιμωρήση τον δολοφόνον, δεν θέλει διστάση· η ζωή δι' αυτόν δεν είναι τίποτε· αλλ' αυτός είναι και φιλόσοφος και ζητεί την λύσιν τοιούτων προβλημάτων, την απάντησιν εις τούτα τα αινίγματα· «Διατί τόσα εγκλήματα; διατί υπάρχει το Κακόν; διατί η Ζωή;»
Τούτο είναι το ζήτημα (καθώς ο ίδιος ορθώς λέγει· ιδού το ζήτημα)· το ζήτημα το οποίον εύρηκαν απέναντι των ο Pascal, ο Άγιος Αυγουστίνος, οι μαθηταί του Ιανσενίου και οι του Βούδα. Με έναν συνδυασμόν, ίσως τον υψηλότερον, ή τουλάχιστον τον συνθετώτερον απ' όσους ο ανθρώπινος νους επραγματοποίησεν εις την σκηνήν, τούτος ο σκεπτικός άνθρωπος είναι ένας ήρως· τούτος ο βάρβαρος εσπούδασε εις την Βυττεμβέργην· τούτος ο άνθρωπος οπού δεν σχεδιάζει τίποτε είναι ένας μυστηριακός. Τοιούτος είναι ο διπλός Αμλέτος.
PHILARÈTE CHASLES. Etudes Contemporaines. Paris 1867.
— Ο Αμλέτος καταστρέφεται, διότι η ζοφερά όψις της ανθρωπίνης ζωής παρουσιάζεται έξαφνα έμπροσθέν του, διότι τοιαύτη θέα του αφαιρεί την πίστιν εις την ζωήν και εις το Αγαθόν, και διότι δεν δύναται να ενεργήση· εκείνος μόνος δύναται να ενεργήση, να ενεργήση διά το καλόν των άλλων, ο οποίος είναι εσωτερικώς υγιής· και η ψυχή του Αμλέτου είναι εξαρθρωμένη από την στιγμήν οπού έχασε την πρώτην πίστιν του… ο Αμλέτος ζητεί να εύρη εις τον κόσμον την πραγματοποίησιν του ιδανικού του, να ανταποκριθή ο κόσμος προς την συνείδησίν του, προς την πίστιν, την οποίαν αυτός έχει εις τον άνθρωπον και εις το Αγαθόν· πρέπει να υπάρχη αρμονία μεταξύ πνεύματος και ζωής· και τοιαύτη ανάγκη της φύσεώς του είναι ο κύριος δι' αυτόν όρος υπάρξεως· ο Αμλέτος είναι ο αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου πνεύματος, οπού έχει την συναίσθησιν της θείας του ιδιότητος. Με τοιαύτην συναίσθησιν ο Αμλέτος τολμά να θέση τον εαυτόν του υπεράνω του κόσμου και να εφαρμόση εις αυτόν την υποκειμενικήν του στάθμην… Το πρόσωπον του Αμλέτου είναι η ενσάρκωσις του Ιδανικού, εις αντίθεσιν προς τον Κλαύδιον και την Γελτρούδην, οι οποίοι είναι προσωποποίησις της ανθρωπίνης διαφθοράς.
Dr. E. W. SIEVERS. Will. Shakespeare Gotha 1866.
— Θα ερωτήση τις, τι θέλει ο Αμλέτος εις το Κοιμητήριον; και πώς έρχεται αυτού (αγνοεί ότι θα γίνη ο ενταφιασμός της αγαπημένης του) αυτός, ο οποίος φαίνεται ότι αδιαφορεί πλέον εις ό,τι συμβαίνει; Αλλά τοιαύται ερωτήσεις δεν βάλλουν εις απορίαν ούτε τον ποιητήν ούτε τους κριτικούς. Ο Αμλέτος εις ένα μόνον πράγμα ατενίζει, εις την τιμωρίαν του Βασιλέως· αλλά ως έχει πλήρη συναίσθησιν της αδυναμίας του φαίνεται ότι παραδίδει την εκτέλεσιν της εκδικήσεως εις το πεπρωμένον μόνον, ή καλήτερα εις την τύχην αυτός, ο οποίος δεν ήταν ποτέ ζωντανός, τώρα είναι ζωντόνεκρος και κάτι ολιγώτερο, και διά τούτο ευρίσκεται καλήτερα ανάμεσα εις τα μνήματα παρά μεταξύ των ζώντων. Με αληθινήν ευχαρίστησιν σκέπτεται περί θανάτου και αποσυνθέσεως, αλλά και εδώ εις τας σκέψεις του δεν λησμονείται το ιδιαίτερον πρόβλημά του, καθώς φαίνεται όταν υπαινίττεται το σαγονοκόκκαλο του Κάιν, του πρώτου αδελφοκτόνου.
FR. HORN. Shakespeare erlaeutert. Leipsig. 1823.
— Ο Αμλέτος δεν γνωρίζει διατί αναβάλλει· δεν είναι φόβος· ίχνος φόβου δεν αναφαίνεται εις όλην την πορείαν του· αλλ' αυτός κρατεί τον εαυτόν του, διότι έχει μίαν σκοτεινήν, ανεξήγητον, αόριστον πεποίθησιν ότι ευκαιρία κατ' εξοχήν κατάλληλος θα του παρουσιασθή. Ωστόσο η Ειμαρμένη τού ετοιμάζει τον θερισμόν· μία θεότης δίδει την μορφήν εις τους σκοπούς του· η απερισκεψία του τον υπηρετεί όταν τα βαθειά του σχέδια αποτυγχάνουν· η υπερτάτη στιγμή έρχεται χωρίς την συνέργειάν του, και ικανοποιεί τας απαιτήσεις της δικαιοσύνης περισσότερον παρ' ό,τι εδύνατο να επινοήση η σύνεσις και να εκτελέση η δύναμις του ατόμου. Ο Κλαύδιος πιάνεται ενώ κάμνει κακούργημα οπού δεν έχει σωτηρίας ελπίδα, καταλαμβάνεται εις την εκτέλεσιν στυγεράς μηχανορραφίας, και στέλλεται εις την κόλασιν με μεγαλήτερον εγκληματικόν βάρος, και άλλοι, ως αρπάζονται μέσα εις τον στρόβιλον του αρχικού εγκλήματος, συμπαρασύρονται εις την τελικήν καταστροφήν.
W. MINTO. Characteristics of english Pets Edinburgh. 1874.
— «Βλέπω ένα Χερουβίμ κλ. (Πράξις IV. σκ. III)». Εις αυτάς τας λέξεις έχομεν την κλείδα του χαρακτήρος του Αμλέτου. Δεν σπεύδει να ενεργήση, διότι έχει την συναίσθησιν της αξίας του, και είναι βέβαιος περί της εκβάσεως. Δεν μεγαλοφρονεί, δεν περιμένει την έκβασιν από τον εαυτόν του, αλλά θαρρεί εις οδηγίαν ανωτέραν, χωρίς να ηξεύρη ότι την έχει μέσα εις την ψυχήν του θαρρεί εις την δεξιάν του Υψίστου, με την οποίαν θα γίνη ό,τι πρέπει να γίνη.
K. H. HERMES. Ueber Shakespeare's Hamlet. Stuttgart. 1827.
— Μετά τας αποκαλύψεις του Πνεύματος του πατρός του ο Αμλέτος ζωηρώς αισθάνεται το μερικόν αδίκημα οπού διεπράχθη και αναλαμβάνει ως ιερόν καθήκον να το τιμωρήση. Αλλά αμέσως μεσολαβεί το φιλοσοφικόν στοιχείον μέσα του· εις το φοβερόν κακούργημα, το οποίον εκατορθώθη με τόσην ψυχρότητα και τέχνην, αυτός, επί τέλους, δεν βλέπει παρά ένα δείγμα συστήματος αδικίας οπού κυριεύει όλα τα ορατά πράγματα του κόσμου τούτου. Ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα παριστάνονται εις τον νουν του ως μία μεγάλη πονηρά δύναμις ή τυραννία, οπού ενυπάρχει εις το σύστημα· η Αυλή της Δανιμαρκίας, οπού αυτοί εγκλημάτισαν και τώρα είναι ευτυχείς, είναι εικών του όλου κόσμου· η κίνησις, η ευφροσύνη, η φαιδρότης, οπού λησμονείται ο θάνατος του πατρός του, είναι εικών της ταραχής του κόσμου τούτου, η οποία θάπτει τον λογισμόν και σκεπάζει το έγκλημα άμα έγινε· οι Αυλικοί εικονίζουν και αυτοί το αργόν και αδιάφορον ανθρώπινον πλήθος οπού ως θεατής αναισθήτως θεωρεί την αδικίαν. Και ιδού, όλα τα πράγματα μεγαλύνονται μέσα εις τον νουν του, ο νους του δεν σταματά εις ένα μερικόν κακόν· ανέρχεται από το ειδικόν εις το γενικόν και από το συγκεκριμένον εις το αφηρημένον, και βλέπει ένα σύστημα ολόκληρον των ανθρωπίνων πραγμάτων. Αν σκέπτεται περί ενός πράγματος αμέσως σκέπτεται περί όλου του κόσμου. «Η Δανιμαρκία είναι φυλακή», άρα «όλος ο κόσμος είναι φυλακή». Αν «ο κόσμος έγινε τίμιος», τότε «πλησιάζει η ημέρα της Κρίσεως».
Εξαρθρώθη ο καιρός· της μοίρας πείσμα ω πόσο πικρόν, εγώ να γεννηθώ να τον διορθώσω.
Εις όλους τους μονολόγους του σκέπτεται περί γενικών και θεωρεί την σύγχυσιν και την δυστυχίαν ως τι καθολικόν εις την τάξιν των πραγμάτων. Από τοιαύτην τάσιν προς γενικάς σκέψεις κλονίζεται η θέλησίς του ως προς το έργον της εκδικήσεως· διότι επί τέλους (φαίνεται να λέγη) τι καλόν θα προέλθη αφού τελεσθή η εκδίκησις; το προκείμενον αδίκημα δεν είναι παρά ένα μεταξύ χιλίων άλλων· δύνασαι να διορθώσης ένα μερικόν ατόπημα, αλλά το πονηρόν σύστημα προχωρεί, σε διαφεύγει· κάμε ό,τι θέλεις, δεν δύνασαι να το πιάσης, και το κύριον κακόν, πανταχού ευρισκόμενον και αψηλάφητον, σε περιπαίζει ως ο αέρας· το να διορθώσης ένα πράγμα σε υποχρεόνει να πράξης το αυτό και ως προς άλλα, επ' άπειρον, και να αναλάβης έργον ακατόρθωτον. Από τοιαύτην τάσιν του πνεύματος του Αμλέτου προέρχεται η αναβολή της εκδικήσεως και η πλαστή παραφροσύνη την οποίαν ανέλαβε διά να χαίρεται μίαν φανταστικήν από τον κόσμον και από την κοινωνίαν απομόνωσιν, και να ζη μέσα εις τον εαυτόν του· η ατονία της θελήσεώς του δεν πηγάζει από απάθειαν αλλά από υπερβολικήν έκτασιν διανοίας.
REV. DR. MOZLEY. The Christian Remembrancer. 1849.
— Η πάλη μεταξύ Αμλέτου και του Κλαυδίου είναι η βάσις της δραματικής πράξεως. Αυτοί αποτελούν θαυμαστήν αντίθεσιν και μ' όλον τούτο παριστάνουν μέρη της αυτής μεγάλης ιδέας. Ο Αμλέτος έχει ηθικότητα χωρίς ενέργειαν, ο Κλαύδιος ενέργειαν χωρίς ηθικότητα. Ο Αμλέτος δεν δύναται να κάμη ό,τι του επιβάλλει το καθήκον του, ο Κλαύδιος δεν δύναται να υπακούση εις την συνείδησιν και να ξεκάμη ό,τι έκαμε, δηλαδή να μετανοήση. Ο Αμλέτος παριστάνει ό,τι έπρεπε να γίνη και δεν γίνεται, ο Κλαύδιος ό,τι έγινε και έπρεπε να ξεγίνη. Κανείς από τους δύο δεν φθάνει εις το σημείον, το οποίον ο λόγος καθαρώς του υποδεικνύει, και ο ένας και ο άλλος καταστρέφεται από την αντίφασιν οπού διαιρεί την ύπαρξίν του. Καθείς από αυτούς ζητεί τον θάνατον του άλλου, και κατά την αυστηροτάτην ποιητικήν δικαιοσύνην και οι δύο ευρίσκουν τον θάνατον ως ανταπόδοσιν των πράξεών των.
D. G. SNIDER. The Journal of Speculative Philosophy 1873.
— Ο Α. Μ. ZAUBITZ. (Morgenblatt. Jan. 1859) ευρίσκει τον λόγον της απραξίας του Αμλέτου εις τούτο, ότι αυτός αισθάνεται ότι με το να τιμωρήση τον Κλαύδιον δεν θα κατώρθονε να νικήση το πνεύμα του Ψεύδους, το οποίον επικρατεί εις τον κόσμον, δεν θα εδύνατο αντί αυτού να ιδρύση το κράτος της Αληθείας και της Δικαιοσύνης· έβλεπε τόσον καθαρά την μηδαμινότητα των πεπερασμένων πραγμάτων, ώστε δεν ήταν δυνατόν να ελπίση με την τιμωρίαν ενός εγκλήματος να πλάση έναν νέον ηθικόν κόσμον. Λέγουν ότι ο Αμλέτος διστάζει να φονεύση τον Κλαύδιον, αλλά κάνεις δεν εξηγεί τι θα εσήμαινε, ποίον σκοπόν θα είχε τοιούτος φόνος, ποίαν σχέσιν θα είχε προς την κοσμικήν τάξιν. Ο λογισμός, λέγουν, εμποδίζει την ενέργειαν, δηλαδή θέλουν ο Αμλέτος να αναιρέση το αληθές αξίωμα ότι «πράξις μη προερχομένη από την ενδόμυχον της ψυχής πεποίθησιν δεν δύναται ποτέ να ήναι ορθή και γνησία».
— Κατά τον DOERING (Shakespeare's Hamlet. Hamm. 1865) η καθαρά ιδεοφροσύνη εις τον Αμλέτον διαφθείρεται και καταντά πικρά και εμπαθής απαισιοφροσύνη. Η απαισιοφροσύνη του δεν είναι πεποίθησις, την οποίαν αυτός εσχημάτισεν από καθολικάς παρατηρήσεις, είναι διάθεσις την οποίαν εγέννησαν εις αυτόν μερικαί ζωηραί εντυπώσεις. Και όμως τοιαύτη διάθεσις τον θέτει εις ανταγωνισμόν προς όλην την ανθρωπότητα, ώστε δεν λαμβάνει κανένα ενδιαφέρον εις τα ανθρώπινα πράγματα. Πώς να αναμιχθή εις τα πράγματα του κόσμου, οπού τα πάντα είναι κακά; προς τι να εκδικήση την αδικημένην αρετήν, οπού αρετή δεν υπάρχει; πώς θα έχη την διάθεσιν να αποκαταστήση την σαλευομένην ηθικήν τάξιν, αφού έχει την πεποίθησιν ότι αυτή εξέλιπε διά πάντοτε;
— Αφού έμαθε ότι ο πατέρας του εδολοφονήθη, γεννώνται εις αυτόν δύο εναντία ρεύματα· η φιλοστοργία, η οποία τον σπρώχνει να πατάξη τον Κλαύδιον, και η αποστροφή την οποίαν αισθάνεται να κάμη φόνον, και, καθώς επικρατεί το ένα αίσθημα ή το άλλο, μεταβάλλεται και η γλώσσα του· όταν ευρίσκεται μακράν από την μελετωμένην πράξιν, υπερισχύει η φιλοστοργία, ορκίζεται ότι θα τιμωρήση και πιστεύει ότι αν είχε εμπρός του τον ένοχον θα τον εφόνευεν αδιστάκτως· όταν η ευκαιρία παρουσιάζεται, τότε κυριεύεται από την αποστροφήν προς δολοφόνον πράξιν· αφίνει να περάση η ευκαιρία, και, άμα αυτή περάση, πάλιν αναλαμβάνει την δύναμίν της η φιλοστοργία, και τότε αδημονεί διότι δεν έπραξε, ονειδίζει πικρώς, κατακρίνει τον εαυτόν του ως δειλόψυχον, και ούτως αδικεί τον εαυτόν του, διότι βλέπει τον εαυτόν του με τα όμματα του πάθους…
Και μία δολοφονία, έστω και αν γίνη χάριν εκδικήσεως δολοφονημένου πατρός, τι άρα γε έχει ευγενές ώστε να χαρακτηρίζεται πράξις ηρωϊκή, ο δε Αμλέτος να κρίνεται δειλόψυχος, διότι εδείχθη ανίκανος να την εκτελέση, καθώς είπεν ο GOETHE και άλλοι πολλοί κατόπιν του; όχι δεν είναι μία ηρωϊκή πράξις, την οποίαν ο Αμλέτος δεν έχει την δύναμιν να εκτελέση, είναι μία φρικώδης υποχρέωσις διά την οποίαν αυτός δεν είναι καμωμένος, και προς την οποίαν, χωρίς αυτός να δίδη λόγον προς τον εαυτόν του, επαναστατεί η αγνή συνείδησίς του, αι ορμαί της φύσεώς του, αι έξεις της αγωγής του, όλα εκείνα, όσα, εις άλλας περιστάσεις, θα αποτελούσαν την δύναμίν του…
Συμβαίνει εις τα βάθη της ψυχής του κάτι, το οποίον αυτός ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται· αυτού μέσα ενεργεί ένα αίσθημα οπού αυτός δεν αναλύει, δεν διακρίνει, αλλά εις το οποίον αυτός υποτάσσεται. Αλλά δεν είναι δειλία, ούτε αστασία της θελήσεως, αφού τα πάντα εσωτερικώς και εξωτερικώς εναντιόνονται εις τοιαύτην ερμηνείαν. Άρα διατί αυτό να μη ήναι εκείνο το οποίον ημείς νομίζομεν, τουτέστιν η απόκρυφος φωνή της συνειδήσεως, η αποστροφή την οποίαν μία γενναία ψυχή αισθάνεται προς ψυχράν ανθρωποκτονίαν;
Ζήτησε άλλην παρ' αυτήν την εξήγησιν, η οποία εξηγεί όλα, και δεν θέλει την εύρης. Ή θα παραδεχθή τις τον χαρακτήρα του Αμλέτου, οποίον τον επαραστήσαμεν, ή ο ποιητής εσχημάτισε το έργον του από διάφορα τεμάχια χωρίς να λάβη τον κόπον να τα συναρμόση εις ένα όλον. Εάν η εξήγησίς μας δεν είναι η αληθής, τότε το δραματικόν πρόσωπον το οποίον εκράτησε την προσοχήν της ανθρωπότητος διά τρεις αιώνας είναι γέννημα της τύχης, είναι αίνιγμα ανεξήγητον.
V. COURDAVEAUX. Caractères et Talents. Paris 1867.
— Ο Αμλέτος είναι αναγκασμένος να προβή με την μεγαλητέραν περίσκεψιν· ο επιβάτης ήταν ισχυρός, και εάν ο Αμλέτος ήθελεν εκτελέση αμέσως την εκδίκησιν, τούτο θα είχε κάκιστα αποτελέσματα διά την ζωήν και διά την υπόληψιν του Αμλέτου. Κάνεις δεν εγνώριζεν ό,τι του είχε ανακοινώση το Πνεύμα, εκτός του Ορατίου, και μ' όλον ότι η αποκάλυψις του Πνεύματος ήταν δι' αυτόν ασφαλής μαρτυρία και λόγος ικανός διά να μισήση τον Κλαύδιον, δεν αρκούσεν όμως να δικαιολογήση εις τα όμματα του κοινού τον φόνον του Βασιλέως του.
RISTON. Remarks. 1783.
— Το Πνεύμα του πατρός του ζητεί εκδίκησιν, αλλά δεν ορίζει τον τρόπον. Ο Αμλέτος φυσικά εκλαμβάνει ότι πρόκειται περί ανταποδόσεως «οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδούς αντί οδόντος». Τούτο θεωρούμενον από την ηθικήν θέσιν του Αμλέτου είναι άρα γε ορθόν; Πρόκειται τίποτε ολιγώτερον παρά να φονεύση τον θείον του, τον σύζυγον της μητρός του και τον βασιλέα του, όχι να τον κρίνη και να τον θανατώση δικαστικώς αλλά να τον δολοφονήση. Πώς θα δικαιολογήση την πράξιν του εις τον κόσμον; Αφού δεν δύναται να φέρη την μαρτυρίαν του Πνεύματος, η απόδειξις εις την οποίαν αυτός στηρίζεται διά να ενεργήση δεν αξίζει ειμή εις την περιοχήν της συνειδήσεώς του. Η πράξις, διά να συντελέση εις το γενικόν καλόν, πρέπει να εκτιμηθή από τους άλλους όπως την εκτιμά αυτός· άλλως ο Αμλέτος θα δώση παράδειγμα φόνου όχι δικαιοσύνης· το έγκλημά του θα αποδοθή εις την φιλαρχίαν του, και η εκπλήρωσις καθήκοντος θα κριθή ως πρόφασις. Δύναται άνθρωπος «με τόσο πλάτος λογικού, 'πού βλέπει κ' εμπρός του και κατόπι» να ενεργή κατ' αυτόν τον τρόπον; Αληθώς ο νους του φαίνεται πεπεισμένος περί της ανάγκης να πατάξη τον θείον του, αλλά υποπτεύομαι ότι αυτός αισθάνεται μίαν θειοτέραν δύναμιν, «μίαν φωνούλα», η οποία τον σύρει αλλού. Νομίζει ότι πρέπει να εκτελέση το έργον, αποφασίζει να το πράξη, κατακρίνει τον εαυτόν του διότι δεν το πράττει, αλλά ένας νόμος ανέκφραστος, βαθύτερος και δυνατώτερος παρά την πεποίθησιν τον κρατεί. Αυτός αποδίδει την απραξίαν του εις άνανδρον δισταγμόν, ή εις κάποιαν αγενή αδυναμίαν του, ακριβώς καθώς συμβαίνει εις τους καλητέρους ανθρώπους να κατακρίνουν τον εαυτόν των ότι οδηγούνται από φίλαυτον φόβον της τιμωρίας, ενώ ολόκληρος ο βίος των αποδεικνύει ότι εμπνέονται από αισθήματα αγνά, και ότι θα επροτιμούσαν να τιμωρηθούν διότι έπραξαν το καλόν, παρά να λάβουν ανταμοιβήν διότι έπραξαν το κακόν.
HUDSON. Shakespeare, his life, Art and Characters. Boston. 1872.
Σημ. Παρομοίαν εξήγησιν δίδει και ο KLEIN (Berliner Modenspiegel 1846), ο Κ. WERDER εις εκτεταμένην διατριβήν (Hamlet. Berlin. 1875), και εις το αυτό συμπέρασμα φθάνει και ο HERM. ULRICI (Shakespeare's Dramatishe Kunst. 1868).