Front matter (continued 2)
I. (Ioannes) Zervos translation
Πρώτος δε ο Περικλής έκαμε και τα δικαστήρια μισθοφόρα, δημαγωγικώς παρουσιάζων αντιστάθμισμα της ευπορίας (του λαού) της υπαρχούσης επί της εποχής του Κίμωνος. Διότι ο Κίμων έχων ιδικήν του ηγεμονικήν (108) περιουσίαν, πρώτον μεν ο ίδιος τα βάρη των δημοσίων αξιωμάτων (109) εξετέλει κατά τρόπον λαμπρόν, έπειτα δε πολλούς των συνδημοτών του συνετήρει εξ ιδίων του· διότι κάθε πολίτης εκ του δήμου των Λακιαδών (110) ηδύνατο αν ήθελε μεταβαίνων καθημέραν εις αυτόν (τον Κίμωνα) να λαμβάνη τα προς συντήρησιν· προς τούτοις δε και οι αγροί του όλοι ήσαν απερίφρακτοι, διά να δύναται όστις ήθελε να λαμβάνη εξ αυτών οπώρας. Εις αυτάς λοιπόν τας παροχάς μη δυνάμενος διά της περιουσίας του να επαρκέση ο Περικλής, κατά συμβουλήν του Δάμωνος, του υιού του Δαμωνίδου δημότου Όας (111) (ο οποίος επιστεύετο ότι υπήρξεν εις τον Περικλέα εισηγητής των περισσοτέρων τούτου διαβημάτων, διό και εξωστρακίσθη ύστερον), επειδή ως προς την ατομικήν του περιουσίαν ήτο κατώτερος διά να παράσχη εις τον λαόν τα εις αυτόν ανήκοντα, ώρισε παροχήν μισθού εις τους απαρτίζοντας (καθημέραν) τα δικαστήρια· εξ αιτίας του οποίου, ως μερικοί κατηγορούσιν, έγιναν χειρότερα τα δικαστήρια, διότι με φροντίδα ιδιάζουσαν εκληρώνοντο πάντοτε οι τυχόντες μάλλον άνθρωποι παρά οι έγκριτοι. Ήρχισε δε κατόπιν και η δωροδοκία, της οποίας πρώτος έκαμεν αρχήν ο Άνυτος μετά την στρατηγίαν του εις Πύλον (112) . Διότι καταγγελθείς υπό τινων ως αίτιος της απωλείας της Πύλου, αγοράσας διά δώρων τους δικαστάς, απηλλάγη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'. ΟΙ ΔΗΜΑΓΩΓΟΙ
Εφ' όσον μεν λοιπόν ο Περικλής προΐστατο του λαού ήσαν καλύτερα της πολιτείας τα πράγματα. Όταν δε απέθανεν ο Περικλής απέβησαν πολύ χειρότερα. Διότι πρώτον τότε ο λαός έλαβεν ηγέτην αυτού άνθρωπον μη έχοντα υπόληψιν μεταξύ των εγκρίτων πολιτών. Κατά δε τους προγενεστέρους χρόνους πάντοτε έγκριτοι πολίται υπήρξαν αρχηγοί του λαού (δημαγωγοί). Διότι αρχικώς μεν και πρώτος του λαού ηγέτης έγινεν ο Σόλων, δεύτερος δε ο Πεισίστρατος, οι οποίοι ήσαν εκ της τάξεως των ευγενών και γνωστών οικογενειών. Ότε δε κατελύθη η τυραννίς (του Πεισιστράτου) ο Κλεισθένης, ο οποίος ήτον εκ του γένους των Αλκμεωνιδών, και τούτων μεν ουδείς υπήρξε πολιτικός αντίπαλος, αφ' ότου εξέπεσε το πολιτικόν κόμμα του Ισαγόρα. Μετά δε ταύτα της μεν λαϊκής τάξεως ηγέτης υπήρξεν ο Ξάνθιππος, των δε ευπόρων ο Μιλτιάδης, κατόπιν δε ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης· μετά δε τούτους ο Εφιάλτης μεν υπήρξεν ηγέτης του λαού, ο Κίμων δε ο υιός του Μιλτιάδου υπήρξεν ηγέτης των ευπόρων έπειτα δε ο Περικλής μεν του λαού, ο Θουκυδίδης (113) δε των άλλων, συγγενής ων του Κίμωνος. Ότε δε απέθανεν ο Περικλής, των μεν εγκρίτων ηγέτης υπήρξεν ο Νικίας, ο αποθανών εν Σικελία, του δε λαού ο Κλέων ο υιός του Κλεαινέτου, ο οποίος φαίνεται κατ' εξοχήν επέφερε την διαφθοράν των διαθέσεων του λαού και πρώτος επί του βήματος εκραύγαζε και απηύθυνεν ύβρεις και φορέσας ζώνην (114) εδημηγόρησε, ενώ οι άλλοι ρήτορες ωμίλουν με κοσμιότητα. Έπειτα κατόπιν αυτών αρχηγός των μεν άλλων υπήρξεν ο Θηραμένης ο υιός του Άγνωνος, του δε λαού ο Κλεοφών ο κατασκευαστής λυρών, ο οποίος και πρώτος εισήγαγε την συνήθειαν της διωβολίας (115) . Και επί τινα μεν χρόνον η συνήθεια αύτη εφηρμόζετο, μετά δε ταύτα κατήργησεν αυτήν ο Καλλικράτης ο Παιανιεύς, πρώτος αυτός δώσας εις τον λαόν υπόσχεσιν ότι θα προσθέση εις τους δύο οβολούς ένα ακόμη οβολόν. Αυτούς μεν λοιπόν και τους δύο κατεδίκασαν ύστερα εις θάνατον· διότι έχει συνήθειαν το πλήθος και αν παρασυρθή δι' απάτης να μισή κατόπιν εκείνους οι οποίοι το παρέσυραν να κάμη κάτι όχι καλόν. Από δε της εποχής του Κλεοφώντος πλέον διαδοχικώς ανελάμβανον πάντοτε την αρχηγίαν του λαού (δημαγωγίαν) εκείνοι όσοι είχον διάθεσιν να είναι περισσότερον θρασείς και να είναι ευχάριστοι εις τους πολλούς, αποβλέποντες εις την επιτυχίαν της στιγμής.
Λογίζονται δε ότι υπήρξαν οι καλύτεροι των εις τας Αθήνας υπαρξάντων πολιτικών μετά τους παλαιούς ο Νικίας, ο Θουκυδίδης και ο Θηραμένης· και περί μεν του Νικίου και του Θουκυδίδου όλοι σχεδόν ομοφώνως λέγουν ότι υπήρξαν όχι μόνον καλοί και αγαθοί αλλά και με πολιτικόν νουν και προς όλους τους πολίτας φερόμενοι πατρικώς, περί δε του Θηραμένους, καθ' όσον συνέβη επί της εποχής του να είναι ταραχώδη τα πολιτικά πράγματα, υπάρχει αμφισβήτησις της κρίσεως. Φαίνεται όμως εις εκείνους οι οποίοι δεν αποφαίνονται επιπολαίως ότι αυτός όχι όπως τον συκοφαντούσι κατέλυεν όλους τους τρόπους της πολιτικής διοικήσεως, αλλ' απεναντίας όλους υπεστήριζε τους τρόπους μέχρις ότου δεν παρεξετρέποντο διόλου εις παρανομίας, δεικνύων ότι ηδύνατο να πολιτεύεται με οιονδήποτε πολίτευμα — το οποίον και ακριβώς είναι έργον αγαθού πολίτου — όταν δε παρεξετρέποντο εις παρανομίας, μη συγχωρών αλλ' αποστρεφόμενος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'. Η ΕΝ ΣΙΚΕΛΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ — ΣΤΑΣΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΩΝ
Εφ' όσον μεν λοιπόν αι περιπέτειαι του πολέμου ήσαν ισόρροποι διετήρουν το δημοκρατικόν πολίτευμα. Όταν δε μετά την συμφοράν την επελθούσαν εις την Σικελίαν απέβησαν ισχυρότεροι οι Λακεδαιμόνιοι ένεκα της συμμαχίας των με τον βασιλέα (των Περσών), ηναγκάσθησαν οι Αθηναίοι μεταβαλόντες την δημοκρατίαν να συστήσωσι το πολίτευμα των τετρακοσίων και τον μεν προ του ψηφίσματος λόγον είπεν ο Μηλόβιος, την δε πρότασιν υπέβαλεν εγγράφως ο Πυθόδωρος ο Αναφλύστιος, εις αυτήν δε κατεπείσθησαν κυρίως οι πολλοί, διότι επίστευαν ότι ο βασιλεύς μάλλον με το μέρος των θα ταχθή εις τον πόλεμον εάν εγκαταστήσωσι πολίτευμα ολιγαρχικόν.
Ήτο δε το υποβληθέν ψήφισμα του Πυθοδώρου τοιούτον: «Ο λαός να εκλέξη εκτός των προϋπαρχόντων δέκα προβούλων και άλλους είκοσιν εκ των εχόντων ηλικίαν πλέον των σαράντα ετών, οι οποίοι αφού ορκισθούν ότι δεν θα προτείνουν (116) ειμή εκείνα τα οποία ήθελον νομίζη συμφερώτερα εις την πόλιν, να υποβάλουν προτάσεις αποβλεπούσας εις την σωτηρίαν της πόλεως (117) · να είναι δε επιτετραμμένον εις όποιον θέλει από τους άλλους πολίτας να υποβάλη τοιαύτας εγγράφους προτάσεις, ίνα εξ όλων αυτών εκλέξωσι το καλύτερον μέτρον. Ο δε Κλειτοφών τα μεν άλλα είπεν όμοια με τον Πυθόδωρον, προσέθηκε δε εις την έγγραφον πρότασίν του να ασχοληθώσιν οι εκλεγέντες εις αναζήτησιν των πατρίων νόμων, τους οποίους έκαμεν ο Κλεισθένης ότε ίδρυσε την δημοκρατίαν, ίνα ο λαός γνωρίζων και τους νόμους αυτούς αποφασίση το άριστον, καθ' όσον ουχί δημοκρατική αλλά παραπλησία με την του Σόλωνος ήτον η νομοθεσία του Κλεισθένους· οι δε εκλεχθέντες πρώτον μεν επρότειναν ότι είναι επάναγκες οι πρυτάνεις να υποβάλωσιν εις ψηφοφορίαν όλα τα προτεινόμενα προς σωτηρίαν, κατόπιν δε κατήργησαν τας επί παρανομία καταγγελίας και τας δι' επιβουλήν του πολιτεύματος μηνύσεις και τας ενώπιον της συνελεύσεως του λαού εγκλήσεις, ίνα ούτω όλοι οι θέλοντες Αθηναίοι υποβάλωσι συμβουλάς επί των υπό συζήτησιν πραγμάτων. Εάν δε κανείς εξ αιτίας τοιαύτης ή ήθελεν επιβάλη πρόστιμον ή ήθελε καταγγείλη ενώπιον της Συνελεύσεως του λαού ή ήθελεν εισαγάγη εις δίκην ενώπιον δικαστηρίου, τούτο ν' αποτελή ένδειξιν παρανομίας αυτού και να προκαλή την παραπομπήν αυτού εις τους στρατηγούς, οι δε στρατηγοί να παραδίδωσιν αυτόν εις τους ένδεκα προς επιβολήν θανατικής ποινής (118) .
Μετά δε ταύτα εκανόνισαν τα πράγματα της πολιτείας με τον εξής τρόπον· τα μεν χρήματα, τα εισπραττόμενα, να μη είναι επιτετραμμένον να δαπανώσιν εις άλλο τι παρά εις τον πόλεμον, τα δε δημόσια υπουργήματα όλα να εκτελώσιν οι έχοντες αυτά άνευ μισθού, έως ότου εξακολουθεί ο πόλεμος, πλην των εννέα αρχόντων και των πρυτάνεων, οποιοιδήποτε και αν είναι· ούτοι δε να λαμβάνουν μισθόν τρεις οβολούς την ημέραν ο καθένας. Όλη δε η άλλη κυβέρνησις της πόλεως ν' ανατεθή εις τους πλέον δυνατούς και σωματικώς και χρηματικώς να διεξαγάγωσιν αυτήν, όχι ολιγωτέρους παρά πέντε χιλιάδες, έως ότου ο πόλεμος εξακολουθή. Ούτοι δε να είναι κύριοι και συνθήκας να συνομολογούν με οποιονδήποτε θέλουν. Να εκλέγουν δε διά ψηφοφορίας από καθεμίαν φυλήν δέκα άνδρες ηλικίας άνω των σαράντα ετών, οι οποίοι να διαλέξουν τους πεντακισχιλίους, αφού προηγουμένως ορκισθούν κατά ιεροτελεστίαν επίσημον (119) .
Οι μεν λοιπόν εκλεγέντες αυτούς τους νόμους συνέταξαν. Αφού δε εκυρώθησαν οι νόμοι ούτοι υπό του λαού, οι πέντε χιλιάδες (120) εξέλεξαν μεταξύ των τάξεων αυτών τους εκατόν άνδρας, οι οποίοι θα συνέταττον το οριστικόν πολίτευμα. Οι δε εκλεγέντες συνέταξαν και υπέβαλαν τα εξής: Να γίνωνται μεν κατ' έτος μέλη της βουλής οι έχοντες ηλικίαν άνω των τριάκοντα ετών άνευ απολαυών μισθού· απ' αυτούς δε να είναι στρατηγοί και οι εννέα άρχοντες και ο ιερομνήμων (121) και οι ταξίαρχοι και οι ίππαρχοι και οι φύλαρχοι (122) και οι διοικηταί των φρουρίων και οι ταμίαι των ιερών χρημάτων των αφιερωμένων εις την θεάν (Aθηνάν) και εις τους άλλους δέκα θεούς και ταμίαι των συμμαχικών χρημάτων και όλων των άλλων διά κοινωφελείς σκοπούς χρημάτων, είκοσιν εν όλω ταμίαι διαχειρισταί, προς δε τούτοις οι επιμεληταί των ιερών πραγμάτων και οι επόπται δέκα τον αριθμόν, να εκλέγωνται δε όλοι ούτοι εκ της τάξεως των προκρίτων, προτιμωμένων εις αυτά τ' αξιώματα περισσοτέρων εκ των εν ενεργεία βουλευτών· (123) εις όλα δε τα άλλα διοικητικά αξιώματα να εκλέγωνται διά κλήρου και όχι εκ της τάξεως των βουλευτών οι δε ταμίαι των συμμαχικών χρημάτων, οι έχοντες την διαχείρισιν, να μη επιτρέπεται να υποβάλωσι προτάσεις· να καταρτίζωνται δε τέσσαρα χωριστά βουλευτικά σώματα εκ πολιτών εχόντων την ειρημένην ηλικίαν και άνω, και εξ αυτών των σωμάτων διά κλήρου λαμβανόμενον έν ν' αποτελή την εν ενεργεία βουλήν· να κατανέμωνται δε υπ' αυτών και οι άλλοι νέοι πολίται εις τα βουλευτικά ταύτα σώματα, καθ' όσον συμπληρούται η ηλικία των (124) . Οι δε αρχικώς υποδεικνυόμενοι ήδη εκατόν άνδρες να κατανείμωσιν εαυτούς και τους άλλους εις τέσσαρα μέρη κατά ίσην όσω το δυνατόν αναλογίαν και να ενεργήσωσι την ως άνω κλήρωσιν και οι διά κλήρου υποδειχθέντες προς συγκρότησιν της (πρώτης) βουλής να διατελώσιν εν ενεργεία βουλευταί δι' έν έτος· να λαμβάνωσι δε ως βουλευταί αποφάσεις οποιασδήποτε ήθελον νομίση ότι είναι ωφελιμώτεραι και ως προς τα χρήματα, ίνα διαφυλάττωνται ανέπαφα και δαπανώνται όπου πρέπει και περί των άλλων, μετά περισσοτέρας όσω το δυνατόν επιμελείας· εάν δε ήθελον να συσκεφθώσι με περισσοτέρους διά ζήτημά τι, να προσκαλή καθένας των εις την συνεδρίασιν ένα προσκεκλημένον, όποιον θέλει εκ της αυτής ηλικίας· αι δε συνεδριάσεις της βουλής να γίνωνται κάθε πέντε ημέρας, εάν μη υπάρχη ανάγκη περισσοτέρων συνεδριάσεων· την κλήρωσιν δε της βουλής να ενεργώσιν οι εννέα άρχοντες (125) . Τας δε δι' υψώσεως της χειρός ψηφοφορίας να κρίνωσι πέντε, (126) οι διά κλήρου υποδεικνυόμενοι εκ των βουλευτών και εκ τούτων είς να υποδεικνύεται καθ' ημέραν ως προϊστάμενος με διπλήν ψήφον (127) . Οι δε ούτω κληρωνόμενοι πέντε να εκλέγουν διά κλήρου τους θέλοντας να παρουσιασθούν προ της βουλής πρώτον μεν δι' υποθέσεις θρησκευτικάς, δεύτερον δε διά κηρύγματα προς τον λαόν, τρίτον διά πρεσβείας, τέταρτον δι' όλα τα άλλα· τα δε αναγόμενα εις τον πόλεμον, όταν παρουσιασθή ανάγκη, υποβάλλοντες εις την βουλήν άνευ κληρώσεώς των οι στρατηγοί να διαπραγματεύονται περί αυτών. Όστις δε δεν ήθελε να προσέλθη εις την βουλήν κατά την ωρισμένην ώραν να πληρώνη μίαν δραχμήν διά κάθε ημέραν, εάν δεν έχη απουσιάση λαβών άδειαν της βουλής.
Τούτο μεν λοιπόν το πολίτευμα συνέταξαν διά το μέλλον, διά δε τον παρόντα καιρόν συνέταξαν το εξής· να είναι μεν βουλευταί τετρακόσιοι σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα, τεσσαράκοντα από κάθε φυλήν, λαμβανόμενοι εξ αριθμού προεκλεγομένων υπό των φυλετών ηλικίας άνω των τριάκοντα ετών· ούτοι δε και τους άρχοντας να διορίζουν και τον όρκον, τον οποίον οι άρχοντες θα ορκίζωνται, να συντάξουν και διά τους νόμους και διά τας ευθύνας και διά τα άλλα να πράττουν όπως ήθελον νομίση συμφέρον. Τους δε νόμους, οι οποίοι τοιουτοτρόπως θα ετίθεντο ως προς τα πολιτικά, να μεταχειρίζωνται και να μη είναι επιτετραμμένον ούτε να τροποποιούν ούτε να μεταβάλλουν. Οι δε στρατηγοί διά το παρόν να εκλεχθούν εξ όλων των πέντε χιλιάδων, η δε βουλή όταν καταρτισθή, αφού ενεργήση επιθεώρησιν των ενόπλων, να εκλέξη δέκα άνδρας και ένα γραμματέα αυτών· οι δε ούτω εκλεγέντες να είναι άρχοντες στρατηγοί διά το επόμενον έτος με απεριόριστον εξουσίαν και εν ανάγκη συσκεπτόμενοι μετά της βουλής. Να εκλέξουν δε και ένα αρχηγόν του ιππικού και δέκα φυλάρχους. Εις δε το μέλλον η εκλογή όλων τούτων να γίνεται υπό της βουλής σύμφωνα με τα υπό του νόμου ωρισμένα· πλην δε των βουλευτών και των στρατηγών, ως προς τα άλλα αξιώματα να μη επιτρέπεται ούτε εις τους παρόντας άρχοντας ούτε εις άλλον κανένα να διατηρούν το αυτό αξίωμα πλέον ή άπαξ. Ίνα δε εις το μέλλον κατανεμηθώσιν οι τετρακόσιοι εις τας τέσσαρας βουλευτικάς εκκλησίας, (128) όταν οι πολίται θα επιτρέπεται να συνέρχωνται εις συνέλευσιν μετά των άλλων (των βουλευτών δηλαδή) ωρίσθη να κατανείμωσιν αυτούς από τούδε οι εκατόν άνδρες.
Οι μεν λοιπόν εκατόν οι εκλεχθέντες υπό των πέντε χιλιάδων τούτο συνέταξαν το πολίτευμα. Αφού δε αυτά επεκυρώθησαν υπό του λαού, προϊσταμένου εις την διαλογήν των ψήφων του Αριστομάχου, (129) η μεν βουλή η κατά το έτος της αρχοντίας του Καλλίου διελύθη πριν συμπληρώση τας συνεδριάσεις της (130) την 14 του μηνός Θαργηλιώνος, οι δε τετρακόσιοι εισήλθον εις την εξουσίαν την 22 του Θαργηλιώνος· (131) ώφειλε δε η διά ψηφοφορίας συγκροτηθείσα βουλή ν' αναλάβη το αξίωμα αυτής την 14 του Σκιροφοριώνος. Η μεν λοιπόν ολιγαρχία κατά τοιούτον τρόπον καθιδρύθη επί της αρχοντίας του Καλλίου, σωστά δε εκατόν έτη (132) μετά την εκδίωξιν των τυράννων, γενομένων πρωτουργών (της μεταβολής) του Πεισάνδρου, του Αντιφώντος και του Θηραμένους, οι οποίοι ήσαν άνδρες και καλών οικογενειών και έχοντες μεγάλην υπόληψιν συνέσεως και ευθυκρισίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'. ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΩΝ
Ότε δε κατέστη το πολίτευμα τούτο, οι μεν πέντε χιλιάδες ονομαστικώς μόνον εξελέγησαν, οι δε τετρακόσιοι μετά των δέκα των εχόντων απεριόριστον εξουσίαν (αυτοκρατόρων) εγκατασταθέντες εις το βουλευτήριον εκυβέρνων την πόλιν και αποστείλαντες πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους επρότειναν τέλος του πολέμου επί τη βάσει να διατηρήσουν καθένας εκ των δύο συνθηκολογούντων όσα τότε κατείχεν. Επειδή δ' εκείνοι δεν απεδέχοντο ειμή υπό τον όρον να παραιτηθώσιν (οι Αθηναίοι) και της ηγεμονίας της θαλάσσης, ένεκα τούτου διέκοψαν τας διαπραγματεύσεις.
Σχεδόν λοιπόν τέσσαρας μήνας διετηρήθη το πολίτευμα των τετρακοσίων (133) και εκ τούτων έγινεν άρχων ο Μνησίλοχος διά δύο μήνας επί της αρχοντίας του Θεοπόμπου, ο οποίος διετέλεσεν άρχων τους επιλοίπους δέκα μήνας. Νικηθέντες δε οι Αθηναίοι εις την ναυμαχίαν πλησίον της Ερετρείας και επειδή ολόκληρος η Εύβοια πλην του Ωρεού απεστάτησε, στενοχωρηθέντες διά την συμφοράν αυτήν περισσότερον παρά διά τας προγενεστέρας (διότι περισσότερα ωφελήματα είχον από την Εύβοιαν παρά απ' αυτήν την Αττικήν) κατέλυσαν την κυβέρνησιν των τετρακοσίων και παρέδωκαν την διεύθυνσιν των πολιτικών πραγμάτων εις τους πεντακισχιλίους τους ανήκοντας εις την τάξιν των στρατευομένων πολιτών (134) ψηφίσαντες να μη είναι κανέν πολιτικόν αξίωμα έμμισθον. Κυρίως δε την κατάλυσιν (των τετρακοσίων) ενήργησαν ο Αριστοκράτης και ο Θηραμένης, μη ευχαριστούμενοι με τα διαπραττόμενα υπό των τετρακοσίων, διότι όλα ούτοι ενήργουν μόνοι των, δι' ουδέν ζητούντες την γνώμην των πέντε χιλιάδων. Φαίνεται δε ότι καλώς εκυβερνήθη η πόλις εις εκείνους τους καιρούς, ενώ υπήρχε πόλεμος και η διοίκησις ήτο στρατοκρατική (135) .
Από τούτους μεν λοιπόν αφήρεσεν ο δήμος την διοίκησιν της πολιτείας πολύ γρήγορα (136) . Κατά το έκτον (137) δε έτος μετά την κατάλυσιν των τετρακοσίων επί της αρχοντίας του Καλλίου, του εκ της περιφερείας Αγγελή (138) ότε εγένετο η εν Αργινούσαις ναυμαχία, πρώτον μεν οι δέκα στρατηγοί οι νικήσαντες εις την ναυμαχίαν συνέβη να καταδικασθώσιν όλοι ομού διά μιας ψηφοφορίας γενομένης δι' υψώσεως των χειρών, ενώ άλλοι μεν εξ αυτών ουδ' είχον λάβη μέρος εις την ναυμαχίαν, άλλοι δε εις ξένον πλοίον (ως ναυαγοί δηλαδή) είχον διασωθή, και τούτο διότι εξηπατήθη ο λαός υπό ανθρώπων, οι οποίοι του εξήγειραν επιτηδείως την οργήν κατόπιν δε, ότε οι Λακεδαιμόνιοι εδήλωσαν ότι δέχονται να αποσυρθούν από την Δεκέλειαν διά να συνομολογηθή ειρήνη υπό τον όρον να κρατήση καθένας εκ των δύο ότι κατέχει, μερικοί μεν προθύμως έστεργον, το δε πλήθος δεν απεδέχθη, διότι εξηπατήθη από τον Κλεοφώντα, ο οποίος, ελθών εις την εκκλησίαν του δήμου μεθυσμένος και φορών θώρακα, ημπόδισε να γίνη ειρήνη, λέγων ότι δεν θα επιτρέψη τούτο, εάν οι Λακεδαιμόνιοι δεν αφήσουν όλας τας πόλεις. Μη διαχειρισθέντες δε τότε καλώς τα πράγματα, ενόησαν μετ' ολίγον καιρόν το λάθος των διότι κατά το επόμενον έτος επί της αρχοντίας του Αλεξίου έπαθαν την συμφοράν της εν Αιγός Ποταμοίς ναυμαχίας, συνεπεία της οποίας, γενόμενος ο Λύσανδρος κύριος της πόλεως, εγκαθίδρυσε τους τριάκοντα (τυράννους) με τον εξής τρόπον. Αφού η ειρήνη συνομολογήθη με αυτούς (τους Αθηναίους) υπό τον όρον να εξακολουθήσουν κυβερνώμενοι κατά το πάτριον πολίτευμα, οι μεν λαϊκοί προσεπάθουν να διασώσουν την δημοκρατίαν, εκ δε των επιφανών οι μεν ανήκοντες εις πολιτικάς εταιρείας και μετ' αυτών εκείνοι εκ των εξορίστων, όσοι επανήλθον μετά την ειρήνην, επεθύμουν ολιγαρχίαν, όσοι δε εις καμμίαν εταιρείαν πολιτικήν δεν ανήκον, είχον δε πολιτικήν υπόληψιν ουχί κατωτέραν, εζήτουν το πάτριον (παλαιόν) πολίτευμα, μεταξύ των οποίων ήτο μεν και ο Αρχίνος και ο Άνυτος και ο Κλειτοφών και ο Φορμίσιος και άλλοι πολλοί, προεξήρχε δε κυρίως ο Θηραμένης. Ότε δε ο Λύσανδρος προσετέθη με τους ολιγαρχικούς, ο λαός κυριευθείς από φόβον ηναγκάσθη να ψηφίση ολιγαρχικόν πολίτευμα. Υπέβαλε δε ενυπογράφως το ψήφισμα ο Δρακοντίδης ο Αφιδναίος (139) .
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'. ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ
Οι μεν λοιπόν τριάκοντα κατ' αυτόν τον τρόπον έλαβαν την εξουσίαν επί της αρχοντίας, του Πυθοδώρου, (140) γενόμενοι δε κύριοι της πόλεως, τα μεν άλλα τα ψηφισθέντα περί οργανώσεως του πολιτεύματος παρέβλεψαν, καταστήσαντες δε πεντακοσίους βουλευτάς και τα άλλα αξιώματα μεταξύ χιλίων προεκλεγέντων επί τούτω και εκλέξαντες μόνοι των απ' ευθείας δέκα άρχοντας του Πειραιώς και ένδεκα φύλακας του δεσμωτηρίου και τριακοσίους μαστιγοφόρους υπηρέτας έμεναν εξουσιασταί της πόλεως μόνοι των. Και κατ' αρχάς μεν ήσαν μετριοπαθείς προς τους πολίτας και προσεποιούντο ότι επεδίωκαν την εφαρμογήν του πατροπαραδότου πολιτεύματος και κατήργησαν τους νόμους του Εφιάλτου και του Αρχιστράτου τους περί των Αρεοπαγιτών (141) , καθώς και εκ των θεσμών του Σόλωνος εκείνους όσοι διήγειρον αμφισβητήσεις και την αυθαίρετον ερμηνείαν την εις τους δικαστάς αναγνωριζομένην κατήργησαν, ως εάν ήθελαν να επανορθώσουν το πολίτευμα και ν' αποδώσουν εις αυτό κύρος. Παραδείγματος χάριν την διάταξιν ότι δύναταί τις να δώση (ν' αφήση) την περιουσίαν του εις όποιον αυτός θέλη, απλοποιήσαντες και αφήσαντες τούτο μόνον (142) , αφήρεσαν τους συναφείς περιορισμούς, ήτοι τον όρον «εάν δεν είναι ακαταλόγιστος εξ αιτίας γηρατείων ή εάν δεν παρασυρθή εις τούτο υπό γυναικός» διά να μη δύνανται να επεμβαίνουν οι συκοφάνται. Ομοίως δε τούτο (τοιαύτην δηλαδή απλοποίησιν) έκαμναν και επί των άλλων νόμων. Κατ' αρχάς μεν λοιπόν ταύτα έπραττον και τους συκοφάντας και τους ομιλούντας προς τον λαόν δημαγωγικώς αντιθέτως προς το ωφέλιμον, ραδιούργους όντας και πονηρούς, εθανάτωναν δι' αυτά δε συντελούμενα ευχαριστούντο οι πολίται, νομίζοντες ότι χάριν της κοινής ωφελείας ενήργουν αυτοί. Όταν δε εστερέωσαν περισσότερον την εξουσίαν των, δεν ευλαβούντο πλέον κανένα εκ των πολιτών, αλλά εθανάτωναν τους διακρινομένους είτε διά την περιουσίαν των είτε διά το γένος των είτε διά τα αξιώματά των και διά ν' απαλλάσωνται του εξ αυτών φόβου και διότι ήθελαν να διαρπάζουν τας περιουσίας τούτων και εις διάστημα ολίγου καιρού είχαν θανατώση όχι ολιγωτέρους από χίλιους πεντακοσίους.
Ενώ δε τοιουτοτρόπως εξέπιπτεν η πόλις (143) , ο Θηραμένης αγανακτών διά τα διαπραττόμενα συνεβούλευε (τους τριάκοντα) να παύσωσι μεν την τοιαύτην κατάχρησιν της εξουσίας (144) , να δώσουν δε εις τους εγκρίτους των πολιτών συμμετοχήν εις την διοίκησιν της πολιτείας. Εκείνοι δε κατ' αρχάς εναντιωθέντες, όταν διεδόθησαν οι λόγοι ούτοι εις το πλήθος και οι πολλοί ήσαν ευνοϊκοί προς τον Θηραμένην, φοβηθέντες μη αυτός γενόμενος αρχηγός του λαού καταλύση την δυναστικήν εξουσίαν των, εκλέγουν και καταγράφουν τρισχιλίους εκ των πολιτών διά να δώσουν εις αυτούς συμμετοχήν εις την διοίκησιν της πολιτείας. Ο Θηραμένης δε και πάλιν τους επικρίνει δι' αυτά, πρώτον μεν διότι θέλοντες να δώσουν πολιτικά δικαιώματα εις τους εγκριτωτέρους, απένειμαν τοιαύτα εις τρισχιλίους μόνον, ως εάν εις τον αριθμόν τούτον ακριβώς περιελαμβάνετο το πλήθος των εναρέτων, εξ άλλου δε ότι κάμνουν τα δύο εναντιώτατα, καθιστώντες επί της βίας στηριζομένην την εξουσίαν και εν ταυτώ αδυνατωτέραν των εξουσιαζομένων. Εκείνοι δε εις αυτά μεν δεν έδωκαν προσοχήν, τον δε κατάλογον των τρισχιλίων διά πολύν μεν καιρόν ανέβαλαν να εφαρμόσουν, είχαν όμως υπ' όψιν και εις αυτόν να περιλαμβάνουν τους γνωστούς ότι είναι φίλοι των, οσάκις δε ήθελαν νομίση πρόσφορον εις αυτούς να γνωστοποιούν (μεταβολάς του καταλόγου), άλλους μεν από τους περιλαμβανομένους εις αυτόν έσβυναν, άλλους δε εις αντικατάστασιν τούτων έξωθεν κατεχώρουν.
Ήδη δε εις την αρχήν του χειμώνος, ότε ο Θρασύβουλος μετά των εξορίστων κατέλαβε το φρούριον της Φυλής και αφού από την επίθεσιν κατ' αυτού, την οποίαν επεχείρησαν οι τριάκοντα διά στρατού, κακώς απεχώρησαν, έλαβαν απόφασιν ν' αφαιρέσουν μεν τα όπλα των άλλων να φονεύσουν δε τον Θηραμένην κατά τον εξής τρόπον:
Υπέβαλαν εις την βουλήν δύο σχέδια νόμου προστάζοντες να τα ψηφίση· εξ αυτών ο μεν ένας νόμος έκαμνεν απολύτους εξουσιαστάς (αυτοκράτορας) τους τριάκοντα να θανατώνουν όσους έκριναν εκ των πολιτών των μη περιλαμβανομένων εις τον κατάλογον των τρισχιλίων· ο δε άλλος απηγόρευε το να μετέχουν της παρούσης πολιτείας όσοι τυχόν είχαν κατεδαφίση το εν Ηετιωνεία τείχος ή είχαν πράξη τι εναντίον των τετρακοσίων των ιδρυτών της προγενεστέρας ολιγαρχίας· εις αυτά δε και τα δύο είχε λάβη μέρος ο Θηραμένης, ώστε με την ψήφισιν των νόμων συνέβαινε και να ευρίσκεται στερημένος αυτός πολιτικών δικαιωμάτων (145) και οι τριάκοντα να γίνωνται κύριοι να τον θανατώσουν· ότε δε εφονεύθη ο Θηραμένης, και τα όπλα αφήρεσαν όλων εκτός των τρισχιλίων και κατά τα άλλα πολύ εξετράπησαν εις σκληρότητα και πονηρίαν, αποστείλαντες δε πρέσβεις εις Λακεδαίμονα κατηγόρουν τον Θηραμένην, συνάμα δε εζήτουν (από τους Λακεδαιμονίους) να τους βοηθήσουν· τα οποία ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν αρμοστήν (146) και ως επτακοσίους στρατιώτας, οι οποίοι ελθόντες εφρούρουν την Ακρόπολιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'. ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΔΕΚΑ. — ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Μετά δε ταύτα ότε οι από της Φυλής εκυρίευσαν την Μουνυχίαν και ενίκησαν εις μάχην τους μετά των τριάκοντα εκστρατεύσαντας εναντίον αυτών, οι εκ της πόλεως επιστρέψαντες μετά την συμπλοκήν εντός της πόλεως και συναθροισθέντες την επομένην ημέραν εις την αγοράν, τους μεν τριάκοντα καθήρεσαν από την εξουσίαν, εκλέγουν δε εκ των πολιτών δέκα αναθέτοντες εις αυτούς απόλυτον εξουσίαν διά την κατάλυσιν του πολέμου· ούτοι δε παραλαβόντες την κυβέρνησιν της πόλεως δεν έκαμναν μεν εκείνα, διά τα οποία εξελέγησαν, έστειλαν δε εις την Λακεδαίμονα μήνυμα ζητούντες βοήθειαν και διά να δανεισθούν χρήματα. Επειδή δε οι πολίται δυσηρεστούντο δι' αυτά, εκείνοι (οι δέκα άρχοντες) φοβούμενοι μη εκδιωχθούν από την εξουσίαν και θέλοντες να καταπλήξουν τους άλλους, το οποίον και συνέβη, συλλαβόντες τον Δημάρατον, ένα εκ των επιφανών πολιτών εφόνευσαν αυτόν και κατείχον την κυβέρνησιν ασφαλώς, με την βοήθειαν και του Καλλιβίου και των υπαρχόντων εις την πόλιν Πελοποννησίων (147) και μερικών εκ της τάξεως των ιππέων· προς τούτοις· διότι κυρίως εκ των πολιτών της τάξεως αυτής μερικοί εφρόντιζαν επιμόνως να μη επιστρέφουν εις την πόλιν οι ευρισκόμενοι εις το φρούριον της Φυλής.
Ότε δε ούτοι, οι τον Πειραιά και την Μουνυχίαν έχοντες, επειδή όλος ο λαός απεστάτησε προς αυτούς, υπερίσχυον εις τον πόλεμον, τότε καθαιρέσαντες τους δέκα τους πρώτους εκλεγέντας, άλλους εξέλεξαν δέκα, εκείνους οι οποίοι επιστεύετο ότι ήσαν οι άριστοι· και επί της κυβερνήσεως τούτων επετεύχθη να γίνη η συνδιαλλαγή (148) των πολιτών και επανήλθεν εις την πόλιν ο λαός χάρις εις την συνδρομήν και προθυμίαν όλων· προεξήρχε δε αυτών κυρίως Ρίνων ο Παιανιεύς και Φαύλος ο Αχερδούσιος· διότι ούτοι πριν να φθάση ο Παυσανίας έστειλαν προς συνεννόησιν εις τους μένοντας εις τον Πειραιά και όταν εκείνος ήλθε συνειργάσθησαν με αυτόν προθύμως διά την επιστροφήν των πολιτών εις τον δήμον.
Διότι την ειρήνην και την συνδιαλλαγήν έφερεν εις πέρας ο Παυσανίας, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, ομού με τους δέκα συνδιαλλακτάς, τους ελθόντας ύστερον από την Λακεδαίμονα, τους οποίους αυτός επειγόντως εζήτησε να έλθουν. Οι δε περί τον Ρίνωνα και διά την ευνοϊκήν υπέρ του λαού πολιτικήν των επηνέθησαν και αναλαβόντες την διοίκησιν εις καιρόν ολιγαρχίας, έδοσαν λογοδοσίαν εις καιρόν δημοκρατίας και κανείς διά τίποτε δεν κατήγγειλεν αυτούς ούτε εκ των πολιτών όσοι είχαν μείνη εις την πόλιν, ούτε εκ των πολιτών όσοι είχαν επανέλθη από τον Πειραιά, αλλά διά ταύτα και στρατηγός εξελέγη ευθύς έπειτα ο Ρίνων.
Έγιναν δε αι συμφιλιώσεις επί της αρχοντίας του Ευκλείδου (149) κατά τας εξής συνθήκας:
Όσοι εκ των Αθηναίων των μεινάντων εις την πόλιν ήθελαν να εγκατασταθώσιν έξω απ' αυτήν (150) , ούτοι να κατοικήσουν εις την Ελευσίνα διατηρούντες όλα τα πολιτικά των δικαιώματα και έχοντες αυτοτέλειαν και αυτοδιοίκησιν ως προς τον εαυτόν τους και λαμβάνοντες τα εισοδήματα των περιουσιών των (151) . Το δε ιερόν της Ελευσίνος να είναι κοινόν και εις τους δύο, να έχουν δε την επιμέλειαν αυτού οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδαι (152) σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Να μη επιτρέπεται δε μήτε εις τους εκ της Ελευσίνος να πηγαίνουν εις την πόλιν μήτε εις τους εκ της πόλεως να πηγαίνουν εις την Ελευσίνα πλην εις τας ημέρας της τελέσεως των (Ελευσινίων) μυστηρίων. Να καταβάλλουν δε οι Ελευσίνιοι την υποχρεωτικήν εισφοράν από των εισοδημάτων αυτών εις το συμμαχικόν ταμείον ακριβώς όπως οι άλλοι Αθηναίοι (153) . Εάν δέ τινες των αποχωρούντων της πόλεως γίνωνται ιδιοκτήται οικίας εις την Ελευσίνα, πρέπει να συμφωνούν προς τούτο με τον πρότερον ιδιοκτήτην· εάν δε δεν μένουν σύμφωνοι μεταξύ τους να εκλέγη καθένας των τρεις εκτιμητάς και την τιμήν την οποίαν ούτοι θα ώριζαν, αυτή να καταβάλλεται. Από δε τους Ελευσινίους σύνοικοι (των νέων εγκαταστάτων) να μένουν μόνον εκείνοι τους οποίους αυτοί (οι εγκατάστατοι) θα ήθελαν. Η δε απογραφή διά τους θέλοντας να κατοικήσουν έξω της πόλεως να γίνη ως προς μεν τους διαμένοντας εις την πόλιν εντός δέκα ημερών, αφ' ότου ήθελον δώση τον όρκον (της τοιαύτης συμφωνίας) και η εκ της πόλεως έξοδος εντός είκοσι ημερών, ως προς δε τους απόντας, αφ' ότου ήθελον επιστρέψη εις την πόλιν κατά τας αυτάς προθεσμίας. Να μη επιτρέπεται δε ν' αναλάβη κανέν διοικητικόν εις την πόλιν αξίωμα ο κατοικών εις την Ελευσίνα, πριν ή δι' απογραφής δηλώση πάλιν ότι θα κατοικήση εις την πόλιν. Αι δε δίκαι διά φόνον να γίνωνται κατά τα πατροπαράδοτα, εάν τις ιδιοχείρως ήθελε φονεύση ή τραυματίση τινά. Διά δε τα περασμένα να μη επιτρέπεται ουδείς εναντίον ουδενός να διατηρή έχθραν εκτός προς τους τριάκοντα και τους δέκα και τους ένδεκα και τους κυριεύσαντας τον Πειραιά, ούτε δε προς αυτούς ακόμη εάν ήθελον προσέλθη και δώση λογοδοσίαν· λογοδοσίαν δε να δίδουν οι μεν καταλαβόντες τον Πειραιά εις τους εν Πειραιεί κατοίκους, οι δε κυβερνήσαντες εις την πόλιν ενώπιον των εχόντων δικαιοδοσίαν διορισμού, εις πολιτικά αξιώματα (154) . Κατόπιν μετά την τοιαύτην διαδικασίαν να δύνανται όσοι απ' αυτούς θέλουν να εγκατασταθώσιν έξω της πόλεως. Τα δε χρήματα τα οποία αι δύο πολιτικαί μερίδες εδανείσθησαν εις τον πόλεμον καθεμία ν' αποδώση χωριστά.
Ότε δε έγιναν τοιαύται αι συμφωνίαι συνδιαλλαγής και επειδή εφοβούντο όσοι μετά των τριάκοντα συνεπολέμησαν και πολλοί είχον μεν κατά νουν να εγκατασταθούν έξω της πόλεως, ανέβαλλαν δε την προς τούτο γραπτήν δήλωσιν εις τας τελευταίας της προθεσμίας ημέρας, όπως όλοι συνηθίζουν να κάμνουν, ο Αρχίνος αντιληφθείς ότι ούτοι ήσαν πολλοί και θέλων να τους εμποδίση αφήρεσε τας τελευταίας ημέρας της εγγράφου δηλώσεως (155) , ώστε πολλοί ομού να εξαναγκασθούν να μείνουν παρά την θέλησίν των έως ου έλαβαν θάρρος. Και φαίνεται ότι και εις τούτο καλώς επολιτεύθη ο Αρχίνος και μετά ταύτα καταγγείλας ως παρά τον νόμον προτεινόμενον (156) το ψήφισμα του Θρασυβούλου, διά του οποίου παρείχοντο πολιτικά δικαιώματα εις όλους τους εκ Πειραιώς επανελθόντας, εκ των οποίων μερικοί αναντιρρήτως ήσαν δούλοι, και τρίτον όταν τις ήρχισε να εκδηλώνη έχθραν εναντίον των επανελθόντων, οδηγήσας διά της βίας αυτόν ενώπιον της βουλής και πείσας (τους βουλευτάς) να καταδικάσουν αυτόν εις θάνατον χωρίς δίκην, λέγων ότι εις την περίστασιν αυτήν θα δείξουν αν πράγματι θέλουν να σώσουν την δημοκρατίαν και να μείνουν πιστοί εις τους όρκους· διότι, αν μεν αθωώσουν αυτόν, θα παρακινήσωσιν (εις ομοίαν παρεκτροπήν) και άλλους, εάν δε τον θανατώσουν, θα δώσουν παράδειγμα εις όλους· το οποίον και συνέβη· διότι με το να θανατωθή αυτός κανένας ποτέ πλέον δεν εφανέρωσεν εχθροπάθειαν κατόπιν. Αλλά απεναντίας φαίνονται οι Αθηναίοι (τότε) ότι καλλίτερα και πολιτικώτερα από κάθε άλλον λαόν και ιδιαιτέρως και από κοινού επολιτεύθησαν απέναντι των προηγουμένων συμφορών διότι δεν εξήλειψαν μόνον τας αμοιβαίας αιτιάσεις περί των πρότερον γενομένων, αλλά και εις τους Λακεδαιμονίους απέδωσαν από κοινού τα χρήματα, τα οποία οι τριάκοντα έλαβαν διά τον πόλεμον, ενώ αι συνθήκαι ώριζαν καθεμία εκ των δύο μερίδων ν' αποδώση τα δανεισθέντα χωριστά, και οι εκ της πόλεως και οι εκ του Πειραιώς, φρονούντες ότι τούτο πρώτον έπρεπε προ παντός να επικρατήση, η ομόνοια· εις δε τας άλλας πόλεις όχι μόνον από τα ιδικά των δεν δίδουν οι επικρατήσαντες και ιδρύσαντες ούτω δημοκρατικόν πολίτευμα, αλλά προβαίνουσι και εις νέαν διανομήν της γης (157) . Συνεφιλιώθησαν δε τελειωτικώς και με τους εγκατασταθέντας εις την Ελευσίνα, το τρίτον έτος μετά την εκεί εγκατάστασιν επί της αρχοντίας του Ξενενέτου.
Ταύτα μεν λοιπόν συνέβη να γίνωσιν εις τους μετέπειτα χρόνους· τότε δε, δημοκρατική μερίς (ο λαός) γενομένη κυρία των πραγμάτων εγκατέστησε την υπάρχουσαν τώρα πολιτείαν επί της αρχοντίας μεν του Πυθοδώρου, κατά την κοινήν δε γνώμην δικαίως ο λαός ανέλαβε την διοίκησιν της πολιτείας, διά τον λόγον ότι αφ' εαυτού (ο λαός) επετέλεσε την επάνοδον αυτού εις την πόλιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'. ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΙΣ
Ήτο δε κατ' αριθμητικήν τάξιν ενδεκάτη η μεταβολή του πολιτεύματος αυτή (158) . Διότι πρώτη μεν πολιτική οργάνωσις αρχήθεν έγινεν η του Ίωνος και εκείνων οι οποίοι μετ' αυτού εκατοίκησαν (εις την Αττικήν). Διότι τότε διά πρώτην φοράν κατενεμήθησαν εις τας τέσσαρας φυλάς αναμεταξύ των και καθίδρυσαν τους φυλοβασιλείς. Δευτέρα δε και πρώτη κατόπιν ταύτης κυρίως έχουσα μορφήν πολιτεύματος είναι η γενομένη επί Θησέως, έχουσα μικράν τινα παρέκκλισιν από του βασιλικού πολιτεύματος. Ύστερα δε απ' αυτήν (έρχεται) η επί της εποχής του Δράκοντος, ότε και διά πρώτην φοράν συνέταξαν γραπτούς νόμους (159) . Τρίτη δε είναι η μετά την στάσιν, η επί της εποχής του Σόλωνος, από της οποίας έγινεν αρχή δημοκρατίας. Τετάρτη δε είναι η τυραννίς (το πολίτευμα των τυράννων) επί Πεισιστράτου. Πέμπτη δε η μετά την κατάλυσιν των τυράννων, η επί της εποχής του Κλεισθένους, έχουσα δημοκρατικώτερον χαρακτήρα παρά η του Σόλωνος. Έκτη δε είναι η μετά τους Μηδικούς πολέμους, οπότε την επίβλεψιν του πολιτεύματος είχεν η εξ Αρείου Πάγου βουλή. Εβδόμη δε και μετά ταύτην είναι εκείνη την οποίαν και ο Αριστείδης μεν υπέδειξεν, επραγματοποίησε δε ο Εφιάλτης με την κατάργησιν της εξουσίας του Αρείου Πάγου· κατά την οποίαν συνέβησαν και πολλά σφάλματα της πόλεως ως προς την ηγεμονίαν της θαλάσσης εξ αιτίας των δημαγωγών. Ογδόη δε υπήρξεν η πολιτική κατάστασις των τετρακοσίων. Και κατόπιν αυτής ενάτη η δημοκρατία πάλιν. Δεκάτη δε υπήρξεν η των τριάκοντα και η των δέκα τυραννική εξουσία. Ενδεκάτη δε η μετά την κάθοδον εκ Φυλής και εκ Πειραιώς, από της οποίας απορρέει το πολίτευμα έως τώρα, ολοένα πλειότερον παρέχουσα την εξουσίαν εις το πλήθος.
Διότι όλων των πολιτικών πραγμάτων κύριον έκαμεν ο λαός τον εαυτόν του και όλα διοικούνται διά ψηφισμάτων και διά δικαστηρίων, εις τα οποία η λαϊκή τάξις έχει την υπεροχήν. Διότι και η νομοθετική δικαιοδοσία της βουλής μετεφέρθη εις την συνέλευσιν του λαού (160) · και τούτο φαίνεται ότι ορθώς (οι Αθηναίοι) πράττουσι· διότι πλέον εύκολα διαφθείρονται οι ολίγοι παρά οι πολλοί διά της παροχής κέρδους ή χαρίτων.
Παροχήν δε μισθού εις τους συνερχομένους εις εκκλησίαν του δήμου κατ' αρχάς μεν απεφάσισαν να μη κάμουν επειδή δε δεν συνηθροίζοντο εις την εκκλησίαν, αλλ' υπήρχεν ανάγκη να σοφίζωνται πολλά οι πρυτάνεις διά να συναθροίζεται το πλήθος το επαρκούν διά να είναι έγκυρος η δι' ανυψώσεως των χειρών ψηφοφορία ( 161) , πρώτον μεν ο Αγύρριος παρέσχεν ένα οβολόν (ως μισθόν εκάστου προσερχομένου), μετά δε τούτον ο Ηρακλείδης ο Κλαζομένιος (162) , ο επονομαζόμενος βασιλεύς παρέσχε δύο οβολούς, πάλιν δε ο Αγύρριος τριώβολον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟN ΙΖ'. ΕΓΓΡΑΦΗ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΩΝ — ΕΦΗΒΙΑ (163)
Η σημερινή δε κατάστασις της πολιτείας είναι κατά τον εξής τρόπον:
Μετέχουσι μεν των πολιτικών δικαιωμάτων όσοι έχουν γεννηθή από αμφοτέρους τους γονείς των πολίτας· εγγράφονται δε εις τον κατάλογον των δημοτών όταν έχουν ηλικίαν δεκαοκτώ ετών. Όταν δε εγγράφωνται ούτοι, ψηφίζουν περί αυτών οι ήδη δημόται ενόρκως, πρώτον μεν εάν πιστεύουν ότι έχουν την υπό του νόμου οριζομένην ηλικίαν, και αν δεν γίνη πιστευτόν ότι έχουν αυτήν, επιστρέφουν εις την τάξιν των παίδων· δεύτερον δε εάν καθένας απ' αυτούς είναι και έχη γεννηθή ελεύθερος σύμφωνα με τον νόμον έπειτα δε εάν μεν δώσουν αρνητικήν ψήφον ( 164) , ότι δηλαδή δεν είναι ένας ελεύθερος, αυτός μεν εφεσιβάλλει (165) την απόφασιν εις το δικαστήριον, οι δε δημόται εκλέγουν πέντε εξ αυτών άνδρας ίνα υποστηρίξουν την κατηγορίαν, και αν μεν δεν γίνη δεκτόν ότι έχει δίκαιον να εγγραφή πολίτης, πωλεί αυτόν η πόλις (ως δούλον)· αν δε κερδήση την δίκην (166) αναγκαστικώς εγγράφουν αυτόν (εις το μητρώον των πολιτών) οι δημόται. Μετά δε ταύτα εξελέγχει (167) τον κατάλογον των εγγραφέντων η βουλή και, αν κανείς εξ αυτών λογισθή τότε νεώτερος των δεκαοκτώ ετών, επιβάλλει (η βουλή) πρόστιμον (168) εις τους πολίτας, οι οποίοι τον ενέγραψαν. Όταν δε υποστώσι τον τοιούτον έλεγχον οι έφηβοι, τότε κατά φυλάς συναθροισθέντες οι πατέρες των εκλέγουν κατόπιν ορκωμοσίας τρεις εκ καθεμιάς φυλής (169) έχοντας ηλικίαν άνω των τεσσαράκοντα ετών, εκείνους τους οποίους ήθελαν κρίνη ως τους καλλιτέρους και πλέον καταλλήλους διά να αναλάβωσι την επίβλεψιν των εφήβων, εξ αυτών δε ο δήμος εκλέγει διά χειροτονίας ένα από κάθε φυλήν ως σωφρονιστήν και κοσμητήν επί όλων εν γένει (170) . Παραλαβόντες δε ούτοι όλους ομού τους εφήβους, πρώτον μεν περιέρχονται μετ' αυτών τα ιερά (171) , έπειτα μεταβαίνουν μαζί τους εις Πειραιά και τους εγκαθιστώσιν φρουρούς άλλους μεν εις την Μουνυχίαν, άλλους δε εις την Ακτήν. Εκλέγει δε διά χειροτονίας ο δήμος και δύο παιδαγωγούς δι' αυτούς και διδασκάλους, οι οποίοι τους διδάσκουν να οπλομαχώσι, να τοξεύωσι, ν' ακοντίζωσι και να χειρίζωνται τον καταπέλτην (172) .
Δίδει δε η πολιτεία και διά τροφήν εις μεν τους σωφρονιστάς μίαν δραχμήν εις καθένα, εις δε τους εφήβους τέσσαρας οβολούς εις καθένα. Ο δε σωφρονιστής λαμβάνων τα χρήματα τα προωρισμένα διά τους εφήβους της ιδικής του φυλής ο καθένας, αγοράζει τα αναγκαιούντα εις όλους από κοινού (διότι έχουν συσσίτιον κατά φυλάς) και φροντίζει αυτός δι' όλα τα άλλα.
Και το μεν πρώτον έτος τοιουτοτρόπως διάγουν· το δε επόμενον έτος, όταν γίνη εκκλησία (173) του δήμου εις το θέατρον, επιδείξαντες οι έφηβοι ενώπιον του δήμου την εξάσκησιν αυτών εις τα στρατιωτικά (174) και παρά της πόλεως λαβόντες ασπίδα και δόρυ καθίστανται φύλακες περίπολοι εις την χώραν και μένουσιν ως σκοποί εις τα φρούρια. Υπηρετούσι δε ως φρουροί κατά τα δύο έτη φορούντες χλαμύδας και είναι καθ' όλα αφορολόγητοι· και ούτε ενάγουσιν ούτε ενάγονται εις τα δικαστήρια (175) , διά να μη υπάρχη πρόφασις απουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί κληρονομικής υποθέσεως και περί επικλήρου, η εάν λόγω καταγωγής ανατεθή εις κανένα εξ αυτών ιερατικόν αξίωμα. Όταν δε περάσουν τα δύο έτη, προσέρχονται πλέον εις την τάξιν όλων των άλλων πολιτών.
Τα μεν λοιπόν αφορώντα εις την εγγραφήν των πολιτών και εις τους εφήβους τοιουτοτρόπως έχουσι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'. ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
Όλα δε τα αξιώματα, τα αναγόμενα εις την συνήθη διοίκησιν παρέχονται διά κλήρου, εκτός του ταμίου των στρατιωτικών και των ταμιών διά τα θεωρικά χρήματα και του επιμελητού των κρηνών της υδρεύσεως. Εις δε τα αξιώματα ταύτα διορίζουσι ψηφοφορούντες διά χειροτονίας και οι χειροτονηθέντες άρχοντες είναι από της εορτής των Παναθηναίων έως την επομένην εορτήν των Παναθηναίων. Διά χειροτονίας δε εκλέγουν και όλους τους διά τον πόλεμον άρχοντας.
Η δε βουλή απαρτίζεται διά κλήρου εκ πεντακοσίων πενήντα από κάθε φυλήν. Έχει δε την πρυτανείαν (176) , ιδιαιτέρως κάθε φυλή κατά σειράν όπως ήθελον έλθη διά κλήρου, αι μεν πρώται τέσσαρες, τριάντα έξ ημέρας η καθεμία, αι δε κατόπιν έξ, τριάντα πέντε ημέρας η καθεμία. Διότι το έτος υπολογίζουν σεληνιακόν. Εκείνοι δε εξ αυτών οι οποίοι είναι πρυτάνεις πρώτον μεν συντηρούνται διά συσσιτίου (παρεχομένου υπό της πόλεως) εις την Θόλον, (177) μισθοδοτούμενοι υπό της πόλεως, δεύτερον δε είναι επιφορτισμένοι να προσκαλώσιν εις συνέλευσιν την βουλήν και τον λαόν· την μεν βουλήν κάθε ημέραν, εκτός εάν είναι ημέρα εορτής, τον δε λαόν τέσσαρας φοράς εις καθεμίαν πρυτανείαν. Και όσα πρέπει να συζητήση η βουλή και ό,τι ειδικώς εις καθεμίαν ημέραν και πού να συνέλθη, ούτοι (οι πρυτάνεις) τα προδιορίζουν· προδιορίζουν δε ούτοι και τας συνελεύσεις του λαού· μιαν μεν συνέλευσιν κυρίαν κατά την οποίαν είναι ωρισμένον να αποφαίνωνται διά χειροτονίας ως προς την κυβέρνησιν, εάν δηλαδή καλώς κυβερνά, και να συσκέπτωνται διά τον σιτισμόν και διά την φρούρησιν της χώρας· και τας μηνύσεις διά πολιτικά εγκλήματα (178) την ημέραν εκείνην οφείλουν να κάμνουν οι θέλοντες και αι απογραφαί των δημευομένων κτημάτων (179) πρέπει να αναγινώσκωνται και αι λογοδοσίαι επί κληρονομικών υποθέσεων και επί της διαχειρίσεως κληρονομικών περιουσιών γυναικών ανυπάνδρων, (180) διά να μη διαφεύγη την γνώσιν κανενός τίποτε απροστάτευτον (181) . Εις τον καιρόν δε της έκτης πρυτανείας ομού με τα ειρημένα (η συνέλευσις του λαού) διά χειροτονίας ψηφίζει περί της οστρακοφορίας (182) , εάν πρέπη να ενεργηθή τοιαύτη ή μη, και περί επιβολής ποινών περιουσιακών (183) εις συκοφάντας Αθηναίους και μετοίκους, έως τρεις από καθεμίαν εκ των δύο τούτων τάξεων (184) , και περί κατηγορίας εναντίον τινός, ο οποίος τυχόν υπεσχέθη τι εις τον δήμον και δεν το εξετέλεσεν. Άλλη δε συνέλευσις είναι διά τας αιτήσεις, εις την οποίαν υποβάλλει αίτησιν οποίος θέλει δι' όσα τυχόν θέλει και ιδιωτικής και δημοσίας φύσεως να ομιλήση προς τον δήμον (185) . Αι δε δύο άλλαι πρυτανικοί συνελεύσεις είναι περί των άλλων δημοσίων υποθέσεων· εις αυτάς δε ορίζουσιν οι νόμοι να συζητούνται εις καθεμίαν τρία μεν ζητήματα αφορώντα εις τα ιερά, τρία δε αφορώντα εις αποστολάς κηρύκων και πρεσβείας και τρία αφορώντα εις τα όσια (186) . Συζητούσι δε και αποφασίζουσι κάποτε χωρίς να προηγηθή διά χειροτονίας ψηφοφορία περί εισαγωγής του ζητήματος (187) . Παρουσιάζονται δε και οι κήρυκες εις τους πρυτάνεις πρώτον (188) · και οι φέροντες (προς τον δήμον Αθηναίων) επιστολάς εις τούτους τας επιδίδουσιν (189) .
Υπάρχει δε επόπτης (αρχηγός) των πρυτάνεων (190) ένας διά κλήρου εκλεγόμενος· αυτός δε εποπτεύει νύκτα και ημέραν και δεν επιτρέπεται ούτε διά περισσότερον καιρόν ούτε δύο φοράς να χρηματίση ο ίδιος. Φυλάττει δε ούτος και τας κλείδας των ιερών κτιρίων, όπου υπάρχουν τα χρήματα και τα έγγραφα της πόλεως, και την δημοσίαν σφραγίδα· και αυτός να μένη εις την Θόλον είναι επιβεβλημένον καθώς και τρεις ακόμη των πρυτάνεων, εκείνοι τους οποίους αυτός ήθελεν ορίση. Και όταν συγκαλέσουν οι πρυτάνεις την βουλήν ή τον δήμον, ούτος διά κλήρου ορίζει εννέα προέδρους, ένα από κάθε φυλήν, πλην εκείνης η οποία έχει την πρυτανείαν, και εκ των εννέα τούτων ένα επόπτην, και παραδίδει εις αυτούς το πρόγραμμα (της ημερησίας διατάξεως) διά την συνέλευσιν· αυτοί δε παραλαβόντες το πρόγραμμα και διά την τήρησιν της τάξεως φροντίζουν και υποβάλλουν τα ζητήματα επί των οποίων θα γίνη συζήτησις και αποφαίνονται διά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας διά χειροτονίας και όλα τα άλλα διοικούσι και εξουσίαν έχουν να διαλύσουν την συνέλευσιν. Και να είναι τις επόπτης δεν επιτρέπεται παρά μίαν φοράν το έτος, να γίνη δε πρόεδρος (μιας φυλής) επιτρέπεται μίαν φοράν εις κάθε πρυτανείαν.
Διενεργούσι δε (οι πρυτάνεις) και αρχαιρεσίας στρατηγών και αρχηγών του ιππικού και των άλλων πολεμικών αξιωμάτων υπό της συνελεύσεως του δήμου σύμφωνα με τας εν αυτή αποφάσεις του λαού. Διενεργούσι δε τας αρχαιρεσίας οι μετά την έκτην πρυτανείαν πρυτανεύοντες, εκείνοι επί της αρχής των οποίων οι οιωνοί θα εφαίνοντο ευνοϊκοί προς τούτο (191) . Είναι δε ανάγκη να προηγηθή προκαταταρκτική της βουλής απόφασις (192) και περί τούτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Η δε βουλή εις προγενεστέραν εποχήν είχεν εξουσίαν και χρηματικήν ποινήν να επιβάλη και δεσμά και θάνατον (193) · και ότε αυτή έφερεν εις τον δήμιον κάποιον Λυσίμαχον, ο οποίος εκάθητο ήδη επί του εδωλίου της θανατικής εκτελέσεως και επρόκειτο να φονευθή, ο Ευμηλίδης ο εκ του δήμου Αλωπεκής απέσπασεν αυτόν λέγων ότι κανείς δεν πρέπει χωρίς δικαστικήν διαδικασίαν (194) να θανατώνεται· και με το να γίνη ούτω δίκη ενώπιον του δικαστηρίου ο μεν Λυσίμαχος απηλλάγη (195) και έλαβε παρωνύμιον «ο από του τυπάνου» (196) , ο δε δήμος αφήρεσεν από την βουλήν το δικαίωμα του να καταδικάζη εις θάνατον και εις δεσμά και εις χρηματικήν ποινήν και έκαμεν νόμον ότι: αν η βουλή καταδικάση τινά ως υποπεσόντα εις αδίκημα ή του επιβάλλη πρόστιμον, τας τοιαύτας καταδίκας και χρηματικάς ποινάς να υποβάλλουν προς έγκρισιν οι θεσμοθέται εις το δικαστήριον και ό,τι οι δικασταί ήθελαν ψηφίση, τούτο να έχη οριστικήν ισχύν (197) .
Κρίνει δε η βουλή τα της διαχειρίσεως των αξιωμάτων, των περισσοτέρων, κυρίως δε των αφορώντων εις χρηματικήν διαχείρισιν· η απόφασις δε αυτής δεν είναι τελεσίδικος, αλλά υπόκειται εις έφεσιν προ του δικαστηρίου. Έχουν δε δικαίωμα και οι ιδιώται να υποβάλουν καταγγελίαν εναντίον οιασδήποτε αρχής ήθελον, ότι δεν ασκείται νομίμως· έφεσις δε και επί τούτων χωρεί εις το δικαστήριον, εάν η βουλή ήθελε καταδικάση.
Ενεργεί δε και τον έλεγχον (198) των βουλευτών οι οποίοι κατά το επόμενον έτος θ' ασκήσωσι το βουλευτικόν αξίωμα, προς δε και των εννέα αρχόντων. Και πρότερον μεν είχεν εξουσίαν να αποκλείση (τινά εκ των αξιωμάτων τούτων), τώρα δε και ως προς αυτά χωρεί έφεσις εις το δικαστήριον.
Ως προς ταύτα μεν λοιπόν δεν έχει εξουσίαν ν' αποφασίζη τελεσιδίκως η βουλή (199) . Αποφασίζει δε προηγουμένως (200) περί των ζητημάτων, τα οποία θα υποβληθούν εις την κρίσιν της εκκλησίας του δήμου και δεν επιτρέπεται τίποτε μη προεψηφισμένον υπό της βουλής ουδέ καν ό,τι ήθελον υποβάλη προς συζήτησιν γραπτώς οι πρυτάνεις να ψηφίση η εκκλησία του δήμου· διότι ακριβώς ως προς αυτά κατ' αυτόν τον τρόπον ο επιτυχών τοιαύτην υπό του δήμου ψήφισιν καθίσταται ένοχος παρανόμου υποβολής νομοσχεδίου. (201)
Έχει δε η βουλή και την επιμέλειαν των ναυπηγημένων πλοίων και των σκευών και των ναυστάθμων και ενεργεί την ναυπήγησιν νέων τριήρεων και τετρήρεων (202) , όποιον εκ των δύο τούτων ειδών (πολεμικών πλοίων) διά χειροτονίας αποφασίση ο δήμος και σκεύη δι' αυτά και ναυστάθμους (203) · διά χειροτονίας δε ο λαός ορίζει αρχιτέκτονας διά τα πλοία. Αν δε δεν παραδώσουν ταύτα τελείως ναυπηγημένα εις την νέαν βουλήν, δεν επιτρέπεται να λάβωσιν αυτοί (οι παλαιοί βουλευταί) την επί τούτω παρεχομένην δωρεάν διότι οι βουλευταί της μετέπειτα βουλής την λαμβάνουν. Κατασκευάζει δε τας τριήρεις εκλέγουσα δέκα άνδρας εκ του βουλευτικού σώματος τριηροποιούς. Έχει δε την επίβλεψιν και των δημοσίων κτιρίων όλων και, αν νομίση ότι αδικεί τις τα δημόσια, καταγγέλλει αυτόν εις τον δήμον και, όταν τον καταδικάση ο δήμος, παραπέμπει αυτόν εις το δικαστήριον.
Μετέχει δε της διοικήσεως και των άλλων αρχών ως προς τα πλείστα. Διότι πρώτον μεν οι ταμίαι της Αθηνάς είναι μεν δέκα, κληρώνεται δε ένας από κάθε φυλήν εκ της τάξεως των πεντακοσιομεδίμνων σύμφωνα με τον νόμον του Σόλωνος (διότι ακόμη έχει κύρος ο νόμος), γίνεται δε άρχων ο κληρωθείς ακόμη και αν είναι πολύ πτωχός. Παραλαμβάνουν δε και το άγαλμα της Αθηνάς και τας Νίκας (204) και τα άλλα κειμήλια και τα χρήματα ενώπιον της βουλής.
Υπάρχουν ακόμη οι δέκα πωληταί, διά κλήρου δε λαμβάνονται ένας από κάθε φυλήν· παρέχουν δε εις μίσθωσιν ούτοι όλα τα μισθώματα και πωλούσι τα μέταλλα και τους παρεχομένους εις μίσθωσιν φόρους, (συνεργαζόμενοι προς τούτο) με τον ταμίαν των στρατιωτικών χρημάτων και με τους εκλεγομένους ταμίας του θεωρικού χρήματος, ενεργούντες τας μισθώσεις ενώπιον της βουλής και κατακυρούσιν εις όποιον η βουλή ήθελε ψηφίση· ομοίως και τα προς πώλησιν μέταλλα και τα διά κατεργασίαν και τα πωλούμενα (προς εξόρυξιν από της γης) διά τρία έτη (205) και τα παρεχόμενα εις μίσθωσιν (206) διά . . . έτη. Και τας περιουσίας των καταδικαζομένων υπό του Αρείου Πάγου και των άλλων (του Δημοσίου χρεωστών) πωλούσιν ενώπιον της βουλής, κάμνουν δε την κατακύρωσιν της πωλήσεως οι εννέα άρχοντες. Και τους φόρους τους μισθουμένους (εις ιδιώτας) ετησίως, αναγράφοντες εις ασπρισμένους πίνακας (207) και τον μισθωτήν και όσα έχει μισθώση, παραδίδουν εις την βουλήν. Αναγράφουν δε εις δέκα πίνακας χωριστά μεν εκείνους οι οποίοι υποχρεούνται να καταβάλλουν (φόρον) εις καθεμίαν πρυτανείαν, χωριστά δε εκείνους οι οποίοι υποχρεούνται να καταβάλουν τρις φοράς το έτος, συντάσσοντες πίνακας κατά την καταβολήν του καθενός, χωριστά δε καταγράφουν εκείνους όσοι υποχρεούνται να καταβάλλουν επί της ενάτης πρυτανείας (208) . Καταχωρίζουσι δε εις πίνακας και τα κτήματα και τας οικίας, όσα έχουν απογραφή και πωληθή δικαστικώς. Διότι και ταύτα πωλούσιν αυτοί. Υποχρεούται δε ο αγοραστής των μεν οικιών εντός πέντε ετών να καταβάλη το τίμημα, των δε κτημάτων εντός δέκα ετών. Πληρώνουν δε αυτά επί της ενάτης πρυτανείας.
Καταθέτει δε και ο άρχων βασιλεύς τας μισθώσεις των κτημάτων των ανηκόντων εις ιερά καθιδρύματα (209) , αναγράφων αυτάς εις ασπρισμένους πίνακας. Είναι δε και τούτων η μίσθωσις διά δέκα έτη, πληρώνεται δε επί της ενάτης πρυτανείας· διό και πολλά χρήματα εισπράττονται επί της πρυτανείας αυτής.
Κατατίθενται μεν λοιπόν εις την βουλήν οι πίνακες περιέχοντες καθεμίαν καταβολήν κατά τάξιν, φυλάττει δε αυτούς ο δημόσιος δούλος· όταν δε έρχεται η προθεσμία πληρωμής χρημάτων, παραδίδει αυτούς τους ιδίους πίνακας εις τους αποδέκτας, αφού τους ξεκρεμάση από τα επιστύλια, εκείνους δηλαδή τους πίνακας των οποίων τα χρήματα είναι πληρωτέα την ιδίαν αυτήν ημέραν και αποσβεστέα. Οι δε άλλοι πίνακες (οφειλών προς το Δημόσιον) μένουν χωριστά αποτεθειμένοι διά να μη προαποσβεσθούν.
Είναι δε αποδέκται (210) δέκα, κληρωμένοι κατά φυλάς· ούτοι δε παραλαμβάνοντες τους πίνακας απαλείφουν τα καταβαλλόμενα χρήματα ενώπιον της βουλής εις το βουλευτήριον και πάλιν αποδίδουν τους πίνακας εις τον δημόσιον δούλον· και αν κανείς δεν πληρώση εκεί (ενώπιον της βουλής) σημειούται επί του πίνακος και υποχρεούται να καταβάλη διπλάσιον το καθυστερούμενον ή να φυλακισθή· και τα ούτω οφειλόμενα έχει εξουσίαν η βουλή να εισπράττη και προς τούτο να φυλακίζη κατά τους νόμους. Την μεν πρώτην ημέραν της πρυτανείας δέχονται τας πληρωμάς και διανέμουν (τα εισπραττόμενα ποσά) εις τας αρχάς της πόλεως, την δε επομένην και την διανομήν καταγράψαντες εις σανίδα υποβάλλουν και αναρτώσιν εις το βουλευτήριον και αναφέρουν προς την βουλήν εάν τις γνωρίζη τινά αδικούντα κατά την διανομήν ή άρχοντα ή ιδιώτην και εκδίδουν γνωμοδοτήσεις, εάν τις φαίνεται εις αυτούς ότι αδικεί εις τι.
Εκλέγουσι δε διά κλήρου εκ του σώματος αυτών οι βουλευταί και δέκα λογιστάς, οι οποίοι θα κάμουν με τας αρχάς τους λογαριασμούς κάθε πρυτανείας. Επίσης δε διά κλήρου εκλέγουν ευθύνους (211) ένα από κάθε φυλήν και δύο παρέδρους δι' έκαστον εκ των ευθύνων, εις τους οποίους είναι υποχρέωσις να συνεδριάζωσι διά τας μηνύσεις (212) (καθένας των ευθύνων ομού μετά των δύο παρέδρων) διά κάθε φυλήν χωριστά ενώπιον του επωνύμου άρχοντος και εάν κανείς θέλη να προσκαλέση κανένα εις λογοδοσίαν είτε ιδιωτικής είτε δημοσίας διαχειρίσεως, εντός τριών ημερών αφ' ότου έδωκε λογοδοσίαν, γράψας εις πίνακα ασπρισμένον το όνομα και το ιδικόν του και το του μηνυομένου και το αδίκημα διά το οποίον καταγγέλλει και καθορίσας υπ' ευθύνην του το πληρωτέον ποσόν, εγχειρίζει (τον πίνακα) εις τον εύθυνον. Ούτος δε λαβών αυτόν και αναγνώσας, αν αποδεχθή την μήνυσιν, παραδίδει τας μεν ιδιωτικάς υποθέσεις εις τους δικαστάς κάθε δήμου αναλόγως με την φυλήν εις την οποίαν ανήκουσιν οι μηνυόμενοι, τας δε υποθέσεις του Δημοσίου αναφέρει γραπτώς εις τους θεσμοθέτας. Οι δε θεσμοθέται, εφ' όσον ήθελον παραλάβη τοιουτοτρόπως, εισάγουσιν επίσης και την υπόθεσιν αυτήν λογοδοσίας (213) εις το δικαστήριον, ό,τι δε αποφασίσουν οι δικασταί, τούτο είναι τελεσίδικον (214) .
Κάμνει δε επιθεώρησιν (215) και των ίππων η βουλή και, αν μεν κανείς πλούσιος ων καλόν ίππον φαίνεται να συντηρή κακώς, εις αυτόν επιβάλλει ως πρόστιμον την εξ ιδίων παρ' άλλου συντήρησιν (216) (του ίππου)· εις δε τους ίππους, οι οποίοι δεν ημπορούν να τρέχουν και δεν είναι ικανοί να μένουν εις παράταξιν, αλλά φεύγουν (217) , χαράσσουν σφραγίδα επί της γνάθου και ο υποστάς το σφράγισμα τούτο ίππος δεν είναι μάχιμος (218) . Εξετάζει δε και τους προδρόμους ίππους (219) , ποίοι δηλαδή φαίνονται να είναι ικανοί να προπορεύωνται και αν κανένα εξ αυτών ψηφίση ως ανίκανον, υποβιβάζεται ούτος. Επιθεωρεί δε και τους βοηθούς ιππείς (220) και όποιον ήθελε καταψηφίση, αυτός παύει να μισθοδοτήται· τους ιππείς δε καταγράφουν εις τον κατάλογον οι καταλογείς, ήτοι δέκα άνδρες, εκείνοι τους οποίους ο δήμος ήθελε διά χειροτονίας ορίση· όσους δε αυτοί εγγράφουν εις τον κατάλογον τους παραδίδουν εις τους ιππάρχους και εις τους φυλάρχους, ούτοι δε παραλαβόντες τον κατάλογον τον υποβάλλουν εις την βουλήν, και (οι της βουλής) ανοίξαντες τον πίνακα, εις των οποίον είναι γραμμένα τα ονόματα των ιππέων, εκείνους μεν εκ των πρότερον εις αυτόν γραμμένων, οι οποίοι ενόρκως βεβαιώνουν ότι δεν είναι κατά το σώμα δυνατοί να ιππεύουν, τους σβύνουν από τον πίνακα, τους δε περιληφθέντας εις τον νέον κατάλογον προσκαλούσι και, αν μεν κανείς απ' αυτούς ενόρκως βεβαιώση ότι δεν δύναται είτε διά σωματικούς είτε διά περιουσιακούς λόγους να είναι ιππεύς, απαλάττουν αυτόν, δι' όποιον δε ουχί ενόρκως βεβαιώση αδυναμίαν ψηφίζουν διά χειροτονίας οι βουλευταί, ποίον εκ των δύο, είναι ικανός να ιππεύη ή όχι· και αν μεν τον ψηφίσουν ικανόν, εγγράφουν αυτόν εις τον πίνακα, ειδεμή, και αυτόν απαλάττουν.
Έκρινε δε άλλοτε η βουλή και τας προμηθείας τας αναγομένας εις τον πέπλον (221) της Αθηνάς, τώρα δε αποφαίνεται δι' αυτάς το δικαστήριον, όποιον ήθελε τύχη· διότι επιστεύθη ότι αυτοί (οι βουλευταί) εχαρίζοντο εις τας αποφάσεις των. Και διά την διακόσμησιν των Νικών (222) και διά τα βραβεία τα παρεχόμενα εις την εορτήν των Παναθηναίων έχει μαζί με τον ταμίαν των στρατιωτικών την επιμέλειαν η βουλή.
Κάμνει δε και επιθεώρησιν των ανικάνων η βουλή· διότι υπάρχει νόμος ο οποίος ορίζει ότι, τους έχοντας περιουσίαν μικροτέραν των τριών μνων και έχοντας σωματικάς βλάβας, ώστε να μη δύνανται να κάμνουν κανέν έργον, τους εξετάζει μεν η βουλή, δίδει δε εκ του δημοσίου ταμείου διά τροφήν δύο οβολούς την ημέραν εις καθένα. Και ταμίας διά κλήρου εκλεγόμενος υπάρχει δι' αυτούς.
Μετέχει δε (η βουλή) της διοικήσεως και των άλλων δημοσίων διαχειρίσεων κατά τα πλείστα δυνατόν ειπείν.
Τα μεν λοιπόν υπαγόμενα εις την δικαιοδοσίαν της βουλής είναι ταύτα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'. ΕΤΗΣΙΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΑΙ ΑΡΧΑΙ ΚΛΗΡΩΤΑΙ
Εκλέγονται δε διά κλήρου και επισκευασταί των ιερών δέκα άνδρες, οι οποίοι λαμβάνοντες τριάκοντα μνας παρά των ταμιών πληρωμής επισκευάζουν τα ιερά ιδρύματα, τα έχοντα μεγαλυτέραν ανάγκην επισκευής. Και αστυνόμοι εκλέγονται δέκα· εξ αυτών δε πέντε μεν ασκούσι την εξουσίαν των εις τον Πειραιά, πέντε δε εις την πόλιν, και τας αυλητρίδας και τας αοιδούς και τας κιθαριστρίας αυτοί επιβλέπουν, ίνα μη πληρώνωνται περισσότερον από δύο δραχμάς και, αν πολλοί θέλουν την ιδίαν να λάβουν, ούτοι θέτουν κλήρον και μισθώνεται αυτή εις όποιον λάχη ο κλήρος. Και επιβλέπουν όπως κανείς από τους οδοκαθαριστάς (κοπρολόγους) αποθέτη τας συλλεγομένας ακαθαρσίας εντός αποστάσεως δέκα σταδίων από του τείχους (223) . Και εμποδίζουν να εγείρωνται οικοδομαί επί των οδών και ξύλινοι εξώσται να επεκτείνωνται υπεράνω των οδών (224) και να κατασκευάζωνται οχετοί μετέωροι έχοντες εκροήν εις την οδόν και να γίνωνται θύραι ανοιγόμεναι προς την οδόν (225) . Και τους αποθνήσκοντας εις τους δρόμους σηκώνουν, έχοντες (προς τούτο) δημοσίους υπηρέτας.
Διά κλήρου δε εκλέγονται και αγορανόμοι (226) , πέντε μεν εις τον Πειραιά, πέντε δε εις την πόλιν. Εις αυτούς δε υπό των νόμων επιβάλλεται να επιβλέπουν τα πωλούμενα τρόφιμα όλα, διά να πωλούνται καθαρά και γνήσια.
Διά κλήρου δε εκλέγονται και μετρονόμοι, πέντε μεν εις την πόλιν, πέντε δε εις τον Πειραιά· και ούτοι έχουν την επίβλεψιν όλων των μέτρων και των σταθμών διά να τα μεταχειρίζωνται δικαίως οι πωληταί.
Υπήρχαν δε και σιτοφύλακες διά κλήρου εκλεγόμενοι, πέντε μεν εις τον Πειραιά, πέντε δε εις την πόλιν, τώρα δε είκοσι μεν εις την πόλιν, δεκαπέντε δε εις τον Πειραιά. Ούτοι δε φροντίζουν πρώτον μεν όπως ο εις την αγοράν αποκείμενος σίτος πωλείται δικαίως, έπειτα δε όπως οι μυλωθροί πωλούν τα άλευρα σύμφωνα με τας τιμάς των κριθών, και οι αρτοπώλαι σύμφωνα με τας τιμάς των αλεύρων πωλούν τους άρτους, και ορίζοντες τα ζύγια του άρτου όπως ούτοι (οι σιτοφύλακες) τάξουν· διότι ο νόμος προστάζει ούτοι να κάμνουν την διατίμησιν.
Διά κλήρου δε λαμβάνουν δέκα επιμελητάς εμπορίου· εις αυτούς δε επιβάλλεται και να επιβλέπουν τας εμπορικάς αγοράς (227) και ν' αναγκάζουν τους εμπόρους να φέρουν εις την πόλιν τα δύο τρίτα του σίτου ο οποίος φθάνει διά θαλάσσης εις το σιτεμπόριον.
Διορίζουν δε διά κλήρου και τους ένδεκα, οι οποίοι έχουν την επιστασίαν των φυλακισμένων και οι οποίοι δικαιούνται τους κλέπτας και τους άρπαγας ανθρώπων (προς πώλησιν) (228) και τους λωποδύτας, αν μεν ομολογούν την ενοχήν, να καταδικάζουν εις θάνατον, εάν δε την αρνούνται, να τους εισάγουν εις το δικαστήριον και αν μεν αθωωθούν, να τους αφήνουν ελευθέρους, ειδεμή, να θανατώνουν αυτούς (229) . Και τα προς αναγκαστικήν πώλησιν απογραφόμενα κτήματα και οικίας αυτοί (είναι εντεταλμένοι) να τα δηλώσουν εις το δικαστήριον και, όσα ήθελον καταλογισθή ως δημευμένα, να παραδίδουν εις τους πωλητάς και να είναι εισηγηταί των μηνύσεων επί παραβάσει πολιτικών νόμων (230) . Τινών δ' εξ αυτών εισηγηταί είναι και οι θεσμοθέται.
Εκλέγονται δε διά κλήρου και εισαγωγείς (εισαγγελείς) πέντε άνδρες, οι οποίοι προ του δικαστηρίου εισάγουν τας δίκας όσαι δέον να εκδικασθούν εντός του μηνός (231) , ένα ανά δύο φυλάς. Είναι δε εντός του μηνός δικαστέαι όσαι δίκαι αφορώσιν εις προίκα, εάν τις δηλαδή οφείλων τοιαύτην δεν καταβάλλη και αν τις δανεισθείς με συμφωνημένον τόκον δραχμής (232) (ένα τοις εκατόν κατά μήνα) καθυστερή και αν τις δι' εμπορικήν αιτίαν δανεισθείς παρά τινος χρεωστή (233) . Επίσης δε και αι δίκαι δι' αικίας και διά καθυστερήσεις οφειλής παρασχεθείσης φιλικώς και δι' υποθέσεις απορρεούσας εκ κοινωνικών χρεών και δι' αφορώσας εις αγοραπωλησίας δούλων και υποζυγίων (234) και εις τριηραρχίας και δι' υποθέσεις τραπεζιτικάς. Ούτοι μεν λοιπόν δικάζουσιν αυτάς εισάγοντες προ του δικαστηρίου εντός μηνός, οι δε ταμίαι επί των εισπράξεων επίσης τας υποθέσεις τας αφορώσας εις εισπράκτορας φόρων (235) και εναντίον εισπρακτόρων φόρων διά μεν τας μέχρι δέκα δραχμών αποφασίζοντες αυτοί οριστικώς, τας δε άλλας εισάγοντες εις το δικαστήριον προς εκδίκασιν εντός μηνός.
Εκλέγουν δε διά κλήρου και τους τεσσαράκοντα, τέσσαρας από κάθε φυλήν, εις τους οποίους αι άλλαι δίκαι ανατίθενται· οι οποίοι πρότερον μεν ήσαν τριάκοντα και περιερχόμενοι κατά δήμους εδίκαζον, μετά δε την ολιγαρχίαν των τριάκοντα έγιναν τεσσαράκοντα (236) . Και τας μεν υποθέσεις μέχρι δέκα δραχμών είχον δικαιοδοσίαν μόνοι των να δικάζουν, τας δε άνω του ποσού τούτου παραδίδουν εις τους διαιτητάς. Αυτοί δε παραλαβόντες την υπόθεσιν, εάν μεν δύνανται να διαλύσουν τας διαφοράς, αποφαίνονται· και αν μεν αρέσουν και εις τους δύο (διαδίκους) τα αποφασισθέντα και τ' αποδέχωνται, τελειώνει η δίκη. Εάν δε ένας των αντιδίκων κάμη έφεσιν εις το δικαστήριον, θέσαντες τας μαρτυρικάς καταθέσεις και τας αγωγάς (237) και τους σχετικούς νόμους μέσα εις δικαστικά κιβωτίδια (238) , χωριστά μεν τας του ενάγοντος, χωριστά δε τας του εναγομένου, και σφραγίσαντες οι ίδιοι τα κιβωτίδια και προσαρτήσαντες την γνωμοδότησιν του διαιτητού γραμμένην εις πίνακα (239) , παραδίδουν αυτά εις τους τέσσαρας, τους δικάζοντας την φυλήν του εναγομένου (240) . Ούτοι δε παραλαβόντες εισάγουν εις το δικαστήριον, τας μεν υποθέσεις μέχρι χιλίων δραχμών (241) ενώπιον διακοσίων ενός δικαστών, τας δε άνω των χιλίων ενώπιον τετρακοσίων ενός. Δεν επιτρέπεται δε ούτε νόμους ούτε αγωγάς (προκλήσεις) ούτε μαρτυρίας να προβάλλουν άλλας παρά τας του διαιτητού, εκείνας αι οποίαι είναι αποτεθειμέναι εις τα κιβωτίδια.
Διαιτηταί δε γίνονται όσοι είναι εξήκοντα ετών. Τούτο δε εξακριβούται εκ του υπολογισμού των επωνύμων αρχόντων (242) . Διότι είναι επώνυμοι δέκα μεν οι των φυλών, τεσσαράκοντα δύο δε οι των ηλικιών· οι δε έφηβοι εγγραφόμενοι (εις τον κατάλογον των πολιτών) πρότερον μεν ενεγράφοντο εις ασπρισμένους πίνακας και μαζί με τ' όνομά των εγράφοντο και ο άρχων (επώνυμος), επί της αρχοντίας του οποίου ενεγράφησαν, και ο επώνυμος ο υπάρξας το προηγούμενον έτος, τώρα δε εις στήλην χαλκήν αναγράφονται και είναι στημένη η στήλη προ του βουλευτηρίου πλησίον των επωνύμων. Λαβόντες δε τον τελευταίον (243) των επωνύμων οι τεσσαράκοντα μοιράζουν μεταξύ των τας διά διαιτησίας δίκας και διά λαχνού ορίζουσι ποίας καθείς θα δικάση· και είναι υπόχρεως καθείς όσας διά κλήρου λάβη διαιτησίας να εκκαθαρίζη. Διότι ο νόμος ορίζει ότι, εάν τις δεν γίνη διαιτητής όταν η ηλικία του έλθη, στερείται των πολιτικών του δικαιωμάτων, εκτός εάν τύχη να έχη άλλο τι αξίωμα το έτος εκείνο η αποδημή· ούτοι δε μόνον απαλλάσσονται της υποχρεώσεως. Επιτρέπεται δε να γίνεται και καταγγελία ενώπιον των διαιτητών, εάν κανείς ήθελεν αδικηθή υπό διαιτητού και, αν ούτος ήθελε καταδικασθή, ορίζουν οι νόμοι ν' αποστερήται των πολιτικών του δικαιωμάτων χωρεί δε και επί τούτων έφεσις. Κάμνουν δε χρήσιν των επωνύμων και διά τας εκστρατείας και, όταν κάμνουν επιστράτευσιν, ορίζουν από τίνος άρχοντος επωνύμου μέχρι τίνων καλούνται (οι πολίται) εις στράτευσιν.
Διά κλήρου δε εκλέγουν και τας εξής αρχάς· πέντε οδοποιούς, εις τους οποίους επιβάλλεται να επισκευάζουν τας οδούς έχοντες (προς τούτο) δημοσίους εργάτας και δέκα λογιστάς και αναπληρωτάς (244) τούτων δέκα, προς τους οποίους όλους υποχρεούνται οι διαχειρισθέντες τα αξιώματα να λογοδοτήσουν διότι αυτοί είναι οι μόνοι κάμνοντες λογαριασμούς με τους υπολόγους και εισάγοντες τας εκ της εξελέγξεως διαφοράς εις το δικαστήριον. Και αν μεν εξελέγξουν κανένα κλέπτοντα, οι δικασταί τον καταδικάζουν διά κλοπήν και το καταλογισθέν ποσόν πληρώνεται υπ' αυτού εις το δεκαπλάσιον· εάν δε ανακαλύψουν και καταδείξουν τινά λαβόντα δώρα, καταδικάζουν αυτόν οι δικασταί ως δωροδόκον (245) · πληρώνεται δε και η αξία των δώρων εις το δεκαπλάσιον· αν δε καταλογίσουν είς τινα αδικίαν, καταδικάζουν αυτόν δι' αδίκημα (246) , πληρώνεται δε τούτο απλούν, εάν ο υπόχρεως πληρώση προ της ενάτης πρυτανείας. Το δε δεκαπλούν δεν διπλασιάζεται (διά καθυστέρησιν πληρωμής).
Εκλέγουν δε διά κλήρου και γραμματέα της πρυτανείας, ο οποίος έχει την εποπτείαν των εγγράφων και φυλάττει τα γενόμενα ψηφίσματα και όλα τ' άλλα φροντίζει ν' αντιγράφωνται και παρακάθηται εις την βουλήν. Πρότερον μεν λοιπόν αυτός εξελέγετο διά χειροτονίας και τους πλέον ενδόξους και πλέον αξιοπίστους εψήφιζον· διότι και εις τας στήλας, πλησίον εις τας συμμαχίας και εις τους διορισμούς προξένων και εις τας απονομάς δικαιωμάτων πολίτου (εις ξένους) αυτός αναγράφεται· τώρα δε διορίζεται διά κλήρου. Διά κλήρου δε εκλέγεται και άλλος διά τους νόμους, ο οποίος παρακάθηται εις την βουλήν και φροντίζει και αυτός ν' αντιγράφωνται όλοι οι νόμοι. Εκλέγει δε διά χειροτονίας και ο δήμος γραμματέα, ούτος δε ουδεμίαν άλλην έχει δικαιοδοσίαν ειμή ν' αναγινώσκη.
Διά κλήρου δ' εκλέγονται και ιεροποιοί δέκα, οι επί των θυσιών ονομαζόμενοι, οι οποίοι και τα προς μαντείαν σφάγια θύουσι και, αν είναι ανάγκη να τελετουργήσωσι διά μαντείαν τινά, τελετουργούσι μετά των μάντεων (247) .
Διά κλήρου δε εκλέγουν και άλλους δέκα, τους λεγομένους ενιαυσίους, οι οποίοι και μερικάς θυσίας τελούσι και όλας τας εορτάς των πεντετηρίδων διοικούν πλην των Παναθηναίων. Είναι δε πεντετηρίδες μία μεν η (αποστολή) εις Δήλον, υπάρχει δε και επταετηρίς δι' εκεί, δευτέρα δε τα Βραυρώνια, τρίτη δε τα Ηράκλεια, τετάρτη δε τα Ελευσίνια, πέμπτη δε τα Παναθήναια· εκ των εορτών δε τούτων ουδεμία συμπίπτει με άλλην εις το αυτό έτος. Τώρα δε προσετέθησαν και τα Ηφαίστεια συσταθέντα επί της αρχοντίας του Κηφισοφώντος.
Εκλέγουν δε διά κλήρου και άρχοντα εις Σαλαμίνα και δήμαρχον εις Πειραιά, οι οποίοι και την εορτήν των Διονυσίων διοργανώνουν εις τα δύο μέρη και διορίζουν χορηγούς (248) . Εις την Σαλαμίνα δε και το όνομα του άρχοντος αναγράφεται (εις τα δημόσια έγγραφα).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'. ΟΙ ΕΝΝΕΑ ΑΡΧΟΝΤΕΣ
Αυταί μεν λοιπόν αι αρχαί εκλέγονται διά κλήρου και έχουν την διαχείρισιν των ειρημένων εξουσιών.
Οι δε ονομαζόμενοι εννέα άρχοντες κατά ποίον μεν τρόπον αρχικώς ανηγορεύοντο τοιούτοι έχει προλεχθή· τώρα δε διά κλήρου ορίζουν θεσμοθέτας μεν έξ και γραμματέα εις αυτούς, προς δε τούτοις ένα άρχοντα (επώνυμον) και ένα βασιλέα και ένα πολέμαρχον ιδιαιτέρως από καθεμίαν φυλήν. Υφίστανται δε ούτοι την εξέτασιν πρώτον μεν εις την βουλήν υπό των πεντακοσίων, πλην του γραμματέως· αυτός δε μόνον υπό του δικαστηρίου, καθώς όλοι οι άλλοι άρχοντες και οι διά κλήρου και οι διά ψήφου οριζόμενοι αναλαμβάνουσι το αξίωμά των κατόπιν δοκιμασίας· οι δε εννέα άρχοντες και ενώπιον της βουλής και κατόπιν ενώπιον του δικαστηρίου (υφίστανται την δοκιμασίαν). Και πρότερον μεν δεν εγίνετο άρχων εκείνος τον οποίον ήθελεν αποδοκιμάση η βουλή, τώρα δε χωρεί έφεσις ενώπιον του δικαστηρίου και τούτο τελεσιδίκως αποφαίνεται περί της δοκιμασίας (249) . Υποβάλλουν δε εις τον εξεταζόμενον τας (εξής) ερωτήσεις, πρώτον μεν: «ποίος είναι ο πατήρ σου και από ποίον δήμον και ποίος είναι ο πατήρ του πατρός σου και ποία είναι η μήτηρ σου και ποίος ο πατήρ της μητρός σου και από ποίον δήμον;» Κατόπιν δε (τον ερωτούν) εάν πατρώον θεόν έχη τον Απόλλωνα και θεόν της εστίας (250) τον Δία, και πού υπάρχουσιν εις αυτόν οι βωμοί ούτοι· έπειτα (ερωτούν) εάν έχη οικογενειακούς τάφους (251) και πού αυτοί ευρίσκονται· έπειτα εάν τους γονείς τιμά και τας προς την πατρίδα υποχρεώσεις εκτελή (252) και εις τας εκστρατείας εάν μετέσχεν. Όταν δε υποβάλουν (253) εις αυτόν τας ερωτήσεις αυτάς του λέγουν, «προσκάλεσε μάρτυρας τούτων». Όταν δε παράσχη τους μάρτυρας, απευθύνεται προς όλους η ερώτησις: «θέλει κανείς να απευθύνη κατηγορίαν εναντίον τούτου;» Και αν μεν υπάρχη κατήγορος κανείς, δίδοντες τον λόγον εις τον κατήγορον και εις τον κατηγορούμενον προς απολογίαν (254) , αφήνουσιν έπειτα τοιουτοτρόπως να εκδώση η ολομέλεια την απόφασιν, εάν μεν είναι η της βουλής δι' υψώσεως των χειρών, εάν δε το δικαστήριον διά ψηφοφορίας· εάν δε κανείς δεν θέλη να απευθύνη κατηγορίαν, ευθύς ενεργείται ψηφοφορία. Και πρότερον μεν ένας εψήφιζε, τώρα δε είναι ανάγκη όλοι να ψηφίζουν περί αυτών, ίνα εάν κανείς κακοήθης ων ήθελε διαφύγη από την κατηγορίαν ιδιωτών, να έχουν εξουσίαν οι δικασταί ν' αποκλείσουν αυτόν από το αξίωμα. Αφού δε υποστώσι τοιουτοτρόπως τον έλεγχον βαίνουν προς την πέτραν όπου είναι τα σφάγια (255) , επί της οποίας και οι διαιτηταί δίδοντες όρκον εκδίδουν τας διαιτητικάς αποφάσεις των και οι μάρτυρες δίδουν τας ενόρκους αυτών καταθέσεις· αναβάντες δε επάνω εις αυτήν (την πέτραν) ορκίζονται ότι με δικαιοσύνην θα διαχειρισθούν το αξίωμά των, και σύμφωνα με τους νόμους δεν θα δεχθούν δώρα διά το αξίωμά των και, αν λάβουν δώρον τι, να αφιερώσουν εξ ιδίων χρυσούν ανδριάντα. Απ' εκεί δε, ορκισθέντες, πηγαίνουν εις την Ακρόπολιν και πάλιν εκεί ορκίζονται τα ίδια και μετά ταύτα αναλαμβάνουν το αξίωμα.
Λαμβάνουν δε και παρέδρους και ο άρχων επώνυμος και ο βασιλεύς και ο πολέμαρχος, δύο καθένας των, όποιους καθένας των θέλει, και ούτοι υφίστανται έλεγχον υπό του δικαστηρίου πριν ή ασκήσουν την παρεδρείαν και δίδουν λογοδοσίαν αφού παρεδρεύσουν.
Και ο μεν άρχων επώνυμος, ευθύς άμα αναλάβη το αξίωμα, πρώτον μεν διά κήρυκος διαγγέλλει ότι όσα καθείς είχε, πριν αυτός ν' αναλάβη το αξίωμα, ταύτα να έχη και να διατηρή μέχρι τέλους του αξιώματός του· έπειτα εγκαθιστά τρεις χορηγούς των τραγωδιών, τους πλέον πλουσίους εξ όλων των Αθηναίων. Πρότερον δε διώριζε και πέντε χορηγούς διά τας κωμωδίας, τώρα δε ορίζουν αυτούς αι φυλαί. Έπειτα παραλαβών τους χορηγούς, τους οποίους φέρουν εις αυτόν αι φυλαί, τους προς εκγύμνασιν χορών εξ ανδρών, παίδων και κωμωδών διά τα Διονύσια (256) και τους εξ ανδρών και παίδων διά τα Θαργήλια (257) (είναι δε οι μεν διά τα Διονύσια κατά φυλάς, οι δε διά τα Θαργήλια ένας ανά δύο φυλάς και παρέχει τούτον διαδοχικώς η μία εκ των δύο φυλών) διενεργεί ως προς αυτούς τας αντιδόσεις (258) και εξετάζει τας αιτήσεις απαλλαγής (259) , εάν τις ή προβάλλη ότι έχει εκτελέση πρότερον την λειτουργίαν αυτήν, ή ότι είναι απαλλαγμένος, διότι έχει εκτελέση άλλην λειτουργίαν και δεν παρήλθε το χρονικόν διάστημα, εντός του οποίου έχει απαλλαγήν, ή ότι δεν έχει συμπληρώση την νόμιμον προς τούτο ηλικίαν· διότι πρέπει ο παρέχων χορηγίαν διά χορόν παίδων να είναι άνω των τεσσαράκοντα ετών.
Διορίζει δε και εις Δήλον χορηγούς και αρχηγόν της θεωρίας (πομπής) διά το με τριάκοντα κώπας πλοίον, το οποίον φέρει τους νέους εις την Δήλον. Έχει δε την επιμέλειαν των πομπών, ήτοι της γινομένης προς τιμήν του Ασκληπιού, κατά την οποίαν οι μυούμενοι μένουν εις τας οικίας των, και της πομπής των μεγάλων Διονυσίων μαζί με τους επιμελητάς, τους οποίους πρότερον μεν διά χειροτονίας ώριζεν ο δήμος δέκα τον αριθμόν και τας δαπάνας διά την πομπήν εδαπάνων εξ ιδίων, τώρα δε διά κλήρου ορίζονται ένας από καθεμίαν φυλήν και δίδουσι διά την προετοιμασίαν της εορτής εκατόν μνας. Έχει δε την επιμέλειαν και της εορτής των Θαργηλίων και της του Διός Σωτήρος. Προΐσταται δε αυτός και του αγώνος των Διονυσίων και των Θαργηλίων.
Αυτών μεν λοιπόν των εορτών έχει την επιμέλειαν.
Καταγγελίαι δε και δίκαι, τας οποίας αφού κάμη προανάκρισιν εισάγει εις το δικαστήριον, είναι αι περί κακώσεως γονέων — αυταί δε (και απορριπτόμεναι) είναι αζήμιαι εις τον μηνυτήν — αι περί κακώσεως ορφανών, κινούμεναι κατά των επιτρόπων και των συνοικούντων, αι περί κακής διαχειρίσεως ορφανικής περιουσίας (260) , κινούμεναι και αυταί κατά των επιτρόπων, αι περί φρενοβλαβίας, εάν κανείς ενάγη τινά ότι πάσχων τας φρένας χάνει την περιουσίαν του (261) , αι περί διορισμού διανεμητών, εάν τις δεν θέλη να νέμεται την μετ' άλλων περιουσίαν του από κοινού (262) , αι περί διορισμού επιτρόπου (263) , αι περί αμφισβητήσεως επιτροπείας (264) , αι περί εποπτείας εμφανών (265) , διά να διορίση αυτός επίτροπον, αι περί επιδικάσεως περιουσίας κληρονομικής ή περιουσίας κόρης κληρονόμου (επικλήρου).
Έχει δε την εποπτείαν και των ορφανών και των ανυπάνδρων γυναικών κληρονόμων περιουσίας, και των γυναικών όσαι, αποθανόντος του συζύγου, δηλούσιν εγκυμοσύνην· και έχει εξουσίαν να επιβάλλη πρόστιμον εις τους αδικούντας ή να ενάγη αυτούς εις το δικαστήριον. Ενεργεί δε και τας μισθώσεις των οικιών των (ανηλίκων) ορφανών και των ανυπάνδρων γυναικών κληρονόμων, μέχρις ου συμπληρώσουν αύται την ηλικίαν δεκατεσσάρων ετών, και τα μισθώματα λαμβάνει, και από τους επιτρόπους, εάν δεν παρέχουν εις τους επιτροπευομένους παίδας τα προς συντήρησιν, εισπράττει ταύτα αναγκαστικώς (266) .
Και ο μεν άρχων Επώνυμος έχει την επιμέλειαν τούτων.
Ο δε άρχων βασιλεύς πρώτον μεν έχει την επιστασίαν των μυστηρίων συμπράττων με τους επιμελητάς, τους οποίους διά χειροτονίας ορίζει ο δήμος, δύο μεν εξ όλων των Αθηναίων, ένα δε εκ της οικογενείας των Ευμολπιδών, ένα δε εκ της οικογενείας των Κηρύκων. Έπειτα έχει την εποπτείαν των Διονυσίων, των επί Ληναίω (267) . Είναι δε αυτά πομπή και αγωνίσματα. Την μεν λοιπόν πομπήν από κοινού διοργανώνουν και ο βασιλεύς και οι επιμεληταί, τα δε αγωνίσματα κανονίζει μόνος ο βασιλεύς. Κανονίζει δε και όλους τους αγώνας λαμπαδοδρομίας· εν συνόλω δε αυτός διευθύνει και όλας τας πατρίους θυσίας. Εις την δικαιοδοσίαν του δε ανάγονται αι μηνύσεις δι' ασέβειαν (268) και αν αμφισβητή κανείς το δικαίωμα ιερωσύνης προς τινα. Αυτός δε ως δικαστής αποφαίνεται και δι' όλας τας αμφισβητήσεις των γενών και των ιερέων διά τους ιερούς τόπους (269) . Εις την δικαιοδοσίαν δε αυτού ανάγονται και όλαι αι δίκαι διά φόνον· και αυτός είναι ο έχων εξουσίαν ν' απαγγέλλη εναντίον τινός απαγόρευσιν συμμετοχής εις τελετή (270) .
Εισάγονται δε δίκαι διά φόνον και διά τραύμα, αν μεν εκ προμελέτης (271) φονεύση τις ή τραυματίση, ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθώς και εάν φονεύση τις δίδων δηλητήριον ή διά πυρκαϊάς (272) · διότι αυτά μόνα δικάζει η βουλή. Τας δε ακουσίως διαπραττομένας ανθρωποκτονίας και τας προμελέτας (άνευ εκτελέσεως) και τας ανθρωποκτονίας δούλου ή μετοίκου ή ξένου δικάζουν οι του Παλλαδίου (273) (δικασταί). Εάν δε ομολογή μεν ένας ότι εφόνευσεν, ισχυρίζεται όμως ότι νομίμως, οίον συλλαβών (επ' αυτοφώρω) μοιχόν ή εξ αγνοίας εις τον πόλεμον ή εις αγώνα αθλητικόν, η δίκη τούτου γίνεται εις το Δελφίνιον (274) . Εάν δε τις εξόριστος διά πράξιν αξιόποινον, εφ' ής παρέχεται συγγνώμη (275) , κατηγορηθή ότι εφόνευσεν ή ετραυμάτισέ τινα, δικάζουσιν αυτόν εν Φρεάτου (276) , αυτός δε απολογείται πλησιάζων εις την παραλίαν εντός πλοίου. Δικάζουν δε τα εγκλήματα οι διά κλήρου οριζόμενοι, πλην των δικαζομένων εις τον Άρειον Πάγον. Εισάγει δε την κατηγορίαν ο βασιλεύς, και οι δικασταί δικάζουν πλησίον ιερού χώρου και εις το ύπαιθρον, και ο βασιλεύς, όταν δικάζη, αφαιρεί από την κεφαλήν του τον στέφανον. Ο δε κατηγορούμενος (277) , εις όλον τον καιρόν που είναι υπόδικος, εμποδίζεται του να μετέχη των ιεροτελεστειών και ουδ' εις την αγοράν νόμιμον είναι να εισέλθη· την ωρισμένην δε ημέραν (278) ο εισελθών εις τον ιερόν περίβολον, απολογείται. Όταν δε ο καταγγέλλων δεν γνωρίζη ποίος προσωπικώς είναι ο ένοχος, κάμνει μήνυσιν αόριστον εναντίον του δράστου (279) , δικάζουν δε ο βασιλεύς και οι φυλοβασιλείς και τους φόνους, τους προελθόντας εκ των αψύχων και εκ των άλλων ζώων (280) .
Ο δε πολέμαρχος προΐσταται μεν των θυσιών προς την Άρτεμιν την αγροτέραν (281) και προς τον Ενυάλιον (282) , διοργανώνει δε τους επιταφίους αγώνας προς τιμήν των αποθανόντων εις τον πόλεμον (283) και κάμνει τας επιμνημοσύνους τελετάς διά τον Αρμόδιον και τον Αριστογείτονα. Εις την δικαιοδοσίαν του δε (ανάγονται μόνον αι δίκαι αι γινόμεναι εις μετοίκους και εις ισοτελείς και εις προξένους· και υποχρεούται ούτος λαβών τας δίκας αυτάς και διανείμας εις δέκα μέρη να αναθέση εις καθεμίαν εκ των φυλών διά κλήρου την εκδίκασιν του μέρους το οποίον της έλαχε, οι δε δικασταί της φυλής υποχρεούνται να παραπέμψωσιν εις τους διαιτητάς. Αυτός δε (ο πολέμαρχος) προσωπικώς διεξάγει τας δίκας εναντίον απελευθέρων επί αχαριστία (284) και εναντίον μετοίκων στερουμένων προστασίας πολίτου (285) και τας κληρονομικάς και τας περί κληρονομικής περιουσίας γυναικών ανυπάνδρων δίκας των μετοίκων και όλας τας άλλας δίκας, όσας διά τους πολίτας δικάζει ο άρχων (επώνυμος), αυτάς διά τους μετοίκους δικάζει ο πολέμαρχος.
Οι δε θεσμοθέται πρώτον μεν έχουν εξουσίαν να καταρτίζουν το πρόγραμμα των δικαστηρίων, ποίας ημέρας πρέπει να δικάζουν, έπειτα δε να επιδώσουν τούτο εις τας αρχάς· διότι κατά το πρόγραμμα, το οποίον ήθελον επιδόση αυτοί, γίνεται η διακανόνισις. Προσέτι δε εισάγουν προς εκδίκασιν ενώπιον του δήμου τας μηνύσεις δι' εγκλήματα εναντίον της επικρατείας (286) και τας εγκλήσεις εναντίον αρχόντων (287) και τας εναντίον συκοφαντών (288) όλας εν γένει και τας διά παράνομον πρότασιν νόμου και εάν τις υπέβαλε προς ψήφισιν νόμον όχι κατάλληλον (289) και τας εναντίον προεδρείου εν συνόλω και εναντίον προέδρου 290) και εναντίον στρατηγών καταγγελίας προς λογοδοσίαν. Από δε τας εγγράφους μηνύσεις προς τον δήμον δι' ωρισμένως προβλεπόμενον έγκλημα υπάγονται εις αυτούς (291) (τους θεσμοθέτας) αι καταγγελίαι δι' αντιποίησιν δικαιωμάτων πολιτικών υπό ξένου (292) και η διά δώρων επιτυχία του τοιούτου υπό ξένου (293) , εάν τις δώσας δώρα αποφύγη τας υποχρεώσεις ξενίας, και αι (καταγγελίαι) διά συκοφαντίας και δωροδοκίας και διά πλαστήν εγγραφήν (294) και διά πλαστήν κλήτευσιν (295) και διά παράνομον αντιποίησιν του βουλευτικού δικαιώματος (296) και διά σβύσιμον από τους φορολογικούς καταλόγους (297) και διά μοιχείαν. Αυτοί δε είναι εισηγηταί της εξετάσεως (η οποία γίνεται προ της εγκαταστάσεως) όλων των αρχόντων και των εφέσεων εκείνων που απερρίφθη η εγγραφή των ως πολιτών (298) και των εφέσεων εναντίον των αποφάσεων της βουλής (299) . Είναι δε εισηγηταί και ιδιωτικών τινων δικών, αναγομένων εις το εμπόριον, και εις τα μεταλλεία και εις δούλους, εάν τις (δούλος) υβρίση άνθρωπον ελεύθερον. Και διά κλήρου αναθέτουσιν ούτοι εις τους διαφόρους άρχοντας τα δικαστήρια τα δι' ιδιωτικάς και τα διά δημοσίας υποθέσεις. Και τας συμβάσεις προς άλλας πόλεις αυτοί επικυρώνουν και τας δίκας όσαι προκύπτουν εκ των συμβάσεων τούτων αυτοί εισάγουν ενώπιον του δήμου καθώς και τας μηνύσεις διά τας ενώπιον του Αρείου Πάγου ψευδομαρτυρίας (300) .
Τους δε δικαστάς διά κλήρου ονομάζουν όλοι οι εννέα άρχοντες, δέκατος δε ο γραμματεύς των θεσμοθετών, καθένας εξάγων τους κλήρους διά τους δικαστάς της ιδικής του φυλής.
Τα μεν λοιπόν αναγόμενα εις τους εννέα άρχοντας τοιουτοτρόπως είναι ωρισμένα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'. ΑΛΛΑ ΚΛΗΡΩΤΑ ΑΞΙΩΜΑΤΑ
Διά κλήρου δε ορίζουν και αθλοθέτας δέκα άνδρας, ένα από κάθε φυλήν· ούτοι δε υποστάντες τον έλεγχον, μένουν εις το αξίωμα τέσσαρα έτη και διοικούν και την πομπήν των Παναθηναίων και τον αγώνα της μουσικής και τον γυμνικόν αγώνα και την ιπποδρομίαν, και διά την κατασκευήν του πέπλου (της Αθηνάς) φροντίζουν, και τους αμφορείς (διά έπαθλα) αυτοί μετά της βουλής φροντίζουν να κατασκευασθούν και το έλαιον διανέμουν εις τους αθλητάς νικητάς. Συλλέγεται δε αυτό το έλαιον από τας ιεράς ελαίας (301) · εισπράττει δε ο άρχων από τους έχοντας τα κτήματα, εις τα οποία είναι αι ιεραί ελαίαι, τρία ημικοτύλια (302) από κάθε στέλεχος ελαίας. Πρότερον δε επωλούσε τον καρπόν η πόλις· και αν κανείς ήθελεν εκριζώση η υλοτομήση ελαίαν ιεράν, εδίκαζεν αυτόν η εξ Αρείου Πάγου βουλή, και αν ήθελε τον καταδικάση ως ένοχον τούτου, ετιμώρουν αυτόν με θάνατον. Αφ' ότου δε ο έχων το κτήμα παρέχει το έλαιον (303) , υπάρχει μεν ο νόμος, έχει όμως περιπέση εις αχρηστίαν· διότι το έλαιον από το όλον κτήμα και όχι από καθένα στέλεχος χωριστά παρέχεται εις την πόλιν. Συλλέξας λοιπόν ο άρχων το επί της αρχοντίας του παρεχόμενον (ούτω), παραδίδει αυτό εις τους ταμίας εις την Ακρόπολιν και δεν επιτρέπεται εις αυτόν ν' αναβή εις την θέσιν του, εις τον Άρειον Πάγον, πριν ή παραδώση όλον το έλαιον εις τους ταμίας. Οι δε ταμίαι καθ’ όλον μεν τον άλλον καιρόν φυλάττουν αυτό εις την ακρόπολιν, εις την εποχήν δε των Παναθηναίων μοιράζουν αυτό μετρημένον εις τους αθλοθέτας, οι δε αθλοθέται εις τους εκ των αγωνιστών νικητάς. Διότι υπάρχουν έπαθλα διά μεν τους νικητάς εις την μουσικήν εξ αργύρου και χρυσού, διά δε τους νικητάς εις πολεμικά γυμνάσματα ασπίδες, διά δε τους νικητάς εις τους γυμνικούς αγώνας και την ιπποδρομίαν έλαιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ' ΑΞΙΩΜΑΤΑ ΔΙΑ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ
Διά χειροτονίας δε εκλέγουν και τας στρατιωτικάς αρχάς όλας, δέκα στρατηγούς, πρότερον μεν ένα από καθεμίαν φυλήν, τώρα δε εξ όλων ομού των φυλών. Και τούτους διορίζουν με την ιδίαν ψηφοφορίαν, ένα μεν διά το βαρύ πεζικόν, ο οποίος είναι αρχηγός των πεζών, αν εκστρατεύσουν έξω της χώρας, ένα δε διά την χώραν, ο οποίος έχει την φύλαξιν της χώρας, και αν διεξάγεται πόλεμος εντός της χώρας, τον διεξάγει αυτός· δύο δε στρατηγούς διά τον Πειραιά, τον μεν ένα εις την Μουνυχίαν, τον δε άλλον εις την Ακτήν, οι οποίοι έχουν την φροντίδα της εκεί φρουρήσεως και των εν Πειραιεί (ναυστάθμων)· ένα δε στρατηγόν των πολεμικών ομίλων (συμμοριών), ο οποίος και τον κατάλογον των τριηράρχων (304) καταρτίζει, και μεταξύ τούτων διενεργεί τας αντιδόσεις (305) , και τας ενστάσεις (306) τας αναφερομένας εις τούτους εισάγει προς εκδίκασιν· τους δε άλλους (πέντε) στρατηγούς διαθέτουσιν αναλόγως των παρουσιαζομένων αναγκών.
Γίνεται δε νέα περί αυτών ψηφοφορία (307) εις κάθε νέαν πρυτανείαν, εάν φαίνωνται ότι καλώς άρχουν (ή όχι)· και αν διά της ψηφοφορίας αποδοκιμάσουν κανένα, γίνεται εναντίον αυτού δίκη εις το δικαστήριον, και αν μεν καταδικασθή (308) , ορίζουν ποίαν ποινήν πρέπει να υποστή, ή τι πρόστιμον να πληρώση, αν δε απαλλαγή (309) , αναλαμβάνει πάλιν το αξίωμα.
Έχουν δ' εξουσίαν οι στρατηγοί όταν διοικούν τον στρατόν και να φυλακίζουν τον ατακτούντα και να εκδιώκουν αυτόν από το στράτευμα (310) και να του επιβάλλουν πρόστιμον (311) · δεν συνειθίζουν όμως τώρα να επιβάλλουν.
Εκλέγουν δε διά χειροτονίας και δέκα ταξιάρχους, ένα από κάθε φυλήν· αυτός δε είναι αρχηγός των στρατιωτών της φυλής του (φυλετών) και διορίζει τους αρχηγούς των λόχων.
Εκλέγουν δε διά χειροτονίας και ιππάρχους, δύο εξ όλων των φυλών, ούτοι δε διοικούν τους ιππείς διανείμαντες τας φυλάς, πέντε ο καθένας· έχουν δε εξουσίαν ομοίαν με εκείνην, την οποίαν έχουν οι στρατηγοί επί των πεζών· νέα δε ψηφοφορία (εις κάθε πρυτανείαν) γίνεται και δι' αυτούς.
Διά χειροτονίας δε εκλέγουν και φυλάρχους, ένα από κάθε φυλήν, ο οποίος θα έχη την αρχηγίαν των ιππέων, καθώς ακριβώς οι ταξίαρχοι έχουν την αρχηγίαν των πεζών.
Εκλέγουν δε και ίππαρχον εις Λήμνον, ο οποίος έχει την διοίκησιν των εις την Λήμνον ιππέων.
Διά χειροτονίας δε εκλέγουν και ταμίαν (του ιερού πλοίου) της Παράλου και τώρα του πλοίου του Άμμωνος (312) .
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ
Αι δε διά κλήρου εκλεγόμεναι αρχαί πρότερον μεν ήσαν εκείναι μεν αι οποίαι εκληρούντο μαζί με τους εννέα άρχοντας διά κλήρου εκ του συνόλου κάθε φυλής (313) , εκείναι δε αι οποίαι εκληρούντο εις το Θησείον, ελαμβάνοντο εξ υποψηφίων οι οποίοι ωρίζοντο εις κάθε δήμον (314) · επειδή δε επωλούσαν (τας ψήφους) οι δήμοι, κληρώνουν τώρα και τας αρχάς αυτάς εκ του συνόλου κάθε φυλής, πλην των βουλευτών και των φρουρών τούτους δε εις τους δήμους αφήνουν το δικαίωμα να τους εκλέγουν.
Λαμβάνουν δε μισθόν (315) πρώτον μεν οι ψηφοφόροι πολίται (316) εις κάθε μεν συνέλευσιν του δήμου μίαν δραχμήν, εις δε την κυρίαν συνέλευσιν εννέα οβολούς (317) . Έπειτα τα δικαστήρια (ήτοι οι δικασταί) τρεις οβολούς κάθε συνεδρίασιν, έπειτα η βουλή (οι βουλευταί) πέντε οβολούς κάθε συνεδρίασιν· εις δε τους πρυτανεύοντας δίδεται διά σιτηρέσιον επί πλέον ένας οβολός (318) . Έπειτα διά συντήρησίν των λαμβάνουν οι εννέα άρχοντες τέσσαρας οβολούς καθένας και συντηρούν καθένας μαζί του ένα κήρυκα και ένα αυλητήν. Έπειτα ο άρχων εις Σαλαμίνα μίαν δραχμήν την ημέραν. Οι αθλοθέται δε δειπνούσιν εις το πρυτανείον όλον τον μήνα Εκατομβαιώνα όταν είναι η εορτή των Παναθηναίων, αρχίζοντες από την τετάρτην ημέραν του μηνός. Οι αμφικτύονες οι αποστελλόμενοι εις Δήλον, λαμβάνουν μίαν δραχμήν την ημέραν εκ του ταμείου της Δήλου. Λαμβάνουν δε μισθόν χρηματικόν διά συντήρησίν των και όσοι αποστέλλονται ως άρχοντες εις Σάμον ή Σκύρον ή Λήμνον ή Ίμβρον.
Επιτρέπει δε ο νόμος τα μεν πολεμικά αξιώματα, ν' αναλαμβάνη πολλάκις ο αυτός, από δε τα άλλα αξιώματα κανέν (δεν επιτρέπεται ν' αναλάβη τις επανειλημμένως) πλην του βουλευτικού δύο φοράς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Τα δε δικαστήρια καταρτίζουν (319) οι εννέα άρχοντες διά καθεμίαν φυλήν χωριστά, ο δε γραμματεύς των θεσμοθετών καταρτίζει τα της δεκάτης φυλής. Υπάρχουν δε εις τα δικαστήρια δέκα είσοδοι, μία διά κάθε φυλήν και είκοσι κληρωτίδες (320) , δύο διά κάθε φυλήν, και εκατόν κιβώτια, από δέκα διά κάθε φυλήν, και ακόμη άλλα δέκα κιβώτια, μέσα εις τα οποία τοποθετούνται αι πινακίδες των κληρωθέντων δικαστών και δύο υδρίαι. Και εις κάθε είσοδον παρατίθενται βακτηρίαι τόσαι, όσοι είναι οι δικασταί· και βάλανοι ρίπτονται μέσα εις την υδρίαν ισάριθμοι με τας βακτηρίας, είναι δε γραμμένα επάνω εις τας βαλάνους από τα στοιχεία του αλφαβήτου τα μετά το ενδέκατον — το λ — τόσα στοιχεία, όσα δικαστήρια πρόκειται να καταρτισθούν.
Δύνανται δε να είναι δικασταί οι άνω των τριάκοντα ετών, όσοι απ' αυτούς δεν χρεωστούν εις το δημόσιον ή δεν έχουν στερηθή των πολιτικών δικαιωμάτων αυτών· εάν δε κανείς παρακάθηται ως δικαστής παρανόμως, καταγγέλλεται και εισάγεται εις το δικαστήριον, εάν δε καταδικασθή, επιβάλλουν εις αυτόν ποινήν οι δικασταί, οποίαν ήθελον κρίνη ότι πρέπει να υποστή τιμωρίαν ή να πληρώση πρόστιμον. Εάν δε καταδικασθή εις χρηματικήν ποινήν, πρέπει να φυλακισθή έως ότου πληρώση και την προηγουμένην οφειλήν του διά την οποίαν κατηγγέλθη και το πρόστιμον το οποίον ήθελε επιβάλη εις αυτόν το δικαστήριον.
Έχει δε κάθε δικαστής μίαν πινακίδα ξυλίνην (321) εις την οποίαν είναι γραμμένον το πατρικόν του όνομα και ο δήμος του και έν γράμμα από τα στοιχεία του αλφαβήτου έως το κ. Διότι οι δικασταί είναι κατά φυλάς χωρισμένοι εις δέκα μέρη, ισάριθμοι περίπου εις κάθε γράμμα. Όταν δε ο θεσμοθέτης διά κλήρου ορίση (322) τα γράμματα, όσα πρέπει να απαρτίσουν τα δικαστήρια (323) , ο δημόσιος υπηρέτης λαμβάνων θέτει εις την είσοδον του καθενός δικαστηρίου το γράμμα, το οποίον διά κλήρου ωρίσθη (324) .
[Το περαιτέρω κείμενον της 31ης μέχρι της 36ης στήλης του παπύρου είναι εις πολλά μέρη φθαρμένον, ώστε ασφαλής και συνεχής αποκατάστασις αυτού δεν είναι δυνατή. Από τας αναγνωσθείσας όμως φράσεις και λέξεις και από τας γενομένας συμπληρώσεις τη βοηθεία άλλων αρχαίων κειμένων δύναται να καταρτισθή η όλη έννοια του κειμένου ως εξής].
Μεθ' ό διά κλήρου προβαίνουν εις την υπόδειξιν των δικαστών της ημέρας. Προς τούτο οι δικασταί συναθροίζονται κατά φυλάς χωριστά εις τα δέκα τμήματα, ως ανωτέρω ελέχθη. Κάθε τμήμα δε περιέχει δέκα κιβώτια, φέροντα καθέν από ένα γράμμα μέχρι του κ, (όπως και αι πινακίδες των δικαστών). Όταν δε ρίψουν οι δικασταί τας πινακίδας καθείς μέσα εις το κιβώτιον, επί του οποίου είναι γραμμένον το αυτό γράμμα, το οποίον και εις την πινακίδα, ο θεσμοθέτης με την σειράν των γραμμάτων, αφού ανακινήση το κιβώτιον ο δημόσιος υπηρέτης, λαμβάνει από κάθε πινάκιον μίαν πινακίδα. Αυτός δε ο πρώτος κληρωθείς, λέγεται εμπήκτης, και εμπήγει τας πινακίδας τας εξαγομένας εκ του κιβωτίου κατά σειράν εις την κανονίδα (325) , επί της οποίας υπάρχει το αυτό γράμμα το οποίον είναι επί του κιβωτίου. Διά κλήρου δε τοιουτοτρόπως λαμβάνεται ούτος, ίνα μη ο αυτός πάντοτε εμπηγνύων παρανομή. Είναι δε δέκα κανονίδες, μία εις καθέν κιβώτιον. Όταν δε ρίψη μέσα τους κύβους, ο άρχων προσκαλεί την αντίστοιχον φυλήν να προσέλθη εις την κληρωτίδα. Είναι δε κύβοι ξύλινοι ανάμικτοι μαύροι και λευκοί. Όσοι δε τυχόν χρειάζεται να κληρωθούν δικασταί, τόσοι ρίπτονται μέσα λευκοί, ήτοι ένας εις κάθε πέντε πινακίδας, οι δε μαύροι άλλοι τόσοι. Όταν δε ο άρχων εξάγη τους κύβους, προσκαλεί ο κήρυξ εκείνους οι οποίοι λάχουν (326) . Είναι δε και ο εμπήκτης ο οποίος θέτει την εξαχθείσαν πινακίδα εις την κανονίδα.
Εκείνος δε ο οποίος εκλήθη και εσημειώθη ανασύρει μίαν βάλανον από την υδρίαν και προβάλλων αυτήν ώστε να φαίνεται το γράμμα, την δεικνύει φανερά εις τον άρχοντα τον προεδρεύοντα. Ο δε άρχων όταν ιδή την βάλανον, αναλόγως ρίπτει την πινακίδα αυτού εις το κιβώτιον εκείνο, όπου είναι γραμμένον τα αυτό στοιχείον, το οποίον και εις την βάλανον· γίνεται δε τοιουτοτρόπως η διπλή κλήρωσις διά να αποτελή μέλος κάθε δικαστηρίου όποιος κληρωθή και όχι όποιος (εκ των προκληρωθέντων) θέλη και διά να μη είναι δυνατόν να μαζεύση κανείς εις ένα δικαστήριον εκείνους τους οποίους θα ήθελε. Ευρίσκονται δε πλησίον του άρχοντος τόσα κιβώτια, όσα πρόκειται να καταρτισθούν δικαστήρια και έχουν καθέν ένα στοιχείον, εκείνο ακριβώς το οποίον είναι επάνω εις την είσοδον κάθε ωρισμένου διά συνεδρίασιν δικαστηρίου. Μεθ’ ό (όταν συντελεσθή και αυτή η κλήρωσις) κάθε διά της κληρώσεως ορισθείς επιδεικνύει την βάλανον . . . . . . ο δε δημόσιος υπηρέτης δίδει εις αυτόν βακτηρίαν ομοιόχρωμον με το δικαστήριον, επί του οποίου είναι το αυτό γράμμα, το οποίον και εις την βάλανον, ίνα υποχρεωτικώς εισέλθη εις το ιδικόν του δικαστήριον διότι, εάν εισέλθη εις άλλο, εξελέγχεται από το χρώμα της βακτηρίας. Διότι τα δικαστήρια έχουν καθένα τα χρώμα του επάνω εις τον σφηκίσκον της εισόδου (327) . Ο δε λαβών την βακτηρίαν πηγαίνει εις το δικαστήριον το ομοιόχρωμον μεν με την βακτηρίαν, έχον δε το αυτό γράμμα, τα οποίον είναι εις την βάλανον. Όταν δε εισέλθη, παραλαμβάνει επισήμως έν διάσημον του δικαστικού αξιώματος, διδόμενον παρά του διά κλήρου έχοντος το υπούργημα τούτο 328) , αποθέτων και την βάλανον και την βακτηρίαν.
Τα δικαστήρια μεν λοιπόν καταρτίζονται κατ' αυτόν τον τρόπον. Αφού δε τελειώσουν οι εμπήκται, αποδίδουν εις τους μη κληρωθέντας τας πινακίδας των. Οι δε υπηρέται οι δημόσιοι κάθε φυλής παραδίδουν — έν εις κάθε δικαστήριον — τα κιβώτια, μέσα εις τα οποία ευρίσκονται τα ονόματα της φυλής, όσα είναι εις καθέν από τα δικαστήρια. Παραδίδουν δε αυτά εις τους επί τούτω διά κλήρου οριζομένους διά ν' αποδώσουν εις τους δικαστάς εις καθέν δικαστήριον κατά τάξιν τας πινακίδας, ίνα επί τη βάσει τούτων πληρωθή ο μισθός (329) . Διενεργείται δε ο έλεγχος ούτος εις κάθε δικαστήριον χωριστά.
Τοποθετούνται δε εις το πρώτον δικαστήριον δύο κληρωτίδες και κύβοι χαλκοί, επάνω εις τους οποίους υπάρχουν τα χρώματα των δικαστηρίων, και άλλοι κύβοι επάνω εις τους οποίους είναι γραμμένα τα ονόματα των αρχών. Δύο δε θεσμοθέται, οποίοι ορισθούν διά κλήρου, ρίπτουν μέσα εις τας δύο κληρωτίδας τους κύβους, ο μεν ένας τους κύβους με τα χρώματα των δικαστηρίων εις την μίαν κληρωτίδα, ο δε άλλος τους κύβους με τα ονόματα των αρχών εις την άλλην. Συγχρόνως δε οι δύο ενεργούν την κλήρωσιν. Εκείνη δε εκ των αρχών (330) η οποία κληρωθή πρώτη αντίστοιχος με το πρώτον δικαστήριον το οποίον κληρωθή, ορίζεται διά κηρύγματος του κήρυκος να συνεδριάση εις το δικαστήριον τούτο, οποία δε τύχη να κληρωθή δευτέρα να συνεδριάση εις το δεύτερον και ούτω καθεξής όλαι αι άλλαι, διά να μη γνωρίζη καμμία από τας (δικαστικάς) αρχάς εις ποίον δικαστήριον θα δικάση, αλλά εις όποιον δικαστήριον διά κλήρου τύχη εις αυτό να συνεδριάση. Όταν δε αι δικαστικαί αρχαί προσέλθουν και συγχρόνως όλοι οι δικασταί έχουν συναθροισθή, η προϊσταμένη εις κάθε δικαστήριον αρχή εξάγει από κάθε κιβώτιον μίαν πινακίδα διά ν' αποτελεσθούν δέκα, ήτοι ένας από κάθε φυλήν και τας πινακίδας αυτάς θέτει ο πρόεδρος εις άλλο άδειο κιβώτιον, απ' αυτό δε διά κλήρου ορίζει τους τέσσαρας μεν πρώτους διά την επιστασίαν του ύδατος (331) , τέσσαρας δε άλλους ως ψηφολέκτας, διά να μη δύναται κανείς (εκ των προτέρων γνωρίζων) να διαφθείρη μήτε εκείνον ο οποίος φυλάττει το ύδωρ, μήτε εκείνον ο οποίος συναθροίζει τας ψήφους των δικαστών, μηδέ να γίνεται εις τας υπηρεσίας αυτάς παρανομία καμμία. Όλοι δε οι κληρωθέντες δικασταί λαμβάνουν από τον ταμίαν την πληρωμήν των σύμφωνα με τον κατάλογον των ονομάτων (332) κατά την σειράν του οποίου θα λάβουν τον μισθόν. Λαμβάνουν δε ευθύς αυτόν κατά τάξιν κάθε μία φυλή εις καθέν δικαστήριον, όπου έλαχε διά να δικάση, και καταμερισθέντες εις ολιγαρίθμους ομάδας ανά δύο ή τρεις, ίνα μη πολλοί συρρεύσαντες εις το ίδιον μέρος παρενοχλούνται αναμεταξύ των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Όταν δε αυτά γίνουν, εκφωνούν τας δίκας, και όταν μεν ιδιωτικής φύσεως δικάζουν, κατά τους τύπους του ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με την τάξιν η οποία κατά νόμον ορίζεται εις κάθε υπόθεσιν, και προβάλλουν ενστάσεις οι αντίδικοι ως προς αυτό μόνον το πράγμα (333) . Όταν δε δικάζουν υποθέσεις δημοσίου δικαίου κατά τους τύπους του δημοσίου δικαίου, καθεμίαν υπόθεσιν χωριστά εις μίαν συνεδρίασιν.
Είναι δε κλεψύδραι. . . (334) έχουσαι τας εκροάς αυτών προς το. . . (335) μέρος, οι δε κληρωθέντες επόπται του ύδατος ορίζουν τον χρόνον της διεξαγωγής κάθε δίκης (336) . (Ορίζεται δε χρονικόν διάστημα διάφορον διά τας δίκας αναλόγως της σπουδαιότητος αυτών, μετρείται δε μόνον ο χρόνος ο διαρρέων διά την κατηγορίαν, διά την απολογίαν και την απόφασιν] (337) · ο δε επόπτης του ύδατος κρατεί τον σωλήνα (338) όταν είναι ανάγκη διά την δίκην ν' αναγνωσθή υπό του γραμματέως νόμος ή μαρτυρική κατάθεσις. Όταν δε η δίκη είναι δι' ολόκληρον ημέραν, τότε δεν κρατούν τον σωλήνα (339) (εφ' όσον αναγινώσκονται νόμοι ή καταθέσεις) το δε ύδωρ, το οποίον χύνουν μέσα εις τας κλεψύδρας διά τον κατήγορον ομού και τον απολογούμενον, υπολογίζεται με τας ημέρας του μηνός Ποσιδεώνος (340) . [Έχουν δε δικαίωμα να μεταχειρισθούν χρονικόν διάστημα ο κατήγορος, ο απολογούμενος και οι δικασταί, ίσον ο καθένας. Διά να μη γίνωνται δε παραβάσεις, ωρίσθησαν οι επόπται, ο μεν είς εις μίαν κλεψύδραν διά τους ενάγοντας, ο δε έτερος εις άλλην κλεψύδραν διά τους εναγομένους (341) . Το τρίτον δε μέρος του χρόνου διατίθεται διά την απόφασιν, ήτοι διά να δικάσουν οι δικασταί. . . Υπάρχουν δε ως ποιναί ωρισμέναι δεσμά (φυλάκισις), δήμευσις, πληρωμή χρημάτων, και αποφαίνονται οι δικασταί τι πρέπει να υποστή, ή να πληρώση ο καταδικαζόμενος (342) . Όταν δε είναι ανάγκη να εισαχθώσι προς εκδίκασιν κατ' εξοχήν σοβαραί μηνύσεις, συνενούνται τρία δικαστήρια αποτελούντα την ηλιαίαν] (343)
Υπάρχουν δε ψήφοι χάλκινοι έχουσαι εις το μέσον μικρόν αύλακα, αι μεν ημίσειαι τρυπημέναι, αι δε ημίσειαι πλήρεις· οι δε κληρωθέντες ψηφολέκται, όταν τελειώση η διαδικασία (344) παραδίδουν εις καθένα δικαστήν δύο ψήφους, μίαν τρυπημένην και μίαν πλήρη, φανερά διδομένας, ώστε να τας βλέπουν οι αντίδικοι, δια να μη λαμβάνουν οι δικασταί μήτε πλήρεις, μήτε τρυπημένας και τας δύο (345) . — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — · καθόσον αποδίδων λαμβάνει (την βακτηρίαν) και ψηφίζουν τοιουτοτρόπως όλοι· διότι δεν είναι δυνατόν να λάβη (ο ψηφολέκτης) ουδενός το σύμβολον εάν δεν έχη ούτος ψηφίση.
Υπάρχουν δε τοποθετημένοι εις το δικαστήριον δύο αμφορείς, ο μεν ένας χάλκινος ο δε άλλος ξύλινος, ξέσκεποι (346) διά να μη είναι δυνατόν να ριφθούν από πριν μέσα εις αυτούς ψήφοι, εις αυτούς δε ψηφίζουν οι δικασταί· και εις μεν τον χάλκινον γίνεται η πραγματική ψηφοφορία εις δε τον ξύλινον ρίπτονται αι άκυροι ψήφοι (347) · έχει δε ο χάλκινος σκέπασμα με μίαν οπήν ανοιγμένην τόσον, ώστε να χωρή μίαν μόνην ψήφον, διά να μη δύναται να ρίπτη ο αυτός δύο ψήφους (348) . Όταν δε πρόκειται να αρχίσουν ψηφίζοντες οι δικασταί, ο κήρυξ φωνάζει πρώτον αν θα προσβάλουν τας μαρτυρίας οι αντίδικοι· διότι δεν επιτρέπεται να προσβληθούν αι μαρτυρίαι όταν αρχίση η ψηφοφορία· δεύτερον δε πάλιν τυπικώς φωνάζει (349) : «η τρυπημένη ψήφος είναι δια τον πρώτον αγορεύσαντα, η δε πλήρης διά τον ύστερον αγορεύσαντα (350) ». Ο δε δικαστής λαβών από το δισκάριον (351) τας ψήφους, πιέζων το μέσον της ψήφου και μη φανερώνων εις τους διαδίκους ούτε το τρυπημένον ούτε το πλήρες μέρος της ψήφου, ρίπτει την μεν κυρίαν (352) ψήφον εις τον χάλκινον αμφορέα την δε άκυρον εις τον ξύλινον.
Όταν δε ψηφίσουν όλοι, τότε οι προς τούτο ωρισμένοι υπηρέται, λαβόντες τον κύριον αμφορέα (353) , τον αδειάζουν επάνω εις άβακα, ο οποίος έχει τόσας τρύπας, όσαι ακριβώς είναι αι ψήφοι. [Αμέσως δε αρχίζει η αρίθμησις (354) ]. Και ποίαι εκ των ψήφων είναι τρυπημέναι και ποίαι πλήρεις είναι φανερόν εις τους αντιδίκους (355) . Οι δε διά κλήρου ορισθέντες ψηφολέκται κάμνουν την αρίθμησιν αυτών επί του άβακος (356) , χωριστά μεν λογαριάζοντες τας πλήρεις, χωριστά δε τας τρυπημένας. Και φωνάζει ο κήρυξ τον αριθμόν των ψήφων, του μεν ενάγοντος τας τρυπημένας, του δε εναγομένου τας πλήρεις. Όποιος δε από τους δύο λάβη περισσοτέρους, αυτός κερδίζει την δίκην, αν δε είναι ίσαι απαλλάσσεται ο εναγόμενος. Έπειτα πάλιν ορίζουν την ποινήν, αν χρειάζεται να καθορισθή αύτη, ψηφίζοντες με τον αυτόν τρόπον, αποδίδοντες μεν το δικαστικόν σύμβολον παραλαμβάνοντες δε την βακτηρίαν. Ο δε καθορισμός της ποινής επιτρέπει αγόρευσιν διαρκείας ημίσεως μέτρου ύδατος εις καθένα των δύο διαδίκων (357) Όταν δε οι δικασταί έχουν δικάση (τοιουτοτρόπως) σύμφωνα με τας διατυπώσεις των νόμων, λαμβάνουν τον μισθόν, (προσερχόμενοι εκεί) όπου καθένας διά κλήρου αρχικώς ωρίσθη (358) .
Τ Ε Λ Ο Σ
ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Βίος και έργα Αριστοτέλουςσελγ'
Εισαγωγή»13
Αποσπάσματα εκ του ελλείποντος κειμένου »25
ΚεφάλαιονΑ'»30
»Β'.Το ευρεθέν κείμενον'»32
»Γ'.Νομοθεσία του Σόλωνος »37
»Δ'.Αι τρεις φρατρίαι »49
»Ε'.Τυραννία Πεισιστράτου »51
»ΣΤ'.Οι υιοί τον Πεισιστράτου»57
»Ζ'.Κλεισθένης »»62
»Η'.Ανάπτυξις της Δημοκρατίας — Εξοστρακισμός »65
»Θ'.Μηδικοί πόλεμοι — Άρειος Πάγος — Θεμιστοκλής και Αριστείδης»68
»Ι'.Πρόοδος της Δημοκρατίας — Εφιάλτης και Περικλής »71
»ΙΑ'.Οι Δημαγωγοί »76
»ΙΒ'.Η εν Σικελία καταστροφή — Στάσις ολιγαρχικών »»79
»ΙΓ'.Κυβέρνησις των τετρακοσίων»86
»ΙΔ'.Πολιτεία των τριάκοντα.»89
»ΙΕ'.Κυβέρνησις των δέκα — Αποκατάστασις της Δημοκρατίας »»93
»ΙΣΤ'.Ανακεφαλαίωσις»99
»ΙΖ'.Εγγραφή των πολιτών — Εφηβία »102
»ΙΗ'.Βουλή και Εκκλησία του Δήμου »105
»ΙΘ'.Δικαιοδοσία της Βουλής»109
»Κ'.Ετήσιαι κατώτεραι αρχαί κληρωταί »118
»ΚΑ'.Οι εννέα άρχοντες »125
»ΚΒ'.Άλλα κληρωτά αξιώματα »135
»ΚΓ'.Αξιώματα διά ψηφοφορίας και στρατιωτικά »137
»ΚΔ'.Λεπτομέρειαι περί των αξιωμάτων και μισθοί»140
»ΚΕ'.Οργανισμός των δικαστηρίων»142
»ΚΣΤ'.Διαδικασία»148
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Αθηναίων Πολιτεία Ιστορία πολιτική και πολιτεία των Αθηνών, η κυριωτέρα της μεγάλης «περί πολιτευμάτων» συγγραφής του Αριστοτέλους, θαυμάζεται εν αυτή η λιτότης, και η τάξις της συγγραφής, παρεχούσης πλείστας πολιτειακάς μελέτας.
Η μετάφρασις με αποκατάστασιν του ελλείποντος κειμένου και με εισαγωγήν περί του βίου και του έργου του Αριστοτέλους υπό του κ. I. Ζερβού.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 654.506 ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
40)
Υμείς δ' ησυχάσαντες ενί φρεσί καρτερόν ήτορ δι' πολλών αγαθών εις κόρον ηλάσατε εν μετρίοισι τίθεσθε μέγαν νόον· ούτε γαρ ημείς πεισόμεθ’ ούθ' υμίν άρτια ταύτ' έσεται.↩
50)
Διφίλου Ανθεμίων τήνδ' ανέθηχε θεοίς θητικού αντί τέλους ιππάδ' αμεοξάμενος.↩
59)
δήμω μεν γαρ έδωκα τόσον γέρος όσον απαρκεί τιμής ούτ' αφελών, ούτ' επορεξάμενος οι δ' είχον δύναμιν και χρήμασιν ήσαν αγητοί, και τοις εφρασάμην μηδέν αεικές έχειν. Έστην δ' αμφιβαλών κρατερόν σάκος αμφοτέροιοι νικάν δ' ουχ είασ' ουδετέρους αδίκως.↩
60)
δήμος δ' αν ώδ' αν άριστα συν ηγεμόνεσσιν έποιτο μήτε λίαν ανεθείς, μήτε βιαζόμενος· τίκτει γαρ κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται ανθρώποισιν όσοις μη νόος άρτιος η.↩
61)
Οι δ' εφ' αρπαγαίσιν ήλθον, ελπίδ' είχον αφνεάν καδόκουν έκαστος αυτών όλβον ευρήσειν πολύν, και με κωτίλλοντα λείως τραχύν εκφανείν νόον χαύνα μεν τότ' εφράσαντο, νυν δε μοι χολούμεναι λοξόν οφθαλμοίσ' ορώσι πάντες ώστε δήιον· ου χρεών· α μεν γαρ είπα συν θεοίσιν ήνυσα, άλλα δ' ου μάτην έερδον, ουδέ μοι τυραννίδος ανδάνει βία τι ρέζειν, ουδέ πιείρας χθονός πατρίδος κακοίσιν εσθλοίς ισομοιρίαν έχειν.↩
65)
Εγώ δε των μεν ούνεκα ξυνήγαγον δήμον, τι τούτων πριν τυχείν επαυσάμην, συμμαρτυροίη ταύτ' αν εν δίκη χρόνου μήτηρ μεγίστη δαιμόνων Ολυμπίων άριστα, Γη μέλαινα, της εγώ ποτε όρους ανείλον πολλαχή πεπηγότας, πρόσθεν δε δουλεύουσα, νυν ελευθέρα πολλούς δ' Αθήνας, πατρίδ' εις θεόκτιστον, ανήγαγον πραθέντας, άλλον εκδίκως, άλλον δικαίως, τους δ' αναγκαίης υπό χρειούς φυγόντας, γλώσσαν ουκέτ' Αττικήν ιέντας, ως αν πολλαχή πλανωμένους, τους δ' ενθάδ' αυτού δουλίην αεικέα έχοντας, ήθη δεσποτών τρομευμένους, ελευθέρους έθηκα· ταύτα μεν κράτει, ομού βίαν τε και δίκην συναρμόσας, έρεξα και διήλθον ως υπεσχόμην, θεσμούς δ' ομοίως τω κακώ τε καγαθώ ευθείαν εις έκαστον αρμόσας δίκην, έγραψα· κέντρον δ' άλλας ως εγώ λαβών, κακοφραδής τε και φιλοκτήμων ανήρ, ουκ αν κατέσχε δήμον· ει γαρ ήθελον ά τοις εναντίοισιν ήνδανε τότε, αύθις δ' ά τοίσιν ούτεροι φρασαίατο, πολλών αν ανδρών ήδ' εχηρώθη πόλις· των ούνεκ' αλκήν πάντοθεν ποιούμενος ως εν κυσίν πολλήσιν εστράφην λύκος.↩
66)
Δήμω μένει χρη διαφάδην ονειδίσαι ά νύν έχουσιν ούποτ' οφθαλμοίσιν αν εύδοντες είδον. Όσοι δε μείζους και βίαν αμείνονες αινοίεν αν με και φίλον ποιοίατο.↩
67)
Ουκ αν κατέσχε δήμον ουδ' επαύσατο πριν αναταράξας πίαρ εξείλε γάλα. Εγώ δε τούτων, ώσπερ εν μεταιχμίω όρος κατέστην.↩
85)
Αιαί Λειψύδριον προδωσέταιρον, οίους άνδρας απώλεσας, μάχεσθαι αγαθούς τε και ευπατρίδας οι τότ' έδειξαν οίων πατέρων ήσαν.↩
88)
Έγχει και Κήδωνι, διάκονε, μηδ' επιλήθου. ει χρη τοις αγαθοίς ανδράσιν οινοχοείν.↩
— — — — — — — — ντα [ι] χρώντ — — — — — — — — — — θαι τακτη — — — — — — — — ωσιν οι δι[κ]ασ[ταί — — — — — — — Ε ίσον έ- καστοι λ — — — — — — οι διώκοντ]ες] έσ- πευδο[ν αν — — — — — — ρος εξω- θείν τους [φεύγοντας — — — — — τ]ο ύδωρ λαμβαν — — — — — — — — ο] μεν έτε- ρος τοις δ[ιώκουσιν, ο δ' έτερος τοις φ)εύγο[υσι]ν. εν δε τοις — — — — — — — — εξει τ]ω διαψη[φι — — — — — — — είται δ . . . α ε]πί τοις — — — — — — — — τοις πρόσ- ε]στι δεσμ[ός — — — — — δ]ήμευσις χ]ρημάτ[ων — — — — — ο]τι χρη παθείν ή αποτελεί[σαι — — — — — δικ]αστηρίων έστι φ' — — — — — — — ασιν, όταν δε δέ[η — — — — — — ει]σαγαγείν, συν — — — — — — — της ηλικίαν ΤΑΛ — — — — — — — τ]ης δ[ί]κ[η]ς↩