Note (70) — Front matter
Paulos Gratsiatos translation
70) Το χωρίον τούτο είναι δυσκολώτατον, διαφωνούσι δε οι σχολιασταί περί την εξήγησιν αυτού. Ο Γαληνός ομολογεί ότι είναι πράγματα δυσνόητα και δύσρητα. Πιθανώτεραι φαίνονται αι ερμηνείαι αι αναφέρουσαι την περιγραφομένην συσκευήν εις το εσωτερικόν του σώματος ημών. Κατά τον Stallbaun. π. χ. το πλέγμα είναι η συσκευή των πνευμόνων μετά του οισοφάγου και της τραχείας αρτηρίας· και το όλον παριστάνεται ως κύρτος μετά δύο εγκυρτίων ή χωνίων, του οισοφάγου και της τραχείας, ήτις είναι δίκρους δηλ. μερίζεται εις δύο βρόγχους· σχοίνοι δε είναι αι διακλαδώσεις των βρόγχων, τα βρόγχια, τα οποία διανέμουσι τον αέρα καθ' όλον τον πνεύμονα. Αλλά και η εξήγησις αύτη δεν δύναται ευχερώς να συμβιβασθή με τον τρόπον, καθ' ον ο Θεός προσεκόλλησε το όλον σύστημα εις το σώμα. Οι δύο σάκκοι ή χωνία εισέρχονται ο μεν εις το στόμα, ο δε εσχισμένος εις τους δύο οχετούς της ρινός, ουχί εις τους βρόγχους. Προστίθεται έπειτα ότι ο του στόματος είναι διπλούς και το έν μέρος καταβαίνει διά της τραχείας εις τον πνεύμονα, το δ' άλλο παρά την τραχείαν, δηλαδή διά του οισοφάγου εις την κοιλίαν, άρα ο οισοφάγος και η αρτηρία είναι δύο παράλληλα τμήματα του αυτού σάκκου, όστις διά τούτο λέγεται διπλούς, ενώ ο άλλος, ο της ρινός, είναι μόνον δίκρους. Ελέχθη πρότερον ότι το εσωτερικόν μέρος του συστήματος εγένετο εκ πυρός, το δε εξωτερικόν εξ αέρος. Ο αήρ άρα οτέ μεν εισρέει οτέ δε αναρρέει διά των σάκκων εις τους πνεύμονας, το εσωτερικόν πυρ ακολουθεί και αυτό την κίνησίν του, και όλον το αναπνευστικόν σύστημα οτέ μεν καταβαίνει, οτέ δε αναβαίνει εντός του σώματος, όπερ είναι υποχωρητικόν. Αι δυσκολίαι δεν αίρονται εφ' όσον το πλέγμα εκλαμβάνεται ως σώμα. Ο Πλάτων κατά τον Fraccaroli, δεν ομιλεί περί του πνευμονικού συστήματος και των προσαρτημάτων αυτού, αλλά περί των στοιχείων αέρος και ύδατος, άτινα ζωογονούσι το σύστημα τούτο και παρά τούτου λαμβάνουσι μορφήν. Τω όντι· το ότι το εσωτερικόν μέρος αυτού σύγκειται εκ πυρός, οι δε σάκκοι και το δοχείον εξ αέρος, ερρέθη επιμονώτερον παρά εάν επρόκειτο να δειχθή η απλή στοιχειώδης σύστασις πράγματος στερεού. Προσέτι το σύστημα τούτο ή μέρος αυτού ουδαμού συνταυτίζεται με όργανόν τι του σώματος, αλλά έκαστον μέρος αυτού εφαρμόζεται εις τα όργανα του σώματος. Έπειτα φράσεις τινάς δεν δυνάμεθα να εξηγήσωμεν και να εννοήσωμεν ει μη κατά τούτον τον τρόπον, καθώς εκείνην εν η γίνεται λόγος περί του διπλού σάκκου διά της ρινός και ως λόγος τούτου αναφέρεται, ότι όταν ο άλλος δεν διέρχεται διά του στόματος, δύναται να τον αναπληρή ούτος. Εάν επρόκειτο περί αληθούς οχετού θα επροβλέπετο η περίπτωσις της εμφράξεως· απεναντίας όμως προβλέπεται η περίπτωσις της μη διαβάσεως διά του στόματος. Δεν πρόκειται λοιπόν περί σωματικού οργάνου, αλλά περί ρεύματος, περί τινος, το οποίον μέλλει να διέλθη διά τινος οργάνου. Περιπλέον το σύστημα τούτο λέγεται ότι εισέρχεται εις το σώμα ημών, διότι το σώμα είναι μανόν. Είπε δε και ανωτέρω ότι η κοιλία δεν στέγει ούτε αέρα ούτε πυρ, τα οποία όμως είναι αναγκαία διά την πέψιν των τροφών και την θρέψιν του σώματος. Έπρεπε λοιπόν να προΐδη τον αέρα τούτον και το πυρ τούτο ούτως, ώστε να μένωσι σταθερώς εν τη κοιλία, αφού αύτη δεν ηδύνατο να τα κρατή. Και τούτο εγένετο διά της αναπνοής ήτοι διά του συστήματος τούτου. Ο αήρ και το πυρ διαχωρούσι διά της κοιλίας, και αήρ και πυρ, λέγεται ρητώς, ότι είναι τα περί ου ο λόγος πλέγμα. — Η εξήγησις αύτη είναι σύμφωνος προς τα επόμενα όπου επί μάλλον αναλύεται το φαινόμενον της αναπνοής· η πνοή εξερχομένη απωθεί τον εξωτερικόν αέρα, ούτος απωθεί άλλον και καθ' εξής κυκλικώς μέχρις ου πληρωθή ο χώρος, τον οποίον αφήκε κενόν η αναπνοή, (Όρα Αριστοτέλην περί αναπνοής, Κεφάλ. 5).