Note 167 — ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (continued 3)
Simos Menardos translation
[Χαρακτηρίζων τον Πίνδαρον ο Wilamowitz-Möllendorff (Die Griechische Literatur des Altertums, 1912, σ. 53) παραβάλλει αυτόν προς τον Δάντε «Βεβαίως, (λέγει) ο Θηβαίος ως ποιητική δύναμις δεν είναι άξιος να λύση τον ιμάντα των υποδημάτων του Φλωρεντίνου· αλλά δεν είναι τάχα τούτο μέγα, ότι συνεχώς αναλογιζόμεθα τον Δάντε, θέλοντες να χαρακτηρίσωμεν τον Πίνδαρον;». Τοιούτοι παραλληλισμοί καλλιτεχνών χρονικώς τόσον απεχόντων, δύνανται μεν να διαφωτίσωσι τον αναγνώστην, αλλά δύνανται και το εναντίον. Κοινά βεβαίως έχουσιν οι δύο ποιηταί το προφητικόν μεγαλείον, την βαθείαν θρησκευτικήν πίστιν και το σκοτεινόν της φράσεως, όπερ εγέννησε το πλήθος των σχολιαστών αυτών. Αλλ' η ποιητική δύναμις του Δάντε έγκειται κυρίως εις την έντασιν του μίσους, κατά τούτο δε ο Φλωρεντίνος συγγενεύει μάλλον προς τον Αρχίλοχον, πράγματι δε ο ανωτέρω (σ. 88) παρατεθείς επωδός ενθυμίζει χωρία του Inferno (πρβ. XXXII, 35). Τον Πίνδαρον — ιδίως των νέων παιάνων — οι Έλληνες δύνανται να εννοήσωσι κάλλιον ως μέγαν τινά Ρωμανόν, όμοιον ως προς τον θρησκευτικόν τόνον, το λυρικόν ύψος, την ηθικολογίαν και μάλιστα το μέλος, όπερ ήτο εξίσου αχώριστον από της λέξεως και των δύο. Αλλ' ο μεν Πίνδαρος είναι πυκνότατος, ο δε Ρωμανός ρητορικώς μακρολόγος. Των δε νεωτέρων ο Πίνδαρος ίσως ομοιάζει μάλλον προς τους μουσουργούς ή τους ποιητάς. Η περί των λυρικών σιωπή του Αριστοτέλους εν τη Ποιητική εμφαίνει την επικράτησιν του μουσικού στοιχείου αυτών, η δ' εν τέλει των Πολιτικών 8, 7 σ. 1342 α 5) έξαρσις ιδίως «των ιερών μελών» ως προκαλούντων την κάθαρσιν της ψυχής, δεικνύει πόσην δύναμιν απέδιδον εις ταύτα οι αρχαίοι. Πινδαρικόν δε συνδυασμόν ποιήσεως, χορού και μουσικής πιθανώτατα δεν είδεν ο νέος κόσμος]. ↩