Note 44 — Front matter (continued 2)
Reading edition
Πατρίκιος κατά τους χρόνους τούτους δεν σημαίνει εκείνο, όπερ εσήμαινεν εν τοις αρχαιοτέροις χρόνοις, ήτοι Ρωμαίον ανήκοντα εις ιδίαν τάξιν κοινωνικής κληρονομικής αριστοκρατίας. Από των χρόνων του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, και κατά τας διατάξεις του αυτοκράτορος τούτου, πατρίκιος κατέστη αξίωμα προσωπικόν (ουχί κληρονομικόν) διδόμενον εις τους ανωτάτους λειτουργούς του κράτους ως υψηλή τιμή συνεπαγομένη ευγένειαν προσωπικήν, μετά της τιμητικής προσωνυμίας illustris (ιλλούστριος) = ενδοξότατος, και προνομίων ιδιαιτέρων και διακριτικών σημάτων εξωτερικών. Το αξίωμα τούτο επεζήτουν ιδίως και ελάμβανον οι εν τω Ρωμαϊκώ κράτει μεγάλην ισχύν και πραγματικήν αρχήν κεκτημένοι Γερμανοί βάρβαροι, Στελίχων, Άσπαρ, Ρικίμερος, Γονδίβαλδος· και ο Ορέστης δε ο Παννόνιος, ο πατήρ του Ρωμύλου Μωμούλλου, ην πατρίκιος. Και αυτοί δε οι λεγόμενοι βασιλείς των πέραν των Άλπεων σχηματισθέντων Γερμανικών κρατών εφιλοδόξουν επί το αξίωμα του Πατρικίου. ↩