Note 1 — Front matter
Reading edition
Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει ακίνητα μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις νήσοις εις χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα κοινώς «Βακούφια» λέγονται.↩