ΠΛΑΤΩΝΟΣ Φ I Λ Η Β Ο Σ (continued 2)
Kyriakos Zambas translation
Σωκράτης. Αυτό λοιπόν είναι κυρίως έν είδος πονηρίας, η οποία είναι όνομα μιας ψυχικής διαθέσεως. Από όλην όμως την πονηρίαν είναι το μέρος εκείνο το οποίον περιέχει το αντίθετον ελάττωμα από ό,τι εκφράζει το επίγραμμα των Δελφών.
Πρώταρχος. Το «γνώθι σαυτόν» εννοείς, καλέ Σωκράτη ;
Σωκράτης. Μάλιστα. Και βεβαίως το αντίθετον από εκείνο το επίγραμμα θα ήτο, εάν έλεγε «να μη γνωρίζη κανείς διόλου τον εαυτόν του».
Πρώταρχος. Αμέ τι άλλο;
Σωκράτης. Λοιπόν, φίλε Πρώταρχε, αυτό το τελευταίον προσπάθησε να το διαιρέσης εις τρία.
Πρώταρχος. Πώς εννοείς ; Διότι φοβούμαι μήπως δεν είμαι ικανός.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν λέγεις ότι αυτήν την φοράν (!) εγώ πρέπει να κάμω την διαίρεσιν.
Πρώταρχος. Αυτό λέγω, και εκτός του ότι το λέγω ακόμη και σε παρακαλώ.
Σωκράτης. Λοιπόν άραγε από όσους δεν γνωρίζουν τον εαυτόν των δεν είναι επόμενον κατά τρεις τρόπους να παθαίνη αυτό το πάθος έκαστος;
Πρώταρχος. Πώς ;
Σωκράτης. Πρώτον μεν ως προς τα χρήματα, να νομίζη κανείς ότι είναι πλουσιώτερος από όσον κάμνει η περιουσία του.
Πρώταρχος. Τουλάχιστον πολλοί υπάρχουν οι οποίοι έχουν αυτό το πάθος.
Σωκράτης. Περισσότεροι όμως βεβαίως είναι όσοι νομίζουν τον εαυτόν των υψηλότερον και ωραιότερον και εις όλα τα σωματικά ότι είναι ανώτεροι από όσον είναι εις το πραγματικόν.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά πολύ περισσότεροι ακόμη, νομίζω, πλανώνται ως προς το τρίτον είδος, δηλαδή τα προσόντα της ψυχής, και νομίζουν τον εαυτόν των ανώτερον από το πραγματικόν ως προς την αρετήν ενώ δεν είναι.
Πρώταρχος. Πάρα πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλά τόρα πάλιν από τας αρετάς δεν επιμένουν οι περισσότεροι κυρίως εις την σοφίαν και είναι πλήρεις διχονοιών και δοκησισοφίας;
Πρώταρχος. Πώς όχι ;
Σωκράτης. Εάν λοιπόν κανείς ονομάση κακόν πάθος όλα αυτά, ίσως ειπή το ορθόν.
Πρώταρχος. Πάρα πολύ βεβαίως.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν αυτό το πάθημα, φίλε Πρώταρχε, πρέπει να το διαιρέσωμεν εις δύο, εάν θέλωμεν να ίδουμεν τον παιδικόν φθόνον και να εννοήσωμεν την παράδοξον ανάμιξιν της ηδονής και της λύπης. Μήπως λοιπόν ερωτάς πώς να το διαιρέσωμεν εις δύο ;
Πρώταρχος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Εις όλους όσοι έχουν διά τον εαυτόν των αυτήν την ψευδή γνώμην ανοήτως, καθώς και εις όλους τους ανθρώπους είναι επόμενον, εις άλλους μεν να συμπαρομαρτή ρωμαλεότης και δύναμις, εις άλλους δε νομίζω (!), το αντίθετον.
Πρώταρχος. Είναι επόμενον.
Σωκράτης. Ως προς αυτό λοιπόν διαίρεσέ τους και όσοι μεν από αυτούς είναι τοιούτοι μαζί με αδυναμίαν και ανεπίδεκτοι τιμωρίας με περίγελον, αν αυτούς τους ονομάσης γελοίους, θα ειπής την αλήθειαν. Όσοι δε είναι επιδεκτικοί τιμωρίας και ρωμαλέοι, αν τους ονομάσης φοβερούς και εχθρούς, θα δώσης εις τον εαυτόν σου (!) τον ορθότατον δι' αυτούς ορισμόν. Δηλαδή η μεν αμάθεια των ρωμαλέων είναι μισητή και άσχημη, διότι είναι βλαβερά και εις τους πλησίον και η ιδία και όλαι αι όμοιαι με αυτήν. Η δε αμάθεια των αδυνάτων κατετάχθη μοιραίως από ημάς εις την τάξιν και την φύσιν των γελοίων.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά ομιλείς. Αλλά πάλιν η ανάμιξις των ηδονών και λοιπών μέσα εις αυτά δεν μου έγινε ακόμη εντελώς σαφής.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν πάρε πρώτον την σημασίαν του φθόνου.
Πρώταρχος. Λέγε και μη σε μέλει.
Σωκράτης. Δεν είναι άραγε ο φθόνος κάποια άδικος λύπη και ηδονή ;
Πρώταρχος. Αυτό είναι λογικόν βεβαίως.
Σωκράτης. Και λοιπόν το να ευχαριστήται κανείς διά τα κακοπαθήματα των εχθρών δεν είναι αληθές ότι δεν το θεωρούμεν ούτε άδικον ούτε φθονερόν;
Πρώταρχος. Αμέ τι άλλο ;
Σωκράτης. Όταν όμως βλέπη κανείς τα κακοπαθήματα των φίλων του, το να μη λυπήται και μάλιστα να ευχαριστήται δεν είναι άδικον ;
Πρώταρχος. Πώς δεν είναι;
Σωκράτης. Λοιπόν δεν είπαμεν ότι η αμάθεια είναι δι' όλους κακόν ;
Πρώταρχος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Λοιπόν τα είδη της δοκησισοφίας και ωραιομανίας των φίλων και όσα είπαμεν προ ολίγου, τα οποία κατετάξαμεν εις τρία είδη, δεν είπαμεν ότι όσα μεν είναι αδύναμα είναι γελοία, όσα δε είναι ρωμαλέα είναι μισητά ; Ή δεν θέλεις να παραδεχθώμεν αυτό που είπα προ ολίγου, ότι δηλαδή, όταν έχη κανείς αυτήν την διάθεσιν των φίλων την αβλαβή εις τους άλλους, είναι αξιογέλαστος ;
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά δεν παραδεχόμεθα άραγε ότι αυτή είναι κακόν, αφού είναι αμάθεια ;
Πρώταρχος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Ευχαριστούμεθα όμως ή λυπούμεθα, οσάκις γελώμεν δι' αυτήν;
Πρώταρχος. Είναι προφανές ότι ευχαριστούμεθα.
Σωκράτης. Την ηδονήν όμως διά τα κακοπαθήματα των φίλων δεν είπαμεν ότι ο φθόνος είναι εκείνος που την προξενεί ;
Πρώταρχος. Αυτό είναι επόμενον.
Σωκράτης. Επομένως ο λόγος μας αποδεικνύει ότι, όταν γελώμεν διά τα γελοία των φίλων μας και αναμιγνύωμεν την ηδονήν με τον φθόνον, αναμιγνύομεν με λύπην την ηδονήν. Διότι τον φθόνον τον παρεδέχθημεν προ πολλού ως λύπην της ψυχής μας, τον δε γέλωτα ως ηδονήν, αυτό δε συμβαίνει συγχρόνως εις αυτάς τας περιπτώσεις.
Πρώταρχος. Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης. Λοιπόν ο λόγος αυτός μας ειδοποιεί ότι εις τους θρήνους και τας τραγωδίας όχι μόνον των παραστάσεων αλλά και εις όλην την τραγωδίαν και κωμωδίαν της αληθινής ζωής και εις πολλά άλλα βεβαίως, αναμιγνύονται αι λύπαι με ηδονάς.
Πρώταρχος. Δεν είναι δυνατόν να μη παρεδεχθή κανείς αυτά, καλέ Σωκράτη, και αν ακόμη επιμένη πάρα πολύ εις τα αντίθετα.
Σωκράτης. Και βεβαίως επήραμεν εμπρός μας την οργήν και τον πόθον και τον θρήνον και τον φόβον και τον έρωτα και την ζηλοτυπίαν και τον φθόνον και όλα τα παρόμοια, διότι εις αυτά είπαμεν ότι θα εύρωμεν ότι αναμιγνύονται αυτά που επαναλαμβάνομεν έως τώρα πολλάκις. Δεν είναι έτσι ;
Πρώταρχος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Εννοούμεν λοιπόν, ότι εις τον θρήνον και τον φθόνον και την οργήν περιστρέφονται όλα όσα είπαμεν προ ολίγου;
Πρώταρχος. Πώς δεν εννοούμεν βεβαίως ;
Σωκράτης. Λοιπόν δεν μένουν ακόμη πολλά ;
Πρώταρχος. Πάρα πολλά μάλιστα.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν διατί άραγε νομίζεις ότι εγώ σου παρέστησα την ανάμιξιν η οποία συμβαίνει εις την παράστασιν της κωμωδίας ; Άραγε όχι διά να πιστεύσης ότι την άλλην ανάμιξιν βεβαίως, η οποία συμβαίνει εις τους φόβους και έρωτας και εις τα άλλα, είναι εύκολον να την αποδείξωμεν ; Και αφού κάμης αυτήν κτήμα σου να παραδεχθής ότι δεν είναι ανάγκη πλέον να προχωρήσω και εις εκείνα και να μακρύνω την συζήτησιν, αλλά γενικώς να ενθυμούμεθα τούτο, ότι το σώμα χωριστά από την ψυχήν και η ψυχή χωριστά από το σώμα και από κοινού τα δύο είναι γεμάτα από ηδονήν και λύπην εις τα διάφορα πάθη των ; Τόρα λοιπόν λέγε, άραγε με αφίνεις ή θα με κρατής έως τα μεσάνυκτα; Αλλά με λίγα λόγια νομίζω ότι θα επιτύχω από σε να με αφήσης. Δηλαδή δι' όλα αυτά αύριον θα είμαι πρόθυμος να σου δώσω λόγον, προς το παρόν όμως θέλω να πάρω δρόμον διά τα υπόλοιπα όσα σχετίζονται με την δίκην την οποίαν επιβάλλει ο Φίληβος.
Πρώταρχος. Καλά το είπες, Σωκράτη μου. Λοιπόν όσα είναι υπόλοιπα ειπέ τα καθώς σου αρέσει.
Σωκράτης. Λοιπόν συμφώνως με την φύσιν από κάποιαν λογικήν συνέπειαν κατόπιν των μικτών ηδονών ας προχωρήσωμεν εις τας αμιγείς με την σειράν των.
Πρώταρχος. Ωραιότατα το είπες.
Σωκράτης. Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω κατ' άλλον τρόπον να εξηγήσω αυτάς μεταξύ μας. Δηλαδή δεν πείθομαι τόσον πολύ εις εκείνους οι οποίοι διισχυρίζονται ότι όλαι αι ηδοναί είναι διάλειμμα των διαφόρων ειδών της λύπης, αλλά καθώς είπα, σας προσκαλώ μάρτυρας εις το ζήτημα ότι υπάρχουν μερικαί φαινομενικαί ηδοναί, αι οποίαι δεν είναι διόλου πραγματικαί, και άλλαι που νομίζονται μεγάλαι και πολλαί συγχρόνως, και όμως αυταί είναι φύρδην μίγδην ανάμικτοι στενοχωρίαι ομού με λύπας και με διαλείμματα των μεγαλιτέρων οδυνών των περιστρεφομένων και εις το σώμα και εις την ψυχήν.
Πρώταρχος. Αληθείς όμως ποίας όταν θεωρεί κανείς, καλέ Σωκράτη, θα σκέπτεται ορθώς ;
Σωκράτης. Τας αναφερομένας εις τα λεγόμενα ωραία χρώματα και σχήματα και εις τας περισσοτέρας οσμάς και τους μουσικούς τόνους• και εις όσα ενώ εις τας ελλείψεις των δεν προξενούν αίσθησιν και λύπην, τας αναπληρώσεις των τας παραδίδουν εις ημάς αισθητάς και ηδονικάς και καθαράς από τας λύπας.
Πρώταρχος. Πώς λοιπόν, καλέ Σωκράτη, λέγομεν αυτά τόρα πάλιν ούτω πως ;
Σωκράτης. Βεβαίως δεν είναι αμέσως εξ αρχής σαφή όσα λέγω, πρέπει όμως να προσπαθήσωμεν να τα εξηγήσωμεν. Δηλαδή και των σχημάτων κάλλος δεν θέλω τόρα να παραδεχθώ εκείνο το οποίον παραδέχονται οι περισσότεροι, λόγου χάριν των ζώων ή μερικών ζωγραφημάτων, αλλά τοιούτον ονομάζω κάποιον ευθύγραμμον (το φέρνει ο λόγος μας) και περιφέρειαν και συμφώνως με αυτά βεβαίως όσα κατασκευάζονται με τόρνους επίπεδα και στερεά σώματα, και όσα με τους κανόνας και με τας γωνίας, αν με εννοής. Διότι αυτά δεν τα ονομάζω ωραία σχετικώς με άλλο τίποτε, καθώς άλλα, αλλά ότι είναι παντοτινά ωραία καθ' εαυτά εκ φύσεως και έχουν συγγενείς κάποιας ηδονάς, αι οποίαι δεν είναι διόλου παρόμοιαι με τα γαργαλίσματα. Και τα χρώματα λοιπόν, όταν έχουν αυτόν τον τύπον, είναι ωραία, καθώς και αι ηδοναί. Αλλά τόρα άραγε το εννοούμεν, ή πώς αλλέως ;
Πρώταρχος. Εγώ προσπαθώ πραγματικώς να το εννοήσω, καλέ Σωκράτη, προσπάθησε όμως και συ να το εξηγήσης καλλίτερα.
Σωκράτης. Ονομάζω λοιπόν τους τόνους, τους ομαλούς και καθαρούς, οι οποίοι δίδουν μίαν καθαράν μελωδίαν, όχι σχετικώς με άλλο τίποτε ωραίους, αλλά μόνους των, και παραδέχομαι ότι αυτούς τους παρακολουθούν συγγενείς ηδοναί.
Πρώταρχος. Και αυτό βεβαίως είναι αληθές.
Σωκράτης. Το δε γένος των ηδονών το περιστρεφόμενον εις τας οσμάς είναι βεβαίως ολιγώτερον θείον από αυτά. Το ότι όμως δεν είναι ανάμικτοι με αυτάς απαραίτητοι λύπαι και πώς μας συμβαίνει τούτο και μέσα εις ποία πράγματα, τούτο ολόκληρον το θεωρώ αντίστροφον με εκείνα. Λοιπόν, αν παρακολουθής, αυτά τα ονομάζομεν (!) δύο είδη των ηδονών.
Πρώταρχος. Παρακολουθώ.
Σωκράτης. Ακόμη λοιπόν ας προσθέσωμεν εις αυτά και τας ηδονάς τας περιστρεφομένας εις τα μαθήματα, εάν βεβαίως νομίζωμεν ότι αυταί δεν περιέχουν πείναν της μαθήσεως ούτε ότι από την πείναν προς τα μαθήματα γίνονται εις ημάς εξ αρχής λυπηραί.
Πρώταρχος. Μάλιστα το παραδέχομαι.
Σωκράτης. Και λοιπόν ; Όταν αναπληρωθώμεν με μαθήματα, και κατόπιν επέλθουν αποβολαί ένεκα λήθης, παρατηρείς ότι συμβαίνουν κάποιοι πόνοι εις αυτάς ;
Πρώταρχος. Όχι βεβαίως εκ φύσεως, αλλά κάποτε όταν συλλογιζώμεθα το μάθημα και λυπηθώμεν διότι το εστερήθημεν ένεκα της χρησιμότητος.
Σωκράτης. Και όμως, αξιομακάριστε φίλε, ημείς τόρα εξετάζομεν μόνον τα φυσικά παθήματα χωριστά από τον συλλογισμόν.
Πρώταρχος. Τότε λοιπόν καλά λέγεις ότι χωρίς λύπην μας συμβαίνει η λήθη κάθε τόσον εις τα μαθήματα.
Σωκράτης. Αυτάς λοιπόν τας ηδονάς των μαθημάτων πρέπει να τας θεωρήσωμεν αμιγείς από λύπας και ότι δεν ανήκουν εις τους κοινούς ανθρώπους αλλά εις τους πολύ σπανίους.
Πρώταρχος. Και πώς δεν πρέπει να τας θεωρήσωμεν;
Σωκράτης. Αφού λοιπόν πλέον εχωρίσαμεν καθώς πρέπει τας καθαράς ηδονάς και εκείνας αι οποίαι θα ήτο ορθόν να ονομασθούν σχεδόν ακάθαρτοι, ας προσθέσωμεν εις τον ορισμόν μας διά μεν τας ορμητικάς ηδονάς την αμετρίαν, διά δε τας μη ορμητικάς αντιθέτως συμμετρίαν. Και εκείνας μεν όσαι επιδέχονται το μέγα και ορμητικόν και το πολλάκις και πλειστάκις, αν τας κατατάξωμεν εις εκείνο το απέραντον γένος και εις την αυξομείωσιν η οποία διέρχεται από το σώμα και από την ψυχήν μας, εκείνας δε όσαι δεν επιδέχονται ας τας κατατάξωμεν εις το γένος των συμμέτρων.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά ομιλείς, Σωκράτη μου.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν πάλιν κατόπιν από αυτά ας εξετάσωμεν και το εξής.
Πρώταρχος. Τι πράγμα ;
Σωκράτης. Ποίον άραγε να δεχθώμεν ότι έχει σχέσιν με την αλήθειαν ;
Το καθαρόν και άδολον, ή το ορμητικόν και το πολύ και το μέγα και το αρκετόν ;
Πρώταρχος. Τι άραγε, καλέ Σωκράτη, επιδιώκει αυτή η ερώτησίς σου ;
Σωκράτης. Να μην παραλείψω τίποτε, φίλε Πρώταρχε, εις τον έλεγχον της ηδονής και της επιστήμης, εάν βεβαίως έν μέρος από έκαστον από αυτά είναι καθαρόν, άλλο δε δεν είναι καθαρόν, διά να παρουσιασθή το καθέν καθαρόν εις την κρίσιν, και καταστήση εις εμέ και εις εσέ και εις όλους τούτους εδώ ευκολωτέραν την κρίσιν.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν, δι' όλα τα γένη τα οποία ονομάζομεν καθαρά, ας σκεφθώμεν το εξής. Πρώτον ας εκλέξωμεν έν μέρος αυτών και ας το ερευνήσωμεν καλώς.
Πρώταρχος. Ποίον λοιπόν να εκλέξωμεν ;
Σωκράτης. Αν αγαπάς, ας εξετάσωμεν πρώτα από όλα το γένος των λευκών.
Πρώταρχος. Πολύ καλά.
Σωκράτης. Πώς λοιπόν ημπορούμεν να αποκτήσωμεν καθαριότητα του λευκού και ποία είναι αυτή ; Άραγε το ανώτατον και το περισσότερον λευκόν από όλα ή το αμιγέστερον, εις τα οποία δεν υπάρχει κανέν μερίδιον άλλου χρώματος ;
Πρώταρχος. Είναι φανερόν ότι το καθαρειότερον από όλα.
Σωκράτης. Πολύ ορθά. Αλλ' άραγε, φίλε Πρώταρχε, δεν θα θεωρήσωμεν αυτό ως το αληθέστερον και συγχρόνως το ωραιότερον από όλα τα λευκά, όχι όμως το περισσότερον ούτε το μεγαλίτερον;
Πρώταρχος. Πολύ ορθά βεβαίως.
Σωκράτης. Λοιπόν το &μικρόν& καθαρόν &λευκόν&, αν το θεωρήσωμεν λευκότερον και ωραιότερον και αληθέστερον από το ανάμικτον &εκτενές λευκόν&, θα ομιλήσωμεν εντελώς ορθώς ;
Πρώταρχος. Εντελέστατα βεβαίως.
Σωκράτης. Και λοιπόν ; Βεβαίως δεν θα λάβωμεν ανάγκην πολλών παρομοίων παραδειγμάτων διά το ζήτημα της ηδονής, αλλά από αυτό ημπορούμεν να εννοήσωμεν, ότι βεβαίως και παν είδος ηδονής το μικρόν απέναντι του μεγάλου και το ολίγον απέναντι του πολλού, το καθαρόν από λύπην, είναι ηδονικώτερον και αληθέστερον και ωραιότερον.
Πρώταρχος. Καθ' υπερβολήν μάλιστα, και αυτό βεβαίως το παράδειγμα είναι αρκετόν.
Σωκράτης. Και λοιπόν το εξής ; Άραγε δεν ακούσαμεν ποτέ περί της ηδονής ότι είναι μία διαρκής γένεσις, και ότι ουσία δεν υπάρχει διόλου της ηδονής ; Δηλαδή μερικοί ευφυολόγοι προσπαθούν να μας αναγγέλλουν αυτόν τον λόγον πάλιν, και πρέπει να τους χρεωστούμεν χάριν.
Πρώταρχος. Διατί τάχα ;
Σωκράτης. θα σου το εξηγήσω εντελώς αυτό το ίδιον, αγαπητέ Πρώταρχε, ερωτών σε εξ αρχής.
Πρώταρχος. Λέγε και ερώτα και μη σε μέλει.
Σωκράτης. Υπάρχουν λοιπόν δύο είδη, το έν μεν που είναι μόνον του, το δε άλλο που επιθυμεί άλλο.
Πρώταρχος. Πώς τα εννοείς αυτά και ποία είναι ;
Σωκράτης. Το έν μεν επλάσθη πάντοτε σεβασμιώτατον, το δε άλλο στερούμενον αυτού του στοιχείου (της σεβασμιότητος).
Πρώταρχος. Εξήγησέ το σαφέστερον ακόμη.
Σωκράτης. Ωμορφόπαιδα βεβαίως ωραία και καλά έχομεν ιδή και συγχρόνως εραστάς αυτών ανδρείους.
Πρώταρχος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Με αυτούς λοιπόν οι οποίοι είναι δύο, ζήτησε να εύρης άλλα δύο όμοια μεταξύ όλων όσα λέγομεν ότι υπάρχουν.
Πρώταρχος. Θέλεις πλέον να ερωτήσω και τρίτην φοράν ; Λέγε καθαρώτερα, καλέ Σωκράτη, τι εννοείς ;
Σωκράτης. Διόλου κανέν πολύπλοκον, φίλε Πρώταρχε. Αλλ' απλώς ο λόγος μας έγινε πολύλογος, και λέγει ότι άλλο μεν από τα όντα είναι πάντοτε αιτία άλλου, άλλο δε είναι κάθε τόσον εκείνο, χάριν του οποίου υπάρχει η αιτία.
Πρώταρχος. Μόλις το ενόησα, διότι το επανέλαβες πολλάκις.
Σωκράτης. Πολύ πιθανόν όμως, παιδί μου, να το εννοήσωμεν καλλίτερα όσον προχωρεί ο λόγος.
Πρώταρχος. Διατί όχι βεβαίως ;
Σωκράτης. Λοιπόν ας πάρωμεν άλλα δύο, τα εξής.
Πρώταρχος. Ποία ;
Σωκράτης. Έν μεν την γένεσιν των πάντων, και άλλο έν την ουσίαν (ύπαρξιν, πλάσιν).
Πρώταρχος. Παραδέχομαι αυτά σου τα δύο, δηλαδή την ουσίαν και την γένεσιν.
Σωκράτης. Πολύ ορθά. Λοιπόν από αυτά τα δύο ποίον άραγε θα δεχθώμεν ότι υπάρχει χάριν του άλλου, η γένεσις χάριν της ουσίας, ή η ουσία χάριν της γενέσεως ;
Πρώταρχος. Με ερωτάς δηλαδή τόρα αν αυτό το οποίον ονομάζεται ουσία είναι αυτό που είναι εξ αίτιας της γενέσεως ;
Σωκράτης. Έτσι φαίνεται (!).
Πρώταρχος. Δι' όνομα των θεών, μη τυχόν άραγε με ερωτάς πάλιν κάτι τι παρόμοιον; «Λέγε μου, καλέ Πρώταρχε, άραγε εξ αίτιας των πλοίων λέγεις ότι υπάρχει η ναυπηγία μάλλον, ή τα πλοία εξ αιτίας της ναυπηγίας, και όλα όσα είναι παρόμοια ;».
Σωκράτης. Αυτό ακριβώς λέγω, φίλε Πρώταρχε.
Πρώταρχος. Τότε λοιπόν διατί δεν έδωκες μόνος σου απάντησιν εις τον εαυτόν σου, Σωκράτη μου ;
Σωκράτης. Δεν υπάρχει λόγος να μη δώσω. Συ όμως λάμβανε μέρος εις τον λόγον (!).
Πρώταρχος. Πολύ καλά.
Σωκράτης. Λέγω λοιπόν ότι εξ αιτίας της γενέσεως παρέχονται εις όλους τα χρώματα και όλα τα όργανα και παν υλικόν, πάσα δε γένεσις γίνεται πάντοτε εξ αιτίας άλλης ουσίας εκάστοτε, και ότι όλη η γένεσις γίνεται εξ αιτίας όλης της ουσίας.
Πρώταρχος. Πολύ καθαρά το εξήγησες πραγματικώς.
Σωκράτης. Λοιπόν η ηδονή ; εάν βεβαίως είναι γένεσις, είναι λογικόν να παράγεται εξ αιτίας κάποιας ουσίας.
Πρώταρχος. Αμέ τι ;
Σωκράτης. Αλλά η αιτία διά την οποίαν παράγεται το παράγωγον της αιτίας ανήκει εις την τάξιν του αγαθού. Το παραγόμενον όμως εξ αιτίας άλλου τινός πρέπει, λαμπρέ μου άνθρωπε, να το κατατάξωμεν εις άλλην τάξιν.
Πρώταρχος. Είναι πολύ λογικόν.
Σωκράτης. Επομένως, αφού η ηδονή είναι γένεσις, εάν την κατατάξωμεν εις διάφορον τάξιν από το αγαθόν, δεν θα κάμωμεν καλά ;
Πρώταρχος. Πολύ καλά βεβαίως.
Σωκράτης. Λοιπόν καθώς είπα εις την αρχήν τούτου του λόγου, ο οποίος μας ειδοποίησε περί της ηδονής ότι είναι γένεσις, και ότι κανέν μέρος αυτής δεν είναι ουσία, δεν πρέπει να του χρεωστούμεν χάριν ; Δηλαδή είναι φανερόν ότι αυτός περιγελά τους διισχυριζομένους ότι η ηδονή είναι αγαθόν.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Και βεβαίως αυτός ο ίδιος θα περιγελάση κάθε τόσο και δι' όσα τελειόνουν με τας διαφόρους γενέσεις.
Πρώταρχος. Πώς λοιπόν και ποίους εννοείς ;
Σωκράτης. Αυτούς οι οποίοι θεραπεύουν ή την πείναν ή την δίψαν ή κάτι τι παρόμοιον από όσα θεραπεύει η γένεσις, και ευχαριστούνται διά την γένεσιν, διότι είναι ηδονή, και λέγουν ότι δεν θα εδέχοντο να ζουν υπό τον όρον να μη διψούν και να μη πεινούν και να μη πάσχουν όλα τα άλλα τα οποία ημπορεί κανείς να απαριθμήση, όσα παρακολουθούν τα τοιαύτα αισθήματα.
Πρώταρχος. Έτσι φαίνονται τουλάχιστον.
Σωκράτης. Λοιπόν της γενέσεως δεν θα παραδεχθώμεν όλοι ότι το αντίθετον είναι η φθορά;
Πρώταρχος. Αυτό είναι λογικόν.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν την φθοράν και την γένεσιν ίσως προτιμά κανείς όταν προτιμά αυτά, και όχι την τρίτην εκείνην κατάστασιν του βίου, εις την οποίαν δεν υπάρχει ούτε χαρά ούτε λύπη, αλλά διανόησις μόνον όσον το δυνατόν καθαρωτάτη.
Πρώταρχος. Φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ότι είναι πάρα πολύ το άτοπον, εάν κανείς δεχθή την ηδονήν ως αγαθόν.
Σωκράτης. Πολύ, άλλως τε ας το είπουμεν ακόμη κατά τον εξής τρόπον.
Πρώταρχος. Ποίον ;
Σωκράτης. Πώς δεν είναι άτοπον, ενώ δεν υπάρχει ούτε κανέν αγαθόν ούτε κανέν καλόν ούτε εις τα σώματα ούτε εις πολλά άλλα εκτός της ψυχής, εις αυτήν πάλιν μόνον η ηδονή να υπάρχη, η ανδρεία όμως ή η σωφροσύνη ή ο νους, ή κανέν άλλο από όσα αγαθά εδόθησαν εις την ψυχήν, να μην υπάρχη κανέν; Έπειτα ακόμη εκείνον όστις δεν ευχαριστείται, αλλά πονεί, να αναγκαζώμεθα να τον θεωρούμεν κακόν όταν πονή, και αν είναι ο καλλίτερος από όλους, και εκείνον όστις ευχαριστείται πάλιν, όσον περισσότερον ευχαριστείται, την στιγμήν που ευχαριστείται, τόσον περισσότερον να τον θεωρούμεν ότι είναι υπέροχος εις την αρετήν ;
Πρώταρχος. Όλα αυτά, Σωκράτη μου, είναι όσον φαντάζεσαι ατοπώτατα.
Σωκράτης. Λοιπόν ας μη προσπαθούμεν να εξερευνήσωμεν εντελώς όλην την ηδονήν, διά δε τον νουν και την επιστήμην να φανούμεν ωσάν φειδωλοί. Αλλά με γενναιότητα, εάν έχη κάπου κανέν μέρος σαθρόν, ας το καθαρίσωμεν, έως ότου εννοήσαντες ό,τι καθάρειον υπάρχει εις την φύσιν αυτών, το χρησιμοποιήσωμεν διά την κρίσιν μεταξύ αυτών και των αληθεστέρων μερών της ηδονής.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Λοιπόν, καθώς νομίζω, το έν από αυτά δημιουργεί την μάθησιν των μαθημάτων, το δε άλλο την παίδευσιν και ανατροφήν, ή πώς αλλέως;
Πρώταρχος. Καθώς είπες.
Σωκράτης. Εις δε τας χειρωνακτικάς ας σκεφθώμεν μήπως άλλη μεν συνδέεται περισσότερον με την επιστήμην, άλλη δε ολιγώτερον και πρέπει άλλα μεν να θεωρούμεν όσον το δυνατόν καθαρότατα, άλλα δε όσον το δυνατόν ακάθαρτα.
Πρώταρχος. Τότε βεβαίως πρέπει.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν πρέπει εκάστης τάξεως από αυτάς να πάρωμεν τας αρχιεργατικάς.
Πρώταρχος. Ποίας και πώς ;
Σωκράτης. Λόγου χάριν, εάν από όλας τας τέχνας αποχωρίση κανείς, την αριθμητικήν και την μετρικήν και την σταθμικήν, με μίαν λέξιν θα είναι ποταπόν ό,τι μένει από εκάστην.
Πρώταρχος. Βεβαίως ποταπόν.
Σωκράτης. Τουλάχιστον μένει τότε πλέον να εικοτολογούμεν και να σπουδάζωμεν τας εντυπώσεις των αισθητηρίων με κάποιαν πείραν και τριβήν, προσλαμβάνοντες ως βοήθημα τας δυνάμεις της σκοπευτικής, τας οποίας πολλοί τας ονομάζουν τέχνας, αι οποίαι με την μελέτην και τον κόπον παρασκευάζουν την ρωμαλεότητα.
Πρώταρχος. Ομιλείς πολύ λογικά.
Σωκράτης. Λοιπόν από αυτά είναι γεμάτη πρώτον βεβαίως η μουσική, η οποία προσαρμόζει το σύμφωνον όχι με το μέτρον, αλλά με μελετημένην επιτηδειότητα. Και όλον το αυλητικόν μέρος αυτής, η οποία επιδιώκει με επιτηδειότητα το μέτρον εκάστης χορδής, ώστε να είναι ανάμικτον πολύ μέρος ασαφές, και ολίγον ασφαλές.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Και βεβαίως και την ιατρικήν και την γεωργίαν και την πλοιαρχικήν και την στρατηγικήν θα τας εύρωμεν ότι είναι όμοιαι.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Την αρχιτεκτονικήν όμως, νομίζω, η οποία μεταχειρίζεται πλείστα μέτρα και όργανα, αυτά που δίδουν εις αυτήν μεγάλην ακρίβειαν την καθιστούν τεχνικωτέραν από πολλάς άλλας επιστήμας.
Πρώταρχος. Πώς;
Σωκράτης. Εις την ναυπηγίαν και οικοδόμησιν και εις πολλά άλλα είδη της ξυλουργικής. Διότι, νομίζω, μεταχειρίζεται κανόνα και τόρνον και διαβήτην και στάθμην και κάποιον ωραίον ισιαστήρι.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα, καλέ Σωκράτη, πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης. Ας χωρίσωμεν λοιπόν εις δύο τας λεγομένας τέχνας, και όσαι μεν ακολουθούν εις τα έργα των την μουσικήν ας ακούμεν ότι μετέχουν ολιγώτερον από την ακρίβειαν, όσαι δε ακολουθούν την τεκτονικήν ότι μετέχουν περισσότερον.
Πρώταρχος. Παραδέχομαι.
Σωκράτης. Από αυτάς δε τας τελευταίας ότι ακριβέσταται είναι εκείναι τας οποίας ανεφέραμεν πρώτα πρώτα προ ολίγου.
Πρώταρχος. Μου φαίνεσαι ότι εννοείς την αριθμητικήν και τας άλλας τέχνας τας οποίας επρόφερες προ ολίγου.
Σωκράτης. Βεβαιότατα. Αλλά, φίλε Πρώταρχε, άραγε δεν πρέπει πάλιν και αυτάς να τας θεωρήσωμεν δύο ειδών ; Ή πώς αλλέως ;
Πρώταρχος. Ποίας λοιπόν εννοείς ;
Σωκράτης. Ως προς την άριθμητικήν πρώτον, άραγε δεν πρέπει να δεχθώμεν ότι άλλη μεν είναι η αριθμητική των κοινών ανθρώπων, και άλλη των φιλοσόφων ;
Πρώταρχος. Με ποίαν άραγε διάκρισιν θα δεχθή κανείς δύο ειδών αριθμητικήν ;
Σωκράτης. Δεν είναι εύκολος ο ορισμός των συνόρων, φίλε Πρώταρχε. Δηλαδή, νομίζω, εκείνοι μεν μετρούν με αριθμούς μονάδας ανίσους, λόγου χάριν δύο στρατόπεδα και δύο βώδια, και δύο όλως διόλου μικρά ή τα μεγαλίτερα από όλα τα πράγματα. Αυτοί όμως ποτέ δεν δέχονται να συμφωνήσουν με αυτούς, εάν κανείς δεν παραδεχθή ότι καμμία μονάς δεν διαφέρει από άλλην μονάδα μεταξύ όλων των εκατομμυρίων.
Πρώταρχος. Πραγματικώς αυτή η διαφορά που λέγεις δεν είναι μικρά μεταξύ των ασχολουμένων εις τους αριθμούς, ώστε είναι λογικόν να θεωρούμεν δύο αυτάς τας τέχνας.
Σωκράτης. Και λοιπόν ; Η λογιστική και η μετρική η εφαρμοζόμενη εις την αρχιτεκτονικήν και το εμπόριον απέναντι της φιλοσοφικής γεωμετρίας και των αναλυτικών υπολογισμών — άραγε ως μία πρέπει να θεωρηθή καθεμία ή να δεχθώμεν δύο ;
Πρώταρχος. Συμφώνως με τα προηγούμενα εγώ τουλάχιστον με την ψήφόν μου θα θεωρήσω ως δύο καθεμίαν από αυτάς.
Σωκράτης. Πολύ ορθά. Αλλά εννοείς άραγε διά ποίον σκοπόν εφέραμεν αυτά εις το μέσον ;
Πρώταρχος. Ίσως, αλλά επιθυμώ συ πρώτος να απαντήσης εις αυτήν την ερώτησίν μας (!).
Σωκράτης. Λοιπόν μου φαίνεται ότι αυτός ο λόγος όχι ολιγώτερον λέγει, τόρα παρ' ό,τι έλεγε εις την αρχήν, όταν εζητούσε να εύρη το αντίστροφον από τας ηδονάς, και ότι εξετάζει μήπως άραγε υπάρχει καμμία επιστήμη καθαρωτέρα από άλλην επιστήμην καθώς και ηδονή από ηδονήν.
Πρώταρχος. Αυτό είναι πολύ σαφές, ότι δηλαδή αυτά δι' αυτόν τον λόγον τα εδοκίμασε.
Σωκράτης. Και λοιπόν; Άραγε εις τα προηγούμενα δεν εύρισκε ότι εις άλλα πράγματα άλλη τέχνη είναι σαφεστέρα από άλλην και άλλη ασαφεστέρα από άλλην ;
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Εις αυτά λοιπόν άραγε δεν αποκαλεί κάποιαν τέχνην ομώνυμον, αφού τας παρέστησε εις την κρίσιν μας ως μίαν, και τόρα πάλιν ερωτά εκ νέου μεταξύ αυτών την σαφήνειαν και την καθαρότητα ως προς αυτά ποία την περιέχει ακριβέστερον, άραγε η τέχνη των φιλοσόφων ή των ασόφων ;
Πρώταρχος. Βεβαιότατα μου φαίνεται ότι αυτό ερωτά.
Σωκράτης. Ποίαν απάντησιν λοιπόν, καλέ Πρώταρχε, θέλεις να δώσωμεν (!) εις αυτόν ;
Πρώταρχος. Καλέ Σωκράτη, εις πολύ μεγάλον βαθμόν διαφοράς εφθάσαμεν ως προς την σαφήνειαν των επιστημών.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν δεν θα απαντήσωμεν ευκολώτερον ;
Πρώταρχος. Αμέ τι άλλο ; Και βεβαίως ας ειπούμεν ότι και αυταί πολύ διαφέρουν από τας άλλας τέχνας, από τας ιδίας όμως αναμεταξύ των διαφέρουν απείρως κατά την ακρίβειαν και την αλήθειαν ως προς τα μέτρα και τους αριθμούς αι περιστρεφόμεναι εις τους πόθους των φιλοσοφούντων.
Σωκράτης. Αυτά ας τα παραδεχθώμεν κατά την ιδικήν σου γνώμην και λοιπόν τόρα έχοντες πεποίθησιν εις εσέ ας απαντήσωμεν με θάρρος εις τους δεινούς σκοπευτάς των λόγων….
Πρώταρχος. Τι πράγμα ;
Σωκράτης. Ότι υπάρχουν δύο αριθμητικαί και δύο μετρικαί και αυτάς ακολουθούν άλλαι πολλαί παρόμοιαι, αι οποίαι έχουν την ιδίαν διδυμικήν συγγένειαν, αλλά απέκτησαν έν μόνον όνομα.
Πρώταρχος. Ας απαντήσωμεν (!) με το καλό, Σωκράτη μου. με αυτήν την απάντησιν εις αυτούς τους οποίους ονομάζεις δεινούς.
Σωκράτης. Αυτάς λοιπόν θεωρούμεν ως κυρίως ακριβείς επιστήμας ;
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά, φίλε Πρώταρχε, προηγουμένως θα εξαντληθή η συζητητική δύναμίς μας, εάν θελήσωμεν να προτιμήσωμεν καμμίαν άλλην από αυτήν.
Πρώταρχος. Ποίαν λοιπόν εννοείς τόρα πάλιν ;
Σωκράτης. Είναι προφανές ότι ο καθείς ημπορεί να εννοήση αυτήν που λέγομεν τόρα. Δηλαδή εγώ νομίζω ότι την γνώσιν περί του όντος και του πραγματικού και του εκ φύσεως πάντοτε αναλλοιώτου όλοι χωρίς άλλο, όσοι έχουν έστω και ολίγον μυαλό μόνον, την θεωρούν ως εξόχως αληθεστάτην. Συ όμως τι την θεωρείς; Πώς ημπορείς να κρίνης αυτό το ζήτημα, φίλε Πρώταρχε ;
Πρώταρχος. Εγώ τουλάχιστον βεβαίως, καλέ Σωκράτη, ήκουα κάθε τόσον από τον Γοργίαν πολλάκις, ότι η τέχνη της πειθούς είναι πολύ ανωτέρα από όλας τας τέχνας. Διότι καθιστά εις εαυτήν υποχείρια τα πάντα εκουσίως και όχι διά της βίας, και ότι είναι η υπερόχως αρίστη από όλας τας τέχνας. Τόρα όμως βεβαίως ούτε εις σε θέλω να δώσω αντίθετον γνώμην, ούτε όμως εις εκείνον.
Σωκράτης. Μου φαίνεται ως να θέλης να ειπής ότι εντρέπεσαι να καταθέσης τα όπλα.
Πρώταρχος. Τόρα ας είναι όπως θέλεις εσύ.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε πταίω εγώ διότι συ δεν απαντάς καλά;
Πρώταρχος. Διά τι πράγμα ;.
Σωκράτης. Εγώ, φίλε Πρώταρχε, δεν εξήταζα ακόμη αυτό το ζήτημα, δηλαδή ποία τέχνη ή ποία επιστήμη είναι πολύ ανωτέρα από όλας ως μεγίστη και αρίστη και πολύ ωφέλιμος δι' ημάς, αλλά ποία άραγε εξετάζει το σαφές και το ακριβές και το αληθέστατον, έστω και αν είναι μικρά η ωφελεία της, αυτό είναι που εζητούσαμεν προ ολίγου. Πρόσεχε λοιπόν, διότι και εις τον Γοργίαν δεν θα γίνης μισητός, εις μεν την τέχνην εκείνου απονέμων τα πρωτεία ως προς την χρησιμότητα διά τους ανθρώπους, ως ανωτέραν δε θεωρών αυτήν την ασχολίαν που είπα εγώ τόρα, καθώς ελέγαμεν τότε ως προς το λευκόν, ότι δηλαδή, και όταν είναι μικρόν, είναι όμως καθαρόν, είναι ανώτερον από το πολύ και μη καθαρόν ως προς αυτήν την τελείαν αλήθειαν. Ομοίως λοιπόν και τόρα, αφού σκεφθώμεν υπερβολικά και συλλογισθώμεν αρκετά, &χωρίς να λάβωμεν υπ' όψιν κάποιαν ωφέλειαν των επιστημών ούτε τας ευδοκιμήσεις των, αλλ' αν επλάσθη καμμία δύναμις της ψυχής μας να αγαπά την αλήθειαν και όλα να τα εκτελή χάριν αυτής& και μόνον, αφού εξετάσωμεν το καθαρόν μέρος του νου και της φρονήσεως, να ειπούμεν περί αυτής αν παραδεχόμεθα κατά την λογικήν πιθανότητα ότι αυτήν κυρίως έχομεν εντός μας ή μήπως πρέπει να ζητήσωμεν καμμίαν άλλην εγκυροτέραν από αυτήν.
Πρώταρχος. Προσέχω και μου φαίνεται ότι είναι δύσκολον να παραδεχθή κανείς ότι κάποια άλλη επιστήμη ή τέχνη συνδέεται με την αλήθειαν περισσότερον από αυτήν.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε τοιούτον τι εσκέφθης και είπες τόρα αυτά, ότι δηλαδή αι περισσότεραι τέχναι και όσοι ασχολούνται εις αυτάς, πρώτον μεν μεταχειρίζονται γνώμας και αυτάς τας γνώμας τας ερευνούν εντόνως ; Και αν κανείς νομίζη ότι σκέπτεται περί της φύσεως, εννοείς ότι πάλιν ερευνά τα ζητήματα αυτού του κόσμου, δηλαδή πώς παρήχθη και πώς πάσχει και πώς ενεργεί εις όλην του την ζωήν ; Να τα παραδεχθώμεν αυτά ή πώς αλλέως;
Πρώταρχος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Αλλ' άραγε ο τοιούτος δεν επήρε επάνω του αυτόν τον κόπον όχι ως προς τα παντοτινά όντα, αλλά ως προς τα παρόντα και μέλλοντα και παρελθόντα ;
Πρώταρχος. Έχεις πληρέστατον δίκαιον.
Σωκράτης. Από αυτά όμως θα παραδεχθώμεν ότι υπάρχει τίποτε σαφές συμφώνως με την ακριβεστάστην αλήθειαν, από όσα ούτε υπήρξε ποτέ κανέν αναλλοίωτον ούτε θα υπάρξη ούτε τόρα υπάρχει;
Πρώταρχος. Πώς είναι δυνατόν;
Σωκράτης. Λοιπόν δι' εκείνα τα οποία δεν έχουν καμμίαν βεβαιότητα, πώς είναι δυνατόν να αποκτήσωμεν ημείς και την παραμικροτέραν βεβαιότητα ;
Πρώταρχος. Νομίζω, με κανένα τρόπον.
Σωκράτης. Ούτε λοιπόν νους ούτε καμμία επιστήμη υπάρχει δι' αυτά περιέχουσα την τελείαν αλήθειαν.
Πρώταρχος. Βεβαίως δεν είναι λογικόν.
Σωκράτης. Λοιπόν τον κύριον σε και εμέ και τον Γοργίαν και τον Φίληβον πρέπει συχνά να τους αφήνωμεν κατά μέρος και τούτο να φέρωμεν ως μάρτυρα εις τον λόγον.
Πρώταρχος. Τι πράγμα ;
Σωκράτης. Ότι δηλαδή ή εις εκείνα περιστρέφεται και το βέβαιον και το καθαρόν και το αληθές και αυτό που είπαμεν καθάρειον, δηλαδή εις τα διαρκώς αναλλοίωτα και εντελώς αμιγή, ή όσον το δυνατόν εις τα συγγενέστερα με εκείνα, όλα δε τα άλλα πρέπει να τα θεωρήσωμεν δεύτερα και υστερώτερα.
Πρώταρχος. Αυτό είναι πολύ αληθές.
Σωκράτης. Λοιπόν όσα ονόματα είναι ωραιότερα από τα σχετικά με αυτά, δεν είναι άραγε δικαιότατον να τα αποδώσωμεν εις τα ωραιότατα;
Πρώταρχος. Είναι λογικόν βεβαίως.
Σωκράτης. Λοιπόν ο νους και η φρόνησις δεν είναι τα ονόματα τα οποία ημπορεί κανείς να τα τιμήση περισσότερον από όλα;
Πρώταρχος. Μάλιστα.
Σωκράτης. Επομένως αυτά είναι με ακρίβειαν νομοθετημένα διά να αποδίδωνται ορθώς εις τας σκέψεις περί του όντως όντος.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Και όμως όσα εγώ τότε προσέφερα εις την δίκην μας, δεν είναι διαφορετικά παρά αυτά τα ονόματα.
Πρώταρχος. Αμέ τι άλλο, καλέ Σωκράτη ;
Σωκράτης. Πολύ καλά. Λοιπόν το ζήτημα της φρονήσεως και της ηδονής χάριν της αναμίξεως μεταξύ των, από όσα ή με όσα υλικά πρόκειται να κατασκευάσωμεν κάτι τι, ωσάν τεχνίται, ότι πρέπει να ευρίσκεται ως παρακαταθήκη, ίσως θα το εσυμπέραινε κανείς ορθώς από τον λόγον μας.
Πρώταρχος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Ύστερον λοιπόν από τούτο δεν πρέπει να δοκιμάσωμεν να τας αναμίξωμεν ;
Πρώταρχος. Αμέ τι άλλο ;
Σωκράτης. Λοιπόν, αν ειπούμεν προηγουμένως και αν ενθυμίσωμεν εις τον εαυτόν μας (!) και τα εξής, άραγε δεν θα ήτο ορθόν ;
Πρώταρχος. Ποία ;
Σωκράτης. Αυτά που αναφέραμεν και προηγουμένως. Φαίνεται δε ότι είναι ορθή η παροιμία που λέγει ότι δύο και τρεις φοράς πρέπει να επαναλαμβάνωμεν διά λόγου ό,τι είναι ορθόν.
Πρώταρχος. Αμέ τι;
Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν δι' όνομα του Διός. Δηλαδή νομίζω ότι ως εξής κάπως τα είπαμεν τότε, όσα είπαμεν.
Πρώταρχος. Πώς ;
Σωκράτης. Ο Φίληβος λέγει ότι η ηδονή έγινε εις όλα τα ζώα ορθός σκοπός και όλοι αυτό πρέπει να επιδιώκουν, και μάλιστα ότι και το αγαθόν αυτό το ίδιον είναι δι' όλα εν γένει, και ότι τα δύο ονόματα, το αγαθόν και το ηδονικόν, ορθώς ετέθησαν εις έν και το αυτό πράγμα και εις μίαν φύσιν. Ο Σωκράτης όμως δεν παραδέχεται ότι αυτά είναι έν, αλλά δύο καθώς είναι δύο και τα ονόματά των, και ότι και το αγαθόν και η ηδονή έχουν διαφορετικήν φύσιν μεταξύ των, και ότι μάλλον μετέχει από την τύχην του αγαθού η φρόνησις παρά η ηδονή. Δεν είναι και δεν ήσαν αυτά, καλέ Πρώταρχε, όσα ελέγαμεν τότε ;
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Λοιπόν δεν παρεδέχθημεν και το εξής μαζί και τότε και τόρα;
Πρώταρχος. Ποίον ;
Σωκράτης. Ότι η φύσις του αγαθού διαφέρει από τα άλλα κατά το εξής.
Πρώταρχος. Ποίον ;
Σωκράτης. Εις ποίον από τα ζώα θα υπάρχη αυτό πάντοτε μέχρι τέλους παντοιοτρόπως και από παντού, δηλαδή το να μη έχη πλέον ανάγκην από τίποτε άλλο, και να έχη το απαραίτητον πληρέστατον. Δεν είναι έτσι ;
Πρώταρχος. Βεβαίως.
Σωκράτης. Λοιπόν δεν επροπαθήσαμεν με την συζήτησιν μας να ορίσωμεν χωριστά τον βίον ενός εκάστου, την μεν ηδονήν αμιγή από την φρόνησιν, την δε φρόνησιν επίσης αμέτοχον και από το παραμικρότερον μέρος της ηδονής ;
Πρώταρχος. Αυτό έγινε πραγματικώς.
Σωκράτης. Μήπως λοιπόν τότε μας εφάνη κανέν από τα δύο ικανοποιητικόν δι' οποιονδήποτε ;
Πρώταρχος. Πώς είναι δυνατόν;
Σωκράτης. Αλλά εάν εις τίποτε εξετροχιάσθημεν τότε, τόρα οποιοσδήποτε ας αρχίση πάλιν από την αρχήν και ας ειπή ορθότερον, κατατάσσων την μνήμην και την φρόνησιν και την επιστήμην και την αληθή κρίσιν εις την ιδίαν κατηγορίαν, και εξετάζων αν κανείς χωρίς αυτά θα εδέχετο να έχη ή να αποκτήση οτιδήποτε, πολύ δε ολιγώτερον βεβαίως είτε όσον το δυνατόν περισσότερον είτε όσον το δυνατόν ορμητικώτερον, την οποίαν ούτε ορθώς θα έκρινε ότι την απολαμβάνει ούτε καθόλου θα εγνώριζε τι πάθημα άραγε του συμβαίνει, ούτε πάλιν ανάμνησιν του παθήματος θα είχε ουδέ εις ελάχιστον χρόνον. Τα ίδια δε ας λέγη και περί της φρονήσεως. αν δηλαδή θα εδέχετο κανείς χωρίς οποιανδήποτε ηδονήν, έστω και την μικροτέραν, να έχη μάλλον φρόνησιν, παρά μαζί με τας ηδονάς, ή όλας τας ηδονάς μάλλον χωρίς φρόνησιν.
Πρώταρχος. Δεν είναι δυνατόν αυτό, καλέ Σωκράτη, αλλά δεν είναι ανάγκη να ερωτάς πολλάκις το ίδιον.
Σωκράτης. Επομένως το τέλειον βεβαίως και το δι' όλους προτιμητέον και εντελώς αγαθόν δεν είναι αληθές ότι δεν είναι κανέν από αυτά τα δύο;
Πρώταρχος. Βεβαίως πώς είναι δυνατόν να είναι ;
Σωκράτης. Λοιπόν πρέπει να συλλάβωμεν ή τελείως το αγαθόν ή κάποιον γενικόν τύπον αυτού, διά να έχωμεν, καθώς είπαμεν, εις ποίον να δώσωμεν τα δευτερεία.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης. Λοιπόν δεν ευρήκαμεν κάποιον δρόμον προς το αγαθόν ;
Πρώταρχος. Ποίον ;
Σωκράτης. Καθώς, όταν κανείς ζητή ένα άνθρωπον, ερωτά πρώτον ορθώς την κατοικίαν του, όπου κατοικεί, βεβαίως αποκτά σπουδαίον βήμα διά την ανεύρεσιν του ζητουμένου.
Πρώταρχος. Πώς όχι ;
Σωκράτης. Το ίδιον λοιπόν και τόρα κάποιος λόγος μας εμήνυσε καθώς και εις την αρχήν, να μη ζητούμεν εις τον αμιγή βίον το αγαθόν, αλλά εις τον μικτόν.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Αλλά δεν υπάρχει άραγε περισσοτέρα ελπίς να γίνη φανερώτερον το ζήτημά μας εις το καλώς αναμιχθέν παρά εις το μη αναμιχθέν ;
Πρώταρχος. Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης. Λοιπόν ας τα κεράσωμεν μαζί, φίλε Πρώταρχε, και ας ευχώμεθα εις τους θεούς, είτε ο Διόνυσος είτε ο Ήφαιστος είναι είτε οστισδήποτε άλλος ο οποίος έχει ως κλήρον την τιμήν της αναμίξεως.
Πρώταρχος. Πολύ καλά.
Σωκράτης. Και βεβαίως εμπρός μας, καθώς εις οινοχόους παρουσιάζονται πηγαί, και με πηγήν μεν μέλιτος ημπορεί κανείς να παρομοιάση την πηγήν της ηδονής, την δε πηγήν της φρονήσεως την νηφάλιον και αμέθυστον με την πηγήν του σωφρονικού και υγιεινού νερού. Και αυτάς πρέπει να προθυμοποιηθούμεν να τας κεράσωμεν μαζί όσον το δυνατόν τελειότερον.
Πρώταρχος. Πώς όχι βεβαίως ;
Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν προηγουμένως ας ιδούμεν, άραγε κάθε ηδονήν με κάθε φρόνησιν αν αναμίξωμεν θα επιτύχωμεν όσον το δυνατόν καλλίτερον ;
Πρώταρχος. Ίσως.
Σωκράτης. Αλλά αυτό δεν είναι ασφαλές. Πώς όμως ημπορούμεν με ολιγώτερον κίνδυνον να τα αναμίξωμεν, νομίζω ότι έχω να ειπώ μίαν γνώμην.
Πρώταρχος. Λέγε ποίαν.
Σωκράτης. Είπαμεν πραγματικώς ότι υπάρχει, καθώς νομίζομεν, μία ηδονή ανωτέρα από άλλην, και μάλιστα και μία τέχνη ακριβεστέρα από άλλην.
Πρώταρχος. Πώς όχι ;
Σωκράτης. Και επιστήμη λοιπόν υπάρχει διάφορος από άλλην επιστήμην, και η μία μεν αποβλέπει εις τα γινόμενα και φθειρόμενα, η άλλη όμως εις πράγματα τα οποία ούτε γίνονται ούτε καταστρέφονται, αλλά είναι πάντοτε ομοίως και όμοια. Αυτήν την τελευταίαν εξετάσαντες υπό έποψιν αληθείας την ευρήκαμεν ότι είναι αληθεστέρα από εκείνην.
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Λοιπόν, εάν παρατηρήσωμεν πρώτον τα αληθέστερα μέρη εκάστης από τας δύο αυτάς αφού τας αναμίξωμεν, άραγε είναι αυτά αρκετά διά να μας δώσουν ετοιμασμένον τον αγαπητότερον βίον ηνωμένα ή μήπως έχομεν ακόμη ανάγκην και από κανέν άλλο ανόμοιον με αυτά;
Πρώταρχος. Εις εμέ τουλάχιστον φαίνεται ορθόν να εκτελέσωμεν αυτό.
Σωκράτης. Ας υποθέσωμεν λοιπόν ένα άνθρωπον ο οποίος κρίνει σοφώς περί της ιδίας της δικαιοσύνης, τι πράγμα είναι, και έχει λόγον σύμφωνον με την νόησίν του, και μάλιστα ότι και δι' όλα τα άλλα όντα συλλογίζεται κατά τον ίδιον τρόπον.
Πρώταρχος. Βεβαίως ας υποθέσωμεν.
Σωκράτης. Λοιπόν άραγε αυτός θα είναι ικανοποιημένος, εάν του καθ' αυτό μεν κύκλου και της καθ' αυτό σφαίρας της θείας έχη τον λόγον, αυτήν όμως την ανθρωπίνην σφαίραν και τούτους τους κύκλους δεν τους γνωρίζη και μεταχειρίζεται εις την οικοδόμησιν και εις όλα τα άλλα αδιαφόρως νεοφανείς κανόνας και κύκλους;
Πρώταρχος. Ομιλούμεν, καλέ Σωκράτη, περί μιας γελοίας διαθέσεως ημών, η οποία υπάρχει μόνον εις τας θείας επιστήμας.
Σωκράτης. Πώς εννοείς ; Άραγε πρέπει την αβεβαίαν και ακάθαρτον τέχνην του ψευδούς κανόνος και του ψευδούς κύκλου να τας βάλωμεν μαζί με εκείνην και να τας αναμίξωμεν ;
Πρώταρχος. Βεβαίως αυτό είναι λογικόν, εάν πρόκειται κανείς έστω και τον δρόμον του να εύρη διά την οικίαν του.
Σωκράτης. Άραγε φρονείς ότι και η μουσική η οποία είπαμεν προ ολίγου ότι είναι γεμάτη από επιτηδειότητα και μίμησιν χρειάζεται καθαρειότητα;
Σωκράτης. Μου φαίνεται απαραίτητον αυτό, εάν βεβαίως ο βίος ημών πρόκειται να είναι οπωσδήποτε βίος.
Σωκράτης. Θέλεις λοιπόν, καθώς ο θυρωρός τον οποίον σπρώχνει και παρασύρει ο όχλος, να υποχωρήσω και να ανοίξω διάπλατα τας θύρας και να αφήσω να εισορμήσουν ως ρεύμα όλαι αι επιστήμαι και να ενωθούν η υποδεεστέρα με την καθαράν ;
Πρώταρχος. Εγώ τουλάχιστον, καλέ Σωκράτη, δεν βλέπω τι ζημίαν ημπορεί να πάθη κανείς, εάν δεχθή όλας τας άλλας επιστήμας, όταν κατέχη τας πρώτας.
Σωκράτης. Να τας αφήσωμεν λοιπόν όλας μαζί να ρεύσουν εις το δοχείον της εξόχως ποιητικής μισγαγκείας (ρεμματαριάς) του Ομήρου ;
Πρώταρχος. Βεβαιότατα.
Σωκράτης. Ιδού τας άφησα. Και τόρα ας γυρίσωμεν πίσω εις την πηγήν των ηδονών. Διότι δεν επετύχαμεν να τας αναμίξωμεν καθώς είχαμεν αποφασίση, δηλαδή πρώτον τα μερίδια των αληθών επιστημών, αλλά επειδή αγαπούμεν ολόκληρον την επιστήμην τας εχύσαμεν εις το ίδιον μέρος σωρηδόν και προηγουμένως από τας ηδονάς.
Πρώταρχος. Ομιλείς πολύ αληθινά.
Σωκράτης. Τόρα λοιπόν είναι καιρός οι δύο μας (!) να σκεφθώμεν και περί των ηδονών, άραγε και αυτάς όλας σωρηδόν πρέπει να τας απολύσωμεν, ή μήπως πρέπει και από αυτάς να απολύσωμεν πρώτον εκείνας όσαι είναι αληθείς;
Πρώταρχος. Είναι πολύ καλύτερον χάριν ασφαλείας τουλάχιστον να απολύσωμεν πρώτον τας αληθινάς.
Σωκράτης. Ας απολυθούν λοιπόν. Και λοιπόν τι θα κάμωμεν κατόπιν; Άραγε, εάν μερικαί είναι απαραίτητοι, καθώς εκεί, δεν πρέπει και αυτάς να τας αναμίξωμεν μαζί;
Πρώταρχος. Πώς δεν πρέπει αυτάς βεβαίως τας απαραιτήτους;
Σωκράτης. Καθώς δε δεν βλάπτει αλλά ωφελεί να γνωρίζωμεν εις την ζωήν μας όλας τας τέχνας, εάν το ίδιον ειπούμεν τόρα και διά τας ηδονάς, δηλαδή εάν το να απολαύσωμεν την ζωήν μας όλας τας ηδονάς είναι συμφέρον εις ημάς και αβλαβές δι' όλους, τότε πρέπει όλας να τας αναμίξωμεν. Πως λοιπόν να ομιλούμεν διά τας ιδίας ηδονάς, και πώς να εκτελούμεν ;
Σωκράτης. Δεν πρέπει, καλέ Πρώταρχε, να ερωτούμεν οι ίδιοι τον εαυτον μας (!), αλλά τας ιδίας ηδονάς και τας φρονήσεις μεταξύ των ως εξής.
Πρώταρχος. Πώς ;
Σωκράτης. «Αγαπηταί κυρίαι (είτε χρειαζόμεθα να τας προσφωνήσωμεν Ηδονάς είτε με οποιονδήποτε άλλο όνομα), μήπως άραγε δεν θα παρεδέχεσθε να συγκατοικήτε με όλην την φρόνησιν, παρά χωρίς φρόνησιν;». Νομίζω ότι εις αυτά είναι λογικώτατον να απαντήσουν αυταί το εξής.
Πρώταρχος. Τι πράγμα ;
Σωκράτης. «Καθώς ελέχθη προηγουμένως, το να μένη μόνον και έρημον έν καθάρειον γένος δεν είναι τόσον εύκολον ούτε ωφέλιμον. Νομίζομεν όμως βεβαίως ότι είναι το καλλίτερον από όλα τα γένη να συγκατοική μαζί μας ένα με ένα διά να γνωρίζη και όλα τα άλλα και όσον το δυνατόν τελείως εκάστην από ημάς.»
Πρώταρχος. «Πολύ καλά το είπατε βεβαίως τώρα», θα ειπούμεν ημείς.
Σωκράτης. Πολύ ορθά. Λοιπόν πρέπει κατόπιν να ερωτήσωμεν πάλιν την φρόνησιν και τον νουν : «Άραγε έχετε κάπως ανάγκην των και τας ορθάς κρίσεις που είπαμεν, αυτά δεν είναι κατόπιν από τα τρία το τέταρτον είδος, αφού βεβαίως αυτά είναι περισσότερον συγγενή με το αγαθόν παρά με την ηδονήν;
Πρώταρχος. Πολύ πιθανόν.
Σωκράτης. Πέμπται λοιπόν δεν είναι άραγε αι ηδοναί τας οποίας εχαρακτηρίσαμεν ως αλύπους, και τας ωνομάσαμεν καθαράς ηδονάς της ιδίας της ψυχής, από τας οποίας μερικαί ακολουθούν τας επιστήμας και μερικαί τας αισθήσεις ;
Πρώταρχος. Πιθανόν.
Σωκράτης. Εις την έκτην όμως γενεάν, λέγει ο Ορφεύς, παύσατε το πανηγύρι της μουσικής. Αλλά και ο ιδικός μας λόγος πλησιάζει να είναι τελειωμένος εις την έκτην κρίσιν. Επομένως κατόπιν από αυτά δεν μένει πλέον παρά να θέσωμεν κάπως την κορωνίδα εις όσα είπαμεν.
Πρώταρχος. Τότε λοιπόν πρέπει.
Σωκράτης. Εμπρός λοιπόν διά τρίτην φοράν παρουσιάζοντες μάρτυρα εις τον σωτήρα τον ίδιον λόγον ας τον εξετάσωμεν.
Πρώταρχος. Ποίον λοιπόν;
Σωκράτης. Ο Φίληβος ώριζε μεταξύ μας ότι το αγαθόν είναι ηδονή ακεραία και πλήρης.
Πρώταρχος. Τρίτον, καθώς φαίνεται, καλέ Σωκράτη, ενοούσες προ ολίγου ότι πρέπει να επαναλάβωμεν τον λόγον από την αρχήν.
Σωκράτης. Μάλιστα και βεβαίως ας ακούσωμεν το κατόπιν από αυτό. Δηλαδή εγώ, αφού ενόησα όσα προ ολίγου είπα, και αγανακτήσας διά τον λόγον του Φιλήβου και όχι μόνον δι' αυτόν αλλά και δι' άλλους απείρους πολλάκις, είπα ότι από την ηδονήν τουλάχιστον ο νους είναι πολύ ωραιότερος και καλλίτερος εις τον βίον των ανθρώπων.
Πρώταρχος. Αυτά ελέχθησαν.
Σωκράτης. Επειδή όμως υποπτεύομαι ότι υπάρχουν και άλλα πολλά, είπα ότι, αν αποδειχθή κανέν καλλίτερον και από τα δύο αυτά, τότε θα πολεμήσω εναντίον της ηδονής χάριν των δευτερείων διά τον νουν, η δε ηδονή έπρεπε να στερηθή και τα δευτερεία.
Πρώταρχος. Βεβαίως το είπες.
Σωκράτης. Κατόπιν όμως από όλα αυτά βεβαίως κανέν από τα δύο δεν εφάνη ικανοποιητικώτατον.
Πρώταρχος. Αυτό είναι πολύ αληθές.
Σωκράτης. Λοιπόν με αυτόν τον λόγον δεν απηλλάγη εντελώς και ο νους και η ηδονή από το να είναι το αγαθόν κανέν από αυτά τα δύο, αφού στερούνται την αυτάρκειαν και την δύναμιν της ικανοποιήσεως και τελειότητος ;
Πρώταρχος. Πολύ ορθά.
Σωκράτης. Αφού όμως βεβαίως απεδείχθη κάποιον άλλο τρίτον ανώτερον από το καθέν από αυτά τα δύο, μυριάκις συγγενέστερος απεδείχθη τόρα πάλιν ο νους και αρμοδιώτερος προς την μορφήν του νικώντος.
Πρώταρχος. Πώς όχι;
Σωκράτης. Λοιπόν δεν είναι πέμπτη, συμφώνως με την κρίσιν την οποίαν μας παρουσίασε τόρα ο λόγος, η δύναμις της ηδονής ;
Πρώταρχος. Φαίνεται.
Σωκράτης. Βεβαίως δε πρώτη δεν είναι ούτε αν όλοι οι βόες και οι ίπποι και όλα μαζί τα ζώα παραδεχθούν την επιδίωξιν των ηδονών. Εις τα οποία πολλοί πιστεύουν ως οι μάντεις εις τα πετεινά, και θεωρούν τας ηδονάς ανωτάτας εις το να ζώμεν ευτυχείς, και νομίζουν ότι οι έρωτες των ζώων είναι περισσότερον έγκυροι μάρτυρες παρά οι λόγοι οι οποίοι μαντεύονται εκάστοτε με φιλοσοφικήν μούσαν.
Πρώταρχος. Πολύ ορθά, καλέ Σωκράτη, ομολογούμεν όλοι μας τόρα πλέον ότι ωμίλησες.
Σωκράτης. Τότε λοιπόν θα μου επιτρέψετε και να φύγω ;
Πρώταρχος. Ολίγον μένει ακόμη, καλέ Σωκράτη. Βεβαίως δε δεν θα αποκάμης συ προηγουμένως από ημάς. Εγώ δε θα σε υπενθυμίσω όσα υπολείπονται.
ΤΕΛΟΣ
Η σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές από τους άριστους μεταφραστές, του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ, προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Φίληβος Στην ερώτηση, πού βασίζεται το αγαθό, ο Φίληβος απαντά προβάλλοντας την ηδονή κι ο Σωκράτη αντιπαραβάλλει τη φρόνηση. Κι αφού δειχτή ότι για τον άνθρωπο είναι σημαντικώτερη η φρόνηση, ως κάτι πεπερασμένο και αντιληπτό, συμπεραίνεται ότι ο συνδυασμός φρονήσεως και αρετής οδηγεί στο αγαθό. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.