Front matter (continued 2)
Aristeidis Harokopos translation
Και ο Σωκράτης είπε·
Ίσως βέβαια, φίλε μου, να έχης δίκαιον, αλλά λέγε μου λοιπόν υπό ποίαν έποψιν δεν είναι αρκετά όσα είπομεν.
Είπεν ο Σιμμίας.
Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι υπό την ιδίαν έποψιν, υπό την οποίαν ημπορεί κανείς να ισχυρισθή το ίδιον και διά την αρμονίαν και διά την λύραν και τας χορδάς της· ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα αόρατον και χωρίς σώμα και εις χορδισμένην λύραν είναι πράγμα ωραιότατον και θείον· η ιδία δε λύρα και αι χορδαί της ότι είναι σώματα υλικά και πράγματα με μορφήν υλικήν, και σύνθετα και γήινα και από το ίδιον γένος με το θνητόν. Όταν λοιπόν κανείς ή κατασυντρίψη την λύραν ή την κάψη ή σπάση τας χορδάς, εάν κανείς επέμενεν εις τον ίδιον ισχυρισμόν, τον οποίον φέρεις συ, ότι δηλαδή εκείνη η αρμονία (την οποίαν ανέδιδεν η λύρα, όταν ήτο γερή) εξακολουθή να υπάρχη ακόμη, και ότι δεν εχάθη (διότι δεν ημπορεί να υπάρχη κανείς τρόπος η μεν λύρα να εξακολουθή να υπάρχη ακόμη εν ώ αι χορδαί της έχουν σπάση και αι χορδαί να εξακολουθούν να υπάρχουν, εν ώ έχουσι μορφήν θνητήν, η δε αρμονία, η οποία έχει την ιδίαν φύσιν και είναι από το αυτό γένος με το θείον και αθάνατον, να έχη χαθή απολεσθείσα προτήτερα από το φθαρτόν πράγμα)· αλλ' υποστηρίζει, ότι απαραιτήτως η αρμονία μόνη της εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη εις κάποιον μέρος, και ότι τα ξύλα και αι χορδαί θα σαπούν εντελώς προτού παρά να πάθη εκείνη το παραμικρόν (και τω όντι εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και συ ο ίδιος έχεις σκεφθή τούτο, ότι θεωρούμεν την ψυχήν ότι είναι τοιούτον τι προ πάντων, καθώς δηλαδή το σώμα μας είναι τεντωμένον και συγκρατείται εις ισορροπίαν από το ζεστόν και το ψυχρόν και το ξηρόν και το υγρόν έτσι και η ψυχή μας είναι μίγμα από μερικά τοιαύτα στοιχεία και μία αρμονία αυτών των ιδίων, όταν αυτά ήθελον ανακατωθή αναμεταξύ των εύμορφα και με μέτρον· εάν λοιπόν η ψυχή τυχαίνη να είναι κάποια αρμονία, είναι φανερόν ότι, όταν το σώμα μας παρά πολύ χαλαρωθή ή παρά πολύ τεντωθή από ασθενείας και άλλα κακά, η μεν ψυχή είναι αναπόφευκτον ότι αμέσως θα χαθή, αν και είναι θειοτάτη, καθώς είναι και αι άλλαι αρμονίαι, και αι υπάρχουσαι εις τους ήχους και αι υπάρχουσαι εις όλα τα έργα των καλλιτεχνών· τα δε απομεινάρια καθενός σώματος θα διατηρηθούν πολύν καιρόν, έως ότου ή τελείως να καυθούν ή όλως διόλου να σαπούν)· πρόσεξε λοιπόν τι θα απαντήσωμεν εις τούτο το επιχείρημα, εάν δηλαδή υποστηρίζη κανείς, ότι η ψυχή, η οποία είναι μίγμα από τας ιδιότητας αι οποίαι υπάρχουσι μέσα εις το σώμα, πρώτη χάνεται, όταν συμβή ο ονομαζόμενος θάνατος.
Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού περιέφερε τα βλέμματά του γύρω εις αυτούς, καθώς τας περισσοτέρας φοράς συνήθιζε, και αφ' ού εχαμογέλασεν, είπεν.
Ο Σιμμίας όμως ομιλεί σωστά. Εάν λοιπόν κανείς από σας έχη μεγαλυτέραν από εμέ ευκολίαν, διατί δεν απεκρίθη; Διότι ομοιάζει με άνθρωπον, ο οποίος δεν επικρίνει άσχημα την ομιλίαν. Μου φαίνεται όμως ότι είναι χρεία προτού αποκριθώμεν να ακούσωμεν προηγουμένως ακόμη τον Κέβητα, ποίας πάλιν αυτός επικρίσεις κάμνει εις την ομιλίαν, διά να μεσολαβήση ολίγος καιρός και να σκεφθώμεν τι θα είπωμεν, έπειτα δε, αφ' ού ακούσωμεν τους λόγους του, ή να υποχωρήσωμεν εις αυτούς, εάν μας φανή ότι μας ψάλλουν καμμίαν αλήθειαν· εάν δε όχι, να υπερασπίσωμεν τότε τον ισχυρισμόν μας. Αλλ' έλα, Κέβη, είπε, λέγε τι είναι εκείνο, το οποίον, επειδή σε ταράττει, σε κάμνει να μη πιστεύης (τους λόγους μου).
Ο Κέβης είπε:
Λοιπόν το λέγω. Ότι η απόδειξις, μου φαίνεται, ευρίσκεται ακόμη εις το ίδιον σημείον και ότι επιδέχεται την ιδίαν αντίρρησιν, την οποίαν ελέγομεν εις τα προηγούμενα. Διότι, ότι μεν η ψυχή μας υπήρχε και προτού έλθη εις αυτήν την τωρινήν μορφήν, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν έχει αποδειχθή πολύ ευφυώς, και πολύ αρκετά, εάν δεν είναι δυσάρεστον να το είπη κανείς· ότι όμως εξακολουθεί ακόμη να ευρίσκηται κάπου, και αφ' ού ημείς αποθάνωμεν, τούτο μου φαίνεται ότι δεν απεδείχθη. Δεν συμμερίζομαι όμως την αντίρρησιν του Σιμμίου, ότι η ψυχή δεν είναι πράγμα δυνατώτερον και το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν από το σώμα. Διότι μου φαίνεται ότι εις όλα αυτά είναι παρά πολύ ανωτέρα από το σώμα. Διατί λοιπόν, θα μου έλεγε κανείς, εξακολουθείς ακόμη να μη πείθησαι, αφ' ού βέβαια βλέπεις ότι, αφ' ού αποθάνη ο άνθρωπος, το πλέον αδύνατον μέρος του υπάρχει ακόμη· δεν σου φαίνεται ότι το διαρκέστερον μέρος του δεν ημπορεί παρά να διατηρήται ακόμη κατά τούτον τον καιρόν; Ως προς τούτο λοιπόν παρατήρησον το εξής, αν ομιλώ σωστά, διότι εγώ, καθώς φαίνεται, διά να παραστήσω το πράγμα, έχω χρείαν καθώς ο Σιμμίας, από μίαν εικόνα, διότι αυτά οπού λέγομεν μου φαίνεται ότι είναι όμοια, ως να έλεγε κανείς την εξής ομιλίαν δι' ένα άνθρωπον υφάντην, ο οποίος απέθανε γέρων, ότι ο άνθρωπος αυτός δεν εχάθη, αλλ' ίσως κάπου ευρίσκεται, παρουσίαζε δε ως απόδειξιν το φόρεμα, το οποίον ύφανεν ο ίδιος και εφορούσεν, ότι υπάρχει ακόμη γερόν και δεν εχάθη· και, εάν κανείς δεν επίστευεν εις αυτόν και τον ηρώτα ποίον από τα δύο διαρκεί περισσότερον καιρόν, η τάξις των ανθρώπων ή η τάξις των φορεμάτων, τα οποία και μεταχειριζόμεθα και φορούμεν· αφ' ού δε τω αποκριθή κανείς, ότι πολύ περισσότερον καιρόν διαρκεί η τάξις των ανθρώπων, νομίζει ότι, επειδή εκείνο οπού διαρκεί ολιγώτερον δεν εχάθη, έχει αποδειχθή ότι περισσότερον από κάθε πράγμα ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχη σώος· αλλ' ο άνθρωπος, νομίζω, Σιμμία, δεν είναι έτσι. Διότι εξέτασον και συ αυτά, τα οποία λέγω· Κάθε άνθρωπος ημπορεί να καταλάβη ότι εκείνος, όστις λέγει αυτό, λέγει ανοησίας, διότι αυτός ο υφάντης, αφ' ού κατέλυσε και ύφανε πολλά τοιαύτα φορέματα απέθανε μεν ύστερα από εκείνα, τα οποία ήσαν πολλά, προτήτερα όμως, νομίζω, από τελευταίον (το οποίον δεν επρόφθασε να καταλύση)· ένεκα τούτου όμως (ότι το τελευταίον φόρεμα διετηρήθη περισσότερον από αυτόν) δεν είναι διόλου ο άνθρωπος χειρότερόν τι από έν πράγμα και πλέον αδύνατον. Η αυτή παραβολή, νομίζω, ταιριάζει και εις την ψυχήν και το σώμα, και, εάν κανείς είπη τα ίδια και δι' αυτά, μοι φαίνεται ότι θα έλεγε σωστά, ότι η μεν ψυχή διαρκεί πολύν καιρόν, το δε σώμα είναι πλέον αδύνατον από αυτήν και διαρκεί ολιγώτερον καιρόν. Αλλά θα έλεγε βέβαια, ότι κάθε ψυχή καταλύει πολλά σώματα, αν μάλιστα ζήση πολλά έτη. Διότι, αν το σώμα φθείρηται και καταστρέφηται, εν ώ ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζη ακόμη, και η ψυχή ξαναϋφαίνη πάντοτε εκείνο το οποίον φθείρεται, θα ήτο βέβαια απαραίτητον, οπόταν η ψυχή θ' απέθνησκε, να τύχη να έχη το τελευταίον ύφασμα, και να χαθή αυτή προτήτερα μόνον από τούτο· αφ' ού δε η ψυχή χαθή (δηλαδή αποθάνη), τότε πλέον το σώμα αποδεικνύει την φυσικήν του αδυναμίαν και, αφ' ού σαπή, γρήγορα φθείρεται. Ώστε δεν είναι ακόμη πρέπον να έχωμεν ελπίδα, αφ' ού πιστεύσωμεν εις αυτήν την ομιλίαν, ότι, αφ' ού αποθάνωμεν, η ψυχή μας εξακολουθεί ακόμη να ευρίσκηται κάπου. Διότι, εάν εις εκείνον οπού λέγει αυτά ήθελεν υποχωρήσει κανείς και περισσότερον ακόμη παρά όσον συ λέγεις, συμφωνών με αυτόν ότι όχι μόνον η ψυχή μας υπήρχε κατά τον προτού ημείς γεννηθώμεν καιρόν, αλλά και ότι τίποτε δεν εμποδίζει, και αφ' ού αποθάνωμεν, αι ψυχαί μερικών να υπάρχουν και να μέλλουν να υπάρχουν ακόμη, και ότι μέλλουν να γεννηθούν πολλάς φοράς και ν' αποθάνουν πάλιν (διότι η ψυχή είναι εκ φύσεως τόσον δυνατή, ώστε αντέχει να γεννάται πολλάκις)· εν ώ δε συμφωνεί εις ταύτα, να μη υποχωρή πλέον ως προς τούτο, ότι αυτή κοπιάζει εις τας πολλάς γεννήσεις της, και ότι επί τέλους χάνεται όλως διόλου εις ένα από τους θανάτους· λέγη δε ότι κανείς δεν ηξεύρει αυτόν τον θάνατον και αυτήν την διάλυσιν του σώματος, η οποία φέρει την καταστροφήν εις την ψυχήν· διότι είναι αδύνατον εις οποιονδήποτε από ημάς να τον καταλάβη· εάν δε τούτο είναι έτσι, κάθε άνθρωπος, ο οποίος ξεθαρρεύεται με τον θάνατον, ανόητα ξεθαρρεύεται, εκτός αν ημπορή ν' αποδείξη ότι η ψυχή είναι πράγμα όλως διόλου αθάνατον και άφθαρτον· εάν δε δεν ημπορή να το αποδείξη, εκείνος ο οποίος πρόκειται ν' αποθάνη πρέπει δίχως άλλο πάντοτε να φοβήται διά την ψυχήν του, μήπως κατά τον τωρινόν χωρισμόν της από το σώμα χαθή όλως διόλου.
Όλοι λοιπόν, αφ' ού ηκούσαμεν όσα αυτοί είπον, κατελήφθημεν από λύπην, καθώς το ωμολογούσαμεν υστερώτερα αναμεταξύ μας, διότι, εν ώ από την προηγουμένην ομιλίαν είχομεν παρά πολύ πεισθή, τώρα πάλιν εφαίνετο ότι μας έφεραν άνω κάτω και μας έρριψαν εις απιστίαν όχι μόνον με τους λόγους οι οποίοι ελέχθησαν προτήτερα, αλλά και με τους λόγους οι οποίοι έμελλον να λεχθώσιν υστερώτερα, και μας έκαμαν ν' αμφιβάλλωμεν μήπως δεν ηξεύρομεν διόλου να κρίνωμεν, ή μήπως και τα ίδια τα πράγματα είναι απίστευτα.
Μα τους θεούς, Φαίδων, βεβαίως σας συγχωρώ, διότι και εις εμέ τον ίδιον, ο οποίος τώρα σε ήκουσα, μου έρχεται να είπω εις τον εαυτόν μου κάτι παρόμοιον· εις ποίαν λοιπόν απόδειξιν πρέπει εις το εξής να πιστεύσωμεν; Διότι εκείνη η οποία ήτο πολύ πιστευτή, η απόδειξις δηλαδή την οποίαν ο Σωκράτης έλεγε, τώρα έπεσε τελείως και έγεινεν απίστευτος, διότι αυτός ο ισχυρισμός και τώρα και πάντοτε θαυμασίως εκυρίευσε την πεποίθησίν μου, ότι δηλαδή η ψυχή μας είναι κάποια αρμονία· και άμα ελέχθη μου υπενθύμισε τρόπον τινά ότι και εγώ ο ίδιος είχον προτήτερα την αυτήν ιδέαν. Και έχω πολλήν ανάγκην εκ νέου ωσάν από την αρχήν, από καμμίαν άλλην απόδειξιν, η οποία να με καταπείση, ότι η ψυχή εκείνου, ο οποίος απέθανε, δεν αποθνήσκει μαζί με αυτόν. Διά το όνομα του θεού, λέγε λοιπόν, πώς ο Σωκράτης εξηκολούθησε την ομιλίαν και ποίον από τα δύο εκαταλάβετε, ότι και εκείνος κάπως ελυπήθη, καθώς λέγεις ότι σεις ελυπήθητε ή όχι, αλλ' εξηκολούθει αταράχως να υποστηρίζη την γνώμην του; Και αν υπεστήριξεν αρκετά, ή ελλιπώς; Διηγήσου μας, παρακαλώ, όλα όσον ακριβέστερα ημπορείς.
Πραγματικώς, Εχέκρατες, πολλάς φοράς μου έκαμεν εντύπωσιν ο Σωκράτης, αλλά ποτέ άλλοτε δεν τον εθαύμασα περισσότερον, παρά τότε ευρεθείς πλησίον του· και ότι μεν αυτός είχε πρόχειρον εκείνο το οποίον θα έλεγεν ίσως, δεν είναι διόλου παράξενον· αλλ' εγώ βεβαίως εις αυτόν εθαύμασα προ πάντων κατά πρώτον μεν το εξής, ότι εδέχθη με γλυκύτητα και αγαθότητα και υπομονήν των νέων την ομιλίαν· έπειτα ότι τάχιστα εκατάλαβε την εντύπωσιν, την οποίαν μας έκαμαν οι λόγοι (του Σιμμίου και Κέβητος)· έπειτα πόσον καλά μας ιάτρευσε και μας έφερεν οπίσω, ωσάν ανθρώπους, οι οποίοι ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν, και μας παρεκίνησεν εις το να τον παρακολουθήσωμεν και να εξετάσωμεν το ζήτημα μαζί του.
Πώς λοιπόν;
Θα σοι είπω· διότι έτυχε να κάθημαι εις τα δεξιά του πλησίον της κλίνης, εις έν χαμηλόν κάθισμα· εκείνος δε εις κάθισμα πολύ υψηλότερον του ιδικού μου. Αφ' ού εχάιδευσε την κεφαλήν μου και ετράβηξε δυνατώτερα τας τρίχας, αι οποίαι εκρέμαντο επάνω εις τον λαιμόν μου (διότι συνήθιζεν, όταν ετύχαινε περίστασις, να παίζη με τα μαλλιά μου).
Αύριον λοιπόν, είπεν, ίσως, Φαίδων, θα κόψης αυτά τα ωραία μαλλιά (17).
Έτσι φαίνεται, είπον εγώ, Σώκρατες.
Όχι αύριον, είπεν ο Σωκράτης, αν βεβαίως με πιστεύσης.
Άλλα διατί; είπον εγώ.
Σήμερον, είπε, και εγώ θα κόψω τα ιδικά μου μαλλιά και συ αυτά, εάν βεβαίως ο ισχυρισμός μας αποθάνη και δεν ημπορέσωμεν να τον αναστήσωμεν. Και εάν εγώ ήμουν συ και ήθελον νικηθή εις την συζήτησιν, θα έταζα με όρκον, καθώς οι Αργείοι, να μη αφήσω να μεγαλώσουν τα μαλλιά προτού νικήσω καταπολεμών πάλιν τον ισχυρισμόν του Σιμμίου και του Κέβητος.
Αλλ' είπον εγώ· Λέγουν ότι ουδέ ο Ηρακλής είναι ικανός να τα βάλη με δύο.
Αλλά, είπε, κάλεσε εις βοήθειάν σου και εμέ, τον Ιόλαον, εν όσω ακόμη είναι ημέρα.
Σε προσκαλώ λοιπόν, είπον, όχι όπως ο Ηρακλής τον Ιόλαον, αλλ' όπως ο Ιόλαος τον Ηρακλή.
Δεν θα έχη καμμίαν διαφοράν, είπεν ο Σωκράτης. Αλλά κατά πρώτον ας προσέξωμεν μήπως πάθωμεν κανέν πάθημα.
Ποίον πάθημα; Είπον εγώ.
Μήπως γίνωμεν, είπεν αυτός, μισολόγοι, καθώς εκείνοι, οι οποίοι γίνονται μισάνθρωποι, διότι δεν υπάρχει, είπε, μεγαλύτερον κακόν, το οποίον ειμπορεί να πάθη κανείς από τούτο, να μισήση δηλαδή τους λόγους· η μισολογία δε και η μισανθρωπία γίνονται κατά τον ίδιον τρόπον. Διότι η μισανθρωπία εισχωρεί μέσα εις τον άνθρωπον εκ του ότι επίστευσε παρά πολύ εις άλλον χωρίς υποψίαν και ενόμισε βεβαίως ότι ο άνθρωπος αυτός ήτο εντελώς φιλαλήθης και ειλικρινής και αξιόπιστος. Έπειτα ολίγον υστερώτερα εύρεν ότι ήτο τουναντίον πονηρός και ανάξιος εμπιστοσύνης. Και άλλην φοράν πάλιν εύρεν άλλον τοιούτον και όταν κανείς έπαθε τούτο πολλάς φοράς και προ πάντων από εκείνους, τους οποίους ενόμισεν ότι ήσαν οι στενώτεροι φίλοι και σύντροφοί του, επί τέλους λοιπόν ερχόμενος εις συχνάς συγκρούσεις καταντά να μισή όλους και να νομίζη ότι κανέν πράγμα κανενός ανθρώπου ούτε εις το ελάχιστον είναι ειλικρινές· ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι τούτο γίνεται έτσι;
Βέβαια έτσι γίνεται, είπον εγώ.
Και λοιπόν, είπεν αυτός, δεν είναι τούτο εντροπή; Και δεν είναι φανερόν ότι ο τοιούτος άνθρωπος επιχειρεί να έρχηται εις σχέσεις με τους ανθρώπους χωρίς να γνωρίζη την τέχνην των ανθρωπίνων πραγμάτων; Διότι, εάν εις καμμίαν περίστασιν εσχετίζετο με τους ανθρώπους γνωρίζων την τέχνην των, θα εθεώρει αυτούς έτσι, όπως είναι, ότι δηλαδή οι μεν πολύ καλοί και πολύ κακοί είναι και οι μεν και οι δε ολίγοι, οι δε αναμεταξύ τούτων (δηλαδή οι ολίγον καλοί και ολίγον κακοί) είναι πολυαριθμότατοι.
Πώς το λέγεις αυτό; Είπον εγώ.
Καθώς, είπε, προκειμένου διά τα πολύ μικρά και τα πολύ μεγάλα πράγματα, νομίζεις ότι υπάρχει πράγμα σπανιώτερον, παρά να εύρη κανείς άνθρωπον ή παρά πολύ μεγάλον ή παρά πολύ μικρόν; Ή σκύλλον ή οποιονδήποτε άλλο πράγμα; Ή να εύρη πάλιν παρά πολύ γρήγορον ή παρά πολύ αργόν; Ή παρά πολύ ωραίον ή παρά πολύ άσχημον; Ή παρά πολύ μαύρον ή παρά πολύ άσπρον; Ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι όλων των τοιούτων πραγμάτων τα μεν τελευταία άκρα είναι σπάνια και ολίγα, τα δε αναμεταξύ τούτων άφθονα και πολλά;
Βεβαίως, είπον εγώ.
Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν προτείνη κανείς κακίας αγώνα, δεν νομίζεις ότι και εις αυτόν ήθελον αναδειχθή πρώτοι πολύ ολίγοι;
Είναι επόμενον βέβαια, είπον εγώ.
Επόμενον βέβαια, είπεν ο Σωκράτης· αλλ' υπό ταύτην την έποψιν οι λόγοι δεν είναι όμοιοι με τους ανθρώπους (αλλ' εις αυτήν την στιγμήν συ με παρέσυρες από το θέμα, διότι ετραβούσες εμπρός και εγώ σε ηκολούθουν)· αλλ' είναι όμοιοι οι λόγοι με τους ανθρώπους κατά τούτο, ότι, όταν κανείς ήθελε πιστεύσει εις ένα λόγον ότι είναι αληθινός, χωρίς να γνωρίζη την τέχνην να εξετάζη τους λόγους και έπειτα ολίγον υστερώτερα φανή εις αυτόν ότι είναι ψευδής, άλλοτε μεν εν ώ είναι ψευδής, άλλοτε δε εν ώ δεν είναι, και άλλοτε πάλιν άλλος λόγος και πάλιν άλλος· και προ πάντων ίσα ίσα εκείνοι, οι οποίοι κατέγειναν εις τους αντιρρητικούς λόγους (δηλαδή οι σοφισταί), ηξεύρεις ότι επί τέλους νομίζουν ότι και μόνοι αυτοί έχουν καταλάβει τούτο, πως τίποτε ούτε εις κανέν από τα πράγματα, ούτε εις καμμίαν από τας λογικάς αποδείξεις είναι σωστόν ούτε σταθερόν, αλλ' όλα τα πραγματικώς υπάρχοντα πράγματα αληθινά γυρίζουν άνω και κάτω, καθώς το ρεύμα εις τον πορθμόν του Ευρίπου (18), και εις καμμίαν κατάστασιν δεν διατηρούνται ποτέ σταθερά.
Παρά πολύ αληθινά πράγματα λέγεις, είπον εγώ.
Και λοιπόν, Φαίδων, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα ήτο λυπηρόν το πάθημα, αν, εν ώ είναι μία λογική απόδειξις αληθινή και βεβαία και ημπορεί κανείς να την καταλάβη, έπειτα, επειδή παρευρέθη κανείς εις λόγους τινάς τοιούτους, οι οποίοι οι ίδιοι φαίνονται άλλοτε μεν ότι είναι αληθινοί, άλλοτε δε ότι δεν είναι, να μη ήθελε κατηγορήσει κανείς τον εαυτόν του μήτε την έλλειψιν της τέχνης εις τους λόγους του εαυτού του, αλλ' επί τέλους, επειδή στενοχωρείται, προθύμως ν' απομακρύνη το πταίσμα από τον εαυτόν του και να το ρίπτη εις τους λόγους (να νομίζη δηλαδή ότι δεν πταίει αυτός αλλ' οι λόγοι) και να εξακολουθή πλέον κατά την επίλοιπον ζωήν να μισή και να κακολογή τους λόγους και να στερηθή τοιουτοτρόπως και της αληθείας και της γνώσεως των πραγμάτων, τα οποία πραγματικώς υπάρχουσι.
Μα τον Δία, είπον εγώ, τούτο είναι βέβαια λυπηρόν.
Κατά πρώτον μεν, είπεν ο Σωκράτης, να μη μας συμβή τούτο, να βάλωμεν μέσα εις την ψυχήν μας την ιδέαν, ότι από τας λογικάς σκέψεις κοντεύει καμμία να μη είναι σωστή, αλλ' ας έχωμεν πολύ περισσότερον την ιδέαν ότι ημείς έως τώρα δεν είμεθα ακόμη υγιείς κατά τον νουν και ας επιδιώξωμεν με γενναιότητα και προθυμίαν να γείνωμεν υγιείς, σεις μεν λοιπόν και οι άλλοι και ένεκα ολοκλήρου της μετά ταύτα ζωής σας, εγώ δε ένεκα του ιδίου του θανάτου, διότι εις την παρούσαν στιγμήν κοντεύω ως προς τούτο να μη είμαι φιλόσοφος, αλλά, όπως οι όλως διόλου αμαθείς, άνθρωπος φιλόνεικος. Διότι και εκείνοι (οι αμαθείς), όταν φιλονεικούν διά κανέν πράγμα, δεν φροντίζουσι μεν να εξετάσωσι πώς είναι εκείνα τα πράγματα, περί των οποίων γίνεται η συζήτησις, προσπαθούν δε με όλην των την καρδίαν πώς εκείνα, τα οποία αυτοί υποστηρίζουν, να φανούν σωστά εις εκείνους, οι οποίοι παρευρίσκονται· και εγώ νομίζω ότι εις την παρούσαν περίστασιν τόσον μόνον θα είμαι διαφορετικός από εκείνους, ότι δεν θα επιδιώξω βεβαίως εκείνα, τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις τους παρευρισκομένους ότι είναι αληθινά, εκτός εάν κάμω τούτο βοηθητικώς, αλλά θα επιδιώξω όσω το δυνατόν περισσότερον εκείνα τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις εμέ τον ίδιον ότι είναι έτσι. Διότι συλλογίζομαι, αγαπητέ μου φίλε (και παρατήρησον πόσον μ' ενδιαφέρει ο συλλογισμός ούτος). Εάν μεν εκείνα, τα οποία λέγω, τυχαίνη να είναι αληθινά, το να πεισθή κανείς εις αυτά είναι καλόν· εάν δε, αφ' ού αποθάνω, δεν υπάρχη τίποτε, αλλά τουλάχιστον κατά τούτον τον ίδιον καιρόν, ο οποίος προηγείται του θανάτου, θα είμαι ολιγώτερον δυσάρεστος εις τους παρευρισκομένους, διότι δεν θρηνώ. Αυτή δε η άγνοια δεν θα μείνη μαζί μου (διότι θα ήτο κακόν πράγμα), αλλ' ολίγον υστερώτερα θα χαθή.
Προετοιμασμένοι λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον, Σιμμία και Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, έρχομαι, εις την συζήτησιν. Σεις όμως, αν πεισθήτε από εμέ, αφ' ού λάβητε ολίγον υπ' όψιν σας τον Σωκράτην και πολύ περισσότερον την αλήθειαν, αν μεν νομίσητε ότι σας λέγω καμμίαν αλήθειαν, παραδεχθήτε αυτήν αν δε όχι, αντιτείνετε με όλα σας τα επιχειρήματα, προσέχοντες από την προθυμίαν μου να μη απατήσω συγχρόνως και τον εαυτόν μου και σας, και φύγω καθώς η μέλισσα αφήνων το κεντρί μου.
Αλλ' ας αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης. Κατά πρώτον υπενθυμίσατε εις εμέ εκείνα, τα οποία ελέγετε, αν αποδειχθώ ότι δεν τα ενθυμούμαι. Ο μεν Σιμμίας βεβαίως, καθώς εγώ νομίζω, δεν πείθεται και φοβείται μήπως η ψυχή, αν και είναι πράγμα θειότερον και ωραιότερον από το σώμα, χάνεται προτήτερα από αυτό, επειδή υπάρχει έχουσα μορφήν αρμονίας. Ο δε Κέβης μου εφάνη ότι συμφωνεί μεν μαζί μου κατά τούτο, ότι η ψυχή είναι πράγμα, το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν από το σώμα, αλλ' ότι εις κανένα δεν είναι φανερόν το εξής, μήπως ίσα ίσα η ψυχή, αφ' ού καταλύση εις πολλά σώματα και πολλάς φοράς, εν ώ παραιτεί το τελευταίον της σώμα, χάνεται τότε και αυτή, και μήπως θάνατος είναι τούτο το ίδιον, δηλαδή η καταστροφή μιας ψυχής· επειδή το σώμα τουλάχιστον διόλου δεν παύει να χάνηται πάντοτε. Λοιπόν, Σιμμία και Κέβη, άλλα είναι εκείνα, τα οποία πρέπει ημείς να εξετάσωμεν, ή αυτά;
Και οι δύο λοιπόν συνεφώνησαν ότι αυτά είναι.
Ποίον λοιπόν από τα δύο; είπεν ο Σωκράτης· δεν παραδέχεσθε όλους τους προηγουμένους μου ισχυρισμούς, ή άλλους μεν παραδέχεσθε, άλλους δε όχι;
Απεκρίθησαν και οι δύο, ότι άλλους μεν παραδέχονται, άλλους δε όχι.
Τι λοιπόν λέγετε, είπεν ο Σωκράτης, δι' εκείνον τον λόγον, εις τον οποίον είπομεν ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, και ότι, αν τούτο είναι έτσι, χρεωστούμεν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή μας ευρίσκετο προτήτερα εις κάποιον άλλο μέρος, προτού δεσμευθή μέσα εις το σώμα;
Εγώ μεν, είπεν ο Κέβης, και τότε επείσθην θαυμασιώτατα από αυτόν τον ισχυρισμόν, και τώρα εξακολουθώ να τον παραδέχωμαι, όσον καμμίαν άλλην γνώμην.
Και εγώ βέβαια, είπεν ο Σιμμίας, έχω την ιδίαν γνώμην, και θα μου εφαίνετο παρά πολύ παράξενον, αν δι' αυτό τουλάχιστον το ζήτημα ήθελον ποτέ πλέον σχηματίσει άλλην γνώμην.
Και ο Σωκράτης είπε· αλλ' όμως είσαι υποχρεωμένος, φίλε μου Θηβαίε, να σχηματίσης άλλην γνώμην, αν τυχόν επιμείνης εις αυτήν την ιδέαν, ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα σύνθετον και ότι η ψυχή εσχηματίσθη ωσάν μία αρμονία από τας ιδιότητας του σώματος τεντωμένας (ως χορδή). Διότι βεβαίως δεν θα παραδεχθής τον ισχυρισμόν του ιδίου εαυτού σου ότι η αρμονία είχε σχηματισθή προτήτερα, προτού υπάρξουν εκείνα, εκ των οποίων έπρεπε να σχηματισθή. Ή θα τον παραδεχθής;
Διόλου δεν θα τον παραδεχθώ, είπεν, ω Σώκρατες.
Καταλαμβάνεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι δεν είσαι σύμφωνος με τον εαυτόν σου, όταν λέγης αφ' ενός μεν ότι η ψυχή υπήρχε προτού να έλθη μέσα εις μορφήν και σώμα ανθρώπου, και εξ άλλου ότι αυτή εσχηματίσθη από εκείνα, τα οποία ακόμη δεν υπήρχον; Διότι η αρμονία βεβαίως δεν είναι όμοιον πράγμα με εκείνο, με το οποίον την παρομοιάζεις (δηλαδή με την ψυχήν)· αλλά γεννώνται προηγουμένως και η λύρα και αι χορδαί και οι ήχοι χωρίς ακόμη να ευρεθούν εις αρμονίαν· η δε αρμονία σχηματίζεται τελευταία από όλα αυτά και χάνεται προτήτερα από αυτά· πώς λοιπόν αυτός ο τελευταίος μου ισχυρισμός ημπορεί να είναι σύμφωνος με εκείνον τον προηγούμενον;
Διόλου δεν είναι σύμφωνος, είπεν ο Σιμμίας· και όμως, είπεν ο Σωκράτης αν βεβαίως είναι σύμφωνος με τον άλλον σου ισχυρισμόν, πρέπει να είναι σύμφωνος και με τον περί αρμονίας.
Πρέπει βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας.
Αυτός όμως, είπεν ο Σωκράτης, δεν σου είναι σύμφωνος, αλλά κύτταξε ποίον από τους δύο προτιμάς, ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, ή ότι η ψυχή είναι αρμονία.
Πολύ περισσότερον προτιμώ τον πρώτον, είπεν, ω Σώκρατες, διότι αυτός μου εγεννήθη εις τον νουν χωρίς απόδειξιν, επειδή κάπως εφαίνετο αληθινός και ήρμοζε· διά το οποίον και τον παραδέχονται οι κοινοί άνθρωποι· αλλ' εγώ εσχημάτισα την πεποίθησιν ότι όλοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι μεταχειρίζονται ως αποδείξεις πράγματα που φαίνονται μόνον αληθινά, είναι γεμάτοι ματαιότητα και απατώσι πολύ τους ανθρώπους, και εις την Γεωμετρίαν και εις όλας τας άλλας επιστήμας. Τον δε ισχυρισμόν περί της μαθήσεως και ξαναενθυμήσεως έχομεν ειπεί βασιζόμενοι επί αρχής την οποίαν αξίζει να παραδεχθώμεν. Διότι ειπομεν βέβαια ότι η ψυχή μας, και προτού ακόμη έλθει μέσα εις σώμα, υπάρχει αναγκαίως, διότι το πράγμα, το οποίον ονομάζεται πραγματικώς υπάρχον, ανήκει εις αυτήν. Εγώ δε έχω παραδεχθή την γνώμην ταύτην, διότι κατέπεισα τον εαυτόν μου αρκετά και σωστά. Είμαι λοιπόν υποχρεωμένος, καθώς φαίνεται, ένεκα τούτων των λόγων να μη παραδέχωμαι, όταν εγώ ο ίδιος ή κανείς άλλος λέγη ότι η ψυχή είναι αρμονία.
Τι δε λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, σου φαίνεται ότι αρμόζει εις ταύτην την αρμονίαν ή εις κανέν άλλο σύνθετον πράγμα να είναι διαφορετικόν παρ' ό,τι είναι (τα μέρη) εκείνα, εκ των οποίων αποτελείται;
Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.
Ούτε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να κάμνη ή να παθαίνη άλλο τι, καθώς εγώ νομίζω, παρά εκείνα, τα οποία αυτά (δηλαδή τα μέρη) κάμνουν ή παθαίνουν.
Ο Σιμμίας συνεφώνησε.
Δεν ταιριάζει λοιπόν εις την αρμονίαν να προηγήται τούτων (των στοιχείων της), αλλά να έρχηται έπειτα από αυτά.
Συνεφώνησε και εις τούτο ο Σιμμίας.
Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η αρμονία να κάμη κινήσεις ή ήχους εναντίους, ή εις άλλο τι να είναι εναντία εις τα μέρη της, είπεν ο Σωκράτης.
Δεν είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας.
Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης; Κάθε αρμονία δεν είναι κατ' εκείνο αρμονία, κατά το οποίον τα μέρη της συμφωνήσουν;
Δεν καταλαμβάνω, είπεν ο Σιμμίας.
Ή δεν είναι αληθινόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, αν όλα τα μέρη της έλθωσιν εις συμφωνίαν καλύτερα και περισσότερον, αν είναι δυνατόν να γείνη τούτο, θα είναι τότε καλυτέρα και περισσοτέρα αρμονία, αν δε χειρότερα και ολιγώτερον, θα είναι χειροτέρα και ολιγωτέρα αρμονία;
Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
Μήπως λοιπόν τούτο συμβαίνει και εις την ψυχήν, ώστε, έστω και κατ' ελάχιστον, μία ψυχή να παθαίνη το ίδιον, δηλαδή μία ψυχή να είναι περισσοτέρα και καλυτέρα ή χειροτέρα και ολιγωτέρα από μίαν άλλην;
Παντάπασιν, είπεν ο Σιμμίας.
Εμπρός λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διά το όνομα του Θεού· είναι αληθινά αυτά, τα οποία λέγω, ότι άλλη μεν ψυχή έχει νουν και αρετήν και είναι καλή, άλλη δε έχει ανοησίαν και μοχθηρίαν και είναι κακή; Και ταύτα λέγονται αληθινά;
Αληθινά βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
Από εκείνους λοιπόν, οι οποίοι παραδέχονται ότι η ψυχή είναι αρμονία, αυτή δηλαδή η αρετή και η κακία ως τι είδους πράγματα θα είπη κανείς ότι ευρίσκονται μέσα εις τας ψυχάς; Τι από τα δύο, ως καμμία πάλιν άλλη αρμονία και αναρμοστία; Και ότι η μεν μία, δηλαδή η καλή ψυχή, εβάλθη εις αρμονίαν και ότι εν ώ είναι αρμονία έχει μέσα της μίαν άλλην αρμονίαν, η δε κακή και αυτή δεν εβάλθη εις αρμονίαν και μέσα της ότι δεν έχει άλλην αρμονίαν;
Εγώ τουλάχιστον, είπεν ο Σιμμίας, δεν ημπορώ να είπω· είναι όμως φανερόν ότι ο παραδεχθείς την γνώμην εκείνην τοιαύτα πράγματα θα έλεγεν.
Αλλά προηγουμένως έχομεν παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι μία ψυχή δεν είναι διόλου περισσότερον ψυχή ή ολιγώτερον από μίαν άλλην· εκείνο δε, το οποίον έχομεν παραδεχθή, είναι το εξής, ότι η μία αρμονία δεν είναι διόλου καλύτερα ούτε περισσότερον αρμονία, ούτε χειρότερα ούτε ολιγώτερον από μίαν άλλην αρμονίαν. Δεν είναι έτσι;
Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
Εκείνη δε, η οποία δεν είναι ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον αρμονία, ότι ούτε εβάλθη περισσότερον η ολιγώτερον εις αρμονίαν. Είναι έτσι;
Έτσι είναι, απεκρίθη ο Σιμμίας.
Εκείνη δε, η οποία ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον εβάλθη εις αρμονίαν, είναι δυνατόν να λαμβάνη μέρος εις την αρμονίαν περισσότερον ή ολιγώτερον ή εξ ίσου; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Εξ ίσου, είπεν ο Σιμμίας.
Και λοιπόν, επειδή η μία ψυχή δεν είναι διόλου περισσότερον ή ολιγώτερον ψυχή από μίαν άλλην, δεν εβάλθη λοιπόν εις αρμονίαν ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον από την άλλην; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.
Και αφού βεβαίως έπαθε τούτο, δεν θα είναι μέτοχος περισσοτέρας ούτε αναρμοστίας ούτε αρμονίας;
Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
Αφού δε πάλιν έχει πάθει τούτο, είπεν ο Σωκράτης, άρα γε μία ψυχή ημπορεί να είναι μέτοχος κακίας ή αρετής περισσότερον από μίαν άλλην, αν η μεν κακία ήθελεν είναι αναρμοστία, η δε αρετή αρμονία;
Διόλου περισσότερον, είπεν ο Σιμμίας.
Ίσως δε βέβαια, Σιμμία, κατά την ορθήν σκέψιν βεβαιότερον είναι ότι καμμία ψυχή, αν είναι αρμονία, δεν θα γείνη μέτοχος κακίας· διότι η αρμονία, αν εντελώς είναι καθ' αυτό αρμονία, δεν θα γείνη ποτέ μέτοχος αναρμοστίας; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.
Ούτε η ψυχή λοιπόν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, ημπορεί να γείνη μέτοχος κακίας, αν είναι εντελώς ψυχή.
Και πώς ημπορεί να γείνη τούτο, σύμφωνα με εκείνα, τα οποία προείπομεν; Ηρώτησεν ο Σιμμίας.
Σύμφωνα λοιπόν με τούτον τον συλλογισμόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, όλαι αι ψυχαί όλων όσα έχουν ζωήν θα είναι, δι' ημάς ομοίως καλαί, αν αι ψυχαί έγειναν από την φύσιν όλαι ομοίως, να μη είναι τίποτε άλλο παρά ψυχαί.
Και εγώ, έτσι νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.
Και σου φαίνεται, είπεν ο Σωκράτης, ότι ο λόγος είναι σωστός και σύμφωνος με την ορθήν σκέψιν, αν ήτο ορθή η υπόθεσις, ότι η ψυχή είναι αρμονία;
Καθόλου, είπεν ο Σιμμίας.
Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Από όλα όσα υπάρχουσιν εις τον άνθρωπον, λέγεις να υπάρχη κανένα άλλο, το οποίον να κυβερνά παρά μόνον η ψυχή και προ πάντων όταν είναι σοφή;
Όχι βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας.
Κατά ποίον από τους δύο τρόπους, λέγεις ότι κυβερνά, υποχωρούσα εις τα πάθη του σώματος ή και εναντιωνομένη εις αυτά; Καθώς λόγου χάριν, όταν υπάρχη ζέστη και δίψα εις το σώμα, να το σύρη εις το εναντίον, δηλαδή εις το να μη πίνη, και όταν υπάρχη πείνα εις το να μη τρώγη, και εις άπειρα άλλα πράγματα βλέπομεν βέβαια ότι η ψυχή εναντιώνεται εις τας ορέξεις του σώματος ή όχι;
Βέβαια εναντιώνεται, απήντησεν ο Σιμμίας.
Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δεν παρεδέχθημεν πάλιν εις τα προηγούμενα ότι, αν είναι αρμονία, αυτή ποτέ δεν θα ψάλλη εναντία προς εκείνα, διά των οποίων τεντώνεται και χαλαρώνεται και δονείται, και εις ό,τι άλλο πάθημα παθαίνουν τα μέρη, από τα οποία συμβαίνει να σχηματίζηται, αλλ' ότι ακολουθεί εκείνα και ποτέ δεν είναι δυνατόν να τα κυβερνά;
Παρεδέχθημεν, είπεν ο Σιμμίας· και πώς όχι;
Τι λοιπόν φρονείς; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Τώρα δεν μας φαίνεται ότι κάμνει όλον το εναντίον, ότι δηλαδή και διευθύνει όλα εκείνα, από τα οποία θα έλεγε κανείς ότι σχηματίζεται και ότι εναντιώνεται σχεδόν εις όλα καθ' όλον το διάστημα της ζωής, και ότι είναι κυρίαρχος αυτών με όλους τους τρόπους, άλλα μεν τιμωρούσα σκληρότερα και με πόνους τα αναγόμενα εις την Γυμναστικήν και την Ιατρικήν, άλλα δε με μαλακώτερον τρόπον; Και άλλα μεν από αυτά φοβερίζουσα, άλλα δε μαλώνουσα, συνομιλούσα με τας επιθυμίας και με τους θυμούς και με τους φόβους, ωσάν να ήτο άλλη και να ωμίλει εις άλλο πράγμα; Καθώς και ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν παρέστησε κάπου, όπου λέγει διά τον Οδυσσέα· «Αφού εκτύπησε το στήθος του, είπε τον εξής λόγον εις την καρδίαν του· Υπόφερε λοιπόν τούτο, καρδία μου, και άλλοτε υπέφερες άλλο σκληρότερον». Νομίζεις λοιπόν ότι ο Όμηρος παρέστησεν αυτά σκεπτόμενος ότι αυτή είναι μία αρμονία και ότι είναι τοιαύτη, ώστε να διευθύνηται από τα πάθη του σώματος, και όχι τοιαύτη, ώστε και να διευθύνη αυτά και να είναι κυρία και να είναι πράγμα θειότερον παρά μία αρμονία;
Ναι, μα τον Δία, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι όχι.
Με κανένα λοιπόν τρόπον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ω φίλτατε, δεν μας έρχεται καλά να είπωμεν ότι η ψυχή είναι αρμονία. Διότι, καθώς φαίνεται, ούτε με τον θείον ποιητήν Όμηρον θα ευρισκώμεθα σύμφωνοι, ούτε ημείς οι ίδιοι με τον εαυτόν μας.
Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.
Έστω λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης. Την μεν αρμονίαν την Θηβαϊκήν, καθώς φαίνεται, την εκάμαμεν κάπως αρκετά να μας λυπηθή· αλλά τας απαιτήσεις του Κάδμου, Κέβη, πώς και με ποίον λόγον θα κατορθώσωμεν να τας εξιλεώσωμεν;
Νομίζω ότι συ θα εύρης τον τρόπον, είπεν ο Κέβης· μου είπες τω όντι αυτόν τον λόγον σχετικώς προς την αρμονίαν περισσότερον θαυμάσια παρ' ό,τι επερίμενα· διότι, όταν ο Σιμμίας εξέθετε τας απορίας του, μου εφαίνετο πολύ παράξενον να εύρη κανείς καμμίαν απάντησιν εις τον λόγον του και μου εφάνη λοιπόν πολύ παράξενον ότι δεν εδέχθη την πρώτην έφοδον του λόγου σου.
Δεν θα μου φανή λοιπόν ποσώς παράξενον αν πάθη τα ίδια και ο λόγος του Κάδμου.
Φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, μη μου λέγης μεγάλους επαίνους, μήπως καμμία βασκανία αναποδογυρίση τον λόγον μου, τον οποίον μέλλω να είπω. Αλλά δι' αυτά μεν ο θεός ας φροντίση. Ημείς, αφού πλησιάσωμεν κατά τον Ομηρικόν τρόπον, ας δοκιμάσωμεν μήπως λέγεις τίποτε σωστόν. Εκείνο δε, το οποίον ζητείς, είναι εν περιλήψει το εξής· απαιτείς ν' αποδειχθή ότι η ψυχή μας δεν καταστρέφεται και είναι αθάνατος. Αν άνθρωπος φιλόσοφος μέλλων ν' αποθάνη, έχων δε γενναιότητα και φρονών ότι, αφού αποθάνη, θα είναι ευτυχής εκεί (εις την άλλην ζωήν) πολύ περισσότερον ή αν απέθνησκε ζήσας άλλην ζωήν, ότι, λέγω, ούτος δεν έχει γενναιότητα ανόητον και βλακώδη. Το δε ν' αποδείξωμεν ότι η ψυχή είναι πράγμα δυνατόν και όμοιον με θεόν, και ότι υπήρχεν ακόμη προτήτερα προτού ημείς οι άνθρωποι να γείνωμεν, λέγεις ότι τούτο δεν εμποδίζει όλα αυτά να μη αποδεικνύουν μεν αθανασίαν της ψυχής, ν' αποδεικνύουν δε ότι η ψυχή είναι πράγμα το οποίον διαρκεί πολύν καιρόν και υπήρχε προτήτερα κάπου επί απροσδιόριστον καιρόν, και ότι ήξευρε και έκαμε πολλά πράγματα· αλλά βεβαίως δεν ήτο διά τούτο περισσότερον αθάνατος, αλλά και τούτο ακόμη, το ότι ήλθεν εις σώμα ανθρώπου ήτο δι' αυτήν αρχή καταστροφής, ωσάν ασθένεια, και έζη βασανιζομένη αυτήν την ζωήν και επί τέλους βεβαίως ότι καταστρέφεται εις τον ονομαζόμενον θάνατον. Λέγεις δε ότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά, αν έλθη μίαν φοράν ή πολλάς φοράς εις σώμα, ώστε καθείς από ημάς να φοβήται, διότι πρέπει να φοβήται κανείς, αν δεν είναι ανόητος εκείνος ο οποίος δεν ηξεύρει ούτε έχει απόδειξιν να δώση, ότι η ψυχή είναι πράγμα αθάνατον. Εκείνα, τα οποία λέγεις, Κέβη, είναι, νομίζω, τοιαύτα επάνω κάτω· και τα επαναλαμβάνω πολλάς φοράς, διά να μη μας ξεφύγη κανέν και προσθέσης ή αφαιρέσης τίποτε, αν θέλης.
Και ο Κέβης είπεν· Εγώ τώρα δεν έχω χρείαν ούτε ν' αφαιρέσω, ούτε να προσθέσω τίποτε. Αυτά δε είναι εκείνα, τα οποία λέγω.
Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού εσταμάτησεν επί πολλήν ώραν την ομιλίαν και έκαμε κάποιαν σκέψιν μέσα εις τον νουν του, είπε· Δεν ζητείς, Κέβη, πράγμα εύκολον. Διότι πρέπει (διά να σου απαντήσω) να ερευνήσωμεν πέρα πέρα και να εύρωμεν την αιτίαν, διά την οποίαν υπάρχει γένεσις και φθορά. Εγώ λοιπόν, προκειμένου διά το ζήτημα τούτο, αν επιθυμής, θα σου εκθέσω τουλάχιστον όσα έπαθα εγώ ο ίδιος· έπειτα, αν κανέν από όσα θα είπω ήθελε σου φανή ωφέλιμον, διά να πεισθής περί εκείνων, τα οποία λέγεις, μεταχειρίσου το.
Αλλ' επιθυμώ βεβαίως, είπεν ο Κέβης.
Άκουε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διότι θ' αρχίσω. Εγώ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, Κέβη, όταν ήμην νέος με υπερβολικήν ζέσιν επεθύμησα ν' αποκτήσω εκείνην την επιστήμην, την οποίαν ονομάζουν ιστορίαν της φύσεως. Διότι μου εφαίνετο ότι είναι υψηλόν πράγμα να γνωρίζω του κάθε πράγματος τας αιτίας, διατί δηλαδή γίνεται κάθε πράγμα, διατί καταστρέφεται και διατί υπάρχει· και πολλάς φοράς εγύριζα τον εαυτόν μου επάνω και κάτω, διά να εξετάζω κατά πρώτον ωσάν τα εξής πράγματα· άρα γε, όταν το ζεστόν και το ψυχρόν (19) λάβουν καμμίαν σήψιν, καθώς μερικοί έλεγον, αρχίζουν να παράγωνται τα ζωύφια; Και ποίον από τα δύο, το αίμα είναι εκείνο, διά του οποίου σκεπτόμεθα, ή ο αήρ, ή η φωτιά, ή δεν είναι μεν κανένα από αυτά, ο εγκέφαλος δε είναι εκείνος, ο οποίος μας κάμνει τας αισθήσεις και της ακοής και της οράσεως και της οσφρήσεως, από αυτάς δε τας αισθήσεις γίνεται η ενθύμησις και η φαντασία, από δε την ενθύμησιν και την φαντασίαν, αφ' ού λάβουν ανάπαυσιν, σύμφωνα με αυτά γίνεται η γνώσις. Και πάλιν εξετάζων τας φθοράς των πραγμάτων τούτων και τα παθήματα ολόγυρα και εις τον ουρανόν και εις την γην εφάνηκα εις τον εαυτόν μου ότι είμαι τόσον ανίκανος διά την τοιαύτην εξέτασιν, όσον κανέν πράγμα εις τον κόσμον. Θα σοι είπω δε και επαρκή απόδειξιν τούτου· εγώ λοιπόν εκείνα, τα οποία και προτήτερα ήξευρα καλά, καθώς και εγώ ο ίδιος ενόμιζον και οι άλλοι, τότε από αυτήν την εξέτασιν εστραβώθην τόσον πολύ, ώστε εξέμαθα και εκείνα ακόμη, τα οποία προτήτερα ενόμιζον ότι ήξευρα, και δι' άλλα πολλά πράγματα και περί του διατί ο άνθρωπος μεγαλώνει. Διότι προτήτερα ενόμιζον ότι αυτό το πράγμα είναι φανερόν εις κάθε άνθρωπον, ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει ένεκα του τρώγειν και πίνειν. Διότι, αφ' ού από τας τροφάς κρέατα προστίθενται εις τα κρέατα, κόκκαλα δε εις τα κόκκαλα, και έτσι κατά την ιδίαν αναλογίαν και εις καθέν από τα άλλα προστίθενται τα ανήκοντα εις αυτά, τότε λοιπόν ενόμιζον ότι εκείνος ο όγκος, ο οποίος ήτο ολίγος, έχει γείνει ύστερα πολύς και τοιουτοτρόπως ο μικρός άνθρωπος γίνεται μεγάλος. Έτσι ενόμιζον τότε· δεν νομίζεις ότι είχον δίκαιον;
Νομίζω ότι ναι, είπεν ο Κέβης.
Εξέτασε λοιπόν ακόμη και τα εξής, είπεν ο Σωκράτης. Εγώ λοιπόν ενόμιζον ότι αρκετά ήξευρον ότι, όταν ένας άνθρωπος υψηλός φανή στεκόμενος κοντά εις ένα κοντόν, είναι μεγαλύτερος από αυτόν κατά την ιδίαν την κεφαλήν του (η οποία εξέχει), και ένας ίππος μεγαλύτερος από ένα ίππον μικρότερον και ακόμη άλλα φανερώτερα από αυτά, ενόμιζον δε τα δέκα ότι είναι περισσότερα από τα οκτώ, διότι έχουν δύο περισσότερα· και εκείνο όπου έχει μήκος δύο πήχεων ότι είναι μεγαλύτερον από εκείνο οπού έχει μήκος ενός πήχεως, διότι υπερτερεί αυτό κατά το ήμισυ.
Και τώρα λοιπόν, είπεν ο Κέβης, τι (νέαν) γνώμην έχεις δι' αυτά τα πράγματα;
Μα τον Δία, είπεν ο Σωκράτης (έχω την γνώμην), ότι εγώ ευρίσκομαι κάπου μακράν από του να νομίζω ότι ηξεύρω την αιτίαν κανενός από αυτά τα πράγματα, εγώ τουλάχιστον, ο οποίος δεν παραδέχομαι ότι ηξεύρω ούτε τούτο, ότι, όταν κανείς προσθέση έν εις το έν ή εκείνο το έν, εις το οποίον προσετέθη το άλλο έν, έγινε δύο, ή εκείνο, το οποίον προσετέθη, και εκείνο, εις το οποίον προσετέθη, εξ αιτίας της προσθέσεως του ενός εις το άλλο έγειναν δύο. Διότι απορώ πώς, ότε καθένα από αυτά ήτο χωριστά από το άλλο, καθένα από αυτά ήτο έν, και δεν ήσαν τότε καθέν χωριστά δύο, αφ' ού δε επλησίασαν το έν με το άλλο, τούτο λοιπόν έγεινεν εις αυτά αιτία να γείνουν δύο, η συνεύρεσίς των δηλαδή, διότι ετέθη το έν κοντά εις το άλλο. Ούτε βέβαια, εάν κανείς σχίση έν πράγμα εις το μέσον, ημπορώ ακόμη να πεισθώ ότι τούτο, δηλαδή το σχίσιμον, έγεινε πάλιν αιτία να γείνουν δύο· διότι η αιτία αυτή του ότι γίνονται δύο καταντά εναντία παρά η τότε (δηλαδή η αιτία του προηγουμένου παραδείγματος)· διότι τότε αιτία ήτο (να γείνουν δύο) ότι το έν εφαίνετο πλησίον εις το άλλο και ότι το έν προσετίθετο εις το άλλο· τώρα δε ότι το έν απομακρύνεται και χωρίζεται από το άλλο· ουδέ βέβαια καταπείθω πλέον τον εαυτόν μου ότι ηξεύρω διά ποίαν αιτίαν γίνεται το έν· και, εις κοντολογίαν, δεν ηξεύρω ούτε διά κανέν άλλο πράγμα, διά ποίαν αιτίαν γίνεται ή χάνεται ή υπάρχει, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπον της μεθόδου, αλλά εγώ ο ίδιος όπως έτυχεν ανακατεύω κάποιον άλλον τρόπον (εις τον νουν μου), τούτον δε δεν τον παραδέχομαι διόλου.
Αλλ' όταν ήκουσα μίαν φοράν κάποιον, ο οποίος ανεγίνωσκεν εις έν βιβλίον, το οποίον έλεγεν ότι είναι του Αναξαγόρου, ότι λοιπόν ο νους είναι εκείνος, ο οποίος βάλλει εις τάξιν όλα και είναι αίτιος όλων των πραγμάτων, εχάρην δι' αυτήν την αιτίαν, και μου εφάνη ότι εις κάποιον τρόπον είναι σωστόν τω ότι ο νους είναι ο αίτιος όλων και εσκέφθην ότι, αν τούτο είναι έτσι, ο νους βέβαια, ο οποίος τακτοποιεί, βάλλει εις τάξιν όλα, και θέτει κάθε πράγμα εις εκείνην την θέσιν, όπου θα ευρίσκηται όσον το δυνατόν καλύτερα· αν λοιπόν θέλη κανείς να εύρη διά κάθε πράγμα κατά ποίον τρόπον γίνεται, ή ξεγίνεται, ή υπάρχει, πρέπει να εύρη δι' αυτό το πράγμα τούτο, κατά ποίον τρόπον είναι καλύτερα δι' αυτό, ή να υπάρχη, ή να παθαίνη, ή να κάμνη ό,τι δήποτε άλλο· ένεκα λοιπόν τούτου του συλλογισμού, αρμόζει εις τον άνθρωπον να μη εξετάζη και διά τον εαυτόν του και διά τα άλλα πράγματα, παρά το ωφελιμώτερον και το καλύτερον· είναι δε ανάγκη αυτός ο ίδιος να ηξεύρη και το χειρότερον· διότι δι' αυτά τα δύο (το καλύτερον δηλαδή και το χειρότερον) υπάρχει και ιδία επιστήμη. Αυτά λοιπόν σκεπτόμενος ευχαριστημένος ενόμιζον ότι έχω εύρει σύμφωνα με την επιθυμίαν μου τον Αναξαγόραν διδάσκαλον της αιτίας των υπαρχόντων πραγμάτων και ότι θα μοι είπη, κατά πρώτον μεν, ποίον από τα δύο, η γη είναι πλατεία(20) ή στρογγύλη· αφού δε μου το είπη, ότι θα μου διηγηθή έπειτα ποία η αιτία και ποία η ανάγκη τούτου του πράγματος, λέγων ποίον είναι το καλύτερον και διατί ήτο καλύτερον να είναι τοιαύτη· και εάν λέγη ότι αυτή είναι εις το μέσον (21) του κόσμου, ότι θα διηγηθή έπειτα πως ήτο καλύτερα να είναι εις το μέσον· και αν μου αποδείξη ταύτα, θα ήμην διατεθειμένος να μη επιθυμήσω πλέον άλλο είδος αιτίας. Και λοιπόν ήμην έτοιμος κατά τον αυτόν τρόπον να ερωτήσω επίσης και περί του ηλίου και περί της σελήνης και περί των άλλων άστρων και διά την ταχύτητα του ενός ως προς την του άλλου και διά τας στροφάς των και διά τα άλλα των παθήματα και να μάθω πως τάχα είναι καλύτερον κανέν από αυτά και να κάμνη και να παθαίνη αυτά, τα οποία παθαίνει. Διότι ενόμιζον ότι αυτός λέγων βέβαια ότι αυτά εβάλθησαν εις τάξιν από ένα νουν δεν ηδύνατό ποτε να φέρη άλλην αιτίαν δι' αυτά, παρ' ότι το καλύτερον είναι να ευρίσκωνται αυτά έτσι όπως ευρίσκονται· ενόμιζον λοιπόν ότι αυτός την αιτίαν εκάστου πράγματος ιδιαιτέρως και όλων κοινώς θα εξήγει· προς τούτοις ποίον είναι το καλύτερον διά καθέν ιδιαιτέρως και ποίον είναι το κοινόν εις όλα αγαθόν. Και πολύν θησαυρόν αν μοι έδιδον, δεν θα επώλουν τας περί τούτου ελπίδας μου, αλλά αφού έλαβα τα βιβλία του με μεγάλην βίαν ανεγίνωσκα όσον ηδυνάμην γρηγορώτερα, διά να μάθω το γρηγορώτερον ποίον είναι το καλύτερον και ποίον το χειρότερον. Εξεκίνησα λοιπόν και έφυγα, φίλε μου, χάσας την θαυμαστήν ελπίδα μου, επειδή προχωρών και αναγινώσκων (εις τα βιβλία του) βλέπω άνθρωπον, ο οποίος δεν μεταχερίζεται διόλου τον νουν, και ούτε εδείκνυε κάποιας αιτίας διά την ωραίαν διάταξιν των πραγμάτων (του κόσμου)· εθεώρει δε ως αιτίας αυτών τους αέρας και τους αιθέρας και τα νερά και άλλα πολλά και αλλόκοτα. Και μου εφάνη ότι έχει πάθει κάτι πολύ όμοιον, ωσάν να έλεγε κανείς ότι ο Σωκράτης κάμνει με νουν όλα όσα κάμνει, και έπειτα αρχίζων να λέγη τας αιτίας καθενός, το οποίον κάμνω, να λέγη κατά πρώτον μεν ότι κάθημαι τώρα εδώ διά ταύτας τας αιτίας, διότι το σώμα μου αποτελείται από κόκκαλα και από νεύρα, και ότι τα μεν κόκκαλα είναι στερεά και είναι χωρισμένα το έν από το άλλο, έχοντα συνδέσμους, τα δε νεύρα είναι ικανά να τεντώνωνται και να χαλαρώνωνται δένοντα ολόγυρα τα κόκκαλα με τα κρέατα και με το δέρμα, το οποίον και συγκρατεί αυτά όλα· ότι λοιπόν τα κόκκαλα, επειδή υψώνονται εκεί όπου εγγίζει το έν με το άλλο, τα νεύρα χαλαρωνόμενα και τεντωνόμενα κάμνουν εμέ τώρα να είμαι ικανός να λυγίζω τα μέλη μου· και δι' αυτήν την αιτίαν διπλωθείς κάθημαι εδώ· και ο οποίος πάλιν να λέγη εις σας άλλας τοιούτου είδους αιτίας διά το ότι συνομιλούμεν, λέγων ως αιτίας τούτου φωνάς και αέρας και ακοάς και πάμπολλα άλλα τοιαύτα, παραμελήσας να είπη τας αληθινάς αιτίας, ότι δηλαδή, επειδή οι Αθηναίοι ενόμισαν ότι είναι καλύτερα να με καταδικάσουν, διά τούτους λοιπόν τους λόγους και εγώ ενόμισα καλύτερον να καθίσω εδώ, και δικαιότερον μένων εδώ να υποστώ την τιμωρίαν, την οποίαν ήθελον διατάξει· επειδή, μα τον σκύλλον, καθώς εγώ νομίζω, και τα νεύρα αυτά και τα κόκκαλα από πολύν καιρόν θα ευρίσκοντο ή εις τα περίχωρα των Μεγάρων ή εις τα περίχωρα των Βοιωτών (22), οδηγούμενα από την ιδέαν ότι τούτο είναι το καλύτερον, αν δεν ενόμιζον ότι είναι δικαιότερον και ωραιότερον προτού να φύγω και να κρυφθώ, να υποστώ από την πόλιν την τιμωρίαν, την οποίαν ήθελεν επιβάλει. Αλλά να ονομάζη κανείς αίτια τας τοιαύτας αιτιολογίας είναι πολύ ανόητον. Εάν δε είπη κανείς, ότι, αν δεν είχον τα τοιαύτα και κόκκαλα και νεύρα και όσα άλλα έχω, δεν θα ήμην ικανός να εκτελέσω όσα απεφάσισα, θα είπη την αλήθειαν· να είπη όμως ότι διά μέσου τούτων εκτελώ όσα κάμνω και ότι κατά τούτο ενεργώ με νουν, αλλ' όχι εκλέγων εκείνο, το οποίον είναι προτιμότερον, ο λόγος ούτος θα ήτο πολύ μεγάλη ανοησία· διότι είναι ανοησία να μη είναι κανείς ικανός να διακρίνη ότι το αίτιον είναι πράγμα άλλο, και εκείνο, χωρίς το οποίον το αίτιον δεν θα ήτο ποτέ αίτιον, είναι πάλιν άλλο· το οποίον οι κοινοί άνθρωποι μου φαίνονται ότι πασπατεύουν όπως κάμνομεν εις τα σκοτεινά μεταχειριζόμενοι ξένον όνομα, ώστε να ονομάζουν αυτό αίτιον (χωρίς να είναι αίτιον). Διά τούτο λοιπόν ο μεν είς (φιλόσοφος) αφ' ού βάλη ολόγυρα εις την γην ένα σίφωνα να γυρίζη, κάμνει την γην να μένη εις τον τόπον της αποκάτω από τον ουρανόν· ο δε άλλος θέτει υποκάτωθέν της τον αέρα ωσάν μίαν πλατείαν σκάφην· ουδέ ζητούν να εύρωσι την δύναμιν, η οποία έθεσεν αυτά έτσι όπως ήτο δυνατόν αυτά να βαλθώσι καλύτερα· ούτε νομίζουν ότι αυτά τα πράγματα έχουν κάποιαν θείαν δύναμιν· αλλά νομίζουν ότι ημπορούν να εύρουν κανένα Άτλαντα δυνατώτερον και πλέον αθάνατον από αυτόν και πλέον ικανόν να τα βαστάζη όλα και νομίζουν ότι το αγαθόν, και το οποίον δένει όλα και συγκρατεί αληθινά, είναι τίποτε. Εγώ λοιπόν θα εγινόμην με μεγάλην ευχαρίστησιν μαθητής εις οποιονδήποτε, διά να μάθω πώς είναι η τοιαύτη αιτία· επειδή δε την εστερήθην και ούτε εγώ ο ίδιος υπήρξα ικανός να την εύρω, ούτε ημπόρεσα να την μάθω από άλλον, επιθυμείς, είπεν ο Σωκράτης, Κέβη, να σου εκθέσω κατά ποίον τρόπον διεξήγαγον το δεύτερον ταξείδιον διά την ζήτησιν της αιτίας;
Επιθυμώ όσον δεν φαντάζεσαι, είπεν ο Κέβης.
Ενόμισα λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έπειτα από αυτά, αφού απέκαμα εξετάζων εκείνα, τα οποία πραγματικώς υπάρχουσιν, ότι έπρεπε να προσέξω μήπως πάθω εκείνο, το οποίον παθαίνουσιν εκείνοι, οι οποίοι παρατηρούν και εξετάζουσι τον ήλιον, όταν παθαίνη έκλειψιν· διότι μερικοί βέβαια παθαίνουν βλάβην εις τα μάτια, εκτός εάν εξετάζουν την εικόνα του μέσα εις νερόν ή εις άλλο όμοιον πράγμα. Και εγώ εσκέφθην κάτι τοιούτον πράγμα, και εφοβήθην μήπως όλως διόλου τυφλωθώ κατά την ψυχήν, κυττάζων με τα ομμάτιά μου τα πράγματα, και προσπαθών να τα εγγίσω με κάθε μίαν από τας αισθήσεις μου. Ενόμισα λοιπόν ότι πρέπει να καταφύγω εις τας λογικάς αποδείξεις και εις εκείνας να εξετάσω την αλήθειαν εκείνων, τα οποία πραγματικώς υπάρχουν. Ίσως μεν δεν ομοιάζουσι λοιπόν εις κάποιον τρόπον με εκείνο, με το οποίον τα παραβάλλω. Διότι δεν πολυπαραδέχομαι, ότι, όποιος εξετάζει τα πραγματικώς υπάρχοντα μέσα εις τας λογικάς των αποδείξεις, τα εξετάζει μέσα εις εικόνας αυτών περισσότερον παρά εκείνος, ο οποίος τα εξετάζει μέσα εις τα έργα των. Επομένως επεδόθην εις την κατά τον τρόπον τούτον εξέτασιν και θέτων ως βάσιν κάθε φοράν μίαν απόδειξιν, εκείνην, την οποίαν ήθελον κρίνει ως την στερεωτέραν, εκείνα μεν, τα οποία ήθελον μου φανή ότι συμφωνούν με αυτήν, τα θεωρώ ότι είναι αληθινά και ως προς τας αιτίας και ως προς όλα τα άλλα, όσα δε δεν συμφωνούν, τα θεωρώ ότι δεν είναι αληθινά. Επιθυμώ δε να σου εξηγήσω καθαρώτερα εκείνα, τα οποία λέγω. Διότι νομίζω ότι συ τώρα δεν καταλαμβάνεις.
Μα τον Δία, είπεν ο Κέβης, δεν πολυκαταλαμβάνω.
Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, με αυτά δεν λέγω τίποτε νέον, αλλά εκείνα, τα οποία διόλου δεν έχω παύσει να λέγω και άλλοτε πάντοτε και εις την προηγουμένην ομιλίαν μου. Διότι έρχομαι τώρα να προσπαθήσω να σου αποδείξω το είδος της αιτίας, το οποίον έχω εξετάσει, και μεταβαίνω πάλιν εις εκείνα, διά τα οποία τόσα έχουν είπει, και αρχίζω από εκείνα, θέτων ως βάσιν το τι είναι μόνον του ωραίον, και αγαθόν, και μέγα, και όλα τα άλλα· τα οποία αν παραδεχθής και συμφωνήσης με εμέ, ότι πράγματι υπάρχουν αυτά, ελπίζω από αυτά και να σου αποδείξω την αιτίαν, και να εύρωμεν ότι η ψυχή είναι πράγμα αθάνατον.
Αλλ' όμως, είπεν ο Κέβης, θα κάμης γρήγορα ν' αποδείξης αυτά, διά να τα παραδεχθώ;
Εξέτασε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τα επακόλουθα εκείνων, αν σου φαίνονται σωστά, όπως και εις εμέ. Διότι μου φαίνεται, ότι, αν υπάρχη άλλο ωραίον, εκτός του καθ' αυτό (και μόνου του) ωραίου, τούτο διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι ωραίον παρά διότι έχει μέρος από εκείνο το ωραίον και λέγω λοιπόν ότι το αυτό ημπορεί να είπωμεν δι' όλα τα πράγματα. Παραδέχεσαι την τοιαύτην αιτίαν;
Παραδέχομαι, είπεν ο Κέβης.
Δεν καταλαμβάνω λοιπόν ακόμη, είπεν ο Σωκράτης, ούτε ημπορώ να γνωρίσω τας άλλας αιτίας τας σοφάς· αλλ' αν κανείς μου είπη, τι κάμνει έν πράγμα οποιονδήποτε να είναι ωραίον, μήπως διότι έχει χρώμα ως ωραίον άνθος, ή σχήμα (δηλαδή αναλογίαν), ή οποιονδήποτε άλλο από τα τοιαύτα; Αφήνω μεν τα άλλα κατά μέρος (διότι με όλα τα άλλα συγχύζομαι), κρατώ δε μαζί μου καθαρά και άτεχνα και ίσως ανόητα τούτο μόνον, ότι κανέν άλλο δεν κάμνει έν πράγμα καθ' αυτό ωραίον, παρά μόνον το ότι είναι παρόν, ή ότι λαμβάνει μέρος με οποιονδήποτε τρόπον ή έτσι ή αλλέως εκείνο το (καθαυτό) ωραίον. Διότι δεν βεβαιώνω ακόμη αυτό το πράγμα, αλλά βεβαιώνω ότι όλα τα ωραία γίνονται ωραία διά του (καθαυτό) ωραίου. Διότι τούτο μου φαίνεται ότι είναι το πλέον ασφαλές διά να αποκριθώ και εις τον εαυτόν μου και εις άλλον, και κρατούμενος από αυτό νομίζω ότι δεν θα πέσω ποτέ, αλλ' ότι θα είναι ασφαλές και εις εμέ και εις οιονδήποτε άλλον να αποκριθή, ότι τα ωραία γίνονται ωραία διά του ωραίου. Ή δεν νομίζεις και συ έτσι;
Έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης.
Και επομένως τα μεγάλα δεν γίνονται μεγάλα διά του μεγέθους, και τα μεγαλύτερα (γίνονται) μεγαλύτερα, και τα μικρότερα (γίνονται) μικρότερα διά της μικρότητος;
Ναι, απεκρίθη ο Κέβης.
Ούτε συ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, θα παρεδέχεσο, αν κανείς έλεγεν, ότι είς άλλος είναι μεγαλύτερος από ένα άλλον κατά την κεφαλήν, και είς μικρότερος ότι είναι μικρότερος τούτου κατά το ίδιον (δηλαδή κατά την κεφαλήν), αλλά θα διεμαρτύρεσο (υποστηρίζων), ότι συ μεν δεν λέγεις τίποτε άλλο παρά ότι κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι μεγαλύτερον από έν άλλο πράγμα, κατά τίποτε άλλο δεν είναι μεγαλύτερον από αυτά παρά κατά το μέγεθος, και ότι ένεκα τούτου είναι μεγαλύτερον, ένεκα δηλαδή του μεγέθους· το δε μικρότερον διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι μικρότερον από άλλο παρά ένεκα της μικρότητος, και είναι μικρότερον ένεκα τούτου, ένεκα δηλαδή της μικρότητος· (ή δεν θα διεμαρτύρεσο) φοβούμενος, νομίζω, μήπως κανένας ενάντιος ισχυρισμός σου εναντιωθή, αν είπης ότι κάποιος είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος άλλου κατά την κεφαλήν, αντιτάσσων ότι κατά πρώτον μεν κατά το αυτό πράγμα (δηλαδή κατά την κεφαλήν) υποστηρίζεις ότι το μεγαλύτερον είναι μεγαλύτερον και το μικρότερον είναι μικρότερον, έπειτα ότι υποστηρίζεις ότι ο μεγαλύτερος είναι μεγαλύτερος κατά την κεφαλήν, η οποία είναι μικρά (μικρόν πράγμα δηλαδή), και ότι τούτο είναι τερατώδης ισχυρισμός, το να είναι δηλαδή κανείς μεγάλος κατά τι, το οποίον είναι μικρόν. Ή δεν θα εφοβείσο αυτάς τας αντιφάσεις;
Και ο Κέβης εγέλασε και είπε· Βέβαια (θα τας εφοβούμην).
Θα εφοβείσο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να είπης ότι τα δέκα είναι περισσότερα από τα οκτώ κατά δύο, και ότι τα υπερτερούν δι' αυτήν την αιτίαν και όχι κατά το πλήθος και ένεκα του πλήθους (της πολλότητος δηλαδή); και ότι το έχον μάκρος δύο πήχεων είναι κατά το ήμισυ μεγαλύτερον από εκείνο, το οποίον έχει μάκρος ενός πήχεως, και όχι κατά το μέγεθος, διότι υπάρχει (και εις το παράδειγμα τούτο ίσως) ο ίδιος φόβος (της αντιρρήσεως).
Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Τι δε λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Δεν θα εδυσκολεύεσο να είπης, όταν έν προστεθή εις άλλο έν, ότι η πρόσθεσις είναι αιτία, όπου έγειναν δύο, ή, όταν έν σχισθή εις δύο, ότι αιτία (του δύο) είναι το σχίσιμον; και δεν θα εφώναζες δυνατά ότι δεν ηξεύρεις κάθε πράγμα να γίνεται με άλλον τρόπον, πάρα αφού λάβη μέρος της ανηκούσης εις καθέν ουσίας, της οποίας ήθελε λάβει μέρος· και ότι εις (τα παραδείγματα) ταύτα δεν έχεις να είπης άλλην αιτίαν του ότι έγειναν (το έν και έν ή το ήμισυ και το ήμισυ) δύο, παρά διότι έλαβον μέρος εις την δυάδα και ότι πρέπει εκείνα, τα οποία μέλλουν να είναι δύο, να λάβουν μέρος εις αυτήν και εκείνο, το οποίον μέλλει να είναι έν (πρέπει να λάβη μέρος), εις την μονάδα; θα άφηνες δε κατά μέρος αυτά τα σχισίματα και τας προσθέσεις και τας άλλας τας τοιαύτας νοστιμάδας, αφήνων ν' αποκριθώσι με αυτάς εκείνοι, οι οποίοι είναι σοφώτεροι από σε· συ δε φοβούμενος, καθώς λέγουν, τον ίσκιον σου και την απειρίαν σου, στηριζόμενος εις την στερεότητα εκείνην της βάσεως (μας), δεν θα απεκρίνεσο τοιουτοτρόπως; Εάν δε εστηρίζετο κανείς εις την ιδίαν (μας) βάσιν, διά να την προσβάλη, θα τον άφηνες να λέγη και δεν θα απεκρίνεσο, έως ότου να εξετάσης, αν όσα συμπεραίνονται από εκείνην, κατά την κρίσιν σου, συμφωνούν ή δεν συμφωνούν μεταξύ των; όταν δε παρουσιάζετο ανάγκη να δώσης λόγον και δι' αυτήν την ιδίαν (βάσιν), θα έδιδες επίσης, θέτων πάλιν άλλην βάσιν, εκείνην, η οποία θα εφαίνετο καλυτέρα παρά τας προηγουμένας, έως να φθάσης εις κανέν πράγμα αρκετόν (δηλαδή αδιαφιλονείκητον); συγχρόνως δε (δεν είναι αληθές) ότι δεν θα τα ανεκάτευες καθώς οι φιλόνεικοι, συζητών και διά την βάσιν και διά τα εξ αυτής συμπεράσματα, εάν ήθελες να εύρης κανέν από τα πραγματικώς υπάρχοντα πράγματα; διότι ίσως εκείνοι ούτε ομιλούσιν ούτε φροντίζουσι δι' αυτό το πράγμα (δηλαδή διά τα πραγματικώς υπάρχοντα)· διότι είναι καλοί ανακατεύοντες όλα μαζί από την μεγάλην προκοπήν των να κατορθώνουν εν τούτοις να αρέσκουν οι ίδιοι εις τον εαυτόν των· συ δε, αν είσαι ένας από τους φιλοσόφους, θα έκαμνες, νομίζω, καθώς εγώ λέγω.
Αληθέστατα λέγεις, είπον μαζί και ο Σιμμίας και ο Κέβης.
Μα τον Δία, Φαίδων, είπεν ο Εχεκράτης, δίκαιον είχον βέβαια. Διότι μου φαίνεται ότι εκείνος όσον ήτο δυνατόν θαυμασίως καθαρά είπεν αυτά δι' εκείνον, ο οποίος έχει έστω και μικρόν νουν.
Και συγχρόνως εχαμογέλασε και είπε· Φαίνομαι ότι ομιλώ με λεπτομέρειαν συμβολαιογραφικήν αλλ' αυτό τουλάχιστον είναι βέβαια όπως λέγω.
Συνεφώνησεν ο Κέβης.
Το λέγω δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ένεκα τούτου, επειδή επιθυμώ να σχηματίσης και συ την γνώμην, την οποίαν εσχημάτισα και εγώ. Διότι μου φαίνεται ότι όχι μόνον το ίδιον το μέγεθος ποτέ δεν θέλει να είναι συγχρόνως μεγάλον και μικρόν, αλλά ότι και το μέγεθος, το οποίον είναι μέσα εις ημάς, ποτέ δεν παραδέχεται την μικρότητα, ούτε θέλει να υπερτερήται, αλλ' έν από τα δύο· ή ότι φεύγει και αποσύρεται, όταν το εναντίον του, δηλαδή η μικρότης, πλησιάζη προς αυτό, ή άμα εκείνη (δηλαδή η μικρότης) παρουσιασθή, αυτό (δηλαδή το μέγεθος) χάνεται· και ότι, αν διαμείνη και δεχθή την μικρότητα, δεν θέλει να είναι άλλο παρά ό,τι ήτο προτήτερα. Καθώς εγώ αφ' ού εδέχθην και υπέμεινα την μικρότητα και εξακολουθώ ακόμη να είμαι εκείνος, οπού είμαι, είμαι δε ο ίδιος μικρός άνθρωπος, εκείνο δε (δηλαδή το μέγεθος), το οποίον είναι μεγάλο, δεν ετόλμησε να γείνη μικρόν επίσης δε και το μικρόν, το οποίον είναι μέσα μας, δεν θέλει ποτέ να γείνη μεγάλον, ούτε να είναι, ούτε κανένα άλλο από τα μεταξύ των εναντία, το οποίον είναι ακόμη ό,τι ήτο προτήτερα, θέλει ποτέ να γείνη και να είναι το εναντίον παρ' ό,τι είναι, αλλά ή απέρχεται ή χάνεται, όταν πάθη τούτο.
Μου φαίνεται, είπεν ο Κέβης, ότι είναι καθ' όλα έτσι.
Και είς από τους παρευρεθέντας (ποίος δε ήτο, καθαρά δεν ενθυμούμαι), άμα ήκουσεν αυτά, είπε· Διά το όνομα των θεών, δεν παρεδέχθημεν εις τας προηγουμένας ομιλίας μας το εναντίον ίσα ίσα από αυτά, τα οποία λέγομεν τώρα, ότι το μεγαλύτερον γίνεται από το μικρότερον και το μικρότερον από το μεγαλύτερον, και ότι υπάρχει πραγματικώς αυτός ο τρόπος να γίνωνται τα εναντία από τα εναντία; Τώρα δε λέγομεν, νομίζω, ότι τούτο δεν είναι δυνατόν να γείνη ποτέ.
Έτσι βέβαια ενομίσαμεν όλοι οι παρευρισκόμενοι, Εχέκρατες, είπεν ο Φαίδων.
Έτσι νομίζομεν και ημείς, είπεν ο Εχεκράτης, οι οποίοι δεν ήμεθα εκεί, τακούομεν δε τώρα. Αλλά ποία λοιπόν ήσαν εκείνα, τα οποία ελέχθησαν έπειτα από αυτά;
Καθώς μεν εγώ νομίζω, απεκρίθη ο Φαίδων, αφ' ού παρεδέχθημεν τας σκέψεις του ταύτας και ωμολογήσαμεν ότι κάθε μία ιδέα είναι κάτι, οπού υπάρχει, και ότι τα άλλα, τα οποία λαμβάνουν μέρος από αυτήν, λαμβάνουν από αυτήν την ιδίαν το όνομά των, εξηκολούθησεν έπειτα να ερωτά τον Κέβητα τοιουτοτρόπως· Εάν λοιπόν λέγης ότι αυτά είναι έτσι, όταν λέγης ότι ο Σιμμίας είναι μεγαλύτερος από τον Σωκράτην και μικρότερος από τον Φαίδωνα, άρα γε δεν λέγεις τότε ότι υπάρχουν και τα δύο εις τον Σιμμίαν και μέγεθος και μικρότης;
Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.
Αλλά λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, παραδέχεσαι ότι το να είναι μεγαλύτερος ο Σιμμίας από τον Σωκράτην, δεν είναι μα την αλήθειαν έτσι, όπως το λέγομεν με τα λόγια· διότι ο Σιμμίας βέβαια δεν έγεινεν εκ φύσεως τοιούτος, ώστε να υπερτερή διά τούτο, διότι είναι Σιμμίας, αλλ' ένεκα του μεγέθους, το οποίον τυχαίνει να έχη. Ούτε να υπερτερή πάλιν τον Σωκράτην, διότι Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, αλλά διότι ο Σωκράτης έχει μικρότητα σχετικώς με το μέγεθος εκείνου;
Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.
Ούτε πάλιν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να υπερτερήται από τον Φαίδωνα ένεκα τούτου, ότι Φαίδων είναι ο Φαίδων, αλλά διότι ο Φαίδων έχει μέγεθος σχετικώς με την μικρότητα του Σιμμίου;
Αληθινά είναι αυτά, είπεν ο Κέβης.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν ο Σιμμίας λέγομεν ότι είναι μικρός και μεγάλος, διότι είναι ανάμεσα και εις τα δύο, προσφέρων μεν την μικρότητά του να την υπερτερή το μέγεθος του ενός, προσφέρων δε το μέγεθός του να υπερτερή την μικρότητα του άλλου.
Και ο Σωκράτης, αφ' ού επρόβαλεν εμπρός την κεφαλήν του και ήκουσεν, είπε· το εκράτησες εις την ενθύμησίν σου με γενναιότητα· δεν καταλαμβάνεις όμως την διαφοράν μεταξύ εκείνου, το οποίον τώρα λέγομεν, και εκείνου, το οποίον είπομεν τότε. Διότι τότε μεν ελέγομεν ότι το εναντίον πράγμα γίνεται από το εναντίον πράγμα· τώρα δε λέγομεν, ότι το ίδιον το εναντίον δεν είναι δυνατόν να γείνη εναντίον εις τον εαυτόν του, ούτε εκείνο, το οποίον είναι μέσα μας, ούτε εκείνο, το οποίον είναι μέσα εις την φύσιν. Διότι τότε μεν, φίλε μου, ελέγομεν περί εκείνων των πραγμάτων, τα οποία έχουσι τα εναντία των, και τα οποία ονομάζομεν με το όνομα εκείνων, τώρα δε ομιλούμεν περί εκείνων των ιδίων πραγμάτων, τα οποία, επειδή είναι μέσα εις τα υπάρχοντα, δίδουν το όνομά των εις αυτά· δεν ημπορούμεν δε να είπωμεν ποτέ ότι αυτά τα ίδια θα θελήσουν να δεχθούν να γίνωνται το έν από το άλλο. Και συγχρόνως κυττάξας τον Κέβητα είπεν· Άρα γε, Κέβη, μήπως τυχόν κανέν από αυτά, τα οποία αυτός είπεν, ετάραξε και σε;
Δεν ευρίσκομαι εις τοιαύτην κατάστασιν, είπεν ο Κέβης· αν και δεν ημπορώ να είπω, ότι πολλά πράγματα δεν με ταράττουν.
Έχομεν λοιπόν μαζί παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, τούτο μόνον, ότι κανέν εναντίον πράγμα δεν ημπορεί να είναι το εναντίον εις τον εαυτόν του.
Δεν ημπορεί διόλου, είπεν ο Κέβης.
Εξέτασε λοιπόν, παρακαλώ, είπεν ο Σωκράτης, ακόμη και το εξής, διά να ίδωμεν αν θα το παραδεχθής· ονομάζεις κανέν πράγμα ζεστόν και κρύον;
Ναι βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζεις χιόνα και φωτιάν;
Μα τον Δία, όχι βέβαια.
Αλλά το ζεστόν είναι άλλο παρά η φωτιά και το κρύον άλλο παρά το χιόνι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Ναι, είπεν ο Κέβης.
Αλλά τουλάχιστον το εξής, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι το παραδέχεσαι, ότι ποτέ το χιόνι, εν όσω τουλάχιστον είναι χιόνι, αφού δεχθή το ζεστόν, καθώς ελέγομεν εις τα προηγούμενα, θα εξακολουθήση να είναι ακόμη εκείνο, το οποίον ήτο, δηλαδή χιόνι και ζεστόν (συγχρόνως), αλλ' όταν πλησιάση το ζεστόν, ή θα υποχωρήση εις αυτό ή θα χαθή.
Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Και η φωτιά βεβαίως πάλιν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, όταν το ψυχρόν πλησιάση εις αυτήν, ή θα υποχωρήση ή θα χαθή· δεν θα τολμήση όμως ποτέ, αφού δεχθή την ψυχρότητα, να εξακολουθή να είναι ακόμη εκείνο, το οποίον ήτο, δηλαδή φωτιά και ψυχρόν μαζί.
Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.
Συμβαίνει λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ως προς μερικά από τα τοιαύτα, ώστε όχι μόνον η ιδέα των να κρίνηται αξία να έχη το ίδιον όνομα, πάντοτε καθ' όλον τον καιρόν, αλλά και έν άλλο, το οποίον δεν είναι μεν εκείνο, έχει όμως την μορφήν εκείνου πάντοτε, όταν ήθελεν υπάρχει. Ακόμη δε εις το εξής παράδειγμα θα είναι ίσως καθαρώτερον εκείνο, το οποίον λέγω, διότι πρέπει πάντοτε το περιττόν (το μονόν) να λαμβάνη το όνομα τούτου, το οποίον τώρα αναφέρομεν, ή όχι;
Πρέπει βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Αλλ' ερωτώ τούτο, είπεν ο Σωκράτης· Άρα γε είναι το μονόν από τα πραγματικώς υπάρχοντα, το οποίον φέρει αυτό το όνομα, ή υπάρχει και κανέν άλλο, το οποίον δεν είναι μεν εκείνο, το οποίον είναι το μονόν, αλλ' όμως πρέπει να ονομάζωμεν και αυτό πάντοτε με το ιδικόν του όνομα, διότι εκ φύσεως είναι τοιούτον, ώστε ποτέ να μη υπάρχη χωρίς το μονόν; λέγω δε ότι αυτό είναι ένα τοιούτον πράγμα, ωσάν εκείνο, το οποίον έπαθε και η τριάς και πολλοί άλλοι αριθμοί. Εξέτασε λοιπόν διά την τριάδα, άρα γε δεν σου φαίνεται ότι πρέπει να την ονομάζωμεν πάντοτε και με το ιδικόν της όνομα και με το όνομα του περιττού (δηλαδή του μονού αριθμού), το οποίον δεν είναι το όνομα της τριάδος; Αλλ' όμως και η τριάς και η πεντάς και όλον το ήμισυ μέρος των αριθμών είναι κάπως εκ φύσεως τοιούτον, ώστε, εν ώ δεν είναι ό,τι είναι το περιττόν (το μονόν), είναι όμως πάντοτε καθείς από αυτούς αριθμός περιττός (δηλαδή μονός). Και πάλιν τα δύο και τα τέσσαρα και όλη πάλιν η άλλη σειρά των αριθμών, εν ώ δεν είναι ό,τι είναι το άρτιον (δηλαδή το ζυγόν), καθείς όμως από αυτούς είναι πάντοτε άρτιος (δηλαδή ζυγός). Το παραδέχεσαι ή όχι;
Και πώς όχι; είπεν ο Κέβης.
Πρόσεχε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον θέλω ν' αποδείξω· είναι δε το εξής· ότι όχι μόνον εκείνα τα εναντία φαίνονται ότι το έν δεν δέχεται το άλλο, αλλά και όσα, εν ώ δεν είναι εναντία μεταξύ των, έχουν πάντοτε τα εναντία των· φαίνεται ότι ούτε αυτά δέχονται εκείνην την ιδέαν, η οποία ήθελεν είναι εναντία με την υπάρχουσαν εις αυτά, αλλά, όταν αύτη παρουσιασθή, αυτά ή χάνονται ή υποχωρούν, Ή δεν θα είπωμεν ότι τα τρία και θα χαθούν και θα πάθουν ό,τι δήποτε άλλο πάθημα, προτού παρά να υποφέρωσιν, εν ώ είναι ακόμη τρία, να γείνωσι ζυγά;
Βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Και όμως, είπεν ο Σωκράτης, ο αριθμός δύο τουλάχιστον δεν είναι πράγμα εναντίον εις τον αριθμόν τρία.
Δεν είναι βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, όχι μόνον αι εναντίαι ιδέαι δεν υποφέρουσιν η μία την άλλην, όταν παρουσιάζηται, αλλά και μερικά άλλα ακόμη δεν υποφέρουσι τα εναντία, όταν παρουσιάζονται.
Αληθέστατα πράγματα λέγεις, είπεν ο Κέβης.
Θέλεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν είμεθα ικανοί, να προσδιορίσωμεν, οποία είναι αυτά;
Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.
Άρα γε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι εκείνα τα πράγματα, τα οποία, όποιον πράγμα και αν καταλάβωσι, το υποχρεώνουσιν όχι μόνον να έχη την ιδέαν του εαυτού του, αλλά προς τούτοις και την ιδέαν κανενός άλλου πράγματος εναντίου πάντοτε με αυτό;
Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Κέβης.
Καθώς ελέγομεν προ ολίγου, είπεν ο Σωκράτης· διότι θα ηξεύρης βέβαια ότι εκείνα τα πράγματα, τα οποία ήθελε καταλάβει η ιδέα των τριών, είναι ηναγκασμένα όχι μόνον να είναι τρία, αλλά να είναι και περιττά (δηλαδή μονά);
Κάλλιστα το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης.
Δεν λέγομεν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι η εναντία ιδέα εις εκείνην την μορφήν, η οποία το κάμνει τοιούτον, δεν είναι δυνατόν ποτε να έλθη εις το τοιούτον πράγμα;
Δεν είναι βέβαια δυνατόν να έλθη, είπεν ο Κέβης.
Το έκαμε δε βέβαια η ιδέα του περιττού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Ναι, είπεν ο Κέβης.
Εναντία δε εις ταύτην είναι η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού);
Ναι, είπεν ο Κέβης.
Εις τα τρία λοιπόν η ιδέα του αρτίου (δηλαδή του ζυγού) δεν θα έλθη ποτέ; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Δεν θα έλθη βέβαια, απήντησεν ο Κέβης.
Τα τρία λοιπόν είναι αμέτοχα εις το άρτιον (δηλαδή εις το ζυγόν); Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Αμέτοχα, απήντησεν ο Κέβης.
Η τριάς λοιπόν είναι ανάρτιος (δηλαδή δεν είναι ζυγή);
Ναι, είπεν ο Κέβης.
Ιδού λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, εκείνο, το οποίον έλεγον να προσδιορίσωμεν, ποία δηλαδή πράγματα, εν ώ δεν είναι εναντία με άλλο, όμως δεν δέχονται αυτό ως εναντίον (καθώς τώρα η τριάς, η οποία, εν ώ δεν είναι εναντία εις τον ζυγόν αριθμόν, δεν δέχεται όμως αυτόν ένεκα τούτου διόλου, διότι φέρει πάντοτε κατόπιν του εκείνο, το οποίον είναι εναντίον· έτσι και η δυάς φέρει μαζί της το εναντίον εις το μονόν, και η φωτιά το εναντίον εις το ψυχρόν και άλλα πράγματα παραπολλά κάμνουν το ίδιον)· αλλά κύτταξε τώρα αν σου αρέσει να κάμωμεν έτσι τον ορισμόν, ότι όχι μόνον το εναντίον δεν δέχεται το εναντίον, αλλά και εκείνο που ήθελε φέρει μαζί του κάτι εναντίον προς εκείνο, προς το οποίον αυτό διευθύνεται, αυτό το ίδιον πού φέρει μαζί του, ποτέ δεν θα δεχθή το εναντίον εκείνου, το οποίον έφερε μαζί του. Ενθυμήσου δε πάλιν· διότι είναι καλύτερον ν' ακούη κανείς πολλάς φοράς· τα πέντε δεν θα δεχθούν την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του ζυγού), ούτε να δέκα, δηλαδή το διπλάσιον του πέντε, θα δεχθούν την ιδέαν του περιττού, δηλαδή του μονού· τούτο λοιπόν το διπλάσιον, αν και αυτό δεν είναι εναντίον με το περιττόν, όμως δεν θα δεχθή την ιδέαν του περιττού (δηλαδή του μονού). Ούτε τα τρία τέταρτα, ούτε τα άλλα τα τοιαύτα, ούτε το ήμισυ θα δεχθή την ιδέαν του όλου και το τρίτον πάλιν και όλα τα τοιαύτα μέρη δεν θα δεχθούν την ιδέαν του όλου· (ειπέ) αν με καταλαμβάνεις και νομίζεις και συ ότι αυτά είναι έτσι.
Και μου φαίνονται σωστά, είπεν ο Κέβης, και πολύ καλά σε καταλαμβάνω.
Λέγε μου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πάλιν από την αρχήν, και μη μου αποκρίνεσαι εκείνο, το οποίον σε ερωτώ, αλλά με άλλον τρόπον, κάμνων όπως κάμνω και εγώ. Θέλω δε να είπω ότι εκτός της αποκρίσεως εκείνης της βεβαίας, την οποίαν έλεγον κατ' αρχάς, βλέπω τώρα, κατόπιν εκείνων, τα οποία λέγομεν, και άλλην ασφαλή απόκρισιν. Διότι, αν μ' ερωτήσης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον όταν υπάρξη μέσα εις το σώμα, το σώμα θα είναι θερμόν, δεν θα σοι είπω εκείνην την αμαθή απόκρισιν, η οποία είναι ασφαλής; Ότι δηλαδή είναι η θερμότης, αλλά κατόπιν εκείνων, τα οποία τώρα λέγομεν, θα σοι είπω απόκρισιν τεχνικωτέραν (σοφωτέραν), ότι δηλαδή είναι η φωτιά· ούτε αν μ' ερωτήσης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον όταν συμβή μέσα εις το σώμα, το σώμα θ' αρρωστήση, δεν θα σοι είπω ότι είναι η αρρώστια, αλλά θα σοι είπω ότι είναι η θέρμη· ούτε εις το ποίον όταν συμβή μέσα εις τον αριθμόν, ο αριθμός γίνεται περιττός (δηλαδή μονός), δεν θα σοι είπω ότι είναι η περιττότης, αλλά η μονάς, και εις τα άλλα ομοίως. Αλλά κύτταξε, αν τώρα πλέον ηξεύρεις αρκετά εκείνο, το οποίον θέλω.
Αλλά πολύ αρκετά το ηξεύρω, είπεν ο Κέβης.
Αποκρίσου λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ποίον είναι εκείνο, το οποίον αν γείνη μέσα εις το σώμα, το σώμα θα είναι ζωντανόν;
Είναι η ψυχή, είπεν ο Κέβης.
Τούτο λοιπόν συμβαίνει πάντοτε έτσι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, οποιονδήποτε πράγμα και αν καταλάβη, έρχεται πάντοτε εις αυτό φέρουσα ζωήν;
Έτσι έρχεται βέβαια, είπεν ο Κέβης.
Ποίον λοιπόν από τα δύο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα εναντίον εις την ζωήν ή δεν υπάρχει κανέν;
Υπάρχει έν, είπεν ο Κέβης.
Ποίον; ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Ο θάνατος, απεκρίθη ο Κέβης.
Η ψυχή λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα δεχθή ποτέ το εναντίον εις εκείνο, το οποίον φέρει πάντοτε μαζί της, καθώς εμείναμεν σύμφωνοι συνεπεία των προηγουμένων συλλογισμών μας.
Τούτο είναι και παρά πολύ βέβαιον, είπεν ο Κέβης.
Τι λοιπόν λέγεις; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Εκείνο, το οποίον δεν δέχεται την ιδέαν του αρτίου (δηλαδή του ζυγού), τώρα πώς το ονομάζομεν;
Ανάρτιον, είπεν ο Κέβης.
Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται το δίκαιον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, και εκείνο, το οποίον δεν δέχεται το μουσικόν δηλαδή το αγαθόν);
Άμουσον (δηλαδή κακόν) το δεύτερον, είπεν ο Κέβης, άδικον δε το άλλο.
Έστω, είπεν ο Σωκράτης. Εκείνο δε, το οποίον δεν δέχεται θάνατον, πώς το ονομάζομεν;
Αθάνατον, είπεν ο Κέβης.
Η ψυχή λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δέχεται ή δεν δέχεται θάνατον;
Δεν δέχεται, είπεν ο Κέβης.
Είναι λοιπόν η ψυχή αθάνατον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Αθάνατον είναι, απεκρίθη ο Κέβης.
Έστω, είπεν ο Σωκράτης· να είπωμεν λοιπόν ότι τούτο έχει αποδειχθή, ή μήπως νομίζεις ότι δεν απεδείχθη;
Και πολύ αρκετά απεδείχθη, ω Σώκρατες.
Τι λοιπόν λέγεις, Κέβη; Είπεν ο Σωκράτης. Αν ήτο υποχρεωτικόν εις το ανάρτιον (δηλαδή εις εκείνο, οπού δεν είναι μονόν), να είναι άφθαρτον, τα τρία θα ήσαν άλλο τίποτε παρά άφθαρτα;
Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, αν ήτο υποχρεωτικόν και το άζεστον να είναι άφθαρτον, οπόταν ήθελε πλησιάσει κανείς ζεστόν επάνω εις χιόνι, το χιόνι δεν θα εγλύτωνε και θα έμενεν απείρακτον και άλυωτον; Διότι βεβαίως δεν θα εφθείρετο, ούτε πάλιν υποφέρον το ζεστόν θα εδέχετο την ζέστην.
Αληθινά λέγεις, είπεν ο Κέβης.
Ομοίως δε, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, νομίζω ότι και το άκρυον, εάν ήτο άφθαρτον, οπόταν κανέν κρύον πράγμα επλησίαζεν επάνω εις την φωτιάν, αυτή ποτέ δεν θα εσβύνετο, ούτε θα εφθείρετο, αλλά θα έφευγεν εκείθεν απείρακτος.
Άφευκτον είναι, είπεν ο Κέβης.
Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι απαραίτητον να είπωμεν το ίδιον και διά το αθάνατον; Εάν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, είναι αδύνατον εις την ψυχήν να φθαρή, όταν ο θάνατος έλθη εις αυτήν· διότι, σύμφωνα με όσα είπομεν προηγουμένως, δεν θα δεχθή τον θάνατον, ούτε θα γείνη αποθαμμένη καθώς είπομεν τα τρία, ούτε βέβαια πάλιν το περιττόν (δηλ. το μονόν), θα γείνη άρτιον (ζυγόν), ούτε η φωτιά θα γείνη κρύον, ούτε βέβαια η ζέστη, η οποία είναι μέσα εις την φωτιάν, δύναται να γείνη κρύον. Αλλά, ημπορούσε, να είπη κανείς, τι εμποδίζει το μεν μονόν να μη γίνεται ζυγόν, όταν πλησιάζη εις αυτό το ζυγόν, καθώς έχομεν παραδεχθή, αφ' ού δε αυτό (δηλαδή το μονόν) φθαρή, εις τον τόπον εκείνου να γείνη έν ζυγόν; Εις εκείνον, οπού λέγει αυτά, δεν δυνάμεθα να φιλονεικήσωμεν, υποστηρίζοντες ότι το μονόν δεν χάνεται· διότι το ανάρτιον (δηλαδή το μονόν) δεν είναι άφθαρτον. Διότι, αν παρεδεχόμεθα τούτο, θα υπεστηρίζομεν ευκόλως, ότι, όταν το ζυγόν παρουσιασθή, το μονόν και τα τρία παίρνουν και φεύγουν· και διά την φωτιάν και το ζεστόν και τα άλλα θα εσυζητούσαμεν με τον ίδιον τρόπον, ή όχι;
Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.
Και τώρα λοιπόν επίσης, είπεν ο Σωκράτης, προκειμένου διά το αθάνατον, αν μεν παραδεχθώμεν ότι το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, κοντά εις το ότι είναι αθάνατος, θα ήτο και άφθαρτος. Εάν δε δεν παραδεχθώμεν, θα είναι χρεία άλλης αποδείξεως.
Αλλά δεν είναι διόλου χρεία τουλάχιστον διά τούτο, είπεν ο Κέβης, διότι ποίον πράγμα θα απέφευγε την φθοράν, αν βεβαίως εκείνο, το οποίον είναι αθάνατον και αναλλοίωτον, δέχεται φθοράν;
Ο δε θεός βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, και η ιδέα της ζωής, και κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι αθάνατον, δεν ημπορεί παρά όλοι να βεβαιώσουν, καθώς νομίζω, ότι ποτέ δεν φθείρονται.
Όλοι βέβαια, μα τον Δία, οι άνθρωποι τουλάχιστον θα το βεβαιώσουν· και πολύ περισσότερον, καθώς εγώ φρονώ, οι θεοί, είπεν ο Κέβης.
Αφού λοιπόν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, αν συμβαίνη να είναι αθάνατος, ημπορεί να είναι άλλο τίποτε παρά και άφθαρτος; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.
Δεν ημπορεί παρά έτσι να είναι, είπεν ο Κέβης.
Όταν λοιπόν επέλθη θάνατος εις τον άνθρωπον, καθώς φαίνεται, το μεν θνητόν μέρος αποθνήσκει, το δε αθάνατον σηκώνεται και φεύγει απείρακτον και άφθαρτον, αφού σιγά σιγά δώση τόπον εις τον θάνατον.
Έτσι φαίνεται, είπεν ο Κέβης.
Η ψυχή λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, είναι πράγμα αθάνατον και άφθαρτον περισσότερον από κάθε άλλο· και αι ψυχαί μας πραγματικώς θα ευρίσκωνται εις την κατοικίαν του Άδου.
Εγώ λοιπόν βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, δεν ευρίσκω τίποτε εναντίον να είπω εις αυτό, ούτε κανένα τρόπον να μη πιστεύσω εις τους λόγους σου· αλλ' αν αυτός εδώ ο Σιμμίας, ή κανείς άλλος έχη τι να είπη, θα κάμη καλά να μη κρατήση σιωπήν διότι, αν θέλη κανείς να είπη ή να ακούση τίποτε διά τα τοιαύτα πράγματα, δεν ηξεύρω εις ποίαν άλλην ευκαιρίαν παρά εις την παρουσιαζομένην τώρα ημπορεί ν' αναβάλη το πράγμα.
Αλλ' όμως, είπεν αυτός, δηλαδή ο Σιμμίας, δεν έχω πλέον λόγους να μη πιστεύω έπειτα από όσα είπες. Ένεκα όμως του μεγαλείου των πραγμάτων, περί των οποίων ωμιλήσαμεν, και επειδή δεν έχω υπόληψιν εις την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ευρίσκομαι υποχρεωμένος να έχω ακόμη απιστίαν μέσα εις τον εαυτόν μου ως προς όσα είπομεν.
Όχι μόνον τούτο βέβαια, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, αλλά λέγεις καλά και αυτά τα πράγματα και τας πρώτας των βάσεις, και αν ακόμη τας πιστεύητε, πρέπει όμως πάλιν να τας εξετάσωμεν καθαρώτερα και αν τας αναλύσητε αρκετά, θα παρακολουθήσητε, καθώς νομίζω, την ομιλίαν μου, όσον περισσότερον ημπορεί είς άνθρωπος να την παρακολουθήση· και αν τούτο το ίδιον συμπέρασμα γείνη φανερόν, δεν θα ζητήσητε καμμίαν παραπάνω απόδειξιν.
Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.
Αλλά το εξής βεβαίως, φίλοι μου, είπεν ο Σωκράτης, είναι δίκαιον να σκεφθώμεν, ότι, αν η ψυχή είναι αθάνατος, έχει επομένως ανάγκην από φροντίδα δι' αυτήν, όχι μόνον διά τούτον τον καιρόν, κατά τον οποίον διαρκεί εκείνο, το οποίον ονομάζομεν ζωήν, αλλά δι' όλον εν γένει τον καιρόν· και ο κίνδυνος τώρα μάλιστα και θα αποδειχθή, ότι είναι παρά πολύ φοβερός, εάν κανείς παραμελήση αυτήν. Διότι, εάν μεν ο θάνατος θα ήτο παύσις από κάθε πράγμα, το να αποθάνουν θα ήτο διά τους κακούς ανθρώπους εύρημα· ν' απελευθερωθούν δηλαδή συγχρόνως και από το σώμα των και από την κακίαν των, μαζί με την ψυχήν τώρα δε, επειδή φαίνεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος, δεν ημπορεί να υπάρχη δι' αυτήν κανείς άλλος τρόπος ν' αποφύγη τα κακά, ούτε καμμία άλλη σωτηρία, παρά να γείνη όσω το δυνατόν καλυτέρα και σοφωτέρα. Διότι η ψυχή πηγαίνει εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να έχη τίποτε άλλο παρά την ανατροφήν της και τας συνηθείας της· τα οποία και λέγουσι μάλιστα ότι τα μέγιστα ωφελούν ή βλάπτουν εκείνον, ο οποίος έπαυσε να ζη, αμέσως άμα αρχίση το ταξείδιόν του δι' εκεί. Λέγουσι δε τοιουτοτρόπως, ότι τάχα ο άγγελος καθενός, εις τον οποίον έλαχεν, όταν έζη, αυτός αναλαμβάνει να οδηγήση κάθε αποθανόντα εις ένα κάποιον τόπον, όπου οι συναθροισθέντες, αφ' ού κριθούν, πρέπει να πορευθούν εις την κατοικίαν του Άδου μαζί με εκείνον (δηλαδή τον άγγελον) ως οδηγόν, εις τον οποίον είναι διατεταγμένον τους απ' εδώ να περάση εκεί. Εκεί δε, αφ' ού πάθωσιν όσα πρέπει να πάθωσι και μείνωσιν όσον καιρόν χρειάζεται, άλλος οδηγός τους φέρει πάλιν εδώ κατά διαστήματα καιρού πολλά και μεγάλα (23). Το δε ταξείδιον λοιπόν δεν είναι όπως ο Τήλεφος του Αισχύλου το διηγείται. Διότι εκείνος μεν λέγει ότι δρόμος απλούς φέρει εις τον τόπον του Άδου· εις εμέ όμως φαίνεται ότι ούτε απλούς είναι ο δρόμος ούτε είς· διότι τότε δεν θα υπήρχεν ανάγκη από οδηγούς· διότι, όταν ο δρόμος είναι είς, δεν είναι βέβαια δυνατόν να τον χάση κανείς ποτέ. Τώρα όμως φαίνεται ότι έχει και χαράδρας και γύρους πολλούς· και λέγω τούτο συμπεραίνων από τα γινόμενα και εις τας θυσίας και εις τας θρησκευτικάς τελετάς τας γινομένας εδώ (εις την γην). Η ψυχή λοιπόν η εγκρατής και σοφή ακολουθεί τον οδηγόν της και ηξεύρει τα συμβαίνοντα εις αυτήν. Εκείνη δε, η οποία έχει σωματικάς επιθυμίας, το οποίον είπον εις τα προηγούμενα, συρομένη από έρωτα προς το σώμα και προς τον ορατόν (δηλαδή τον υλικόν) τόπον επί πολύν καιρόν, αφ' ού αντισταθή πολύ και πάθη πολλά, φεύγει συρομένη με την βίαν από τον διατεταγμένον άγγελον και με δυσκολίαν. Άμα δε φθάση εκεί, οπού έφθασαν αι άλλαι, την μεν ακάθαρτον και η οποία έκαμε καμμίαν τοιαύτην ακαθαρσίαν, ή ανεμίχθη εις αδίκους φόνους, ή έχει πράξει άλλας τοιαύτας πράξεις, αι οποίαι τυγχάνει να είναι αδελφαί τούτων και πράξεις ψυχών αδελφών (δηλαδή ομοίων με αυτήν), κάθε μία ψυχή αποφεύγει αυτήν και δεν γυρίζει να την κυττάξη και δεν θέλει να γείνη ούτε συνοδοιπόρος αυτής ούτε οδηγός· αυτή δε γυρίζει εδώ και εκεί κυριευμένη από τελείαν αμηχανίαν, έως να περάσουν κάμποσοι χρόνοι, οι οποίοι αφ' ού περάσουν, αναγκαστικώς σύρεται εις την κατοικίαν, η οποία της αρμόζει. Εκείνη δε, η οποία επέρασε την ζωήν καθαρά και με εγκράτειαν, αφ' ού απαντήση συνοδοιπόρους και οδηγούς θεούς, κάθε μία, λέγω, τοιαύτη ψυχή θα κατοικήση εις τον τόπον, ο οποίος αρμόζει εις αυτήν.
Είναι δε πολλοί και αξιοθαύμαστοι τόποι της γης· και αυτή δε η ιδία (η γη) δεν είναι ούτε τοιαύτη ούτε τόσον μεγάλη, όσον νομίζουν εκείνοι, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί της γης, καθώς κάποιος μ' έχει πληροφορήσει.
Και ο Σιμμίας είπε· Πώς λέγεις αυτά, Σώκρατες; Διότι βεβαίως και εγώ έχω ακούσει πολλά διά την γην, όχι όμως αυτά, τα οποία σε επληροφόρησαν· θ' ακούσω ευχαρίστως.
Αλλ' όμως, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, να διηγηθώ εκείνα τουλάχιστον, τα οποία υπάρχουν, δεν μου φαίνεται βέβαια ότι χρειάζεται η τέχνη του Γλαύκου (24)· το ν' αποδείξω όμως ότι είναι αληθινά μου φαίνεται τόσον δύσκολον, ώστε να μη φθάνη η τέχνη του Γλαύκου. Και αφ' ενός μεν ίσως δεν θα είμαι δι' αυτό ικανός, αφ' ετέρου δε, και αν ήξευρα, η ζωή η ιδική μου, Σιμμία, μου φαίνεται ότι δεν θα είναι αρκετή διά τόσον μακρυνήν ομιλίαν. Τίποτε όμως δεν μ' εμποδίζει να είπω ποία είμαι πληροφορημένος ότι είναι η μορφή της γης, και ποίοι είναι οι τόποι της.
Αλλά και αυτά είναι αρκετά, είπεν ο Σιμμίας.
Εγώ λοιπόν έχω πεισθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι κατά πρώτον μεν, αν ευρίσκηται εις το μέσον του ουρανού και είναι στρογγυλή, αυτή δεν έχει ανάγκην ούτε από τον αέρα, ούτε από κανένα άλλο τοιούτον απαραίτητον στήριγμα, διά να μη πέση· αλλ' η ομοιότης του ουρανού του ιδίου με τον εαυτόν του από όλα τα μέρη, και της ιδίας της γης η ισορροπία, είναι αρκετή να την κρατή (να μη πέση). Διότι πράγμα ισόρροπον, όταν το βάλωμεν εις το μέσον ενός άλλου ομοίου πράγματος, δεν ημπορεί να κλίνη από κανέν μέρος ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον. Επειδή δε ευρίσκεται κατά τον ίδιον τρόπον, εξακολουθεί να μένη ακλινές. Κατά πρώτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει διά τούτο πεποίθησιν.
Και δικαίως, είπεν ο Σιμμίας.
Προς τούτοις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει πεποίθησιν, ότι η γη είναι έν πράγμα πολύ μεγάλον· και ότε ημείς, οι οποίοι κατοικούμεν από τον ποταμόν Φάσιν(25) έως εις τας στήλας του Ηρακλέους, κατοικούμεν εις έν μικρόν μέρος της, κατοικούντες ολόγυρα εις την θάλασσαν, όπως μυρμήκια ή βάτραχοι ολόγυρα εις λίμνην, και ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι κατοικούν αλλού εις πολλούς τόπους ωσάν αυτόν. Διότι από όλα τα μέρη ολόγυρα εις την γην υπάρχουν πολλά βαθουλά μέρη και είναι πολλών ειδών και κατά το σχήμα και κατά την μεγαλότητα, εις τα οποία έχει συναθροισθή και το νερόν και η ομίχλη και ο αήρ· η καθ' αυτό δε γη (η ιδέα δηλαδή της γης, ήτοι η πνευματική γη), ότι ευρίσκεται καθαρά μέσα εις τον ουρανόν τον καθαρόν, μέσα εις τον οποίον υπάρχουσι τα άστρα, τον οποίον λοιπόν οι περισσότεροι από εκείνους, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί των τοιούτων πραγμάτων, ονομάζουν αιθέρα· του οποίου αυτά (τα οποία είπομεν προτήτερα) είναι καταπάτια και συμμαζεύονται πάντοτε εις τα βαθουλά μέρη της γης. Ημείς λοιπόν κατοικούμεν εις τα βαθουλά μέρη της χωρίς να το καταλαμβάνωμεν, και νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω εις την επιφάνειάν της, καθώς αν ένας, ο οποίος κατοικεί εις το μέσον του βυθού της θαλάσσης, ήθελε νομίζει ότι κατοικεί επάνω εις την επιφάνειαν αυτής, και βλέπων διά μέσου του νερού τον ήλιον και τα άλλα άστρα ήθελε νομίζει ότι η θάλασσα είναι ουρανός, ένεκα δε του βάρους και της αδυναμίας του ποτέ να μη έχη φθάσει εις τα επάνω επάνω μέρη της θαλάσσης, ούτε εξήλθέ ποτε και επρόβαλε το κεφάλι του έξω από την θάλασσαν, ώστε να έχη ίδει εις τον εδώ τόπον πόσον είναι καθαρώτερος και ωραιότερος από εκείνον, εις τον οποίον ευρίσκεται, ούτε έχει ακούσει περί αυτού κανένα άλλον, όστις τον έχει ίδει· έτσι λοιπόν και ημείς έχομεν πάθει το ίδιον. Διότι, εν ώ κατοικούμεν εις κάποιον βαθουλόν μέρος της γης, νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω εις αυτήν, και ονομάζομεν ουρανόν τον αέρα, ωσάν να ήτο αυτός ουρανός και τα άστρα να εκινούντο διά μέσου τούτου· η αιτία δε οπού γίνεται τούτο είναι ότι ημείς ένεκα αδυναμίας και ένεκα βάρους δεν είμεθα ικανοί να διαπεράσωμεν τον αέρα και να φθάσωμεν εις το επάνω επάνω μέρος του. Επειδή, αν κανείς φθάση εις τα τελευταία επάνω μέρη αυτού, ή αφ' ού κάμη πτερά πετάξη υψηλά, αφ' ού προβάλη εκεί την κεφαλήν του, θα έβλεπε καλά (τα εκεί), καθώς εδώ τα ψάρια, όταν προβάλουν την κεφαλήν έξω από την θάλασσαν, βλέπουσι τα εδώ, έτσι ημπορεί να ίδη κανείς και τα εκεί· και αν η φυσική του αντοχή ήθελεν είναι αρκετή, ώστε ν' ανθέξη να θεωρή, θα ημπορούσε τότε να γνωρίση ότι εκείνος είναι ο αληθινός ουρανός και το αληθινόν φως και η πραγματικώς αληθινή γη. Διότι αυτή εδώ η γη και αι πέτραι και όλος εν γένει ο εδώ τόπος είναι χαλασμένα και καταφαγωμένα, καθώς τα εντός της θαλάσσης από την αλμύραν και ούτε φυτρώνουν ούτε ευρίσκονται μέσα εις την θάλασσαν άξια λόγου, ούτε τέλεια διά να είπωμεν μ' ένα λόγον· σπήλαια δε και άμμος, και όπου ήθελεν υπάρχει και ξηρά, υπάρχει άπειρος πηλός και λάσπαι πολλαί· και πράγματα, τα οποία ουδέ κατά το ελάχιστον δεν είναι άξια να παραβληθούν με τας ωραιότητας, αι οποίαι είναι εις τα μέρη μας. Εκείνα δε πάλιν (δηλ. του ουρανού τα πράγματα) ήθελον φανή ότι είναι πολύ ακόμη περισσότερον ανώτερα από τα πράγματα, τα οποία είναι εδώ εις ημάς. Αν δε είναι χρεία να είπωμεν και ένα ωραίον μύθον, αξίζει τον κόπον να τον ακούσης, Σιμμία, διά να μάθης τι είδους είναι τα ευρισκόμενα εις την (αληθινήν) γην, η οποία είναι υποκάτω του ουρανού.
Αλλά βεβαίως, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ημείς τουλάχιστον ηθέλομεν ακούσει μ' ευχαρίστησιν.
Λέγουν λοιπόν, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, πρώτον μεν ότι η τοιαύτη γη, εάν κανείς ήθελε την παρατηρήσει από υψηλά, θα τω εφαίνετο ότι είναι ωσάν μία από τας δωδεκασκύτους σφαίρας (δηλαδή σφαίρας, των οποίων η έξωθεν επιφάνεια έχει δώδεκα ζώνας διαφόρων χρωμάτων), με ποικίλα και διάφορα χρώματα χρωματισμένη, των οποίων χρωμάτων, ως και τα εδώ υπάρχοντα, τα οποία μεταχειρίζονται οι ζωγράφοι, είναι τρόπον τινά δείγματα. Εκεί δε λέγουν ότι η γη είναι από τοιαύτα χρώματα και από πολύ ακόμη λαμπρότερα και καθαρώτερα παρά αυτά. Διότι άλλο μεν μέρος είναι βαθύ κόκκινον και θαυμασίας ωραιότητος, άλλο δε έχει χρώμα χρυσούν· άλλο δε όσον γίνεται άσπρον, ασπρότερον από γύψον ή χιόνι και συμπληρώνεται με τον ίδιον τρόπον από τα άλλα χρώματα και από ακόμη περισσότερα και ωραιότερα παρά όσα ημείς έχομεν ίδει. Διότι ως και αυτά ακόμη τα βαθουλά μέρη της, τα οποία είναι γεμάτα από νερόν και αέρα παρουσιάζουν έν είδος χρώματος, διότι γυαλίζουν μέσα εις τα πολλά και διάφορα άλλα χρώματα, ώστε η θεωρία της να παρουσιάζηται ωσάν έν αδιάκοπον όλον με πολλά και διάφορα χρώματα. Εις αυτήν δε την γην, η οποία είναι τοιαύτη, εκείνα τα οποία φυτρώνουν, βγαίνουν ανάλογα (κατά την τελειότητα), και δένδρα δηλαδή και άνθη και καρποί και βουνά, όμοια δε πάλιν και αι πέτραι έχουν την τελειότητα με την ιδίαν αναλογίαν και την διαφάνειαν και τα χρώματα ωραιότερα· των οποίων και αι εδώ μικραί πέτραι, αι οποίαι πολύ εκτιμώνται, είναι μικρά κομμάτια, το σάρδιον δηλαδή και οι ιάσπιδες και οι σμάραγδοι, και όλοι οι τοιούτοι (πολύτιμοι λίθοι)· εκεί δε δεν υπάρχει τίποτε, το οποίον να μη είναι ωσάν αυτούς και ακόμη ωραιότερον. Και η αιτία τούτου του πράγματος είναι, ότι εκείναι αι πέτραι είναι καθαραί και δεν είναι καταφαγωμέναι, ούτε χαλασμέναι από σαπίλαν και αλμύραν, και από εκείνα, τα οποία έχουν συντρέξει εδώ, και τα οποία προξενούν ασχημίας και ασθενείας και εις τας πέτρας και εις την γην και εις τα άλλα και ζώα και φυτά· η δε γη αυτή λέγουν ότι είναι στολισμένη και με όλα αυτά και ακόμη με χρυσόν και με άργυρον και με τα άλλα τα παρόμοια επίσης· διότι αυτά τα μέταλλα υπάρχουν φανερά και είναι πολυάριθμα και μεγάλα και εις όλα τα μέρη της γης· ώστε το να ίδη κανείς αυτήν είναι από εκείνα όπου βλέπουν οι ευτυχισμένοι θεαταί. Λέγουν δε, ότι υπάρχουν επάνω εις αυτήν και άλλα πολλά ζώα και άνθρωποι, εκ των οποίων άλλοι μεν κατοικούν εις το εσωτερικόν της ξηράς, άλλοι δε ολόγυρα εις τον αέρα, καθώς ημείς, όπου κατοικούμεν ολόγυρα εις την θάλασσαν· άλλοι δε εις νησιά, τα οποία περιβρέχει ο αήρ, και είναι πλησίον εις την μεγάλην ξηράν και μ' ένα λόγον εις ό,τι μας χρησιμεύει εδώ, το νερόν και η θάλασσα, χρησιμεύει εκεί ο αήρ· εις ό,τι δε χρησιμεύει εις ημάς ο αήρ, χρησιμεύει εις εκείνους ο αιθήρ. Αι δε εποχαί του έτους είναι εις αυτούς τόσον εύκρατοι (δηλαδή ούτε πολύ ζεσταί ούτε πολύ ψυχραί), ώστε εκείνοι να μη αρρωστούν, και να ζουν πολύ περισσότερον καιρόν παρά οι εδώ, και είναι ανώτεροι από ημάς και κατά την όρασιν και κατά την ακοήν και κατά την νόησιν και καθ' όλα τα τοιαύτα, όσον είναι ανώτερος ο αήρ από το νερόν, και ο αιθήρ από τον αέρα κατά την καθαρότητα. Και υπάρχουν λοιπόν εις αυτούς και ιερά δάση και ναοί των θεών μέσα εις τα οποία είναι πραγματικώς κάτοικοι θεοί και προφητείαι και μαντείαι και παρουσιάσεις θεών και άλλαι τοιαύται συγκοινωνίαι συμβαίνουν μεταξύ αυτών και των θεών. Και ότι βεβαίως ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα βλέπονται από αυτούς καθ' αυτό, όπως είναι πραγματικώς, και σύμφωνος με αυτά τα πράγματα είναι και η επίλοιπος ευτυχία των.
Και λοιπόν όλη αυτή η γη και όσα είναι ολόγυρα εις την γην είναι εκ φύσεως όπως είπαμεν· ολόγυρα δε εις αυτήν ολόκληρον, εις τα βαθουλά της μέρη, υπάρχουν πολλοί τόποι· άλλοι βαθύτεροι και περισσότερον ανοικτοί παρά οι ευρισκόμενοι εδώ όπου κατοικούμεν ημείς· άλλοι δε, εν ώ είναι βαθύτεροι, έχουν άνοιγμα μικρότερον παρά ο τόπος, όπου είμεθα ημείς· υπάρχουν δε και μερικοί μικρότεροι κατά το βάθος παρά οι εδώ και πλατύτεροι· όλοι δε αυτοί (οι βαθείς τόποι) εις πολλά μέρη είναι τρυπημένοι κάτωθεν και συγκοινωνούν με υπονόμους πλατυτέρας και στενωτέρας ο ένας με τον άλλον υπογείως και έχουν μέρος που εξέρχεσαι από τον ένα εις τον άλλον· όπου πολύ μεν νερό τρέχει από τους μεν εις τους δε, καθώς εις τα σπήλαια των ηφαιστίων και άπειρους ποσότητες ακαταπαύστων ρευμάτων ποταμών, τα οποία τρέχουν υπογείως, και νερών ζεστών και κρύων, τρέχει δε και πολλή φωτιά και μεγάλοι ποταμοί φωτιάς, και πολλοί ποταμοί υγρού πηλού, άλλου πλέον καθαρού και άλλου πλέον λασπώδους· καθώς εις την Σικελίαν (εις το ηφαίστειον Αίτναν) οι ποταμοί του πηλού, οι οποίοι τρέχουν προτήτερα από το ρεύμα της λάβας και η ιδία η λάβα· από τους οποίους ποταμούς και κάθε τόπος (βαθύς) γεμίζει, από εκείνους δηλαδή, οι οποίοι ήθελε συμπέσει εις κάθε τόπον κάθε φοράν να περάσουν και όλα αυτά (τα ρεύματα) ότι κινούνται επάνω και κάτω ωσάν καμμία κούνια (η οποία να κουνιέται) υπάρχουσα μέσα εις την γην. Ιδού δε πώς κινείται φυσικά αυτή η κούνια· υπάρχει έν από τα χάσματα της γης, το μεγαλύτερον άλλως από όλα, το οποίον έχει τρυπημένην ολόκληρον την γην από το έν άκρον έως εις το άλλο και είναι εκείνο, το οποίον ο Όμηρος αναφέρει λέγων· «πολύ μακράν, όπου υπάρχει το βαθύτατον βάραθρον υποκάτω της γης». Το οποίον και εις άλλα μέρη και εκείνος και πολλοί άλλοι από τους ποιητάς ωνόμασαν Τάρταρον. Διότι και όλοι οι ποταμοί τρέχουσι μέσα εις αυτό το χάσμα και όλοι πάλιν από αυτό τρέχουν έξω. Καθείς δε από αυτούς τους ποταμούς γίνεται τοιούτος, όπως είναι η γη, από την οποίαν περνά. Η δε αιτία του ότι όλα τα ρεύματα και εξέρχονται από εδώ και τρέχουν πάλιν εδώ μέσα, είναι ότι αυτό το υγρόν δεν έχει ούτε βυθόν ούτε στήριγμα. Κρέμαται λοιπόν εις τον αέρα και βράζει αναβαίνον και καταβαίνον, και ο αήρ και ο άνεμος, όστις είναι ολόγυρα εις αυτό, κάμνει το ίδιον. Διότι το ακολουθεί και όταν ριφθή εις το εκείθεν της γης μέρος και όταν ριφθή εις το εδώθεν. Και καθώς ο αήρ εκείνων, οι οποίοι αναπνέουν, πάντοτε και εξέρχεται (από το στόμα) και εισέρχεται τρέχων, έτσι και εκεί ο άνεμος υψωνόμενος μαζί με το υγρόν προξενεί μερικούς ανέμους φοβερούς και απεριγράπτους, και όταν εισέρχηται και όταν εξέρχηται. Και όταν λοιπόν το νερόν, αφ' ού ορμήση, αποσυρθή εις τον τόπον, ο οποίος ονομάζεται κάτω, διά μέσου της γης τρέχει μέσα εις τα μέρη, τα οποία ευρίσκονται εις εκείνα τα ρεύματα και τα γεμίζει, καθώς όταν εκβάλωμεν νερόν με άντλημα· όταν δε πάλιν φύγη από εκεί και ορμήση προς τα εδώ, γεμίζει πάλιν τα εδώ· αυτά δε, αφ' ού γεμίσουν, τρέχουν διά μέσου των υπονόμων και διά μέσου της γης και, αφ' ού φθάσουν καθέν εις κάθε τόπον, εις τον οποίον διευθύνονται, κάμνουν θαλάσσας και λίμνας και ποταμούς και βρύσεις. Από εδώ δε πάλιν, αφ' ού βυθισθούν κάτω εις την γην, άλλα μεν περιτρέχουν τόπους μακρυνωτέρους και περισσοτέρους, άλλα δε ολιγωτέρους και συντομωτέρους και χύνονται πάλιν εις τον Τάρταρον· άλλα μεν πολύ, άλλα δε ολίγον παρακάτω του μέρους, από το οποίον εξήλθον· όλα δε τρέχουν μέσα εις τον Τάρταρον υποκάτω από το μέρος, από το οποίον εξήλθον. Και μερικά μεν εξήλθον ακριβώς απέναντι του μέρους, από το οποίον εισέρχονται, μερικά δε από το ίδιον μέρος. Υπάρχουν δε και μερικά, τα οποία, αφ' ού κάμουν ολόκληρον τον γύρον, περιτυλιχθούν δηλαδή ολόγυρα εις την γην ή μίαν ή και πολλάς φοράς καθώς οι όφεις, αφ' ού καταβούν όσον είναι δυνατόν κάτω, χύνονται πάλιν μέσα εις τον Τάρταρον· είναι δε δυνατόν να καταβούν από το έν μέρος ή από το άλλο έως εις το μέσον, παρά πέραν όμως όχι. Διότι, από το έν μέρος και από το άλλο, το μέρος γίνεται ανηφορικόν.
Τα μεν άλλα ρεύματα λοιπόν είναι πολλά και μεγάλα και κάθε λογής· εις αυτά δε τα πολλά ρεύματα υπάρχουν τέσσαρα, εκ των οποίων το μεγαλύτερον, το οποίον τρέχει πλέον έξω από όλα και γύρω γύρω, είναι ο ονομαζόμενος ωκεανός· ακριβώς δε απέναντι τούτου και τρέχων με αντίθετον διεύθυνσιν είναι ο Αχέρων, ο οποίος τρέχει και διά μέσου άλλων ερήμων τόπων και υποκάτω από την γην, τρέχων δε φθάνει εις την λίμνην Αχερουσιάδα, όπου αι ψυχαί των περισσοτέρων αποθανόντων φθάνουσι, και αφ' ού μείνωσι μερικούς χρόνους διωρισμένους, άλλαι μεν περισσοτέρους, άλλαι δε ολιγωτέρους, αποστέλλονται πάλιν (εις τούτον τον κόσμον), διά να γείνουν ζώα. Τρίτος δε ποταμός χύνεται ανάμεσα εις τούτους, και κοντά εις το μέρος, όπου πηγάζει, πίπτει μέσα εις ένα μεγάλον τόπον, όπου κάμνει πολλή φωτιά και κάμνει λίμνην μεγαλυτέραν από την ιδικήν μας θάλασσαν· εκεί βράζει νερό και πηλός. Από εδώ δε προχωρεί γύρω θολός και λασπωμένος· περιτυλίσσων δε την γην φθάνει και εις άλλα μέρη και εις τα άκρα της λίμνης Αχερουσιάδος, χωρίς ν' ανακατωθή με το νερόν της· αφ' ού δε κάμη πολλούς γύρους υποκάτω εις την γην, ρίπτεται εις τα παρακάτω από τον Τάρταρον μέρη· αυτός δε είναι ο ποταμός, τον οποίον ονομάζουν ακόμη Πυριφλεγέθοντα, του οποίου και τα ρυάκια εις όποιον μέρος της γης τύχωσι φυσώσιν επάνω κομμάτια του ρεύματος (δηλαδή την λάβαν εις τα ηφαίστεια). Ακριβώς δε πάλιν αντικρύ με τούτον ο τέταρτος ποταμός πίπτει εις ένα τόπον κατ' αρχάς φοβερόν και άγριον, καθώς λέγουν· ολόκληρος δ' έχει χρώμα ωσάν το γαλάζιον· τον οποίον ονομάζουσι Στύγιον· αυτός ο ποταμός κάμνει την λίμνην Στύγα, χυνόμενος εις αυτήν. Ούτος δε, αφ' ού πέση μέσα εις αυτήν την λίμνην και λάβη μέσα εις το νερόν της φοβεράς δυνάμεις, χύνεται τότε εις την γην και προχωρεί περιτυλισσόμενος κυκλοτερώς κατά διεύθυνσιν εναντίαν του Πυριφλεγέθοντος, και από το εναντίον μέρος ερχόμενος τον απαντά μέσα εις την λίμνην Αχερουσιάδα· και ούτε τούτου το νερόν ανακατεύεται με κανέν άλλο, αλλά και αυτός, αφ' ού περιτριγυρίση κυκλοτερώς, χύνεται μέσα εις τον Τάρταρον από το απέναντι μέρος του Πυριφλεγέθοντος. Το όνομά του δε είναι, καθώς λέγουν οι ποιηταί Κωκυτός.
Αυτά λοιπόν τα πράγματα η φύσις έτσι τα διέταξεν, όταν δε οι αποθανόντες φθάσωσιν εις τον τόπον, όπου ο άγγελος φέρει τον καθένα, κατά πρώτον μεν δικάζονται και εκείνοι, οι οποίοι έζησαν καλά και άγια, και εκείνοι, οι οποίοι δεν έζησαν καλά. Και εκείνοι μεν, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι έχουν ζήσει μέτρια (δηλαδή ούτε καλά ούτε κακά), αφ' ού πορευθούν εις τον Αχέροντα ποταμόν, αναβαίνουν επάνω εις πλοιάρια, τα οποία υπάρχουν εκεί δι' αυτούς, και επάνω εις αυτά ταξειδεύοντες φθάνουν εις την λίμνην και εκεί και κατοικούσι και ελευθερώνονται καθαριζόμενοι, υποφέροντες τιμωρίας διά τα αδικήματά των, αν κανείς από αυτούς έπραξε καμμίαν αδικίαν, και λαμβάνουσιν ανταμοιβάς διά καλά των έργα, ο καθείς σύμφωνα με την αξίαν του. Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι είναι εις κατάστασιν αθεράπευτον ένεκα των μεγάλων των σφαλμάτων, διότι έχουν πράξει ή πολλάς και μεγάλας ιεροσυλίας, ή πολλούς αδίκους και παρανόμους φόνους, ή άλλας πράξεις του αυτού είδους, η δε αρμόζουσα εις αυτούς μοίρα τους ρίπτει μέσα εις τον Τάρταρον, όπου δεν εξέρχονται πλέον ποτέ· εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελε θεωρηθή ότι υπέπεσαν εις σφάλματα, τα οποία ημπορούν μεν να θεραπευθούν, είναι όμως μεγάλα, διότι έπραξαν λόγου χάριν ένεκα θυμού καμμίαν βιαίαν πράξιν εναντίον του πατρός ή της μητρός των και μετανοούντες δι' αυτήν έζησαν την επίλοιπον ζωήν, ή με κανένα άλλον τοιούτον τρόπον έγειναν φονείς, είναι αναγκαίον αυτοί να πέσουν μεν μέσα εις τον Τάρταρον, άμα όμως πέσουν, το κύμα τους εκβάλλει, αφ' ού μένουν εκεί ένα χρόνον, και τους μεν φονείς φέρει εις τον Κωκυτόν, τους δε πατροκτόνους και μητροκτόνους εις τον Πυριφλεγέθοντα. Συρόμενοι δε όταν φθάσουν εις την λίμνην Αχερουσιάδα, εκεί φωνάζουν και προσκαλούν οι μεν πρώτοι εκείνους, τους οποίους εθανάτωσαν, οι δε άλλοι εκείνους, τους οποίους προσέβαλον, αφ' ού δε τους προσκαλέσουν, τους ικετεύουν και τους παρακαλούν να επιτρέψουν εις αυτούς να περάσουν εις την λίμνην και να τους δεχθούν. Και αν μεν τους καταφέρουν, εξέρχονται εις την ξηράν και παύουν τα βάσανά των· αν όμως δεν τους καταφέρουν, σύρονται πάλιν οπίσω εις τον Τάρταρον και από εκεί εκ νέου εις τους ποταμούς· και δεν παύουν από του να παθαίνουν αυτά έως ότου καταφέρωσιν εκείνους, τους οποίους ηδίκησαν. Διότι αυτή είναι η τιμωρία, η οποία επεβλήθη εις αυτούς από τους δικαστάς. Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι έζησαν εξαιρετικώς με αγιότητα, αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι ελευθερώνονται και λυτρώνονται από τούτους τους τόπους, οι οποίοι ευρίσκονται εις την γην, ωσάν από φυλακάς, φθάνουν δε επάνω εις την καθαράν κατοικίαν και ορίζονται να κατοικούν επάνω εις εκείνην την γην. Από τούτους δε τους ιδίους εκείνοι, οι οποίοι εκαθαρίσθησαν αρκετά διά της φιλοσοφίας, εις τον κατόπιν καιρόν ζουν όλως διόλου χωρίς σώματα και φθάνουν εις κατοικίας ακόμη ωραιοτέρας από αυτάς, τας οποίας ούτε εύκολον είναι ούτε ο καιρός κατά την παρούσαν στιγμήν μας εξαρκεί να παραστήσωμεν.
Αλλά πρέπει ένεκα τούτων των λόγων, τους οποίους εξεθέσαμεν, Σιμμία, να προσπαθώμεν με κάθε τρόπον, ώστε ν' αποκτήσωμεν εν καιρώ της ζωής μας αρετήν και σοφίαν. Διότι το βραβείον της νίκης είναι ωραίον και η ελπίς μεγάλη. Το μεν να βεβαιώση κανείς ότι αυτά είναι έτσι, όπως εγώ τα διηγήθην, δεν αρμόζει εις άνθρωπον, ο οποίος έχει νουν· ότι όμως ή ταύτα υπάρχουσι πραγματικώς ή κάποια άλλα παρόμοια οία τας ψυχάς μας και τας κατοικίας των, επειδή βεβαίως η ψυχή φαίνεται ότι είναι πράγμα αθάνατον, μου φαίνεται ότι τούτο και αρμόζει και αξίζει τον κόπον να κινδυνεύση κανείς να πιστεύση ότι είναι έτσι. Διότι ο κίνδυνος είναι ωραίος και χρειάζεται να τραγωδήση κανείς εις τον εαυτόν του τα τοιαύτα μαγικά τραγούδια. Διά τούτο λοιπόν εγώ από πολλήν ώραν μακραίνω την μυθολογικήν διήγησιν. Αλλά διά τούτους τους λόγους λοιπόν πρέπει να έχη πεποίθησιν διά την ψυχήν του εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος εις το διάστημα της ζωής του τας μεν άλλας ευχαριστήσεις τας σωματικάς και τους στολισμούς απεχαιρέτισε, διότι είναι ξένοι δι' αυτόν, και επειδή ενόμισεν ότι αυτοί προξενούν εις αυτόν το κακόν, επεδίωξε δε τας ευχαριστήσεις της μαθήσεως, και αφού εστόλισε την ψυχήν του όχι με στολισμόν ξένον, αλλά με τον ιδικόν της, δηλαδή με εγκράτειαν, και δικαιοσύνην, και ανδρείαν, και ελευθερίαν, και αλήθειαν, τοιουτοτρόπως περιμένει το ταξείδιον διά τον τόπον του Άδου, διά να υπάγη εκεί, όταν η ειμαρμένη τον καλέση. Σεις μεν λοιπόν, είπε, Σιμμία και Κέβη, και οι άλλοι καθείς με την σειράν του εις κάποιον καιρόν θα κάμητε το ταξείδιον τούτο· η δε ειμαρμένη, καθώς θα έλεγεν είς ποιητής τραγικός (26), προσκαλεί τώρα εμέ και επάνω κάτω είναι η ώρα μου να διευθυνθώ εις το λουτρόν. Διότι είναι καλύτερον βέβαια να πίω το δηλητήριον, αφού λουσθώ, και να μη δώσω ενόχλησιν εις τας γυναίκας.
Αφ' ού λοιπόν αυτός είπε ταύτα, ο Κρίτων είπεν· Έστω, ω Σώκρατες. Τι δε παραγγέλλεις εις τούτους ή εις εμέ, ή διά τα παιδία σου ή διά κανέν άλλο πράγμα, το οποίον ημπορούμεν να κάμωμεν διά σε, διά να σ' ευχαριστήσωμεν;
Ημπορείτε να κάμητε εκείνα, τα οποία λέγω πάντοτε, Κρίτων, είπεν ο Σωκράτης· κανέν νεώτερον δεν έχω να προσθέσω, ότι δηλαδή σεις φροντίζοντες διά τον εαυτόν σας θα πράξητε εκείνα, τα οποία θα πράξητε, ώστε να είναι ευχάριστα και εις εμέ και εις τους ιδικούς μου και εις τους εαυτούς σας, και αν ακόμη δεν το υποσχεθήτε τώρα· αν δε αμελήτε τον εαυτόν σας και δεν θέλητε να ζήτε σύμφωνα με εκείνα, τα οποία τώρα και εις τον προηγούμενον καιρόν είπομεν ωσάν με παραδείγματα, και πολλά αν υποσχεθήτε εις τον παρόντα καιρόν και δυνατά, τίποτε περισσότερον δεν θα κάμητε.
Θα βαλθώμεν λοιπόν με την καρδίαν μας να κάμωμεν αυτά έτσι, είπεν ο Κρίτων. Με ποίον δε τρόπον να σε θάψωμεν;
Όπως θελήσητε, είπεν ο Σωκράτης· αν όμως με πιάσητε και δεν σας ξεφύγω. Αφ' ού δε συγχρόνως εγέλασε με γλυκύ χαμόγελον και μας εκύτταξεν, είπεν:
Δεν ημπορώ να καταπείσω τον Κρίτωνα, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι αυτός ο Σωκράτης, ο οποίος συνομιλεί τώρα και θέτει εις τάξιν κάθε πράγμα, το οποίον λέγει, αλλά νομίζει ότι εγώ είμαι εκείνος, τον οποίον έπειτα θα ίδη από ολίγον αποθαμμένον, και διά τούτο ερωτά πώς να με θάψη. Ότι λοιπόν εγώ από πολύν καιρόν έκαμα πολύν λόγον, ότι, αφ' ού πίω το δηλητήριον, δεν θα μένω πλέον πλησίον σας, αλλά θα υπάγω να κατοικήσω εις τας κατοικίας της ευτυχίας, όπου κατοικούν οι μακάριοι, μου φαίνεται ότι είπον ουχί ανωφελώς, διά να παρηγορήσω από το έν μέρος σας και από το άλλο τον εαυτόν μου. Γίνετε λοιπόν εγγυηταί μου προς τον Κρίτωνα, είπε, δίδοντες εις αυτόν εγγύησιν εναντίαν προς εκείνην, την οποίαν αυτός έδωκε προς τους δικαστάς. Διότι ούτος μεν υπεσχέθη (εις τους δικαστάς), ότι εγώ τω όντι θα μείνω και δεν θα φύγω· σεις δε εγγυηθήτε, ότι τω όντι δεν θα μείνω, αφ' ού αποθάνω, αλλά θα πάρω να φύγω, διά να υποφέρη ευκολώτερα ο Κρίτων την λύπην και να μη αισθάνηται θλίψιν προς χάριν μου βλέπων ότι παθαίνω μερικά φοβερά πράγματα· βλέπων δηλαδή το σώμα μου ή να καίηται ή να χώνηται μέσα εις την γην, ούτε να λέγη εν καιρώ της κηδείας μου ότι, ή εκθέτει τον Σωκράτην, ή εκφέρει τον Σωκράτην, ή θάπτει τον Σωκράτην. Διότι ήξευρε καλά, είπεν ο Σωκράτης, κάλλιστε Κρίτων, ότι το να μη εκφράζηται κανείς καλά δεν είναι μόνον αυτό καθ' εαυτό σφάλμα, αλλά προξενεί και βλάβην εις τας ψυχάς. Αλλά πρέπει και γενναιότητα να έχω και να σου είπω να θάψης το σώμα μου και να το θάψης όπως σου αρέση καλύτερα και όπως νομίσης ότι ήθελεν είναι περισσότερον σύμφωνον με τους νόμους. Αφ' ού είπεν αυτά, εκείνος μεν εσηκώθη να υπάγη εις έν δωμάτιον, διά να λουσθή, και ο Κρίτων τον ηκολούθει· επεριμένομεν λοιπόν συνομιλούντες μεταξύ μας δι' όσα είχον λεχθή και εξετάζοντες αυτά πάλιν και τότε δε αναφέροντες πόσον μεγάλην συμφοράν θα πάθωμεν, νομίζοντες αληθώς ότι θα περάσωμεν την μετά ταύτα ζωήν ορφανοί, ωσάν να εχάσαμεν πατέρα. Αφ' ού δε ελούσθη, έφεραν προς αυτόν και τα παιδία του (διότι είχε δύο υιούς μικρούς και ένα μεγάλον), έφθασαν δε αι γυναίκες της οικογενείας του, και αφ' ού συνωμίλησε με εκείνας ενώπιον του Κρίτωνος και παρήγγειλεν εις αυτάς εκείνα, τα οποία ήθελε, τας μεν γυναίκας και τα παιδία διέταξε ν' αναχωρήσωσιν, ο ίδιος δε ήλθε πλησίον μας και επλησίαζε πλέον το βασίλευμα του ηλίου, διότι έμεινε μέσα πολύν καιρόν. Αφ' ού δε ήλθεν, εκάθισε λουσμένος και κατόπιν δεν είπε πλέον πολλάς ομιλίας. Και ο υπηρέτης των Ένδεκα ήλθε, και σταθείς πλησίον του είπεν Ω Σώκρατες, δεν θα σε καταδικάσω δι' εκείνο, διά το οποίον καταδικάζω άλλους, ότι θυμώνουν εναντίον μου και με καταρώνται, όταν παραγγέλλω εις αυτούς να πίωσι το δηλητήριον, εν ώ με υποχρεώνουν οι άρχοντες να κάμω τούτο· εγώ και από άλλα σε εγνώρισα εις το διάστημα του καιρού τούτου, ότι είσαι γενναιότατος και γλυκύτατος και ο κάλλιστος άνθρωπος από όσους έως τώρα ήλθον εδώ· και λοιπόν και τώρα καλώς γνωρίζω, ότι δεν δυσαρεστείσαι εναντίον μου, επειδή γνωρίζεις ποίοι είναι οι αίτιοι· αλλά με εκείνους. Τώρα λοιπόν, διότι ηξεύρεις εκείνο, το οποίον ήλθα να σου αναγγείλω, χαίρε και προσπάθησον να υποφέρης όσον το δυνατόν γενναιότερον εκείνο, το οποίον δεν ημπορείς ν' αποφύγης. Και συγχρόνως, αφ' ού εδάκρυσεν, εγύρισεν από το άλλο μέρος και ανεχώρει. Και ο Σωκράτης, ρίψας έν βλέμμα προς αυτόν, και συ, χαίρε, είπε· και ημείς θα πράξωμεν αυτά (τα οποία παρήγγειλας). Και συγχρόνως στρέψας προς ημάς είπε· Πόσον φιλόφρων(27) είναι ο άνθρωπος αυτός· και εις όλου του καιρού αυτού το διάστημα μ' επλησίαζε, και συνωμίλει κάποτε μαζί μου και ήτο ο καλύτερος άνθρωπος και τώρα με πόσον γενναίαν καρδίαν με κλαίει. Αλλ' έλα λοιπόν, Κρίτων, ας υπακούσωμεν εις αυτόν και ας φέρη κανείς το δηλητήριον, εάν έχη τριφθή· εάν δε όχι, ο άνθρωπος, ας το τρίψη.