Front matter (continued 5)
Alexandros Palles translation
να μπούνε απάνου απ' το τειχί· κι' εκείνοι ακούν το λόγο,
κι' άλλοι από πάνου μονομιάς πηδούσαν, άλλοι πάλι
χύνουνταν μέσα απ' τη μπασιά. Σκορπούν τότε οι Αργίτες470
κατά τα πλοία εδώ κι' εκεί, και γόνα πήγε ο κρότος.
.
.
.
Ν
.
[Δεν έχει μεταφραστεί]
.
.
Ξ
.
.
.
Εκεί να! ακούει, κιας έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω,
και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο διο φτερωμένα λόγια
«Σκέψου, τι λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε.
Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη.
Μον κάθου εδώ του λόγου σου κι' ήσυχος πίνε μόνος,5
ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη
θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει·
τι τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»
.
Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει
στέρια μια ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα10
στην κόχη — τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης-
και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο.
Κι' όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλιά άχαρη ξανοίγει,
τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι
που τους βαρούσαν· κι' είταν πια και το τειχί πεσμένο.15
Πώς τον απέραντο γιαλό μουγκό θολώνει κύμα —
τι ανέμων λάλωνε μηνάει σιφουνιαστό δρολάπι,
κύμα με δίχως να κυλάει απ' τόνα ή τ' άλλο μέρος
ως να κατέβει οριστικό κάνα απ' το Δία αγέρι·
να πώς μελέταε ο γέροντας με σπλάχνα ανταρωμένα20
διπλόβουλα, ή για το σωρό των Αχαιών να κάνει
είτε να πάει στ' Ατριά το γιο, στο βασιλιά Αγαμέμνο.
Μα αφτή η βουλή τού δόκησε σαν πιο καλή, να σύρει
στο βασιλιά. Κι' οι διο στρατοί στην μάχη πελεκιούνταν
με πείσμα, κι' άλιωτος χαλκός γύρω στα στήθια αχούσε25
καθώς χτυπιούνταν με σπαθιά και δίστομα κοντάρια.
.
Εκεί οι θεόσπαρτοι έσμιξαν το γέρο βασιλιάδες —
τι απ' τα καράβια ανέβαιναν — όσοι είταν λαβωμένοι,
τ' Ατρέα ο γιος, και του Τυδιά ο γιος, και του Λαέρτη.
Γιατί ως πολύ είτανε αψηλά τα πλοία τραβηγμένα30
αλάργα απ' το μαβύ γιαλό, τι τράβηξαν στον κάμπο
τα πρώτα, κι' έχτισαν τειχί σιμά στ' ακροκαράβια·
τι το περγιάλι είταν πλατύ, μα δε μπορούσε κι' όλα
ναν τα χωρέσει, κι' ο στρατός πολύ είταν στρυμωγμένος.
Για αφτό σκαλιά τ' αράδιασαν, και γιόμισε όλη η άπλα35
της αμμουδιάς ως πέρα εκεί που φράζανε οι διο άκρες.
Εκεί οι αρχόντοι πάγαιναν συμαζωχτοί, ακουμπώντας
πας στα κοντάρια, για να δουν την ταραχή, και βόγγαε
μέσα η καρδιά στα στήθια τους. Εκεί απαντούν το γέρο,39
κι' ο πρωταφέντης γιος τ' Ατριά τον φώναξε και τούπε41
«Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι,
εδώ γιατί ήρθες κι' άφισες την αντροφάγα μάχη;
Τρέμω το λόγο ο Έχτορας μη μας τον βγάλει αλήθια,
που μια φορά φοβέρισε μιλώντας μες στους Τρώες,45
πως οχ τα πλοία στο καστρί δε θα γυρίσει πίσω
αν στάχτη δεν τα κάνει πριν κι' αν όλους δε μας σφάξει.
Έτσι έλεγε, και τώρα αφτά βλέπω αληθέβουν όλα.
Ω δυστυχιά, κι' οι άλλοι τους καλοπλισμένοι Αργίτες
μαζί μου κρυφοχόλιασαν, και σαν τον Αχιλέα50
δε θεν να πολεμήσουν πια για τ' ακρινά καράβια.»
.
Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γέρο-αλογολάτης
«Τέλιωσαν ναι έτσι αφτά όπως λες — αφτή είναι η μάβρη αλήθεια —
κι' αλλιώς δεν τα τελιώνει πια μήτε ο μεγάλος Δίας·
τι το τειχί πάει έπεσε, π' ολπίζαμε θα μείνει55
κάστρο για μας απάτητο, ταμπούρι της αρμάδας,
κι' αφτοί σα σκύλοι πολεμούν, με πείσμα, να μας πάρουν
τα πλοία, και δε βγάζεις πια, και μια και διο αν κοιτάξεις,
που πιο ο στρατός — ζερβά ή δεξά — τσακάει κακοπαθαίνει·
τόσο έτσι πέφτει ανάκατα, κι' αχεί η φωνή ως στα ύψη.60
Μα ας δούμε, αδρέφια, αφτή η δουλιά πώς να γενεί, αν μας βγάλει
τίποτα η σκέψη· όμως εμείς δε γίνεται να μπούμε
μες στη σφαγή, τι δε βαστάει σε μάχη ο λαβωμένος.»
.
Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο βασιλιά Αγαμέμνος
«Γέρο, αφού τώρα πολεμούν ως στ' ακρινά καράβια,65
κι' άφελο βγήκε το χτιστό τειχί και το χαντάκι
που να γενεί μας παίδεψε και κρυφολπίζαμ' όλοι
κάστρο θαν τόχουμε άσπαστο κι' εμείς και τα καράβια,
θα πει έτσι ο παντοδύναμος το θέλει γιος του Κρόνου,
άχναροι να χαθούμε εδώ αλάργα απ' την πατρίδα.70
Τι τόξερα όταν γκαρδιακά μας βόηθαε, και το ξέρω
και τώρα που έτσι σα θεούς μακαριστούς δοξάζει
τους Τρώες, και τα χέρια εμάς μας κόβει και το θάρρος.
Μα ελάτε, κι' ότι εγώ σας πω, αφτό ας το κάνουμ' όλοι.
Ρήξτε τα πλοία στο γιαλό, τα πρώτα εκεί που στέκουν75
κοντά στην ακροθαλασσά, και στ' ανοιχτά τραβώντας
εκεί ας τ' αφίσουμε δετά στα βάρια ως που να φτάσει
η νύχτα η αστροστόλιστη, αν δα και τότε αν πάψουν
τη μάχη οι Τρώες· έπειτα τραβούμε κι' όλα τ' άλλα.
Ντροπής δεν έχει να σωθείς, κι' αν ξεκινήσεις νύχτα.»80
.
Τότες λοξά τον κοίταξε κι' είπε ο σοφός Δυσσέας82
«Τι λόγια αφτού, τ' Ατρέα γιε, σου ξεστομίζει η γλώσσα;
Δύστυχε! Κάλια ας όριζες κάνα άλλο ασκέρι — ψόφιο —
όχι άντρες τέτιους σαν κι' εμάς, εμάς που ο γιος του Κρόνου85
από παιδιά μας προίκισε σε μάχες και πολέμους
να ζούμε πάντα ως στη στιγμή που θα μας φάει το χώμα.
Έτσι λοιπόν, ορέγεσαι την πλατοδρόμα Τροία
ν' αφίσεις π' άπειρα για αφτή βάσανα εδώ τραβούμε;
Σώπα! μην τύχει σου κανείς το λόγο και σ' ακούσει,90
λόγο που δα άντρας καθαφτός δε βγάζει έτσι οχ το στόμα
ποτές του, αν ξέρει το σωστό να κατεβάσει ο νους του,
τα χρέη αν ξέρει τ' αρχηγού κι' ορίζει τόσο πλήθος.93
Μα πάει! σ' τον ξέγραψα το νου μ' αφτό το λόγο πούπες,95
που θες την ώρα που η σφαγή κι' η μάχη βράζει ακόμα
να ρήξουμε μες στο γιαλό τα πλοία και να γίνει
πιο ακόμα ότι οι οχτροί ποθούν, που μας νικάνε κιόλας,
και να μας συνεπάρει πια το ρέμα· τι οι Αργίτες
δε θάχουν νου για πόλεμο, παρά θα παραλύσουν100
κι' αλλού θα βλέπουν σαν τραβάς μες στο γιαλό τα πλοία.
Θα δεις τότε αν μας ρήμαξε αφτή η βουλή σου, αφέντη.»
.
Τότε απαντάει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους
«Βαρύς, Δυασέα, ο λόγος σου και σα μαχαίρι μπήκε
μες στην καρδιά μου· μα άθελα δε θέλω εγώ οι Αργίτες105
να ρήξουν τα καλόθρονα μες στο γιαλό καράβια.
Και τώρα, πιο καλό όποιος σας ξέρει στρατί, ας μιλήσει,
γέρος ή νιός· τι με χαρά το λόγο εγώ θ' ακούσω.»
.
Τότες του λέει ο ξακουστός παλικαράς Διομήδης
«Εδώ' ναι αφτός — μην τρέχετε πιο αλάργα — αν θέτε ως τόσο110
ν' ακούστε κι' ότι εγώ θα πω κι' αν δεν κακοφανεί σας
που τάχατε είμαι απ' όλους σας πιο νιος εδώ στα χρόνια.
Μα απ' άρχοντα γονιό κι' εγώ πως σπάρθηκα παινιέμαι,
απ' τον Τυδιά που γης χυτή στη Θήβα τον σκεπάζει.
Γιατί ο Πορθιάς τρεις έκανε λεβεντονιούς — κι' οι τρεις τους115
την Κάλυδο και της Πλεβρός τα πλάγια κατοικούσαν —
το Μέλα και τον Άγριονε και τον παππού Βοινέα,
πούταν στα χρόνια ο τρίτος τους μα στην αντριά 'ταν πρώτος.
Μα έμεινε εκείνος στην Πλεβρό, και μίσεψε ο γονιός μου
στ' Άργος κι' εκεί σπιτώθηκε, γιατί ίσως έτσι ο Δίας120
κι' οι άλλοι τόθελαν θεοί. Κι' εκεί απ' τ' Αδράστου πήρε
μια κόρη, κι' είχε αρχοντικά γιομότο βιος και πλούτη,
κι' είχε χωράφια 'να σωρό σταρόκαρπα με γύρω
πολλές φυτιάς δεντροσειρές· και ζωντανά 'χε πλήθος,
κι' είταν κι' απ' όλους τους το πιο γερό κοντάρι στ' Άργος.
Μα αφτά ακουστά θαν τάχετε, αν είναι ή όχι αλήθια.125
Έτσι τυχόντα ή άναντρο δεν έχει να με πείτε
και ν' αψηφίστε ότι σας πω, με λόγο αν σας μιλήσω.
Ομπρός! στη μάχη, — τι είναι χριά — και λαβωμένοι ας πάμε!
Και τότε εκεί δε μπαίνουμε στους χτύπους, μον παρέκει
στέκουμε εμείς, μη φάει πληγή πας σε πληγή κανείς μας·130
μα άλλους εκεί προστάζουμε να παν ομπρός, π' ως τώρα
έτσι αγαπούν και τόρηξαν απ' οκνηρία όξω κι' όξω.»
.
Έτσι είπε, κι' όλοι πείστηκαν στο γνωστικό του λόγο,
και ξεκινούν, κι' ομπρός ομπρός περπάταε ο γιος τ' Ατρέα.
.
Μα σαν τυφλός δε βίγλιζε της γης ο τραντοσείστης,135
μον τρέχει εφτύς κατόπι τους μ' έτσι μορφή σα γέρος,
και πάει το χέρι το δεξύ και πιάνει τ' Αγαμέμνου,
και κράζοντάς τον του μιλάει διο φτερωμένα λόγια
«Τ' Ατρέα γιε, θα χαίρεται στα στήθια τ' Αχιλέα
τώρα η καρδιά του η άχαρη, που βλέπει τη φεβγάλα140
των Αχαιών και τη σφαγή, τι νου σταλιά δεν έχει,
που έτσι καλό τα μάτια του ποτές του να μη δούνε!
Μα εσένα ακόμα δα οι θεοί δε σε μισούν και τόσο,
παρά και μέλλεται — έννια σου! — στους αρχηγούς των Τρώων
να φύγουν όλοι πίσω ομπρός, και θαν τους δεις στον κάμπο,145
σ' το τάζω, να τσακίζουνται πιος να γλυτώσει πρώτος.»
.
Είπε και χουγιοχούγιαξε, στον κάμπο ροβολώντας.
Όσο στον πόλεμο ως εννιά ή κι' ως χιλιάδες δέκα
άντρες φωνάζουν πιάνοντας κονταροκόπι τ' Άρη,
τόση φωνή απ' τα στήθια του της γης ο τραντοσείστης150
έβγαλε εκεί και γιόμισε κάθε Αχαιού τα σπλάχνα
με φρένια, για να πολεμάν κι' αλύπητα να σφάζουν.
.
Κι' είδε η θεά οχ τον Έλυμπο, η χρυσοθρόνα η Ήρα,
απ' τ' ακροβούνι πούστεκε, και να! ξανοίγει κάτου
τον αδερφό κι' αντράδερφο, στη δοξοδότρα μάχη155
που πηγαινόρχουνταν γοργός και χάρηκε η καρδιά της·
κι' είδε το Δία στην κορφή της ρεματούσας Ίδας
ψηλά ψηλά που κάθουνταν, και μισητός της ήρθε.
Και τότε η δέσποινα θεά, η βοϊδομάτα η Ήρα,
πήρε να δει πώς του Διός το νου να ξεγελάσει.160
Κι' αφτή η βουλή τής φάνηκε σαν πιο καλή στο νου της·
να πάει στην Ίδα μ' όλες της τις χάρες στολισμένη,
μήπως ποθήσει άμα τη δει ναν της χαρεί τα κάλλη,
κι' ύπνο θαν τούχυνε στερνά βαθύ και ξεκουράστη
πας στα βαριά του βλέφαρα και λιγωμένα σπλάχνα.165
.
Και στον οντά να πάει κινάει που ο Ήφαιστος ο γιος της
της έφτιασε με τεριαστά στους παραστάτες φύλλα
κι' άγνωρο κλείστρο· αφτό θεός κανείς δεν τόξερ' άλλος.
Και μπήκε μέσα κ' έκλεισε τ' αχτιδοβόλα φύλλα.
Και πρώτα οχ το λαχταριστό κορμί της κάθε λέρα170
βγάζει μ' αθάνατο νερό, και τρίβεται με λάδι,
πούχε ένα σπάνιο αθάνατο μυρουδικά γιομάτο,
λάδι π' απ' τον καλόστρωτο κι' αν το κουνάς του Δία
τον πύργο, πάλε η μυρουδιά γης κι' ουρανό ποτίζει·
μ' αυτό έτριψε τ' αφράτο της κορμί, και με τα χέρια175
χτενίζει τα πυκνόσγουρα και πλέχνει τα πλεξούδια,
πλούσια πλεξούδια απ' όμορφο θεοτικό κεφάλι.
Και θάμα φόρεσε σκουτί που η Αθηνά της τόχε
ψιλοδουλέψει και πολλά τούχε βαλμένα ξόμπλια·
και με χρυσές το κούμπωσε στα στήθια ομπρός καρφίτσες.180
Έπειτα τρίπετρα φοράει στ' αφτιά της σκουλαρίκια
ροδόχρωμα, π' απ' την πολλή λαμποκοπούσαν χάρη.
Κι' έβαλε η σεβαστή θεά στην κεφαλή της γύρω
δεσιά καινούργια — και λεφκή έτσι είταν λες σαν ήλιος —185
κι' ώρια σαντάλια απέ έδεσε στα λιμπιστά της πόδια.
.
Έτσι σα φόρεσε όλα της στο σώμα τα στολίδια,
βγαίνει να σύρει, κ' έπειτα την Αφροδίτη κράζει
χώρια απ' τους άλλους τους θεούς και της μιλά 'να λόγο
«Μια χάρη, φως μου, σου ζητώ, και πες μου, θαν την κάνεις,190
ή μήπως τάχα θ' αρνηθείς κι' έχει η καρδιά σου κάκια
που εγώ βοηθάω τους Αχαιούς κι' εσύ βοηθάς τους Τρώες;»
.
Τότες η κόρη απάντησε του Δία, η Αφροδίτη
«Ήρα μου, σεβαστή θεά, του Κρόνου θυγατέρα,
λέγε τι θες· μετά χαράς θα κάνω ότι μ' ορίσεις,195
αν γίνεται η δουλιά που λες κι' αν μου περνά απ' το χέρι.»
.
Τότες της λέει με διαβολιά η κρουσταλλόκορφη Ήρα
«Δώσ' μου λοιπόν τον έρωτα, και δώσ' μου την αγάπη
π' όλους στον κόσμο εσύ νικάς μ' αφτή, θεούς κι' αθρώπους.
Τι πάω να δω τα πέρατα της γης, και τη μητέρα200
Τηθύνα και τον Ωκιανό, πηγή των ουρανήσων,
που μ' είχαν πάντα τους μικρή κι' ανάθρεφαν με χάδια,
όταν με πήραν απ' της Ριάς τα χέρια στο πυργί τους,
τότες τον Κρόνο πούρηξε ο βροντολάλος Δίας
κάτου οχ την καρποδότρα γης κι' οχ το γιαλό το στείρο.
Πάω ναν τους δω κι' ένα σωρό παλιές τους δυσαρέσκιες205
ναν τους διαλύνω, τι καιρό τώρα δεν παν να σμίξουν
σε στρώμα αγάπης, επειδής πεισμάτωσε η ψυχή τους.
Αν την καρδιά τούς πείσω εγώ με διο καλά λογάκια
και φιλιωμένοι αγκαλιαστούν σαν πριν σ' αγάπης στρώμα,
πάντα ακριβή τους θα με λεν και λατρεφτή θα μ' έχουν.»210
.
Και τότε η φιλογέλαστη της απαντά Αφροδίτη
«Χάρη σου εσένα ν' αρνηθώ δεν πρέπει ουδέ τεριάζει,
γιατί στου πρώτου των θεών την αγκαλιά κοιμάσαι.»
.
Είπε, και λει απ' τα στήθια της το κεντητό ζουνάρι
μυριόχρωμο, πούναι όλα της τα μάγια εκεί πλεγμένα.215
Εκεί είναι ο Πόθος κι' Έρωτας, εκεί είναι η ξελογιάστρα
Γλυκομιλιά που και το νου τον πιο γερό τρελαίνει.
Στα χέρια αφτό της τόδωκε και μίλησε έτσι κι' είπε
«Να, ζώσε αφτό στη μέση σου τ' ωριόχρωμο ζουνάρι·
όλα θαν τάβρεις μέσα εκεί πλεγμένα, και σ'το τάζω220
πως ακατόρθωτα δεν πας, ότι αν σκοπέβει ο νους σου.»
.
Έτσι είπε, και γλυκογελάει η γελαδόματη Ήρα,
γλυκογελάει και το λουρί στη μέση ομορφοζώνει.
.
Στον πύργο τότες γύρισε η ρόδινη Αφροδίτη,
μα η Ήρα πήρε κι' έφυγε πιλάλα οχ τ' ακρολόφι.225
Κι' απ' την ανθόστρωτη Αμαθιά κι' απ' την Πιεριά περνώντας
τρέχει ίσα προς τ' ασπρόχιονα βουνά των αλογάδων
Θρακών, άκρη άκρη και τη γης δεν πάταε με τα πόδια·
όπου απ' τον Άθο στου γιαλού το κύμα κατεβαίνει
και πάει στου Θόα το νησί, στη βλογημένη Λήμνο.230
Εκεί τον Ύπνο αντάμωσε, τ' αδέρφι του θανάτου,
και πιάνοντας το χέρι του τού μίλησε έτσι κι' είπε
«Ύπνε μου, αφέντη των θεών και των θνητών αφέντη,
κι' άλλοτε εσύ το λόγο μου τον άκουσες, και τώρα
μη μ' αρνηθείς, και πάντα εγώ θα σου γνωρίζω χάρη.235
Τώρα αφτό θέλω, κοίμισε τα μάτια τ' αχτιδένια
του Δία, εφτύς που σ' αγκαλιά κρυφοσφιχτούμε αγάπης.
Και δώρο εγώ όμορφο θρονί χρυσό θα σου χαρίσω
πάντα άλιωτο, που ο Ήφαιστος ο γιος μου θα του φτιάσει
μ' ώρια στολίδια, και σκαμνί στη βάση θαν του βάλει240
για ν' ακουμπάς τα παχουλά σαν ξεφαντώνεις πόδια.»
.
Τότες απάντησε ο βαθύς και ξεκουράστης Ύπνος
«Ήρα μου, σεβαστή θεά, του Κρόνου θυγατέρα.
έφκολα εγώ ναι αν άλλον πεις θεό μεγάλο αιώνιο
σου τον κοιμίζω, κι' αν μου πεις του ποταμού το ρέμα,245
του Ωκιανού, που πλάστηκε πηγή μες σ' όλους πρώτη·
όμως το Δία εγώ, το γιο του Κρόνου, δεν αγγίζω,
δεν τον κοιμίζω, εξόν αφτός αφτόθελα αν προστάξει.
Τι δα οι ορμήνιες σου και πριν με πρόκοψαν, θυμάσαι,
τη μέρα που ο λιοντόψυχος γιος του μεγάλου Δία250
πίσω απ' την Τροία αρμένιζε, σαν κούρσεψε το κάστρο.
Εγώ το νου τού κάρωσα βαθύς χυμένος
γύρω,
και για το γιο του εσύ έβαλες κακούς σκοπούς στο νου σου
κι' άγρια στο κύμα στέλνοντας ανεμοζάλη, ως πέρα
στην πλούσια Κο τον έσπρωξες, αλάργα απ' τους δικούς του.255
Κι' άξαφνα ο Δίας ξύπνησε, κι' απόπαιρνε χτυπούσε
μες στην αβλή όλους τους θεούς, μα εμένα πιο ζητούσε,
και θα με τίναζε άφαντο στο κύμα οχ τα ουράνια,
η Νύχτα αν των θεών κι' αντρών δε μ' έσωζε η νικήτρα.
Εκεί έφυγα και γλύτωσα, τι μ' όλους τους θυμούς του260
σταμάτησε από σεβασμό, μη χολοσκάσει η Νύχτα.
Τώρα άλλη πάλε αφτή μου λες δουλιά άπρεπη να κάνω.»
.

.
Τότες τ' απάντησε η θεά, η μαρμαρόλαιμη Ήρα
«Ύπνε, τι τα θυμάσαι αφτά και τι τα βάζει ο νους σου
Μα τι, τους Τρώες έτσι λες θα διαφεντέψει ο Δίας265
σαν όπως για τον Ηρακλή σού θύμωσε το γιο του;
Μον έλα πήγαινε, κι' εγώ μια απ' τις πιο νιές τις Χάρες
σου δίνω ναν την παντρεφτείς και τέρι ναν την κάνεις,
την Πασιθιά π' ορέγεσαι νύχτα και μέρα πάντα.»
.
Είπε, κι' ο Ύπνος χάρηκε κι' απάντησε έτσι κι' είπε270
«Έλα λοιπόν ορκίσου μου στης Στύγας τ' αγιονέρι —
με τόνα χέρι σου άγγιζε τη Γης τη μυριοθρόφα,
με τ' άλλο τον αντίλαμπο Γιαλό, για νάναι κάτου
μαρτύροι μας όλοι οι θεοί που τριγυρνούν τον Κρόνο —
πως ναι απ' τις Χάρες τις πιο νιές τη μια θα μου χαρίσεις,275
την Πασιθιά π' ορέγουμαι νύχτα και μέρα πάντα.»
.
Έτσι είπε, κι' έστρεξε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα,
κι' όπως της είπε ορκίστηκε, και τους νομάτισ' όλους
τους κατατάρταρους θεούς που λέγουνται Τιτάνες.
.
Έτσι λοιπόν σαν άμωσε και τέλιωσε τον όρκο,280
φέβγουν κι' αφίνουν τα νησά της Λήμνος και της Νίμπρος,
κόβοντας δρόμο γλήγορα, σε καταχνιά χωμένοι.
Έτσι ήρθαν στη μυριόβρυση κυνηγοβόσκητη Ίδα,
και στο Λεχτό πρωτάφισαν τη θάλασσα, και βγήκαν
όξω κι' οι διο τους στη στεριά, και τα γοργά τους πόδια
ψηλά στις άκρες σάλεβαν τα φυλλωμένα δέντρα.285
Κι' ο Ύπνος στέκει εκεί — πριχού πάει στου Διός τα μάτια —
απάς σε θόρατο έλατο, που απάς στην Ίδα τότες
απ' όλους πιο τρανόκορμος ψηλά κορφοπετούσε·
εδέκει μες στα σύμπυκνα κρυμένος δεντροκλάδια
καθότανε, όμιος με πουλί γλυκόφωνο που οι άντρες290
το λεν στα όρη κύμιντα και που οι θεοί χαλκούδα.
.
Μα η Ήρα ανέβηκε γοργά στο Ξέφαντο, την άκρη
της Ίδας· και την είδε εκεί του Κρόνου ο γιος ο Δίας,
την είδε κι' έρωτας βαθύς του διάβηκε τα σπλάχνα,
σαν τότε όταν πρωτόσμιγαν και πάγαιναν μ' αγάπη295
συχνά να κλεφταγκαλιαστούν κρυφά από τους διο γονιούς τους.
Και πάει κοντά της στέκεται και της λαλεί διο λόγια
«Ήρα, για πού με το καλό; Και στο βουνό γιατί ήρθες
τόσο άξαφνα; Όμως άμαξα δε βλέπω νάχεις κι' άτια.»
.
Τότες του λέει με διαβολιά η αφροσάρκωτη Ήρα300
«Να, πάω να δω τα πέρατα της γης, και τη μητέρα
Τηθύνα και τον Ωκιανό, πηγή των ουρανήσων,
που μ' είχαν πάντα τους μικρή κι' ανάθρεφαν με χάδια.
Πάω ναν τους δω κι' ένα σωρό παλιές τους δυσαρέσκιες
ναν τους διαλύνω, τι καιρό τώρα δεν παν να σμίξουν305
σε στρώμα αγάπης, επειδής πεισμάτωσε η καρδιά τους.
Αν την καρδιά τους πείσω εγώ με διο καλά λογάκια
και φιλιωμένοι αγκαλιαστούν σαν πριν σ' αγάπης στρώμα
πάντα ακριβή τους θα με λεν και λατρεφτή θα μ' έχουν.
Φαριά αν ρωτάς, να κάτου εκεί στο ριζοβούνι στέκουν
της Ίδας, άξια να με παν από στεριά και κύμα.
Ήρθα εδώ τώρα ως στο βουνό για σένα, τι δε θέλω
να μου θυμώσεις ύστερα, αν έτσι, δίχως λέξη,310
μισέψω ως πέρα στ' άπατου του Ωκιανού τον πύργο.»
.
Μα τότες ο αστραπεφτής της είπε γιος του Κρόνου
«Ήρα, για κει είναι κι' έπειτα καιρός να μου μισέψεις,
Μον έλα εμείς τον έρωτα μια στάλα να χαρούμε,
τι ως τώρα πόθος γυναικός ή και θεάς ποτές μου315
στα στήθια δε μου χύθηκε, δε μ' άγγιξε τα σπλάχνα,
όσο σε θέλω και γλυκιά τώρα με φλέγει αγάπη.»328
.
Τότες του λέει με διαβολιά η κρουσταλλόκορφη Ήρα
«Τι λόγος πάλι αφτός που λες, γιε σεβαστέ του Κρόνου;330
Αν τώρα αγάπη να χαρείς αποθυμάς στης Ίδας
το Ξέφαντο — κι' είναι όλα τους ορθάνοιχτα τριγύρω —
μα τι θα κάνουμε αν μας δει κάνας θεός αιώνιος
αγκαλιασμένους κι' έπειτα ναν το προφτάσει τρέξει
μες στους θεούς; Πώς τότες θες να σηκωθώ απ' αγάπες335
και να φανώ στον πύργο σου μες στη γλωσσιά στα λόγια;
Μα αν πια το θέλεις κι' η καρδιά σ' τ' αποθυμάει, να! έχεις
γιατάκι που στον Έλυμπο σούχει φτιασμένα ο γιος σου,
ο Ήφαιστος, με ταιριαστά στους παραστάτες φύλλα·
εκεί σα θέλεις αγκαλιά, εκεί στο στρώμα ας πάμε.»340
.
Τότες της Ήρας απάντησε ο γιος του Κρόνου κι' είπε
«Ήρα, πως θαν το δει θεός είτ' άντρας μη φοβάσαι·
τι εγώ με τέτιο σύγνεφο θα σε σκεπάσω γύρω
χρυσό, που διάμεσα κι' αφτός δε θα μας βλέπει ο Ήλιος
πούναι το φως του για να δει πιο διαπεράτο απ' όλα.»345
.
Είπε, κι' αρπάει το τέρι του στην αγκαλιά του ο Δίας.
Κι' η Γης τους βγάζει νιόβλαστο και μαλακό χορτάρι,
γιούλια τους βγάζει ολόδροσα βασιλικούς και κρίνους
πυκνούς, που έτσι αψηλά απ' της γης το χώμα τους κρατούσαν.
Πέσανε εκεί, μες σε χρυσό κουκουλωμένοι γνέφι,350
πανώριο γνέφι πούσταζε δροσιές αχτιδοβόλες.
.
Έτσι κοιμότανε ήσυχος στην άκρη, ναρκωμένος
απ' ύπνο ο Δίας κι' έρωτα, κι' είχε αγκαλιά την Ήρα.
Και τρέχει ο Ύπνος ο βαθύς να σύρει στα καράβια
και κάτου εκεί του Ποσειδού την είδηση να δώκει.355
Και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει διο λόγιαο
«Βόηθα, του Κρόνου, τώρα, γιε, τους Αχαιούς με θάρρος,
κι' ώρα καν λίγη χάρισ' τους τη νίκη, ενώ κοιμάται
ακόμα ο Δίας, γιατί εγώ του σκέπασα τα σπλάχνα
με μαλακιά αποκάρωση, κι' η γελαδόματη Ήρα
τον γέλασε κι' ερωτικά να κοιμηθούν την πήρε.»360
.
Είπε, και πήγε τότε αφτός στ' αθρώπινα κοπάδια,
κι' ο Ποσειδός πια πρόθυμα θαρρέβει να βοηθήσει.
Εφτύς πηδάει μια ως στη γραμμή των μπροστινών και σκούζει
«Αργίτες, τι, στον Έχτορα θ' αφίσουμε έτσι λέτε
τη νίκη; Τι, θα δοξαστεί καράβια μας πατώντας;365
Έτσι παινιέται τώρα αφτός και λέει, τι ο Άχιλέας
πέρα στα πλοία μένει αργός που πείσμωσε η καρδιά του.
Μα όλοι αν βοηθάτε, ας λείπει αφτός, η νίκη 'ναι δική μας.369
Ελάτε! εγώ θα τρέξω ομπρός, και τώρα θα τσακίσει —374
έτσι εγώ λέω — ο Έχτορας, όση κι' αν έχει φρένια.»375
.
Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος.378
.
Τότες συνέρια τέντωσαν σκυλίτικη πολέμου389
εδώ ο λεβέντης Έχτορας, εκείθε ο γιος του Κρόνου,390
βοηθός ο ένας Αχαιών, βοηθός ο άλλος Τρώων.
Γιόμισε τ' ακρογιάλι εκεί μπροστά στα πλοία λόχους
παντού, κι' ορμούσαν οι στρατοί με ξεκουφάστρα αντάρα.
Τόσο σε ξέρα θάλασσας το κύμα δε βουήζει,
σαν το θεριέβει οχ τα βαθιά κακού βοριά φουρτούνα·395
τόσο δεν τριζοσαλαγάει μήτε η φωτιά, άμα αρχίσει
πέφκους να καίει αρίφνητους σε βουνοπλαγιά κι' όρη·
τόσο δε σκούζει ο άνεμος σ' ορθόκλαρα τριγύρω
λογγόφραξα, όπου πιο πολύ μουγκρίζει σα φρενιάσει,
όση φωνή τότε άχησε απ' Αχαιούς και Τρώες,400
σα χοίμισαν να φαγωθούν κακόστριγγα αλυχτώντας.
.
Και πρώτα πρώτα ο Έχτορας ακόντισε με τ' όπλο
τον Αία, εκεί ίσα απάνου του π' ορμούσε, και τον ήβρε
οπούναι ομπρός τα διο λουριά στο στήθος τεντωμένα,
τόνα αργυρόκαρφου σπαθιού και της ασπίδας τ' άλλο.405
Αφτά τ' αφράτο τούσωσαν κορμί. Και του Πριάμου
τότες ο γιος λυπήθηκε που το γοργό κοντάρι
πήγε άδικα οχ το χέρι του, και πίσω στων συντρόφων
γυρνάει τους λόχους μην του βγει λαχτάρα στο κεφάλι.
Μα εκεί που γύριζε, να! ο γιος του Τελαμώνα ο Αίας
μια πέτρα — που πολλές εκεί των καραβιών στηρίδια410
μπροστά είταν σκόρπιες στων αντρών τα πόδια — μιά από δάφτες
σηκώνει, κι' έτσι πρόσλαιμα απάνου απ' την ασπίδα
τόνε βαράει, στα στήθια ομπρός, μια πέτρα που σα σφαίρα
του πέταξε ίσα απάνου του στριφογυρίζοντάς την.
Πώς του Διός ο κεραβνός χάμου ξαπλώνει λέφκα
με ρίζες κι' όλα, και φριχτά βρωμάει το θιάφι γύρω,415
κι' άξαφνα αν τύχει και τον δεις, σε κόβει κρύος ίδρος
κοντά αν βρεθείς, τι του Διός δε χωρατέβει ο χτύπος·
το ίδιο αμέσως στρώθηκε κι' εκείνος μες στις σκόνες.
Μέσα απ' τη χούφτα τούφυγε το χάλκινο κοντάρι,
του πήγε αλλού το κράνος του, του πήγε άλλου η ασπίδα,
κι' η χαλκοπλούμιστη άχησε τριγύρω αρματωσά του.420
.
Όρμησαν άγρια σκούζοντας οι Δαναοί μ' ολπίδα
ναν τον τραβήξουν, κι' έρηχναν συχνά πυκνά κοντάρια·
όμως δεν μπόρεσε κανείς με σπάθα ή με κοντάρι
ναν τον βαρέσει, τι μπροστά πριν στάθηκαν οι πρώτοι
των Τρώων όλοι, Αγήνορας Αινείας Πολυδάμας,425
κι' οι στρατηγοί των Λυκιωτών, ο Σαρπηδός κι' ο Γλάφκος.
Μηδ' άλλος τον αμέλησε κανείς τους, μόνε ομπρός του
κρατούν τις ομορφόκυκλες ασπίδες, και κατόπι
τον παίρνουν κι' όξω οχ τη σφαγή στα χέρια τους τον βγάζουν,
ως πούρθαν στα γοργά άλογα που καρτερούσαν πίσω430
όξω απ' τη μάχη μ' αμαξά και με πανώριο αμάξι,
κι' έτσι τον παν προς το καστρί ενώ βαριά βογγούσε.
Κι' όταν στο πέρασμα έφτασαν τ' ασώπαστου Σκαμάντρου,
πλήθιου ποταμού πούκανε ο βροχοδότης Δίας,
εκεί τον βάζουν κατά γης και δροσερό του ρήχνουν435
νερό· κι' αφτός ανάσανε, κι' ανοίγοντας τα μάτια
στα γόνατα του κάθησε και ξέρασε αίμας μάβρο.
Μα έγυρε πάλι πίσωθες, και χάμου τού πλακώνει
το φως θολούρα, τι η πληγή τον δαιμονούσε ακόμα.
.
Κι' οι Δαναοί, θωρώντας τον πως έφεβγε απ' τη μάχη,440
πιο ορμούν απάνου στους οχτρούς και ξαναβρίσκουν θάρρος.
Τότες ο Αίας του Οϊλιά με το βαρύ κοντάρι
πολύ πιο πρώτος πήδησε και κάρφωσε το Σάτνη,
γιο ξωθικιάς, π' αψέγαδη τον έκανε νεράιδα
με τον ξεστήθια Βήνοπα σαν έβοσκε τα βόδια
κοντά στου Σάτνη ποταμού τους ανθοπλήθιους όχτους445
Αφτόν ζυγώνει και τρυπάει με τ' όπλο στο λαγγόνι,
και τον ξαπλώνει ανάσκελα, και γύρω στο κουφάρι
έπιασαν Τρώες κι' Αχαιοί πεισματωμένη μάχη.
Μα ναν το σώσει τρέχει ευτύς ο άξιος Πολυδάμας,
του Πάνθου ο φιός, και ΄βαρεσε τον γιόνε τ' Αρηλύκου450
δεξά στον ώμο, ως αντικρύ τρυπώντας του τον ώμο·
κι' έπεσε εκείνος κι' έσφιξε τη γης στην αγκαλιά του.
Τότες εκεί του Πάνθου ο γιος κατακαμαρωμένος
παινέφτηκε με μια φωνή π' ακούστη απ' άκρη ως άκρη
«Πιος είπε λέει πως άδικα μέσα απ' τη στέρια χούφτα
του Πολυδάμα πήδηξε το χαλκωμένο φράξο;455
Στη σάρκα κάπιος τ' άρπαξε, κι' απάνω του ακουμπώντας
τώρα εγώ λέω θα κατεβεί ως στ' Άδη τα λημέρια.»
.
Έτσι είπε, και τους Αχαιούς σκυλιάζει η παινεσιά του,
μα απ' όλους πιότερο η χολή ταράχτηκε του Αία,459
κι' ενώφεβγε γοργά γοργά, του ρήχνει το κοντάρι.461
Μα ατός του ο γιος τ' απόφυγε του Πάνθου, μ' έναν πήδο
στα πλάγια, κι' ο Αρχέλοχος, γιος τ' Αντηνόρου, αρπάζει
το χτύπο... αφτόν μαθέ οι θεοί προτίμησαν να πέσει.
Γιατί τον βρήκε στο στερνό σφοντύλι, εκεί που σμίγουν465
ο σβέρκος με την κεφαλή, και τούκοψε τα διο του
ποντίκια· και σαν έπεσε, κεφάλια στόμας μύτες
έφαγαν χώμα πριν πολύ, πριν σκέλος φάει και γόνα.
Τότες ο Αίας φώναξε στον άρχο Πολυδάμα
«Λόγιασε εδώ, του Πάνθου γιε, και πες μου την αλήθια.470
Τι λες; Αξιζει αφτός εδώ ο άντρας τ' Αρηλύκου
τον άξιο γιό; Όχι ποταπός και ποταπώνε σπέρμα,
Μον σα να φαίνεται αδερφός του ξακουστού Αντηνόρου
ή γιος· τι εκείνου πιο θαρρώ κορμοστασά 'χει κι' όψη.»
.
Έτσι είπε τάχα — μα καλά τον ήξερε — και πίκρα475
μπήκε στων Τρώων την καρδιά. Τότες τρυπά ο Ακάμας
τον Πρόμαχο το Βοιωτό, τι πήγε να γλυτώσει
τον αδερφό που ο Πρόμαχος πισώσερνε απ' τα πόδια.
Και σαν τον σκότωσε, έπειτα κατακαμαρωμένος
παινέφτηκε μ' αψιά φωνή π' ακούστη απ' άκρη ως άκρη
«Δοξαρομάχοι Δαναοί, της παινεσάς μαστόροι,
όχι δα! συφορές εμείς δε θα τραβούμε μόνοι,480
παρά θα τύχει λέω εδώ κι' εσείς νεκροί να πέστε.
Κοιτάξτε, πώς ο Πρόμαχος σφαμένος σάς κοιμάται,
που τ' αδερφού μου αξώφλητος καιρό δα να μη μένει
ο σκοτωμός εδώ. Για αφτό και συγγενή ν' αφίσει
πίσω περικαλάει κανείς, λαχτάρας ξεχρεώστη.»485
.
Έτσι είπε, και τους Αχαιούς σκυλιάζει η παινεσά του,
μα απ' όλους πιότερο η χολή ταράχτη του Πηνέλα
κι' όρμησε εφτύς απάνου του. Μα κώλωσε ο Ακάμας
σαν είδε το γιουρούσι του, κι' αφτός το Βιλιονέα
χτυπάει του μυριοπρόβατου Φόρβα 'να γιο, τον Τρώα490
π' αγάπαε πιο πολύ ο Ερμής και τούχε βιος χαρίσει,
τι η μάννα του μοναχογιό τον έκανε μαζί του·
αφτόν στη ρίζα του ματιού κάτου απ' τα φρύδια τότες
βαρώντας, τούβγαλε το φώς· και πέρασε ο χαλκός του
το μάτι, κι' όξω διάβηκε ίσα ως στο σνίχι αντίκρυ.495
Κι' έκατσε χάμου, απλώνοντας ο νιος τα διο βραχιόνια.
Τότε ο Πηνέλας σέρνοντας τη σπάθα τού καθίζει
μια δυνατή κατάσβερκα, που κεφαλή και κράνος
κύλησαν χάμου αχώριστα, ενώταν μέσα ακόμα
στο μάτι τ' όπλο. Τότε αφτά τα σήκωσε από χάμου,
και στους οχτρούς γυρίζοντας φωνάζει με περφάνια500
«Πέστε από μένα, Τρώιδες, στη μάννα και στον κύρη
του Βιλιονιά ν' αρχίσουνε τα μοιρολόγια σπίτι·
γιατί κι' εκείνη, η λυγερή γυναίκα του Προμάχου,
δε θα δεχτεί τον άντρα της χαρούμενη όταν τέλος
ξανά απ' την Τρία γυρίσουμε στην ποθητή πατρίδα.»505
.
Έτσι είπε, κι' λοων κόπηκαν τα ήπατα απ' τον τρόμο,
και κάθε Τρώας κοίταζε πού να σωθεί οχ το χάρο.
.
Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες,
πιος τάχα πρώτος Αχαιός να πήρε ματωμένες
αρματωσές, σαν έγυρε τη μάχη ο Τραντοσείστης.510
.
Πρώτος του Τελαμώνα ο γιος τον Ύρτη με το φράξο
παστρέβει, των λιοντόκαρδων οπλαρχηγό Μυσώνε·
και γύμνωσε ο Αντίλοχος το Μέρμερο και Φάλκη·
και τον Ιππότη ξάπλωσε και Μόρη ο γιος του Μόλου·
και πήρε ο Τέφκρος τ' άρματα του Πρόθου και Περφήτη.515
Τον Απερήνορα έπειτα βαράει μες στο λαγγόνι
ο γιος τ' Ατριά, και τ' άντερα ως μέσα το καντάρι
του θέρισε, και βιαστικά πετά οχ την ανοιγμένη
πληγή η ψυχή του, και βαθύ τον σκέπασε σκοτάδι.
Κι' ένα σωρό έφαγε ο γοργός γιος του Οϊλέα ο Αίας,520
τι αφτός δεν είχε τέρι του σαν έπαιρνε κυνήγι
στρατούς στον κάμπο, πούσπασαν όταν τα σκιάζει ο Δίας.
.
.
.
Ο
.
.
.
Μα τέλος πια σα διάβηκαν παλούκια και χαντάκι
τρεχάτοι, κι' έπεφαν πολλοί απ' Αχαιών κοντάρια,
στάθηκαν τότες κι' έμεναν εκεί κοντά στ' αμάξια
χλωμοί του φόβου, τρέμοντας· και στην κορφή της Ίδας
ξύπνησε ο Δίας άξαφνα απ' το πλεβρό της Ήρας.5
Κι' όρθιος πηδάει, και στέκοντας θωράει τα διο τ' ασκέρια,
τους Τρώες πούχαν νικηθεί, και πίσω τους Αργίτες
που τους βαρούσαν κι' έτρεχε ο Ποσειδός μαζύ τους.
Κι' είδε στον κάμπο κατά γης τον Έχτορα βαλμένο,
κι' οι φίλοι γύρω κάθουνταν, κι' αφτός αγκομαχούσε10
βαριά φυσώντας, που η ψυχή λες τούβγαινε, και ξέρναε
αίμας, τι δεν τον βάρεσε ο πιο αχαμνός Αργίτης.
Κάηκε σαν τον είδε εκεί, κι' έρηξε εφτύς της Ήρας
λοξή ματιά και τρομερό της μίλησε ένα λόγο
«Άσφαλτα ο δόλος σου, άπιστη, τον Έχτορα απ' τη μάχη
μούπαψε εκεί ο κακόβουλος και τσάκισε τους Τρώες.15
Δεν ξέρω αλήθια αν πρώτη εσύ δεν πρέπει να πλερώσεις
τα μπλέκουδά σου με βεργιές και ναν τους δεις τη γλύκα.
Ή δε θυμάσαι όταν ψηλά σε κρέμασα κι' αμόνια
διο σούδεσα στα πόδια σου και σούσφιξα τα χέρια
μ' άσπαστη ολόχρυση τριχιά, κι' εσύ έτσι κρεμασμένη20
έμενες μες στο λιόφωτο και στ' ουρανού τα γνέφια;
Και στο τρανό βουνό οι θεοί βαρυγομούσαν όλοι,
μα δεν τολμούσαν και κοντά να παν και να σε λύσουν,
τι όπιον αρπούσα τίναζα οχ το κατώφλι κάτου,
κι' εκείνος έφτανε στη γης με την ψυχή στο στόμα.
Μα κι' έτσι δεν ξεθύμανα απ' τη βαριά εγώ λύπη25
του θεογέννητου Ηρακλή, που εσύ τ' Ανεμοβρόχια
ξελόγιασες και το Βοριά με τους κακούς σκοπούς σου,
και θαλασσόδαρτο ως την Κο τον έσπρωξες αλάργα.
Μα εγώ τον έσωσα από κει και τόνε πήγα πίσω
στερνά από τόσα βάσανα στ' αλογοθρόφο τ' Άργος.30
Λείψε απ' τις διαβολιές λοιπόν, μη σ' τα θυμίσω πάλι
και δεις αν βγάζεις τίποτα από φιλιά κι' αγάπες,
πούρθες κλεφτά και μούπεσες στην αγκαλιά μ' απάτη.»
.
Είπε, και σκιάχτηκε η θεά, η γελαδόματη Ήρα,
και φοβισμένη απάντησε διο φτερωμένα λόγια35
«Σ' αμώνω τώρα μα τη Γης, μα τα ουράνια απάνου,
και μα τη μελανόχυτη της Φρίκιας καταβόθρα,
π' όρκος ο πιό 'ναι φοβερός με τους θεούς και δέτης,
μα τη σεπτή σου κεφαλή, το νυφικό μας στρώμα,
το στρώμα εγώ που ψέφτορκα στο στόμα μου δεν πιάνω,40
σου τάζω ο σείστης Ποσειδός δε βλάφτει απ' αφορμή μου
τους Τρώες και τον Έχτορα, ή και βοηθάει Αργίτες,
Μον θαν τον σπρώχνει αφτόθελα μέσα η καρδιά, γιατί είδε
και πόνεσε τους Αχαιούς πούταν στενά ζωσμένοι.
Αν με ρωτά, εγώ θαν του πω, κάλια κι' αφτός να σύρει45
εσύ όπως, Μαβροσύγνεφε, μας οδηγάς στη στράτα.»
.
Είπε, και τότες των θεών κι' αθρώπων ο πατέρας
μ' ένα χαμόγελο ήμερο της μίλησε έτσι κι' είπε
«Αν τότες, Ήρα, δέσποινα γελαδομάτα, μένεις
ήσυχη εδώ μες στους θεούς και πας καθώς παγαίνω,50
γλήγορα τότε ο Ποσειδός θαρρώ σκοπό θ' αλλάξει
όπως εμείς τα θέλουμε, κιας προτιμά άλλη στράτα.
Όμως αλήθια αφτά αν τα λες κι' όχι έτσι τάχα λόγια,
σύρε ως στους θεϊκούς σωρούς κι' αμέσως κράξε τώρα
Την ανεμόποδη Ίριδα ναρθεί και τον Απόλλο,55
για να κατέβει η Ίριδα στων Αχαιών τους λόχους
κι' ας πει του σείστη Ποσειδού ν' αφίσει τους πολέμους
και να τραβάει στον πύργο του μες στου γιαλού τα βαθιά·
κι' ας στείλει ο Φοίβος πάλε ομπρός τον Έχτορα στη μάχη,
μέσα ξανά φυσώντας του ζωή σαν του γιατρέψει60
τους πόνους που τον τυραννούν, και τους Αργίτες πίσω
ας τους γυρίσει με φεβγιό δειλόκαρδο σκιαγμένους,
που αβάσταχτοι ως στα φτερωτά να τσακιστούν καράβια.63
Μα πριν δεν ξεθυμώνω εγώ, μήτε θεό κανέναν72
άλλονε αφήνω εδώ βοηθός των Αχαιών να τρέξει,
πριν ως στην άκρη ο πόθος του τελειώσει τ' Αχιλέα
που τούταξα — τη θεϊκιά κουνώντας κεφαλή μου —75
τη μέρα π' άγγιξε η θεά τα γόνατά μου, η Θέτη,
και να τιμήσω κλάφτηκε τον καστροπάρτη γιο της.»
.
Είπε, κι' εφτύς τον άκουσε του Κρόνου η κόρη η Ήρα,
και στον τρανό πήγε Έλυμπο οχ τις κορφές της Ίδας.
Σαν πώς πετάει ο νους αντρός κοσμοταξιδεμένου80
όταν στης μάβρης του καρδιάς τα βάθια λογαριάζει
«εδώ 'μουνα κι' εκεί 'μουνα,» και τα παλιά θυμάται·
έτσι γοργά πετάχτηκε πιλάλα η σεβαστή Ήρα.
Και τους θεούς, σαν έφτασε, τους βρήκε συναγμένους
στον πύργο μέσα του Διός, κι' όταν την είδαν, όλοι85
σηκώθηκαν κι' εφτύς να πιει της πρόσφερναν ποτήρια.
Μα αφτή τους άλλους άφισε, και παίρνει το ποτήρι
τη Θέμης, πρώτη πούτρεξε να την καλοσορίσει
και πρώτη που της μίλησε δυο φτερωμένα λόγια
«Ήρα, γιατί ήρθες; Φαίνεσαι σαν τρομασμένη. Ξέρω,90
θα σ' αποπήρε ο άντρας σου, ο γιος του γέρο-Κρόνου.»
.
Τότες απάντησε η θεά, η μαρμαρόκορφη Ήρα
«Θέμη θεά, μην τα ρωτάς! Κι' εσύ εκείνου την ξέρεις
τη γνώμη τι είναι, ανήμερη δίχως ψηφιά και σπλάχνος.
Μα κάτσε κι' άρχισε να τρως, γιατί οι θεοί προσμένουν,95
και θαν τα πω εγώ σ' όλους τους τι μας μηνάει ο Δίας,
άσκημες μας μηνάει δουλιές, που δε θαρρώ θ' ανοίξουν
την όρεξη όντου ζωντανού, ούτε θεού ούτ' ανθρώπου,
τώρα αν ακόμα μ' ήσυχο κεφάλι τρώει κανείς τους.»
.
Έτσι είπε η Ήρα κι' έκατσε — και στου Διός τον πύργο100
όλοι οι θεοί βαριόμησαν — -και γέλασε, μα γέλιο
στα χείλια μόνο κι' έμεινε ανταριασμένη η όψη,
κι' έπειτα πήρε με πικρά ναν τους μιλήσει λόγια
«Αλί μας που έτσι αλόγιαστα θυμώνουμε του Δία
κι' ακόμα ναν του βάλουμε περιορισμό ζητούμε105
μ' αντριές μας και φοβέρες μας! Μα εκείνος τι τον μέλει
που κάθεται κι' αδιαφορεί. Τι απ' τους θεούς παινιέται
πως ξάστερά 'ναι ανότερος, πιο δυνατός απ' όλους.
Για αφτό ότι στέλνει σας, καλό κακό, σπολλάτη πάντα.
Να! που και τώρα στεναγμοί τον Άρη καρτερούνε,110
τι τον πιο λατρεφτό θνητό τού σκότωσαν στη μάχη,
το γιο του τον Ασκάλαφο που τόνε λέει δικό του.»
.
Είπε, κι' ο Άρης χτύπησε το σαρκωτό του γόνα
με τις παλάμες των χεριών, και φώναξε θρηνώντας
«Δε φταίω πια τώρα εγώ, θεοί, αν τρέξω στα καράβια115
των Αχαιών και τη σφαγή του γιου μου ξεχρεώσω,
κι' αν μέλλεταί μου ο κεραβνός του Δία να με ρήξει
χάμου ξερό μες στους νεκρούς στο ματωμένο κάμπο.»
.
Είπε και βάζει τ' άρματα και πρόσταξε να ζέψουν
στ' αμάξι του τα δυο ψαριά, το Φόβο και τον Τρόμο.120
.
Τότε οι θεοί χειρότερα πιο ακόμα των παθών τους
τον τάραχο ίσως πάθαιναν απ' τους θυμούς του Δία,
μόνε από φόβο η Αθηνά, όλοι οι θεοί μην πάθουν,
όξω χοιμά οχ το πρόσπιτο κι' αφίνει το θρονί της,
κι' έτρεξε αμέσως τούβγαλε τα κράνο απ' το κεφάλι125
και την ασπίδα απ' το κορμί, και τ' άσπαστο κοντάρι
του τ' άρπαξε απ' τη χέρα του και τόστησε στην κόχη.
Έπειτα με χοντρά άρχισε ναν του τα ψέλνει λόγια
«Βλάκα σκαρτάδο, σούστριψε! Λοιπόν τ' αφτιά του κάκου
τάχεις ν' ακούς, γιατί έχασες κάθε ντροπής και γνώση.
Μα δεν ακούς τι είπε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα,130
που τώρα μόλις έφτασε στον Έλυμπο απ' του Δία;
Ή θες κι' εσύ κακά πολλά να πάθεις, να γυρίσεις
άναβλα εδώ στον Έλυμπο με την καρδιά καμένη,
κι' εμάς των άλλων συφορές να βάλεις στο κεφάλι;
Τι ίσια τους λιονταρόψυχους Αργίτες και τους Τρώες135
θ' αφίσει, και θα τρέξει εδώ σ' εμάς να ξεθυμάνει,
κι' όλους θ' αρπάξει στη σειρά, σφάλλεις ξεσφάλλεις όλους.
Έτσι — άκου με — μη χολοσκάς για το παιδί σου τώρα·
τι κι' άλλοι ακόμα πιο καλοί στη δύναμη στα χέρια
ή σφαχτήκανε ή θα σφαχτούν και σαν πολλά γυρέβεις,140
απάθεφτη κάθε θεού νάναι η γενιά και φύτρα.»
.
Έτσι είπε, και τον έβαλε σ' ένα θρονί να κάτσει.
.
Τότ' όξω η Ήρα φώναξε την Ίριδα οχ τον πύργο —
π' αφτή είταν των παντοτινών θεών μαντατοφόρα —
και τον Απόλλο, και τους λέει διο φτερωμένα λόγια145
«Στήν Ίδα εφτύς του Κρόνου ο γιος να πάτε σας προστάζει.
Εκεί σα φτάστε κι' έρθετε στο Δία ομπρός, κοιτάξτε
πρόθυμα κάντε — ακούστε με — ότι σας πει και θέλει.»
.
Είπε, και μέσα γύρισε η σεβαστή Ήρα πάλι
κι' έκατσε στο θρονί. Κι' αφτοί τρεχάτοι πήραν δρόμο.150
Έτσι ήρθαν στη μυριόπηγη κυνηγοβόσκητη Ίδα,
κι' ήβραν το Δία στου βουνού την άκρη καθισμένο,
στο Ξέφαντο· κι' είχε άλωνα μοσκαχνισμένο γνέφι.
Κι' ομπρός σαν ήρθαν στων θεών κι' αθρώπων τον πατέρα,
στέκουν και καρδιοχάρηκε, άμα τους είδε, ο Δίας155
που έτσι τα λόγια τ' άκουσαν της γυναικός του αμέσως.
Κι' άρχισε πρώτα κι' έλεγε της Ίριδας διο λόγια
«Τρέχα, γοργή Ίριδα, να πας, κι' αφτά άκου να μηνήσεις
όλα τ' αφέντη Ποσειδού χωρίς ν' αλλάξεις λέξη.
Πες του πολέμους και σφαγές να παραιτήσει αμέσως,160
και μια και διο ή στη θάλασσα ή στων θεών τον κύκλο.
Μα αν δεν πειστεί στα λόγια μου κι' αψήφιστα σ' ακούσει,
ας λογαριάσει κι' ας σκεφτεί πως, δυνατός κι' αν είναι,
δεν έχει να μ' αντισταθεί σαν πιάσω αστροπελέκι
και του ρηχτώ, τι εγώ θαρρώ πολύ είμαι ανότερός του165
και πριν στα χρόνια· ωστόσο αφτός σαν ίσος μου να βγαίνει
λες δε δειλιάζει, εμένανε που με φοβάνται κι' άλλοι.»
.
Είπε, κι' ακούει η γλήγορη θεά, και χέρι χέρι
έτρεξε κάτου απ' τις κορφές της Ίδας ως στον κάμπο.
Πώς αψηλά οχ τα σύγνεφα πέφτει χαλάζι ή χιόνι170
κατάκριο, σα φυσάει βοριάς και φέρνει παγοκαίρι,
έτσι γοργόποδη η θεά πιλάλησε ως τον κάμπο.
Εκεί στο σείστη Ποσειδό πήγε σιμά και τούπε
«Ήρθα ως εδώ 'να μήνημα, αφέντη γιε του Κρόνου,
να φέρω απ' τον αστραπεφτή φουρτουνοκράτη Δία.175
Λέει από μάχες και σφαγές να τραβηχτείς, και μέσα
στη θάλασσα ή στα θεϊκά λημέρια να γυρίσεις.
Μα αν δεν πειστείς στα λόγια του κι' αψήφιστα μ' ακούσεις,
φοβέριζε κι' αφτός εδώ πως να σε πολεμήσει
θάρθει ανοιχτά, μα κάλια σου να τραβηχτείς νομίζει,180
μη σου ρηχτεί, τι αφτός μαθές πολύ είναι ανότερός σου
και πριν στα χρόνια· ωστόσο εσύ έτσι ίσος του να βγαίνεις
λέει δε δειλιάζεις, του Διός που τον φοβάνται κι' άλλοι.»
.
Τότες βαριά αγανάχτησε της γης ο σείστης κι' είπε
«Ω φαντασία! Τι, δυνατός γιατί είναι, θα μ' ορίζει185
με ζόρι εμένα κι' άθελα, που εγώ 'μαι ισόβαθμός του;
Τι είμαστε τρία αδέρφια εμείς, του Κρόνου οι γιοι απ' τη Ρέα,
εγώ κ' ο Δίας κι' έπειτα ο νεκρορήγας Άδης.
Κι' όλα σε τρία μοιράστηκαν, του κάθε γιου ένα θέμα·
εγώ, σα ρήχναμε λαχνό, πήρα να ορίζω πάντα190
τα κύμα, ο Δίας τα πλατιά ουράνια μες στα γνέφια
και στο λιοπύρι, κι' έπεσαν στον Άδη τα σκοτάδια·
μα η Γης κοινή κι' ο Έλυμπος μένει ολονώνε ως τώρα.
Έτσι ορισμούς του ή προσταγές δεν παίρνω εγώ, κι' ας μένει
εκεί ήσυχος στο θέμα του, όσο τρανός κι' αν είναι.195
Κι' ας μη με σκιάζει — έτσι δειλός δεν είμαι — μ' αστραπές του.
Πιο γνωστικό 'ναι κόρες του να παραπάει και γιους του
με λόγια του έτσι αγέρωχα, τι σαν παιδιά του πούναι,
χρέος τους, θεν δε θένε, αφτοί ν' ακούν ότι προστάζει.»
.
Τότε η γοργόποδη Ίριδα τ' απάντησε και τούπε200
«Έτσι λοιπόν, αφτά να πω, Τραντάχτη μαβρομάλλη,
στο Δία θες τα λόγια σου — σφιχτά πεισματωμένα —
ή θες ν' αλλάξεις; Αλλαχτή του γνωστικού 'ναι η γνώμη.
Τους πιο μεγάλους πως βοηθούν το ξέρεις οι Κακίστρες.»
.
Τότες της είπε ο Ποσειδός, ο μαβρομάλλης σείστης205
«Σωστός πολύ, Ίριδα θεά, ο λόγος σου. Στόν κόσμο
καλό κι' αφτό όταν έχει νου γερό ο μαντατοφόρος.
Καημό όμως τόχω της καρδιάς, πάει να μου φέρει φρένια,
που εμένα τον ισότιμο, γραμμένονε όμιας μοίρας,
να μ' αποπαίρνει όλο ζητάει με θυμωμένα λόγια.210
Μα τώρα — εγώ τον σέβουμαι — δεν επιμένω, ας είναι.
Μα άκου, άλλο λόγο θα σου πω, που δέν απλή φοβέρα.
Αν θέλει εμάς στο πείσμα μας, της Αθηνάς κι' εμένα213
να λυπηθεί τ' ορθόβραχο καστρί και ναν τ' αφίσει215
ολόρθο, και των Αχαιών να μην τους δώσει νίκη,
ας μάθει αφτό, πως άσβυστο θάχουμε πάντα πάθος.»
.
Είπε, κι' αφίνει το στρατό και πάει και μέσα μπαίνει
στο κύμα, κι' αποθύμησαν τον Ποσειδό οι Αργίτες.
.
Τότες ο Δίας φώναξε το γιο του Φοίβου κι' είπε220
«Πήγαινε τώρα Απόλλο μου, τον Έχτορα και βόηθα,
τι τώρα ο σείστης Ποσειδός μες στο ψαρύ του κύμα
ξανάμπε, κι' έτσι γλύτωσε από το βαρύ θυμό μου.
Τι κι' άλλοι θάκουγαν θεοί τη μάχη μας στον κόσμο,
κι' όσοι είναι ακόμα μες στης γης τα βάθια με τον Κρόνο.225
Μα κέρδος είναι και των διο που έτσι η δουλιά δεν πήγε
πιο κει, και που τα χέρια μου απόφυγε από σέβας·
ειδέ, σ' το λέω πως άδρωτα δε θάχε ξεδιαλούδια.
Μα πάρε εσύ στα χέρια σου την κροσσωτή μου αιγίδα,
και σκιάζε σκιάζε σιώντας την των Αχαιών τ' ασκέρι.230
Κι' έχε διπλά, προφυλαχτή, στον Έχτορα τα μάτια,
το πάθος του πάντα άναβε στα στήθια, ως που οι Αργίτες
τρεχάτοι ως στον Ελλήσποντο να φτάσουν κι' ως στα πλοία.
Δική μου απέκει 'ναι δουλιά το τι θα πω ή θα κάνω,
ξανά οι Αργίτες για να δουν απ' τον αγώνα ανάσα.»235
.
Είπε, κι' εκείνος άκουσε την προσταγή του Δία,
και χύθη κάτου απ' τα βουνά της Ίδας σαν αγιούπας,
σα φασσοφάγος άφταστος πούναι στον κόσμο απ' όλα
το πιο γοργόφτερο πουλί. Και βρήκε του Πριάμου
το γιο τον κοσμοξάκουστο στον κάμπο εκεί, όχι χάμου
στρωμένο πια, μον κάθουνταν, κι' ότι είχε συνεφέρει240
και γύρω γνώριζε ξανά, κι' ο ίδρος το ζιχούνι
σταμάταε, αφού τον ξύπνησε τ' Αστράφτη πάλε η γνώμη.
Και πήγε στάθηκε κοντά του Δία ο γιος και τούπε
«Λεβέντη του Πριάμου γιε, πώς χώρια απ' όλους στέκεις
εδώ μισόνεκρος; Σαν τι κακό σε βασανίζει;»245
.
Τότες εκείνος τ' απαντάει με την ψυχή στο στόμα
«Πιος είσαι εσύ, θεούλη μου, που μ' αρωτάς αγνάντια;
Δε σ' τόπαν πως σαν έσφαζα τους Αχαιούς στα κοίλα
καράβια ομπρός, με βάρεσε στα στήθια με μια πέτρα
του Τελαμώνα ο άξιος γιος και μ' έβγαλε απ' τη μάχη;250
Και μια στιγμή είπα, σήμερα πως στα λημέρια τ' Άδη
και στους νεκρούς θα βραδιαστώ, γιατί είχα ψυχομάχη.»
.
Τότες του λέει ο φυλαχτής αφέντης γιος του Δία
«Τώρα καρδιά! τι τέτιο δες βοηθό οχ την Ίδα ο Δίας
να σε προσέχει σούστειλε και δίπλα σου να στέκει,255
το Φοίβο εμένα, φυλαχτή του Δία γιο, που πάντα
κι' εσένα σώζω ως σήμερα και τ' ορθωμένο κάστρο.
Μον έλα τώρα πρόσταξε τ' αμαξωτό σου ασκέρι
ίσα ως στα πλοία τις γοργές φοράδες να λαλήσουν,
κι' εγώ μπροστά τους τρέχοντας το δρόμο θαν τους σιάξω260
ίσο έτσι, και των Αχαιών τους λόχους θα τσακίσω.»
.
Είπε, και φύσησε άπειρο μες στην καρδιά του θάρρος.
Πώς το βαρβάτο σε παχνί αργό παραχορταίνει
και το καπίστρι σπάει κι' ορμάει στον κάμπο πιλαλώντας —
γιατί να λούζεται έμαθε στα δροσερά ποτάμια —265
περήφανο έτσι, κι' αψηλά βαστάει την κεφαλή του
κι' απάνου κάτου η χήτη του στους ώμους κυματίζει,
κι' αφτό γιομάτο λεβεντιά γοργά το παν τα πόδια
όπου συχνάζουν αλόγα και στα λειβάδια βόσκουν·
έτσι κι' εκείνος γόνατα και πόδια γοργοκούναε,
κι' έκραζε ομπρός! άμα άκουσε τα θεϊκά τα λόγια.270
.
Κι' αφτοί, όπως διπλοκέρατο αλάφι ή αγριογίδι
παίρνουν κυνήγι οι χωριανοί κι' ασπροτριχάτοι σκύλοι,
μα φέβγει αφτό σε σγουμπουλά βουνά και δασωμένες
λογγιές, μηδέ γραφτό μαθές δεν είταν ναν το πιάσουν,
τι απ' τις φωνές τους λέοντας αρχοντικός στο δρόμο275
προβάλνει κι' όλους θεν δε θεν σε μια άχνα τους κωλώνει·
έτσι οι Αργίτες σωρεφτοί πριν κυνηγούσαν πάντα
όλο χτυπώντας με σπαθιά και δίστομα κοντάρια,
μα άμα τον Έχτορα είδανε π' ορμούσε απάς στους λόχους,
δείλιασαν κι' όλων θρούβαλα τους έγινε το θάρρος.280
.
Τότε είπε και τους λάλησε τ' Αντραίμου ο γιος ο Θόας,
πρώτο των Αιτωλών σπαθί, πιδέξος με κοντάρι,
γερός και σ' αμαξοσφαγή, και λίγοι τον νικούσαν
στη συντυχιά όταν όλοι οι νιοι παράβγαιναν στο λόγο.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε285
«Ωχού, κι' αφτό ναι απ' τ' άγραφα που βλέπω τώρα ομπρός μου!
Τήρα, απ' το χάρο γλύτωσε ο Έχτορας, και βγήκε
ξανά στη μάχη φοβερός, που εμείς κρυφή μια ολπίδα
τόχαμε πια πως τούφαγε την κεφαλή του ο Αίας.
Μα κάπιος του ξανάδωκε θεός τη γιά του πάλι290
και γλύτωσε ... τηράτε, αφτός π' αφάνισε πολλούς μας,
όπως και τώρα λέω ξανά θα γίνει, τι δε στέκει
με τόση αντριά έτσι ολόμπροστα δίχως του Δία γνώμη.
Μα ελάτε κι' ότι εγώ σας πω, τώρα έτσι ας κάνουμ' όλοι.
Το πλήθος πρώτα ας στείλουμε να σύρει στα καράβια,295
κι' εμείς που λέμε του στρατού πως είμαστε ο αθέρας
μ' όρθια ας σταθούμε αντίκρυ του κοντάρια, και το δρόμο
μπροστά ας του κόψουμε, κι' αφτός θαρρώ, όσο κι αν λυσσάζει,
θάν το σκεφτεί ως στων Αχαιών τους λόχους να βουτήξει.»
.
Είπε, κι' εφτύς τον άκουσαν κι' όχι κανείς δεν τούπε.300
Και με τον Αία όσοι είτανε και Δομενιά και Τέφκρο
και με το Μέγη τον γερό και με το γιο του Μόλου
σφιχτογραμμίζουν — κράζοντας τους πιο καλούς κοντά τους —
κατάγναντα στον Έχτορα και στο στρατό των Τρώων,
και πίσω οι άλλοι πόδιζαν, το πλήθος, προς τα πλοία.305
.
Κι' οι Τρώες ίσια μαζωχτοί ορμούνε, κι' οδηγούσε
ο Έχτορας με δρασκελιές μεγάλες, και μπροστά του
πάγαινε ο Φοίβος, σκεπαστός με σύγνεφο στους ώμους,
και σκιάχτρα αιγίδα χάλκινη στα χέρια του κρατούσε
με κρόσσα γύρω ολόλαμπρα, που ο Ήφαιστος του Δία
την έδωκε, ο λαμπρός χαλκιάς, ναν τη φοράει στη μάχη·310
αφτή βαστώντας το στρατό μπροστά μπροστά οδηγούσε.
Μα αχώριστοι κι' οι Δαναοί βαστούνε, κι' άγρια αντάρα
σηκώσανε οι στρατοί κι' οι διο, κι' οχ τις χορδές πηδούσαν
σαΐτες, κι' οχ τις δυνατές τα στεριοφράξα χούφτες
άλλα σε σάρκες μπήγουνταν αντρών παλικαράδων,315
όμως πολλά και πέφτανε — πριν άσπρο κριάς αγγίξουν —
στη μέση χάμου, αθρώπινη σάρκα να φαν διψώντας.
.
Έτσι όσο ακίνητη ο θεός κρατούσε την αιγίδα,
βρίσκανε κι' απ' τους διο οι ρηξές κι' ισόπεφτε τ' ασκέρι·
μα όταν κατάματα έπειτα θωρώντας τους Αργίτες320
την τράνταξε, κι' απέ έσκουξε σκουξιά φριχτή μεγάλη,
τότες τους νάρκωσε το νου, παράλυσε η καρδιά τους.
Τότε όπως διο θεριά άξαφνα σε μάβρης νύχτας πίσσα
πλακώνουν κι' άπειρο σκορπούν προβάτινο κοπάδι
η μουγκροβόδικο σωρό ενώ ο τσοπάνης λείπει·325
έτσι άναντρα έφυγαν κι' αφτοί, γιατί τρομάρα ο Φοίβος
τους έβαλε μες στην καρδιά και δόξαζε τους Τρώες.
.
Κι' έσφαξε τότε ο Έχτορας το Στίχη κι' Αρκεσίλα,329
τον ένα των χαλκόφραχτων πρωτάρχο Βοιωτώνε,330
τον άλλο τ' άξιου Μηκιστιά συντρόφι μπιστεμένο.
Κι' ο γιος τ' Αχίσα γύμνωσε το Μέδο και το Γιάσο.
Νόθος ο πρώτος είταν γιος του θεϊκού Οΐλέα,
του Αία — ο Μέδος — αδερφός, και στη Φυλάκη αλάργα
σε ξένους τόπους κάθουνταν, τι της μητριάς Εριώπης,335
πούχε την τέρι ο Οϊλιάς, ξαδέρφι 'χε σκοτώσει·
κι' είταν ο άλλος στρατηγός απ' την Αθήνα, ο Γιάσος,
και γιος του Σφήλου πούταν γιος του μαχητή Βουκόλου.
Και μες στη μπροστινή σειρά σκοτώνει ο Πολυδάμας
το Μηκιστιά, κι' ο θεϊκός Αγήνορας τον Κλόνη,
και θανατώνει τον Εχιό ο γλήγορος Πολίτης.340
Κι' ο Πάρης μες στους μπροστινούς το Διόχο, ενώ γυρνούσε
να φύγει, χαλκοβάρεσε στη ρίζα πίσω τ' ώμου,
κι' ο στόκος ίσα ως αντικρύ του σούγλισε τον ώμο.
.
Κι' ενόσω αφτοί τους γύμνωναν, να! πέφτουν οι Αργίτες
στο χάντακα και στα μπηχτά παλούκια, και πιλάλα
ζερβόδεξα κακήν κακώς μες στο τειχί τραβιούνται.345
Έκραξε τότε ο Έχτορας με μια φωνή μεγάλη
«Δεν έχει τώρα πλιάτσικα, μόν' όλοι ομπρός! στα πλοία.
Αλλού κανένα σας αν δω, αλάργα απ' τα καράβια,
αφτού θαν του το φάω εγώ το μάτι, και στην Τροία
δε θαν του κλάψουν το νεκρό αδέρφια και ξαδέρφια,350
μον σκύλοι ομπρός στο κάστρο μας κοψίδια θαν τον κάνουν.»
.
Είπε και τα φαριά χτυπάει στους ώμους, και φωνάζει
να τρέξουν όλοι οι λόχοι ομπρός. Και μ' ένα ζήτω οι Τρώες
όλοι μαζί του τρέξανε μ' αλόγατα κι' αμάξα,
κι' η ταραχή λες κούφαινε. Κι' ομπρός τους τότε ο Φοίβος,355
του βαθυχάντακου έφκολα γκρεμίζοντας τα χείλια
με μια κλωτσά, τα πέταξε στον πάτο, κι' έτσι δρόμο
μακρύ γιοφύρωσε, φαρδύ τόσο όσο πάει κοντάρι
που νιος τινάζει για να δει σαν πόση η δύναμή του·
εκεί — μπροστά ο θεός — χοιμούν οι Τρώες λόχοι λόχοι.360
.
Κι' ο Πάτροκλος, όσο οι στρατοί ακόμα πολεμούσαν390
τριγύρω εκεί στο χάντακα όξω απ' τα πλοία ακόμα,
αφτός ως τότες κάθουνταν στου στρατηγού Βρυπύλου,
με λόγια τον διασκέδαζε, και στην πικρή πληγή του
βοτάνια απίθωνε, γιατριά καταραμένων πόνων.
Μα καθώς είδε στα γοργά καράβια πως χοιμούσαν395
οι Τρώες, και μ' οχλοβουή πως φέβγανε οι Αργίτες,
τότε ώχουμου ξεφώνισε, και μ' ανοικτές τις χούφτες
τα διο του γόνατα χτυπάει και λέει θρηνολογώντας
«Βρύπυλε, εγώ πια δε μπορώ, κιας έχεις τόσο ανάγκη,
να μένω εδώ, τι κοίτα να! κακό μεγάλο ανάβει·400
ο παραγιός σου ας σε νιαστεί. Εγώ στον Αχιλέα
θα τρέξω, και στον πόλεμο να βγει θαν του προσπέσω.
Πρώτα οι θεοί, ίσως την καρδιά τα λόγια μου — πιος ξέρει; —
τ' αγγίξουν· τι πολλά μπορούν του βλάμη τα περκάλια.»
.
Είπε και φέβγει ακράτητος. Κι' οι Δαναοί τους Τρώες405
μ' απόφαση, ενώ πλάκωναν, προσμένουν· μα πού τρόπος
πίσω ναν τους βαρέσουν πια, κιας είτανε πιο λίγοι.
Μήτε κι' οι Τρώες μπόρεσαν τους Αχαιούς να σπάσουν
κι' ως στα καλύβια μια φορά και πλοία να ζυγώσουν.409
Γιατί τους λόχους σφίγγοντας βαστούσαν λες σα βράχος618
μεγάλος κρεμαστός μπροστά σε θάλασσα οργισμένη,
άσειστος βράχος κιας βογγάει τριγύρω ανεμοζάλη620
κι' άπαφτα ας του ξερνάει αφρούς το κύμα θεριεμένο·
έτσι έστεκαν κι' αφτοί άσειστοι και βήμα δεν κουνούσαν.
.
Κι' ο Αίας όλο φώναζε στα παλικάρια γύρω501
«Παιδιά, ντροπής μας! Έφτασε στιγμή κι' ή θα χαθούμε,
ή θα σωθούμε αν σώσουμε απ' το χαμό τα πλοία.
Μη δα θαρρείτε, τώρα εδώ αν πάρουν τα καράβια,
πως περπατώντας το γιαλό ως στ' Άργος θα διαβείτε;505
Για δεν ακούτε στους οχτρούς τον Έχτορα που σ' όλους
κράζει να τρέξουν και λυσσάει να κάψει την αρμάδα;
Σε πόλεμο, όχι σε χορό, το ξέρτε, τους φωνάζει.
Μα, αδρέφια, γνώμη πιο καλή για μας δε μένει τώρα
παρά ας σταθούμε αποκοντά, και την παλικαριά μας
μαζί τους ας μετρήσουμε και τα βαριά μας φράξα.510
Κάλια ή να πάμε μια φορά για πάντα ή να σωθούμε,
κι' όχι να λιώνουμε άδικα σε μάχη δίχως άκρη,
εδώ να! από μια φούχτα οχτρούς στα πλοία στρυμωγμένοι.»
.
Έτσι είπε, κι' άφριζαν κι' αφτοί ναν τους χτυπήσουν πίσω,565
και πρόθυμοι στα πλοία ομπρός στήνουν χαλκένιο φράχτη·
μα και τους Τρώες πύρωσε του Κρόνου ο γιος ο Δίας.
.
Και τότες πάλι εκεί σφαγή αρχίζει απελπισμένη.696
Λες δροσεροί κι' απλήγωτοι πως κι' Αχαιοί και Τρώες
σε μάχη πρωτοσμίγανε· τόσο άγρια εκεί χτυπιούνταν!
Και πολεμώντας είχε αφτά στο νου το κάθε ασκέρι·
πως πια δε μένει γλυτωμός οι Δαναοί θαρρούσαν700
μόνε όλοι εκεί θα σκοτωθούν, μα μες στα στήθια οι Τρώες
είχαν ολπίδα πως στρατό κι' αρμάδα θα ρημάξουν·
αφτά θαρρώντας στήθηκαν τα διο τ' ασκέρια αντίκρυ.
.
Τότε ο γενναίος Έχτορας το Σκέδη χαντακώνει,515
άξιο του Περιμήδη γιο, των Φωκιωτών τον πρώτο·
κι' ο Αίας τ' Αντηνόρου γιο χαριτωμένο σφάζει,
το Λαοδάμα, των πεζών, πιδέξο πολεμάρχη·
κι' ο Πολυδάμας γύμνωσε τον Ώτο απ' την Κυλλήνη,
των Επειγών το στρατηγό και σύντροφο του Μέγη.
Μα τόδε του Φυλέα ο γιος κι' ομπρός πηδάει και ρήχνει,520
μα δεν τον πήρε — τι έκανε παρέκει, κι' ο Απόλλος
του Πάνθου γιο δεν άφινε να πέσει εκεί στους πρώτους —
Μον μες στα στήθια κάρφωσε τον Κροίσμο, που βροντώντας
πέφτει βαρύς. Τότε έπιασε ναν τον γυμνώσει ο Μέγης·
μα του πλακώνει ο Δόλοπας, πολεμιστής ψημένος,525
του Λάμπου ο γιος, που ξακουστός τον έκανε πατέρας,
κι' από κοντά τού τρύπησε στη μέση την ασπίδα528
με το χαλκό, μα τα γερά τον γλύτωσαν τσαπράζα
που διπλοχουφτοτέριαστα τα φόραε. Απ' την Εφύρα530
άλλοτες τάφερε ο Φυλιάς, απ' του Σελλή το ρέμα,
και βλάμης τού τα χάρισε, ο βασιλιάς Εφήτης,
που σαν κινάει για πόλεμο ναν τα φοράει μπροστήθι·
όπως και τότες τούσωσαν το γιο του από το χάρο.
Μα τούπαιξε κι' ο Μέγης μια με το βαρύ κοντάρι535
κατάκορφα στο χάλκινο φουντολοφήσο
κράνος,
κι' όλη τη φούντα τούσπασε· κι' η φούντα μες στις σκόνες
πέφτει όλη χάμου, νιόβαφη μ' άλικο πλούσιο χρώμα.
Μα ενώ τη μάχη αφτός βαστάει κι' ολπίζει πάντα νίκη,
να σου ο Μενέλας άξαφνα φτάνει βοηθός του Μέγη,540
και πλάγια στέκοντας κρυφά του ρήχνει το κοντάρι
πίσω στον ώμο. Σαν τρελό περνάει τα στήθια τ' όπλο
πετώντας ομπρός, κι' ο Δόλοπας σωριάστη με τα μούτρα.
.

.
Όμως στον Αία ο Έχτορας τον ξακουστό χοιμίζει.415
Και γιά 'να πλοίο πιάστηκαν οι διο, μα δε μπορούσαν
μήτε τον Αία διώχνοντας να κάψει αφτός το πλοίο,
και μήτε ο Αίας πάλε αφτόν να τον αμπώξει πίσω
μιας και του Δία ο ορισμός τον πήγε ως στην αρμάδα.
Εκεί τον Κράχτη, τ' Ακουστού το γιο, ο λαμπρός ο Αίας
τρυπάει στα στήθια ενώφερνε φωτιά για το καράβι·420
κι' έπεσε αχώντας, κι' ο δαβλός του γλύστρησε απ' τα χέρια.
Μα μόλις είδε ο Έχτορας νεκρό τον ξάδερφό του
πούπεφτε χάμου, ομπρός εκεί στο μελανό καράβι,
έκραξε σ' όλο το στρατό μ' αψιά φωνή μεγάλη
«Δαρδάνοι κονταρόπλιστοι και Τρώες και Λυκιώτες,425
μη χαλαρώστε, μον καρδιά λιγάκι αφτή την ώρα
και σώστε τ' Ακουστού το γιο, μη λάχει εδώ οι Αργίτες
και τον γυμνώσουν πούπεσε μες στο καραβοστάσι.»
.
Είπε, και σφίγγει το λαμπρό κοντάρι του στον Αία,
μα δεν τον ήβρε, μον το γιο του Μάστορα Λυκόφρο,430
τον Κυθηριώτη, σύντροφο του Αία — που φεβγάτος
για φόνο οχ τ' όμορφο νησί στου Αία κατοικούσε —
αφτόν χτυπάει στην κεφαλή, εκεί στ' αφτί από πάνου,
ενώστεκε κοντά κοντά στο γιο του Τελαμώνα·
κι' έπεσε χάμου ανάσκελα ξερός μπροστά στο πλοίο.435
.
Πάγωσε ο Αίας κι' έκραξε παρέκει τ' αδερφού του
«Τέφκρο μου, πάει πια χάσαμε το μπιστεμένο φίλο,
το γιο του Μάστορα, που εμείς σαν ήρθε απ' το νησί του
πατέρα λες τον είχαμε στον πύργο μας. Να, τώρα
του Έχτορα τον σκότωσε η χέρα η μεστωμένη.440
Μα πούναι τώρα οι φτερωτές σαΐτες σου, αδερφέ μου,
και το δοξάρι σου που ο γιος σου χάρισε του Δία;»
.
Είπε, κι' εκιός τον άκουσε κι' ήρθε σιμά τρεχάτος,
κι' είχε στα χέρια φονικές σαΐτες και δοξάρι
πισώσυρτο· κι' αρχίζει εφτύς να ρήχνει στα γιομάτα.
Και του Πεισάνορα βαράει το γιο, τον άξιο Κλείτο,445
το σύντροφο του φημιστού λεβέντη Πολυδάμα,
ενώταν μες στην άμαξα. Τα γκέμια αφτός κρατούσε
κι' έτρεχε εκεί που πιο πυκνοί χτυπιόντουσαν οι λόχοι,
του αντρειωμένου Έχτορα ζητώντας και τους Τρώες
να καλοπιάσει· μα κακό του βγήκε στο κεφάλι,450
κακό που δεν του πρόλαβαν κιας λαχταρούσαν όλοι,
τι πίσω μπήκε η άχαρη σαΐτα μες στο σνίχι.
Κι' όξω οχ τ' αμάξι κύλησε, γυρνούν και τα γοργά άτια
πίσω ξανά, την άμαξα κατρακυλώντας άδια.
Μα τάδε εκεί ο αφέντης τους ο Πολυδάμας πρώτος
κι' έτρεξε ναν τα πιάσει έφτύς. Και τότες στον Αστύνο455
τάδωκε, στου Πρωτιά το γιο, και τούπε και ξανάπε
νάχει τα μάτια τέσσερα κι' αλάργα να μη στέκει·
κι' ο ίδιος πάει τους μπροστινούς και ξανασμίγει πάλι.
.
Κι' ο Τέφκρος βγάζει δέφτερη σαΐτα να τραβήξει
στον Έχτορα, και θάπαβε τη μάχη ομπρός στα πλοία
αν τον βαρούσε πούτανε το πιο γερό κοντάρι.460
Μα τον Διός δε γέλασε το μάτι, π' αγρυπνούσε
μην πάθει ο Έχτορας, κι' αφτή τη δόξα δεν τ' αφίνει,
Μον την καλόστριφτη του σπάει χορδή του στο δοξάρι
καθώς τραβούσε απάνου του. Και πάει στραβά η σαΐτα,
κι' όξω απ' το χέρι τούπεσε το λυγιστό δοξάρι.465
.
Και το δοξάρι ο Έχτορας πως χάλασε σαν είδε,484
κράζει με δυνατή φωνή τους Τρώες και Λυκιώτες485
«Δαρδάνοι κονταρόπλιστοι και Τρώες και Λυκιώτες,
σαν άντρες βάρτε τους, παιδιά, σαν άξια παλικάρια
στα πλοία ομπρός· γιατί είδα εγώ μ' αφτά τα μάτια τώρα
πούσπασε ο Δίας στρατηγού μεγάλου το δοξάρι.
Λάθος δεν κάνεις, ξάστερη του Δία 'ναι η βοήθια,490
και σ' όσους θέλει την τιμή της νίκης να χαρίσει
κι' όσους αφίνει αβοηθήτους δίχως καρδιά και θάρρος,
σαν όπως τώρα εμάς βοηθάει και τους οχτρούς δειλιάζει.
Μον πολεμάτε αχώριστοι εδώ μπροστά στα πλοία!
Κι' όπιος νεκρός από σπαθί για από κοντάρι πέσει,495
ας πέσει! Δεν είναι ατιμιά να πέσεις πολεμώντας
για την πατρίδα· λέφτερα τα τέρια τα παιδιά μας,
τα γονικά μας άβλαφτα κι' οι πύργοι μας θα μείνουν,
οχτρούς και πλοία αν σύψυχους τους φάει το μάβρο φίδι!»
.
Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος.500
Και σα λιοντάρια οι λόχοι εφτύς ορμούν ζωντανοφάγα592
ίσια στα πλοία, κι' έκαναν τους ορισμούς του Δία,
π' όλο τους λύσσαε, μα άρπαζε τη νίκη απ' τους Αργίτες
και την αντριά τους χάβνωνε, μα πύρωνε τους Τρώες.595
Γιατί είταν πάντα ο πόθος του οι Τρώες να νικήσουν
κι' άσβυστη ο Έχτορας φωτιά θεόκαφτη να βάλει
στα πλοία, κ' έτσι να γενεί της Θέτης η κατάρα.598
Κι' αφτός σαν Άρης φρένιαζε, σα φλόγα λες ρημάχτρα605
που σε βουνήσας λαγκαδιάς λυσσομανάει την πύκνα,
κι' έχυνε αφρούς το στόμα του και σπίθιζαν τα μάτια
κάτου απ' τα φρύδια τα σμιχτά, κι' ενώ πολέμαε αχούσε
με φρίκη στα μηλίγγια του ζερβόδεξα το κράνος.609
Κι' έτσι τους πέφτει όπως ορμάει σε τρεχαντήρι κύμα
ανεμοθέριεφτο άρπαγο, και χάνεται το πλοίο625
όλο μες σε νερά κι' αφρούς, και στα πανιά μουγκρίζει
σκιαχτό το σιφουνόφυλλο, κι' οι νάφτες καρδιοτρέμουν,
τι λεν θαν τους ρουφήξει εφτύς η μάβρη καταβόθρα.628
.
Κι' άδραξε τότε ο Έχτορας πελαγοδρόμο πλοίο704
πανώριο φτεροτάξιδο, πούχε στην Τριά φερμένα705
τον Πρωτεσίλα, μα ξανά και στ' Άργος δεν τον πήγε.
Για αφτό αφρισμένοι οι Δαναοί κι' οι Τρώες το καράβι
ένας τον άλλο από κοντά βαρούσαν, κι' απ' αλάργα
δεν καρτερούσαν δοξαριών ρηξές και κονταριώνε,
Μον έστεκαν σιμά σιμά, κι' οι δυο τους μ' ίδιο πάθος,710
και με μπαλτάδες κοφτερούς χτυπιόντουσαν κι' αξίνες
και με θεόρατα σπαθιά και δίστομες μαχαίρες.
Κι' είταν στρωμένη χάμου η γης μαβροδεμένες πάλες
πλατιές πανώριες, και κορμιά με γυμνωμένα στήθια.
και λες ποτάμια τρέχανε μαβρόθολα απ' το αίμας.715
.
Μα ο Αίας ο τρανόκαρδος δεν έστεκε εκεί χάμου674
να πολεμήσει όπου οι λοιποί Αργίτες πολεμούσαν,
Μον με μεγάλα βήματα τα ξύλα δρασκελούσε
του πλοίου, σιώντας ναφτικό στις χούφτες του κοντάρι,
πήχες εικοσιδιό μακρύ ζουναροκολλημένο.678
Κι' όλο στους άντρες έβαζε φωτιά θεριοφωνώντας732
«Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια,
σαν άντρες βάρτε τους, παιδιά, σαν άξια παλικάρια!
Μην ξέρτε κι' άλλους πίσω μας βοηθούς που καρτεράνε,735
ή κάναν πύργο πιο γερό που στέκει να μας σώσει;
Κάστρο δεν ξέρω εγώ κοντά πυργόφραχτο κανένα
που μ' άλλη δύναμη από κει ξανά ν' αντισταθούμε.
Τρώες εδώ μας τριγυρνούν με σπάθες με κοντάρια,
κι' εμείς σπρωγμένοι ως στο γιαλό αλάργα απ' την πατρίδα.740
Έτσι η ολπίδα στο σπαθί, όχι σε δείλια κι' όκνο.»
.
Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος.667
.
Μα μιας την πρύμη ο Έχτορας και μπόρεσε να πιάσει,716
πια δεν την άφινε στιγμή κρατώντας τη φιγούρα
με τα διο χέρια δυνατά, και φώναξε τους Τρώες
«Φέρτε φωτιά, κι' ως στο στερνό σα σκύλοι πολεμάτε!
Έφεξε τώρα αβγή για μας η πιο χαριτωμένη
τα πλοία ναν τους κάψουμε, που στων θεών το πείσμα720
ήρθαν κι' εδώ μας ρήμαξαν, απ' των γερόντων δείλια
που πάντα, εγώ σα γύρεβα να βγω ναν τα βαρέσω,
οι έρμοι αφτοί μ' αμπόδιζαν και το στρατό κρατούσαν.
Μα τότες κι' αν μας τύφλωνε ο βροντολάλος Δίας,
να! αδρέφια, πάλε μας βοηθάει και μας θαρρύνει τώρα.»725
.
Είπε, κι' οι Τρώες ρήχτηκαν με πιο μεγάλη λύσσα.
Και θεν δε θένε οι Δαναοί τραβιούνται απ' τα καράβια655
τα πρώτα, κι' έμειναν εκεί πούταν κοντά οι καλύβες,
άσπαστοι μήτε σκόρπισαν στον κάμπο· τι τους βάσταε
ντροπής και σέβας, τι έσκουζαν ένας στον άλλο θάρρος.
.
.
.
Π
.
.
.
Σαν έτσι αφτοί για τ' όμορφο καράβι πολεμούσαν.
Και τότες φτάνει ο Πάτροκλος μπροστά στον Αχιλέα
χύνοντας δάκρια φλογερά, σα βρύση βουρκωμένη
π' απ' ορθολίθι τα θολά κατρακυλάει νερά της.
Και σαν τον είδε ο θεϊκός τον πόνεσε Αχιλέας,5
και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια.
«Τι κλαις σαν κόρη, Πάτροκλε, μικρούλα που της μάννας
ζητάει, μαζί της τρέχοντας, στα χέρια ναν την πάρει,
και την τραβά ενώ βιάζεται, κι' ως που ναν τη σηκώσει
τη βλέπει πάντα ολόδακρη πιασμένη απ' την ποδιά της;10
Έτσι τα δάκρια, Πάτροκλε, σαν κοπελούδι χύνεις.
Μην ξέρεις τίποτα κακό για τα παιδιά ή για μένα;
μην άκουσες εσύ καμιά πικρή είδηση απ' τη Φτία;
Ωστόσο ζει ο Μενοίτης λεν, τ' Αχτόρου ο γιος, ακόμα,
ζει κι' ο Πηλιάς, του Αιακού ο γιος, μες στα βουνά μας,15
που να κλαφτούμε, αν πέθαναν, βαριόκαρδα κι' οι διο μας.
Μα πες τι κλαις, να ξέρουμε κι' οι διο μας, μην το κρύβεις.»19
.
Τότ' είπες, Πάτροκλε αλογά, με στεναγμούς και κλάμα20
«Ω αδέρφι, του Πηλέα γιε, των Αχαιών αθέρα,
συμπάθα· τι άγρια το στρατό φουρτούνα συνεπήρε.
Τι όσοι είταν πριν οι πιο καλοί, από σαΐτες όλοι
κι' από κοντάρια κοίτουνται στα πλοία χτυπημένοι.
Σαΐτα του Τυδέα ο γιος, και κονταριά ο Δυσσέας,25
έφαγε κονταριά κι' ο γιος τ' Ατρέα ο Αγαμέμνος·
κι' έχει αρπαγμένα στο μερί σαΐτα ο γιος του Βαίμου.
Αφτούς γιατροί με τα πολλά βοτάνια τους κοιτάζουν
και τους γιατρέβουν τις πληγές. Μα εσύ καρδιά δεν έχεις!
Σαν τέτιο πάθος που βαστάς πεισματικά στα στήθια30
θεός να σώζει, ω της κακής της ώρας παλικάρι!
Πιος άλλος, πες, κι' απ' τους στερνούς θα δει καλό από σένα
αν οχ τη μάβρη συφορά τους Αχαιούς δε βγάλεις;
Άσπλαχνε, η Θέτη μάννα σου, πατέρας σου ο Πηλέας
δεν είναι· εσένα θάλασσα σε γέννησε αφρισμένη
και γκρεμοβράχια, τι θεριού καρδιά 'χεις μες στα στήθια.35
Μα αν ίσως σου δειλιάει καμιά το νου σου προφητεία
πούχε απ' το Δία ακούσει πριν η σεβαστή σου η μάννα,
μα άφισε καν να σύρω εγώ, μαζί μου ας βγουν και τάλλα
τα παλικάρια μήπως δει μια στάλα φως τ' ασκέρι .
Και δάνεισε μου τ' άρματα, σα βγω, τ' αστραφτερά σου,40
ίσως ότι είμαι τάχα εσύ νομίζοντας με οι Τρώες
σταθούν, κι' έτσι ανασάνουνε οι παινεμένοι Αργίτες
πούλιωσαν πια· τι λιγοστή απ' τη σφαγή είναι ανάσα.
Έφκολα ακούραστος λαός πολεμοκουρασμένους
θα διώξει πίσω ως στο καστρί αλάργα απ' τις καλύβες.»45
.
Έτσι είπε περκαλώντας τον ... α τι τυφλός, γιατί είταν
δικό του χάρο και κακό να περκαλέσει τέλος!
.
Τότε αναστέναξε βαθιά και τούπε ο Αχιλέας
«Ωχού, τι λόγο, Πάτροκλε θεόσπαρτε, μου κραίνεις!
Δε συλλογιέμαι εγώ καμιά μαντολογιά που ξέρω,50
λόγο δε μούπε η σεβαστή μητέρα μου απ' το Δία·
λάβρα όμως τόχω της καρδιάς, πάει να μου φέρει φρένια,
όταν κανείς τον ίσο του να παραπάει γυρέβει
και πίσω αρπά του το πρεσβιό, τι πιό 'ναι δυνατός του.
Αφτός με τυραγνά ο καημός, τι μάτωσε η καρδιά μου,55
γιατί τη νια που χώρισε πρεσβιό ο στρατός για μένα
και πήρα με τη σπάθα μου πατώντας καστροχώρια,
αφτή ξανά οχ τα χέρια μου την πήρε ο Αγαμέμνος,
τ' Ατρέα ο γιος, σα νάμουνα λες του σωρού ραγιάς του.
Μα τώρα αφτά ας κουρέβουνται· γραφτό 'ταν να μη μείνει60
πάντα η καρδιά μου αμέρωτη, κι' εγώ δα πούπε ο νους μου
πως πριν δεν πάβω το θυμό πριν καταντήσει πρώτα
ως στα καράβια αφτά μου εδώ η μάχη κι' η αντάρα.
Τώρα έλα βάλε, Πάτροκλε, τα ξακουστά άρματά μου
να πας στη μάχη τα παιδιά που λαχταρούν κοντάρι,65
τι μάβρο σύγνεφο, οι οχτροί, δες! πλάκωσαν τα πλοία
βαριά, κι' είναι όλοι οι Δαναοί ρηγμένοι στ' ακροβράχια
άκρη άκρη· λίγο κι' ο γιαλός θαν τους χωνέψει πίσω.
Τι όλο όξω βγήκε οχ το καστρί της Τριάς το ψυχομέτρι....
πώς όχι; Ομπρός τους δε θωρούν του κράνου μου την όψη70
ν' αστράφτει· ειδέ θα γιόμιζε κουφάρια κάθε αβλάκι
μεμιάς αν ήξερε ο τρανός τι μ' άξιζε Αγαμέμνος.
Μα να τα τώρα, ας χαίρεται, τα πλοία του βαρούνε.
Τι δόντια πια δε δείχνει εκεί Διομήδικο κοντάρι,75
γύρω δεν άκουσα να βγει λαλιά οχ τον Αγαμέμνο,
το σκύλο αφτό τον άπιστο· μα ο Έχτορας θα σκάσει
απ' τ' άπαφτο λες σκούξιμο, που στέλνει Τρώες γύρω
παντού, και μες στον κάμπο αφτοί κάθε Αχαιό σαρώνουν.
Μα τρέξε — πρέπει — Πάτροκλε, να σώσεις την αρμάδα80
απ' τη φωτιά, μην τους καεί και πια δε δουν πατρίδα.
Μα άκου καλά τι θα σου πω και τήρα μην ξεχάσεις.83
Διώξε οχ τα πλοία τους οχτρούς, και πίσω εφτύς! Και νίκη87
όταν σου δώκει και χαρείς ο βροντολάλος Δίας,
μη σε μεθήσει ο πόλεμος και πάρα θες αλάργα 89 91
δίχως μου ως στο καστρί να πας, ομπρός σου οχτρούς βαρώντας,
μην τύχει κι' απ' τον Έλυμπο κανείς θεός αιώνιος
στη μέση μπει, τι αφτούς πολύ τους προστατέβει ο Φοίβος·
μον πόδα πίσω γύρισε, τα πλοία άμα αλαφρύνεις,95
κι' εκείνους άσ' τους όσο θεν να φαγωθούν στον κάμπο.»
.
Έτσι κουβέντιαζαν οι διο. Κι' ο Αίας πια στο πλοίο101
δεν έστεκε, τι οι κονταριές τον έσφιγγαν των Τρώων.
Του Δία τον νικούσε ο νους κι' οι τόσοι αντάμα Τρώες
βαρώντας· κι' έβγαζε φριχτή τριγύρω στα μηλίγγια,
σαν το χτυπούσαν, ταραχή τ' αστραφτερό του κράνος,105
γιατί όλο στα καλόφτιαστα στεφάνια το βαρούσαν.
Κομένος τούταν ο ζερβύς ο νώμος που του κράταε
πάντα γερά τη σκαλιστή εφτάπετσή του ασπίδα,107
τον είχε πιάσει και βαρύ λαχάνιασμα, κι' ολούθες109
τούτρεχε βρύση απ' το κορμί ο ίδρος, μηδ' ανάσα110
στιγμή δεν είχε, και σωρός πλακώνανε οι λαχτάρες.
.
Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες,
πώς πρώτα νάπεσε η φωτιά μες στην αρμάδα τάχα.
Στον Αία πήγε ο Έχτορας σιμά, κι' έτσι με τέχνη
μια τ' άστραψε καλή σπαθιά στο φράξινο κοντάρι115
κοντά στης μύτης το καρφί, και τόκοψε ίσα πέρα.
Αφτό έτσι, ο Αίας κολοβό το σούσε μες στη χούφτα,
κι' αλάργα αχώντας τούπεσε χάμου ο χαλκένιος στόκος.
Τούνιωσε τότε η αντρικιά καρδιά — και τούρθε σύγκρια —
το θεϊκό το δάχτυλο, πως κάθε μάχης τέχνη120
του χάλναε ο Δίας κι' ήθελε τους Τρώες να νικήσουν.
Τότε έτσι ο Αίας κώλωσε οχ τα κοντάρια πίσω,
κι' εκείνοι ακούραστη φωτιά στο σπαθωτό καθίζουν
σκαφί· και φλόγα απάνου εφτύς του χύθηκε ρημάχτρα.
.
Σαν έτσι τότρωγε η φωτιά. Και τότε ο Αχιλλέας
χτυπάει τα διο του γόνατα και κράζει του Πατρόκλου125
«Πάτροκλε, ομπρός, θεόσπαρτε, γενναίε αμαξομάχε,
να! βλέπω γλώσσα ανήμερη φωτιάς κοντά στα πλοία.
Τρέχα, μην πια τα κάψουνε και γλυτωμό δεν έχει.
Οπλίσου, μην αργείς, κι' εγώ τους άντρες παρατάζω.»
.
Είπε, κι' αφτός οπλίστηκε το θαμπωτή χαλκό του.130
Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια,
πανώρια, πούταν μ' αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα.
Έπειτα πήρε φόρεσε στο στήθος τα τσαπράζα,
αστρένια παρδαλόμορφα, του φτερωτού Αχιλλέα.
Κατόπι γύρωθε κρεμάει στους ώμους του την πάλα,135
μ' ασημοκάρφια κεντητή και λεπιδοχαλκένια,
κρεμάει και τη θεόρατη στεριόφτιαστή του ασπίδα.
Κι' έβαλε στ' αρχοντόμορφο κεφάλι τη φαντούσα
περκεφαλιά, που έτσι αγριωπή η αλογόφουντά της
πας στην κορφή κυμάτιζε, και πήρε διο αντριωμένα
κοντάρια που του πάγαιναν στη δυνατή του χούφτα.139
.
Και ναν του ζέψει τ' άλογο τον Αφτομέδο ορίζει,145
που τον αγάπαε πιο πολύ στερνά απ' τον λοχοσπάστη
γιο του Πηλιά, και τα πιστά που τούχε, πως στη μάχη
έφοδο οχτρού δε θα σκιαχτεί. Και πάει ο Αφτομέδος
κι' εφτύς τον Ξάνθο στο ζυγό και τον Ψαρύ του ζέβει,
τα πιλαλά άτια, που μαζί πετούσαν με τ' αγέρια,
που με το Ζέφυρο άνεμο τάχε μια λάμια κάνει,150
η Λεφκοπόδα, ενώβοσκε μια μέρα στο λιβάδι
κοντά στο ρέμα τ' Ωκιανού. Και μες στα παραλούρια
το γάβρο δένει Πήδασο — που ο Αχιλιάς τον πήρε
τότες τ' Αητιού σαν πάτησε το στεριωμένο κάστρο —
πούτρεχε μ' άτια αθάνατα, θνητό κιας είταν θρέμμα.
.
Πάει τότε ο Αχιλιάς παντού από καλύβα σ' άλλη155
κι' όλους φωνάζει στ' άρματα. Κι' εκείνοι αμέσως όξω 156166
πρόστρεξαν όλοι, κι' έστεκε στη μέση ο Αχιλέας
αμαξωτούς θαρρύνοντας κι' ασπιδωμένους άντρες.
.
Πενήντα θάταν τα γοργά καράβια που στην Τροία
οδήγαε του Πηλέα ο γιος με λαμνοκόπους μέσα170
από πενήντα αντρόκαρδους. Και κάνοντάς τους λόχους
διόρισε πέντε οπλαρχηγούς που τα πιστά τους είχε.171
.
Τον πρώτο λόχο αρχήγεβε ο παρδαλοτσαπράζης173
Μενέστης, σπέρμα του Σπερχιού, διόθρεφτου ποτάμου,
πούκανε η κόρη του Πηλιά, η ωραία Πολυδώρα,175
με τον ακούραστο Σπερχιό, γυναίκα με θεόνε·
μά 'λέγαν τάχα με το γιο — το Βώρο του Περγήρη,
που την παντρέφτηκε ανοιχτά βαριά αγοράζοντάς την.
Τον άλλο λόχο ο Έβδωρος οδήγαε, γεννημένος
δίχως στεφάνι απ' την καλή χορέφτρα Πολυμήλα,180
κόρη του Φύλα. Αφτή ο γερός την πόθησε Αργοσφάχτης
όταν την είδε μ' άλλες νιες που χόρεβε στη σκόλη
της χρυσοδόξαρης θεάς, της κυνηγήτρας κόρης,
κι' εφτύς ανέβηο άκακος Ερμής κρυφά στον πύργο
και την αγκάλιασε, και γιο της έσπειρε λεβέντη,185
γοργό πολύ στο τρέξιμο, στις κονταριές τεχνίτη·
π' όταν κατόπι η Λεφτερό, των πόνων η χαρίστρα,
έβγαλε το παιδί στο φως και του ήλιου 'δε αχτίδα,
τότες την κόρη ο Εχεκλής, τ' αφέντη ο γιος Αχτόρου,
την πήρε τέρι σπίτι του βαριά πλερώνοντάς την,190
και το παιδί τ' ανάθρεψε με χάδια ο γέρο-Φύλας,
ολόψυχα αγαπώντας το σα νάταν γιος δικός του.
Τον τρίτο λόχο ο Πείσαντρος οδήγαε, ο φημισμένος
γιος του Μαιμάλου, πούτανε το πιο γερό κοντάρι
των Μυρμιδόνων ύστερα απ' τ' Αχιλιά το βλάμη.195
Ο γέρος πάλε Φοίνικας τον τέταρτο οδηγούσε.
Τον πέμτο του Λαέρτη ο γιος, ο άξιος Αλκιμέδος.
.
Και πια άμα με τους αρχηγούς τ' ασκέρι ο Αχιλέας
καλά 'στησε και χώρισε, τότες σφιχτό 'πε λόγο
«Παιδιά, κανείς μη μου ξεχνάει τι λόγια για τους Τρώες200
εδώ παχιά μού κόβατε, και τα παράπονά σας
στιγμή δεν πάβατε όλοι σας σαν είμουν θυμωμένος
'Έρμε αρχηγέ, έτσι για θυμούς σ' έκανε εσένα η μάννα,
που, άκαρδε, τα παιδιά βαστάς με το στανιό απ' τη μάχη.
Κάλια στη Φτιά ας γυρίσουμε με τα θαλάσσια πλοία205
ξανά, αφού μπήκε σου κακός έτσι θυμός στα σπλάχνα.'
Τέτια συχνά όλοι σωρεφτοί μου σκούζατε· να! τώρα
σφαγής βαριά άνοιξε δουλιά πούχατε πριν σας πόθο,
και σύρτε μ' άτρομη όλοι σας καρδιά να πολεμήστε.»
.
Έτσι είπε, και τους έβαλε απόφαση και θάρρος,210
και πιο όλοι οι λόφοι πύρωσαν μ' τ' αρχηγού το λόγο.
Πώς αραδιάζει ο μάστορης σε τοίχο ολόρθου πύργου
πυκνές τις πέτρες, που βοριά να μην τις σπάει δρολάπι,
έτσι τα κράνα γράμμιζαν κι' αφαλωμένα ασπίδια.
Ασπίδα ασπίδα στήριζε, άντρα άντρας, κράνος κράνος,215
κι' άγγιζαν τα φουντόκρανα με τους χαλκένιους γρόμπους
σα σκύβανε· έτσι στη σειρά πυκνοί σταθήκανε όλοι.
Κι' ομπρός ομπρός διο στέκουνταν μ' τ' άρματά τους άντρες,
ο δοξασμένος Πάτροκλος κι ο άξιος Αφτομέδος,
διο μ' έναν πόθο, ολόμπροστα να θανατώνουν Τρώες.220
.
Ωστόσο του Πηλέα ο γιος γυρίζει στην καλύβα
κι' ανοίγει εκεί το σκέπασμα κουτιού πλουμουδισμένου,
που η αργυρόποδη θεά του τόχε βάλει, η Θέτη,
να πάρει μες στο πλοίο του, καλά στοιβάζοντάς το
με φλοκοπέφκια, ρουχικά, κι' ανεμοκόφτρες κάπες.
Ποτήρι φύλαε μέσα εκεί καλόφτιαστο, π' ούτ' άντρας225
μ' αφτά άλλος έπινε κρασί, μήτ' έπιανε να στάξει
αλλού θεού ποτές του εξόν του Δία του πατέρα.
Το πήρε τότε απ' το κουτί, το πάστρεψε με θιάφι
πρώτα, και τόπλυνε έπειτα μ' αγνό νερό οχ τη βρύση.
Κατόπι νίβοντας κι' αφτός τα χέρια, το γιομίζει230
μάβρο κρασί, και στέκεται μες στης αβλής τη μέση.
Κι' έσταζε τότε εκεί κρασί θωρώντας τα ουράνια
και δέουνταν, και του Διός δεν ξέφυγε το μάτι
«Ω Δία Δωδωνάρχοντα, Πελασγικέ, π' ορίζεις
μακριά τη μυριοχιόνιστη Δωδώνη, και χωριά 'χουν
γύρω οι Σελλοί, οι λερόποδοι χαμόστρωτοί σου μάντες,235
κι' άλλοτες πριν μου ξάκουσες την προσεφκή μου εμένα,
και για το δίκιο μου έστρεξες των Αχαιών τ' ασκέρι
και παίδεψες σπαραχτικά· και τώρα πάλι, ω Δία,
περικαλώ σε, ακόμα αφτό τον πόθο ξάκουσέ μου.
Εγώ θα μείνω τώρα εδώ, μα μ' όλους μου τους λόχους
αδέρφι στέλνω αγαπητό να πάει να πολεμήσει,240
και δόξασ' τον, δυνάμωσ' του, ω βροντολάλε Δία,
μέσα στα στήθια την καρδιά, που ο Έχτορας να μάθει,
κι' αν μοναχός του ο βλάβης μου να πολεμάει κατέχει,
ή τότες μόνο του λυσσούν τ' αζύγωτά του χέρια
όταν μαζί του πάω κι' εγώ στο πανηγύρι τ' Άρη.245
Μα όταν πια διώξει τη σφαγή κι' αντάρα οχ τα καράβια,
άπαθος κάνε τότε εδώ να μου γυρίσει πίσω
μ' όλα μου τ' άρματα, μαζί και τ' άσκιαχτο μου ασκέρι.»
.
Έτσι είπε και την άκουσε τη δέηση του ο Δίας.
Για τόνα τούπε μάλιστα, για τ' άλλο τούπε τ' όχι·250
ναν τα γλυτώσει τούστρεξε οχ τα χαμό τα πλοία,
ναν τούρθει πίσω ζωντανός, όχι είπε πως δε θάρθει.
.
Έτσι λοιπόν σαν έσταξε του Δία, εφτύς γυρίζει
μέσα ξανά, και το καφκί μες στο κουτί απιθώνει.
Έπειτα βγαίνει εκεί μπροστά και στέκει στην καλύβα,255
τι καν τα μάτια του να δουν τον πόλεμο ποθούσε.
.
Τότες γυρνάει ο Πάτροκλος και στους συντρόφους κράζει268
«Παιδιά, της Φτιας σταβραετοί, συντρόφοι τ' Αχιλέα,
άντρες φανείτε κι' όλοι σας σα σκύλοι πολεμήστε.270
Έτσι, παιδιά, θα δοξαστεί κι' ο αρχηγός, που πρώτος
είναι, τον ξέρουν, στη φωτιά, και πρώτοι οι παραγιοί του·
έτσι θα δει το κρίμας του κι' ο γιος τ' Ατρέα ακόμα
π' αψήφισε το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
.
Έτσι είπε, και τους έβαλε απόφαση και θάρρος.275
Κι' ομπρός όλοι ίσια χύθηκαν απ' το καραβοστάσι, 257259
σα σφήκες πούχουνε φωλιές σε μονοπάτι απάνου,260
και τα παιδιά 'χουν σύστημα ναν τις πεισμώνουν πάντα,
έτσι από σκανταλιά, κι' αφτές μ' ατρόμητο όλες θάρρος 262264
ίσα τους πέφτουν θέλοντας να σώσουν τα μικρά τους·265
έτσι όλοι χύθηκαν τυφλά οι Μυρμιδόνες τότες
οχ τα καράβια με φωνή και ξεκουφάστρα αντάρα,
κι' έπεσαν τους οχτρούς να φαν, κι' ολόγυρα η αρμάδα276
τρομαχτικά αντιβούηξε απ' του στρατού τα ζήτω.
.
Και πρώτος τότε ο Πάτροκλος τινάζει το κοντάρι284
ίσα στη μέση, οπούτανε πιο πυκνωμένη η μάχη,285
στ' ακροκαράβι εκεί κοντά τ' αρχόντου Πρωτεσίλα,
και τον Πυραίχμη κάρφωσε πούχε απ' τ' Αξιού το ρέμα
αμαξοπλίτες Παίονες της Αμυδός
φερμένα.
Στον ώμο βρήκε τον δεξά, κι' εκείνος ξεφωνώντας
πέφτει στα βούρκα ανάσκελα, και γύρω του οι συντρόφοι290
σκορπούν, τι σ' όλους έβαλε μες στην ψυχή τρομάρα
σα σκότωσε τον αρχηγό πούταν στη μάχη ο πρώτος.
Και διώχνοντάς τους έσβυσε τις φλόγες, και το πλοίο
έμεινε εκεί μισόκαφτο, και πόδισαν οι Τρώες.294
.
Κι' όπως απ' αψηλή κορφή βουνού μεγάλου ο Δίας297
πυκνό αλαργέβει σύγνεφο, και γύρω τ' ακροτήρια
προβάλνουν και τα ξέφαντα και τροφαντά λιβάδια,
τι κάτου πλημμυράει το φως οχ τ' ουρανού το θόλο·300
έτσι είδαν φως οι Δαναοί σα γλύτωσε η αρμάδα 301302
απ' τη φωτιά και κώλωσαν αναγκασμένοι οι Τρώες. 303305
Και πρώτος χάνει ο Έχτορας το θάρρος, και πηδώντας656
στ' αμάξι φέβγει ακράτητος, και πρόσταζε όλοι πίσω
να φύγουν, τι είδε του Διός πως είχε αλλάξει η γνώμη.658
.
Τότες πώς κλέφτες λύκοι παν οχ το βυζί της μάννας352
αρνιά ν' αρπάξουν και τραγιά, κι' οι μάννες μες στο λόγγο
σκορπούν απ' του βοσκού ατζαμιά, και σαν το δουν οι λύκοι
γλήγορα γύρω αρπούν κι' αφτές παράλυτες του φόβου·355
έτσι όρμησαν οι Δαναοί να φαν οχτρούς, κι' οι Τρώες
φύγει όπου φύγει, κι' άτιμος τους συνεπήρε τρόμος.
Τι πίσω πλάκωνε στοιχιό ο Πάτροκλος, και πάντα372
ομπρός! στους άντρες φώναζε, που οι Τρώες σαστισμένοι
και σκούζοντας κάθε στρατί πλημμύρησαν, και τ' άτια 374375
άναβλα πήραν του καστριού στα τέσσερα το δρόμο. 375376
.
Τον Πρόνο τότες σούγλισε με το λαμπρό όπλο πρώτα —399
στα στήθια εκεί σαν τάδειξε ασπιδογυμνωμένα —400
πούπεσε αχώντας και νεκρός απόμεινε στον τόπο.
Δέφτερο εκεί το Θέστορα, με το βαρύ κοντάρι
ορμώντας — κάθουνταν αφτός στ' αμάξι ζαρωμένος,
τι τάχασε και τούπεσαν τα γκέμια του απ' τα χέρια —
αφτόν δεξά στα μάγουλο ζυγώνει και του μπήγει405
μια κονταριά και του τρυπάει το δοντοφράχτη ως πέρα.
Έτσι όξω από την άμαξα πιασμένο στο κοντάρι
τόνε τραβούσε, σαν ψαράς που στέκει σ' ακροβράχι
και ψάρι βγάζει οχ το γιαλό μ' αρμίδι και μ' αγκύστρι·
έτσι έσερνε ανοιχτόστομο το Θέστορα με τ' όπλο
οχ το κουτί, και πίστομα τον πέταξ' άψυχο όξω.410
Έπειτα τρέχει και χτυπάει με πέτρα τον Ερύλα
κατάμεσα της κεφαλής, που μες στο στέριο κράνος
άνοιξε σε κομάτια διό· κι' έπεσε εκείνος μπρούμπα,
κι' ανήλιος γύρω θάνατος του χύθηκε στα μάτια.
Κατόπι τον Τληπόλεμο κι' Αφοτερό κι' Επάλτη,415
τον Έχιο και τον Έβιππο και το Βιφιά και Πύρη
και τον Ερύμα και το γιο του πρωταρχόντου Αργέα,
τους έστρωσε όλους σωρεφτούς στη γης την πλουτοδότρα.
.
Μα άμα τότ' είδε ο Σαρπηδός τους άφασκιους συντρόφους
π' απ' τ' αντριωμένου σφάχτηκαν Πατρόκλου το κοντάρι,420
γυρνάει με λόγια αγγιχτικά και σκούζει στους Λυκιώτες
«Παιδιά, πού φέβγετε; Ντροπής! Σταθείτε, ορέ, με θάρρος,
τι εγώ σ' αφτόν θα βγω μπροστά τον άντρα, για να μάθω
πιος είναι αφτός που μας νικάει κι' έκανε τόσο θρήνος,
γιατί πολλών παλικαριών έφαγε εδώ το μάτι.»425
.
Είπε, και χάμου πήδηξε με τ' άρματα απ' τ' αμάξι,
πήδηξε κι' όξω ο Πάτροκλος άμα αντικρύ τον είδε.
Κι' οι διο, όπως διο γαντζόμυτοι αητοί καρφονυχάτοι
μ' άγριες στριγγιές ξεσκίζουνται σε σύραχο βουνήσο,
έτσι κι' αφτοί στριγγίζοντας να φαγωθούν χοιμούνε.430
.
Και σαν τους είδε, πόνεσε μέσα η καρδιά του Δία,
κι' εφτύς της Ήρας λάλησε διο φτερωμένα λόγια
«Ωχού, γραφτό 'ναι ο Σαρπηδός — θνητός που κάλια απ' όλους
λατρέβω εγώ — να μου σφαχτεί με του Πατρόκλου χέρι.
Και συλλογιέμαι, κι' η καρδιά διπλόγνωμα με σέρνει·435
πότες μου λέει πως άρπαξ' τον απ' τη σφαγή και σύρ' τον,
έστι όσο ζει, ως μες στης Λυκιάς την πλούσια του πατρίδα,
και πότες, τώρα πια ας σφαχτεί με του Πατρόκλου τ' όπλο.»
.
Τότες του λέει η δέσποινα, η μαρμαρόλαιμη Ήρα
«μα αλήθια τώρα αφτό το λες, γιε σεβαστέ του Κρόνου;440
Άντρα θνητόνε, από καιρούς σημαδεφτό της μοίρας,
θες πάλι απ' τον κακόκραχτο να λεφτερώσεις χάρο;
Κάν' το· όμως μερικοί θεοί, σ' το λέω, θα πικραθούμε.
Τώρα ένα λόγο θα σου πω και πρόσεξε ν' ακούσεις.
Αν πας κι' αφτόν στον τόπο του τον στείλεις ζωντανόνε,445
τότ' ίσως κι' άλλος μας θεός γυρέψει, συλλογίσου,
να βγάλει οχ τη σκληρή σφαγή παιδί του αγαπημένο,
τι γύρω του τρανού καστριού της Τροίας πολεμούνε
κι' άλλων πολλά παιδιά θεών που θα σκυλιάσουν όλοι.449
Μα αν σούναι ακριβαγάπητος κι' αν σ' τον θρηνούν τα σπλάχνα,
τώρα άφισ' τον κι' ας σκοτωθεί με του Πατρόκλου χέρι,
μα όταν ανάσα και ζωή πια τον αφήσουν, στείλε
το θάνατο και το βαθύ τον Ύπνο ναν τον πάρουν,
ως ναν τον πάνε στης πλατιάς μες στα χωριά Λυκίας,455
όπου ξαδέρφοι κι' αδερφοί με μνήμα και με στήλη
θάν τον στολίσουν· τι πρεσβιό αφτό 'ναι των νέκρωνε.»
.
Είπε, και των θεών κι' αντρών την άκουσε ο πατέρας.
Και ματωμένες έβρεχε κατά τη γης ψιχάλες
τιμώντας τον καλό του γιο, πούταν στης Τριάς τους κάμπους460
ναν του σφαχτεί τότε άδικα αλάργα απ' την πατρίδα.
.
Κι' οι διο αρχηγοί σα ζύγωσαν με τ' άρματα στα χέρια,
τότε ο αφέντης Πάτροκλος τον κοσμοξακουσμένο
Θρασύδημο, που παραγιός του Σαρπηδού 'ταν άξιος,
τρυπάει στη ρίζα της κοιλιάς και τη ζωή του κόφτει.465
Κι' ο Σαρπηδός με το λαμπρό κοντάρι δεν τον ήβρε
κατόπι ορμώντας, μα βαράει δεξά στον ώμο τ' άτι
τ' αποξινό, τον Πήδασο, που μούγκριζε φυσούσε,
κι' απέ έπεσε μ' αχό βαρύ και πέταξε η ψυχή του.
Χώρισαν τ' άλλα διο... ο ζυγός τους έτριζε... τα γέμια470
μπερδέφτηκαν σα στρώθηκε τ' αποξινό στις σκόνες.
Σ' αφτό όμως βρήκε εφτύς γιατριά ο άξιος Αφτομέδος·
δεν τάχασε, μον σέρνοντας οχ το παχύ μερί του
την κάμα, τρέχει τα λουριά και κόβει του Πηδάσου,
κι' έτσι τ' αλόγατα έσιαξαν και μπήκαν στα λουριά τους.475
.
Ξανά τότε όρμησαν οι διο μ' αμάχη ψυχοφάγα.
Κι' ο Σαρπηδός αστόχησε με το κοντάρι πάλι,
τι η μύτη απάνου πέρασε απ' τα ζερβύ τον ώμο
δίχως να βρει. Κατόπι ορμά με το χαλκό ο Πατρόκλης,
που έτσι του κάκου τ' όπλο του δεν πήδησε απ' το χέρι,480
Μον μπήκε εκεί που την καρδιά την κλιούν τα σπλάχνα γύρω.
Σαν έλατο ή βελανιδιά σωριάστηκε ή σα λέφκα
χοντρή, που κόβει ο μάστορης στα όρη με τσεκούρι
νιοτρόχιστο, όταν ξυλική τρεχαντηριού συνάζει·
έτσι στρωμένος κατά γης σ' άτια μπροστά κι' αμάξι485
μούγκριζε νυχοσφίγγοντας το ματωμένο χώμα.
Τότε ο λεβέντης Πάτροκλος του βάζει το ποδάρι503
στα στήθια απάνου, κι' έσυρε το χαλκωμένο φράξο
οχ το κορμί, και βγήκε εφτύς στόκος μαζί και σπλάχνα.
Δε στέκουν τότες, μον σκορπούν κι' οι δυνατοί Λυκιώτες659
όλοι, σαν είδαν κι' έπεσε στη μάχη ο βασιλιάς τους·
κι' αρπούν τα όπλα οι Δαναοί απ' του νεκρού τους ώμους,663
αχτιδοβόλα χάλκινα, που σ' ένα διο συντρόφους
τάδωκε του Μενοίτη ο γιος ναν του τα παν στα πλοία.665
.
Τότες στο Φοίβο γύρισε κι' είπε ο μεγάλος Δίας
«Φοίβε μου γιε μου, πήγαινε το Σαρπηδό να βγάλεις
αλάργα τώρα απ' τις ρηξές, και πάρε οχ το ποτάμι
αγνό νερό και πλύνε του τις ματωμένες σάρκες,
άλειψ' τον λάδι αθάνατο κι' άλιωτα βάλ' του ρούχα.670
Και στείλε διο οδηγούς γοργούς μαζί να τον σηκώσουν,
το Χάρο κι' Ύπνο, δίδυμα διο αδέρφια, που σε λίγο
θάν τόνε παν ως στης Λυκιάς μες στα χωριά τα πλούσια,
κι' εκεί ξαδέρφοι κι' αδερφοί με μνήμα και με στήλη
θάν τον στολίσουν· τι πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε.»675
.
Είπε και του πατέρα εφτύς το λόγο ακούει ο Φοίβος,
και κάτου τρέχει οχ τα βουνά της Ίδας ως στον κάμπο,
κι' όξω μακριά το Σαρπηδό απ' τις ρηξές σηκώνει,
πολύ μακριά, μ' αγνό νερό τον πλαίνει ποταμήσο,
του αλείφει λάδι αθάνατο, του βάζει αιώνια ρούχα,680
και στέλνει διο οδηγούς γοργούς μαζί να τον σηκώσουν,
το Χάρο κι' Ύπνο, δίδυμα διο αδέρφια, που σε λίγο
ως στης Λυκιάς τον πήγανε μες στα χωριά τα πλούσια.
.

.
Κι' ο Πάτροκλος φωνάζει ομπρός! στον αμαξά στα ζώα,
και τρέχει πίσω απ' τους οχτρούς ... ω τι βαρύ το λάθος,685
γιατί αν ο έρμος τ' αρχηγού τα λόγια δεν ξεχνούσε,
θάχε σωθεί απ' το θάνατο κι' απ' τα σκοτάδια τ' Άδη.
Μα πάντα να! νικάει ο νους του Δία, κι' όχι αθρώπων,688
που έτσι και τότες την καρδιά του φτέρωσε στα στήθια.691
.
Τότε πιους πρώτους, Πάτροκλε, πιους ρήμαξες κατόπι,
όταν τα βρόχια πια οι θεοί σού στήσανε του χάρου;
Τον Άδραστο θανάτωσες και το Μεγάδη πρώτους,
το Έλασο το Βίστορα τον Έχεκλο τον Πέρμο,695
κατόπι το Μελάνιππο το Μόλη τον Πυλάρτη·
όλους αφτούς, ενώφεβγαν αλαφιασμένοι οι άλλοι.
.
Ωστόσο ο Έχτορας βαστάει στο Ζερβοπόρτι τ' άτια712
κι' εκεί λογάριαζε αν ξανά θα τρέξει στην αντάρα.
να πολεμήσει, ή το στρατό θα κλείσει μες στο κάστρο.
Κι' ενώ τ' ανάδεβε, να! εκεί προβάλλει ομπρός του ο Φοίβος,715
μιασμένος μ' άντρα δυνατό, τον Άση τον ξεστήθια,
πούτανε θιός του, αφτάδερφος της σεβαστής Εκάβης,
και τ' αρχηγού του Δύμα γιος που στης Φρυγιάς τα μέρη
βασίλεβε, τριγύρω εκεί στου Σαγγαριού το ρέμα·
έτσι μιασμένος τότε ο γιος τούπε του Δία, ο Φοίβος720
«Κρίμας τη φήμη σου, Έχτορα! Τι παραιτάς τη μάχη;
Τι να σου κάνω πούσαι εσύ πιο δυνατό κοντάρι!
αλλιώς, εφτύς θα σούδειχνα πώς παραιτούν πολέμους.
Μον έλα λάλα τ' άλογα κατά τον Πάτροκλο ίσια,
μήπως τον σφάξεις αν τυχόν σου δώκει νίκη ο Φοίβος.»725
.
Έτσι είπε κι' έφυγε ο Θεός. Και τότε εκεί προστάζει
ο ξακουσμένος Έχτορας τον άφοβο Κεβριόνη
ξανά με τα γοργά άλογα στον κάμπο να γυρίσει.
.
Κι' ο Φοίβος πάει ως στων στρατών και χώνεται την πύκνα,
κι' άσκημη ρήχνει ταραχή στων Αχαιών τους λόχους,
μα δόξα δίνει κι' αφοβιά στον Έχτορα στους Τρώες,730
κι' άξαφνα γύρισαν γραμμή τους Αχαιούς να φάνε,552
μ' ομπρός ομπρός τον Έχτορα, το φοβερό λιοντάρι.
Αφτός καθ' άλλον άφινε οχτρό και δε βαρούσε,731
κι' ίσια στον Πάτροκλο όρμησε. Κι' ο Πάτροκλος αντίκρυ
πήδηξε χάμου οχ τ' άλογα, και κράταε το κοντάρι
με το ζερβύ, κι' αδράζοντας με το δεξύ μια πέτρα,
χοντρή κοτρώνα που όλη του του γιόμισε τη χούφτα,735
ρήχνει μ' ορμή, τι δα καιρό δεν άφισε ν' αγιάσουν·
μήδ' είταν άστοχη η ρηξά, τι τον Κεβριόνη, νόθο
γιο του Πριάμου, κι' αμαξά του φημισμένου Εχτόρου,
τον ήβρε εκεί στα κούτελο ενώ τα γκέμια βάσταε.
Κι' έσπασε η πέτρα και τα διο τα φρύδια, μηδ' αμπόδιο740
στάθη το κόκκαλο, κι' αφτού τα μάτια ομπρός στα πόδια
τούπεσαν χάμου στα πηλά, κι' αφτός βουτά απ' τ' αμάξι
σα σφουγγαράς, κι οχ το σκαρί τού μίσεψε η ψυχή του.
.
Και τούπες τότες, Πάτροκλε λεβέντη, περγελώντας
«Ωχ ωχ, ο σκύλος τι αλαφρύς! βουτιές που σου τις παίρνει.745
Μα αν γίνει αφτός θαλασσινός, τι λόγος, ένα πλήθος
θα θρέψει, απ' τα καΐκι του πηδώντας και στον πάτο
σφουγγάρια ψάχνοντας να βρει, κιας είναι οργιές το βάθος,
σαν που στον κάμπο να! άφοβα πηδά απ' τ' αμάξι τώρα.
Έχουν λοιπόν στο κάστρο τους κι' οι Τρώες μπεχλιβάνια.»750
.
Είπε, κι' αμέσως χύθηκε να γδύσει τον Κεβριόνη·
θεριό 'ταν λες που χύνεται βουστάσι να ρημάξει,
μα απ' αφοβιά του χάνεται τι το βαρούν στα στήθια·
σαν έτσι, Πάτροκλε, όρμησες με λύσσα στον Κεβριόνη.
Μα κι' απ' αντίκρυ ο Έχτορας πηδά οχ τ' αμάξι χάμου,755
και τότε αρχίζουν πόλεμο για τον Κεβριόνη οι διο τους,
σα λέοντες που έτσι κι' οι διο λεβέντες, πεινασμένοι,
σκίζουνται σε βουνού κορφή για σκοτωμένο αλάφι·
έτσι για τον Κεβριόνη οι διο της μάχης κατεχάροι,
ο Πάτροκλος κι' ο Έχτορας, τ' ατρόμητα λιοντάρια,760
διψούσαν μ' άσπλαχνο χαλκό να πετσοκοπηθούνε.
.
Κι' ο Έχτορας μιας κι' έπιασε τ' αδερφικό κεφάλι,
δεν τ' άφινε· κι' ο Πάτροκλος αντίκρυ απ' το ποδάρι
τραβούσε, κι' έστησαν σφαγή οι άλλοι πεισματάρα.
Πώς σ' όρους διάσκελο ο βοριάς κι' ο νότος πολεμούνε765
πιος πιο πολύ τα σύμπυκνα να σείσει δεντροκόρμια,
οξές και φράξα κι' ακρανιές με σύμπυκνα τα φύλλα,
που δυνατόλαλα χτυπούν τ' απλόβεργα κλαριά τους
τόνα με τ' άλλο, κι' η λογγιά σα σπάζουν σαλαγίζει·
έτσι όρμησαν κι' οι διο στρατοί να χτυπηθούν με λύσσα770
και σφάζουνταν, μηδ' είχε πια φεβγιό κανείς στο νου του.
Κι' είχαν τριγύρω στο νεκρό πολλά μπηχτεί κοντάρια,
πολλές σαΐτες φτερωτές δοξαροτιναγμένες,
και τις ασπίδες έκροσγαν πολλά χοντρά κοτρώνια,
σαν πολεμούσαν κύκλω του. Κι' ο ξακουστός Κεβριόνης775
κοίτουνταν μες στον κουρνιαχνό μακρύς εδώ κι' ως πέρα
με δίχως πια μιαλό και νου για αμαξοσύνες κι' άτια.
.
Κι' ως τότε ο Ήλιος π' άγγιζε τα μεσουράνια απάνου,
έβρισκαν κι' απ' τους διο οι ρηξές κι' ισόπεφτε τ' ασκέρι·
μα όταν το πίσω πήρε πια στρατί για να ξεζέψει,
τότες πια τέλος άγραφα νικήσανε οι Αργίτες780
κι' έσυραν όξω το νεκρό απ' τις ρηξές, και πήγαν
πέρα μακριά και τ' άρματα του βγάλανε οχ τους ώμους.
.
Όρμησε πάλι ο Πάτροκλος να πετσοκόψει Τρώες.
Τρεις τότε χύθηκε φορές σα θνητοφάγος Άρης
φριχτά αλυχτώντας, και τις τρεις εννιά 'σφαξε ανομάτους·785
μα κι' όταν τέταρτη όρμησε σαν το στοιχιό με τ' όπλο,
τότε αχ! η ώρα, Πάτροκλε, σου σήμανε η στερνή σου!
Τι ομπρός του βγήκε σκιαχτερός ο Φοίβος μες στη μάχη
δίχως στον τόσο αναβρασμό πως πλάκωνε να νιώσει.
Τι σκεπασμένος με πηχτή θολούρα τον ζυγώνει...790
και στέκει πίσω... του χτυπάει ώμους πλατιούς και ράχη
μ' έτσι τη χούφτα ορθάνοιχτη που τούστριψαν τα μάτια.792
Στάθηκε τότε ολόξαφνος, κι' εφτύς καθώς τον είδε806
τρέχει ένας Δάρδανος κι' εκεί του στέλνει το κοντάρι
από κοντά στη ράχη του, κατάμεσα των ώμων,
του Πάνθου ο νιος ο Έφορβος που κάθε νιο νικούσε
με το κοντάρι τ' άλογα τα φτερωτά ποδάρια·
που κι' άντρες τότε ως είκοσι είχε απ' τ' αμάξια ρήξει810
κιάς πρωτοβγήκε μ' αμαξά πώς πολεμούν να μάθει.
Μα πιος, λεβέντη Πάτροκλε, σούμπηξε τ' όπλο πρώτος·
δε σ' έσφαξε όμως, μον ξανά τ' άρπαξε εφτύς τρεχάτος
κι' έφυγε πίσω ως στο σωρό χωρίς να σε προσμείνει.814
.
Βλαμένος τότε ο Πάτροκλος απ' του θεού το χτύπο816
κι' απ' την πληγή του, γύριζε — για να σωθεί οχ το χάρο —
κατά των φίλων τους σωρούς· μα ο Έχτορας τον είδε
πως κώλωνε, από κοφτερό κοντάρι τρυπημένος,
κι' όξω πετιέται απ' τις σειρές των Τρώων, και κοντά του820
χοιμάει και χώνει χαλκό στου ψυχικού τη ρίζα
και πέρα ως πέρα τον τρυπάει. Έπεσε τότε αχώντας,
και πλήγωσε βαθιά βαθιά κάθε Αχαιού τα σπλάχνα.
Πώς λέοντας μαχονικάει κάπρι στεριοδοντάτο —
σαν πολεμούν περήφανα σ' ολόρθο κορφοβούνι
για μια πηγούλα, τι διψούν και θεν κι' οι διο να πιούνε —825
και το σπαράζει, ενώ φυσάει και μάχεται ως στο τέλος·
έτσι με τ' όπλο από κοντά και το Δαρδανοφάγο
γιο του Μενοίτη ο Έχτορας έστρωσε εκεί στο χώμα.
.
Έσκουξε τότε ο Έχτορας περήφανα και τούπε
«Δεν είσαι εσύ που μ' όλπιζες πως τάχα θα ρημάξεις830
την ξακουστή πατρίδα μου και πως στης Φτιας τα μέρη
σκλάβες θα πας τα τέρια μας με τα γοργά σου πλοία;
Μουρλέ, μα ομπρός τους τ' άφταστο του Έχτορα ζεβγάρι
στη μάχη πάει με δρασκελιές, κ' είμαι κι' εγώ το πρώτο
κοντάρι αδείλιαστου στρατού που θαν τις σώσω θέλω835
απ' τη σκλαβιά. Μα εσένα εδώ αγιούπες θα σε φάνε.
Ά δόλιε, πούταν και βοηθός δε σούρθε ο Αχιλέας;
Το παλικάρι! πούμεινε στο πλοίο, μα να στείλει
ήξερε εσένα μια χαρά, παχιά μιλώντας λόγια
'Λεβέντη... Πάτροκλε... αλογά... πριν μη γυρίσεις πόδα
κατά τα πλοία οχ τη σφαγή πριν σκίσεις τα τσαπράζα840
στου Έχτορα τ' αντροφονιά τα ματωμένα στήθια.'
Έτσι θα σούπε, κι' άμιαλε, τον άκουσε ο μιαλός σου.»
.
Τότ' είπες, Πάτροκλε αλογά, με την ψυχή στο στόμα
«Τώρα καμάρωνε, Έχτορα, όσο μπορείς, τι ο Δίας
νίκη κι' ο Φοίβος σούδωκαν που μ' έσφαξαν εμένα·845
τι σαν κι' εσένα κι' είκοσι να θε μου βγουν, εδώ όλοι847
θάτρωγαν χώμα, απ' το γερό χαλκό μου καρφωμένοι.
Ναί, εμένα η έρμα η Μοίρα μου με σκότωσε κι' ο Φοίβος
κι' από θνητούς ο Έφορβος· ύστερα εσύ ήρθες, τρίτος.850
Μα άκου, ένα λόγο θα σου πω και να μου τον θυμάσαι.
Καιρό κι' εσύ δε θα χαρείς — και ξέρε το — τι σ' έχει
από κοντά πια η Μοίρα σου κι' ο θνητοφάγος Χάρος,
π' από το χέρι είναι να πας του ξακουστού Αχιλέα.»
.
Είπε, και μάβρο σύγνεφο τον σκέπασε θανάτου,855
και πέταξε οχ τα στήθια του να πάει η ψυχή στον Άδη,
κι' έκλαιε το μάβρο της γραφτό π' άφηκε αντριά και νιότη.
.
Μα και νεκρό έτσι ο Έχτορας του φώναξε και τούπε
«Πάτροκλε, τι μαντολογάς και τι μου ψέλνεις χάρους;
Πιος σ' τόπε αν δε θα πάει κι' ο γιος της Χρυσομάλλως Θέτης860
στον τάφο πριν, από σκληρό χαλκό μου τρυπημένος;»
.
Έτσι είπε, και πατώντας τον τραβάει το χάλκινο όπλο
οχ την πληγή, κι' ανάσκελα τον σπρώχνει απ' το κοντάρι.
Κι' εφτύς το πήρε κι' έτρεξε κατά τον Αφτομέδο,
αμαξολάτη ισόθεο του φτερωτού Αχιλέα,865
τι του διψούσε τη ζωή. Μα αφτόν μακριά απ' τη μάχη
τον έβγαζαν τ' αθάνατα γοργόποδα άλογά του,
δώρα λαμπρά πούχαν θεοί δοσμένα στον
Πηλέα.
.
.
.
Ρ
.
.
.
Κι' ένιωσε εφτύς τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας,
το πώς σκοτώθη ο Πάτροκλος στον πόλεμο απ' τους Τρώες.
Και μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς χαλκόπλιστος, και στέκει
σιμά του, θάλεγες ομπρός λαφίνα σε ζαρκάδι
χαϊδέφτρα πρωτοβύζαχτη, πριν άγνωρη από γέννα·5
έτσι σιμά του στάθηκε ο καστανός Μενέλας
κρατώντας στο νεκρό μπροστά ασπίδα και κοντάρι,
μ' απόφαση όπιος αντικρύ του βγει ναν τον σπαράξει.
.
Όμως αδιάφορος κι' ο γιος δεν έμεινε του Πάνθου
άμα ο λεβέντης Πάτροκλος σκοτώθηκε, μον πήγε10
κοντά του εκεί και στάθηκε και του Μενέλα τούπε
«Θεόσπαρτε τ' Ατρέα γιε, Μενέλα πολεμάρχη,
πίσω! Τα λάφυρα άσ' τα αφτού και το νεκρό παραίτα,
γιατί απ' τους ξακουστούς βοηθούς ή Τρώες πριν κανείς μου
με τ' όπλο δεν τον κάρφωσε μες στης σφαγής τ' ανάστα.15
Έτσι άφισε να δοξαστώ μες στο στρατό των Τρώων,
μη σε βαρέσω και ξινή σου βγει η παλικαριά σου.»
.
Τότες βαριά αγανάχτησε κι' απάντησε ο Μενέλας
«Δία πατέρα, ω τι κακό η ξυπασιά κι' η παίνια!
Του λιονταριού, της πάρδαλης δεν είναι τόση η τόλμη,20
δεν έχει τόση ο ξεσκιστής αγριόχοιρος που μέσα
στα στήθια η γίγισσα καρδιά του βράζει απ' αντριοσύνη,
όση έχουνε περφάνια οι γιοι του Πάνθου οι φαντασμένοι.
Μα λέω, κι' ο Απερήνορας δε χάρηκε ο λεβέντης
τη νιότη, όταν μ' αψήφισε και πρόβαλε αντικρύ μου,25
κι' είπε πως είμαι τάχα εγώ το πιο αχαμνό κοντάρι
των Αχαιών· όμως θαρρώ δε θα καλοκαρδίσει
γυναίκα, και γονιούς ξανά γυρνώντας στο χωριό του.
Όπως θα ξεκοιλιάσω εδώ κι' εσένα, ορέ, σ' το τάζω,
αν μου φορτώνεσαι. Μα εγώ στο λέω για το καλό σου.30
χάιντε πια τώρα μη ζητάς μαζί μου εδώ πολέμους,
μην πάθεις... πάντα ο φρόνιμος πριν πάθει λογαριάζει.»
.
Είπε, μα δεν τον έπεισε, παρά τ' αντείπε πάλι
«Τώρα εδώ πια, τ' Ατρέα γιε, βαριά θα μου πλερώσεις
τον αδερφό που μούσφαξες — και καμαρώνεις κιόλας —35
και μες στο νιο νοικοκυριό τού χήρεψες το τέρι,
κι' έκανες πίκρες να ποθούν και κλάματα οι γονιοί του.
Ίσως των έρμων μια σταλιά το δάκρυ τους στεγνώσει,
αν την αρματωσά σου εγώ και το κεφάλι πάρω
και τ' απιθώσω σπίτι μας στα χέρια των γονιών του.40
Μα αφτή η δουλιά αδοκίμαστη καιρό δε θα τραβήξει
είτε απολέμιστη... ότι βγει, καν θάνατος καν νίκη.»
.
Είπε, κι' ευτύς μια κονταριά τού σφίγγει στην ασπίδα,
μα δεν την έσκισε ο χαλκός, μον μες στη στέρια ασπίδα
στράβωσε η μύτη. Χοίμηξε κατόπι ο γιος τ' Ατρέα45
με το κοντάρι, κάνοντας παράκληση του Δία,
κι' εκεί που πίσω κώλωνε να φύγει, του το μπήγει
στου λαρυγγιού τα θέμελα, και σπρώχνει όσο μπορούσε
με τη βαριά χερούκλα του, τόσο π' αντίκρυ βγήκε
τ' όπλου ο χαλκός διαβαίνοντας τον τροφαντό λαιμό του·
κι' έπεσε αχώντας, βούηξαν και τ' άρματα από πάνου.50
Πώς νιο φυντάνι θρέφει ελιάς ο χωριανός σε θέση53
ακρότοπη — όπου γάργαρα νερά απ' τη γη αναβρύζουν —
πανώριο δροσοστόλιστο, κι' αγέρια το χαϊδέβουν55
κάθε λογής, και με πυκνά λουλούδια χρυσανθίζει,
μα άξαφνα σφίγγει ο άνεμος, κι' ορμώντας τ' αγριοκαίρι
όξω απ' τη γούβα το πετάει και χάμου το πλαγιάζει·
παρόμια το λεβέντη γιο του Πάνθου κι' ο Μενέλας
ξάπλωσε χάμου κι' έπειτα ζητούσε ναν τον γδύσει.60
Πώς με το θάρρος των νυχιών βουνόθρεφτο λιοντάρι
γελάδα αρπάει την πιο όμορφη από σωρό που βόσκει,
και με τα δόντια τα σκληρά κρατώντας την της σπάζει
το σβέρκο πρώτα, κι' έπειτα τη σκίζει και της χάφτει
αίμας και σπλάχνα, κι' όλοι τους — και σκύλοι και τσοπάνοι —65
γύρω απ' αλάργα σκούζουνε φωνάζουν, μα δε θέλουν
ναν του ρηχτούνε, τι χλωμός όλους τους κόβει φόβος·
έτσι απ' τους Τρώες κανενός μέσα η καρδιά στα στήθια
δεν τόλμαε να προβάλει ομπρός στο μαχητή Μενέλα.
.
Τότε ήθε πάρει μια χαρά απ' το νεκρό τα πλούσια70
τ' άρματα, μα του ζούλεψε τη δόξα αφτή ο Απόλλος,
που σαν τον Μέντη έτσι μιαστός, τον άρχο των Κιρκόνων,
τούστειλε ομπρός τον Έχτορα, σαν Άρη γοργομάχο.
Τι πήγε και τον φώναξε και τούπε αφτά τα λόγια
«Έχτορα, τρέχεις τώρα εσύ και κυνηγάς του κάκου75
τ' άλογα τ' Αχιλέα εδώ· μα αφτά ναν τα δαμάσει
θνητός και ζέψει σα βαρύ, αίμα αν δε φτύσει πρώτα,
άλλος παρά τον Αχιλιά π' αθάνατη έχει μάννα·
μα σύγκαιρα τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας,
στητός μπροστά στον Πάτροκλο μάς κάρφωσε έναν πρώτο80
παλικαρά, τον Έφορβο, και τη ζωή του πήρε.»
.
Είπε ο θεός, και γύρισε ξανά στ' αντροπελέκι.
.
Μάτωσε τότες η καρδιά του Έχτορα απ' τη λύπη,
κι' εφτύς γυρνάει τη συμπλοκή να δει, και βλέπει πέρα
τον έναν π' άρπαε τ' άρματα, τον άλλον πούταν χάμου85
στρωμένος κι' αίμας έτρεχε οχ τη βαθιά πληγή του·
τότες περνάει χαλκόπλιστος των μπροστινών τούς λόχους
φριχτά αλυχτώντα, ανέμποδος φωτιά σα φουντωμένη.
.
Μά 'χε το νου του κι' άκουσε τ' αλύχτημα ο Μενέλας,
κι' έτσι είπε αναστενάζοντας μες στη γερή καρδιά του90
«Ωχού, αν την πλούσια αρματωσά αφίσω, κι' αν το βλάμη
πούχασε εδώ τη νιότη του για να τιμήσει εμένα,
μήπως ρεζιλεφτώ αν κανείς με δει τυχόν δικός μας·
μα αν πάλε Τρώες κι' Έχτορα σταθώ και πολεμήσω
μονάχος, μήπως όλοι τους με ζώσουν πούναι τόσοι,95
γιατί όλο δες! ο Έχτορας μου φέρνει το κοπάδι.
Μα τι τα θέλει κι' όλα αφτά μου τ' αναδέβει ο νους μου;
Με δίχως τύχη αν πολεμάς θεοπροστάτεφτο άντρα,
μεγάλο δεν αργεί κακό να βγει σου στο κεφάλι.
Έτσι πιος θάβρει φταίξιμο αν δει πως τάχα ομπρός του100
τραβιούμαι, αφού στον πόλεμο θεός τον διαφεντέβει;
Μα ας είταν κάπου νάβρισκα τον αντριωμένο μου Αία!
Τότες γυρνώντας πάλε οι διο ξαναρχινούμε μάχη
κιάς έχουμε καταδρομή, κι' έτσι ίσως ενωμένοι
σώσουμε καν το λείψανο για το γοργό Αχιλέα
απ' τους οχτρούς· τώρα άλλη πια παρηγοριά δεν έχει.»105
.
Μα εκεί π' αφτά τ' ανάδεβε μες στης καρδιάς τα βαθιά,
να! οι λόχοι φτάνουν των οχτρών κι' ο Έχτορας π' οδήγαε.
Τότες αφίνει το νεκρό, και γύρναε στους δικούς του
τηρώντας πίσω, θάλεγες λιοντάρι σαγωνάτο,
π' από βουστάσι με φωνές το διώχνουν και με φράξα110
χωριάτες και μαντρόσκυλα, και του θεριού στα στήθια
βράζει η καρδιά του κι' άθελα οχ το μαντρί αλαργέβει·
έτσι οχ τον Πάτροκλο έφεβγε κι' ο καστανός Μενέλας.
Και στο στρατό σαν έφτασε, γυρίζει ομπρός και στέκει,
κι' ολούθες τήραζε να δει το γίγα αν θάβρισκε Αία.115
.
Και να σε λίγο τον θωράει ζερβά ζερβά της μάχης
που γιάρδιωνε έλεγε έσκουζε στους άντρες να βαρούνε,
και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει διο λόγια119
«Αία μου, ομπρός! Τον Πάτροκλο μας σκότωσαν! Ω αδρέφι,120
μη στέκεις παρά ας τρέξουμε, κι' έτσι ίσως ενωμένοι
σώσουμε καν το λείψανο για το γοργό Αχιλέα
απ' τους οχτρούς· τώρα άλλη πια παρηγοριά δεν έχει.»
.
Είπε, κι' ανάβει την καρδιά του πολεμόχαρου Αία,123
που μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς, κι' αντάμα του ο Μενέλας.
.
Και τότε εκεί τον Πάτροκλο ο Έχτορας στον κάμπο125
τον έσερνε, αφού τούβγαλε τα θαμπερά άρματά του,
για ναν του κόψει με χαλκό την κεφαλή απ' τους ώμους