Front matter (continued 2)
Polyvios Demetrakopoulos translation
ΠΛΟΥΤΩΝ Πάρ' τον έν από τους δυο τους, όποιον συ θα προτιμήσης, άδικα μην πης πως ήλθες.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γεια σου! Νά, ακούστ' αυτό: εδώ κάτω εγώ ζητώ ναύρω έναν ποιητή.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μπα! Και να τον κάμης τι ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Και την πόλι μας να σώση κ' έργα [πειο καλά] να δώση. Κ' έτσι απ' τους δυο να πάρω τούτον που την πειο καλή, θα είν’ άξιος να δώση για την πόλι συμβουλή. Και για τον Αλκιβιάδη ποιά καθένας έχει γνώμη ας μας πη πρώτ' από τάλλα· γιατ' η πόλις μας ακόμη Βάσανα τραβά μεγάλα (210)
ΠΛΟΥΤΩΝ Κ' η πόλις τι φρονεί γι' αυτόν ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τι ; πότε τον σιχαίνεται και πότε τον αποζητεί.
( Προς τον Ευριπίδην και Αισχύλον: )
Ό,τι [καταλαβαίνετε, κι' ό,τι] εσείς φρονείτε γι αυτόν, να μας το πήτε.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μισώ εκείνον που αργεί τον τόπον του να ωφελή, μα για να κάνη το κακό γίνεται γρήγορος πολύ. Που ζητεί στον εαυτό του την ωφέλεια νάχη όλη κ' είνε ανωφελής στην πόλι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εύγε, μα τον Ποσειδώνα! — -Συ, Αισχύλε, τι φρονείς ;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ Μέσ' στην πόλι να μην τρέφη λιονταρόπουλο κανείς, μάλιστα κι' ούτε λιοντάρι· κι' αν κανείς τροφή του δώση πρέπει και να το ημερώση.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μα τον Δία τον Σωτήρα! πολύ δύσκολα θα κρίνω· με σοφία ειπώθη τούτο, παστρικά ειπώθη εκείνο. Μα κανένας σας ακόμη, πώς θα σώσουμε τον τόπο, ας ειπή ποιάν έχει γνώμη.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Αν κανείς τον Κινησία στον Κλεόκριτο (211) κολλήση για φτερά, που ο αγέρας να τον πάρη όταν φυσήση απ' τες θάλασσες απάνω.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τέτοιο πράμα [να σου ειπώ] θα φαινότανε γι' αστείο. Και ποιόν έχει αυτό σκοπό!
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Στάμνες του ξειδιού να παίρνουν όταν ναυμαχία γίνη, στου εχθρού τα μάτια ξείδι ο καθένας τους να χύνη. Θέλω να σου ειπώ κ' έν' άλλο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πες.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Αυτούς που για προδότες τους περνούσαμε ως τώρα, να τους πούμε πατριώτες, και προδότες, όσους λέμε πατριώτες τακτικά. (212)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Πώς ; δεν νοιώθω· ξαναπές τα πειο απλά και παστρικά.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Όταν εμπιστευώμεθα, όσους με δυσπιστία τους βλέπουμε, κι' όλους αυτούς που είνε 'ς αχρηστία τους χρησιμοποιήσουμε, μπορούμε να σωθούμε. Γιατί αφού τώρα απ' αυτούς τους ίδιους δυστυχούμε, πώς τάχα η σωτηρία δεν θα μας έλθη, κάνοντας [ευθύς] τα εναντία ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εύγε σου, Παλαμήδη μου! (213) κεφάλι μέγα και σοφόν.
Εσύ το σκέφθηκες αυτό, ή μήπως ο Κηφισοφών ;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μόνος μου· ο Κηφισοφών εσκέφθηκε μονάχα για της ξειδόσταμνες.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Αισχύλον:) Και συ ποιάν γνώμην έχεις τάχα;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ποιους ανθρώπους έχ' η πόλις ; τους καλούς ; για πες μου συ.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Μπα! και πούθε; τους μισεί φοβερά!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ Και προτιμάει τους κακούς ; (214)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Δεν αγαπάει τους κακούς, αλλά σε χρήσι με τη βια τους έχει [πάντα και χωρίς να το θελήση].
ΑΙΣΧΥΛΟΣ Τότε πώς τη σωτηρία ημπορεί κανείς να φέρη σε μια πόλι, π' ούτε γούνα, ούτε χλαίνα τη συμφέρει;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Βρες μας συ τον τρόπο πάλι που καθένας θα μπορέση απ' τον πάτο να τη βγάλη.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ Από δω δεν θα θελήσω να το ειπώ· μονο κει πέρα θα μπορέσω να μιλήσω.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τέτοιο πράμα μην το λες, γιατ' από 'δω πέρα βγαίνουν και η γνώμες η καλές.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ Όταν του εχθρού τη χώρα επιβλέπουν σαν δική τους, μα και τη δική τους χώρα σαν να ήταν εχθρική τους, (215) κι' όταν νοιώσουν πως τα πλοία είνε δύναμις τρανή κ' έλλειψις το κάθε πράμα που για δύναμις φανή.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Είν’ η γνώμη σου σωστή, γιατί καταπίνοντ' όλα απ' τον κάθε δικαστή. (216)
ΠΛΟΥΤΩΝ (προς τον Διόνυσον:) Κάμε συ λοιπόν την κρίσι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Συ ν' αποφασίσης τώρα· κι' όποιον η ψυχή θελήση η δική μου, θα διαλέξω.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Τους θεούς μόνο θυμήσου που ωρκίσθης να με φέρης στην πατρίδα μου [μαζύ σου], κ' έτσι διάλεξε το φίλο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ [Μα] «η γλώσσα μου ωρκίσθη» (217) [και] θα πάρω τον Αισχύλο.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (εν οργή προς τον Διόνυσον) Σιχαμένε! τι μου κάνεις ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Η δική μου είν’ η κρίσις πως ενίκησ' ο Αισχύλος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Και τολμάς να μ' αντικρύσης, ύστερα από της τόσες που μου φτιάνεις προσβολές ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Όταν και οι θεαταί σου δεν το κρίνουν όπως λες, πούνε το κακό; (218)
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Μ' αφίνεις για νεκρόν 'ς αυτά τα μέρη, ω σκληρέ ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Τάχα ποιος ξέρει αν δεν είναι η ζωή θάνατος, (219) και το φαΐ αν ζωή δεν είναι τάχα, και ο ύπνος μαλακό και παχύ γουναρικό ;
ΠΛΟΥΤΩΝ Πέρασε στ' ανάκτορά μου.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Γιατί;
ΠΛΟΥΤΩΝ Πριν αναχωρήσης σε φιλοξενώ.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ωραία! δεν θα με στενοχωρήσης!
(Ο Πλούτων και ο Διόνυσος εισέρχονται εις το Ανάκτορον — Ο χορός των Μυστών απαγγέλλει τας κάτωθι στροφάς).
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Ευτυχισμένος είν' αυτός πούχει συλλογισμούς καλούς και τους μαθαίνει σε πολλούς. Και τούτος που εδείχθηκε με σύνεσι μεγάλη, στο σπίτι, στην πατρίδα του ξαναπηγαίνει πάλι, για το καλό των πολιτών, και καθενός του συγγενούς και φίλου του,- — αφού σοφός είν' ο δικός του νους. Και είν' ωραίο πράμα το να μη κάθεται κανείς με το Σωκράτη αντάμα να φλυαρή, αφίνοντας τη μουσική και κάθε μέρος υψηλό στην τέχνη την τραγωδική. Γιατί, όποιος γυρεύει μ' αεροκοπανίσματα και λόγια να χαζεύη και να σκοτώνη τον καιρό, δεν έχει το μυαλό γερό.
(Επανέρχεται ο Πλούτων και ο Διόνυσος)
ΠΛΟΥΤΩΝ Προχώρει με χαρά την πόλι μας να σώσης με γνώμες αγαθές, Αισχύλε, και να δώσης στους ανοήτους συμβουλή, — που τέτοιοι βρίσκονται πολλοί.
(Παραδίδει εις τον Αισχύλον τεμάχιον σχοινιού)
Στον Κλεοφώντα (220) να το δώσης τούτο·
(Του παραδίδει έτερα τεμάχια)
κι' αυτά 'ς όσους βυζαίνουνε τον πλούτο της πόλεως, (221) στο Μύρμηκ' από ένα, Νικόμαχο κι' Αρχέμονα· (222) 'ς εμένα πες τους να ρθούν χωρίς ν' αργοπορήσουν κι' αν ίσως δεν θελήσουν, εγώ, μα τον Απόλλωνα, ο ίδιος δεν θ' αργήσω να δέσω χέρια-πόδια τους, και να τους στιγματίσω, όπου καθένας γρήγορα ριχμένους κάτω θα τους δή εις τον Αδείμαντο (223) κοντά του Λευκολόφου το παιδί.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ (παραλαμβάνων τα σχοινιά) θα το κάμω. Δος το θρόνο εις το Σοφοκλή και μόνο· αυτός πρέπει να τον έχη και καλά να τον προσέχη, ως που πάλι καμμιά μέρα να ξανάρθω εδώ πέρα. Γιατί μοναχά εκείνο δεύτερο στην τέχνη κρίνω.
(δεικνύων τον Ευριπίδην)
Και θυμήσου το καλά, πως αυτός ο βωμολόχος, που 'πε ψέματα πολλά, εις το θρόνο μου δεν πρέπει το ποδάρι του να βάλη, ούτε κι' αν με βια τον πιάσουν για να τον καθίσουν άλλοι.
ΠΛΟΥΤΩΝ (προς τον Χορόν:) Σεις με λαμπάδες ιερές φωτίστε του ξεπροβοδάτε τον και τραγουδήστε του αυτά τα αρμονικά του τραγούδια, τα δικά του.
ΧΟΡΟΣ ΜΥΣΤΩΝ Δαίμονες! που είσθε κάτω από τη γη, δόστε καλό ταξείδι στον ποιητή, όπου στο φως θα βγη, και ξαναπάει στην πόλι του, να δίδη σκέψεις καλές και για να ευτυχήση συμβουλές. Κ' έτσι τέλος κάθε λύπη, κάθε στεναγμός μας θάχη, κάθε συμπλοκή με όπλα φοβερή, [και κάθε μάχη]. Και ο Κλεοφών κ' οι άλλοι, που της ίδιας γνώμης θάνε, στη δική τους τη πατρίδα ας τραβούν να πολεμάνε.
(Ο Διόνυσος και ο Αισχύλος προχωρούν προς την έξοδον.- — Ο Ξανθίας λαμβάνει επ' ώμου τα στρώματα και ακολουθεί μετά κόπου).
ΤΕΛΟΣ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Οι Βάτραχοι είναι φιλολογικού θέματος κωμωδία, όπου γελοιοποιούνται πολλοί των ποιητών και σατυρίζεται η κατάπτωσις της τέχνης. Ο Ευριπίδης και ο Αισχύλος εισάγονται εις την σκηνήν, ανακηρύσσεται δε ο δεύτερος ύπατος τραγικός. Υπαινιγμοί καταχρήσεων και διαφθορών δίδουν εις τους «Βατράχους» μέγα κοινωνικόν ενδιαφέρον.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
* * * * *
1) Ο Αρ. σατυρίζει δια τούτου τους κωμικούς ποιητάς, οι οποίοι επαρουσίαζον συνεχώς φορτωμένους υπηρέτας επί της σκηνής, και προκαλούντας με τας μεμψιμοιρίας των τον γέλωτα των θεατών.
2) Ποιητής ανουσίων και κακομέτρων ποιημάτων, κωμωδούμενος και ως ξένος· αναφέρονται και άλλοι τρεις Φρύνιχοι, εκτός αυτού.
3) Ωσαύτως ως τοιούτοι σατυρίζονται ο Λύκις και ο Αμειψίας. Ο τελευταίος ούτος όμως ενίκησε τον Αρ. εις δύο διαγωνισμούς, των Νεφελών και των Ορνίθων.
4) Παρωδεί τον τίτλον του Διός δια του «Σταμνίου», κατά τον τύπον του Ξενίου, Φιλίου (Διός) κλπ, διότι ο Διόνυσος είνε θεός του οίνου.
5) «Τούτον δ' οχώ» το «οχώ» επέχει διπλήν έννοιαν ενταύθα σημαίνον: κάμνω τούτον να ιππεύη, ταυτοχρόνως δε υποσημαίνον και το οχώ=οχεύω (συνουσιάζομαι), διά τούτο και απεδόθη εις την δημοτικήν διά της λέξεως «καβαλλικεύω» εις την διπλήν της ωσαύτως σημασίαν.
6) Μήνας τινάς προ της συγγραφής της κωμωδίας ταύτης είχε συγκροτηθή η εν Αργινούσαις ναυμαχία, κατά την οποίαν λαβόντες μέρος και οι δούλοι και επιδείξαντες παραδειγματικήν ανδρείαν, εκηρύχθησαν ελεύθεροι.
7) «Κροκωτός» φόρεμα του Διονύσου λεπτόν και κίτρινον εκ μετάξης, χρήσιμον εις τας γυναίκας ως ένδυμα πολυτελείας.
8) «Κόθορνος» υπόδημα αριστεροδέξιον (τσόκαρο), το οποίον έφερον οι υποκριταί εις το θέατρον.
9) 0 Κλεισθένης, ως και πολλαχού κωμωδείται, ήτο αισχρόβιος, σπανός και όμοιος με ευνούχον· επομένως η φράσις «επεβάτευον Κλεισθένει» επέχει διπλήν σημασίαν, ήτις απεδόθη ως ανωτέρω.
10) Δύο αναφέρονται Μόλωνες, είς λωποδύτης μεγαλόσωμος, και έτερος υποκριτής μικρόσωμος· οι αρχαίοι σχολιασταί διαφωνούσι περί του τίνα εννοεί εκ των δύο· προτιμητέος ο μεγαλόσωμος δια την κωμικήν αντίθεσιν.
11) Ιοφών, υιός του Σοφοκλέους διά τον οποίον υπήρχεν υποψία ότι ωκειοποιείτο τα δράματα του πατρός του, όστις και τον εισήγαγεν εις δράμα του ως φθονερόν. Προς το γήρας του Σοφοκλέους ο Ιοφών, ορεγόμενος την περιουσίαν του, κατηγόρησεν αυτόν ως παράφρονα· ο δε Σοφοκλής, διά να αποδείξη ότι δεν είχε χάση τας φρένας του, ηρκέσθη ν' αναγνώση εις τους Φράτορας τον Ύμνον εις τον Κολωνόν, εκείνοι δε θαυμάσαντες επετίμησαν τον αχάριστον υιόν. Τότε είπεν ο Σοφοκλής το παροιμιώδες: «ει μεν είμι Σοφοκλής, ου παραφρονώ· ει δε παραφρονώ, ουκ είμι Σοφοκλής!».
12) Τραγικός ποιητής, κωμωδούμενος διά θηλυπρέπειαν και διακωμωδήσας το διδασκαλείον του Σωκράτους.
13) Ποιητής άξεστος εν τη ποιήσει και συμβολικός.
14) Τραγικός ποιητής μοχθηρός και άσημος· διά να δείξη δε πλειοτέραν την ασημότητά του ο Αρ. παρεισάγει τον Ξανθίαν διακόπτοντα τον λόγον και ομιλούντα περί εαυτού!
15) «Άπαξ π ρ ο σ ο υ ρ ή σ α ν τ α τη Τραγωδία»: παίζει με την λέξιν λαμβάνων αυτήν υπό διπλήν σημασίαν: του ο υ ρ ί ζ ω (πλέω προς ούριον άνεμον) και του ο υ ρ ώ· η διπλή απόδοσις ήτο αδύνατος εις την δημοτικήν και επροτίμησα την δευτέραν έννοιαν, συνηγορούσης και της γραφής του κειμένου: — ρήσαντα: (με η).
16) Εκ της «Μελανίππης» του Ευριπίδου: όμνυμι δ' ιρόν αιθέρα, οίκησιν Διός.
17) Εκ της «Αλεξάνδρας» του αυτού· και χρόνου προύβαινε πους.
18) Εκ του Ιππολύτου του αυτού (612)· η γλώττ' ομώμοχ', η δε φρήν ανώμοτος.
19) « Από κάλω και θρανίου» εννοεί το σχοινίον της αγχόνης και το εδώλιον, επί του οποίου ανέρχεται ο κατάδικος, διά να φθάση μέχρις αυτού. Τον συμβουλεύει ν' απαγχονισθή, διά να κατέλθη εις τον Άδην ταχύτερον.
20) Λέγεται ότι ο διά του κωνείου επερχόμενος θάνατος χαρακτηρίζεται πρώτον διά της ψύξεως των κνημών, κατά την βεβαίωσιν του Σωκράτους.
21) Λέγεται ότι εγένοντο τρις του έτους αγώνες λαμπαδηδρομίας εις τον Κεραμεικόν, κατά τας εορτάς της Αθηνάς, του Ηφαίστου και του Προμηθέως· υπήρχε δε πύργος υψηλός εις τον Κεραμεικόν, επί του οποίου συμβουλεύει τον Διόνυσον ν' αναβή και να παρατηρή την λαμπάδα του, όταν δε οι λαμπαδηδρομείς εκκινήσουν, να ριφθή και αυτός κάτω.
22) «θρίω δύο»: θ ρ ί ο ν είνε το φύλλον της συκής, εντός του οποίου περιετύλισσον κρέας κρεουργημένον (κιμάν) στέαρ, ωά και σεμιγδάλι και παρεσκεύαζον φαγητόν όμοιον με τους παρ' ημίν «τολμάδες», διά τούτο και επροτίμησα την λέξιν.
23) Η Αχερουσία λίμνη, δια της οποίας ο Χάρων μεταφέρει επί ελαφρού ακατίου τας ψυχάς των νεκρών.
24) Ο Χάρων.
25) Το χωρίον τούτο παρέχει υποψίας ότι εκ των « Βατράχων » ενεπνεύσθη και ο Δάντης προς συγγραφήν της « Κολάσεως ».
26) Αδέξιος ποιητής τραγωδίας, ταυτοχρόνως δε και οφθαλμίατρος· δια τούτου υπονοεί ο Αρ. τας εναντίον των φαρμακέων γραφομένας κατηγορίας.
27) Κινησίας, πολλαχού αναφερόμενος εις τας κωμωδίας του Αρ. ως φλύαρος διθυραμβοποιός ιδέ « Όρνιθας » μετάφρασίν μου σελ. 111 κ. ε.) και ως διδάσκαλος του πολεμικού χορού της πυρρίχης.
28) Εννοεί τους μεμυημένους εις τα Ελευσίνια μυστήρια.
29) Τα μυστήρια μετεκομίζοντο εξ Αθηνών εις Ελευσίνα επί όνων.
30) Ειρωνεία, διά το αχρησιμοποίητον της τριχός του όνου, κατ' ακολουθίαν δε και δια την αχρηστίαν του Άδου εις τον πρακτικόν σκοπόν της ζωής.
31) Το ες κ ό ρ α κ α ς ισοδυναμεί, ως γνωστόν, με το σημερινόν «εις τον Διάβολον» εν τούτοις υπήρχει τόπος ούτω καλούμενος και εις τας Αθήνας εις τον οποίον έρριπτον ή εφόνευον τους εγκληματίας.
32) Ιδέ υποσημείωσιν 6)
33) Α υ ν α ί ο υ λίθος: εκ του αύνος = ξηρός· υπήρχεν και εις τας Αθήνας βράχος ούτω καλούμενος.
34) Νύσα: τόπος της Αραβίας, εις τον οποίον ο Διόνυσος εγεννήθη· κατ' άλλους ο Διόνυσος εκαλείτο Νύσιος από της εν Ινδίαις Νύσης, κατά την βεβαίωσιν του Φιλοστράτου εν β. Απολλωνίου Τυανέως.
35) Λίμναι: τόπος ιερός του Διονύσου και ναός εν Αττική.
36) Χύτροι: εορτή του Βάκχου (και του Ερμού) εν Αθήναις, αγομένη κατά την τρίτην ημέραν των Ανθεστηρίων εν μηνί Ανθεστηριώνι (Φεβρουάριος προς Μάρτιον), καθ' ην προσέφερον όσπρια εντός χυτρών. Ετελούντο δε και αγώνες καλούμενοι «χύτρινοι».
37) Έ μ π ο υ σ α: εμυθολογείτο ως δαίμων φασματώδης αποστελλόμενος υπό της Εκάτης προς εκφόβισιν των οδοιπορούντων την νύκτα· κατ' άλλους ήτο μονόπους, ή ενίπους, εξ ου το όνομα· κατ' άλλους δε εναλλάσσουσα μορφάς, ως και ανωτέρω σημειούται, ή ταυτόσημος της Εκάτης, ως εν τη απολεσθείση κωμωδία του ιδίου Αρ. «Ταγηνισταίς», αναφέρεται, κατά τον Σχολιαστήν. Απέδωκα ανωτέρω την λέξιν διά της συγχρόνου Μπόμπιρας, καθ' όσον είνε αυτή η ιδία η λέξις Έ μ π ο υ σ α, ανταποκρινομένη εις την γαλλικήν vαmpire και εις την ιταλικήν vαmpiro, εξ ης επανήλθεν εις την καθ' ημάς ομιλουμένην υπό την παραφθοράν β ό μ π ι ρ α ς- — -μ π ό μ π ι ρ α ς. Παρά τω Έλλην λαώ ο Μπόμπιρας είνε δαίμων (νάνος) ροφών το αίμα των βρεφών.
38) Ενταύθα διπλή υπόθεσις: ή ακολουθεί τον Διόνυσον ιερεύς, προς ον αποτείνεται ούτος, ή ότι ο Διόνυσος στρέφεται από της σκηνής προς τον εν τω ακροατηρίω ευρισκόμενον ιερέα του Διονύσου και αποτείνεται προς αυτόν διά την επίτασιν της κωμικότητος της σκηνής· η δευτέρα υπόθεσις είνε και η πιθανωτέρα, καθόσον η πρώτη εις ουδένα στηρίζεται προηγούμενον υπαινιγμόν εν τω κειμένω.
39) Παρωδεί ενταύθα ο Αρ. κακόζηλον στίχον του Ευριπίδου εν Ορέστη (269)
« εκ κυμάτων γαρ αύθις αυ γαλήν' ορώ»
τον οποίον και ο Πλάτων κατακρίνει· τον στίχον τούτον κατά την παράστασιν του Ορέστου εν Αθήναις ο υποκρινόμενος τον ήρωα τραγικός υποκριτής Ηγέλοχος τόσον κακώς απήγγειλεν, ώστε αντί της λέξεως γ α λ ή ν (α), την οποίαν ενόει ο ποιητής, ηκούσθη η λέξις γ α λ ή ν, αιτιατική της λ. γαλή.
40) Ανάγεται εις την προηγουμένην μου σημείωσιν 38), ότι ο Διόνυσος δεικνύει τον μεταξύ των θεατών Ιερέα του Διονύσου.
41) Πολλαί επεξηγήσεις υπάρχουν της φράσεως ταύτης παρά τοις Σχολιασταίς: τινές λέγουν ότι ο ιερεύς του Διονύσου ήτο πυρρός το χρώμα, συσχετίζοντες τούτο προς το του Ευπόλιδος, ονομάζοντος τον ιερέα του Διον. αιγόπυρρον· ο Αρίσταρχος εννοεί τον ίδιον Ξανθίαν, έχοντα το όνομα εκ του χρώματος της κόμης. Αναφέρεται δε και ετέρα επεξήγησις, ότι ο Ξανθίας, «εκκαλύψας το αιδοίον είπε τούτο, προς το επυρρίασε παίζων· πυρρόν γαρ ήν και το αιδοίον» (Σχολιαστής).
42) Παρωδεί και πάλιν στίχους του Ευριπίδου, ως αναφέρεται και εν τη σημειώσει μου 39)
43) Ίακχος: επώνυμον του Βάκχου, (ή άλλης υποχθονίας θετότητος), τον οποίον επεκαλούντο κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια.
44) Εννοεί τον χορόν των μεμυημένων εις τα Ελευσίνια Μυστήρια.
45) Ποιητής και φιλόσοφος Μήλιος άθεος, καταδικασθείς επί εξυβρίσει και ασεβεία προς τα Ελευσίνια Μυστήρια. Περί τούτου ιδέ και σημείωσιν εις την μετάφρασίν μου των «Ορνίθων» έκδοσιν Φέξη, 1910, σελ. 91.
46) Εννοεί την Περσεφόνην.
47) Ο Κρατίνος ήτο κωμικός ποιητής, σατυρίσας με πολλήν ελευθεροστομίαν και δριμύτητα τας αθηναϊκάς ασχημίας, σκωπτόμενος και από τον Αρ. ως μαλθακός και μέθυσος· διά τούτο δε ο ποιητής αποδίδει αυτώ και τον τίτλον του Ταυροφάγου, όστις είνε επίθετον του Βάκχου, ως θεού του οίνου ή διότι εθύετο εις αυτόν ταύρος, ή διότι οι νικηταί εις τα Διονύσια ελάμβανον ταύρον ως βραβείον.
48) Βωμολόχοι εκαλούντο οι περί τους βωμούς ιστάμενοι πειναλέοι, οι οποίοι διά διαφόρων αστειοτήτων και χυδαιοτήτων προεκάλουν την προσοχήν των θυτών, εκλιπαρούντες τεμάχια ή εντόσθια των σφαγίων· εκ τούτου και η λέξις βωμολοχία.
49) Στρατηγός κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού πολέμου, κατηγορούμενος επί προδοσία, της οποίας τας λεπτομερείας βλέπει ο αναγνώστης εν τω κειμένω.
50) Υπαινίσσεται ενταύθα ο Αρ. την πενιχρότητα των παραστάσεων των θεατρικών έργων κατά τα Διονύσια, ελλείψει πλουσίων χορηγών.
51) Εννοεί την κορασίδα, περί ης ανωτέρω.
52) Αθηναίος δημαγωγός, κωμωδούμενος και ως ξένος, όστις πολιτογραφηθείς, επί επτά ολόκληρα έτη δεν είχεν αποκτήση συγγενείς — (φράτορας)· ενταύθα παίζει ο Αρ. με την λέξιν φράτορες και φ ρ α σ τ ή ρ ε ς (=οι οδόντες του ποιδίου) λέγων: «ος επταετής ών ουκ έφυσε φ ρ α τ ο ρ α ς», όπως ημείς θα ελέγομεν εις άλλην συνεκδοχήν τραπεζίτας.
53) Εννοεί τους Αθηναίους.
54) Σατυρίζει τούτον ο Αρ. κατά κόρον ως φαυλόβιον εις τας πλείστας των κωμωδιών του.
55) Σ ε β ί ν ο ς: όνομα πλαστόν εκ του σ έ και β ι ν ώ, (=συνουσιάζομαι)· ομοίαν έπλασε κατωτέρω και την λέξιν ι π π ο β ί ν ο ς, εκ του β ι ν ώ — ί π π ο ν, ή ως ίππος, ην απέδωκα δια της ανωτέρω εν τω κειμένω λέξεως.
56) Παροιμία επί των επαναλαμβανόντων τα αυτά πράγματα, προελθούσα εκ του μύθου, ότι ο Κόρινθος, υιός του Διός έκτισε την ομώνυμον πόλιν, αποθανόντα δε οι Κορίνθιοι τον ετίμησαν ως θεόν· οι δε Κερκυραίοι, άποικοι των Κορινθίων όντες και αποστατήσαντες, εδέχοντο καθ' εκάστην προτροπάς παρά των Κορινθίων ν' αφοσιωθώσιν εις την μητρόπολιν διά πρέσβεων, οίτινες επανελάμβανον συνεχώς «μέμνησθε του Διός Κορίνθου» μέχρις ότου οι Κερκυραίοι, απήλασαν τους κήρυκας δια ραβδισμών λέγοντες: «παίε, παίε του Διός Κόρινθον»!
57) Επειδή αι συνθήκαι της από σκηνής σημερινού θεάτρου παραστάσεως απαιτούν δράσιν, το Δεύτερον τούτο μέρος δύναται να συγχωνευθή με το επόμενον, αφού περικοπούν τα χορικά τα αναγόμενα εις πρόσωπα ωρισμένα, τοποθετηθή δε εξ αρχής το Ανάκτορον του Πλούτωνος επί της σκηνής και έναντι το μικρόν ξενοδοχείον της Πανδοκευτρίας.
58) Αιακός: υιός του Διός και της Αιγίνης, από της όποιας έλαβε το όνομα και η ομώνυμος νήσος. Εβασίλευσε με τόσην δικαιοσύνην, ώστε μετά θάνατον εμυθολογήθη ως αποτελέσας μέρος του τριπλού δικαστηρίου του Άδου, του οποίου εκράτει και τας κλείδας.
59) Ποταμός του Άδου.
60) Πηγή της Αρκαδίας, της οποίας τα ύδωρ, ως εκ της ψυχρότητάς του, εθεωρείτο θανατηφόρον. Εις την πηγήν ταύτην ώμνυον τον φρικτότερον όρκον.
61) Θηρίον του Άδου, το οποίον εφαντάσθη πρώτος ο Ευριπίδης εις τον «Θησέα».
62) Ταρτησία Μύραινα: Φοβερά δαίμων. Την ωνόμασε Ταρτησίαν κατά κωμικήν συνεκδοχήν, καθόσον αι Ταρτήσιαι γαλαί εθεωρούντο ως αι μεγαλοσωμότεραι του καιρού εκείνου. Η Τάρτησος ήτο πόλις της Ιβηρίας παρά την Άορνον λίμνην, η δε Μ ύ ρ α ι ν α είνε είδος θαλασσίου ιχθύος, κοινώς παρ' ημίν σμύρνα.
63) Διπλή απόδοσις: Ή από ομωνύμου δήμου της Αττικής πενομένου και κακού, ανήκοντος εις την Αγηίδα φυλήν, ή από του Τιθρασίου, τόπου της Λιβύης, ένθα μυθολογείται ότι διητώντο αι Γοργόνες.
64) Εννοεί βεβαίως τον εν τω εγγύς ανακτόρω Πλούτωνα
65) Εννοεί τον εαυτόν του φέροντα την περιβολήν του Ηρακλέους.
66) «Ο εκ Μελίτης μαστιγίας»: Αντί του «ο εκ Μελίτης Ηρακλής», τούτο διότι εις την Μελίτην, δήμον της Αττικής, ο Ηρακλής εμυήθη εις τα Μικρά Μυστήρια, υπήρχε δε εκεί και ιερόν του Αλεξικάκου Ηρακλέους· ο δήμος εκείνος είχε λάβει τόνομα από της Νύμφης Μελίτης, ερωμένης του Ηρακλέους. Κατ' άλλους χλευάζει τον Καλλίαν Ιππονίκου, κατοικούντα εις Μελίτην, περί του οποίου ιδέ εκτενέστερον εις μετάφρασίν μου «Ορνίθων». Εκδ. Φέξη 1910, σελ. 29, σημ. 2.
67) Κατ' άλλους εξέρχεται θεράπων, αλλά προτιμοτέρα διά το θέατρον είνε η Θεράπαινα.
68) Περσεφόνη, σύζυγος του Πλούτωνος.
69) «Κολλάβους»: αρτίσκους τετραγώνους, ομοιάζοντας κατά πολύ με τους κολλάβους ή κ ό λ λ α π α ς (κλειδιά, ντουζένια) της κιθάρας ή της λύρας και του βιολιού. Τοιουτοτρόπως ελέγχεται, ότι η παρ' ημίν εν χρήσει λέξις καβαλλέτο της κιθάρας ή του βιολίου, είνε μόνον ξενόμορφος, αλλ' ουχί και ξένη, είνε δε αύτη η αρχαία λέξις κόλλαβος κατά μετάθεσιν και μετατροπήν γραμμάτων: κ ό β α λ λ ο ς — κ α β α λ λ ο ς», αφού άλλως τε και ο Σχολιαστής το παρ' ημίν καβαλλέτο ονομάζει καβάλλιον. (Scholia Graeca in Aristophanem, Parissis, Edit. Firmin Didot, σελ. 291 εις στίχον 507).
70) « Ηβυλλιώσαι κάρτι περιτετιλμέναι»: Η β υ λ λ ι ώ σ α ι=«Ηβώσαι και αισχρώς πίλλουσαι το αιδοίον, ή αντί του ακμάζουσαι την ηλικίαν» (Σχολιαστής)· άρτι π ε ρ ι τ ε τ ι λ μ έ ν α ι: με προσφάτως μαδημένον από τας τρίχας του αιδοίον· τούτο ήτο σύνηθες εις τας μελλονύμφους, όπως σήμερον εις τας οθωμανίδας.
71) Ο Θηραμένης ήτο εις των 30 τυράννων, επικαλούμενος διά την επιπολαιότητα και το ευμετάβολον του χαρακτήρος του και «Κόθορνος» (υπόδημα αριστεροδέξιον των ηθοποιών, τσόκαρο). Κατεδικάσθη υπό των ιδίων συναρχόντων του εις το κώνειον, κατηγορηθείς υπό του Κριτίου επί προδοσία.
72) «Τουρεβίνθου»: Αλληγορική έκφρασις διά το ανδρικόν αιδοίον, προελθούσα εκ της συνηθείας των υπηρετών, κατά τα γεύματα των δεσποτών των, να μασσούν στραγάλια προς διασκέδασιν της πείνης των.
73) Εκ του π λ ά θ ω.
74) Επειδή ο Διόνυσος ελατρεύετο και ως θεός του θεάτρου, εμφανίζεται με περιβολήν Ηρακλέους, αλλά φέρει και τους κοθόρνους του ηθοποιού.
75) Εννοεί τον Κλέωνα τον δημαγωγόν, αποθαμμένον τότε.
76) Υπέρβολος ο δημαγωγός, φονευθείς εις τον πόλεμον κατά των Σαμίων.
77) Εννοεί τον Ηρακλέα.
78) Υπαινίσσεται την απαγωγήν του Κερβέρου από τον Άδην υπό του Ηρακλέους.
79) Ονόματα συνήθη δούλων.
80) Διά των φύλλων του πράσου, ως ελαφροτέρων, έδερον τους παίδας συνήθως και τους ελευθέρους πολίτας.
81) Εικάζεται ότι αι καταθέσεις των δούλων, διά λόγους δυσπιστίας προς την φιλαλήθειάν των, ελαμβάνοντο διά βασάνων.
82) Διόμειοι αγώνες, τελούμενοι εις τον Διόμειον, δήμον της Αττικής (Αιγηίδος φυλής), λαβόντα το όνομα από του Διόμου, ερωμένου του Ηρακλέους. Εκεί ευρίσκετο και ναός του Ηρακλέους, Ηράκλειον καλούμενος· πιθανόν να ήτο το αυτό με το σημερινόν, χωρίον Ηράκλειον.
83) Ποιητής ιαμβικών στίχων και σατυρικός· έζησεν εν Κλαζομεναίς κατά τους χρόνους του Κύρου, καλούμενος Ιππώναξ ο Κλαζομένιος· κυρίως ήτο Εφέσιος την καταγωγήν.
84) Χωρίον από τον «Λαοκόοντα» του Σοφοκλέους: Ω Πόσειδον, ός Αιγαίου μέδεις πρώνας, ή γλαύκας μέδεις ευανέμου λίμνας, εφ' υψηλαίς σπιλάδεσι στομάτων..
Εις το κείμενον (στ. 664-5) ευρίσκεται μόνον η φράσις «Ω Πόσειδον... ός Αιγαίου πρώνας ή γλαυκάς μέδεις αλός εν βένθεσιν».
85) Κλεοφών: δημαγωγός και στρατηγός των Αθηναίων, κωμωδούμενος ως βάρβαρος, καθό Θραξ εκ μητρός, και απότομος τους τρόπους και φλύαρος, διό και παραβάλλεται προς την χελιδόνα. Είνε γνωστός υπό το επώνυμον Κλεοφών ο λυροποιός, έγραψε δε ο Πλάτων ομώνυμον διάλογον, εις τον οποίον εισάγεται η μήτηρ του βαρβαρίζουσα.
86) Σατυρίζει τον ανωτέρω ως ψάλλοντα φλυάρως μεν, αλλά και κλαυθμηρώς. — όπως η αηδών η θρηνούσα τον υιόν της Ίτυν (ιδέ μετάφρασίν μου «Ορνίθων», εκδ. Φέξη 1910, σελ. 23) — καθό συναισθανόμενον τας υπ' αυτού διαπραχθείσας αδικίας.
87) Η φράσις αύτη, λεγομένη καθ' υπερβολήν, προδίδει την κατά του Κλεοφώντος αγανάκτησιν εν Αθήναις, καθόσον εν ισοψηφία ο κατηγορούμενος απελύετο. Εν τούτοις ο Κλεοφών κατεδικάσθη και εισήχθη εις ειρκτήν, εντός της οποίας εφονεύθη κατά τινα στάσιν.
88) Ο ποιητής Φρύνιχος εις την τραγωδίαν του «Ανταίος» εισήγαγε κατά κόρον την πάλην και την κίνησιν μεταξύ των χορών, και τούτον σατυρίζει ο Αρ. (ιδέ και 2)). Κατ' άλλους εννοεί τον ομώνυμον στρατηγόν, υπό τον οποίον ηττήθησαν οι Αθηναίοι. Επροτίμησα διά την μετάφρασιν την πρώτην απόδοσιν.
89) Ιδέ σημ. 6). Οι ούτως απελευθερωθέντες δούλοι ενεγράφησαν δημόται Πλαταιών.
90) Εννοεί τους τέσσαρας στρατηγούς εκ των σωθέντων κατά την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν, καταδικασθέντας ως μη θάψαντας τους νεκρούς και φυγοδικούντας.
91) Ο Κλειγένης ήτο πλούσιος εκ των μετοίκων, ασχολούμενος εις την πολιτικήν και κωμωδούμενος ως συκοφάντης και καταμηνυτής. Διά τούτο και τον παραβάλλει προς τους βαλανείς τους μεταχειριζομένους διάφορα μίγματα εις το λουτρόν.
92) Π υ ρ ρ ί α ς: όνομα δούλου από του πυρράς την κόμην, όπως και Ξ αν θ ί α ς από του ξανθός.
93) «Οίσιν η πόλις προ του ουδέ φαρμακοίσιν εική ραδίως εχρήτατ' άν»· φ α ρ μ α κ ο ί σ ι ν: εννοεί τα λεγόμενα κ α θ ά ρ μ α τ α, ήτοι τους ασθενικούς και νοσηρούς εν γένει, τους οποίους εφόνευον, οσάκις ηπειλείτο η πόλις υπό λιμού· διά την απόδοσιν ταύτην εθεώρησα καταλληλοτέραν την φ ό - λ α, την οποίαν ημείς μεταχειριζόμεθα διά τους κύνας, και συνεκδοχικώς διά πάντα στερούμενον αξίας.
94) Ως εξηγείται και διά των εν ταις ακύλαις παρεντεθειμένων, η επιτήρησις των Μυστηρίων εθεωρείτο μεγάλη τιμή και ιερά υπηρεσία.
95) Ούτως απεδόθη η λέξις «ομόγνιε»: θαυμάζει την ομοιότητα των πραγμάτων, δηλαδή τα όμοια ελαττώματα των υπηρετών, αντί να είπη «ω της ομοιότητος!»
96) Μεταφέρει το εν Αθήναις έθιμον και εις τον Άδην. Το Πρυτανείον ήτο, ως γνωστόν, δημόσιον κτίριον, ένθα συνεδρίαζον οι Πρυτάνεις, διετήρουν τα αγήματα, εφιλοξενούντο οι επίσημοι ξένοι και έτρωγον οι πολίται εις δημοσίαν σίτισιν, εις νεωτέρους δε χρόνους μόνον οι ανεγνωρισμένοι σοφοί.
97) Πατραλοίας.
98) Κατ' άλλους υιός του Σοφοκλέους, κατά δε τον Απολλώνιον υποκριτής των σοφοκλείων τραγωδιών, κωμωδούμενος ως ξένος.
99) Εννοεί την μεγαλοπρέπειαν του ποιητικού ύφους του Αισχύλου.
100) Ο Διόνυσος ήτο θεός και προστάτης της τέχνης, ανεφέρθη ως και αλλαχού.
101) Αδύνατος δι' εμέ τουλάχιστον η ακριβεστέρα απόδοσις εις στίχους ομοιοκαταλήκτους του χορικού τούτου, έχοντος επί λέξει εν τω κειμένω ως εξής: «...τότε δη μανίας υπό δεινής όμματα στροβήσεται. έσται δ' ιππολόφων τε λόγων κορυθαίολα νείκη, σκινδαλάμων τε παραξόνια, σμιλεύματα τ' έργων, φωτός αμυνομένου φρενοτέκτονος ανδρός ρήμαθ' ιπποβάμονα. φρίξας δ' αυτοκόμου λοφιάς λασιαύχενα χαίταν, δεινόν επισκύνιον ξυνάγων βρυχώμενος ήσει ρήματα γομφοπαγή, πινακηδόν αποσπών γηγενεί φυσήματι.
102) Κομποφακελλορρήμων.
103) «Ω παί της αρουραίας θεού»: παρωδεί τον στίχον του Ευριπίδου «ω παί της θαλασσίας θεού», ενώ ταυτοχρόνως υπαινίσσεται και την μητέρα του Ευριπίδου Κλειτώ, η οποία ήτο λαχανοπώλις.
104) Κατά το δυνατόν απόδοσις της λέξεως: «ω στωμυλιοσυλλεκτάδη», συντεθείσης κατά το ύφος του Αισχύλου.
105) «Πτωχοποιέ»: Κατά τον σχολιαστήν εννοεί τον βασιλέα των Μυσών Τήλεφον, τον οποίον ο Ευριπίδης εις το ομώνυμον δράμα επαρουσίασε πτωχόν (ιδέ και Νεφέλας στ. 922).
106) «Ρακιοσυρραπτάδη».
107) Εννοεί τον Βελλεροφόντην, Τήλεφον και Φιλοκτήτην.
108) Εις τον Τυφώνα, κατά την λήξιν της καταιγίδος, εθυσίαζον οι αρχαίοι μαύρην προβατίναν.
109) Εις τους «Κρήτας», έργον απολεσθέν του Ευριπίδου, εισάγεται ο Ίκαρος μονολογών διά μακρών.
110) Εννοεί την Αερόπην εις την αυτήν τραγωδίαν, πορνευομένην μετά του Θυέστου, ή την μίξιν της Πασιφάης προς τον Ταύρον. Υπαινίσσεται ακόμη την άνομον μίξιν των αδελφών Κανάχης και Μακαρέως εις το δράμα <Αίολος» και τον έρωτα της Φαίδρας προς τον Ιππόλυτον.
111) «Κεφάλαιον»: αδρόν λόγον ως κεφαλήν ραφανίδος (Νεφέλαι 981).
112) Δράματα απολεσθέντα του Ευριπίδου.
113) «Ανδρών γνωμοτύπων».
114) «Στρεβλά παλαίσματα».
115) «Παραπρίσματα επών».
116) Ο Αισχύλος επικαλείται την Δήμητρα, διότι κατήγετο εξ Ελευσίνος.
117) Σατυρίζει τον Ευριπίδην ως αναφέροντα συχνά τον Αιθέρα εις τους στίχους του.
118) «Μυκτήρες οσφραντήριοι» — ως συντελούντων των μυκτήρων εις την φωνήν (Σχολιαστής).
119) «Αλινδήθρας επών»: Κυρίως α λ ι ν δ ή θ ρ α είναι ο τόπος που κυλίονται οι αθληταί εις την άμμον, κυλίστρα, μεταφορικώς δε συναγωγή άταχτος λόγων με δίχως (ή με στρυφνήν) σημασίαν. Ως εκ τούτου εθεώρησα την λέξιν αποδοτέαν διά της ανωτέρω εν χρήσει παρ' ημίν.
120) Ο Φρύνιχος υπήρξε προ του Αισχύλου· τούτον επαινεί ο Αρ. και εις τους «Όρνιθας» (ιδέ μετάφρασίν μου. Έκδ. Φέξη, 1910 σελ. 64).
121) Εις το δράμα του Αισχύλου «Φρύγες» ο Αχιλλεύς φέρεται καθήμενος εις την σκηνήν και σιγών. Επίσης και η Νιόβη ως απολιθωθείσα.
122) «Τι σκορδινά;»
123) Εννοεί γενικώς την κατάχρησιν των ποταμών, παρ' Αισχύλω.
124) «Ρήματα ιππόκρημνα»: παρακινδυνευμένα.
125) Ιππαλεκτρυών.
126) Άσχημος τις και αηδής κίναιδος.
127) Δούλος του Ευριπίδου βοηθών αυτόν εις τας τραγικάς παραστάσεις· κατ' άλλους διερμηνεύς των έργων του· κατ' άλλους δε και εραστής της γυναικός του (ιδέ και Θωμάν Μάγιστρον εν βίω Ευριπίδου).
128) Εννοεί την εκ μέρους όλων των προσώπων του δράματος ιδεολογίαν ως εξηγείται περίπου και εν τω κειμένω διά της εντός των αγκυλών προσθέτου επεξηγήσεως.
129) « Εκομπολάκουν».
130) Δύο Κύκνοι υπήρξαν: ο εις υιός του Άρεως, φονευθείς υπό του Ηρακλέους, ο έτερος δε του Ποσειδώνος, φονευθείς υπό του Αχιλλέως. Διά δε του Μέμνονος, ή εννοεί ομώνυμον τραγωδίαν του Αισχύλου, άγνωστον εν τω καταλόγω των έργων του, ή τον ομώνυμον Αιγύπτιον σύμμαχον των Τρώων, του οποίου ο ίππος είχε κώδωνας και στολισμούς. Ως εικάζεται εκ των κατωτέρω, εννοεί μάλλον τον δεύτερον.
131) «Κωδωνοφαλαροπώλους».
132) Το στερεότυπον κείμενον έχει Μανής· προτιμοτέρα όμως η γραφή Μ ά γ - ν η ς, απαντώσα εις τον Σχολιαστήν, προτιμηθείσα δε και από τον σοφόν Νεόφ. Δούκαν.
133) Ο Φορμήσιος και ο Μεγαίνετος ήσαν δύο ονομαστοί παλληκαράδες εν Αθήναις, των οποίων ο πρώτος ήτο δασύτριχος, ώστε τον ωνόμαζον μαθητήν του Αισχύλου.
134) «Σαλπιγγολογχοπηνάδαι».
135) «Σαρκασμοπιτυοκάμπται». Πιτυοκάμπτης είνε ο μυθολογικός ληστής, εν ισθμώ της Κορίνθου, ενταύθα δε παρωδεί τον Αισχύλον εις την σύνθεσιν λέξεων πομπωδών.
136) Ο Κλειτοφών εκωμωδείτο ως αργός.
137) Περί Θηραμένους ιδέ πλειότερα εις σημείωση 71.
138) «Ου Κείος, αλλά Χίος»: «παρόσον ποικίλος τις ων και αχίστροφος, καθωμίλει τους καιρούς προς το κρείττον μέρος αεί διδούς εαυτόν· Κώος δε ελέγετο είναι». (Δίδυμος εν Σχολιαστή)· ως εκ τούτου απέδωκα την φράσιν διά της ανωτέρω ερμηνείας, επεχούσης και θέσιν παροιμίας ως πλειότερον εκδηλωτικής του αγχιστρόφου του χαρακτήρος του Θηραμένους.
139) «Τάδε μεν λεύσσεις, φαίδιμ' Αχιλλεύ!» Ο στίχος ούτος είνε και ο πρώτος εκ της αρχής των «Μυρμιδόνων» τραγωδίας του Αισχύλου.
140) «Εκτός οίσει των ελαών: Ο σχολιαστής εικάζει ότι εις το άκρον των ιπποδρόμων ήσαν ελαιόδενδρα, τα οποία εσημείουν τα όρια του σταδίου· εκ τούτου απέδωκα την φράσιν ταύτην διά της «υπερπηδάς τα όρια».
141) «Τραγικόν λήρον»: παρ' υπόνοια λέγει ο Σχολιαστής, έθεσε την λέξιν λ ή ρ ον αντί του τ έ χ ν η ν, και τούτο διότι κωμικοί και τραγικοί ποιηταί εσατύριζον αλλήλους.
142) Αι λέξεις «κοβάλους» και «πανούργους» του κειμένου συμπίπτουν εις την έννοιαν του πονηρός.
143) «Θυμούς επταβοείους» κατά παραβολήν προς την ασπίδα την επταβόειον, ήτοι την αποτελουμένην από επταπλούν δέρμα βοός.
144) «Κρανοποιών»: — υποθέτω ότι διαλανθάνει λογοπαίγνιον ενταύθα μεταξύ του π ο ι ώ ν σ τ ί χ ο υ ς και π ο ι ώ ν κ ρ ά ν η, ως μεταχειριζομένου του Αισχύλου κράνη εν τη ποιήσει, όπερ απεδόθη ως ανωτέρω.
145) Ο Μουσαίος αναφέρεται ως ποιητής των μυθικών χρόνων, υιός της Σελήνης και του Ευμόλπου, κατ' άλλους δε Θραξ και μαθητής του Ορφέως, πρώτος εισαγαγών εις την Ελλάδα την τελετήν των Ελευσινίων, και γράψας ύμνους θρησκευτικούς. Ο δε ομώνυμος ποιητής του ειδυλλίου «Ηρώ και Λέανδρος» φέρεται νεώτερος.
146) Αθηναίος αμαθής εις τον οπλισμόν.
147) Γενναίος στρατηγός των Αθηναίων, ακμάσας εις τους χρόνους του Αισχύλου και του Αριστοφάνους.
148) Εννοεί τους γνωστούς ομηρικούς ήρωας.
149) Σθενέβοια, σύζυγος του Προίτου, η παρ' Ομήρω Άντεια, ερασθείσα του προγονού αυτής Βελλεροφόντου, απήτησε παρ' αυτού να καταστή ερωμένη του· εν αρνήσει δε του Βελλερ. τον κατήγγειλεν αυτόν ψευδώς εις τον Προίτον, ότι ηθέλησε να την βιάση και αποκαλυφθείσης της συκοφαντίας, εδηλητηριάσθη, λαβούσα κώνειον.
150) Κατηγορεί τον Ευριπίδην ως φιλήδονον, υπαινίσσεται δε ταυτοχρόνως και τους έρωτας της συζύγου του με τον δούλον της, ως εσημείωσα και εν 127).
151) Εννοεί τον Τήλεφον κλπ., ως εν 105)
152) Η χρήσις των ιχθύων εθεωρείτο μάλλον ως πολυτέλεια.
153) Μ α ζ αν: είδος στρατιωτικού άρτου, κατεσκευασμένου εξ αλεύρου, ελαίου και οίνου (ιδέ και Θουκυδίδην III. 49 και Ησύχιον εν λ.).
154) Ρ υ π π α π α ί: παράγγελμα ναυτικόν διά την παρασκευήν προς κωπηλασίαν.
155) Οι κωπηλάται εις τας τριήρεις εκάθηντο εις τρεις σειράς καθ' ύψος: οι κατωτέρω ελέγοντο θ α λ α μ α κ ε ς ή θ α λ α μ ί τ α ι, οι μέσοι ελέγοντο ζ υ γ ί τ α ι και οι ανωτέρω θ ρ α ν ί τ α ι.
156) Εννοεί το δράμα του Ευριπίδου «Αυγή», του οποίου η ηρωίς γεννά εντός του ιερού.
157) Εις το δράμα «Αίολος» φέρει τας θυγατέρας του Αιόλου εις ερωτικάς σχέσεις με τους αδελφούς των.
158) Σατυρίζει στίχους εκ του «Φρίξου» του Ευρ. έχοντας ούτω:
τίς δ' οίδεν, εί το ζην μεν έστι κατθανείν το κατθανείν δε ζην ;
159) Κατά την εορτήν των Προμηθειών, των Ηφαιστείων και των Παναθηναίων ετελούντο αγώνες, κατά τους οποίους οι γυμναζόμενοι ελαμπαδηφόρουν. (Ιδέ και σημ. 21).
160) Κατά τον Ευφρόνιον οι υστερούντες εις τους αγώνας του Κεραμεικού, εδέροντο εις τα νώτα από τους νέους, ελέγοντο δε οι δαρμοί ούτοι «κεραμεικαί πληγαί».
161) Κατ' άλλους τετραλογία ήτο η Ορέστεια: Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες, Πρωτεύς (σατυρικόν)· ο Αρίσταρχος όμως και ο Απολλώνιος αφαιρούσι τον Πρωτέα και αφίνουν την Ορέστειαν τριλογίαν, όπως και ημείς εδέχθημεν αυτήν.
162) Οι τρεις πρώτοι στίχοι των «Χοηφόρων»: «Υποχθόνιε Ερμή! ο οποίος εποπτεύεις το μέρος όπου ευρίσκεται τώρα ο πατήρ μου, σε ικετεύω να γίνης σωτήρ και σύμμαχός μου. Έρχομαι και καταφεύγω εις αυτόν τον τόπον...» Επροτίμησα ν' αφήσω αυτούσια τα αρχαία κείμενα εντός της μεταφράσεως, διά να εννοηθή ο έλεγχος και η υπόδειξις των κατ' Ευριπίδην σφαλμάτων.
163) Εννοεί την Κλυταιμνήστραν δολοφονούσαν εν τη κλίνη τον Αγαμέμνονα χάριν του εραστού της Αιγίσθου.
164) Μία εκ των πολλών ιδιοτήτων του Ερμού, εφ' ας ελατρεύετο ήτο και η του Ε ρ ι ο υ ν ί ο υ (αγαθού, χρησίμου).
165) Το κείμενον έχει: «ΕΥΡ. Εί γαρ πατρώον το χθόνιον έχει γέρας, ΔΙΟΝ. ούτως αν είη προς πατρός τυμβωρύχος». Το χωρίον είνε πολύ ασαφές· ο Σχολιαστής το αποδίδει εις τους λωποδυτούντας τα υπό την γην, (ήτοι τους τάφους) ο δε Νεοφ. Δούκας παραιτείται πάσης ερμηνείας διά την ασάφειαν. Το κατ' εμέ επροτίμησα την ανωτέρω απόδοσιν ως σατυρικωτέραν, ήτοι: αφού ο Ερμής δεν είνε μόνον χθόνιος, αλλά και εξέρχεται, τούτο θα πράξη και ο πατήρ του, επομένως ο υιός, ο τοποθετών αυτόν μετά του Ερμού, καθίσταται τυμβωρύχος (εί γαρ έχει πατρώον το χθόνιον γέρας).
166) Ανθοσμίαν: ο οίνος ούτος, εθεωρείτο ελαφρότερος και λεπτότερος των άλλων.
167) «Χρήσον συ μάκτραν, ει δε βούλει κάρδοπον: κ ά ρ δ ο π ον και μ ά κ τ ρ α λέξεις ταυτόσημοι: η σκάφη του ζυμώματος. Η έκφρασις έρχεται ως παροιμία, την οποίαν ηναγκάσθην ν' αποδώσω δι' αυτοτελούς διστίχου, προσομοιάζοντος προς παροιμίαν, θυσιάσας την κατά λέξιν απόδοσιν του κειμένου, αδύνατον ούσαν να περιληφθή, υπ' εμού τουλάχιστον, εις δίστιχον.
168) Συνέχεια της προηγουμένης περικοπής: «Και από την άκρη του τάφου αυτού φωνάζω τον πατέρα μου ν' α κ ρ ο α σ θ ή και ν' α κ ο ύ σ η...»
169) Η αρχή της «Αντιγόνης» του Ευριπίδου: «Ήτο ευτυχής ανήρ κατ' αρχάς ο Οιδίπους..».
170) Εννοεί την γνωστήν ιστορίαν του Οιδίποδος, διά τον οποίον υπήρχε πρόρρησις ότι θα εφόνευε τον πατέρα του Λάιον κλπ.
171) Στίχοι εκ του δράματος «Αρχέλαος» του Ευριπίδου, αμφισβητούμενοι υπό του Αριστάρχου.
172) «Ληκύθιον απώλεσεν»: Η φράσις αύτη είνε εντελώς σκοτεινή, και αυτός δε ο σχολιαστής την παρατρέχει. Λ η κ ύ θ ι ο ν εσήμαινε μικρόν δοχείον ιδίως ελαίου, συνεκδοχικώς δε και τον λύχνον. Φαίνεται, όπως εικάζει, και ο Blondel (Γάλλος κριτικός και ποιητής του 12ου αιώνος) ότι η φράσις αύτη θα ήτο επωδός αρχαίου τινός άσματος με συμβολικήν σημασίαν απορρεύσασαν τίς οίδεν εκ τίνος γεγονότος. Η πιθανωτέρα αντιστοιχία της είνε: «έχασε τον κόπον του».
173) Αρχή του δράματος του Ευριπίδου «Υψιπύλη».
174) Αρχή εκ της «Σθενεβοίας» ή «Βελλεροφόντου».
175) Αρχή από τον «Φρίξον» του Ευριπίδου.
176) Εκ της «Ιφιγενείας εν Ταύροις» του Ευριπίδου: «Πέλοψ υιός του Ταντάλου, φθάσας εις την Πίσαν με τους ταχείς ίππους του.»...
177) Εκ του «Μελεάγρου».
178) «Δρέψας ο Οινεύς μίαν φοράν πλουσίαν εσοδείαν και προσενεγκών τας απαρχάς [εις τους θεούς]..·
179) Αρχή εκ της [σοφής] «Μελανίππης: «Ο Ζευς, κατά τα αληθώς λεγόμενα..».
180) Εκ των «Μυρμιδόνων» του Αισχύλου.
181) Εκ των «Ψυχαγωγών» του αυτού.
182) Εκ του «Τηλέφου» του αυτού.
183) Εκ των «Ιερειών» του αυτού.
184) «Στάσιν μελών»! άσμα εκ του χορού ψαλλόμενον υπό των χορευτών ισταμένων· αποκαλείται παρά τοις νεωτέροις στάσιμον μέλος, αντιστοιχούν περίπου προς το στάσιμον της καθ' ημάς Εκκλησίας.
185) Αι περικοπαί αύται εκ των δραμάτων του Αισχύλου είνε ανάμικτοι και συντεθειμέναι κατά τρόπον ασυνάρτητον και ανανταπόδοτον. Ούτω το όπως Αχαιών δίθρονον κράτος, Ελλάδος ήβας» (έλαβεν εκ του «Αγαμέμονος») — «Σφίγγα δε δυσαμεριάν πρύτανιν κύνα πέμπει» (εκ της «Σφιγγός») — -«συν δορί και χερί πράκτορι θούριος όρνις», «κυρείν παρασχών ιταμαίς κυσίν αεροφοίτοις» (εξ «Αγαμέμνονος») — «το συγκλινές επ' Αίαντι» (κατ' Απολλώνιον εκ των «Θρησσών», αλλ' αμφισβητείται υπ' άλλων). Το δε παρεντιθέμενον μεταξύ των στίχων «τοφλαττόθρατ» αποτελεί χλεύην προς την κατάχρησιν του Αισχύλου εις την σύνθεσιν πομπωδών και παρηχητικών λέξεων. Την περικοπήν ταύτην και τας εξής, ως μακροτέρας των προηγουμένων και στηριζομένων επί της εννοίας, προσεπάθησα ν' αποδώσω εις στίχους εν τω ιδίω κειμένω, όπως εννοηθή κάλλιον το κωμικόν της ασυναρτησίας κατά την από σκηνής διδασκαλίαν της παραφράσεως.
186) Το «εκ Μ α ρ α θ ώ ν ο ς» προέρχεται εκ λογοπαιγνίου, καθόσον εις τους λειμώνας του Μαραθώνος εφύετο ο φ λ έ ω (φλόμος), παίζει δε ούτω προς την συλλαβήν φ λ ά τ του «τοφλαττόθρατ».
187) Το ανωτέρω δίστιχον είνε αναγκαστική εξήγησις της λέξεως « ι μ ο ν ι ο σ τ ρ ό φ ο υ» (=σχοινιοστρόφου, ιμονιά=το σχοινί του πηγαδιού), καθόσον οι αντλούντες ύδωρ από τα φρέατα έψαλλον άσμα «ιμαίον» καλούμενον.
188) Ο Φρύνιχος εθεωρείτο ο αρμονικότερος των αρχαίων ποιητών, υπήρξε δε προγενέστερος του Αισχύλου, ως πολλαχού αναφέρεται παρ' Αρ. Ιδέ και 2), 88).
189) Μέλητος ήτο ψυχρός τραγικός ποιητής εν' Αθήναις, είνε δε αυτός ο μετά του Ανύτου κατηγορήσας τον Σωκράτην.
190) «Λεσβιασμός»: παρά φύσιν πρόκλησις ηδονής διά της γλώσσης εν Λέσβω μεταξύ ανδρών και γυναικών ή και γυναικών μόνον· ομοίως και «φοινικισμός», ελέγετο η πράξις αύτη, εκτελουμένη υπό πολύ χειροτέρας συνθήκας εν Φοινίκη, κατά την βεβαίωσιν του Γαληνού: «των αισχρουργών μάλλον βδελυττόμεθα τους φ ο ι ν ι κ ί ζ ο ν τ α ς των λ ε σ β ι α ζ ό ν τ ω ν». Επαναλαμβάνει την λέξιν ο Αριστείδης και εις «Σφήκας» (σ. 1346) και εις «Εκκλησιαζούσας» (στ. 920)· ιδέ παράφρασίν μου εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 59).
191) Νέον συνονθύλευμα στίχων από διαφόρους τραγωδίας του Ευριπίδου με εκζητημένην ασυναρτησίαν. Το κείμενον έχει ούτως: Αλκυόνες, αι παρ' αενάοις θαλάσσας κύμασι στωμύλλετε, τέγγουσαι νοτίοις πτερών ρανίσι χρόα δροσιζόμεναι... (Εκ της «Ιφιγενείας») αί θ' υπωρόφιοι κατά γωνίας ειειειειειειλίσσετε δακτύλοις φάλαγγες ιστότονα πηνίσματα και κερκίδος (εκ του «Μελεάγρου») αοιδού μελέτας, (ασυνάρτητα) ίν' ο φίλαυλος (εκ της «Ηλέκτρας») έπαλλε δελ- φίς πρώραις κυανεμβόλοις... μαντεία και σταδίους... οινάνθας, (εκ της «Υψιπύλης») γάνος αμπέλου, βότρυος έλικα παυσίπονον... (αυτόθι) περίβαλλ', ω τέκνον, ωλένας... (αυτόθι).
192) Παρωδία της μελοποιίας και της εκζητημένης παρά τοις ποιηταίς αρμονίας των στίχων διά της απαγγελίας· μέθοδος παρεμφερής περίπου προς την εν χρήσει σήμερον παρά τοις ηθοποιοίς της Γαλλικής Κωμωδίας.
193) «Δωδεκαμήχανον Κυρήνης»: η Κυρήνη ήτο γνωστή εταίρα, γνωρίζουσα κατά δώδεκα τρόπους να παραδίδη εαυτήν εις ηδονήν, εκ τούτου δε και δ ω δ ε κ α μ ή χ α ν ο ς εκαλείτο.
194) Και άλλο τούτο συνονθύλευμα στίχων από τραγωδίας του Ευριπίδου, έχον ούτως εν τω κειμένω:
Ω Νυκτός κελαινοφαής όρφνα, τίνα μοι δύστανον όνειρον πέμπεις εξ αφανούς, Αΐδα πρόπολον, ψυχάν άψυχον έχοντα, μελαίνας Νυκτός παίδα, φρικώδη δεινάν όψιν μελανονεκυείμονα, φόνια φόνια δερκόμενον, μεγάλους όνυχας έχοντα... αλλά μοι, αμφίπολοι, λύχνον άψατε κάλπισί τ' εκ ποταμών δρόσον άρατε, θέρμετε δ' ύδωρ, ως αν θείον όνειρον αποκλύσω. ιώ πόντιε δαίμον, τούτ' εκείν'· ιώ ξύνοικοι, τάδε τέρα θεάσασθε τον αλεκτρυόνα μου συναρπάσασα φρούδη Γλύκη. Νύμφαι ορεσσίγονοι, ω Μανία, ξύλλαβε. εγώ δ' α τάλαινα προσέχουσ' έτυχον εμαυτής έργοισι, λίκνου μεστόν άτρακτον ειειειειλίσσουσα χεροίν, κλωστήρα ποιούσ', όπως κνεφαίος εις αγοράν φέρουσ' αποδοίμαν... ο δ' ανέπτατ' ανέπτατ' ες αιθέρα κουφοτάταις πτερύγων ακμαίς· εμοί δ' άχε' άχεα κατέλιπε, δάκρυα δάκρυα τ' απ' ομμάτων
195) Παρωδία εκ της «Εκάβης» (στ. 68) και το πλείστον κατασκεύασμα.
196) Παρωδία εκ των «Τημενιδών»!
197) Κωμωδεί τον Ευριπίδην διά τούτων ως επιρρεπή εις θέματα μικροπρεπή και κακόζηλα του οικογενειακού βίου.
198) Κωμωδεί τας επαναλήψεις των λέξεων, συνήθεις παρ' Ευριπίδη.
199) Εκ των «Κρητών» του Ευριπίδου.
200) «Δίκτυννα Άρτεμις»: Ο τίτλος ούτος της Αρτέμιδος προήλθεν εκ του ότι νύμφη τις, Βριτόμαρτις καλουμένη, θηρεύουσα ενέπεσεν η ιδία εις δίκτυα κυνηγετικά, σωθείσα δε υπό της θεάς, ίδρυσεν ιερόν της Δικτύννης Αρτέμιδος.
201) Η προσθήκη αύτη ήτο αναγκαία όχι μόνον χάριν της ομοιοκαταληξίας, η οποία έπρεπεν απαραιτήτως να συμπληρωθή εις το τέλος της κωμικής ταύτης περιόδου, αλλά και διότι έπρεπε να κλεισθή κατ' αντιληπτόν διά το θέατρον τρόπον η έννοια του Κωμωδού, ότι δι' όλων αυτών των ψευδοποιητικών λοξοδρομιών καταλήγει και πάλιν εις την κωμικήν υπόθεσιν της κλοπής ενός πετεινού!
202) Καθώς βλέπομεν, η προσφώνησις «κούκκου» των παιδιών της σήμερον, εκφωνουμένη ως σύνθημα παιδιάς, είναι αρχαιότατης καταγωγής (κόκκυ).
203) Εκ της «Μηδείας».
204) Εκ του «Φιλοκτήτου».
205) Εννοεί τους εριοπώλας της εποχής, οι οποίοι έβρεχον τα έρια διά να βαρύνουν περισσότερον εις το ζύγισμα.
206) Εκ της «Αντιγόνης».
207) Αριθμός υποσημείωσης χωρίς υποσημείωση. Ίσως αναφέρεται και αυτό στην προηγούμενη υποσημείωση. (ΣΗΜ 13/12/2008)
208) «Νουν ουκ έχει»: δεν έχει βαθείαν έννοιαν, σημασίαν.
209) Παρωδία εκ τίνος στίχου εν τω «Τηλέφω», ένθα εισάγονται πρόσωπα παίζοντα κύβους.
210) «Η πόλις γαρ δυστοκεί»: νομίζω ότι η σημασία είναι διπλή ενταύθα: ή διά του δ υ σ τ ο κ ε ί σημαίνει ότι δεν δύναται η πόλις να γ ε ν ν ή σ η γνώμην ευκόλως περί Αλκιβιάδου, ή ότι διατελεί εις ωδίνας, υποφέρουσα εκ του πολέμου, όπερ παραδέχεται και ο σχολιαστής. Κατά την εποχήν εκείνην είχεν εκουσίως φυγαδευθή ο Αλκιβιάδης εις Λακεδαίμονα, πείσας τους Λακεδαιμονίους να πολιορκήσουν την Δεκέλειαν.
211) Ο Κλεόκριτος κωμωδείται ενταύθα ως κακός και μοχθηρός, ο δε Κινησίας ήτο ισχνός, ως και πολλαχού αναφέρεται παρ' Αρ. ιδία εις τους «Όρνιθας» (εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 111 και εξής).
212) Εις την περίοδον ταύτην ο Αρ. σατυρίζει ταυτοχρόνως και επί ασάφεια τον Ευριπίδην, την οποίαν και προσεπάθησα να μιμηθώ εν τη αποδόσει.
213) Ο Παλαμήδης ήτο υιός του βασιλέως της Ευβοίας Ναυπλίου, περίφημος διά τας εφευρέσεις του, και φονευθείς ως προδότης διά ραδιουργίας του Οδυσσέως, εχθρευομένου αυτόν, διότι είχεν αποκαλύψη την προσποιημένην τρέλλαν του διά να μη εκστρατεύση εις Τροίαν. Λέγεται ότι ο Παλαμήδης εφεύρε τους κύβους, τα σταθμά και τέσσαρα εκ των στοιχείων του αλφαβήτου, ζ, π, φ, χ· εξ αυτού υπάρχει και η παροιμία «Παλαμήδειον εύρημα».
214) Το χωρίον τούτο νομίζω εσφαλμένον εν τω κειμένω, έχον ως εξής:
ΔΙΟΝ. Μισεί κάκιστα. [ΑΙΣ.] τοις πονηροίς δ' ήδεται ; [ΔΙΟΝ.] ΑΙΣ. Ού δήτ' εκείνη γ', αλλά χρήται προς βίαν. [ΑΙΣ.] πώς ούν τις αν σώσειε τοιαύτην πόλιν ή μήτε χλαίνα, μήτε σίσυρα συμφέρει;
Όθεν επροτίμησα την διαίρεσιν του διαλόγου συμφώνως προς τα εν ταις αγκύλαις ονόματα, ως συμφωνοτέραν προς την έννοιαν, επί της οποίας και μετέφρασα.
215) Υπαινίσσεται την γνώμην του Περικλέους να εγκαταλίπωσι την Αττικήν και να πολιορκήσουν την Λακεδαίμονα διά του στόλου.
216) Εννοεί την πληθώραν των δικών και τους μισθούς των δικαστών καταναλίσκοντας μέγα μέρος του δημοσίου θησαυρού. Το δικαστήριον απετελείτο από 8 χιλιάδας ενόρκους.
217) «Η γλώττ' ομώμοκ'»: προς μείζονα ειρωνείαν εδανείσθη την φράσιν ο Διόνυσος από τον «Ιππόλυτον» του Ευριπίδου.
218) Παρωδία εκ του «Αιόλου» του Ευριπίδου, του στίχου: «τι δ' αισχρόν ήν μη τοίσι χρωμένοις δοκή»;
219) Παρωδία στίχου του Ευρ., περί ού εσημείωσα και εν 217).
220) Δημαγωγός, ο οποίος, επικειμένης ειρήνης, έπεισε τους Αθηναίους να εξακολουθήση ο πόλεμος, εάν οι Λακεδαιμόνιοι δεν άφινον όλας τας πόλεις. Κωμωδείται και ως ξένος την καταγωγήν, ήτο δε και είδος τι εκ των σήμερον παρ' ημίν καλουμένων ζ η τ ω π ο λ έ μ ω ν.
221) «Τοις πορισταίς»: οι επιβάλλοντας τους φόρους.
222) Ονόματα διαφόρων αρχόντων το όνομα Μ ύ ρ μ η ξ υποτίθεται μάλλον πλαστόν, ληφθέν εκ του ομωνύμου εντόμου και αντιστοιχούν προς την λ. αποθηκευτής.
223) Ούτος ήτο εκ των στρατηγούντων και διοικητής μέρους του στόλου, αιχμαλωτισθείς υπό του Λυσάνδρου κατά την εν Αιγός Ποταμοίς ναυμαχίαν.